← Κύπρος

Coucal Limited ν. Scully, Αρ. Αγωγής: 2782/20, 21/3/2022

Coucal Limited ν. Scully, Αρ. Αγωγής: 2782/20, 21/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A118 Αρ. Αγωγής: 2782/20 Μεταξύ: Coucal Limited, εκ 5 Pery Square, Limerick, V94 EV1F, Ιρλανδία Ενάγουσας και

  1. XXXXX XXXXX Scully, εκ XXXXX, XXXXX, XXXXX, XXXXX, Ιρλανδία
  2. XXXXX XXXXX Scully, εκ XXXXX, XXXXX, XXXXX, XXXXX, Ιρλανδία
  3. XXXXX XXXXX Coll, εκ 5473 XXXXX, Unit XXXXX, XXXXX, XXXXX, XXXXX, Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής
  4. FORRESTPOWER TRADING AND INVESTMENTS LIMITED, εκ Θάσου 3, Dadlaw House, 1520, Λευκωσία, Κύπρος
  5. MASKETAN OPOLE SP. Z.O.O. (KRS No. 0000411124), εκ UI. Franciszka Klimczaka 1, 02-797 Βαρσοβία, Πολωνία καθώς και άλλων εναγομένων τα ονόματα των οποίων εκτίθενται στον επισυνημμένο Πίνακα Α. Εναγομένων
  6. Αίτηση ημερ. 29.10.20 υπό εναγομένων 1, 2, 6, 7, 16, 17, 18 & 19 - αιτητών για παραμερισμό της αγωγής
  7. Αίτηση 20.11.2020 υπό εναγόμενων 5 & 8 - αιτητών για παραμερισμό της αγωγής Ημερομηνία: 21 Μαρτίου 2022 Για εναγόμενους 1, 2, 6, 7, 16, 17, 18 & 19 - αιτητές: κα Νιόβη Πετρίδου για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενους 5 & 8 - αιτητές: κα Ιωάννα Γεωργιάδου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κος Κυριάκος Πίττας για Σωτήρης Πίττας & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα που είναι εταιρεία με έδρα την Ιρλανδία. Καταχώρησε την παρούσα αγωγή στην Κύπρο, στην βάση κατ' ισχυρισμό αδικοπραξιών για τα αστικά αδικήματα μεταξύ άλλων, του δόλου, της απάτης και συνομωσίας των εναγομένων 1, 2 και 3 σε συνεργασία με τους υπολοίπους εναγομένους, μερικοί εξ' αυτών είναι Κυπριακές εταιρείες. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι εξαπάτησαν και προκάλεσαν οικονομική ζημία σε 63 επενδυτές από την Ιρλανδία. Οι εν λόγω επενδυτές, εκχώρησαν στην ενάγουσα τα δικαιώματα τους για διεκδίκηση αποζημιώσεων για ζημιές που υπέστησαν από τις πιο πάνω αδικοπραξίες. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα ιδρύθηκε από 63 Ιρλανδούς επενδυτές, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι είναι τα θύματα των αδικοπραξιών που αφορούν μια κοινοπραξία (joint venture) για την ανάπτυξη ενός εμπορικού κέντρου στο Opole της Πολωνίας, και οι οποίοι εκχώρησαν συλλογικά τις απαιτήσεις τους στην ενάγουσα εταιρεία για να λάβει μέτρα εκ μέρους τους εναντίον των εναγομένων. Σύμφωνα με την ενάγουσα, ο εναγόμενος 1 είναι Ιρλανδός πολίτης, ο οποίος μαζί με τους εναγόμενους 2 και 3, ήταν τα πρόσωπα κλειδιά και οι πρωταγωνιστές της απάτης και της συνομωσίας που έχει διαπραχθεί μαζί και σε δόλιο σχεδιασμό με τους υπολοίπους εναγόμενους, εναντίον των Ιρλανδών επενδυτών. Η θέση της ενάγουσας ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις που καταχώρησε στο Δικαστήριο αλλά και την αγόρευση του συνηγόρου της, είναι η ακόλουθη: · Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 κατά ή περί τον Ιανουάριο 2006 προσέγγισαν Ιρλανδούς επενδυτές για συμμετοχή σε επενδυτικό έργο για την κατασκευή εμπορικού κέντρου στο Opole της Πολωνίας το οποίο θα υλοποιείτο μέσω της Πολωνικής Εταιρείας COUCAL SP. ZOO (η ''COUCAL ZOO''). · Οι εν λόγω Ιρλανδοί επενδυτές, επένδυσαν συνολικά €8,150,000 σε αυτό το επενδυτικό έργο και έλαβαν το 99.84% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας COUCAL ZOO, το οποίο αντικατόπτριζε την εν λόγω επένδυσή τους. · Το εμπορικό κέντρο κατασκευάστηκε επιτυχώς, και αφού άνοιξε λειτουργούσε κανονικά και επέφερε κέρδη. · Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3, οι οποίοι ήταν οι υπεύθυνοι για την διαχείριση του επενδυτικού έργου της COUCAL ZOO και της διοίκησης της και οι οποίοι ενεργούσαν ως οι σύμβουλοι και αντιπρόσωποι των Ιρλανδών Επενδυτών, μέσω ενός δόλιου σχεδίου και συνομωσίας το οποίο σχεδίασαν και υλοποίησαν και στο οποίο έλαβαν μέρος μεταξύ άλλων και οι εναγόμενοι 4 έως 18, και κατά παράβαση μεταξύ άλλων των εμπιστευτικών τους καθηκόντων (fiduciary duties) έναντι των Ιρλανδών Επενδυτών, καταδολίευσαν τους Ιρλανδούς επενδυτές και πέτυχαν να οικειοποιηθούν όλα τα κέρδη από την πώληση του Εμπορικού Κέντρου. · Αφού μετέφεραν όλες τις μετοχές της COUCAL ZOO στο όνομα του εναγόμενου 1, στη συνέχεια τις μετέφεραν στην εναγόμενη 4 (67%) και στην εναγόμενη 5 (33%). Επίσης διευθέτησαν την μεταφορά των μετοχών της Πολωνικής εταιρείας IGI EXCLUSIVE SP ZOO - (η οποία είχε χρησιμοποιηθεί για την αίτηση σχεδιασμού/ επέκτασης (planning application/extension) του Εμπορικού Κέντρου της COUCAL ZOO) - ως ακολούθως: στην εναγόμενη 4 το 67% και στην εναγόμενη 8 το 33%. · Αμέσως μετά προχώρησαν στην πώληση του εμπορικού κέντρου που ανήκε στην COUCAL ZOO και στους Ιρλανδούς επενδυτές, η οποία πώληση επέφερε καθαρό κέρδος περίπου €10,598,
  8. Επίσης πώλησαν στον αγοραστή του εμπορικού κέντρου το 100% των μετοχών της IGI EXCLUSIVE SP ZOO για το ποσό περίπου των Ευρώ 2 εκατομμυρίων - (από τα οποία το Ευρώ 1.4 εκατομμύρια θα πληρωνόταν στην εναγόμενη 4). · Αμέσως μετά, οι εναγόμενοι 1, 2 και 3, διευθέτησαν την μεταφορά ποσού συνολικά περίπου €7,213,955.00 από τα εν λόγω κέρδη στην εναγόμενη 4 (της οποίας εταιρείας οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 είναι οι τελικοί πραγματικοί δικαιούχοι) υπό μορφή δήθεν δανείου, το οποίο σύμφωνα με αυτούς θα μετατρεπόταν σε μερίσματα. · Τελικά όλα τα εν λόγω έσοδα από την πώληση του εμπορικού κέντρου και των μετοχών της IGI EXCLUSIVE SP ZOO, νομιμοποιήθηκαν παράνομα (money laundered) μέσω διαφόρων εταιρειών των εναγόμενων 1, 2 και 3, συμπεριλαμβανομένου και Κυπριακών εταιρειών, και μεγάλο μέρος αυτών διοχετεύθηκε στην Ιρλανδία και συγκεκριμένα στις εναγόμενες 16 και 17 για την κατασκευή αποστακτήριου (distillery) που καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους και μέχρι σήμερα, τελικώς ανήκει και ελέγχεται από τους εναγόμενους 1, 2 και
  9. · Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 με τους συνεργάτες τους, συμπεριλαμβανομένων και των εναγομένων 4 έως 18, πέτυχαν να υλοποιήσουν το σχέδιο τους να καταδολιεύσουν τους Ιρλανδούς Επενδυτές και να αποξενώσουν τα έσοδα των αδικοπραξιών βασιζόμενοι σε προχρονολογημένα έγγραφα, και σε πλασματικές συμφωνίες δανείου που ετοιμάστηκαν και εκτελέστηκαν με την βοήθεια και συμμετοχή μεταξύ άλλων των εναγόμενων 4 έως
  10. · Οι επενδυτές, το 2015 αποφάσισαν να ιδρύσουν στην Ιρλανδία την ενάγουσα εταιρεία COUCAL LTD με σκοπό αυτή να τους εκπροσωπήσει συλλογικά ως το κοινό όχημα τους (joint vehicle) στις νομικές αξιώσεις που θα καταχωρούνταν στην Πολωνία εναντίον του εναγόμενου 1 XXXXX Scully. Για τον σκοπό αυτό το 2015, 63 από τους 78 επενδυτές του έργου COUCAL ZOO, σύναψαν Συμφωνίες Εκχώρησης με την ενάγουσα COUCAL LTD, σύμφωνα με τις οποίες της εκχώρησαν την αξίωσή τους εναντίον του εναγομένου 1 για μελλοντικό χρέος για επιστροφή της τιμής πώλησης των μετοχών που αγόρασε ο XXXXX Scully εκ μέρους τους στην ALTERCO, στην βάση ότι αυτές οι Συμφωνίες Αγοράς Μετοχών ήταν άκυρες, διότι ο εναγόμενος 1, υπερέβη την πληρεξουσιότητά του σύμφωνα με τα σχετικά πληρεξούσια που του παραχωρήθηκαν. · Συγκεκριμένα, στις Πολωνικές διαδικασίες η ενάγουσα ζητούσε όπως οι Συμφωνίες αγοράς μετοχών που ο εναγόμενος 1 στην παρούσα σύναψε εκ μέρους των Επενδυτών θεωρηθούν ως άκυρες διότι έγιναν χωρίς την συγκατάθεσή τους, συνάφθηκαν στα πλαίσια δόλιας χρησιμοποίησης πληρεξούσιου, και διότι ο εναγόμενος 1 ήταν ουσιαστικά τόσο αντιπρόσωπος των Επενδυτών αλλά και για το άλλο μέρος στην συναλλαγή. · Όταν οι Πολωνικές διαδικασίες καταχωρήθηκαν, και μέχρι αρκετά πρόσφατα, οι επενδυτές δεν είχαν πλήρη εικόνα του δόλιου σχεδίου που διαπράχθηκε εναντίον τους ούτε είχαν στην κατοχή τους αποδεικτικά στοιχεία που να αποδεικνύουν τις αδικοπραξίες που διαπράχθηκαν εναντίον τους, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, ως και για να ιχνηλατήσουν τα έσοδα των αδικοπραξιών. · Στις 25 Ιουλίου 2018, το Περιφερειακό Δικαστήριο της Βαρσοβίας εξέδωσε απόφαση με την οποία απόρριψε την αγωγή της COUCAL LTD και διάταξε την ενάγουσα να πληρώσει δικαστικά έξοδα. Το Πρωτόδικο Πολωνικό Δικαστήριο αποφάσισε ότι τα πληρεξούσια που παραχωρήθηκαν από τους επενδυτές ήταν αρκετά ευρεία ώστε να εξουσιοδοτούν την εκτέλεση τέτοιων συναλλαγών από τον Πληρεξούσιο (Attorney), ήτοι από τον XXXXX Scully και τους υπό - αντιπροσώπους του (sub-attorneys) και ότι δεν υπήρχε καμία νομική βάση κάτω από το Πολωνικό Δίκαιο για την αναίρεση των σχετικών συμφωνιών ως αυτό είχε ζητηθεί από τους Επενδυτές, λόγω του ότι βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν στο Πολωνικό Δικαστήριο, δεν είχε φανεί ότι ο XXXXX Scully είχε επωφεληθεί προσωπικά από τις εν λόγω συναλλαγές. Η εν λόγω απόφαση εφεσιβλήθηκε και το Πολωνικό Εφετείο στις 10 Ιουνίου 2021 εξέδωσε απόφαση με την οποία ανάτρεψε την Πρωτόδικη Πολωνική απόφαση και καταδίκασε τον εναγόμενο 1 στην παρούσα να πληρώσει στην COUCAL LTD το ποσό των 28,391,106 Πολωνικά Ζλότυ (ήτοι περίπου Ευρώ 6,135,197) συν τόκους και δικαστικά έξοδα, ποσά τα οποία μέχρι σήμερα ο εναγόμενος 1, αποφεύγει και αρνείται να πληρώσει. · Μέχρι την λήψη των αποκαλυφθέντων εγγράφων στα πλαίσια της αγωγής αποκάλυψης που καταχώρησε η ενάγουσα, οι Ιρλανδοί επενδυτές και η