← Κύπρος

Alpha Panareti Public Limited κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1702/21, 28/3/2022

Alpha Panareti Public Limited κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1702/21, 28/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A122 Αρ. Αγωγής: 1702/21 Μεταξύ:

  1. Alpha Panareti Public Limited,
  2. Alpha Panareti Golf Club Ltd
  3. Alfa Mediterranean Enterprises Ltd
  4. Demari Odusseus Ltd, Αρτέμιδος 2, 8041 Κάτω Πάφο
  5. Τhe Sunset Boulevard Tourist and Estate Company
  6. Ν & J Worldling Marketing Ltd
  7. Ioannou & Sizopoulos Ktimatiki Ltd
  8. Linard Enterprises Ltd,
  9. Alfred Butler Holdings Ltd, Αρτέμιδος 2, 8041 Κάτω Πάφος
  10. Lenolia Ltd, Αρτέμιδος 2, 8041 Κάτω Πάφο
  11. Gemella Ltd, Κύπρος Εναγόντων Και
  12. ALPHA BANK CYPRUS LTD,
  13. AGI-CYPRE PROPERTY 13 LIMITED
  14. AGI-CYPRE PROPERTY 14 LIMITED,
  15. AGI-CYPRE PROPERTY 15 LIMITED,
  16. AGI-CYPRE PROPERTY 16 LIMITED,
  17. AGI-CYPRE PROPERTY 17 LIMITED,
  18. AGI-CYPRE PROPERTY 18 LIMITED,
  19. AGI-CYPRE PROPERTY 19 LIMITED,
  20. AGI-CYPRE PROPERTY 20 LIMITED,
  21. ΑGI-CYPRE RES PAFOS LIMITED, Εναγομένων
  22. Αίτηση ημ. 5.7.2021 για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων
  23. Αίτηση ημ. 12.10.2021 για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων Ημερομηνία: 28 Μαρτίου 2022 Για ενάγουσες - αιτήτριες: κος Μιχάλης Χατζητζιοβάννης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενες - καθ' ων η αίτηση: κα Στέλλα Πολυβίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι δύο αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα που καταχώρησαν οι ενάγουσες ημ. 5.7.21 και 12.10.21 αντίστοιχα, συνεκδικάστηκαν λόγω κοινών επιδίκων θεμάτων αναφορικά με τα γεγονότα και την νομική πτυχή που τις περιβάλλει. Οι ενάγουσες είναι μέλη του Ομίλου Εταιρειών Alpha Panareti, του οποίου μητρική εταιρεία είναι η ενάγουσα 1 και οι ενάγουσες 2 έως 10 είναι αλληλένδετες θυγατρικές και μετοχικές εταιρείες. Ο Όμιλος δραστηριοποιείται σε ένα μεγάλο φάσμα εμπορικών εργασιών που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων εργασίες στον τομέα αγοράς, πώλησης και ανάπτυξης γης, με δραστηριότητες στον τουριστικό τομέα και στον τομέα ενέργειας. Η εναγομένη 1 είναι τραπεζικός οργανισμός με έδρα τη Κύπρο και ασχολείται με την παροχή τραπεζικών εργασιών και πιστωτικών διευκολύνσεων σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και οι ενάγουσες. Σύμφωνα με τις ενάγουσες, οι εναγόμενες 2 έως 10 είναι θυγατρικές εταιρείες της εναγόμενης 1 που ασχολούνται μεταξύ άλλων με την διαχείριση, απόκτηση, εκποιήσεις και πλειστηριασμούς ακινήτων και γενικότερα με τον τομέα της διαχείρισης ακινήτων που η εναγόμενη 1 αποκτά έναντι χρεών από τους δανειολήπτες. Με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγουσες αιτούνται διάφορα διατάγματα, μεταξύ των οποίων και διάταγμα σύμφωνα με το οποίο να κηρύσσεται άκυρη, συμφωνία αναδιάρθρωσης των χρεών του ομίλου εταιρειών Alpha Panareti Public Limited που επετεύχθη τον Ιούλιο του 2018 ή και την 30.9.2018, με το αιτιολογικό ότι αυτή ήταν αποτέλεσμα απάτης, οικονομικής πίεσης, ψευδών παραστάσεων, δόλου και απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων από την εναγομένη
  24. Αιτούνται επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι παρόμοια συμφωνία που επιτεύχθηκε τον Νοέμβριο του 2017 και σε μεγάλο μέρος της υλοποιήθηκε, είναι δεσμευτική μεταξύ των μερών. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, οι ενάγουσες αιτούνται την επιδίκαση αποζημιώσεων για κατ' ισχυρισμό ζημιές που έχουν υποστεί από την πιο πάνω συμπεριφορά των εναγομένων. Η αίτηση ημ. 5.7.21 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Ταυτόχρονα με την αγωγή, οι ενάγουσες καταχώρησαν αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, με το οποίο ζητούν να παρεμποδιστεί η εναγομένη 1 και δια μέσου της οι εναγόμενες 2 έως 10 να εκπλειστηριάσουν και/ή μεταβιβάσουν επ' ονόματι τους και/ή επ' ονόματι οιουδήποτε άλλου προσώπου, τα ακίνητα που υποθηκεύτηκαν προς εξασφάλιση των δανειακών συμβάσεων των εναγουσών προς την εναγομένη
