← Κύπρος

Κατσαντώνη κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4426/2013, 28/3/2022

Κατσαντώνη κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4426/2013, 28/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A123 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4426/2013 Μεταξύ:

  1. XXXXX Κατσαντώνη
  2. XXXXX Στυλιανού
  3. XXXXX Δημητρίου Eνάγοντες Και
  4. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ
  5. XXXXX Χριστοφίδης, υπό την ιδιότητά του ως Ειδικού Διαχειριστή της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  6. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ως εκπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Υπουργού Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας
  7. Κεντρική Τράπεζα της Κυπριακής Δημοκρατίας Eναγόμενοι Ημερομηνία: 28 Μαρτίου 2022 Εμφανίσεις Για τους Ενάγοντες: κα Β. Παπαγιάννη για ΔΡ. Κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 1: κα Κ. Πολυβίου για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΒΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Έγγραφες προτάσεις: Με την παρούσα αγωγή οι Εναγόντες αμφισβητούν την απομείωση των τραπεζικών τους καταθέσεων στην οποία προέβη η Εναγόμενη 1 στις 29/4/2013 κατ' επίκληση των προνοιών των κανονιστικών διοικητικών πράξεων που εκδόθηκαν στο πλαίσιο του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013) και του Περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν. 16(I)/2013) ως αυτοί ίσχυαν κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο. Κεντρικός άξονας των θεραπειών που αξιώνουν οι Ενάγοντες είναι η ακύρωση της ρηθείσας απομείωσης και η επαναφορά του πιστωτικού υπολοίπου που υπήρχε στους επίδικους λογαριασμούς πριν τη ρηθείσα απομείωση. Σημειώνεται εδώ ότι η ακροαματική εκδίκαση της υπόθεσης προχώρησε μόνο σε σχέση με την Εναγόμενη 1 αφού σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 η αγωγή απορρίφθηκε στις 8/1/2018 λόγω μη προώθησης και σε σχέση με τους Εναγόμενους 3 και 4 η αγωγή αποσύρθηκε την 1/9/2020 και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων οι Ενάγοντες είναι υπάλληλοι της Επισκοπής της Κύπρου και του Κόλπου (Diocese of Cyprus and the Gulf) (στο εξής η Επισκοπή) η οποία είναι μία εκ των συστατικών Επισκοπών της Επαρχιακής Επισκοπικής Εκκλησίας στην Ιερουσαλήμ και στη Μέση Ανατολή της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Περί τα τέλη Ιανουαρίου έως τις αρχές του Φεβρουαρίου του 2005 η Επισκοπική Σύνοδος της Αγγλικανικής Εκκλησίας (στο εξής η Σύνοδος) κατόπιν συνομιλιών με το μόνιμο προσωπικό της Επισκοπής που κατά τον ουσιώδη χρόνο απαρτιζόταν από τους Ενάγοντες και τον κ. XXXXX Πατσαλίδη, αποφάσισε να προχωρήσει στο άνοιγμα ενός κοινού αποταμιευτικού λογαριασμού τριών μηνών στον οποίο θα κατέθετε κάθε μήνα ένα ποσό το οποίο θα αποτελούσε το 10% των μηνιαίων απολαβών των μόνιμων υπαλλήλων της Επισκοπής ως χαριστική πληρωμή (gratuitous payment), ως αναγνώριση της πολυετούς αφοσιωμένης υπηρεσίας των εν λόγω υπαλλήλων στην Επισκοπή. Περί τον Απρίλιο του 2005 η Σύνοδος αιτήθηκε από την Εναγόμενη 1 το άνοιγμα του ανωτέρω αναφερόμενου λογαριασμού και η Εναγόμενη 1 ενέκρινε την αίτηση της Συνόδου. Είναι θέση των Εναγόντων ότι η Εναγόμενη 1 σύναψε σύμβαση και/ή συμφώνησε να παρέχει στους Ενάγοντες τραπεζικές υπηρεσίες στη βάση της σχέσης πελάτη - τραπεζίτη που είχε δημιουργηθεί μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης
  8. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι αν και το όνομα στο οποίο ανοίχθηκε ο ανωτέρω αναφερόμενος λογαριασμός ήταν «Provident Fund of the Diocese of Cyprus and the Gulf Staff» δεν επρόκειτο σε καμία περίπτωση για συνταξιοδοτικό και/ή ταμείο προνοίας και για αυτόν τον λόγο ουδέποτε τέθηκε θέμα δημιουργίας Ταμείου Προνοίας δεόντως συστημένου με βάση τις πρόνοιες της εκάστοτε ισχύουσας Νομοθεσίας και/ή Κανονισμών. Είναι περαιτέρω η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι η Εναγόμενη 1 γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει την πραγματική κατάσταση του λογαριασμού, ότι δηλαδή ο λογαριασμός ήταν κοινός λογαριασμός ο οποίος ανήκε στους Ενάγοντες και δεν ανήκε σε ταμείο προνοίας ή συντάξεως. Δικογραφείται ότι στη συνέχεια κατά ή περί τον Ιούλιο του έτους 2008, οι Ενάγοντες αποφάσισαν να προχωρήσουν στο άνοιγμα ενός λογαριασμού προθεσμιακής κατάθεσης και έδωσαν σχετικές προς τούτο οδηγίες στην Εναγόμενη
  9. Τον Νοέμβριο του 2008 οι Ενάγοντες συναντήθηκαν με τους υπαλλήλους και/ή εκπροσώπους της Εναγόμενης 1 οι οποίοι τους παρέδωσαν συμπληρωμένο έντυπο με την ονομασία «Application for the opening of an account (For A Company)» το οποίο υπέδειξαν στους Ενάγοντες να υπογράψουν. Ακολούθως, κατόπιν προτροπής της Εναγόμενης 1 προς τους Ενάγοντες αυτοί μετέτρεψαν τον ανωτέρω αναφερόμενο λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης σε λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης με την περιγραφή «Πρωτότοκος» στον οποίο μετέφεραν τον Δεκέμβριο του 2012 το ποσό των €72,966.
  10. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι παρά το γεγονός ότι στον ανωτέρω αναφερόμενο λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης υπήρχε πιστωτικό υπόλοιπο μικρότερο των €100.000 η Εναγόμενη 1 παράνομα και/ή αυθαίρετα και/ή κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας προέβηκε σε αφαίρεση και/ή απομείωση των ποσών €29,352.04 και €17,611.22 με περιγραφές συναλλαγών «Equity Conversion PROV. FUND OF DIO (CCCN7Y)» και «Provision for Equity Conversion PROV. FUND OF DIO (CCCN7Y)» αντίστοιχα, ενώ περαιτέρω δεσμεύτηκε ποσό ύψους €23,481.63 με περιγραφή συναλλαγής «CBC Restrictions». Στην αντίπερα όχθη, η Εναγόμενη 1 στην Έκθεση Υπεράσπισης της εγείρει προδικαστική ένσταση ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα και ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί επειδή οι Ενάγοντες δεν ήταν σε οποιονδήποτε χρόνο οι ιδιοκτήτες των επίδικων λογαριασμών αλλά μόνο οι υπογράφοντες. Περαιτέρω, σύμφωνα με την Εναγόμενη 1, οι λογαριασμοί ανοίχτηκαν από την Επισκοπή, οι αποφάσεις σε σχέση με την καταβολή των ποσών γίνονταν από την Επισκοπή και τα διάφορα ποσά καταβάλλονταν από την Επισκοπή. Άνευ βλάβης της προδικαστικής αυτής ένστασης, δικογραφείται ότι ήταν οι ίδιοι οι Ενάγοντες που αιτήθηκαν το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών και όπως μαρτυρούν οι ίδιες οι αιτήσεις ανοίγματος των εν λόγω λογαριασμών που υπογράφτηκαν και έγιναν αποδεκτές από τους Ενάγοντες ως τα άτομα που είχαν δικαίωμα υπογραφής σε σχέση με τους εν λόγω λογαριασμούς, οι επίδικοι λογαριασμοί ανοίχτηκαν στο όνομα του «Provident Fund of the Diocese of Cyprus and the Gulf Staff» μετά από οδηγίες των ίδιων των Εναγόντων και όχι μετά από παροτρύνσεις της Εναγόμενης
  11. Απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ότι οι επίδικοι λογαριασμοί αποτελούσαν κοινούς λογαριασμούς των εναγόντων και όχι λογαριασμούς ταμείου προνοίας. Αντιθέτως, σύμφωνα πάντα με τη δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης 1 τα σχετικά με την παρούσα αγωγή έγγραφα ορίζουν ξεκάθαρα το εν λόγω ταμείο ως τον ιδιοκτήτη των επίδικων λογαριασμών. Ειδικότερα, είναι η θέση της Εναγόμενης 1 ότι αφού σύμφωνα με τις πρόνοιες των περί Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών 2013 (Κ.Δ.Π. 92/2013), εξαιρούνται από το σχέδιο προστασία καταθέσεων, ανάμεσα σε άλλα, καταθέσεις ταμείων προνοίας και συντάξεως και εφόσον οι ενάγοντες εμπίπτουν στην εν λόγω κατηγορία εξαιρέσεων γεγονός το οποίο οι ίδιοι επιβεβαίωσαν με τις επίδικες αιτήσεις, συμφωνίες και επιστολές που αντάλλαξαν με την Εναγόμενη 1, δεν θα έπρεπε να εξαιρεθούν από την απομείωση οι πρώτες €100.000 και πολύ ορθά η Εναγόμενη 1 προχώρησε με την επίδικη απομείωση των λογαριασμών των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν Απάντηση στην Υπεράσπιση στην οποία αρνούνται τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης
  12. Είναι η θέση τους ότι κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν οι νόμιμοι και αποκλειστικοί συνιδιοκτήτες των επίδικων λογαριασμών και τα μοναδικά πρόσωπα με δικαίωμα ανάληψης των χρηματικών ποσών που κατατίθεντο σε αυτούς υπό μορφή χαριστικής πληρωμής από την Επισκοπή. Οι επίδικες καταθέσεις ενέπιπταν εντός των προνοιών του Περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου ως αυτός ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο και των σχετικών κανονισμών του και άρα έπρεπε να διαφυλαχθούν και να μην απομειωθούν αφού ο επίδικος λογαριασμός προθεσμίας στον οποίο αυτές βρίσκονταν κατατεθειμένες δεν αποτελούσε λογαριασμό ταμείου προνοίας αλλά αντίθετα κοινό λογαριασμό καταθέσεων με συνδικαιούχους τους Ενάγοντες και δεν ήταν εξαιρετέος από τη διαφύλαξη του «εγγυημένου» ποσού των €100.
  13. Κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Πέραν από τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία ρητά δηλώνονται ως τέτοια, είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση.[1] Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων.[2] Περαιτέρω, ως είναι νομολογημένο, η απόδειξη μέσω των δικογράφων ή των παραδοχών του αντιδίκου συνιστά ένα παραδεκτό τρόπο απόδειξης ισχυρισμών και όταν ένας ισχυρισμός γίνεται παραδεκτός στα δικόγραφα, αυτός παύει να συνιστά αμφισβητούμενο και επίδικο θέμα για την υπόθεση και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί με την προσκόμιση μαρτυρίας κατά την ακρόαση. [3] Παρά το γεγονός ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο σχετικά μεγάλος αριθμός μαρτύρων (4 από την πλευρά των Εναγόντων και 2 από την πλευρά της Εναγόμενης 1) από την εκατέρωθεν ανταλλαχθείσα δικογραφία ως επίσης και από τη μαρτυρία που προσκομίσθηκε εκατέρωθεν κατά την ακρόαση διαφάνηκε ότι το μεγαλύτερο μέρος των γεγονότων ήταν κοινώς αποδεκτό και μη αμφισβητούμενο. Παραθέτω στη συνέχεια τα γεγονότα που αποτέλεσαν κοινό έδαφος: (α) Τον Απρίλιο του 2005 η Εναγόμενη 1 προέβη στο άνοιγμα ενός αποταμιευτικού λογαριασμού τριών μηνών με αριθμό XXXXX7059, ο οποίος έφερε το όνομα «Provident Fund of the Diocese of Cyprus and the Gulf Staff». Του ανοίγματος του εν λόγω λογαριασμού από την Εναγόμενη 1 είχε προηγηθεί επιστολή ημερομηνίας 7/4/2005 υπογραφείσα από τον Επίσκοπο και τον Γραμματέα και Ταμία της Επισκοπής διά της οποίας υποβλήθηκε το εν λόγω αίτημα σε επιστολόχαρτο της Επισκοπής. (Τεκμήριο 1) (στο εξής ο Αποταμιευτικός Λογαριασμός 3 μηνών). (β) Ακολούθως, τον Νοέμβριο του 2008 η Εναγόμενη 1 ενέκρινε αίτημα για το άνοιγμα ενός λογαριασμού προθεσμιακής κατάθεσης 12 μηνών (fixed deposit account for a period of 12 months) με αριθμό XXXXX8324 στο ίδιο όνομα, ήτοι «Provident Fund of the Diocese of Cyprus and the Gulf Stuff», (στο εξής ο Λογαριασμός Προθεσμιακής Κατάθεσης 12 μηνών). Για το άνοιγμα του Λογαριασμού Προθεσμιακής Κατάθεσης 12 μηνών υποβλήθηκε στις 3/11/2008 αίτηση ανοίγματος λογαριασμού (Τεκμήριο 5), Η αίτηση υπογράφεται από τους Ενάγοντες και κάνει αναφορά σε αίτηση για άνοιγμα λογαριασμού για εταιρεία (for a company) η οποία καταγράφεται ως «PRΟV. FUND OF DIOC. CYPRUS & GULF STAFF» (γ) Ο Λογαριασμός Προθεσμιακής Κατάθεσης 12 μηνών μετατράπηκε σε λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης 6 μηνών (Prototokos 6 months) και έλαβε τον αριθμό XXXXX