ενάγουσα δεν είχαν καμία μαρτυρία για να αποδείξουν πως έγινε η συνομωσία και η απάτη, ποιοι συμμετείχαν στην απάτη, που κατέληξαν τα ποσά που εισπράχθηκαν κλπ. · Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2019, η ενάγουσα και οι επενδυτές αποφάσισαν να διορίσουν Κύπριους δικηγόρους για να ερευνήσουν αν υπάρχει κάποιος τρόπος με τον οποίο η ενάγουσα θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να ανακαλύψει ποιοι είναι οι τελικοί πραγματικοί δικαιούχοι και ποιοι ελέγχουν τις εταιρείες FORRESTPOWER και RIVERWIDE, οι οποίες ήταν αναμεμειγμένες στη μεταβίβαση του 67% των μετοχών της COUCAL ZOO. · Υπό το φως αυτού, κατά ή περί τις 4.11.2019, 57 από αυτούς τους 63 επενδυτές συνήψαν νέες συμφωνίες εκχώρησης με την ενάγουσα, με τις οποίες της εκχώρησαν, μεταξύ άλλων, τα ωφέλιμα δικαιώματά τους (beneficial interests) που απορρέουν από τις μετοχές της COUCAL SP ZOO και την επένδυσή τους στο επενδυτικό έργο της COUCAL SP ZOO (πλην του αγώγιμου δικαιώματος το οποίο είχαν ήδη προηγουμένως εκχωρήσει στην ενάγουσα με τις Συμφωνίες Εκχώρησης που συνάφθηκαν για τις Πολωνικές διαδικασίες) ως επίσης και τα αγώγιμα δικαιώματά τους κατά του XXXXX Scully και των υπόλοιπων αδικοπραγούντων και συνωμοτών τους με σκοπό να χρησιμοποιήσουν την ενάγουσα ως το όχημά τους (joint vehicle) για τη προώθηση όλων των απαιτήσεων τους σε σχέση με τα εκχωρημένα δικαιώματα. Ως αντάλλαγμα, οι εν λόγω επενδυτές έγιναν μέτοχοι της ενάγουσας. · Όπως φαίνεται και από το λεκτικό των πανομοιότυπων Συμφωνιών Εκχώρησης, παρατίθεται συνοπτικό υπόβαθρο της διαφοράς που σχετίζεται με το Επενδυτικό Έργο της COUCAL SP ZOO, και στην παράγραφο (F) αυτού αναφέρεται ότι ο Επενδυτής/Εκχωρητής επιθυμεί να εκχωρήσει και το πρόσωπο στο οποίο εκχωρούνται (assignee) είναι έτοιμος να αποδεχτεί την εκχώρηση όλων των δικαιωμάτων, απαιτήσεων και/ή αγώγιμων δικαιωμάτων που σχετίζονται και/ή είναι συνδεδεμένα με τα αδικήματα που φαίνεται να απορρέουν από το περιεχόμενο του προοιμίου της Συμφωνίας Εκχώρησης, και τα οποία διαπράχθηκαν έναντι του Εκχωρητή από μεταξύ άλλων τους εναγόμενους 1, 2, 3 στην παρούσα. · Αφού η ενάγουσα ήταν επιτυχής στην αγωγή αποκάλυψης. 3648/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που καταχώρησε έναντι της DADLAW SECRETARIAL LTD, και αφού με τις πληροφορίες και έγγραφα που κατάφερε να συλλέξει στα πλαίσια αυτής δημιούργησε καθαρή εικόνα των αδικοπραξιών που διαπράχθηκαν εναντίον των επενδυτών και της ενάγουσας, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα ως και το που διοχετεύθηκαν τα έσοδα των αδικοπραξιών, προχώρησε και καταχώρησε την παρούσα αγωγή. · Όπως φαίνεται και από το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής, αυτή βασίζεται στις ακόλουθες βάσεις: Συνομωσία για καταδολίευση, Αδικαιολόγητος πλουτισμός (unjust enrichment), Παραβίαση εμπιστευτικής σχέσης (fiduciary relationship) και εμπιστευτικών καθηκόντων (fiduciary duties), Παραβίαση σχέσης εντολοδόχου και αντιπροσώπου, Δόλια υποβοήθηση (DISHONEST ASSISTANCE) και εν γνώση παραλαβή (KNOWING RECEIPT), Εξ Επαγωγής Καταπίστευμα (CONSTRUCTIVE TRUST), των αρχών περί ιχνηλάτησης, Παραβίαση συμβατικών καθηκόντων, Παραβίαση θέσμιων και εν νόμου καθηκόντων, Δόλος (fraud) και Απάτη (deceit). Η ενάγουσα στην παρούσα αγωγή, εκτός από αποζημιώσεις ύψους €7,488,285.00, αιτείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι 1-18 και/ή οποιοιδήποτε εξ αυτών παράνομα και/ή δόλια και/ή με δόλιο σχεδιασμό, συνωμότησαν μεταξύ τους προκειμένου να προκαλέσουν οικονομική ζημία και να εξαπατήσουν τους επενδυτές που έχουν εκχωρήσει τις αξιώσεις τους στην ενάγουσα. Επιζητείται επίσης, δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι 4, 6, 7, 8, 9 και 10 καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, ήταν και συνεχίζουν να είναι εικονικές εταιρείες ή βιτρίνες των εναγομένων 1, 2 και 3 και έχουν ιδρυθεί και χρησιμοποιηθεί ως οχήματα και/ή εργαλεία για την διάπραξη της απάτης και των άλλων αδικοπραξιών εναντίον της ενάγουσας και των επενδυτών. Τέλος, μεταξύ των θεραπειών που αιτείται η ενάγουσα, είναι και διάταγμα και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα και οι επενδυτές δικαιούνται και/ή μπορούν να εντοπίσουν και/η ιχνηλατήσουν (trace), το ποσό των €7,488,285.00, το οποίο αντιπροσωπεύει το μερίδιο των επενδυτών από τα έσοδα της πώλησης του Εμπορικού Κέντρου Solaris στην Πολωνία, στην κατοχή και/ή τον έλεγχο οποιουδήποτε από τους εναγόμενους 1-10 και 16-18 που κατέχει και/ή ελέγχει το εν λόγω ποσό και/ή μέρος αυτού καθώς και διάταγμα που να διατάσσει τους πιο πάνω εναγομένους να καταβάλουν από κοινού και/ή κεχωρισμένως το ποσό των €7,488,285.00 στην ενάγουσα. Ταυτόχρονα με την αγωγή, η ενάγουσα πέτυχε την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων 1 -10 και 19 μέχρι και του ποσού των €8.000.000,00 καθώς και διάταγμα αποκάλυψης των περιουσιακών τους στοιχείων. Η οριστικοποίηση των εν λόγω διαταγμάτων εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Μετά την επίδοση των δικαστικών εγγράφων της αγωγής, ακολούθησε η παρούσα αίτηση των εναγομένων 1, 2, 6, 7, 16, 17, 18 και 19 ημ. 29.10.20 με την οποία ζητούν τον παραμερισμό της αγωγής και των ενδιάμεσων διαδικασιών που έλαβε η ενάγουσα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Επικαλούνται συγκεκριμένα απουσία και/ή έλλειψη αγώγιμου δικαιώματος και νομιμοποίησης της ενάγουσας να εγείρει τη παρούσα αγωγή καθώς και έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση. Οι εναγόμενοι 5 & 8 καταχώρησαν επίσης αίτηση ημ. 20.11.2020 με την οποία ζητούν για παρόμοιους λόγους, την ίδια θεραπεία για παραμερισμό της αγωγής. Και οι δύο πιο πάνω αιτήσεις, συνεκδικάστηκαν λόγω ταυτότητας των γεγονότων και των νομικών σημείων επί των οποίων στηρίζονται. Θα παραθέσω στην συνέχεια τις θέσεις των μερών όπως προκύπτουν από τις αιτήσεις και εντάσεις, τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν αλλά και τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των διαδίκων. Η αίτηση ημερ. 29.10.20 για παραμερισμό της αγωγής υπό των εναγομένων 1, 2, 6, 7, 16, 17, 18 και
  11. Οι εναγόμενοι 1, 2, 6, 7, 16, 17, 18 και 19 με την αίτηση τους, αιτούνται τον παραμερισμό της αγωγής λόγω έλλειψης νομιμοποίησης της ενάγουσας και απουσία δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Επιζητούν επίσης διαζευκτικά, διάταγμα με το οποίο να τροποποιείται το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα αποκάλυψης κατά τρόπο με τον οποίο να διατάσσεται όπως η ένορκη δήλωση και τα έγγραφα που η εναγόμενη 19 οφείλει να επιδώσει στους δικηγόρους της ενάγουσας, καταχωρηθούν μόνο στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε σφραγισμένο φάκελο και να μην επιδοθούν στους Δικηγόρους της ενάγουσας μέχρι την τελική εκδίκαση και έκδοση απόφασης στα πλαίσια της αίτησης ημερ. 30.9.2020 για προσωρινά διατάγματα. Τα εν λόγω διατάγματα, εκδόθηκαν εκ συμφώνου προσωρινά και θα έχουν ισχύ μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου στην παρούσα αίτηση. Ως εκ τούτου, τα έγγραφα που περιλαμβάνονταν στο σχετικό διάταγμα αποκάλυψης βρίσκονται προσωρινά υπό την φύλαξη του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας μέχρι και την απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα όπου θα κριθεί οριστικά, το ζήτημα της τροποποίησης του διατάγματος αποκάλυψης. Στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση αίτησης παραμερισμού, επισυνάπτεται ως τεκμήριο 2, σχετική νομική γνωμάτευση που οι εναγόμενοι 1 και 2, έλαβαν από το δικηγορικό οίκο O'FLYNN EXHAMS LLP, οι οποίοι είναι οι νομικοί τους σύμβουλοι στην Ιρλανδία, σύμφωνα με την οποία, η επίδικη εκχώρηση από τους επενδυτές των αστικών τους δικαιωμάτων για να εναγάγουν τους εναγόμενους για μεταξύ άλλων, δόλο, απάτη, συνομωσία προς εξαπάτηση και/ή πρόκληση οικονομικής ζημιάς, είναι παράνομη και ως εκ τούτου άκυρη σύμφωνα με τους Νόμους της Ιρλανδίας. Αναφορικά με το Κυπριακό δίκαιο που είναι το εφαρμοστέο δίκαιο με βάσει τις συμφωνίες εκχώρησης, οι αιτητές ισχυρίζονται ότι αυτές οι συμφωνίες είναι άκυρες γιατί είναι παράνομες με βάσει το άρθρο 16 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, που απαγορεύει την εκχώρηση απαιτήσεων με βάσει αστικά αδικήματα, εκτός μόνο δυνάμει ειδικής νομοθετικής ρύθμισης Η αίτηση ημ. 20.11.2020 των εναγομένων 5 & 8 Στην αίτηση ημ. 20.11.2020 που καταχωρήθηκε από τους εναγόμενους 5 & 8, επιζητείται επίσης η διαγραφή του κλητηρίου εντάλματος και απόρριψη της αγωγής λόγω απουσίας αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας αλλά και λόγω μη νομιμοποίησης της ενάγουσας να εγείρει την παρούσα αγωγή. Πολύ συνοπτικά, οι εναγόμενοι 5 & 8 αιτητές, ισχυρίζονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι δεν επιτρέπεται δυνάμει του Κεφ. 148 η εκχώρηση αγώγιμου δικαιώματος για τα αστικά αδικήματα, στα οποία στηρίζεται η ενάγουσα στην παρούσα αγωγής της. Συγκεκριμένα, το άρθρο 16 του Κεφ. 148 δεν επιτρέπει την εκχώρηση δικαιωμάτων που προκύπτουν από αστικό αδίκημα, εκτός αν η εκχώρηση προκύπτει από τον Νόμο. Συνεπώς η ισχυριζόμενη εκχώρηση των δικαιωμάτων τρίτων προσώπων στην ενάγουσα, είναι άκυρη και δεν έχει οποιοδήποτε νομικό αποτέλεσμα. Η ενάγουσα κατά τους εναγομένους 5 & 8, δεν απέκτησε με νόμιμη εκχώρηση τα δικαιώματα τα οποία επικαλείται και δεν έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων, στην παρούσα αγωγή. Η πιο πάνω θέση των εναγομένων 5 & 8, βασίζεται σύμφωνα με τους ιδίους σε αδιαμφισβήτητα γεγονότα, τα οποία βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι εύλογο και δίκαιο να εξετασθεί σε αυτό το στάδιο το αίτημα για διαγραφή του κλητηρίου, προς αποφυγή αχρείαστης ταλαιπωρίας και εξόδων. Οι ειδοποιήσεις ένστασης Η ενάγουσα καταχώρησε ενστάσεις στα αιτήματα διαγραφής του κλητηρίου και παραμερισμού της αγωγής. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η ενάγουσα έχει νομιμοποιητική ικανότητα (locus standi) να εγείρει την παρούσα αγωγή ως και άλλα δικαστικά διαβήματα εναντίον των εναγομένων αφού οι επίδικες εκχωρήσεις επί των οποίων στηρίζεται η ενάγουσα, δεν είναι παράνομες και δεν αποτελούν παράβαση της δημόσιας τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επιπλέον, το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό κρίση αγωγή, γιατί η ενάγουσα έχει ουσιαστικές και βάσιμες απαιτήσεις και αγώγιμα δικαιώματα εναντίον, τόσο των ημεδαπών εναγόμενων, όσο και εναντίον των αλλοδαπών. Η ενάγουσα έχει εγείρει νομότυπα απαιτήσεις εναντίον των ημεδαπών εναγομένων 4, 6, 7, 8 και 11-15 και 19, και έχει συνενώσει ως αναγκαίους διάδικους τους αλλοδαπούς εναγόμενους 1-3, 5, 9-10 και 16-