  25. Επιπρόσθετα, οι ενάγουσες αιτούνται προσωρινό διάταγμα, το οποίο να παύει την ισχύ και/ή εκτέλεση των όρων της «Προσφοράς για Αναδιάρθρωση των Χρεών που οφείλονται από τον Όμιλο Alpha Panareti Public Ltd στην εναγομένη 1 Alpha Bank Cyprus Ltd», η οποία καταρτίστηκε μεταξύ των εναγουσών και της εναγόμενης 1 περί την 6.7.2018, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας, διέταξε όπως η πιο πάνω μονομερής αίτηση επιδοθεί στην άλλη πλευρά ώστε να ακουστούν οι απόψεις της. Με την επίδοση της αίτησης, οι εναγόμενες - καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης στην έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι οι ενάγοντες δεν έχουν καλή βάση αγωγής και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της υπόθεσης τους. Αυτό γιατί τυχόν έκδοση των αιτούμενων με την αγωγή διαταγμάτων δεν θα επιφέρει οποιαδήποτε αλλαγή και/ή δεν θα καθορίσει τις συμβατικές σχέσεις των διαδίκων αφού αυτές διέπονται από τους όρους και τις πρόνοιες της δεσμευτικής «Γραπτής Συμφωνίας Περίγραμμα» ημερομηνίας 30.9.2018 (που τιτλοφορείται "Framework Agreement"), την οποία οι αιτητές δεν παρουσίασαν στο Δικαστήριο και την νομιμότητα και/ή εκτελεστότητα και/ή δεσμευτικότητα της οποίας, οι αιτητές δεν αμφισβητούν και εμμέσως παραδέχονται. Όσον αφορά την συμφωνία που επικαλούνται οι ενάγουσες με τον τίτλο «Προσφορά για Αναδιάρθρωση των Χρεών που οφείλονται από τον Όμιλο Alpha Panareti στην Alpha Bank Cyprus Ltd», αυτή κατά τους καθ' ων η αίτηση δεν είναι και/ή δεν θα μπορούσε να είναι δεσμευτική και/ή δεν παράγει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα. Αναφέρεται επιπλέον στους λόγους ένστασης ότι οι αιτητές είναι ένοχοι υπέρμετρης καθυστέρησης και/ή καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να λάβουν τα οποιαδήποτε μέτρα προς προστασία των εννόμων συμφερόντων τους και λόγω αυτής της καθυστέρησης δεν δικαιούνται σε οποιεσδήποτε ενδιάμεσες θεραπείες του δικαίου της επιείκειας. Η αίτηση ημ. 12.10.21 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Πριν την ακρόαση της πιο πάνω ενδιάμεσης αίτησης ημ. 5.7.21, η εναγομένη 1 προώθησε διαδικασίες για εκποίηση ενυπόθηκων ακινήτων των εναγουσών που υποθηκεύτηκαν για εξασφάλιση δανείων που παραχώρησε σε εταιρείες του Ομίλου. Συγκεκριμένα επιδόθηκαν ειδοποιήσεις για έναρξη πλειστηριασμού δυνάμει του άρθρου 44(Β)

(2)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 καθώς και Επιστολές Τερματισμού για δάνεια που παραχώρησε η εναγομένη 1 Τράπεζα στον Όμιλο. Οι ενάγουσες καταχώρησαν στις 12.10.21, νέα ενδιάμεση αίτηση για προσωρινή αναστολή των πιο πάνω διαδικασιών μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή της αίτησης τους ημ. 5.7.2021 για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων. Εκδόθηκε μονομερώς σχετικό διάταγμα αναστολής των διαδικασιών πλειστηριασμού. Το Δικαστήριο σε εκείνο το στάδιο, έκρινε λόγω του κατεπείγοντος του θέματος ότι δικαιολογείτο η μονομερής έκδοση του διατάγματος. Μετά την επίδοση του πιο πάνω προσωρινού διατάγματος, οι εναγόμενες έφεραν ένσταση στην οριστικοποίηση του. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος αφού η διαδικασία του τερματισμού των πιστωτικών διευκολύνσεων είχε ξεκινήσει ήδη από τον Ιούλιο του 2021 και είχαν αποσταλεί προειδοποιητικές επιστολές ημ. 8.7.2021. Αναφέρεται επίσης ότι οι αιτήτριες καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να λάβουν τα οποιαδήποτε μέτρα προς προστασία των εννόμων συμφερόντων τους και λόγω αυτής της καθυστέρησης δεν δικαιούνται σε οποιεσδήποτε θεραπείες του Δικαίου της Επιείκειας. Παρατίθενται επίσης ισχυρισμοί για απόκρυψη ουσιαστικών στοιχείων κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος και επιπλέον, ότι οι αιτήτριες κωλύονται από το να εγείρουν την παρούσα αγωγή και/ή αίτηση καθ' ότι με τις πράξεις και/ή