  14. Για να γίνει η εν λόγω μετατροπή υποβλήθηκε νέα αίτηση ανοίγματος λογαριασμού στις 7/12/2012 (Τεκμήριο 24 και 25[4]), και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στον νέο αυτόν λογαριασμό ποσό ύψους €72,966.20, (στο εξής ο Λογαριασμός Προθεσμιακής Κατάθεσης 6 μηνών). Η αίτηση υπογράφεται από τους Ενάγοντες και κάνει αναφορά σε αίτηση για άνοιγμα λογαριασμού για εταιρεία (for a company) η οποία καταγράφεται ως «PRΟV. FUND OF DIOC. CYPRUS & GULF STAFF». (δ) Υπογράφοντες (signatories) των ανωτέρω αναφερόμενων επίδικων λογαριασμών ήταν οι Ενάγοντες ενώ σε σχέση με τον Αποταμιευτικό Λογαριασμό 3 μηνών υπογράφων ήταν μαζί με τους Ενάγοντες μέχρι και τα τέλη του 2007 και ο κ. XXXXX Πατσαλίδης και στη συνέχεια μόνο οι Ενάγοντες. (ε) Στον Αποταμιευτικό Λογαριασμό 3 μηνών κατατίθεντο σε μηνιαία βάση από την Επισκοπή επιταγές που εκδίδονταν από την Επισκοπή στο όνομα «Provident Fund of the Diocese of Cyprus and the Gulf Staff». Ακολούθως, τα ποσά που κατατίθεντο στον εν λόγω λογαριασμό μεταφέρονταν αρχικά στον Λογαριασμό Προθεσμιακής Κατάθεσης 12 μηνών και στη συνέχεια στον Λογαριασμό Προθεσμιακής Κατάθεσης 6 μηνών. Τα ποσά των επιταγών αντιστοιχούσαν στο 10% των απολαβών των Εναγόντων ως χαριστική πληρωμή από την Επισκοπή χωρίς να λαμβάνει χώρα οποιαδήποτε αποκοπή του εν λόγω ποσού από τον μισθό των Εναγόντων. Επρόκειτο για μία επιπρόσθετη χαριστική πληρωμή στην οποία προέβαινε η Επισκοπή ως αναγνώριση της πολυετούς αφοσιωμένης υπηρεσίας των Εναγόντων στην Επισκοπή. (στ) Στις 26/3/2013 στον Αποταμιευτικό Λογαριασμό Τριών Μηνών και στον Λογαριασμό Προθεσμιακής Κατάθεσης 6 μηνών υπήρχε κατατεθειμένο το συνολικό ποσό των Ευρώ 78,272.10 (ήτοι Ευρώ 5,305.90 στον Αποταμιευτικό Λογαριασμό Τριών Μηνών και Ευρώ 72,966.20 στον Λογαριασμό Προθεσμιακής Κατάθεσης 6 μηνών). (ζ) Στις 16/3/2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup πολιτική συμφωνία με την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας για τη θέσπιση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής στο πλαίσιο του οποίου περιλήφθηκε η δέσμευση της Κυβέρνησης να λάβει πρόσθετα μέτρα προκειμένου να περιοριστεί το μέγεθος της οικονομικής βοήθειας που συνδεόταν με το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής στα οποία συγκαταλέχθηκε η αναδιάρθρωση και η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με ίδια μέσα. Ακολούθως, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου εισηγήθηκε την κατάθεση και άμεση ψήφιση σε Νόμο από τη Βουλή των Αντιπροσώπων νομοθετικού πλαισίου αναφορικά με την εξυγίανση του Κυπριακού Τραπεζικού συστήματος. Η Βουλή των Αντιπροσώπων προέβη στη ψήφιση του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013). (η) Στο πλαίσιο του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013) ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 22/3/13 οι περί Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμοί του 2013 (Κ.Δ.Π. 92/2013) και στις 29/3/2013 το Περί Διάσωσης με Ίδια μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 103/2013). (θ) Η Εναγόμενη 1 έκρινε ότι οι καταθέσεις στους επίδικους λογαριασμούς συνιστούσαν «καταθέσεις ταμείου προνοίας» σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9

(1)(ε) των περί Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών του 2013 (Κ.Δ.Π. 92/2013) και συνεπώς, έκρινε ότι εξαιρούνταν της καταβολής οποιασδήποτε αποζημίωσης. Αφού προέβη σε αυτή την κατηγοριοποίηση, ακολούθως στις 29/4/2013 εφάρμοσε το Περί Διάσωσης με Ίδια μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 103/2013) και πιο συγκεκριμένα το άρθρο 6 του εν λόγω διατάγματος προβαίνοντας στις 29/4/2013 σε απομείωση των ποσών €29,352.04 και €17,611.22 με περιγραφές συναλλαγών «Equity Conversion PROV. FUND OF DIO (CCCN7Y)» και «Provision for Equity Conversion PROV. FUND OF DIO (CCCN7Y)» αντίστοιχα ενώ περαιτέρω δεσμεύτηκε ποσό ύψους €23,481.63 με περιγραφή συναλλαγής «CBC Restrictions» (Τεκμήρια 9 και 10). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9 το ποσό €29,352.04 αντιστοιχούσε στο 37,5 % του συνολικού ποσού που ήταν κατατεθειμένο στον Αποταμιευτικό Λογαριασμό 3 μηνών και στον Λογαριασμό Προθεσμιακής Κατάθεσης 6 μηνών (ήτοι €78,272.10), το ποσό των €17,611.22 αντιστοιχούσε στο 22,5% του συνολικού ποσού που ήταν κατατεθειμένο στους εν λόγω λογαριασμούς (ήτοι €78,272.10) και το ποσό ύψους €23,481.63 με περιγραφή συναλλαγής «CBC Restrictions» αντιστοιχούσε στο 30% του ανωτέρω αναφερόμενου συνολικού ποσού. (ι) Δεν υπήρχε νομικό πρόσωπο με την επωνυμία «Provident Fund of the Diocese of Cyprus and the Gulf Staff» και αυτό ήταν σε γνώση τόσο των Εναγόντων όσο και της Εναγόμενης 1 κατά τον χρόνο υπογραφής των αιτήσεων ανοίγματος λογαριασμών Τεκμήριο 1 και Τεκμήριο 24-25 στις οποίες περιγράφεται ως τέτοιο. Περαιτέρω, οι αναφορές σε αριθμό και έτος εγγραφής νομικού προσώπου («Date of Registration and Number») στις αιτήσεις ανοίγματος των επίδικων λογαριασμών (Τεκμήριο 5 και 24-25) επιλέγηκαν και συμπληρώθηκαν τυχαία από τον αρμόδιο υπάλληλο της Εναγόμενης 1 χωρίς να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αφού ήταν υποχρεωτική η συμπλήρωση των σχετικών πεδίων για να μπορούσε να προχωρήσει ο αρμόδιος υπάλληλος της εναγόμενης 1 στην υποβολή των ρηθέντων αιτήσεων στο λογισμικό σύστημα της Εναγόμενης
  1. Κατά τον εν λόγω χρόνο ήταν σε γνώση της Εναγόμενης 1 ότι τα εν λόγω στοιχεία συμπληρώθηκαν χωρίς να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. (κ) Δεν υπήρξε σε οποιοδήποτε χρόνο εγγεγραμμένο Ταμείο Προνοίας με την επωνυμία «Provident Fund of the Diocese of Cyprus and the Gulf Staff» στον Έφορο Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών, δυνάμει της εκάστοτε εν ισχύ νομοθεσίας[5], ούτε έγιναν οποιεσδήποτε σχετικές προς τούτο παραστάσεις από τους Ενάγοντες στην Εναγόμενη
  2. Με επιστολή του ημερομηνίας 13/5/2016 ο Έφορος Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών επιβεβαίωσε τη μη εγγραφή ταμείου προνοίας στο σχετικό μητρώο και συγκεκριμένα, ενημέρωσε τους δικηγόρους των Εναγόντων ότι «. σύμφωνα με το Αρχείο που τηρείται από τον Έφορο Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία δεν υφίσταται Ταμείο Προνοίας με την επωνυμία «Provident Fund of the Diocese of Cyprus and the Gulf», με αριθμό εγγραφής ΑΕ1000000 και με ημερομηνίας εγγραφής/σύστασης 10/12/1983» (Τεκμήριο 14). (λ) Μόλις οι Ενάγοντες αντιλήφθηκαν την επίδικη απομείωση απέστειλαν στην Εναγόμενη 1 την επιστολή Τεκμήριο 11 ημερομηνίας 30/4/2013 με την οποία ενημέρωναν την Εναγόμενη 1 ότι ο Αποταμιευτικός Λογαριασμός Τριών Μηνών και ο Λογαριασμός Προθεσμιακής Κατάθεσης 6 μηνών δεν ήταν εγγεγραμμένοι ως λογαριασμοί ταμείου Προνοίας στον Έφορο Ταμείων Προνοίας και ότι ήταν κοινοί λογαριασμοί που ανοίχθηκαν από τους Ενάγοντες και ότι τα μόνα ποσά που κατατίθεντο ήταν χαριστικές πληρωμές που γίνονταν από την Επισκοπή. Οι Ενάγοντες δεν έλαβαν οποιαδήποτε απάντηση από την Εναγόμενη 1 στη ρηθείσα επιστολή. (μ) Εν συνεχεία, οι συνήγοροι των Εναγόντων απέστειλαν νέα επιστολή ημερομηνίας 31/5/2013 προς την Εναγόμενη 1 με την οποία ενημέρωναν την Εναγόμενη 1 ότι έχει προβεί στην επίδικη απομείωση κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας επαναλαμβάνοντας τη θέση των Εναγόντων περί μη ύπαρξης ταμείου προνοίας, πλην όμως δεν έλαβαν οποιαδήποτε απάντηση από την Εναγόμενη
  3. (ν) Οι καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών αποστέλλονταν στη διεύθυνση αλληλογραφίας της Επισκοπής. Για τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Καθίσταται λοιπόν σαφές από τον τρόπο που εξελίχθηκε η δίκη ότι, παρά το γεγονός ότι δικογραφικά προωθήθηκαν διάφορες θέσεις και ισχυρισμοί εκατέρωθεν, τα μοναδικά ζητήματα τα οποία εν τέλει προωθήθηκαν και τα οποία καλείται το Δικαστήριο να επιλύσει είναι αφενός το ζήτημα της νομιμοποίησης των Εναγόντων στην έγερση της παρούσας αγωγής και αφετέρου, το κατά πόσο η Εναγόμενη 1 εφάρμοσε ορθά τις πρόνοιες της ισχύουσας (κατά τον ουσιώδη χρόνο) νομοθεσίας ως αποτέλεσμα της οποίας απομειώθηκαν οι επίδικες καταθέσεις, ζητήματα τα οποία όπως θα διαφανεί στη συνέχεια συμπλέκονται αφού τόσο το ζήτημα της νομιμοποίησης όσο και το ζήτημα της ορθής ή όχι εφαρμογής της νομοθεσίας συναρτώνται άμεσα με το ιδιοκτησιακό καθεστώς και φύση των επίδικων λογαριασμών. Προσαχθείσα Μαρτυρία: Προς απόδειξη της υπόθεσης τους οι Ενάγοντες παρουσίασαν τέσσερις
(4)μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων ήταν η κα XXXXX Κατσαντώνη (ενάγουσα 1) (ΜΕ1), δεύτερος μάρτυρας ο κ. XXXXX Πατσαλίδης (ΜΕ2), τρίτος μάρτυρας ο κ. XXXXX XXXXX Holdsworth (ΜΕ3) και τέταρτος και τελευταίος μάρτυρας η κα XXXXX Στυλιανού (ενάγουσα 2) (ΜΕ4). Για την πλευρά των Εναγομένων έδωσαν μαρτυρία δύο
(2)μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο κ. XXXXX Οικονομίδης (ΜΥ1) και δεύτερος μάρτυρας ο κ. XXXXX Διάκος (ΜΥ2). Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα πάντοτε σε συνάρτηση με τα ζητήματα που παρέμειναν ως επίδικα. ΜΕ1: Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων ήταν η κα. XXXXX Κατσαντώνη (ΜΕ1) η οποία κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (Έγγραφο Α). Επανέλαβε τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων ως αυτές συνοψίσθηκαν πιο πάνω. Περαιτέρω, ανέφερε ότι είναι υπάλληλος στην Επισκοπή από το 1984 μέχρι σήμερα. Όπως εξήγησε, παρά το ότι ο τίτλος του Αποταμιευτικού Λογαριασμού 3 μηνών ήταν «Provident Fund of the Diocese of Cyprus and the Gulf Staff», ουδέποτε υπήρξε πρόθεση ο συγκεκριμένος λογαριασμός να αποτελέσει λογαριασμό Ταμείου Προνοίας ή συνταξιοδοτικού Ταμείου των υπαλλήλων της Επισκοπής αφού ουδέποτε συστάθηκε ταμείο προνοίας στη βάση της σχετικής νομοθεσίας. Ουδέποτε δημιουργήθηκε οποιαδήποτε Διαχειριστική Επιτροπή, δεν υπήρξε καταστατικό, ουδέποτε έγιναν οποιεσδήποτε εισφορές ή αποκοπές από τους υπαλλήλους της Επισκοπής προς όφελος ενός τέτοιου ταμείου ως μέλη του. Στον εν λόγω λογαριασμό δεν υπήρχε η δυνατότητα ούτε η πρόθεση να υπάρχει δυνατότητα παραχώρησης δανείων προς οποιονδήποτε εκ των υπαλλήλων της Επισκοπής και οι υπάλληλοι δεν δεσμεύονταν να διατηρήσουν το μερίδιο που τους αναλογούσε στον εν λόγω λογαριασμό για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Ανέφερε ότι κανένας από τους Ενάγοντες αλλά ούτε ο κ. Πατσαλίδης κατέθεσαν οποτεδήποτε ποσό στον εν λόγω λογαριασμό ως εισφορά ή αποκοπή. Επρόκειτο για ένα κλασσικό αποταμιευτικό λογαριασμό τριών μηνών με συνδικαιούχους τους Ενάγοντες και τον κ. Πατσαλίδη και δεν είχε χαρακτηριστικά λογαριασμού ταμείου προνοίας ή ταμείου συντάξεως. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στις 30/11/2007 οι Ενάγοντες απέστειλαν την επιστολή Τεκμήριο 3 στην Εναγόμενη 1 με την οποία της έδιναν οδηγίες ότι οι εξουσιοδοτημένοι υπογράφοντες του εν λόγω λογαριασμού θα παρέμεναν οι Ενάγοντες. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, ανέφερε ότι στις 25/07/2008 έδωσαν οδηγίες στην Εναγόμενη 1 με την επιστολή Τεκμήριο 4 να προχωρήσει στη μεταφορά του ποσού που βρισκόταν κατατεθειμένο στον εν λόγω λογαριασμό προς ένα νέο λογαριασμό που θα ανοιγόταν. Για να γίνει αυτό οι Ενάγοντες μετέβηκαν στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 1 στην οδό Διαγόρου στη Λευκωσία όπου υπέγραψαν σχετική αίτηση ανοίγματος λογαριασμού η οποία είχε από προηγουμένως συμπληρωθεί από τους υπαλλήλους της Εναγόμενης 1 (Τεκμήριο 5). Ούτε η ίδια ούτε οι υπόλοιποι Ενάγοντες γνωρίζουν γιατί ζητήθηκε από την Εναγόμενη 1 η υπογραφή αυτού του εντύπου που περιέχει στοιχεία που αφορούν νομικά πρόσωπα εφόσον ο λογαριασμός που ζήτησαν να ανοιχθεί δεν ήταν λογαριασμός εταιρείας ή ταμείου προνοίας αλλά ένας κοινός λογαριασμός προθεσμιακής κατάθεσης με συνδικαιούχους τους Ενάγοντες. Ο Λογαριασμός Προθεσμιακής Κατάθεσης 12 μηνών λειτουργούσε βάσει των οδηγιών των Εναγόντων και ανανεωνόταν τακτικά κατά τη λήξη του. Σε αυτόν τον λογαριασμό μεταφέρονταν από τον Αποταμιευτικό Λογαριασμό 3 μηνών οι χαριστικές πληρωμές της Επισκοπής προς τους Ενάγοντες. Ακολούθως, λόγω της προώθησης διαφόρων αποταμιευτικών και καταθετικών σχεδίων από την Εναγόμενη 1 οι Ενάγοντες περί τα τέλη Νοεμβρίου 2012 αποφάσισαν να μετατρέψουν τον Λογαριασμό Προθεσμιακής Κατάθεσης 12 μηνών σε Λογαριασμό Προθεσμιακής Κατάθεσης 6 μηνών. Ανέφερε ότι ενόψει του λάθους στο οποίο υπέπεσε η Εναγόμενη 1 με την αντιμετώπιση των επίδικων λογαριασμών ως λογαριασμών ταμείου προνοίας η απομείωση που έλαβε χώρα είναι παράνομη και αντικανονική και το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει την επαναφορά των «κουρεμένων» ποσών στις καταθέσεις των Εναγόντων. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι επειδή βρίσκονταν πολλά χρόνια στην υπηρεσία της Επισκοπής αποφασίστηκε από την Επισκοπή να τους δίνει αυτή τη χαριστική πληρωμή μηνιαίως γιατί δεν είχαν ταμείο προνοίας και ήταν χαμηλά αμειβόμενοι. Η συνεννόηση ήταν ότι θα χειρίζονταν οι ίδιοι οι Ενάγοντες τον λογαριασμό και όχι η Επισκοπή και ο λόγος που αποφάσισαν να του δώσουν αυτό το όνομα ήταν για να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους λογαριασμούς που είχε η Επισκοπή στην Εναγόμενη 1, επισημαίνοντας ότι ήταν απλά ένα όνομα και δεν λειτουργούσε ως ταμείο προνοίας. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η Εναγόμενη 1 πριν το άνοιγμα του πρώτου λογαριασμού τους είχε ζητήσει κάποιο γράμμα από την Επισκοπή και ήταν για αυτόν τον λόγο που ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 1 προκειμένου να ανοιχθεί ο λογαριασμός στο όνομα «Diocese of Cyprus and the Gulf» και να μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν αυτό το όνομα. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι σε ότι αφορά τη χαριστική πληρωμή που καταβαλλόταν μηνιαίως, δεν γινόταν οποιαδήποτε αποκοπή από τους μισθούς τους και σε σχέση με την εμπλοκή της Επισκοπής επεσήμανε ότι μετά το άνοιγμα του πρώτου λογαριασμού δεν υπήρξε οποιαδήποτε άλλη υπογραφή εκ μέρους της Επισκοπής παρά μόνο στην επιστολή Τεκμήριο