  12. Η ενάγουσα απορρίπτει τις θέσεις των αιτητών για ακυρότητα της σύμβασης εκχώρησης. Επισυνάπτει επί του προκειμένου στην ένορκη δήλωση της ένστασης στην αίτηση ημερ. 29.10.20 ως τεκμήριο 1, νομική γνωμάτευση του Ιρλανδού δικηγόρου της κ. XXXXX McDowell. Όσον αφορά το Κυπριακό δίκαιο, αναφέρεται στις ένορκες δηλώσεις και των δύο ενστάσεων ότι οι πρόνοιες του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148, συμπεριλαμβανομένου και του άρθρου 16 που απαγορεύει την εκχώρηση δικαιωμάτων, εφαρμόζονται αποκλειστικά και μόνο για αστικά αδικήματα που προβλέπονται ρητά στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο. Η συνομωσία και η παραβίαση θέσμιων καθηκόντων, είναι αστικά αδικήματα που προβλέπονται από το Κοινοδίκαιο (Common Law) και κατά συνέπεια το άρθρο 16 του ΚΕΦ. 148 δεν έχει εφαρμογή. Είναι επιπλέον η θέση της ενάγουσας ότι οι αιτήσεις είναι πρόωρες αφού δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί η έκθεση απαίτησης της, που είναι τοι δικόγραφο που καθορίζει αποκλειστικά της βάσεις αγωγής, στις οποίες θα στηριχθεί η ενάγουσα. Είναι επιπλέον η θέση της ενάγουσας όπως προκύπτει από τις ενστάσεις της ότι οι αιτήσεις παραμερισμού έχουν καταχωρηθεί από τους αιτητές κακόπιστα και με σκοπό να περιπλέξουν και να καθυστερήσουν την διαδικασία της αγωγής, συμπεριλαμβανομένης και της ακρόασης της αίτησης της ενάγουσας για παρεμπίπτοντα διατάγματα. Αναφέρεται τέλος στην ένορκη δήλωση της ένστασης στην αίτηση ημερ. 29.10.20 ότι το αίτημα της εναγομένης 19 για διαφοροποίηση του προσωρινού διατάγματος αποκάλυψης δεν δικαιολογείται, αφού έχει ως πρωταρχικό σκοπό την καθυστέρηση της αποκάλυψης των διαταχθέντων εγγράφων και πληροφοριών από την εναγόμενη
  13. Σκοπεύει επίσης στο να εμποδιστεί η ενάγουσα να χρησιμοποιήσει τα εν λόγω έγγραφα και πληροφορίες στα πλαίσια της ακρόασης της ενδιάμεσης αίτησης για προσωρινά διατάγματα και για να μπορέσει να δικογραφήσει την έκθεση απαίτησης της και να ταυτοποιήσει άλλους αδικοπραγήσαντες καθώς και να ιχνηλατήσει και εντοπίσει τα έσοδα των αδικοπραξιών που διαπράχθηκαν εις βάρος των Ιρλανδών επενδυτών. Αγορεύσεις Όλοι οι συνήγοροι κατέθεσαν με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας με παραπομπή σε νομολογία, τις εκατέρωθεν θέσεις τους όπως πηγάζουν από τις αιτήσεις και ενστάσεις αντίστοιχα. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη της εμπεριστατωμένης επιχειρηματολογίας των συνηγόρων όπως προκύπτει από τις αγορεύσεις τους, προκειμένου να γίνουν πλήρως κατανοητές οι θέσεις των πλευρών επί των επιδίκων θεμάτων των αιτήσεων. Η αγόρευση της συνηγόρου για τους εναγομένους 1, 2, 6, 7, 16, 17, 18 & 19 - αιτητές Η συνήγορος για τους εναγομένους 1, 2, 6, 7, 16, 17, 18 & 19 στην αγόρευση της, ανέφερε ότι κεντρικό σημείο της θέσης των αιτητών για την έλλειψη αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας, αποτελεί το γεγονός πως η αγωγή εγείρεται από την εταιρεία Coucal Ltd, η οποία είναι εγγεγραμμένη στην Ιρλανδία και ιδρύθηκε με μοναδικό σκοπό τα κατ' ισχυρισμό θύματα της δήθεν εξαπάτησης να εκχωρήσουν σε αυτή όλα τα δικαιώματα τους, σε σχέση με τις αδικοπραξίες που περιγράφονται στην εν λόγω Συμφωνία Εκχώρησης. Η βάση της παρούσας αγωγής προκύπτει σαφώς κατά την συνήγορο, από το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο αλλά και από την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την μονομερή αίτηση ημερ. 30.9.
  14. Αφορά σε κατ' ισχυρισμόν αδικοπραξίες που καταγράφονται στην εν λόγω Συμφωνία Εκχώρησης που είναι τα αστικά αδικήματα του δόλου, της απάτης, της συνομωσίας των εναγομένων 1, 2 και 3, μαζί με άλλα πρόσωπα προς εξαπάτηση και/ή πρόκληση οικονομικής ζημίας των επενδυτών. Σημειώνεται δε ότι δυνάμει της παραγράφου 12 της Συμφωνίας Εκχώρησης, αυτή διέπεται από τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επομένως, το εφαρμοστέο δίκαιο της εν λόγω Συμφωνίας Εκχώρησης, είναι το κυπριακό δίκαιο. Όμως κατά την συνήγορο, το Κυπριακό Δίκαιο δεν επιτρέπει σε καμία περίπτωση την εκχώρηση σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο εκ μέρους του θύματος, του δικαιώματος θεραπείας σε σχέση με αστικά αδικήματα. Έγινε επί του προκειμένου εκτεταμένη αναφορά από την συνήγορο στο άρθρο 16 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, καθώς και σε σχετική νομολογία. Υποστηρίχθηκε μεταξύ άλλων ότι η σαφής απαγόρευση της εκχώρησης δικαιωμάτων στο Κεφ. 148, αποκλείει την εφαρμογή οιωνδήποτε άλλων κανόνων του κοινοδικαίου στο ζήτημα αυτό. Ήταν ως εκ τούτου η θέση της συνηγόρου ότι οι πρόνοιες της Συμφωνίας Εκχώρησης, την οποία η ενάγουσα επικαλείται και η οποία αποτελεί τη βάση του ισχυρισμού της περί νομιμοποίησης της για έγερση της παρούσας αγωγής, είναι παράνομες αφού παραβιάζουν το άρθρο 16 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και ως εκ τούτου δεν παρέχουν στην ενάγουσα την απαραίτητη νομιμοποίηση να εγείρει την παρούσα αγωγή. Συνεπώς σε αντίθεση με τα όσα προωθεί η ενάγουσα, το αποτέλεσμα της εν λόγω ρητής πρόνοιας του άρθρου 16 του Κεφ. 148, είναι ότι η ενάγουσα εταιρεία ουδέν αγώγιμο δικαίωμα έχει εναντίον των εναγομένων και ουδόλως νομιμοποιείται στην καταχώριση και έγερση της πιο πάνω αγωγής και/ή στη λήψη οποιωνδήποτε περαιτέρω διαβημάτων, εναντίον των εναγομένων. Ούτε μπορεί κατά την συνήγορο να εφαρμοστούν στην παρούσα, οι διατάξεις του κοινοδικαίου περί εξαιρέσεων στην απαγόρευση εκχώρησης αφού στην Κύπρο υπάρχει ειδική νομοθετική πρόνοια που υπερισχύει του κοινοδικαίου. Η συνήγορος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό κρίση αγωγή. Χαρακτήρισε την επίδικη διαφορά ως διασυνοριακή που διέπεται από τις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Είναι η θέση της συνηγόρου ότι με βάση τον Κανονισμό 1215/2012, η ενάγουσα είχε ουσιαστικά δύο τρόπους για να επιχειρήσει να θεμελιώσει δικαιοδοσία του Κυπριακού Δικαστηρίου. Ο μεν πρώτος τρόπος είναι το άρθρο 7

(2)του Κανονισμού (Ειδική Δικαιοδοσία) που αφορά αδικοπραξίες ή οιονεί αδικοπραξίες και προσδίδει δικαιοδοσία στο δικαστήριο του Κράτους Μέλους όπου έχει συμβεί το ζημιογόνο γεγονός. Ο δεύτερος τρόπος είναι η χρησιμοποίηση του άρθρου 4 του Κανονισμού (Γενική Δικαιοδοσία) που προσδίδει δικαιοδοσία στο δικαστήριο του Κράτους Μέλους όπου ο εναγόμενος έχει την κατοικία του (Domicile) με ταυτόχρονη χρησιμοποίηση του άρθρου 8
(1)ώστε να συνενωθούν οι εναγόμενοι που έχουν την κατοικία τους εκτός δικαιοδοσίας. Είναι ξεκάθαρο κατά την συνήγορο ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν μπορούν να αναλάβουν δικαιοδοσία στη βάση του άρθρου 7
(2)του πιο πάνω Κανονισμού. Κι αυτό διότι οι βασικοί εναγόμενοι, οι οποίοι κατ' ισχυρισμόν της ενάγουσας είναι αυτοί που έχουν συνωμοτήσει προς εξαπάτηση των επενδυτών, φαίνεται να είναι οι εναγόμενοι 1, 2 και 3, οι οποίοι ουδεμία σχέση έχουν με την Κύπρο και ουδέποτε μπορούσαν να δημιουργήσουν το υποτιθέμενο συνωμοτικό τους σχέδιο στη Κύπρο. Σημειώνεται δε ότι η ενάγουσα σε κανένα σημείο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την μονομερή αίτηση της ημερ. 30.9.2020 δεν έχει αναφέρει πως η κατ' ισχυρισμό συνωμοτική συμφωνία έχει λάβει χώρα στη Κύπρο. Η μοναδική διέξοδος της ενάγουσας κατά την συνήγορο, είναι η χρησιμοποίηση της δυνατότητας συνένωσης εναγομένων του άρθρου 8
(1)του Κανονισμού. Η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα έχει ουσιαστικά χρησιμοποιήσει τις εναγόμενες κυπριακές εταιρείες, με μοναδικό σκοπό να προσδώσουν δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια, αποστερώντας με αυτό τον τρόπο την δικαιοδοσία των Δικαστηρίων των Κρατών Μελών που ενδεχομένως πραγματικά να είχαν δικαιοδοσία να ακούσουν την εν λόγω διαφορά και συγκεκριμένα των Δικαστηρίων του κράτους κατοικίας των φυσικών προσώπων. Είναι η θέση της συνηγόρου ότι η ενάγουσα δεν δύναται να επιδιώκει να προσδώσει εντέχνως δικαιοδοσία στο Κυπριακό Δικαστήριο μέσω του άρθρου 8