παραλείψεις τους και την εν γένει συμπεριφορά τους, έδωσαν στους καθ' ων η αίτηση την εύλογη υπό τις περιστάσεις εντύπωση ότι αποδέχονται ανεπιφύλακτα την ισχύ και εγκυρότητα όλων των Συμφωνιών Αναδιάρθρωσης που υπογράφηκαν. Και οι καθ' ων η αίτηση βασιζόμενοι στις εν λόγω πράξεις και/ή την εν γένει συμπεριφορά των αιτητριών, προέβηκαν σε ενέργειες που ήταν επιζήμιες για τα έννομα συμφέροντα τους. Αγορεύσεις Όπως προαναφέρθηκε, οι δύο αιτήσεις συνεκδικάστηκαν λόγω ταυτότητας επιδίκων θεμάτων. Αμφότεροι οι συνήγοροι κατέθεσαν με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης και για τις δύο αιτήσεις. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, επεξηγώντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο στάδιο αυτό στις θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει όπου χρειάζεται, στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Και οι δύο συνήγοροι στις γραπτές αγορεύσεις τους, έκαναν εκτενή αναφορά στις προϋποθέσεις έκδοσης συντηρητικού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 οι οποίες έχουν ως ακολούθως: · Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση · Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην απόδειξη της έννοιας του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, απαιτείται από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του, συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας του άρθρου 32, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Από την άλλη, έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης, εκείνου του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, προκειμένου να αποφασιστεί στον απαιτούμενο βαθμό, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Κωνσταντίνος Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α., Πολ. Έφεση, Ε143/2015, ημ. 23/3/2017 & Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται γενικά σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179, 202). Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, εξετάζεται και τυχόν καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας από τον ενάγοντα και κατά πόσον αυτή επηρέασε την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων υπέρ του εναγομένου. Όπως έχει νομολογηθεί, η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατόν να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος σχετική είναι η απόφαση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 788 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «. Η καθυστέρηση εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία αν και τα Δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του Ενάγοντα να επιτύχει τελικά στην αγωγή του και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχαστεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα.» Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Αναφορικά με την απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, έχει νομολογηθεί ότι σε μονομερή αίτηση, επιβάλλεται στον αιτητή να αποκαλύψει, όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως. Ως εκ τούτου, ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε ουσιαστικά γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και τα οποία δυνατόν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Όπως τονίζεται τόσον στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου ο διάδικος καταχωρεί μονομερή αίτηση και αιτείται στην απουσία του αντιδίκου του, κάποια θεραπεία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όχι μόνον όλων των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης αλλά να αναφερθεί και σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής ενδεχομένως να έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά. Έτσι όπου ο αιτητής εξασφαλίσει όφελος από την απόκρυψη γεγονότων στην μονομερή του αίτηση, το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο θα ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει σε μια προσπάθεια να του στερήσει αυτό το όφελος. Αυτό γιατί παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα γεγονότα όμως, πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση (βλ. μεταξύ άλλων, Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. κ.α