  1. Δεν αρνήθηκε ότι λάμβανε χώρα αποκοπή άμυνας σε ποσοστό 3% που αφορούσε ταμεία προνοίας πλην όμως επανέλαβε ότι δεν λειτουργούσε ως Ταμείο Προνοίας και ότι το αν η Εναγόμενη 1 αποφάσισε ότι ήταν και απέκοπτε αυτό το ποσοστό η ίδια δεν το ήξερε και δεν το έλεγξαν λέγοντας ότι εάν πρέπει να πληρώσουν κάτι στο κράτος σε σχέση με το ζήτημα αυτό θα το πράξουν. Σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν επέμεινε στη θέση της ότι τους λογαριασμούς τους χειρίζονταν οι Ενάγοντες και η Επισκοπή δεν είχε καμία σχέση με αυτούς. Σε ότι αφορά τις επιταγές που εκδίδονταν από την Επισκοπή σε σχέση με τη χαριστική πληρωμή (αντίγραφα κάποιων εκ των οποίων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 17, 18 και 19) ανέφερε ότι είχαν δικαίωμα υπογραφής στους λογαριασμούς της Επισκοπής χωρίς όμως να ήταν αυτοί που αποφάσιζαν για την έκδοση τους, παρά μόνο η Σύνοδος. ΜΕ2: Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων ήταν ο κ. XXXXX Πατσαλίδης (ΜΕ 2) ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Β). Ήταν υπάλληλος στην Επισκοπή από το 1984 μέχρι τις 30/11/2007 και διεκπεραίωνε όλες τις λογιστικές και τραπεζικές εργασίες της Επισκοπής. Όπως ανέφερε, οι απολαβές των υπαλλήλων της Επισκοπής αποτελούντο από το μισθό τους σε μηνιαία βάση και την καταβολή 13ου μισθού. Περαιτέρω ανέφερε ότι λόγω του γεγονότος ότι δεν υφίστατο ταμείο προνοίας ή κάποιο άλλο συνταξιοδοτικό ταμείο για τους υπαλλήλους της Επισκοπής και ότι οι μισθοί τους ήταν χαμηλοί, στις αρχές του 2005 κατόπιν συζητήσεων μεταξύ της διοίκησης της Επισκοπής και του προσωπικού της, αποφασίστηκε όπως ανοιχθεί ένας κοινός αποταμιευτικός λογαριασμός (joint savings account) προς αποκλειστικό όφελος των υπαλλήλων της Επισκοπής, οι οποίοι το 2005 ήταν ο ίδιος και οι Ενάγοντες. Επανέλαβε τα όσα ανέφερε και η ΜΕ1 σε σχέση με τη χαριστική πληρωμή λέγοντας ότι η πρόθεση τους ήταν να μπορούν να πάρουν αυτά τα χρήματα κατά την αφυπηρέτηση τους. Ο Αποταμιευτικός Λογαριασμός 3 μηνών δεν ανοίχθηκε, όπως ανέφερε, για την Επισκοπή αλλά ούτε ανήκε στην Επισκοπή και ήταν για αυτόν τον λόγο που ουδέποτε έτυχε αντικείμενο εσωτερικού ή εξωτερικού ελέγχου στο πλαίσιο ελέγχου των βιβλίων και οικονομικών καταστάσεων της Επισκοπής. Ήταν η θέση του ότι ο εν λόγω λογαριασμός ανήκε αρχικά στον ίδιο και τους Ενάγοντες, οι οποίοι ήταν οι μοναδικοί «λειτουργοί/διαχειριστές και υπογράφοντες» του εν λόγω λογαριασμού και τα μοναδικά πρόσωπα με δικαίωμα ανάληψης ποσών που ήταν κατατεθειμένα σε αυτόν. Περαιτέρω, όπως ανέφερε, ο εν λόγω λογαριασμός δεν ήταν ποτέ λογαριασμός ταμείου προνοίας παρά το γεγονός ότι το όνομα του παρέπεμπε σε τέτοιου είδους λογαριασμός αφού ουδέποτε συστάθηκε οποιοδήποτε ταμείο προνοίας ή άλλο συνταξιοδοτικό ταμείο προς όφελος των υπαλλήλων της Επισκοπής. Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι δεν ενεγράφη ταμείο προνοίας στο σχετικό μητρώο, ούτε συστάθηκε διαχειριστική επιτροπή για να το διαχειρίζεται, ούτε οι υπάλληλοι της Επισκοπής έκαναν οποιεσδήποτε εισφορές στον εν λόγω λογαριασμό, ούτε προχώρησε η Επισκοπή σε οποιεσδήποτε αποκοπές από τους μισθούς τους για καταβολή στον εν λόγω λογαριασμό. Περαιτέρω, όπως ανέφερε, ουδέποτε υπήρξε οποιοδήποτε καταστατικό, ούτε δόθηκαν οποιαδήποτε δάνεια ή παραχωρήσεις από τον εν λόγω λογαριασμό. Ήταν αυτός που πρότεινε το συγκεκριμένο όνομα και ο λόγος ήταν η αποφυγή σύγχυσης του λογαριασμού με άλλους λογαριασμούς που διατηρεί η Επισκοπή στην Εναγόμενη 1 και σε άλλα ιδρύματα. Ανέφερε επίσης ότι μετά τον τερματισμό της εργασίας του στην Επισκοπή κατόπιν επιστολής που απέστειλαν οι Ενάγοντες στην Εναγόμενη 1 του καταβλήθηκε από τον εν λόγω λογαριασμό ποσό ύψους €13,875 το οποίο αντιστοιχούσε στη χαριστική πληρωμή που ο ίδιος δικαιούτο από την Επισκοπή η οποία κατατίθετο στον εν λόγω λογαριασμό από το άνοιγμα του και μετέπειτα. Αντεξεταζόμενος, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι δικαιούχοι του λογαριασμού ήταν ο ίδιος και οι Ενάγοντες. Για να ανοιχθεί ο λογαριασμός υπέγραψε την επιστολή Τεκμήριο 1 ο Επίσκοπος και ο κ. XXXXX Hardacre και οι ίδιοι έθεσαν τις υπογραφές τους στην εν λόγω επιστολή ως υπογράφοντες του λογαριασμού. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 15 ανέφερε ότι αυτό ήταν μία από τις αποφάσεις της Συνόδου και ερωτηθείς για τον λόγο που έγινε αυτό το έγγραφο αφού δεν υπήρχε ταμείο προνοίας απάντησε ότι δεν γνώριζε και διαφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε ότι έστω και αν δεν είχε εγγραφεί ταμείο προνοίας, λόγω του ότι έφερε τη συγκεκριμένη ονομασία, λειτουργούσε ο εν λόγω λογαριασμός σαν ταμείο προνοίας. Διαφώνησε επίσης με την υποβολή ότι ο σκοπός ήταν να παρουσιάσουν στην τράπεζα την εικόνα ότι ο λογαριασμός θα αφορούσε ταμείο προνοίας. ΜΕ3: Τρίτος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων ήταν ο κ. XXXXX XXXXX Holdsworth (ΜΕ3), ο οποίος από το 2010 μέχρι το 2019 ήταν Εκτελεστικός Αρχιμανδρίτης της Επισκοπής και επί του παρόντος επικεφαλής του Ιερατείου της Επισκοπής. Σε σχέση με τα καθήκοντα του ως Εκτελεστικός Αρχιμανδρίτης στην Επισκοπή ανέφερε ότι επέβλεπε όλα τα θέματα που αφορούν την εκκλησία και ήταν ο προϊστάμενος των Εναγόντων. Ανέφερε ότι είχε γνώση για τις μηνιαίες απολαβές των Εναγόντων λέγοντας ότι η Σύνοδος αποφάσισε να δίνονται χαριστικές πληρωμές για αυτούς τους υπαλλήλους σε ένα ξεχωριστό λογαριασμό, ο οποίος θα δημιουργείτο γι' αυτόν ακριβώς τον σκοπό. Ανέφερε ότι δεν υπήρχε ταμείο προνοίας και ότι αυτό ήταν μία άτυπη διαρρύθμιση, η οποία αφορούσε μόνο αυτούς τους υπαλλήλους. Θεώρησε ότι αυτή η διαρρύθμιση δεν ήταν ικανοποιητική και κατά τον χρόνο που ήταν εκτελεστικός διευθυντής αυτή τερματίστηκε. Αναφερόμενος στον Αποταμιευτικό Λογαριασμό 3 μηνών ανέφερε ότι αυτός ο λογαριασμός ήταν πολύ περίεργος για τον ίδιο, ήταν υπογεγραμμένος μόνο από τους δικαιούχους και οι υπογραφείς ήταν μόνο οι δικαιούχοι, λέγοντας όμως ότι είναι ξεκάθαρο ότι αυτό επιθυμούσε η εκκλησία. Επρόκειτο για μία διαρρύθμιση, η οποία, όπως την χαρακτήρισε ο ίδιος, δεν ήταν πολύ επαγγελματική και ήταν πολύ εύκολο να δημιουργηθούν παρεξηγήσεις και δεν ήταν σωστό το γεγονός ότι το όνομα του λογαριασμού περιείχε τα ονόματα «Επισκοπή» και τη λέξη «ταμείο», ενώ αυτό δεν αντικατόπτριζε την πραγματικότητα. Χαρακτήρισε αποτέλεσμα ερασιτεχνισμού τον τρόπο με τον οποίο έγινε η συγκεκριμένη άτυπη διαρρύθμιση λέγοντας ότι στη συνέχεια όταν άλλοι υπάλληλοι προσλήφθηκαν από την εκκλησία, έκαναν αναδιάρθρωση του τρόπου μισθοδοσίας και σταμάτησαν αυτήν τη διαρρύθμιση. Επεσήμανε όμως ότι δεν μπορούσαν να κλείσουν τον εν λόγω λογαριασμό, διότι δεν είχαν καμία εξουσία επί του λογαριασμού. Ανέφερε ότι η μοναδική εμπλοκή της Επισκοπής ήταν η αποστολή της αρχικής επιστολής για να ανοιχθεί ο λογαριασμός και στη συνέχεια η Επισκοπή δεν είχε οποιανδήποτε ανάμειξη με τον λογαριασμό. Πρόσθεσε ότι δεν γίνονταν οποιαδήποτε ερωτήματα ή οποιοιδήποτε έλεγχοι αναφορικά με αυτόν τον λογαριασμό από την Επισκοπή προς τους δικαιούχους του λογαριασμού, οι οποίοι ως ανέφερε ήταν οι Ενάγοντες. Η μόνη υποχρέωση της Επισκοπής ήταν να εφαρμόσει την απόφαση της Συνόδου, καταθέτοντας μηνιαίως συγκεκριμένα ποσά στον λογαριασμό. Αντεξεταζόμενος δήλωσε ευθαρσώς ότι το 2006 όταν ανοίχθηκε ο Αποταμιευτικός Λογαριασμός 3 μηνών δεν είχε ο ίδιος σχέση με την Επισκοπή. Ερωτηθείς για ποιο λόγο δεν κατατίθετο στον κάθε ενάγοντα το ποσό της χαριστικής πληρωμής ανέφερε ότι δεν μπορούσε να δώσει κάποια απάντηση σε αυτό επαναλαμβάνοντας ότι η όλη διευθέτηση δεν δημιουργήθηκε σωστά και με επαγγελματικό τρόπο. Επέμεινε στη θέση του ότι αν σχεδιαζόταν ως ταμείο προνοίας θα είχε διαφορετικά χαρακτηριστικά από τον λογαριασμό που δημιουργήθηκε. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 15 (απόφαση Συνόδου για έγκριση ενός προτεινόμενου «non contributory office staff provident fund») ανέφερε ότι αν οποιοσδήποτε μπορεί να αποκαλέσει συντακτικό έγγραφο ταμείου προνοίας το συγκεκριμένο έγγραφο ξεκάθαρα δεν έχει δει ποτέ του συντακτικό έγγραφο ταμείου προνοίας και ότι αυτό που γνωρίζει είναι ότι ένα τέτοιο έγγραφο δεν είναι αρκετό για σύσταση ταμείου προνοίας. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 16 (επιστολή για πληρωμή συγκεκριμένου ποσού προς τον κ. XXXXX Πατσαλίδη) ανέφερε ότι αυτή η επιστολή υπογράφεται από τους τρεις δικαιούχους του λογαριασμού σε μία προσπάθεια να ρυθμίσουν τον λογαριασμό τους και όχι από την επισκοπή και δεν αναγράφεται ότι αυτοί εκπροσωπούν την επισκοπή. Όταν του υποβλήθηκε ότι ακόμα και να μην υπήρχε πρόθεση να ήταν ταμείο προνοίας, ο λογαριασμός ανήκε στην Επισκοπή, αρνήθηκε την υποβολή λέγοντας ότι η Επισκοπή δεν είχε ρόλο στη διαχείριση αυτού του λογαριασμού πέραν από την υποβοήθηση για το άνοιγμα του και ότι τον διαχειρίζονταν αρχικά τα 4 φυσικά πρόσωπα και στη συνέχεια οι Ενάγοντες. ΜΕ4: Τέταρτη και τελευταία μάρτυρας ήταν η κα XXXXX Στυλιανού, Ενάγουσα 2 (ΜΕ4), γραμματειακή υπάλληλος στην Επισκοπή από το
  2. Αναφέρθηκε και αυτή όπως και οι υπόλοιποι μάρτυρες στη χαριστική πληρωμή που καταβαλλόταν από την Επισκοπή από το 2005 λέγοντας ότι δημιουργήθηκε αυτή η πληρωμή κατόπιν συνομιλιών των Εναγόντων και του κ. XXXXX Πατσαλίδη λέγοντας ότι προώθησαν το ζήτημα αυτό στην Επισκοπή η οποία το προώθησε στη Σύνοδο που εν τέλει το ενέκρινε. Ακολούθως, όπως ανέφερε, ετοιμάστηκε επιστολή από τον επίσκοπο XXXXX Handford και από τον κύριο XXXXX Hardarce για την τράπεζα και ζήτησαν να ετοιμάσει η τράπεζα ό,τι χρειαζόταν και υπέγραψαν ως υπογράφοντες. Αυτός ο λογαριασμός ανέφερε, ήταν για αυτούς τους 4 (δηλαδή τους Ενάγοντες και τον κ. Πατσαλίδη ο οποίος στη συνέχεια αποχώρησε). Δηλαδή, όπως είπε, ήταν ένας κοινός λογαριασμός αυτοί και διαχειρίζονταν αυτόν τον λογαριασμό. Χαρακτήρισε το Τεκμήριο 1 (επιστολή από την Επισκοπή) ως σύσταση τους προς την Τράπεζα λέγοντας ότι παρά το γεγονός ότι γίνεται αναφορά σε Ταμείο Προνοίας αυτός ήταν μόνο ένας τίτλος. Ήθελαν, όπως ανέφερε, κοινό λογαριασμό για να μπαίνουν τα χρήματα μαζί και σε περίπτωση που κάποιος έφευγε θα έπαιρνε το μερίδιο του. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 15 ανέφερε ότι αυτή ήταν η πρόταση που δόθηκε στη Σύνοδο από τον Επίσκοπο για να γίνει η χαριστική πληρωμή λέγοντας ότι οι ίδιοι έκαναν ξεκάθαρο ότι ήθελαν κοινό λογαριασμό και όχι ταμείο προνοίας. Σε σχέση με τον λόγο ανοίγματος του δεύτερου λογαριασμού το 2008 ανέφερε ότι είχαν μαζευτεί αρκετά χρήματα και έτσι ήθελαν να έχουν καλύτερο επιτόκιο. Κράτησαν όπως ανέφερε και τους δύο λογαριασμούς και οι επιταγές σε σχέση με το ποσό της χαριστικής πληρωμής κατατίθεντο στον πρώτο λογαριασμό. Όταν αποφάσισαν να ανοίξουν τον Λογαριασμό Προθεσμιακής Κατάθεσης 12 μηνών το 2008, ανέφερε ότι οι Ενάγοντες επικοινώνησαν με την Εναγόμενη 1 και τους ζήτησαν να ετοιμάσουν τα έγγραφα που χρειάζονταν πράγμα που έγινε και έτσι υπέγραψαν τη σχετική αίτηση Τεκμήριο