(1)του Κανονισμού επί των εναγομένων 1 και 2, οι οποίοι κατ' εφαρμογή του Κανονισμού ενδεχομένως να έπρεπε να είχαν εναχθεί στο Δικαστήριο του κράτους κατοικίας τους, ήτοι την Ιρλανδία. Η ορθή προσέγγιση κατά την συνήγορο, όπως προνοεί το πνεύμα του Ευρωπαϊκού Κανονισμού, ενδεχομένως να ήταν να εναχθούν οι βασικοί εναγόμενοι που είναι φυσικά πρόσωπα, στα Δικαστήρια του κράτους κατοικίας τους και οι υπόλοιποι εναγόμενοι που είναι νομικά πρόσωπα να συνεναχθούν εκεί αφού αποτελούν κατ' ουσία δευτερεύοντες εναγόμενους. Ακολούθως, η συνήγορος αναφέρθηκε στην Δ.27 Θ.3, στην οποία επίσης στηρίζεται η αίτηση, και η οποία παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να προβεί στη διαγραφή ή απόρριψη δικογράφου ή ακόμα και αγωγής ή άλλης πρωτογενούς διαδικασίας σε περίπτωση που διαφανεί ότι δεν περιέχεται ή αποκαλύπτεται λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή καλή βάση αγωγής ή η αγωγή είναι μηδαμινή ή επιπόλαιη ή ενοχλητική (frivolous or vexatious). Με παραπομπή σε νομολογία, η συνήγορος ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται στις περιπτώσεις που η υπόθεση δεν επιδέχεται λογικής συζήτησης (Law v. Dearnley [1950] 1 All E.R. 124) ή όπου η αιτία αγωγής πάσχει φανερά και αναντίλεκτα (Dyson v. Attorney General
(1911)K.B. 410, 418). Είναι η θέση της συνηγόρου ότι ως αυτό διαφαίνεται από τη Συμφωνία Εκχώρησης (τεκμ.3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της ενάγουσας ημερ. 30.9.2020), η παρούσα αγωγή δεν επιδέχεται οποιασδήποτε λογικής συζήτησης και πάσχει φανερά και αναντίλεκτα εφόσον ξεκάθαρα η ενάγουσα, βάσει του άρθρου 16 του Κεφ. 148 δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα και/ή δεν νομιμοποιείται να εγείρει τη παρούσα αγωγή έναντι των εναγομένων. Η συνήγορος ισχυρίστηκε επίσης ότι πέραν των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο έχει σύμφυτη δικαιοδοσία που του επιτρέπει στις κατάλληλες περιπτώσεις, τον παραμερισμό ή τη διαγραφή οποιουδήποτε δικογράφου ή διαδικασίας ενώπιον του, αν αυτή είναι ενοχλητική (frivolous and vexatious) ή συνιστά κατάχρηση της ενώπιον του διαδικασίας. Κάτι που κατά την συνήγορο ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Ως προς το αίτημα για τροποποίηση του συντηρητικού διατάγματος, η συνήγορος εισηγήθηκε ότι η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου, ασκείται δυνάμει της Δ.48 θ.8
(4)η οποία δίδει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο επηρεάστηκε από διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς να αιτηθεί δια κλήσεως τον παραμερισμό του. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι κατ' εφαρμογή της πιο πάνω διαταγής, σε συνδυασμό με την Δ.6 που επιβάλλει την με το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα, δικαιολογείται το αίτημα για τροποποίηση του συντηρητικού διατάγματος. Στην συνέχεια, η συνήγορος εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως όχημα ειδικού σκοπού με βάση την Αγγλική Νομολογία. Η παρούσα διαφοροποιείται από την σχετική Αγγλική υπόθεση JEB Recoveries LLP v Binstock [2015] EWHC 1063 (Ch) αφού είναι εντελώς διαφορετικό να εκχωρούνται βάσεις αγωγής βασιζόμενες σε ύπαρξη συμβατικής οφειλής όπως έγινε στην πιο πάνω Αγγλική υπόθεση από το να εκχωρούνται βάσεις αγωγής βασιζόμενες σε αδικοπραξίες ή οιονεί αδικοπραξίες όπως συμβαίνει στην παρούσα και ενόσω υπάρχει ξεκάθαρη απαγόρευση από τον κυπριακό Νόμο. Η συνήγορος απέρριψε την θέση ότι η παρούσα αίτηση παραμερισμού είναι πρόωρη λόγω του ότι δεν έχει καταχωρισθεί η έκθεση απαίτησης. Ισχυρίστηκε ότι εφόσον η ενάγουσα επέλεξε να αιτηθεί την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων μονομερώς είχε την υποχρέωση να παρουσιάσει στο Δικαστήριο επαρκή μαρτυρία, τόσο με το κλητήριο αλλά κυρίως με την μονομερή ενδιάμεση αίτηση της, που να καταδεικνύει την ύπαρξη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και την νομιμοποίησης της να εγείρει την αγωγή. Δεν μπορεί κατόπιν εορτής σύμφωνα με την συνήγορο, η ενάγουσα να διατείνεται πως το στάδιο είναι πρώιμο για να αποφασιστούν ζητήματα για τα οποία θα έπρεπε να είχε ήδη παρουσιάσει όλη την αναγκαία της μαρτυρία. Ενόψει των πιο πάνω, ήταν η θέση της συνηγόρου ότι στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει το κλητήριο ένταλμα να παραμεριστεί και να ακυρωθούν όλα τα περαιτέρω διαβήματα και αιτήσεις που καταχωρήθηκαν από την ενάγουσα και ιδιαίτερα τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα ημερ. 2.10.2020 ως εξ' υπαρχής άκυρα, καθότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Η αγόρευση της συνηγόρου για τους εναγομένους 5 & 8 - αιτητές Είναι η θέση της συνηγόρου για τους εναγομένους 5 & 8 ότι από την εξέταση του κλητηρίου εντάλματος και των διαφόρων εγγράφων που περιέχονται στον φάκελο της διαδικασίας και τα οποία η ενάγουσα επικαλείται στην ένσταση της, ότι η κύρια βάση της απαίτησης εναντίον των εναγομένων 5 και 8 είναι τα αστικά αδικήματα της απάτης, του δόλου και της συνομωσίας. Η ίδια η ενάγουσα δεν συνδέεται με τα πιο πάνω ισχυριζόμενα αστικά αδικήματα ως πρόσωπο που ζημιώθηκε λόγω της ισχυριζόμενης συμπεριφοράς των εναγομένων. Κατ΄ ακρίβεια ούτε καν είχε συσταθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο και αποτελεί ένα όχημα το οποίο δημιουργήθηκε εκ των υστέρων, ειδικά για την προώθηση αυτής της διαδικασίας. Η μόνη πηγή της αξίωσης της είναι η ισχυριζόμενη απόκτηση των δικαιωμάτων άλλων προσώπων, των κατ' ισχυρισμό θυμάτων των αστικών αδικημάτων, μέσω εκχώρησης των δικαιωμάτων τους στην ενάγουσα. Στην Κύπρο όμως, η εκχώρηση αγώγιμου δικαιώματος που πηγάζει από αστικό αδίκημα απαγορεύεται νομοθετικά από το άρθρο 16 του Κεφ. 148, το οποίο ενσωματώνει παρόμοιες αρχές του κοινοδικαίου. Είναι συνεπώς η θέση των εναγομένων 5 και 8 ότι η ενάγουσα ουδέποτε απέκτησε οποιαδήποτε δικαιώματα, τα οποία να μπορεί να διεκδικήσει με την παρούσα αγωγή. Σημειώνεται δε από την συνήγορο ότι η ενάγουσα δεν κινεί την παρούσα αγωγή υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα εκ μέρους των επενδυτών αλλά προσωπικά για την προώθηση των δικών της δικαιωμάτων, τα οποία ισχυρίζεται ότι απέκτησε. Εξ' άλλου, η καταχώρηση της αγωγής από την ενάγουσα ως αντιπροσώπου των επενδυτών θα προϋπέθετε συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.9 Θ.9 κάτι που δεν υφίσταται. Αναφορικά με τις διάφορες διαζευκτικές αιτίες αγωγής που αναφέρονται στην παράγραφο 16.2 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση της ενάγουσας, η συνήγορος ανέφερε ότι στην περίπτωση των εναγομένων 5 και 8 δεν τους αποδίδεται οτιδήποτε το οποίο να μην συνιστά αστικό αδίκημα. Οι ισχυρισμοί για αθέμιτο πλουτισμό, δημιουργία καταπιστεύματος, ύπαρξη εμπιστευτικής σχέσης κτλ. δεν συνδέονται κατά την συνήγορο με τους εναγόμενους 5 και 8. Σχετικά με την αναφορά της ενάγουσας στις αρχές του champerty and maintenance και την αποδυνάμωση τους στην σύγχρονη εποχή, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι τα όσα αναφέρονται δεν μπορούν να παρακάμψουν τη ρητή πρόνοια στη δική μας νομοθεσία. Πιθανόν η ιστορική προέλευση του άρθρου 16 να συνδέεται με τις πιο πάνω αρχές. Τυχόν μεταγενέστερη διαφοροποίηση τους όμως σε άλλες χώρες όπου εφαρμόζεται το κοινοδίκαιο είτε σαν αποτέλεσμα εξέλιξης της νομολογίας είτε με νομοθετική παρέμβαση δεν μπορεί να οδηγήσει στην παρέκκλιση από ρητή νομοθετική πρόνοια, η οποία εξακολουθεί να είναι σε ισχύ στην Κύπρο. Η αγόρευση του συνηγόρου για την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση Ο συνήγορος για την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση στην δική του αγόρευση, επανέλαβε και ανέλυσε όλους του λόγους ένστασης όπως προαναφέρθηκαν στις πιο πάνω ειδοποιήσεις ένστασης. Ειδικότερα ως προς το πρόωρο της αίτησης, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι όπως είναι νομολογημένο, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς, προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση και πιο συγκεκριμένα από το κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαίτησης. Ο συνήγορος με παραπομπή στην υπόθεση Μουρτζίνος v Global Cruise Ltd