(1992)1A ΑΑΔ 360). Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από πρόθεση εξαπάτησης. Ότι ανατρέπει την βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 και Ahmet Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ 606). Στην Αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)3 ALL E.R 188 λέχθηκε ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Το Δικαστήριο κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό και αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή ή δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό. Τα πιο πάνω ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά, το Δικαστήριο σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη μη αποκάλυψης ουσιαστικών γεγονότων που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος, να διατάξει την συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα υπό όρους. Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει, είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, στην ένορκη δήλωση της μονομερούς αίτησης. Ισχυρίστηκαν συγκεκριμένα οι καθ' ων η αίτηση ότι οι αιτητές σκόπιμα απέκρυψαν την Συμφωνία Περίγραμμα ("Framework Agreement") που υπογράφτηκε μεταξύ των μερών ημερομηνίας 30.9.2018. Αναφορικά με την αίτηση ημ. 5.7.21 σημειώνω ότι το Δικαστήριο δεν εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς. Αντιθέτως, διέταξε την επίδοση της αίτησης στους εναγομένους για να ακουστούν οι απόψεις τους. Ως εκ τούτου, η αίτηση ημ. 5.7.21 από μονομερής, μετατράπηκε σε αίτηση δια κλήσεως με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζονται οι νομολογιακές αρχές της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων κατά την έκδοση μονομερών διαταγμάτων. Είναι σαφές από τις προαναφερθείσες αρχές ότι η απαίτηση της νομολογίας για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, αφορά αποκλειστικά και μόνον, τις μονομερείς αιτήσεις. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχουμε μονομερή αίτηση ούτως ώστε να δικαιολογείται ισχυρισμός για προσπάθεια εξαπάτησης του Δικαστηρίου, προκειμένου να εκδώσει μονομερώς συντηρητικό διάταγμα. Εξ' άλλου, η ίδια η φύση του καθήκοντος μη αποκάλυψης, αναφέρεται σε αποφυγή παραπλάνησης του Δικαστηρίου όταν απουσιάζει ο αντίδικος του αιτητή. Στις αιτήσεις δια κλήσεως όπου η εμφάνιση του αντιδίκου είναι δεδομένη δεν τίθεται θέμα απόκρυψης και εξαπάτησης του Δικαστηρίου, στην απουσία της άλλης πλευράς. Σχετική με το θέμα είναι η απόφαση Εθνική Τράπεζα ν. Κυριακίδης
(2011)1 Α.Α.Δ 816, στην οποία λέχθηκε ότι είναι στις μονομερείς διαδικασίες που εφαρμόζονται σε όλη τους την έκταση, οι νομολογιακές αρχές για πλήρη αποκάλυψη. Στην πιο πάνω υπόθεση, ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκονταν και οι δύο διάδικοι που είχαν δικαίωμα να αμφισβητήσουν κάθε στοιχείο που τέθηκε ενώπιον τους με αποτέλεσμα να μην τίθεται κατά το Εφετείο, ζήτημα παραπλάνησης (βλ. επίσης Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ 1895). Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην αίτηση ημ. 5.7.
  1. Η μετατροπή της μονομερούς αίτησης σε αίτηση δια κλήσεως με οδηγίες του Δικαστηρίου, έχει ως αποτέλεσμα να μην τυγχάνουν εφαρμογής, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη. Δεν έχουμε δηλαδή στην αίτηση ημ. 5.7.21, εξέταση μονομερούς αίτησης ούτως ώστε να δικαιολογείται ισχυρισμός για παραπλάνηση του Δικαστηρίου, σε μονομερή έκδοση διατάγματος. Δεν ισχύει όμως το ίδιο με την αίτηση ημ. 12.10.
  2. Στην εν λόγω αίτηση, το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διάταγμα αναστολής των διαδικασιών πλειστηριασμού που είχαν δρομολογηθεί με την αποστολή σχετικών ειδοποιήσεων και παρότι εκκρεμούσε η εκδίκαση της αίτησης ημ. 5.7.