  3. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι την επιστολή Τεκμήριο 16 σε σχέση με το ποσό που πληρώθηκε στον κ. Πατσαλίδη ήταν οι Ενάγοντες που την υπέγραψαν και όχι η Επισκοπή και απλώς χρησιμοποίησαν το επιστολόχαρτο της Επισκοπής επειδή δούλευαν στην Επισκοπή. Σε σχέση με το Τεκμήριο 15 επέμεινε στη θέση της ότι αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο Επίσκοπος προώθησε την πρόταση για χαριστική πληρωμή στη Σύνοδο λέγοντας ότι για να δοθεί μία τέτοια χαριστική πληρωμή θα έπρεπε να ψηφιστεί κάτι τέτοιο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι το όνομα που επιλέγηκε δεν ήταν τυχαίο επειδή είχε σκοπό να παρουσιαστεί στην τράπεζα ο λογαριασμός αυτός ως λογαριασμός ταμείου προνοίας λέγοντας ότι εάν ήταν ταμείο προνοίας τότε η τράπεζα θα έπρεπε να ζητήσει τα σχετικά συστατικά έγγραφα. Σε ότι αφορά την αποκοπή της άμυνας ανέφερε ότι αντιλήφθηκε αυτό το ζήτημα κατά τη δίκη αφού στις καταστάσεις έβλεπαν μόνο το επιτόκιο και το τελικό ποσό και ότι ήταν δουλειά της τράπεζας να κοιτάξει κατά πόσο ένας λογαριασμός είναι ταμείου προνοίας και να κάνει τις σχετικές αφαιρέσεις. Όταν της υποβλήθηκε ότι δεν φαίνονται πουθενά δικαιούχοι και ότι λανθασμένα έχουν εγείρει την παρούσα αγωγή απάντησε με ερώτηση λέγοντας πως ήταν τότε σε θέση να αλλάξουν τον λογαριασμό σε πρωτότοκο χωρίς την έγκριση της Επισκοπής. ΜΥ1: Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά της Εναγόμενης 1 ήταν ο κ. XXXXX Οικονομίδης ο οποίος κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι εργάζεται στην Εναγόμενη 1 από το
  4. Από το 2009 είναι προϊστάμενος στο Τμήμα Εξυπηρέτησης Πελατών στο κατάστημα της λεωφόρου Κέννεντυ και προηγουμένως ήταν στον Εσωτερικό Έλεγχο της τράπεζας για περίοδο περίπου 17 χρόνων. Πριν από τη θέση που κατέχει τώρα εργάστηκε τον τελευταίο χρόνο στο κατάστημα Διαγόρου. Σε ότι αφορά τα καθήκοντα του ανέφερε ότι η ευθύνη του είναι να διατηρεί την εύρυθμη λειτουργία του Τμήματος Εξυπηρέτησης Πελατών. Είπε ότι δεν γνωρίζει τους Ενάγοντες και ότι αντλεί τη γνώση του μέσα από τα έγγραφα της παρούσας υπόθεσης για την οποία έκανε έρευνα, ως ανέφερε, κατόπιν προσέγγισης από τους δικηγόρους της Εναγόμενης
  5. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι η Επισκοπή διατηρούσε συνεργασία με την Εναγόμενη 1 από το
  6. Τον Απρίλη του 2005, κατόπιν γραπτής επιθυμίας των «πελατών» όπως χαρακτήρισε την Επισκοπή, ανοίχτηκε ένας αποταμιευτικός λογαριασμός στο όνομα «Provident Fund of the Diocese of Cyprus and the Gulf Staff». Κληθείς να σχολιάσει το Τεκμήριο 1 ανέφερε ότι αυτό αφορά μία επιστολή από τους πελάτες «Diocese of Cyprus and the Gulf» όπως ανέφερε, (στα ελληνικά: η Επισκοπή της Κύπρου και του Κόλπου), για την επιθυμία να ανοίξουν έναν λογαριασμό αποταμιευτικό στο όνομα «Provident Fund of the Diocese of Cyprus and the Gulf Staff». Πρόσθεσε ότι την οδηγία αυτήν την υπογράφουν 2 άτομα, ο επίσκοπος και γραμματέας και ταμίας και από κάτω υπάρχουν δείγματα των υπογραφών των 4 ατόμων που θα δέσμευαν τον λογαριασμό. Ερωτηθείς ποιοι φαίνεται να είναι οι δικαιούχοι του εν λόγω λογαριασμού μέσα από το Τεκμήριο 1 ανέφερε ότι: «Οι δικαιούχοι είναι οι πελάτες με την ονομασία Diocese of Cyprus and the Gulf και απλώς επιθυμούσαν να ανοίξουν έναν λογαριασμό στο όνομα ταμείο προνοίας των υπαλλήλων της νομικής αυτής οντότητας».[6] Ερωτηθείς να σχολιάσει τη θέση των Εναγόντων περί κοινού αποταμιευτικού λογαριασμού ανέφερε ότι από τα τεκμήρια που του υποδείχθηκαν (πρόκειται για τα τεκμήρια 1, 2, 3, 5, 15, 16, 17) ανέφερε ότι από τα έγγραφα φαίνεται καθαρά ότι πρόκειται για μία νομική οντότητα. Ακολούθως περιέγραψε τη διαδικασία ανοίγματος κοινού λογαριασμού καταθέτοντας ως Τεκμήριο 20 το σχετικό έντυπο που χρησιμοποιείται σε τέτοιες περιπτώσεις. Ακολούθως, ερωτηθείς ως προς το ποια έγγραφα είχε στη διάθεση της η Εναγόμενη 1 για να προχωρήσει στο άνοιγμα του λογαριασμού, υπέδειξε τα τεκμήρια 1, 2 και 15 και χαρακτήρισε αυτά ως ακολούθως: Το τεκμήριο 1 είναι μία οδηγία από ένα νομικό πρόσωπο προς την τράπεζα για το αίτημα ανοίγματος ενός λογαριασμού ταμείου προνοίας, το τεκμήριο 2 ήταν τα πρακτικά συνεδρίας της Επισκοπής για το άνοιγμα λογαριασμού και το Τεκμήριο 15 «οι όροι λειτουργίας του λογαριασμού Provident Fund που επιθυμούσαν να ανοίξουν οι πελάτες».[7] Σχολιάζοντας το Τεκμήριο 1 ανέφερε ότι δεν θα μπορούσε η Τράπεζα να δεχόταν εντολή από κάποιον τρίτο για το άνοιγμα κοινού λογαριασμού σε άλλα 4 άτομα. Αναφερόμενος στα Τεκμήρια 3 και 16 είπε πως αυτό που βλέπει ο ίδιος είναι μία οδηγία από τη νομική οντότητα προς την τράπεζα αναφορικά με τον συγκεκριμένο λογαριασμό (δηλαδή τον Αποταμιευτικό Λογαριασμό 3 μηνών) ο οποίος, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «ανήκει στο ταμείο προνοίας της νομικής αυτής οντότητας».[8] Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 22 ανέφερε ότι αυτό αποτελεί μία κατάσταση λογαριασμού για τους «πελάτες ταμείο προνοίας προσωπικού της Επισκοπής της Κύπρου και του Κόλπου.»[9] Ερωτηθείς σε σχέση με την αποκοπή αμυντικής εισφοράς και με αναφορά στο Τεκμήριο 22 (καταστάσεις λογαριασμού) ανέφερε ότι στην παρούσα υπόθεση το ποσοστό αποκοπής για την αμυντική εισφορά ήταν 3% των πληρωθέντων προς τον πελάτη πιστωτικών τόκων κάτι που υποδηλώνει, όπως ανέφερε, ότι επρόκειτο καθαρά για λογαριασμό ταμείου προνοίας με αυτό το ωφέλημα. Ερωτηθείς σε σχέση με το Τεκμήριο 5 (έντυπο ανοίγματος λογαριασμού σε σχέση με τον Λογαριασμό Προθεσμιακής Κατάθεσης 12 μηνών) ανέφερε ότι αυτή είναι μία αίτηση που έγινε από την Επισκοπή. Τέλος, ανέφερε ότι βάσει των όσων έχει προσωπικά ερευνήσει, βάσει των οδηγιών που έχει λάβει η Εναγόμενη 1, της συχνότητας καταθέσεων συγκεκριμένων ποσών, και την όλη λειτουργία των λογαριασμών, φαίνεται ξεκάθαρα, όπως είπε, ότι επρόκειτο για λογαριασμούς ταμείου προνοίας, δηλαδή ότι ανοίχτηκαν, όπως είπε, με σκοπό να λειτουργούν σαν λογαριασμοί ταμείου προνοίας. Αντεξεταζόμενος δήλωσε ευθαρσώς ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή στο άνοιγμα των δύο λογαριασμών το 2005 και το 2008 και στην τροποποίηση του δεύτερου λογαριασμού που έλαβε χώρα το 2012 και συμφώνησε ότι δεν γνωρίζει από πρώτο χέρι τι ακριβώς έλαβε χώρα τόσο με το άνοιγμα των δύο λογαριασμών όσο και με την τροποποίηση του δεύτερου λογαριασμού το
  7. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 1 είπε πως αυτή ήταν απλώς μία επιστολή από τον πελάτη για την επιθυμία του να ανοίξει έναν τραπεζικό λογαριασμό και πως δεν αρκεί η αποστολή μιας επιστολής για να ανοιχθεί ένας λογαριασμός. Πρόσθεσε ότι αυτή ήταν η πρώτη επαφή των πελατών με την τράπεζα και ότι ακολούθησαν άλλα έντυπα τα οποία συμπληρώθηκαν και υπογράφηκαν από τους πελάτες για την πραγματοποίηση του ανοίγματος τραπεζικού λογαριασμού τα οποία όταν του ζητήθηκε να παρουσιάσει ανέφερε ότι δεν τα έχει μαζί του, εξηγώντας ότι πρόκειται για το τραπεζικό έντυπο ανοίγματος λογαριασμού. Συνέχισε λέγοντας ότι δεν θυμόταν αν ανέτρεξε σε αυτό το έντυπο κατά την έρευνα του, ούτε θυμόταν τον λόγο για τον οποίο δεν το κατέθεσαν. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν υπάρχει τέτοιο έγγραφο και για αυτόν τον λόγο δεν κατατέθηκε στη διαδικασία ανέφερε ότι υπάρχει η δυνατότητα να υποβάλουν οι συνήγοροι των Εναγόντων επίσημο αίτημα στην τράπεζα και να τους απαντήσει επίσημα και δεν μπορούσε ο ίδιος να πει εκείνη τη στιγμή που ρωτήθηκε εάν υπάρχει ή εάν δεν υπάρχει. Στη συνέχεια, ερωτηθείς εάν επιμένει στη θέση του ότι ο λογαριασμός που ανοίχθηκε το 2008 ανήκει στην Επισκοπή ανέφερε ότι «ανήκε στο Ταμείο Προνοίας των υπαλλήλων της Επισκοπής. Δηλαδή, ανήκε, είναι κάτω από την ομπρέλα της Επισκοπής. Δεν ήταν στο όνομα της Επισκοπής, είναι στο Ταμείο Προνοίας των υπαλλήλων της Επισκοπής»[10] και σε άλλο σημείο ότι «ανήκουν στην Επισκοπή με την ονομασία Ταμείο Προνοίας των Υπαλλήλων της Επισκοπής».[11] Συμφώνησε ότι δεν έχει στον φάκελο της Εναγόμενης 1 ιδρυτικό έγγραφο ή καταστατικό σύστασης ταμείου προνοίας ή οποιοδήποτε έγγραφο με τα μέλη αυτού του Ταμείου Προνοίας ή οποιουσδήποτε ελεγμένους λογαριασμούς που αφορούν το φερόμενο αυτό Ταμείο Προνοίας. Όταν του υποβλήθηκε ότι αν η τράπεζα πίστευε ότι υφίστατο όντως Ταμείο Προνοίας θα είχε προνοήσει να εξασφαλίσει όλα αυτά τα έγγραφα για σκοπούς πληρότητας των αρχείων της απάντησε ότι δεν μπορεί ούτε να συμφωνήσει ούτε να διαφωνήσει προσθέτοντας ότι η τράπεζα μπορεί να ανοίξει λογαριασμό σε οποιονδήποτε με ελλιπή στοιχεία και να φροντίσει να τα παραλάβει αργότερα, πλην όμως σε αυτήν την περίπτωση παραδέχτηκε ότι δεν φαίνεται η τράπεζα να προνόησε να ζητήσει οποιαδήποτε επιπρόσθετα στοιχεία. Ακολούθως, σε υποβολή ότι η πρόθεση της Επισκοπής ήταν να ανοιχθεί ένας λογαριασμός προς όφελος των υπαλλήλων της και πιο συγκεκριμένα των Εναγόντων, και για αυτόν τον λόγο ανοίχθηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί προς όφελος των Εναγόντων στους οποίους η Επισκοπή δεν είχε καμιά εμπλοκή πέραν του να καταβάλει τις χαριστικές πληρωμές σε μηνιαία βάση δήλωσε ευθαρσώς: «Συμφωνώ απόλυτα με αυτό το σκεπτικό».[12] Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ανέφερε ότι δεν εντόπισε οποιαδήποτε έγγραφα που να δείχνουν ούτε σύσταση, ούτε εγγραφή ταμείου προνοίας, ενώ σε υποβολή ότι η τράπεζα ουδέποτε ζήτησε από τους Ενάγοντες ή την Επισκοπή οποιαδήποτε έγγραφα που αφορούν στο φερόμενο αυτό Ταμείο Προνοίας γιατί ουδέποτε συστάθηκε τέτοιο Ταμείο Προνοίας και η τράπεζα γνώριζε ότι ουδέποτε υπήρξε τέτοιο Ταμείο Προνοίας απάντησε ότι: «Θα συμφωνήσω, αλλά θα διαφωνήσω στο ότι η τράπεζα γνώριζε ότι δεν υπήρχε Ταμείο Προνοίας, δεν είχε συσταθεί Ταμείο Προνοίας».[13] ΜΥ2: Δεύτερος και τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά της Εναγόμενης 1 ήταν ο κ. XXXXX Διάκος, Διευθυντής στο κατάστημα Δασούπολης της Εναγόμενης