(1992)1 (B) Α.Α.Δ 1160 ισχυρίστηκε ότι στο πρόωρο στάδιο που ευρίσκεται η παρούσα αγωγή χωρίς καταχωρημένη έκθεση απαίτησης δεν θα είναι ορθό για το Δικαστήριο να στηριχθεί στο λακωνικά περιορισμένο υλικό που περιέχει η γενική οπισθογράφηση, να το αναλύσει και να προβεί σε σχετικά ευρήματα. Αναφορικά με την Δ.27 Θ.3, ο συνήγορος ισχυρίστηκε με παραπομπή σε νομολογία ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις το Δικαστήριο θα αποδεχθεί αίτημα για διαγραφή δικογράφου και παραμερισμό αγωγής σε αυτό το πρώιμο στάδιο της υπόθεσης. Και για το πράξει αυτό, πρέπει να εξετάσει συγκεκριμένα το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης για να αποφανθεί κατά πόσο αυτά αναμφίβολα δεν περιέχουν βάση αγωγής και κατά πόσον η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Ο συνήγορος επανέλαβε την θέση του ότι και δυνάμει της Δ.27 Θ.3 το Δικαστήριο δεν μπορεί σε αυτό το πρόωρο στάδιο να εξετάσει το ερώτημα κατά πόσο η ενάγουσα έχει αγώγιμο δικαίωμα και νομιμοποιητική ικανότητα να προωθεί την παρούσα αγωγή. Αλλά ούτε και το ερώτημα κατά πόσον το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, ως και να διατάξει την συνοπτική απόρριψη της αγωγής, μπορεί να αποφασιστεί σε αυτό το στάδιο αφού για να μπορεί να προχωρήσει σε εξέταση αυτών των ζητημάτων, πρέπει να έχει ενώπιον του την έκθεση απαίτησης της ενάγουσας, κάτι που στην παρούσα περίπτωση δεν ισχύει. Οι συμφωνίες εκχώρησης είναι παραδεκτό κατά τον συνήγορο ότι προβλέπουν ρητά ότι διέπονται από το κυπριακό δίκαιο. Ως εκ τούτου εφαρμόζεται ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός Rome 1, σύμφωνα με το άρθρο 3 του οποίου, το εφαρμοστέο δίκαιο των εκχωρήσεων είναι το δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έγινε στην συνέχεια αναφορά από τον συνήγορο, σε συγκεκριμένα άρθρα του Κανονισμού Rome 1, τα οποία περιέχουν κάποιες περαιτέρω πρόνοιες που εφαρμόζονται σε περίπτωση που η υπό εξέταση σύμβαση σχετίζεται με εκχώρηση δικαιωμάτων και/ή απαιτήσεων και/ή συμβατική υποκατάσταση. Είναι επί του προκειμένου η θέση του συνηγόρου της ενάγουσας ότι το κατά πόσον το εφαρμοστέο δίκαιο επιτρέπει την εκχώρηση αγώγιμων δικαιωμάτων, δεν μπορεί να εξεταστεί και να αποφασισθεί σε αυτό το πρώιμο στάδιο της παρούσας υπόθεσης, αφού η ενάγουσα δεν έχει ακόμα καταχωρήσει την έκθεση απαίτησής της, δεν έχουν τεθεί οι δικογραφημένες θέσεις των διάδικων ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε το Δικαστήριο έχει ακούσει μαρτυρία επί των γεγονότων της υπόθεσης. Ανεξαρτήτως τούτου, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι κάτω από το Κυπριακό Δίκαιο δεν υπάρχει οποιαδήποτε νομοθεσία που να διέπει ρητά το θέμα των Συμβάσεων Εκχώρησης και τί απαιτείται για την σύναψη μιας τέτοιας Συμφωνίας. Ο συνήγορος αρνήθηκε στην συνέχεια ότι η παρούσα αγωγή στηρίζεται αποκλειστικά σε αστικά αδικήματα που ρυθμίζονται από το Κεφ. 148 και συγκεκριμένα αυτά της συνομωσίας, της απάτης και του δόλου. Υποστήριξε ότι στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα που καταχώρησε η ενάγουσα, απαριθμούνται ως βάσεις της παρούσας αγωγής - αλλά δεν έχουν ακόμα δικογραφηθεί πλήρως με την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης και άλλες αιτίες αγωγής όπως συνομωσία για καταδολίευση, αδικαιολόγητος πλουτισμός (unjust enrichment), παραβίαση εμπιστευτικής σχέσης (fiduciary relationship) και εμπιστευτικών καθηκόντων (fiduciary duties), παραβίαση σχέσης εντολοδόχου και αντιπροσώπου, δόλια υποβοήθηση (dishonest assistance), παραβίαση συμβατικών καθηκόντων κ.α. Υπάρχουν κατά τον συνήγορο βάσεις αγωγής δυνάμει του δικαίου της επιείκειας όπως ο αδικαιολόγητος πλουτισμός και το εξ επαγωγής καταπίστευμα. Επιπλέον, ξεκάθαρα, η παραβίαση συμβατικών καθηκόντων δεν συνιστά αστικό αδίκημα. Ήταν ακόμα η θέση του συνηγόρου ότι για τα αστικά αδικήματα που δεν αναφέρονται στο Κεφ. 148 και ισχύουν στην Κύπρο δυνάμει των αρχών του κοινοδικαίου δεν εφαρμόζεται το άρθρο 16 του Κεφ. 148, το οποίο απαγορεύει την εκχώρηση αγώγιμου δικαιώματος που πηγάζει από αστικό αδίκημα. Ο συνήγορος αναφέρθηκε στην συνέχεια, στους ισχυρισμούς των αιτητών ότι η συμφωνία εκχώρησης είναι παράνομη γιατί παραβιάζει τον κανόνα "champerty and maintenance", ο οποίος ως μέρος του κοινοδικαίου, αποτελεί στοιχείο της δημόσιας πολιτικής του Ιρλανδικού αλλά και του Κυπριακού δικαίου. Στην παρούσα υπόθεση, είναι η θέση τoυ συνηγόρου ότι οι επίδικες Συμφωνίες Εκχώρησης καλύπτονται κάτω από τις δύο εξαιρέσεις του πιο πάνω κανόνα που αναφέρονται στην υπόθεση Trendtex Trading Corporation and Another v Credit Suisse [1982] A.C. 679, ήτοι ότι
(1)η ενάγουσα έχει γνήσιο εμπορικό συμφέρον στο να αναλάβει την εκχώρηση, και
(2)επίσης η εκχώρηση που έλαβε χώρα με τις υπό εξέταση Συμφωνίες εκχώρησης, συμπεριλάμβανε εκχώρηση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας ή ενδιαφερόντων (property rights or interests) και η εκχώρηση των αγώγιμων δικαιωμάτων, ήταν παρεμπίπτουσα (incidental) αυτών των δικαιωμάτων. Ήταν ακόμα η θέση του συνηγόρου ότι η ενάγουσα έχει μεγάλη πιθανότητα να αποδείξει κατά την τελική ακρόαση της παρούσας υπόθεσης ότι οι επενδυτές κατά το χρόνο σύναψης των Συμφωνιών Εκχώρησης, είχαν ωφέλιμο συμφέρον (beneficial interest), το οποίο ήταν σε θέση να εκχωρήσουν και το οποίο όντως εκχώρησαν στην ενάγουσα. Ο συνήγορος αναφέρθηκε τέλος στην αιτούμενη θεραπεία της αίτησης ημ. 29.10.21 για τροποποίηση του προσωρινού διατάγματος ημ. 2.10.2020 που εκδόθηκε εναντίον της εναγόμενης 19, ώστε τα έγγραφα και πληροφορίες που θα αποκαλυφθούν να κατατεθούν σε σφραγισμένο και κλειστό φάκελο στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ο οποίος να ανοιχθεί και να κοινοποιηθεί στην ενάγουσα και τους Δικηγόρους της μετά την τελική εκδίκαση και έκδοση απόφασης στα πλαίσια της ενδιάμεσης αίτησης ημερ. 30.9.2020 για ενδιάμεσα διατάγματα και όπως απαγορευθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο και ειδικά την ενάγουσα και τους δικηγόρους της από το να έχουν πρόσβαση στον εν λόγω φάκελο. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η έκδοση των εν λόγω αιτημάτων δεν δικαιολογείται αφού δεν πληρείται καμία προϋπόθεση για την έγκριση τους. Συγκεκριμένα οι αιτητές δεν έχουν αποδείξει την ύπαρξη «εύλογης αιτίας» για να τροποποιηθεί το διάταγμα αποκάλυψης όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 32.2 του Νόμου 14/60. Επιπλέον ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η αίτηση έχει ως πρωταρχικό σκοπό την καθυστέρηση της αποκάλυψης των διαταχθέντων εγγράφων και πληροφοριών από την εναγόμενη 19 και τον αποκλεισμό της ενάγουσας από το να χρησιμοποιήσει τα εν λόγω έγγραφα και πληροφορίες στα πλαίσια της ακρόασης της ενδιάμεσης αίτησης της ημερ. 30.9.2020 για ενδιάμεσα διατάγματα ως και για να μπορέσει η ενάγουσα να δικογραφήσει την έκθεση απαίτησης της και να ταυτοποιήσει (to trace) άλλους αδικοπραγήσαντες και άλλες αδικοπραγίες και για να μπορέσει να ιχνηλατήσει και να εντοπίσει τα έσοδα των αδικοπραγιών που διαπράχθηκαν εις βάρος των Ιρλανδών επενδυτών. Ο συνήγορος δέχθηκε ότι η ενάγουσα συγκατατέθηκε στην προσωρινή τροποποίηση του ενδιάμεσου διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης παραμερισμού. Αυτό όμως έγινε κατά τον συνήγορο για σκοπούς αποφυγής πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην δικαστική διαδικασία της παρούσας υπόθεσης. Νομική πτυχή Η διαταγή για επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό, εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση του ενάγοντα. Διαφυλάσσεται όμως στον εναγόμενο το δικαίωμα να ακουστεί, χάριν της φυσικής δικαιοσύνης και να ζητήσει τον παραμερισμό του διατάγματος (βλ. S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 ΑΑΔ 762). Στα πλαίσια του αιτήματος για παραμερισμό του διατάγματος, μπορεί να αμφισβητηθούν τόσο τα γεγονότα που το στοιχειοθετούν όσο και η δικαιοδοτική του βάση. Το δικαίωμα κατοχυρώνεται από την Δ.16 Θ.9, η οποία έχει ως εξής:
  1. A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service. Η πιο πάνω διάταξη αντιστοιχεί στην Order 12 Rule 30 των παλαιών αγγλικών θεσμών και ως εκ τούτου η αγγλική νομολογία επί του θέματος είναι καθοδηγητική. Μελετώντας προσεχτικά τις πρόνοιες της προαναφερόμενης διάταξης και αντλώντας καθοδήγηση από σχετική νομολογία, διαπιστώνω ότι το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσεγγιστεί από τον εναγόμενο με τους εξής τρείς τρόπους:
  2. Χωρίς καν να εμφανισθεί δηλαδή πριν να καταχωρήσει κανονική και χωρίς όρους εμφάνιση (unconditional appearance), δικαιούται να αιτηθεί από το Δικαστήριο με αίτηση δια κλήσεως, τον παραμερισμό της επίδοσης σε αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση. Αυτή είναι και η έννοια της φράσης «without obtaining an order to enter or entering unconditional appearance».
  3. Να καταχωρήσει χωρίς άδεια του Δικαστηρίου εμφάνιση υπό αίρεση ή υπό διαμαρτυρία και είτε ταυτόχρονα είτε το ταχύτερο δυνατό και προτού προβεί σε οποιοδήποτε νέο δικονομικό ή άλλο διάβημα στη διαδικασία (fresh step in the action), να καταχωρήσει αίτηση δια κλήσεως για παραμερισμό της επίδοσης σ' αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση.
  4. Εναλλακτικά, η διαμαρτυρία του εναγομένου ως προς το κλητήριο ένταλμα που καταχωρείται εναντίον του, μπορεί να εκδηλωθεί κατόπιν εξασφάλισης άδειας του Δικαστηρίου μέσω σχετικής μονομερούς αίτησης για εμφάνιση υπό αίρεση με την ταυτόχρονη λήψη οδηγιών από το Δικαστήριο για καταχώρηση αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος εντός τακτού χρονικού διαστήματος. Νοείται ότι οποιαδήποτε ενέργεια επιλεγεί, αυτή θα πρέπει να εκδηλωθεί προτού καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης άνευ όρων. Η φράση «before appearing» σημαίνει τον χρόνο πριν την καταχώρηση ανεπιφύλακτης και χωρίς όρους εμφάνισης (unconditional appearance), η οποία στην ουσία αποτελεί αποποίηση του δικαιώματος του εναγομένου να αμφισβητήσει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αυτόν. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το The Annual Practice 1958, στην σελίδα 197: «Before appearing. - This means before entering an unconditional appearance. After unconditional appearance it is too late to object to any irregularity in the service or issue of the writ of which the defendant had knowledge, for appearance is a fresh step within O.70 r.