  3. Όμως ούτε και σε αυτήν την αίτηση οι ενάγοντες αποκάλυψαν την Συμφωνία Περίγραμμα ("Framework Agreement") μεταξύ των μερών ημερομηνίας 30.9.2018, για την οποία οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι διέπει τις συμβατικές σχέσεις των διαδίκων και την οποία οι αιτητές υπέγραψαν και επιπλέον δεν αμφισβητούν και εμμέσως παραδέχονται την νομιμότητα, δεσμευτικότητα και εκτελεστότητα της. Οι αιτητές δεν αρνούνται ότι δεν αποκάλυψαν την εν λόγω συμφωνία στην ένορκη δήλωση της αίτησης ημ. 12.10.
  4. Ισχυρίζονται όμως ότι σχετική αναφορά γίνεται στο Γενικά Οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Επιπλέον, ο συνήγορος των εναγόντων - αιτητών στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι η μη συμπερίληψη της πιο πάνω συμφωνίας στις ενόρκους δηλώσεις των δύο αιτήσεων, ήταν καθαρά μια καλόπιστη παράλειψη, λόγω του μεγάλου όγκου των εγγράφων και δεν αποσκοπούσε στην εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Είναι γεγονός ότι στο τροποποιημένο κλητήριο, εντοπίζεται αιτητικό με το οποίο επιζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου που να δηλώνει ότι η εν λόγω συμφωνία είναι άκυρη καθότι υπογράφτηκε κατόπιν απάτης και/ή οικονομικής πίεσης και/ή καταπίεσης και/ή ψευδών παραστάσεων από την τράπεζα προς τους ενάγοντες. Έχω την εντύπωση όμως, πως η απλή αναφορά για την συμφωνία αυτή στο αιτητικό μέρος του κλητηρίου εντάλματος δεν εκπληρώνει την υποχρέωση των αιτητών για πλήρη αποκάλυψη όλων των σχετικών με την υπόθεση γεγονότων. Ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η εν λόγω συμφωνία ακολούθησε τις προηγούμενες συμφωνίες που επικαλούνται οι αιτητές και καθόρισε οριστικά τις συμβατικές σχέσεις των μερών. Επιπλέον να σημειωθεί ότι οι καθ' ων η αίτηση εισηγούνται ότι από το κείμενο της εν λόγω συμφωνίας, προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι αιτητές αποδέχονται την νομιμότητα και δεσμευτικότητα της με αποτέλεσμα να μην νομιμοποιούνται στις αιτούμενες με την παρούσα αγωγή θεραπείες. Η εν λόγω συμφωνία δεν είναι άνευ σημασίας ούτε για τους αιτητές αφού οι ίδιοι ζητούν με την παρούσα αγωγή την ακύρωση της λόγω κατ' ισχυρισμό υπογραφής της, κατόπιν πίεσης και ψευδών παραστάσεων. Δεν είναι ως εκ τούτου αποδεκτή η θέση του συνηγόρου για τους αιτητές ότι η μη συμπερίληψη της εν λόγω συμφωνίας στην ένορκη δήλωση της αίτησης, είναι μια καλόπιστη παράλειψη λόγω του μεγάλου όγκου των εγγράφων της υπόθεσης. Δεν είναι αποδεκτό μια συμφωνία για την υπογραφή της οποίας οι αιτητές ισχυρίζονται πίεση από την άλλη πλευρά και την οποία η τράπεζα επικαλείται προς όφελος της, να αμελούν να την αποκαλύψουν σε διαδικασία στην οποία επιζητούν μονομερώς θεραπεία από το Δικαστήριο. Ανεξαρτήτως τούτου, όπως έχει προαναφερθεί, η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από πρόθεση εξαπάτησης. Ότι ανατρέπει την βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Δεν έχει σημασία ως εκ τούτου αν η μη αποκάλυψη αυτού του γεγονότος έγινε εσκεμμένα όπως ισχυρίζονται οι καθ' ων η αίτηση ή από αμέλεια όπως ισχυρίζονται οι αιτητές. Σημασία έχει αν αντικειμενικά η μη αποκάλυψη επηρέασε την απόφαση του Δικαστηρίου κατά την μονομερή έγκριση του διατάγματος. Κρίνω ότι η παράλειψη των αιτητών να αναφερθούν και επισυνάψουν την πάνω συμφωνία στην ένορκη δήλωση της αίτησης ημ. 12.