  8. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι δεν σχετίζεται άμεσα με την υπόθεση και λόγω της μακρόχρονης εμπειρίας του στα ανοίγματα λογαριασμών πελατών, του δόθηκε ο φάκελος για να αξιολογήσει τα έγγραφα που υπήρχαν μέσα. Ανέφερε ότι ένα από τα καταστήματα που εξυπηρετούσε, ήταν και το κατάστημα 120 στη Διαγόρου, όπου γύρω στις 19 Απριλίου 2005, έλαβε τηλεφώνημα από το κατάστημα Διαγόρου για να εξυπηρετήσει έναν πελάτη. Από την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με το κατάστημα, του αναφέρθηκε ότι ο κύριος Πατσαλίδης Μιχάλης ζήτησε από τον συνάδελφο του XXXXX Κάττο, που ήταν υπεύθυνος συναλλαγών, να έχει ψηλότερο επιτόκιο για τον λογαριασμό του ταμείου προνοίας της Εκκλησίας της Κύπρου και του Κόλπου, το οποίο όμως για τεχνικούς λόγους δεν τους δόθηκε όπως είπε. Σε σχέση με το άνοιγμα του πρώτου λογαριασμού το 2005 εντόπισε στον φάκελο της Εναγόμενης 1 ακόμα δύο σελίδες τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήριο 23 με τα δείγματα της υπογραφής των τεσσάρων προσώπων με δικαίωμα υπογραφής για τον εν λόγω λογαριασμό προειδοποίησης τριών μηνών. Κατέθεσε επίσης το πρωτότυπο έντυπο ανοίγματος του Λογαριασμού Προθεσμιακής Κατάθεσης 6 μηνών (Τεκμήριο 25) αναφέροντας ότι στη σελ. 2 υπάρχει το λεγόμενο nace code, το οποίο είναι, όπως εξήγησε, ένας δείκτης που ομαδοποιεί τις οικονομικές δραστηριότητες των οργανισμών και στη συγκεκριμένη περίπτωση καταγράφηκε η αναφορά «pension funding». Όταν τέθηκε προς σχολιασμό από τον ίδιο ότι η θέση των Εναγόντων ότι δεν ανοίχτηκε λογαριασμός ταμείου προνοίας, και ότι αυτό που στην ουσία είχαν σκοπό να πράξουν οι Ενάγοντες ήταν να ανοίξουν έναν κοινό αποταμιευτικό λογαριασμό μεταξύ τους, διαφώνησε λέγοντας ότι οι διαφορές στα έντυπα μεταξύ ενός κοινού λογαριασμού φυσικών προσώπων και μιας εταιρείας, είναι τεράστιες. Περαιτέρω, ανέφερε ότι σε κοινούς λογαριασμούς τα ονόματα των προσώπων συνδέονται με τη λέξη «και», πράγμα που δεν συνέβηκε εν προκειμένω. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι δεν γνωρίζει από πρώτο χέρι τα όσα διαδραματίστηκαν σε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς κατά το άνοιγμα και την τροποποίησή τους, εκτός από το περιστατικό με το ψηλότερο επιτόκιο. Ερωτηθείς τι έγγραφα είδαν ως τράπεζα, το χρονικό εκείνο διάστημα, για να επιβεβαιώσουν ότι πρόκειται για Ταμείο Προνοίας και άρα εύλογα ζητείτο ψηλότερο επιτόκιο ανέφερε ότι στην υπηρεσία που ήταν ο ίδιος απλώς παρείχαν ψηλότερα επιτόκια και δεν έλεγχαν έγγραφα και ότι αποφάσιζαν για την παροχή υψηλότερων επιτοκίων στη βάση των στοιχείων που τους έδινε το κατάστημα. Ερωτηθείς για το ποια στοιχεία τους δόθηκαν εν προκειμένω από το κατάστημα ανέφερε ότι τους είπαν ότι επρόκειτο για ταμείο προνοίας και ερωτηθείς εκ νέου για το ποια συγκεκριμένα στοιχεία δόθηκαν είπε ότι δεν έλεγχαν στοιχεία και ότι ήταν τηλεφωνικώς η επικοινωνία που είχαν με τους συναδέλφους τους τους οποίους, όπως είπε, δεν αμφισβητούν και δεν ήταν η δουλειά του να εξετάσει τα λεχθέντα. Τελικά, ανέφερε ότι δεν δόθηκε ευνοϊκότερο επιτόκιο εν προκειμένω καθότι δεν πρόκειτο για νέα χρήματα αλλά για υφιστάμενα χρήματα που μεταφέρονταν από τον ένα λογαριασμό στον άλλο. Στη συνέχεια, ερωτηθείς με ποιο έντυπο ανοίχθηκε ο λογαριασμός του 2005 ανέφερε ότι δεν το είχε μαζί του τη στιγμή που ερωτάτο και στη συνέχεια ερωτηθείς εάν βρήκαν αίτηση για άνοιγμα του λογαριασμού το 2005 ανέφερε ότι η αίτηση είναι το Τεκμήριο 1 (δηλαδή η επιστολή από την Επισκοπή). Ερωτηθείς εάν ανοίγεται κάποιος λογαριασμός χωρίς να υπογραφούν άλλα έγγραφα απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι υπογράφονται και άλλα έγγραφα, αλλά στον φάκελο βρήκε μόνο αυτό και τις υπογραφές των πελατών. Περαιτέρω, επί τούτου ανέφερε ότι μπορεί ο συνάδελφος που άνοιξε τον λογαριασμό να θεώρησε ότι αυτό είναι αρκετό για να ανοίξει τον λογαριασμό ή μπορεί να υπάρχει και άλλο έγγραφο, αλλά δεν βρέθηκε άλλο έγγραφο καταλήγοντας ότι δεν ήταν ο ίδιος εκεί για να ξέρει τι έγινε. Ερωτηθείς τι έγγραφα ζητήθηκαν αναφορικά με αυτό το υποτιθέμενο Ταμείο Προνοίας προκειμένου να ανοιχθεί αυτός ο λογαριασμός ανέφερε ότι δεν γνώριζε αφού εκείνον τον καιρό δεν δούλευε σε κατάστημα για να ξέρει ακριβώς. Σε άλλο σημείο ανέφερε σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ότι δεν υπήρχε ταμείο προνοίας γιατί δεν γράφτηκε στον έφορο Ταμείο Προνοίας λέγοντας ταυτόχρονα ότι δεν υπάρχει κανονισμός που να απαγορεύει σε συνάδελφο, το άνοιγμα λογαριασμού σε μη εγκεκριμένο Ταμείο Προνοίας, τουλάχιστον τότε το έτος 2005, διότι τώρα, όπως είπε, έχουν αλλάξει πολύ τα πράγματα. Ερωτηθείς εάν η θέση του είναι ότι επειδή είχε αυτό το όνομα ο λογαριασμός επρόκειτο στην πραγματικότητα για ταμείο προνοίας χωρίς να προβεί σε κάποιο έλεγχο η τράπεζα ανέφερε ότι φαντάζεται ότι πρέπει να ζητήθηκε από τους Ενάγοντες κάποιο πιστοποιητικό αλλά ότι δεν γνώριζε σίγουρα και ότι σίγουρα για να γραφτεί ταμείο προνοίας ζητήθηκε, πρόσθεσε. Αξιολόγηση Μαρτυρίας και περαιτέρω ευρήματα: Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[14] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[15] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[16] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[17] Μαρτυρία ΜΕ1 και ΜΕ4: Οι ΜΕ1 και ΜΕ4 έκαναν θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Παρέμειναν σταθερές και ακλόνητες στη θέση τους ότι ήταν οι Ενάγοντες και αρχικά και ο ΜΕ2 που είχαν τον αποκλειστικό έλεγχο και χειρισμό των επίδικων λογαριασμών χωρίς να έχει οποιαδήποτε εμπλοκή ή σχέση η Επισκοπή πέραν της αρχικής επιστολής που προωθήθηκε από την Επισκοπή στην Εναγόμενη 1 σε σχέση με το άνοιγμα του πρώτου λογαριασμού. Θέση που άλλωστε επιβεβαιώνεται και από την έγγραφη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα τα Τεκμήρια 5 και 25 τα οποία δεν φέρουν οποιαδήποτε υπογραφή εκ μέρους της Επισκοπής όπως για παράδειγμα φέρει το Τεκμήριο 1 που υπογράφεται από τον Επίσκοπο. Ούτε άλλωστε τους υποβλήθηκε ότι οι υπογραφές τους στα Τεκμήρια 1 και 25 τέθηκαν εκ μέρους και για λογαριασμό της Επισκοπής. Σταθερές ήταν και στη θέση τους οι οδηγίες που αποστέλλονταν ανά διαστήματα στην Εναγόμενη 1 μέσω επιστολών σε επιστολόχαρτο της Επισκοπής ήταν δικές τους οδηγίες και έφεραν την υπογραφή τους και όχι οδηγίες της Επισκοπής. Σταθερές παρέμειναν και στη θέση τους ότι όσες οδηγίες χρειάστηκαν να δοθούν σε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς αυτές δόθηκαν μόνο από τους Ενάγοντες και όχι από την Επισκοπή. Ήταν επίσης ειλικρινείς και στις τοποθετήσεις τους σε σχέση με το ζήτημα του ποσοστού της αμυντικής εισφοράς που αποκόπτετο από τους επίδικους λογαριασμούς μη διστάζοντας να δηλώσουν ευθαρσώς ότι είναι πρόθυμοι να αναλάβουν τις όποιες ευθύνες τους αναλογούν σε περίπτωση που έχουν επωφεληθεί οτιδήποτε δεν δικαιούνταν. Εξετάζοντας τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ4 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι αυτές απαντούσαν αυθόρμητα τις ερωτήσεις που τους τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία τους, η οποία ήταν άμεση και σταθερή. Κρίνω επομένως ότι η μαρτυρία τους ήταν αξιόπιστη και την αποδέχομαι. ΜΕ2: Το ίδιο θετική ήταν η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε και σε σχέση με τον ΜΕ2 και δεν έχω αμφιβολία ότι ήταν μάρτυρας αλήθειας. Η μαρτυρία του επίσης συνάδει με την ήδη αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ
  9. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η μαρτυρία του ΜΕ2 γίνεται αποδεκτή. ΜΕ3: Θετική ήταν η εντύπωση που σχημάτισε το Δικαστήριο σε σχέση με τον ΜΕ3 ο οποίος απαντούσε αυθόρμητα και με ειλικρίνεια τις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Ήταν σταθερός και σαφής στη θέση του ότι η Επισκοπή δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή ή σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς παρά μόνο κατά την προώθηση της αρχικής επιστολής Τεκμήριο 1 προς την Εναγόμενη 1 ξεκαθαρίζοντας ότι ήταν οι Ενάγοντες αυτοί που ήταν οι δικαιούχοι των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς. Τα όσα επί του προκειμένου ανέφερε συνάδουν απόλυτα με την ήδη αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία. Δεν δίστασε να παραδεχτεί ότι ο τρόπος με τον οποίο έγινε αυτή η διαρρύθμιση για την καταβολή της χαριστικής πληρωμής εκ μέρους της Επισκοπής δεν ήταν επαγγελματικός χαρακτηρίζοντας τον μάλιστα ερασιτεχνικό. Υπήρξε σαφής στη θέση του ότι παρά το γεγονός ότι ο ίδιος φρόντισε να σταματήσει αυτή η διαρρύθμιση όταν ο ίδιος ήταν εκτελεστικός αρχιμανδρίτης της Επισκοπής, η Επισκοπή δεν μπορούσε να κλείσει τον λογαριασμό επειδή δεν είχε καμία εξουσία επί των επίδικων λογαριασμών θέση η οποία ουδόλως αμφισβητήθηκε. Υπό αυτές τις περιστάσεις, κρίνω ότι η μαρτυρία του ήταν αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Μαρτυρία ΜΥ1, ΜΥ2: Σε ότι αφορά τους ΜΥ1 και ΜΥ2, για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια η μαρτυρία τους επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν δημιούργησε θετική εντύπωση. Δεν θεωρώ ότι πρόκειται για μάρτυρες που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο με πρόθεση να παραπλανήσουν το Δικαστήριο πλην όμως κατέστη σαφές από τα λεγόμενα τους ότι οι ίδιοι δεν είχαν προσωπική γνώση και εμπλοκή στα όσα διαμείφθηκαν καθόλη τη διάρκεια του ανοίγματος και λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών και η προσπάθεια που κατέβαλαν ήταν ουσιαστικά να ερμηνεύσουν απλώς έγγραφα που τους παρουσιάστηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο εκφράζοντας ουσιαστικά τη γνώμη τους ή καλύτερα προσπαθώντας να εξηγήσουν το πως οι ίδιοι αντιλήφθηκαν το περιεχόμενο των εγγράφων που τους παρουσιάστηκαν κάτι που οδήγησε σε ασταθείς, ασαφείς, γενικόλογες και συνακόλουθα, μη αποδεκτές από το Δικαστήριο αναφορές. Δίδω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του τρόπου που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν: Διαπίστωσα μία εμφανή σύγχυση εκ μέρους του ΜΥ1 σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των επίδικων καταθέσεων και του προσώπου που η τράπεζα θεωρούσε ως πελάτη της σε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς. Επισημαίνεται ότι δικογραφικά προβλήθηκαν διαζευκτικές θέσεις, ήτοι ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν σχέση με το άνοιγμα και λειτουργία των επίδικων λογαριασμών και ότι ήταν η Επισκοπή που άνοιξε τους λογαριασμούς (παράγραφος 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης), ότι ήταν οι ίδιοι οι Ενάγοντες που αιτήθηκαν το άνοιγμα των λογαριασμών (παράγραφος 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης) και ότι τα σχετικά με την αγωγή έγγραφα ορίζουν το ταμείο προνοίας ως τον ιδιοκτήτη των επίδικων λογαριασμών (παράγραφος 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης). Να θυμίσω σ' αυτό το σημείο τη θεμελιωμένη αρχή πως ένας διάδικος δικαιούται βεβαίως να προβάλει στο δικόγραφο του διαζευκτικούς ισχυρισμούς αλλά κατά την ακρόαση, οφείλει να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει.[18] Διαζεύξεις από ένα μάρτυρα ως προς το τι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα δεν χωρούν.[19] Όπως προκύπτει από την πιο πάνω σύνοψη της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, σε διάφορα σημεία ο ΜΥ1 χαρακτήριζε την Επισκοπή ως πελάτη της Τράπεζας και ως δικαιούχο του λογαριασμού που ανοίχθηκε το 2005 ενώ σε άλλα σημεία αποκλίνοντας από αυτήν την τοποθέτηση έλεγε ότι ο λογαριασμός ανήκε στο ταμείο προνοίας της νομικής αυτής οντότητας (εννοώντας την Επισκοπή) και με αναφορά στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 22 ότι αυτή αφορούσε τους πελάτες που ήταν το ταμείο προνοίας της Επισκοπής. Από τις τοποθετήσεις του, αναδύθηκε στην πραγματικότητα η σύγχυση από την πλευρά της Εναγόμενης 1 σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των επίδικων καταθέσεων και μία εμφανής αδυναμία σαφούς και ξεκάθαρης τοποθέτησης επί τούτου του σημείου. Περαιτέρω, ενώ ανέφερε ότι το Τεκμήριο 5 είναι αίτηση που υπογράφεται από την Επισκοπή, εντούτοις αυτό δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου το οποίο φαίνεται να υπογράφουν οι Ενάγοντες οι οποίοι δεν φαίνεται να υπογράφουν εκ μέρους και για λογαριασμό της επισκοπής, ούτε άλλωστε υποβλήθηκε τέτοια θέση σε αυτούς. Αξιοσημείωτη και αποκλίνουσα από τις προηγούμενες τοποθετήσεις του ήταν άλλωστε και η αποδοχή εν τέλει της θέσης που του υποβλήθηκε ότι οι επίδικοι λογαριασμοί ανοίχθηκαν προς όφελος των Εναγόντων χωρίς να έχει οποιαδήποτε εμπλοκή η Επισκοπή πέραν της καταβολής της χαριστικής πληρωμής σε μηνιαία βάση. Σε ότι αφορά τον ΜΥ2, οι αναφορές του ουδόλως βοήθησαν το Δικαστήριο. Ακριβώς λόγω της έλλειψης προσωπικής γνώσης και εμπλοκής του στα επίμαχα γεγονότα όταν του ζητήθηκε να σχολιάσει τη θέση των Εναγόντων περί κοινού αποταμιευτικού λογαριασμού η απάντηση του είχε ως βάση τα έντυπα ανοίγματος λογαριασμού που ο ίδιος είδε μεταγενέστερα και τα συμπεράσματα που εξήγαγε από αυτά και όχι τη γνώση του ως προς το τι είχε πραγματικά λάβει χώρα. Αξιοσημείωτο είναι άλλωστε το γεγονός ότι ενώ τα ίδια τα έντυπα ανοίγματος λογαριασμού κάνουν αναφορά σε εταιρεία (company) τόσο ο ίδιος όσο και ο ΜΥ1 παραδέχτηκε ότι δεν υπήρχε η νομική οντότητα που περιγράφεται στα εν λόγω έγγραφα (Τεκμήρια 5 και 24-25). Αξιοσημείωτο είναι άλλωστε και το γεγονός ότι για τον λογαριασμό του 2005 όχι μόνο δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε τραπεζικό έντυπο αλλά αναδύθηκε και μία έλλειψη αυθορμητισμού σε σχέση με την ύπαρξη ή όχι τέτοιου εγγράφου. Αρχικά ανέφερε ότι δεν το είχε μαζί του το εν λόγω έντυπο, αφήνοντας να νοηθεί ότι υπάρχει ενώ στη συνέχεια είπε ότι η αίτηση είναι εν τέλει η επιστολή της Επισκοπής (Τεκμήριο 1) για να παραδεχτεί στη συνέχεια ότι δεν αρκεί μία επιστολή για το άνοιγμα ενός λογαριασμού. Εν τέλει, ευθαρσώς δήλωσε ότι δεν ήταν εκεί ο ίδιος για να ξέρει τι έγινε ούτε και γνώριζε τι έγγραφα ζητήθηκαν σε σχέση με αυτό φερόμενο ταμείο προνοίας προκειμένου να ανοιχθεί ο λογαριασμός. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, προβαίνω στα ακόλουθα επιπρόσθετα ευρήματα: (α) Όλες οι οδηγίες σε σχέση με τον χειρισμό των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς δίδονταν στην Εναγόμενη 1 από τους Ενάγοντες και όχι από την Επισκοπή. Η Επισκοπή δεν είχε καμία εμπλοκή στους επίδικους λογαριασμούς πέραν από την αποστολή μίας επιστολής Τεκμήριο 1 που είχε προωθήσει με σκοπό το άνοιγμα του Αποταμιευτικού Λογαριασμού 3 μηνών και πέραν από την καταβολή της χαριστικής πληρωμής σε μηνιαία βάση. (β) Ήταν με οδηγίες των Εναγόντων και όχι της Επισκοπής που η Εναγόμενη 1 προέβη στην πληρωμή ποσού ύψους €13,875.00 στον κ. XXXXX Πατσαλίδη ο οποίος μαζί με τους Ενάγοντες ήταν οι υπογράφοντες του Αποταμιευτικού Λογαριασμού 3 μηνών από το άνοιγμα του μέχρι και τα τέλη του 2007 όταν παρέμειναν υπογράφοντες μόνο οι Ενάγοντες. (γ) Η μοναδική επιστολή που περιείχε οδηγίες της Επισκοπής και όχι των Εναγόντων ήταν το Τεκμήριο 1 το οποίο υπογράφεται από δύο πρόσωπα που είχαν την ιδιότητα του Επίσκοπου και του γραμματέα-ταμία. (δ) Οι επίδικοι λογαριασμοί δεν αποτέλεσαν οποτεδήποτε αντικείμενο εσωτερικού ή εξωτερικού ελέγχου στο πλαίσιο ελέγχου των βιβλίων και οικονομικών καταστάσεων της Επισκοπής. (ε) Οι επίδικοι λογαριασμοί ανοίχθηκαν προς όφελος των Εναγόντων και η Επισκοπή δεν είχε καμιά εμπλοκή πέραν του να καταβάλει τις χαριστικές πληρωμές σε μηνιαία βάση. Οι Ενάγοντες και μέχρι τα τέλη του 2007 και ο κ. XXXXX Πατσαλίδης μαζί με τους Ενάγοντες ήταν οι ωφέλιμοι δικαιούχοι των ποσών που ήταν κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς και είχαν δικαίωμα ανάληψης των ποσών που ήταν κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς και μάλιστα μέρος του ποσού που ήταν κατατεθειμένο στον Αποταμιευτικό Λογαριασμό 3 μηνών και πιο συγκεκριμένα ποσό ύψους €13,875.00 λήφθηκε από τον κ. XXXXX Πατσαλίδη μετά από οδηγίες που δόθηκαν από τους Ενάγοντες περί τα τέλη του
  10. (στ) Η Εναγόμενη 1 ακολουθούσε και συμμορφωνόταν με τις εκάστοτε οδηγίες των Εναγόντων χωρίς η Επισκοπή να δώσει οποτεδήποτε οποιαδήποτε οδηγία σε σχέση με τη διάθεση ή τον χειρισμό των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς σε οποιοδήποτε στάδιο. (ζ) Ουδέποτε συστάθηκε οποιαδήποτε διαχειριστική επιτροπή ταμείου προνοίας, ούτε οι υπάλληλοι της Επισκοπής έκαναν οποιεσδήποτε εισφορές στους επίδικους λογαριασμούς, ούτε προχώρησε η Επισκοπή σε οποιεσδήποτε αποκοπές από τους μισθούς τους για καταβολή στους επίδικους λογαριασμούς. Η Εναγόμενη 1 δεν είχε στον φάκελο που διατηρεί σε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς οποιοδήποτε ιδρυτικό έγγραφο ή καταστατικό σύστασης ταμείου προνοίας ή οποιοδήποτε έγγραφο με τα μέλη ταμείου προνοίας ή οποιουσδήποτε ελεγμένους λογαριασμούς ταμείου προνοίας. (η) Η Εναγόμενη 1 προέβαινε σε αποκοπή αμυντικής εισφοράς σε ποσοστό 3% που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο σε σχέση με ταμεία προνοίας. Νομική Πτυχή και τελικά συμπεράσματα: Στο πλαίσιο του Περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν. 16(I)/2013) ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 22/3/13 οι περί Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμοί του 2013 (Κ.Δ.Π. 92/2013). Στο άρθρο 8 των εν λόγω Κανονισμών καθορίστηκαν οι καταθέσεις που καλύπτονται από το Σχέδιο Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων ως ακολούθως: «Ως καταθέσεις που καλύπτονται από το Σχέδιο ορίζονται όλες οι καταθέσεις, σε ευρώ ή άλλο νόμισμα, σε καλυπτόμενα ιδρύματα και σε υποκαταστήματα καλυπτόμενου ιδρύματος, το οποίο έχει έδρα την Κυπριακή Δημοκρατία, τα οποία λειτουργούν σε άλλη χώρα, αλλά καταβάλλουν εισφορά στο Ταμείο, οι οποίες ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, καθώς και οι δεδουλευμένοι τόκοι μέχρι την ημερομηνία της λήξης της κατάθεσης ή την ημέρα που η κατάθεση κατέστη μη διαθέσιμη, ανάλογα με το είδος της κατάθεσης, με εξαίρεση τις καταθέσεις που αναφέρονται στον Κανονισμό 9». Στο άρθρο 9 των Κανονισμών εξαιρέθηκαν από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης διάφορες κατηγορίες καταθέσεων μεταξύ των οποίων οι: «9.
(1)(ε) καταθέσεις ταμείων προνοίας και συντάξεως». Περαιτέρω, στο πλαίσιο του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013) ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, στις 29/3/13 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβέρνησης το Περί Διάσωσης με Ίδια μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 103/2013). Σύμφωνα με τις πρόνοιες του ρηθέντος διατάγματος σε περίπτωση που οι συνολικές καταθέσεις ενός προσώπου το οποίο ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 των περί Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών του 2013, υπερέβαιναν το ποσό των €100.000, αφού το ποσό μειωνόταν κατά το συνολικό ποσό των δανειακών απαιτήσεων τις οποίες είχε η Τράπεζα Κύπρου κατά του εν λόγω προσώπου κατά τον εν λόγω χρόνο, αυτό το ποσό το οποίο χαρακτηρίστηκε ως «υπερβάλλον ποσό» θα υπόκειτο σε απομείωση με τον τρόπο που προνοείτο στο εν λόγω διάταγμα. Περαιτέρω, καθορίστηκε στο εν λόγω διάταγμα ότι το ποσό των συνολικών καταθέσεων τις οποίες οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 8 των περί Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών του 2013 αφού το ποσό μειωνόταν κατά το συνολικό ποσό των δανειακών απαιτήσεων τις οποίες είχε η Τράπεζα Κύπρου κατά του εν λόγω προσώπου κατά τον εν λόγω χρόνο, αυτό το ποσό το οποίο επίσης χαρακτηρίστηκε ως «υπερβάλλον ποσό» θα απομειωνόταν με τον τρόπο που προνοείτο στο εν λόγω διάταγμα. Συγκεκριμένα το 37,5% του «υπερβάλλοντος ποσού» στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις θα μετατρεπόταν σε συνήθεις Μετοχές Τάξης Α΄ με τιμή μετατροπής ένα
(1)ευρώ ονομαστικής αξίας Μετοχών Τάξης Α΄ για κάθε ένα
(1)ευρώ του μετατρεπόμενου υπερβάλλοντος ποσού το οποίο χαρακτηρίστηκε ως το «Ποσό Αρχικής Συνεισφοράς Καταθέσεων».[20] Το υπόλοιπο 22,5% του «Υπερβάλλοντος Ποσού» θε παρέμενε προσωρινά δεσμευμένο και θα υπόκειτο σε ολική ή μερική μετατροπή κατόπιν γραπτής ειδοποίησης από την Αρχή Εξυγίανσης σε Μετοχές Τάξης Α΄ οι οποίες θα εκδίδονταν και θα κατανέμονταν με τιμή μετατροπής ένα
(1)ευρώ ονομαστικής αξίας Μετοχών Τάξης Α' για κάθε ένα
(1)ευρώ του κεφαλαίου του τίτλου που μετατρέπεται και χαρακτηρίστηκε ως «Ποσό Συμπληρωματικής Συνεισφοράς Καταθέσεων» και σε όση έκταση δεν θα μετατρεπόταν σε μετοχές Τάξης Α', σε κατάθεση με τιμή μετατροπής ένα
(1)ευρώ για κάθε ένα
(1)ευρώ του κεφαλαίου του τίτλου που μετατρέπεται πλέον πρόσθετου ποσού ίσου προς το ποσό του τόκου, υπολογιζόμενου με επιτόκιο προσαυξημένο κατά 10 μονάδες βάσης, που θα είχε προκύψει επί της κατάθεσης αυτής εάν δεν είχε εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα.[21] Το υπόλοιπο 40% του υπερβάλλοντος ποσού δεσμεύτηκε προσωρινά και θα υπόκειτο σε μετατροπή εν όλω ή εν μέρει σε κατάθεση κατόπιν γραπτής ειδοποίησης από την Αρχή Εξυγίανσης με τιμή μετατροπής
(1)ευρώ για κάθε ένα
(1)ευρώ (ή το ισόποσο σε ξένο νόμισμα) του κεφαλαίου και δεδουλευμένων τόκων του τίτλου που μετατρέπεται.[22] Για σκοπούς πληρότητας αναφέρεται ότι Το Περί Διάσωσης με Ίδια μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 103/2013) ακολούθως τροποποιήθηκε με τις ακόλουθες κανονιστικές διοικητικές πράξεις: ΚΔΠ 132/2013, ΚΔΠ 275/2013, ΚΔΠ 278/2013 χωρίς να κρίνεται σκόπιμη οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης στη ρηθείσες τροποποιήσεις. Η Εναγόμενη 1 έκρινε ότι οι επίδικες καταθέσεις εξαιρούνταν της καταβολής οποιασδήποτε αποζημίωσης ως εμπίπτουσες στην ακόλουθη κατηγορία καταθέσεων: «καταθέσεις ταμείου προνοίας και συντάξεως». Έκρινε δηλαδή ότι ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 των περί Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών του 2013. Κατά τον χρόνο του ανοίγματος των επίδικων λογαριασμών η ισχύουσα Νομοθεσία που ρύθμιζε το ζήτημα της ίδρυσης και λειτουργίας Ταμείων Προνοίας ήταν ο Περί Ταμείων Προνοίας Νόμος του 1981 (Ν. 44/1981). Σημειώνεται για σκοπούς πληρότητας ότι ο εν λόγω νόμος καταργήθηκε στις 28/12/2012 όταν τέθηκε σε εφαρμογή Ο περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμος του 2012 (Ν. 208(I)/2012) ο οποίος καταργήθηκε στις 10/2/2020 όταν τέθηκε σε εφαρμογή Ο περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμος του 2020 (Ν. 10(I)/2020). Ο Περί Ταμείων Προνοίας Νόμος του 1981 (Ν. 44/1981), που ίσχυε κατά τον χρόνο ανοίγματος των επίδικων λογαριασμών προνοούσε συγκεκριμένη διαδικασία για τη νομότυπη σύσταση ενός ταμείου προνοίας. Συγκεκριμένα, απαιτείτο η υποβολή αίτησης για την εγγραφή ενός τέτοιου ταμείου στο αρμόδιο, κατά τις πρόνοιες του εν λόγω νόμου, προσώπου (ήτοι τον Έφορο Ταμείων Προνοίας ως αυτός ορίζετο στον Νόμο). Ο Έφορος Ταμείων Προνοίας ήταν αρμόδιος σύμφωνα με τις πρόνοιες του εν λόγω Νόμου να εξετάσει την αίτηση εγγραφής με εξουσία να ζητήσει οποιαδήποτε επιπρόσθετα έγγραφα ήθελε κρίνει αναγκαία για την εξέταση της υποβληθείσας αίτησης προτού αποφασίσει κατά πόσο θα εγκρίνει ή όχι την υποβληθείσα αίτηση. Ειδικότερα, προνοείτο η υποχρέωση υποβολής της αίτησης στον Έφορο Ταμείων Προνοίας εντός 60 ημερών από την ημερομηνία ιδρύσεως του ταμείου η οποία θα έπρεπε να συνοδεύεται από το καταστατικό του ταμείου και τα στοιχεία των ιδρυτών του ταμείου ή των μελών της διαχειριστικής του επιτροπής.[23] Υπήρχαν επίσης πρόνοιες ως προς το περιεχόμενο του καταστατικού ενός τέτοιου ταμείου προνοίας με ειδική αναφορά στο τι θα έπρεπε να καθορίζεται στο καταστατικό.[24] Περαιτέρω, προνοείτο η τήρηση σχετικού μητρώου ταμείων προνοίας στο οποίο καταχωρούντο η επωνυμία, η έδρα, η ημερομηνία ιδρύσεως και η ημερομηνία εγγραφής έκαστου ταμείου προνοίας.[25] Η εγγραφή του ταμείου στο σχετικό μητρώο ήταν σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση νομικής προσωπικότητας από το ταμείο με το πιστοποιητικό εγγραφής να αποτελεί απόδειξη για την εγγραφή του ταμείου, την ημερομηνία εγγραφής του και την τήρηση όλων των νόμιμων προϋποθέσεων μέχρι και την ανάκληση ή ακύρωση του.[26] Ο Έφορος είχε εξουσία αυτεπάγγελτης διεξαγωγής έρευνας ώστε να διασφαλίζεται η ορθή και νόμιμη λειτουργία των ταμείων προνοίας.[27] Σημειώνω για σκοπούς πληρότητας ότι ταυτόσημες σχεδόν πρόνοιες σε ότι αφορά τη διαδικασία σύστασης και δη την αναγκαιότητα εγγραφής ενός ταμείου προνοίας προκειμένου αυτό να αποκτήσει νομική προσωπικότητα ως αυτές έχουν αναφερθεί πιο πάνω προβλέπονταν τόσο στον περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμο του 2012 (Ν. 208(I)/2012) ο οποίος ίσχυε κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η επίδικη απομείωση όσο και στον περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμος του 2020 (Ν. 10(I)/2020), που ισχύει σήμερα. Η νομότυπη λοιπόν σύσταση ενός Ταμείου Προνοίας προϋπέθετε απαρέγκλιτα την τήρηση της ανωτέρω αναφερόμενης συγκεκριμένης διαδικασίας που ρητά προνοείτο στην εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία που απέληγε στην απόκτηση νομικής προσωπικότητας από το εκάστοτε ταμείο με την εγγραφή να αποτελεί το επισφράγισμα της τήρησης όλων των νόμιμων προϋποθέσεων για τη σύσταση τέτοιου ταμείου αφού μόνο τότε αποκτούσε ένα ταμείο προνοίας νόμιμη υπόσταση. Η θέση που προβάλλεται εκ μέρους της Εναγόμενης 1 είναι ότι στη βάση διάφορων στοιχείων στα οποία αναφέρομαι στη συνέχεια «ο επίδικος λογαριασμός αφορούσε λογαριασμό ταμείου προνοίας»[28] και εισηγούνται ότι αυτά τα στοιχεία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες είχαν σαν πρόθεση να ανοίξουν ένα λογαριασμό στην τράπεζα «που να λειτουργεί και να συμπεριφέρεται σαν λογαριασμός ταμείου προνοίας» και άρα ορθά ενήργησε υπό τις περιστάσεις η Εναγόμενη 1, απομειώνοντας τις επίδικες καταθέσεις. Υπήρξε μάλιστα εισήγηση από μέρους των συνηγόρων της Εναγόμενης 1 στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης τους ότι με αναφορά στα σημεία που απαριθμούνται πιο κάτω, το ουσιαστικό στοιχείο, όπως το θέτουν, είναι το κατά πόσο οι Ενάγοντες προσκόμισαν τέτοια στοιχεία στην τράπεζα και έχουν επιδείξει τέτοια συμπεριφορά που να δείχνουν ουσιαστικά ότι επρόκειτο για «λογαριασμούς ταμείου προνοίας» και καταλήγουν ότι τα πιο κάτω στοιχεία, «συνηγορούν στο ότι ο επίδικος λογαριασμός αφορούσε λογαριασμό ταμείου προνοίας».