  5. » Αναφορικά με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για επίδοση στο εξωτερικό, στην Δ.6 Θ.1 καθορίζονται οι κατηγορίες υποθέσεων για τις οποίες παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την επίδοση κλητηρίου ή ειδοποίησης κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Επιπλέον στην Δ.6 Θ.4, αναφέρεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία με ένορκη δήλωση που να το ικανοποιεί ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima facie good cause of action) και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη (proper) για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η Δ.6 Θ.4 έχει ως ακολούθως:
  6. Every application for leave to serve a writ of summons or notice thereof on a defendant out of Cyprus shall be supported by affidavit or other evidence satisfying the Court or Judge that the plaintiff has prima facie a good cause of action and showing in what place or country such defendant is or probably may be found, and whether such defendant is a British subject or not, and the grounds upon which the application is made; and no such leave shall be granted unless it shall be made sufficiently to appear to the Court or Judge that the case is a proper one for service out of Cyprus under this Order. Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι οι διατάξεις της Δ.6 Θ.1 δεν αφορούν μόνο την επίδοση αλλά σχετίζονται και με την επέκταση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε πρόσωπα που κατοικούν στο εξωτερικό με την έννοια ότι είναι αναγκαίο να αποδειχθεί καλή αιτία αγωγής. Στην υπόθεση Amathus Ltd n Concord Liners κα
(1993)1 Α.Α.Δ 1030, λέχθηκε ότι η πίστη αφ' εαυτής για ύπαρξη καλής υπόθεσης από τον ομνύοντα δεν αρκεί. Επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση της με μαρτυρία. Από την άλλη, το Δικαστήριο στην εξέταση αιτήματος για επίδοση κλητηρίου στο εξωτερικό δεν αποφασίζει την ουσία της αγωγής και κατά πόσον ο ενάγων δικαιούται στις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες. Η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση, του κατά πόσον αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση όπως προκύπτει από την μαρτυρία που προσκομίζεται στις ένορκες δηλώσεις. Σχετική είναι και η υπόθεση Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v Fiat Auto Spa
(2000)1Α Α.Α.Δ 447, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η ύπαρξη των προϋποθέσεων για την χορήγηση αδείας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν» Στην υπόθεση GCC Computers Ltd ν. Penril Datacom Ltd
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1584, λέχθηκε ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, το έχει ο ενάγοντας καθ' όλη την διάρκεια της διαδικασίας ακύρωσης της επίδοσης. Επαναλήφθηκε επίσης ότι η ορθή νομική θέση είναι ότι σε αιτήσεις τέτοιου είδους, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει κατά πόσο ο ενάγων θα πετύχαινε στην αγωγή του, αλλά περιορίζεται ουσιαστικά στην ανεύρεση μιας εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, με βάση πάντοτε τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Επιπλέον σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει αποδειχθεί καλή και συζητήσιμη υπόθεση που εμπίπτει στα πλαίσια μιας από τις υποπαραγράφους της Δ.6 Θ.1 τότε θα αποφανθεί ότι καλώς εκδόθηκε το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αν όμως από την άλλη αυτά τα στοιχεία αποδεικνύονται τελικώς αβάσιμα, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να ακυρώσει το διάταγμα επίδοσης. Σχετική είναι και η υπόθεση Her Brit. Maj. Secr. of State for Def. ν. A. P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1Β Α.Α.Δ 995,1003, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: « Χρειάζεται πάντως εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος: βλ. Hentelryck v. William Lyall Shipbuilding Co Ltd [1921] 1 A.C. 698, στη σελ. 701. Και μάλιστα με πληρότητα. Όπως επεσήμανε ο Ιωσηφίδης, Δ. στη George D. Counnas and Sons Ltd ν. Zim Israel Navigation Co. Ltd and Another
(1963)2 C.L.R. 266,268: "the plaintiff has to state in the affidavit or affidavits in support of his application the entire set of facts founding the enforceable right". Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας. Έγινε επίσης παραπομπή στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Sekavin S.A. ν. Ship «Platon Ch
(1981)1 C.L.R. 297, 300. « . . . the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie or arguable case in order for the Court to exercise its discretion in favor of the proponent of service outside jurisdiction. » Τέλος, έχει νομολογηθεί ότι η αίτηση για παραμερισμό της σφράγισης και της επίδοσης του κλητηρίου, θα πρέπει να καταχωρείται στα πλαίσια της αγωγής. Με την πιο πάνω διαδικασία κατ' ουσίαν, είναι η τύχη της αγωγής που κρίνεται και ως εκ τούτου, η σχετική αίτηση πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο της (βλ. El Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 Α.Α.Δ. 836). Στην ίδια υπόθεση El Sayegh (ανωτέρω), παραμερίστηκε η σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας λόγω μη αποκάλυψης από τον ενάγοντα, ουσιαστικών στοιχείων που αφορούσαν το αγώγιμο του δικαίωμα και ιδιαίτερα, δεν αποκάλυψε ρήτρα διαιτησίας στην σύμβαση των διαδίκων. Κρίθηκε ότι με τον τρόπο αυτό, παραπλανήθηκε το Δικαστήριο ως προς την ύπαρξη ξένης δικαιοδοσίας με αποτέλεσμα να δικαιολογείται ο παραμερισμός της σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου στο εξωτερικό. Αναφέρθηκε επίσης ότι η υποχρέωση αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων από τον ενάγοντα, ισχύει και στις μονομερείς αιτήσεις για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος όπως ακριβώς ισχύει στις περιπτώσεις ενδιάμεσων ασφαλιστικών διαταγμάτων. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση El Sayegh (ανωτέρω): « Εν τέλει το δικαστήριο κατέληξε, στην αίτηση διά κλήσεως, ότι δεν υπήρξε από τον εφεσείοντα πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη στοιχείων όταν αποτάθηκε για άδεια σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με καθιερωμένες αρχές, αυτό καθιστούσε τη διαδικασία μεμπτή και δικαιολογούσε τον παραμερισμό ή ακύρωση του αποτελέσματος. Το δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς στη νομολογία. Οι αρχές αυτές συζητήθηκαν και εντελώς πρόσφατα και αποσαφηνίστηκαν από την Ολομέλεια στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd και Άλλου
(1996)1 A.A.Δ. 597, με την οποία συμφωνούμε. Επισημαίνουμε ότι και για περιπτώσεις αυτής της φύσης ισχύει το ίδιο όπως και για περιπτώσεις έκδοσης ασφαλιστικών διαταγμάτων» Σχετική είναι και η υπόθεση The Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) BV κα
(1990)1 Α.Α.Δ 219. Λέχθηκε ότι η αρχή που επιτάσσει την παράθεση ουσιαστικών περιστατικών, έχει ευρύτερη εφαρμογή και καλύπτει όλες τις αιτήσεις χωρίς κοινοποίηση στον αντίδικο. Παρότι στην υπόθεση αυτή λέχθηκε ότι τουλάχιστον στις αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, είναι απαραίτητο να αποδεικνύεται πρόθεση εξαπάτησης, μεταγενέστερη νομολογία καθιέρωσε την αρχή ότι η πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση ακύρωσης του διατάγματος. Ότι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής (βλ. μεταξύ άλλων Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 & Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd ν. Fiat Auto s.p.a.
(2000)1 Α.Α.Δ. 447). Η γενικότερη νομολογιακή αρχή όπως προκύπτει από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθορίζει ότι η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως. Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Οι δύο υπό κρίση αιτήσεις στηρίζονται επίσης και στην Δ.27. Θ.3 η οποία δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή αν διαπιστώσει ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής ως είναι και το αίτημα των αιτητών στην παρούσα υπόθεση. Η Δ.27 Θ.3 έχει ως εξής: ORDER.27: POINTS OF LAW RAISED BY PLEADINGS.
(1)............................
(2)............................
(3)The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defense being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious the court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.
(4)............................ Η πιο πάνω δικονομική διάταξη είναι πανομοιότυπη με την Δ.25 Θ.4 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών με αποτέλεσμα η Αγγλική Νομολογία να είναι καθοδηγητική επί του θέματος. Τόσο η Αγγλική όσον και η Κυπριακή Νομολογία καταδεικνύουν ότι η διαγραφή αγωγής δυνάμει της Δ.27 Θ.3 θα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Πρόσθετα, στην Κύπρο η θεραπεία αυτή θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του Άρθρου 30 του Συντάγματος που καθιερώνει το δικαίωμα κάθε διαδίκου να προσφεύγει στο Δικαστήριο και να προβάλλει τις θέσεις του. Σχετική είναι η υπόθεση Ιn Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 AAΔ 246, 255 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: « Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφ' όσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1. του Συντάγματος.» Στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316, επιβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή. Παρατέθηκε επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από την Αγγλική υπόθεση Pearce ν Ove Arup Partnership Ltd and others
(1999)1 ALL E.R. 769, 782: «The jurisdiction to strike out an action as an abuse ought to be very sparingly exercised (see e.g. Lawrence v. Lord Norreys
(1980)15 App Cas. 210 at 214, (1886 - 90) All ER 858 at 863) and should not be extended to become a trial of contentions matters on affidavit (see Wenlock v. Moloney
(1965)2 All E.R. 871,
(1965)2 WLR 1238).» Αλλά ακόμη και όπου η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα λόγω παράλειψης αναφοράς σε ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν απορρίπτει χωρίς άλλο την αγωγή αλλά μπορεί να δώσει άδεια τροποποίησης του δικογράφου. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το Annual Practice
(1958)στην σελ. 575: «And where the statement of claim in its present form discloses no cause of action because some material averment has been omitted, the court, while striking out the pleading, will not dismiss the action, but give the plaintiff leave to amend.» Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 575, αναφέρεται ότι η αγωγή δεν διαγράφεται όπου αποκαλύπτεται κάποια αιτία αγωγής όσο αδύνατη και αν είναι η υπόθεση του ενάγοντα. Ακόμα και στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής δεν παρέχεται ευχέρεια για διαγραφή της αν με την έκθεση απαίτησης προβάλλεται οιονδήποτε ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Αντίθετα, ξεκάθαρες περιπτώσεις διαγραφής αγωγής δυνάμει της Δ.27 Θ.3 μπορούν να αποτελέσουν απαιτήσεις όπου το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να διατάξει την αιτούμενη θεραπεία ή όπου αυτές αποτελούν δεδικασμένο (βλ. Annual Practice
(1958)στην σελ. 575). Χρήσιμο, επίσης, θα ήταν να παρατεθεί από την αγγλική απόφαση Buttes Gas & Oil Co v. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, το εξής απόσπασμα στη σελίδα 439: «Now, as Lord Denning M.R. has already pointed out, this is a striking out application and in relation to any striking out application two things at least are clear. First, in considering any application to strike out, the Court will not go outside the pleadings themselves. Secondly the Court will only exercise their undoubted right to strike out all or part of the pleadings in a very clear case.» Στην υπόθεση Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 A.A.Δ. 1119, στη σελ.1121 αναφέρονται συγκεκριμένα τα εξής ως προς την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.27 Θ.3: «Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο, στην περίπτωση αυτή, το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246). Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. Βλ. Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as executor of the will of the deceased Spyros Michaelides
(1965)1 C.L.R. 176, Michael Papamichael v. Clitos Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305» Σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση) στη σελίδα 144, στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον αποκαλύπτεται βάσιμη αιτία αγωγής με κάποια πιθανότητα επιτυχίας στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Το ερώτημα δεν θα πρέπει να είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής, αλλά εάν αποκαλύπτεται μία εύλογη αιτία αγωγής. Προκύπτει, επίσης, από το εν λόγω σύγγραμμα ότι εάν αποκαλύπτεται κάποια αιτία αγωγής ή κάποιο ερώτημα, είτε αυτό αφορά γεγονότα είτε το νόμο, το οποίο πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο, το γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη ή χωρίς πιθανότητες επιτυχίας, δεν είναι λόγος για διαγραφή της αγωγής. Οι προϋποθέσεις που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην έκδοση του δραστικού μέτρου απόρριψης αγωγής, συνοψίστηκαν στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά ν. Εθνικής Τράπεζας (ανωτέρω) ως ακολούθως: « Προκύπτει από την εξέταση της Νομολογίας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη Αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι: · Πράγματι το δικόγραφο του Ενάγοντα δεν περιέχει έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία Αγωγής, και · Η Αγωγή δεν μπορεί να δικασθεί ύστερα από τροποποίηση που μπορεί νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα ήταν κενό γράμμα το Συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο Δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά.» Ως προς το τι συνιστά 'εύλογη αιτία αγωγής' σχετική είναι η υπόθεση Drummond - Jackson -v- British Medical Association and Others [1970] 1 All E.R. 1094,1101 όπου λέχθηκε ότι εύλογη αιτία αγωγής σημαίνει αιτία αγωγής με κάποια προοπτική επιτυχίας, λαμβανομένων υπ' όψιν αποκλειστικά και μόνον των ισχυρισμών στο δικόγραφο. Εάν η εξέταση των ισχυρισμών αυτών δείχνει ότι η αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, το δικόγραφο πρέπει να διαγραφεί. Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει, είναι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας για πρόωρη καταχώρηση της αίτησης δεδομένου ότι ακόμη δεν έχει καταχωρηθεί η έκθεση απαίτησης. Είναι νομολογημένο ότι η βάση αγωγής και κατά συνέπεια η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου για εκδίκαση της υπόθεσης, καθορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την έκθεση απαίτησης. Σχετική είναι η υπόθεση Sevegep Ltd, v. United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729 όπου τονίστηκε ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας, είναι η έκθεση απαίτησης. Στην υπόθεση, Μούρτζινος v. Global Cruises SA.
(1992)1(Β) A.A.Δ. 1160, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ως λανθασμένο τον χειρισμό του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει το θέμα της δικαιοδοσίας με βάση μόνο τη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος ενώ η έκθεση απαίτησης δεν είχε ακόμη καταχωριστεί. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η γενική οπισθογράφηση περιείχε περιορισμένο υλικό που καθιστούσε την εξέταση του ζητήματος σε εκείνο το στάδιο πρόωρη. Τονίστηκε ότι είναι ανάλογα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης που είτε οι εναγόμενοι είτε το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα, θα κρίνουν κατά πόσο δημιουργείται ζήτημα ως προς τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Εντούτοις προκύπτει από μεταγενέστερη νομολογία ότι το Δικαστήριο έχει την δυνατότητα να εξετάσει το ζήτημα της δικαιοδοσίας και πριν την καταχώρηση έκθεσης απαίτησης, σε περιπτώσεις που υπάρχει ενώπιον του επαρκές υλικό για τα γεγονότα της υπόθεσης, είτε από την γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου είτε από ένορκες δηλώσεις ενδιάμεσων αιτήσεων του ενάγοντα. Σχετική είναι η υπόθεση Powertools Electro Srl ν. Black & Decker (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε.