  5. 21, ενώ επέμεναν για την εφαρμογή προηγούμενων συμβάσεων, ως την συμφωνηθείσα διευθέτηση των μερών, είχε ως αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην έχει ενώπιον του όλα τα γεγονότα κατά την κρίσιμη περίοδο έκδοσης των μονομερών διαταγμάτων. Αυτό, δεδομένου ότι οι ίδιοι οι αιτητές ζητούν με την αγωγή τους, την ακύρωση αυτής της συμφωνίας ενώ οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται με παραπομπή στις πρόνοιες ότι οι αιτητές αποδέχονται την νομιμότητα και δεσμευτικότητα της. Ήταν ως εκ τούτου απολύτως αναγκαίο όπως επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση της αίτησης αυτό το σημαντικό έγγραφο ώστε το Δικαστήριο να έχει όλα τα ουσιαστικά γεγονότα ενώπιον του, κατά την μονομερή διαδικασία έκδοσης του διατάγματος. Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης όπως περιγράφονται πιο πάνω, κρίνω ότι η αποκάλυψη αυτού του σημαντικού γεγονότος με την επισύναψη της συμφωνίας ημ. 30.9.2018 στην ένορκη δήλωση της αίτησης ημ. 12.10.21, άπτεται του στοιχείου της απόδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Στοιχείο που αποτελεί μια από τις προϋποθέσεις έγκρισης αιτήματος για προσωρινό διάταγμα. Δεν αποκλείω υπό τας περιστάσεις, την πιθανότητα να μην εκδίδονταν μονομερώς τα υπό κρίση διατάγματα, αν το κείμενο της εν λόγω συμφωνίας επισυναπτόταν στην ένορκη δήλωση της αίτησης ημ. 12.10.
  6. Υπό τας περιστάσεις, κρίνω ότι οι αιτητές δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωση τους για πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών στοιχείων της υπόθεσης κατά την μονομερή έκδοση των διαταγμάτων στην αίτηση ημ. 12.10.
  7. Ως εκ τούτου τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στις 14.10.21 στα πλαίσια της εν λόγω μονομερούς αίτησης, ακυρώνονται χωρίς να εξεταστούν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση τους. Αναφορικά με την αίτηση ημ. 5.7.21, από εξέταση όλου του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  8. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με την έννοια ότι οι ενάγοντες αιτούνται αποζημιώσεις για παράβαση από τους εναγομένους, συγκεκριμένων συμβάσεων για αναδιάρθρωση των χρεών τους. Αιτούνται επίσης την ακύρωση μεταγενέστερης σύμβασης για λόγους που σχετίζονται με την άσκηση πίεσης, και ψευδών παραστάσεων από την εναγόμενη 1 τράπεζα. Ως προς την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, αυτή δεν μπορεί να αποκλειστεί με την έννοια ότι αν οι ενάγοντες αποδείξουν κατά την ακροαματική διαδικασία τους ισχυρισμούς τους για άσκηση πίεσης και ψευδείς παραστάσεις στην υπογραφή της σύμβασης ημ. 30.9.2018, θα δικαιούνται τις αιτούμενες με την παρούσα αγωγή θεραπείες. Δεν διαφεύγει της προσοχής ότι οι καθ' ων η αίτηση με αναφορά στην συμφωνία ημ. 30.9.2018, ισχυρίζονται ότι οι αιτητές έχουν αποδεχθεί την νομιμότητα και δεσμευτικότητα της. Δεν έχουν ως εκ τούτου πιθανότητα να επιτύχουν στην αγωγή τους, με την οποία ζητούν την εφαρμογή προηγούμενων συμφωνιών. Σημειώνεται όμως ότι στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της αγωγής. Το κατά πόσον η συμφωνία ημ. 30.9.2018 επιτεύχθηκε κατόπιν πίεσης ή ψευδών παραστάσεων από την εναγομένη1, θα εξεταστεί κατά την ακρόαση της αγωγής, και μετά που το Δικαστήριο θα ακούσει μαρτυρία για τις συνθήκες υπογραφής της. Όμως για σκοπούς έκδοσης συντηρητικού διατάγματος, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί στον αναγκαίο βαθμό, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της ενάγουσας για τον λόγο ότι στην περίπτωση που οι αιτητές αποδείξουν κατά την ακροαματική διαδικασία τους ισχυρισμούς τους, πιθανόν να δικαιούνται στις αιτούμενες με την παρούσα αγωγή θεραπείες. Εντούτοις, από το υλικό που έχει κατατεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Νόμου 14/
  9. Ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Είναι σαφές ότι η ζημιά που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι θα υποστούν αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, είναι απομιμητή σε χρήμα. Παρόλα αυτά, δεν έχει αποδειχθεί ότι οι εναγόμενοι δεν θα είναι σε θέση να τους αποζημιώσουν, στην περίπτωση πετύχουν στην αγωγή τους. Για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, οι ενάγοντες είχαν καθήκον να πείσουν το Δικαστήριο ότι δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν στην περίπτωση που πετύχουν στην αγωγή τους. οι ενάγοντες απέτυχαν σε αυτή τους την υποχρέωση. Δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι οι εναγόμενοι δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσουν σε χρήμα τους ενάγοντες σε περίπτωση που πετύχουν στις αιτούμενες θεραπείες της παρούσας αγωγής. Ακόμη και η «ηθική ζημιά» ως προς την φήμη του Ομίλου Παναρέτη που επικαλούνται οι ενάγοντες δεν συνιστά ανεπανόρθωτη ζημιά. Επί του προκειμένου δεν δόθηκαν περαιτέρω λεπτομέρειες από τους ενάγοντες πέραν της γενικής αναφοράς σε αδυναμία συνεργασίας με νέους πελάτες. Αλλά ακόμα και σε αυτή την περίπτωση και αυτή η ζημιά είναι αποτιμητή σε χρήμα. Αντιθέτως, η εναγομένη 1 τράπεζα επικαλείται χωρίς να αμφισβητηθεί, την οικονομική της ευρωστία ώστε να μπορεί να αποζημιώσει τους ενάγοντες σε περίπτωση που πετύχουν στην αγωγή τους. Σύμφωνα με την παρ. 75 της ένορκης δήλωσης της ένστασης, οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της εναγομένης 1 για το έτος που έληξε στις 31.12.2020, καταδεικνύουν ότι ο Όμιλος της Τράπεζας διατηρούσε μετρητά και άλλα περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας €2.498.070.000,00 (βλ. τεκμ. 20 της ένστασης). Περαιτέρω, κρίνω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ των καθ' ων η αίτηση. Κατά την κρίση μου, η ζημιά που θα υποστεί η εναγομένη 1 σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος με την αφαίρεση του δικαιώματος της να προχωρήσει σε εκποίηση συμβατικής ενυπόθηκης εξασφάλισης, είναι πολύ μεγαλύτερη από τη ζημιά που θα υποστούν οι ενάγοντες σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος. Ανεξαρτήτως του ότι οι ενάγοντες αμφισβητούν με την παρούσα αγωγή την νομιμότητα της Συμφωνίας Περίγραμμα ("Framework Agreement"), και ανεξαρτήτως του ότι μπορεί αυτή να ακυρωθεί αν κερδίσουν την αγωγή τους, γεγονός παραμένει από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι σήμερα η υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων μεταξύ των διαδίκων καθορίστηκε από τις 30.9.2018 με την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας. Ως εκ τούτου, με τα αιτούμενα διατάγματα, διαταράσσεται αντί να διατηρείται η πιο πάνω υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Τελική κατάληξη Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι ενάγοντες - αιτητές δεν έχουν αποδείξει τις προϋποθέσεις έγκρισης των αιτούμενων διαταγμάτων σε καμία από τις δύο υπό κρίση αιτήσεις. Ως εκ τούτου:
  10. Η αίτηση ημ. 12.10.21 απορρίπτεται λόγω απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων κατά την μονομερή έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων. Τα εκδοθέντα στις 14.10.21 διατάγματα ακυρώνονται.
  11. Η αίτηση ημ. 5.7.21 απορρίπτεται για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω και ειδικά λόγω απουσίας απόδειξης της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και λόγω του ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπό τις παρούσες συνθήκες, υπέρ των καθ' ων η αίτηση. Τα έξοδα των δύο αιτήσεων επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.