(2013)1 ΑΑΔ 2182 όπου σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο, παρότι δεν είχε ακόμη καταχωριστεί έκθεση απαιτήσεως, τα γεγονότα της υπόθεσης θεμελιώνονταν από την ένορκη δήλωση που συνόδευε τη Γενική Αίτηση για σφράγιση του κλητηρίου αλλά και στην ένορκη δήλωση της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αναδρομή δε στις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις, κατεδείκνυε την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση. Σχετική είναι και η παλαιότερη υπόθεση Kyriacos Theofanous ν. Artemis Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203, στην οπoία παραπέμπει η υπόθεση Sevegep (ανωτέρω) όπου τονίστηκε ότι αν όλα τα σχετικά γεγονό­τα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν υφίσταται κώ­λυμα στη διερεύνηση της δικαιοδοσίας του. Ομοίως στην παρούσα περίπτωση, από το κλητήριο αλλά κυρίως από τις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν τις αιτήσεις για προσωρινό διάταγμα και για επίδοση στην αλλοδαπή, παρέχονται επαρκείς λεπτομέρειες ως προς τις βάσεις αγωγής αλλά και την εκδοχή της ενάγουσας για τα γεγονότα της υπόθεσης. Στο πιο πάνω υλικό, η ενάγουσα παρουσιάζει με λεπτομέρεια τις κατ' ισχυρισμόν ενέργειες των εναγομένων που κατά τους ισχυρισμούς της, συνιστούν αδικοπραξίες που είχαν ζημιογόνο αποτέλεσμα στους Ιρλανδούς επενδυτές, σε βαθμό που είναι ασφαλές για το Δικαστήριο να εξετάσει στο παρόν στάδιο το ζήτημα της δικαιοδοσίας. Οι ίδιοι ισχυρισμοί επαναλαμβάνονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τος ενστάσεις της ενάγουσας στις παρούσες αιτήσεις. Δεν ευσταθεί ως εκ τούτου η θέση της ανάγουσας ότι η αίτηση είναι πρόωρη και θα πρέπει να απορριφθεί για μόνο τον λόγο ότι δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί η έκθεση απαίτησης. Τούτου λεχθέντος θα προχωρήσω στην συνέχεια, στην εξέταση του κατά πόσον καταδεικνύεται από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπό κρίση αγωγή. Δεν αμφισβητείται ότι οι κύριες βάσεις αγωγής της ενάγουσας αποτελούνται από ισχυρισμούς που συνιστούν αστικά αδικήματα, αδικοπραξίες ή οιονεί αδικοπραξίες (tort, delict or quasi delict) με την έννοια που αποδίδεται στον όρο από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1215/12, στο Κεφ. 148 αλλά και στις αρχές του κοινοδικαίου. Ο συνήγορος της ενάγουσας ισχυρίστηκε ότι πέραν των πιο πάνω, προβάλλονται και άλλες βάσεις αγωγής, όπως εξ επαγωγής καταπίστευμα, παραβίαση συμβατικών καθηκόντων και αδικαιολόγητος πλουτισμός. Όσον αφορά τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, σύμφωνα με την νομολογία δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής αλλά εντάσσεται στις θεραπείες που δημιουργήθηκαν από το δίκαιο της επιείκειας για να συμπληρώσουν τις ατέλειες και ελλείψεις του κοινοδικαίου (βλ. Minerva Finance Investment Ltd v. Γεώργιου Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173). Επιπλέον, από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου δεν προκύπτουν ισχυρισμοί για δημιουργία εξ' επαγωγής καταπιστεύματος ή παραβίασης συμβατικών καθηκόντων. Είναι γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση της αίτησης για προσωρινά διατάγματα γίνεται αναφορά σε βάσεις αγωγής για καταπίστευμα. Όμως η αναφορά αυτή δεν προκύπτει από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου, με τις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις. Ειδικά δεν προκύπτει ισχυρισμός για δημιουργία εξ' επαγωγής καταπιστεύματος υπέρ των επενδυτών. Επιπλέον, στην παρ. Θ του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου επιζητείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι ότι εναγόμενοι 1-3 και/ή οι εναγόμενοι 4-10 και/ή οι εναγόμενοι 16-18, κατέχουν το ποσό των €7,488,285.00 ως ξένοι προς το καταπίστευμα (strangers to the trust) και/ή ως καταπιστευματοδόχοι (trustees) και/ή ως εξ' επαγωγής καταπιστευματοδόχοι (constructive trustees) της ενάγουσας και/ή των επενδυτών. Ακόμα όμως και σε αυτήν την περίπτωση, προκύπτει ως θέση της ενάγουσας ότι η κατοχή του πιο πάνω ποσού είναι αποτέλεσμα της διάπραξης αστικών αδικημάτων από πλευράς εναγομένων εις βάρος των επενδυτών. Οι μόνες αναφορές στα γεγονότα που προβάλει η ενάγουσα για καταπίστευμα, εντοπίζονται σε ισχυρισμούς ότι οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 χρησιμοποιούν νομικά πρόσωπα και καταπιστεύματα σε υπεράκτιες δικαιοδοσίες όπως οι Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι, όπου δεν υπάρχει επαρκής ρύθμιση και όπου το απόρρητο είναι καλά εξασφαλισμένο, και χρησιμοποιούν επίσης αντιπρόσωπους ή καταπιστευματοδόχους για να κατέχουν τα περιουσιακά στοιχεία που απέσπασαν από τους επενδυτές. Ειδικά στην παράγραφο 10.16 της ένορκης δήλωσης της αίτησης για προσωρινά διατάγματα, αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι έχουν λάβει μέτρα για να αποκρύψουν τα κλεμμένα περιουσιακά στοιχεία μέσω της χρήσης αντιπροσώπων, υπεράκτιων εταιρειών και καταπιστευμάτων που έχουν συσταθεί σε δικαιοδοσίες όπως τα BVI και η Κύπρος. Γίνεται επιπλέον εκτενής αναφορά σε «ισχυριζόμενες συμφωνίες καταπιστεύματος», τις οποίες οι εναγόμενοι χρησιμοποίησαν προκειμένου να εξαπατήσουν τους επενδυτές. Αυτοί όμως οι ισχυρισμοί δεν στοιχειοθετούν την δημιουργία εξ' απαγωγής εμπιστεύματος υπέρ των επενδυτών για να δικαιολογείται η θέση για δημιουργία τέτοιας βάσης αγωγής. Αλλά ούτε αναφορικά με την παράβαση σύμβασης, προκύπτει από τις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις, ισχυρισμός για παραβίαση σύμβασης από τους εναγομένους. Η ουσιαστική θέση της ενάγουσας ως προς τα γεγονότα όπως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ότι οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 συνωμότησαν και πέτυχαν να υλοποιήσουν το σχέδιο τους να καταδολιεύσουν τους Ιρλανδούς επενδυτές, με την παράνομη πώληση του εμπορικού κέντρου. Τα παράνομα έσοδα από την πώληση του εμπορικού κέντρου, διοχετεύτηκαν δολίως (money laundered) μέσω διαφόρων εταιρειών των εναγόμενων 1, 2 και 3, συμπεριλαμβανομένου και κυπριακών εταιρειών και μεγάλο μέρος τους, μεταφέρθηκε στην Ιρλανδία και συγκεκριμένα στις εναγόμενες 16 και 17. Γεγονός παραμένει ότι η ενάγουσα παρουσιάζει με λεπτομέρεια στο υλικό που κατέθεσε στο Δικαστήριο, τις κατ' ισχυρισμόν ενέργειες των εναγομένων που κατά την ίδια, είχαν ζημιογόνο αποτέλεσμα στους Ιρλανδούς επενδυτές, και οι οποίες δεν συνιστούν τίποτε άλλο από ισχυρισμούς για την διάπραξη αστικών αδικημάτων. Σύμφωνα δε με τη νομολογία, το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με το χαρακτηρισμό που του αποδίδεται από τους διαδίκους (βλ. Χρυσάνθου ν. Παγκρατίου
(1998)1 Α.Α.Δ.675, 681). Ως αποτέλεσμα, είναι αρκετά σαφές από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα στηρίζει την αγωγή της αποκλειστικά σε ισχυρισμούς για ενέργειες των εναγομένων, που συνιστούν αστικά αδικήματα. Δεν εντοπίζονται άλλες βάσεις αγωγής σε αυτά τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που επικαλείται η ενάγουσα παρά το ότι αόριστα αναφέρεται στο κλητήριο ένταλμα και στην ένορκη δήλωση της αίτησης για προσωρινά διατάγματα ότι προκύπτουν στην παρούσα και αγώγιμα δικαιώματα από εμπίστευμα και παράβαση σύμβασης. Ενόψει τούτου θα προχωρήσω στην συνέχεια στην εξέταση του κατά πόσον η επίδικη συμφωνία εκχώρησης συνάδει με το Κυπριακό Δίκαιο. Σημειώνεται όπως είναι κοινά παραδεκτό και όπως αναφέρεται και στο άρθρο 12 της εν λόγω συμφωνίας εκχώρησης (τεκμ. 3 στην Ε.Δ για προσωρινά διατάγματα), ότι αυτή διέπεται από το Κυπριακό Δίκαιο. Υπό τας περιστάσεις δεν ήταν βοηθητικές οι γνωματεύσεις από Ιρλανδούς Δικηγόρους ως προς την εγκυρότητα της εκχώρησης με βάση το Ιρλανδικό δίκαιο. Το Ιρλανδικό δίκαιο δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, όση συγγένεια και να έχει με το Κυπριακό Δίκαιο, δυνάμει των αρχών του κοινοδικαίου που και τα δύο δίκαια ακολουθούν. Είναι επίσης παραδεκτό ότι το κυπριακό δίκαιο μέσω του άρθρου 16 του Κεφ. 148, απαγορεύει ρητά την εκχώρηση αγώγιμων δικαιωμάτων που πηγάζουν από αστικά αδικήματα. Το άρθρο 16 του Κεφ. 148 έχει ως εξής: Ευθύνη ή δικαίωμα σε σχέση µε αστικό αδίκημα δεν εκχωρείται 16. Το δικαίωμα οποιασδήποτε θεραπείας για αστικό αδίκημα και οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση µε αυτό δεν εκχωρούνται διαφορετικά παρά µόνο από το νόμο. Η θέση του συνηγόρου της ενάγουσας επί του θέματος, είναι ότι αυτή η απαγόρευση περιορίζεται στα αστικά αδικήματα που αναφέρονται στο Κεφ. 148 και όχι σε αυτά που πηγάζουν από το κοινοδίκαιο, τα οποία επίσης αναγνωρίζουν τα Δικαστήρια μας. Ο συνήγορος για τους εναγομένους 1, 2, 6, 7, 16, 17, 18 & 19 - αιτητές, απάντησε ότι ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, ισχύει ο κανόνας του κοινοδικαίου "champerty and maintenance", ο οποίος επίσης απαγορεύει την εκχώρηση αγώγιμων δικαιωμάτων σε αστικά αδικήματα. Ο συνήγορος της ενάγουσας αντιτείνει ότι δυνάμει των αρχών του κοινοδικαίου που ισχύουν στην Κύπρο, εφαρμόζονται στα γεγονότα της παρούσας, οι δύο εξαιρέσεις του κανόνα "champerty and maintenance", δυνάμει της αγγλικής απόφασης Trendtex (ανωτέρω). Το πρώτο στοιχείο που πρέπει να τονιστεί είναι το Κεφ. 148, κωδικοποιεί σε μεγάλο βαθμό τις αρχές του αγγλικού κοινοδικαίου σχετικά με το δίκαιο των αστικών αδικημάτων. Επιπλέον δυνάμει του άρθρου 2 του Κεφ.148, ο υπό κρίση νόμος για τα αστικά αδικήματα στην Κύπρο, θα ερμηνεύεται σύμφωνα με τις νομικές αρχές που επικρατούν στην Αγγλία, οι εκφράσεις δε που χρησιμοποιούνται θα θεωρούνται κατά τεκμήριο ότι χρησιμοποιούνται με την έννοια που απέδωσε σ' αυτές το αγγλικό δίκαιο. Να σημειωθεί επίσης ότι σύμφωνα το άρθρο 29.1 (γ) του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), οι αρχές του κοινοδικαίου έχουν γενική εφαρμογή στην Κύπρο εκτός όπου γίνεται ειδική νομοθετική πρόνοια περί του αντιθέτου. Το άρθρο 3 του Κεφ. 148 αναφέρεται σε συγκεκριμένα αστικά αδικήματα, καθορίζοντας μάλιστα ότι αυτά θα πρέπει να διαπραχθούν εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εντούτοις όπως έχει νομολογηθεί, η κωδικοποίηση του κοινοδικαίου για τα αστικά αδικήματα στο Κεφ. 148, δεν είναι εξαντλητική και ως εκ τούτου τα Δικαστήρια μας μπορούν να καταφεύγουν σε αγγλική νομολογία για περαιτέρω καθοδήγηση. Με αυτή την έννοια, έχουν αναγνωριστεί από τα Δικαστήρια μας αστικά αδικήματα που δεν αναφέρονται στο Κεφ. 148 αλλά αναγνωρίζονται από το κοινοδίκαιο όπως πχ το αδίκημα της παράβασης θέσμιου καθήκοντος. Η νομολογία δε του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποδεχόμενη ως πηγή δικαίου των αστικών αδικημάτων στην Κύπρο το κοινοδίκαιο, διεύρυνε στην ουσία τις προϋποθέσεις άσκησης αγωγής, πέραν αυτών που καθορίζει το άρθρο 3 του Κεφ. 148 (βλ. μεταξύ άλλων Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 CLR 50 και Μιχαήλ Κουππαρή ν. Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης
(1997)1 Α.Α.Δ 1780). Και αυτό σχετίζεται τόσο με τα αστικά αδικήματα που δεν αναφέρονται στο Κεφ. 148 τόσο και με το τον τόπο διάπραξη τους (βλ. Jupiter Electrical (overseas) Ltd v. Savvas Costa Christides
(1975)1 CLR 144. Θα πρέπει όμως παράλληλα να τονιστεί ότι παρά την εξάρτηση του κυπριακού δικαίου των αστικών αδικημάτων με το αγγλικό κοινοδίκαιο και την αναγνώριση αστικών αδικημάτων πέραν του Κεφ. 148, η πρόθεση του Κύπριου νομοθέτη εφόσον εκφράζεται ρητά στον Νόμο, στην περίπτωση μας στο Κεφ.148, υπερισχύει των αρχών του κοινοδικαίου εκεί που εντοπίζεται σύγκρουση μεταξύ των δύο. Σχετική είναι η υπόθεση Κυριακίδη ν. Αριστείδου
(2000)1 Α.Α.Δ 349, η οποία αφορούσε την υπεράσπιση του προνομίου υπό όρους στο αστικό αδίκημα της δυσφήμισης. Διαπιστώθηκε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 21.1 (δ) του Κεφ. 148 δεν συμφωνούσαν απόλυτα με τις αρχές του κοινοδικαίου στο θέμα, παρότι η αγγλική νομολογία δεν ήταν απόλυτα σαφής στο ζήτημα αυτό. Κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να μην ακολουθήσει τις αρχές του κοινοδικαίου στο ζήτημα αυτό. Η υπεροχή της πρόθεσης του νομοθέτη έναντι των αρχών του κοινοδικαίου, τέθηκε ως ακολούθως στο παρακάτω απόσπασμα της απόφασης: «Το Κεφάλαιο 148, όπως έχει επανειλημμένα λεχθεί σε Κυπριακές αποφάσεις, αποτελεί κωδικοποίηση του Αγγλικού κοινού δικαίου. Η επιλογή όμως του νομοθέτη να κωδικοποιήσει το κοινό δίκαιο και να θεσμοθετήσει με νόμο τις προϋποθέσεις αστικής ευθύνης, καθιστά, κατά την εφαρμογή του Κεφαλαίου 148, πρώτιστο μέλημα των Δικαστηρίων τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της πρόθεσης του νομοθέτη.» Στην πιο πάνω υπόθεση, έγινε επιπλέον αναφορά στην παλαιότερη υπόθεση Hadji Theodossiou v. Koulia and Another
(1970)1 C.L.R. 310, 323 σε σχέση με το αστικό αδίκημα της αμέλειας, στην οποία λέχθηκε ότι τα Δικαστήρια θα πρέπει να ερμηνεύουν το Κεφ.148 όπως κάθε άλλο νομοθέτημα ώστε να εφαρμόζεται αποτελεσματικά η πρόθεση του κύπριου νομοθέτη και να προσαρμόζεται το δίκαιο στις ιδιαίτερες συνθήκες ζωής της χώρας μας. Όπως πολύ χαρακτηριστικά το έθεσε το Ανώτατο Δικαστήριο: « How similar statutory provisions are construed and applied in another jurisdiction, is extremely helpful to the Judge; but he must never lose sight of the fact that the statutory provisions which he is called upon to construe and apply were made by the country's legislator with the object and intention of serving the people of this country; and they must, therefore, be construed and applied accordingly.» Στην παρούσα υπόθεση, αρκετά από τα αστικά αδικήματα που επικαλείται η ενάγουσα δεν αναφέρονται στο Κεφ. 113. Εντούτοις, αναγνωρίζονται από τα Δικαστήρια μας ως μέρος του κοινοδικαίου. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον ισχύει και για αυτά ο περιορισμός του άρθρου 16 σε σχέση με την απαγόρευση εκχώρηση τους. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 16 του Κεφ. 148, τόσο το δικαίωμα θεραπείας, όσο και οιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με αυτό δεν εκχωρούνται παρά μόνο με νομοθετική ρύθμιση. Σύμφωνα με το σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου Αστικά Αδικήματα τομ. 1 στην σελ. 55, τέτοια εκχώρηση θα ήταν αντίθετη με την δημόσια πολιτική και θα ενθάρρυνε ανεπιθύμητη δραστηριότητα με σκοπό την κερδοσκοπία δια μέσου της δικαστικής διαδικασίας. Παραδείγματα νομοθετικών εξαιρέσεων είναι η μεταβίβαση δικαιώματος λόγω θανάτου καθώς και η αρχή της υποκατάστασης στο ασφαλιστικό δίκαιο (subrogation). Στην υπόθεση L.S.A. Packers & Forwarders Ltd ν. Φράγκου κ.α
(1999)1 Α.Α.Δ 392 λέχθηκε ότι η ερμηνεία ενός νόμου στοχεύει στην ανακάλυψη της πρόθεσης του Νομοθέτη. Αυτή η πρόθεση πρέπει να συνάγεται από το λεκτικό που έχει χρησιμοποιηθεί. Όταν το λεκτικό είναι απλό και επιδεκτικό μόνο μιας ερμηνείας δύσκολα μπορεί να εγερθεί θέμα ερμηνείας γιατί αυτό τούτο το λεκτικό, εκφράζει την πρόθεση του νομοθέτη. Τονίστηκε επίσης ότι η ερμηνεία του νόμου πρέπει να είναι εύλογη και τέτοια που να κάνει το νόμο λειτουργικό. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν ερμηνεύει το νόμο με τρόπο που να οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω νομολογία και την διατύπωση του άρθρου 16, κρίνω ότι η πρόθεση του νομοθέτη στο Κεφ.148, ήταν να συμπεριλάβει τις πρόνοιες του άρθρου 16 και τα αστικά αδικήματα που αναγνωρίζονται από το κοινοδίκαιο και δεν συμπεριλαμβάνονται στο Κεφ.
  1. Έχω την εντύπωση ότι αν ο νομοθέτης ήθελε να περιορίσει την απαγόρευση μόνο στα αστικά αδικήματα του Κεφ. 148 θα το καθόριζε ρητά. Στην προκειμένη περίπτωση, το άρθρο 16 όπως αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου Αστικά Αδικήματα, σκοπεύει να διασφαλίσει την δημόσια πολιτική και να αποθαρρύνει την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου δεν θα ήταν λογικό να εφαρμόζεται μόνο για μια μερίδα αστικών αδικημάτων αφού σε τέτοια περίπτωση θα εξουδετερωνόταν ο σκοπός του άρθρου. Είναι κατά την κρίση μου σαφής πρόθεση του νομοθέτη να συμπεριλάβει όλα τα αστικά αδικήματα στο άρθρο 16 ώστε να εξυπηρετείται με τον τρόπο αυτό ο σκοπός του άρθρου. Και η υπεροχή της πρόθεσης του νομοθέτη, η οποία είναι σαφής στην υπό κρίση περίπτωση δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι για όλα τα αστικά αδικήματα που συνιστούν τις αιτίες αγωγής στην παρούσα, εφαρμόζεται το άρθρο 16, ήτοι η απαγόρευση εκχώρησης του δικαιώματος αγωγής και αποζημίωσης εκτός όπου προβλέπεται νομοθετικά τέτοια εκχώρηση. Πρέπει εξάλλου να λεχθεί ότι και οι σχετικές αρχές του κοινοδικαίου δεν επιτρέπουν την εκχώρηση αγώγιμων δικαιωμάτων που πηγάζουν από αστικό αδίκημα όπως καθορίζεται στον κανόνα "champerty and maintenance", στον οποίο έκαναν αναφορά οι συνήγοροι και από τον οποίο σύμφωνα με την συνήγορο των εναγομένων 5 & 8, πιθανόν να έλκει την προέλευση του, το άρθρο
  2. Εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να γίνει συζήτηση για εφαρμογή στην παρούσα σύμφωνα με το αγγλικό κοινοδίκαιο, των εξαιρέσεων του πιο πάνω κανόνα που επικαλείται ο συνήγορος της ενάγουσας (βλ. Trendtex ανωτέρω). Αυτό γιατί στην Κύπρο, υπερισχύει το άρθρο 16 που αναγνωρίζει ρητά ως εξαίρεση στην απαγόρευση εκχώρησης, μόνο την νομοθετική ρύθμιση. Και από την στιγμή που υπάρχει η ρητή διάταξη του άρθρου 16 στο Κεφ. 148, αυτή υπερέχει και δεν μπορεί να παρακαμφθεί από τον πιο πάνω κανόνα και τις εξαιρέσεις του όπως καθορίζονται στο αγγλικό δίκαιο. Ως επακόλουθο, η υπό κρίση συμφωνία εκχώρησης των δικαιωμάτων των επενδυτών στην ενάγουσα είναι παράνομη με βάση το Κυπριακό δίκαιο με την έννοια ότι αντίκειται στο άρθρο 16 του Κεφ.
  3. Κατά συνέπεια, η ενάγουσα δεν έχει κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων στην παρούσα αγωγή. Αυτό γιατί τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ενάγουσα, συνιστούν βάσεις αγωγής για αστικά αδικήματα για τα οποία οι επενδυτές δεν νομιμοποιούνται να της εκχωρήσουν το αγώγιμο δικαίωμα τους. Τελική κατάληξη Για όλους τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, οι υπό κρίση αιτήσεις εγκρίνονται. Η αγωγή απορρίπτεται δυνάμει της Δ.27 Θ.3 λόγω του ότι η ενάγουσα δεν έχει καλή βάση αγωγής με την έννοια ότι δεν έχει κανένα νόμιμο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων, στην βάση των γεγονότων που επικαλείται και τα οποία συνιστούν αστικά αδικήματα, τα αγώγιμα δικαιώματα των οποίων ανήκουν σε τρίτα πρόσωπα και δεν επιτρέπεται να της εκχωρηθούν δυνάμει του άρθρου 16 του Κεφ.
  4. Για τους ιδίους λόγους το κλητήριο παραμερίζεται και η αγωγή απορρίπτεται λόγω του ότι δεν έχει αποδειχθεί καλή βάση αγωγής όπως απαιτείται από την Δ.6 Θ.
  5. Με την απόρριψη της αγωγής λόγω έλλειψης αγωγίμου δικαιώματος της ενάγουσας, συνεπακόλουθα ακυρώνονται όλες οι ενδιάμεσες διαδικασίες της αγωγής, συμπεριλαμβανομένης της ενδιάμεσης μονομερούς αίτησης της ενάγουσας ημ. 30.9.2020 ως και τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα ημερ. 2.10.
  6. Τα έξοδα της αίτησης παραμερισμού ημ. 29.10.21 επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1, 2, 6, 7, 16, 17, 18 & 19 - αιτητών και εναντίον της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση. Τα έξοδα της αίτησης παραμερισμού ημ. 20.11.2020 επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 5 & 8 - αιτητών και εναντίον της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση. Δεν επιδικάζονται τα έξοδα που προκύπτουν από την αίτηση για προσωρινά διατάγματα ημ.30.9.20 αφού η εκδίκαση της αίτησης αυτής δεν προχώρησε λόγω της εκκρεμοδικίας των υπό κρίση αιτήσεων. Τα υπόλοιπα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας. Όλα τα πιο πάνω έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.