[29] Τα στοιχεία αυτά κατά την εισήγηση της πλευράς της Εναγόμενης 1 είναι τα ακόλουθα: - Η ονομασία που δόθηκε στους λογαριασμούς, ήτοι «Provident Fund of the Diocese of Cyprus and the Gulf Staff», - Το ότι η πρώτη επιστολή για το άνοιγμα του Λογαριασμού Αποταμίευσης 3 μηνών προωθήθηκε από την Επισκοπή, - Ότι στην αίτηση για το άνοιγμα του Λογαριασμού Προθεσμιακής Κατάθεσης 6 μηνών το 2012 (Τεκμήριο 25) στο σχετικό έντυπο καταγράφεται ως nace code (που είναι ένας κωδικός ομαδοποίησης οικονομικών δραστηριοτήτων οργανισμών όπως εξήγησε ο ΜΥ2) η φράση «pension funding», - Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 15 που παρουσιάστηκε στην Τράπεζα (Πρόκειται για ένα έγγραφο της Συνόδου το οποίο αναφερόταν σε έγκριση από τη Σύνοδο μίας αίτησης (motion) της οικονομικής επιτροπής (standing and finance committee) και στο οποίο καταγράφεται ότι η Σύνοδος εγκρίνει ένα προτεινόμενο «non contributory office staff provident fund» με αναφορές στο εν λόγω έγγραφο ως προς την πρόθεση λειτουργίας αυτού του «non contributory office staff provident fund», - το ότι η Εναγόμενη 1 σε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς απέκοπτε μειωμένη αμυντική εισφορά που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο για ταμεία προνοίας, - το ότι ενημερώθηκε η Εναγόμενη 1 για την αποχώρηση του κ. Πατσαλίδη από την Επισκοπή ο οποίος έλαβε συγκεκριμένο ποσό από τον λογαριασμό, - ότι οι επιταγές που εκδίδονταν από την Επισκοπή για το ποσό που κατατίθετο σε μηναία βάση στους επίδικους λογαριασμούς εκδίδονταν στο όνομα «Provident Fund of the Diocese of Cyprus and the Gulf Stαff». Δεν θα συμφωνήσω με την πιο πάνω εισήγηση. Τα πιο πάνω στοιχεία δεν δύνανται κατά την κρίση του Δικαστηρίου να καταστήσουν τις επίδικες καταθέσεις «καταθέσεις ταμείων προνοίας» εντός της έννοιας της ισχύουσας νομοθεσίας. Με απλά λόγια, το μοναδικό, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, καθοριστικό και αποφασιστικό κριτήριο για να θεωρηθούν οι επίδικες καταθέσεις «καταθέσεις ταμείου προνοίας» σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)(ε) των περί Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών του 2013 είναι το κατά πόσο οι επίδικες καταθέσεις ανήκαν σε ταμείο προνοίας που είχε νομότυπα συσταθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας που διέπει την ίδρυση και λειτουργία ταμείων προνοίας και συντάξεως. Μόνο σε μία τέτοια περίπτωση, οι επίδικες καταθέσεις θα καθίσταντο «καταθέσεις ταμείου Προνοίας» εντός της έννοιας του άρθρου 9
(1)(ε) των ανωτέρω αναφερόμενων κανονισμών κάτι που δεν έλαβε χώρα εν προκειμένω αφού ουδέποτε ενεγράφη οποιοδήποτε ταμείο προνοίας σύμφωνα με τις πρόνοιες της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας. Με άλλα λόγια, καθίσταται κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9
(1)(ε) των περί Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών του 2013 το οποίο αναφέρεται σε «καταθέσεις ταμείων προνοίας και συντάξεως» εμπίπτουν οι καταθέσεις που ανήκαν σε ταμεία προνοίας και συντάξεως τα οποία είχαν νομότυπα συσταθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας που διέπει την ίδρυση και λειτουργία ταμείων προνοίας και συντάξεως. Από τη στιγμή που τόσο κατά τον χρόνο του ανοίγματος των επίδικων λογαριασμών όσο και κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η επίδικη απομείωση προνοείτο συγκεκριμένη διαδικασία στην εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία για τη νομότυπη σύσταση κάποιου ταμείου προνοίας, ως αυτή αναφέρθηκε πιο πάνω, και η οποία εν προκειμένω, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν έλαβε χώρα, οι επίδικες καταθέσεις δεν συνιστούσαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου «καταθέσεις ταμείου προνοίας». Πέραν και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, το «ταμείο προνοίας» ορίζετο ως ακολούθως στον Περί Ταμείων Προνοίας Νόμο του 1981 (Ν. 44/1981), που ίσχυε κατά τον χρόνο ανοίγματος των επίδικων λογαριασμών: "ταμείον προνοίας" σημαίνει οιονδήποτε ταμείον ή σχέδιον το οποίον- (ι) προβλέπει διά την καταβολήν χρηματικών παροχών προς μισθωτούς εν περιπτώσει τερματισμού της απασχολήσεως, μονίμου ανικανότητος προς εργασίαν, αφυπηρετήσεως ή θανάτου· και (ii) χρηματοδοτείται διά περιοδικών εισφορών υπό των μισθωτών ή υπό των μισθωτών και των εργοδοτών αυτών, εξαιρουμένου, όμως, οιουδήποτε ταμείου ή σχεδίου ιδρυθέντος δυνάμει νόμου· Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι απαιτείτο τουλάχιστον η χρηματοδότηση δια περιοδικών εισφορών από πλευράς των μισθωτών έστω και εάν ο εργοδότης τους δεν προέβαινε σε αντίστοιχη εισφορά. Εν προκειμένω, προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι εν προκειμένω δεν ετίθετο ζήτημα οποιασδήποτε εισφοράς εκ μέρους των εναγόντων με αποτέλεσμα το φερόμενο ταμείο προνοίας να εκφεύγει και πάλι του πλαισίου της σχετικής νομοθεσίας. Προβάλλεται επίσης εκ μέρους της Εναγόμενης 1 η θέση ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να προβάλλουν τους ισχυρισμούς που προβάλλουν στην Έκθεση Απαίτησης τους κατ' επίκληση του κανόνα του κωλύματος λόγω καταχωρίσεως σε έγγραφα και λόγω παραστάσεων (estoppel by deed/representation). Ειδικότερα, προβάλλεται η θέση ότι με την υπογραφή των αιτήσεων (ανοίγματος λογαριασμών) οι Ενάγοντες προέβηκαν σε ανεπιφύλακτη αποδοχή των όρων που περιέχονταν σε αυτές καθώς και ότι με τη συμπεριφορά τους ως αυτή προκύπτει από τα πιο πάνω στοιχεία, παρουσίασαν στην Εναγόμενη 1 την επιθυμία αυτών ή της Επισκοπής, όπως το θέτουν, να ανοιχτεί ένας λογαριασμός ταμείου προνοίας με αποτέλεσμα να κωλύονται να προβάλλουν τα όσα ισχυρίζονται στην Έκθεση Απαίτησης. Το κώλυμα εκ δηλώσεως (estoppel by deed) είναι κανόνας απόδειξης ο οποίος θεμελιώνεται με βάση την αρχή ότι σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και επομένως ως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούει.[30] Σε σχέση με το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (estoppel by conduct) στην Ιωάννου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1522 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τον κανόνα του Κωλύματος λόγω συμπεριφοράς, 'Όταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη, δεν θα επιτραπεί στο συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτή'. (HadjiYiannis v. Attorney-General of the Republic
(1970)1 C.L.R. 32). Το Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς μπορεί να πάρει τη μορφή του (
  1. i)Κωλύματος λόγω παραστάσεων (Soanes v. London and South Western Railway [1919] 120 L.T. 598). (
  2. ii)Κωλύματος λόγω υποσχέσεων (Central London Property Trust Ltd. v. High Trees House Ltd. [1947] 1 K.B. 130) και (iii) Περιουσιακού Κωλύματος.» Περαιτέρω, ειδικότερα σε ότι αφορά την επίκληση της αρχής του κωλύματος (estoppel) για την εξουδετέρωση δικαιώματος που απορρέει από νομοθετική πρόνοια στην Οικονομίδης ν. Alliance International Reinsurance Co Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 2053 επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η αρχή του κωλύματος συχνότερα εφαρμόζεται όταν πρόκειται για συμβατικά δικαιώματα και σπανιότερα όταν πρόκειται για δικαιώματα που πηγάζουν από το νόμο, τα οποία συνήθως επηρεάζουν μεγαλύτερο φάσμα ατόμων απ' ότι τα συμβατικά δικαιώματα, ενώ αναγνωρίστηκε ότι δεν υπάρχει άκαμπτος και απόλυτος κανόνας αναφορικά με το κατά πόσο μπορεί να γίνει επίκληση της αρχής του κωλύματος (estoppel) για την εξουδετέρωση δικαιώματος που απορρέει από νομοθετική πρόνοια. Περαιτέρω, επισημάνθηκε ότι αν μια νομοθετική πρόνοια βασίζεται σε σαφή δημόσια πολιτική τότε το δικαίωμα που απορρέει από τέτοια νομοθετική πρόνοια δεν μπορεί να παρακαμφθεί με την εφαρμογή της αρχής του κωλύματος. Έχοντας κατά νου το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν χωρεί, εν προκειμένω, επίκληση της αρχής του κωλύματος (estoppel) για την εξουδετέρωση του δικαιώματος των Εναγόντων να ισχυριστούν ότι οι επίδικες καταθέσεις έπρεπε να τύχουν της σχετικής νομοθετικής προστασίας ως μη εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9
(1)(ε) των περί Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών του 2013 αλλά στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 των εν λόγω Κανονισμών έτσι ώστε σε συνδυασμό με το άρθρο 6
(1)(i) του Περί Διάσωσης με Ίδια μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Διατάγματος του 2013 να μην υποστούν οποιαδήποτε απομείωση. Είναι γεγονός ότι το όνομα στο οποίο ανοίχθηκαν και διατηρούνταν οι επίδικοι λογαριασμοί, έκανε αναφορά σε ταμείο προνοίας ως εκ της λεκτικής και μόνο διατύπωσης του ονόματος, όπως αναφορά σε ταμείο προνοίας γινόταν και σε άλλα έγγραφα όπως για παράδειγμα, στο Τεκμήριο 15 που είχε στην κατοχή της η Εναγόμενη 1 το οποίο φαίνεται να συντάχθηκε από την Επισκοπή. Την ίδια στιγμή, στα έντυπα ανοίγματος των δύο εκ των τριών επίδικων λογαριασμών (αφού δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε έντυπο σε σχέση με τον πρώτο λογαριασμό) περιγράφεται το φερόμενο ταμείο προνοίας ως νομικό πρόσωπο (εταιρεία) τη στιγμή που αμφότερες πλευρές, όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, γνώριζαν κατά τον εν λόγω χρόνο ότι δεν υπήρχε τέτοιο νομικό πρόσωπο (Τεκμήρια 5 και 25) καθώς και ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε αριθμός και έτος εγγραφής εξ ου και συμπληρώθηκαν πλασματικά στοιχεία σε σχέση με τον αριθμό και έτος εγγραφής απλώς και μόνο για να καταστεί δυνατή η υποβολή της αίτησης στο λογισμικό σύστημα της Εναγόμενης 1. Προκύπτει επίσης ότι η Εναγόμενη 1 προέβαινε σε μειωμένη αποκοπή αμυντικής εισφοράς στη βάση του ποσοστού που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο για ταμεία προνοίας, θεωρώντας, κατά τη δική της αντίληψη, ότι οι επίδικοι λογαριασμοί ανήκαν σε ταμείο προνοίας. Καθίσταται όμως σαφές ότι το τι συνιστά ταμείο προνοίας εντός της έννοιας ενός νόμου είναι ζήτημα το οποίο δεν μπορεί να εξαρτηθεί ή περιοριστεί ή καλύτερα καθοριστεί από τις όποιες παραστάσεις (γραπτές ή προφορικές) ή συνεννοήσεις έχουν προβεί τα μέρη ή την αντίληψη των μερών από το περιεχόμενο των εγγράφων ή την όποια πρόθεση των μερών ή τις όποιες πράξεις τους δυνάμει της διαμορφωθείσας αντίληψης τους οι οποίες μάλιστα έλαβαν χώρα πριν τη θέσπιση των ανωτέρω αναφερόμενων κανονισμών δυνάμει των οποίων εξαιρέθηκαν από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης οι «καταθέσεις ταμείων προνοίας» σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)(ε) των κανονισμών. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και να χωρούσε επίκληση της αρχής του κωλύματος, είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι δεν πληρούνται υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή ενός τέτοιου κωλύματος για τους ακόλουθους λόγους: από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει ότι καμία σαφής δήλωση ή δέσμευση ή σαφής και θετική παράσταση έγινε εν προκειμένω σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της νομότυπης σύστασης ταμείου προνοίας αλλά αντίθετα, από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής, καθίσταται σαφές ότι αμφότερες οι πλευρές γνώριζαν κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι δεν υπήρχε νομότυπα συσταθέν (δεόντως εγγεγραμμένο) ταμείο προνοίας εξ ου και με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο στις σχετικές αιτήσεις ανοίγματος λογαριασμού χρησιμοποιήθηκαν πλασματικά στοιχεία σε σχέση με τον αριθμό εγγραφής και έτος εγγραφής του φερόμενου νομικού προσώπου, τη στιγμή που αμφότερες οι πλευρές γνώριζαν ότι δεν υφίστατο τέτοιο νομικό πρόσωπο παρά τον χαρακτηρισμό του ως τέτοιου στα σχετικά έγγραφα. Με άλλα λόγια, δεν έλαβε εν προκειμένω οποιαδήποτε διαβεβαίωση προς την Εναγόμενη 1 αποσκοπούσα να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους, ούτε η Εναγόμενη 1 ενήργησε πάνω σε τέτοια διαβεβαίωση, διαφοροποιώντας τη θέση της προς βλάβη της. Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός ότι καμία ζημιά δεν δικογραφείται εκ μέρους της Εναγόμενης 1 ούτε προσκομίσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει τέτοια ζημιά. Ούτε τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα παράνομης συμπεριφοράς εκ μέρους των Εναγόντων και προσπάθειας μέσω της παρούσας αγωγής αποκόμισης οφέλους στη βάση των δικών τους παράνομων ενεργειών ούτε και προέκυψε από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία οποιαδήποτε έκδηλη παρανομία από πλευράς Εναγόντων που θα επέτρεπε την αυτεπάγγελτη εξέταση της από το Δικαστήριο.[31] Το γεγονός ότι στις επίδικες καταθέσεις φαίνεται να εφαρμοζόταν το ποσοστό της αποκοπής για αμυντική εισφορά που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο για ταμεία προνοίας είναι ζήτημα το οποίο θα πρέπει ενδεχομένως να απασχολήσει τις αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας έτσι ώστε να ληφθούν όλες οι δέουσες ενέργειες προς αποκατάσταση αυτού του ζητήματος. Δεν είναι όμως ζήτημα το οποίο μπορεί να διαφοροποιήσει την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου περί μη ένταξης των επίδικων καταθέσεων στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9
(1)(ε) των ανωτέρω αναφερόμενων κανονισμών. Άλλωστε, η θέση των Εναγόντων, όπως αυτή διατυπώθηκε ευθαρσώς από την ΜΕ1 και ΜΕ4 μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα είναι ότι είναι έτοιμοι να συνεργαστούν πλήρως με τις αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας προς επίλυση του ζητήματος αυτού, αναγνωρίζοντας ότι ενδεχομένως να κληθούν να καταβάλουν τα όποια ποσά έχουν, ενδεχομένως, επωφεληθεί ως εκ του ποσοστού της αποκοπής αμυντικής εισφοράς που εφαρμόστηκε στους επίδικους λογαριασμούς. Υπό το φως της πιο πάνω ανάλυσης, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες καταθέσεις δεν ενέπιπταν εντός των προνοιών του άρθρου 9
(1)(ε) των Περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών ως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο. Οι επίδικες καταθέσεις ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 των Περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών και συνεπώς, ενόψει του ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 6
(1)(i) δεν υπερέβαιναν το ποσό των €100.000 λανθασμένα έχουν υποστεί απομείωση. Σε ότι αφορά το ζήτημα της νομιμοποίησης των Εναγόντων να εγείρουν την παρούσα αγωγή δεν θα συμφωνήσω ούτε με αυτήν την εισήγηση της πλευράς της Εναγόμενης
  1. Κατέστη σαφές από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα στη βάση αυτής ότι οι επίδικοι λογαριασμοί δεν ανήκαν στην Επισκοπή, όπως προσπάθησε ανεπιτυχώς να παρουσιάσει η Εναγόμενη 1 σε μία προσπάθεια να προωθήσει το επιχείρημα περί έλλειψης νομιμοποίησης των εναγόντων. Στην πραγματικότητα, ήταν σαφές ότι οι επίδικοι λογαριασμοί ανοίχθηκαν προς όφελος των Εναγόντων, η Εναγόμενη 1 καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας τους ενεργούσε σύμφωνα με τις οδηγίες των Εναγόντων, με τους ενάγοντες και αρχικά και τον κ. XXXXX Πατσαλίδη να αποτελούν τους ωφέλιμους συνδικαιούχους των ποσών που βρίσκονταν κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς με δικαίωμα ανάληψης των χρημάτων που βρίσκονταν κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς με τρόπο ώστε να είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι πελάτες (mandators) της Εναγόμενης 1 ήταν οι Ενάγοντες και ήταν με αυτούς που συμβλήθηκε η Εναγόμενη
  2. Στο σύγγραμμα Paget's Law of Banking, 13η έκδοση σελ. 140-143 αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια του όρου «πελάτη» της τράπεζας και της σχέσης μεταξύ των μερών: «6.5 The law of banking proper is the law of the relationship between a banker and his customer. Basically the relationship is that of mandator (customer) and mandatory (the bank), but it is nonetheless a relationship which embraces mutual duties and obligations. It is a relationship peculiar to banking giving rise to a contract between the two parties. . 'Customer' is probably impossible to define with exactness, but the chief criterion is that there exists an account with the bank through which transactions are passed. It was at one time thought that the account had to be of some duration before the status of a customer could be achieved, but this view no longer holds, largely because of the Privy Council decision in Taxation Comrs v. English, Scottish and Australian Bank Ltd, in which it was held that duration of the relationship was not of the essence. . 6.7 It is the business relation, the facilities for depositing money, the convenience of the cheque book on the one hand and the beneficial use of the money deposited on the other hand, which is at the root of the conception of a customer» Άλλωστε, η παραδοξότητα του ισχυρισμού που προβλήθηκε από την Εναγόμενη 1 ότι οι επίδικοι λογαριασμοί ανήκαν στην Επισκοπή έγκειται και στο εξής: Το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 δεν θεωρούσε ότι οι επίδικοι λογαριασμοί ανήκαν στην Επισκοπή παρά τα όσα συγκεχυμένα δήλωσαν οι μάρτυρες που παρουσιάστηκαν για την πλευρά της, προκύπτει και επιβεβαιώνεται στην πραγματικότητα από την ίδια τη συμπεριφορά της Εναγόμενης 1 αφού, εάν η Εναγόμενη 1 θεωρούσε ότι οι επίδικοι λογαριασμοί αποτελούσαν λογαριασμούς της Επισκοπής ως νομική οντότητα όπως ανέφεραν οι μάρτυρες της, τότε προκύπτει το εύλογο ερώτημα για ποιο λόγο προέβη η Εναγόμενη 1 στην απομείωση τους αφού το συνολικό ποσό των καταθέσεων ήταν κάτω των €100.
  3. Περαιτέρω, δεν νοείται να προβάλλεται από την Εναγόμενη 1 ότι οι επίδικοι λογαριασμοί συνιστούσαν λογαριασμούς ταμείου προνοίας και ότι εάν δεν συνιστούσαν τέτοιους λογαριασμούς τότε ανήκαν στην Επισκοπή και αυτό αποτελεί άλλη μία ένδειξη της αδυναμίας της εκδοχής της Εναγόμενης 1.[32] Ισχυρισμοί περί ματαίωσης (frustration), κωλύματος έγερσης και προώθησης της Αγωγής στη βάση των προνοιών του Ν. 17(Ι)/2013 Εισηγούνται οι συνήγοροι της Εναγόμενης 1 στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης τους ότι τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής το δόγμα της ματαίωσης. Δεν μπορεί να τίθεται εν προκειμένω ζήτημα ματαίωσης της σύμβασης ως εισηγείται η πλευρά της Εναγόμενης
  4. Το δόγμα της ματαίωσης έρχεται στο προσκήνιο όταν μια σύμβαση καθίσταται αδύνατο να εκτελεστεί μετά την κατάρτιση της, εξαιτίας περιστάσεων πέραν του ελέγχου των συμβαλλομένων ή εξαιτίας αλλαγής των περιστάσεων, οι οποίες καθιστούν την εκτέλεση της σύμβασης αδύνατη, καταλύοντας το θεμέλιο της σύμβασης.[33] Όπως έχει επίσης νομολογηθεί, για να υπάρξει ματαίωση σύμβασης θα πρέπει η συμβατική υποχρέωση να έχει καταστεί αδύνατο να εκτελεστεί, χωρίς ευθύνη του συμβαλλόμενου που την επικαλείται, εξαιτίας περιστάσεων που κατέστησαν την εκτέλεση της υποχρέωσης ριζικά διαφορετική από εκείνη που ο συμβαλλόμενος έχει αναλάβει.[34] Εν προκειμένω, αυτό που αποδίδεται στην Εναγόμενη 1 είναι η λανθασμένη εκ μέρους της εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας η οποία εάν εφαρμοζόταν σωστά δεν θα είχε το αποτέλεσμα που οι Ενάγοντες επιδιώκουν να ανατρέψουν με την παρούσα αγωγή. Με απλά λόγια, εν προκειμένω, η εκτέλεση της σύμβασης δεν έχει καταστεί αδύνατη εξαιτίας περιστάσεων πέραν του ελέγχου της Εναγόμενης 1 και χωρίς ευθύνη εναγόμενης 1 και συνεπώς, η σχετική εισήγηση περί εφαρμογής του δόγματος της ματαίωσης εν προκειμένω είναι επίσης απορριπτέα και απορρίπτεται. Ούτε μπορεί να τίθεται ζήτημα κωλύματος έγερσης και προώθησης της Αγωγής στη βάση των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν. 17(I)/2013), και πιο συγκεκριμένα των άρθρων 12
(15)και 12
(16)[35] αυτού ως επίσης εισηγούνται οι συνήγοροι της Εναγόμενης 1 στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης τους για τον απλούστατο λόγο ότι η αξίωση των Εναγόντων εναντίον της Εναγόμενης 1 εδράζεται αποκλειστικά σε αποζημίωση για ζημιά που έχουν υποστεί ως αποτέλεσμα της λανθασμένης εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα. Με άλλα λόγια, δεν προσβάλλεται γενικά η ίδια η νομοθεσία στο πλαίσιο της οποίας έλαβε χώρα η επίδικη απομείωση ή τα μέτρα εξυγίανσης γενικά παρά μόνο η ορθότητα ουσιαστικά της σχετικής κατηγοριοποίησης των επίδικων καταθέσεων στις οποίες έχει προβεί η Εναγόμενη 1. Συνεπώς, η σχετική εισήγηση είναι επίσης απορριπτέα και απορρίπτεται. Έχοντας καταλήξει ότι οι επίδικες καταθέσεις δεν ενέπιπταν εντός των προνοιών του άρθρου 9
(1)(ε) των Περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών του 2013 αλλά στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 των εν λόγω κανονισμών ως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, καθίσταται συνακόλουθα σαφές ότι η Εναγόμενη 1 εφάρμοσε λανθασμένα τις πρόνοιες της ισχύουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο νομοθεσίας με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιάς στους Ενάγοντες ίσης με τη συνολική απομείωση που λανθασμένα επιβλήθηκε στις επίδικες καταθέσεις και για την οποία οι Ενάγοντες θα πρέπει να αποζημιωθούν. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου η Εναγόμενη 1 προέβη στις 29/4/2013 σε απομείωση των ποσών €29,352.04 και €17,611.22 από τις επίδικες καταθέσεις με περιγραφές συναλλαγών «Equity Conversion PROV. FUND OF DIO (CCCN7Y)» και «Provision for Equity Conversion PROV. FUND OF DIO (CCCN7Y)» αντίστοιχα, ενώ περαιτέρω δεσμεύτηκε ποσό ύψους €23,481.63 με περιγραφή συναλλαγής «CBC Restrictions» (Τεκμήριο 9 και 10). Το ύψος και είδος της απομείωσης και συνακόλουθης ζημιάς, δεν αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη
  1. Είναι γεγονός ότι από το λεκτικό του Περί Διάσωσης με Ίδια μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Διατάγματος του 2013 (Κ.Δ.Π. 103/2013) καθίσταται αντιληπτό ότι γίνεται αναφορά σε μεταγενέστερη ολική ή μερική μετατροπή σε μετοχές ή κατάθεση (σε ότι αφορά τα ποσοστά 22,5% και 40% του υπερβάλλοντος ποσού) κατόπιν γραπτής ειδοποίησης της αρχής εξυγίανσης με τρόπο ώστε να καθίσταται αντιληπτό ότι ενδεχομένως, η επίδικη απομείωση να είχε στη συνέχεια διαφοροποιήσεις ως προς τα τελικά ποσοστά και είδος της απομείωσης. Η Εναγόμενη 1 όμως ούτε δικογραφικά ούτε κατά τη μαρτυρία της εισηγήθηκε ότι υπήρξε εν τέλει οποιαδήποτε διαφοροποίηση ή οποιαδήποτε αποδέσμευση οποιουδήποτε ποσού, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή από του να υιοθετήσει τα όσα επί τούτου χωρίς αμφισβήτηση αναφέρθηκαν από τους μάρτυρες των Εναγόντων. Περαιτέρω, στην Έκθεση Απαίτησης αξιώνονται διάφορες διαζευκτικές θεραπείες που στοχεύουν ουσιαστικά στην ακύρωση της επίδικης απομείωσης στην οποία προέβη η Εναγόμενη 1 και την επαναφορά του πιστωτικού υπολοίπου των επίδικων λογαριασμών ως αυτό είχε πριν την επίδικη απομείωση από μέρους της Εναγόμενης 1 καθώς και την έκδοση δηλωτικής απόφασης σε σχέση με τις επίδικες καταθέσεις. Σε ότι αφορά την αξίωση για επιδίκαση τιμωρητικών και/ή παραδειγματικών αποζημιώσεων καθίσταται σαφές από το γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνηγόρων των Εναγόντων ότι η αξίωση αυτή δεν προωθήθηκε. Εν πάση περιπτώσει, στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν έχουν τεθεί μέσω της προσαχθείσας μαρτυρίας τέτοια γεγονότα που να δικαιολογούν εύρημα ότι η συμπεριφορά της Εναγόμενης 1 ήταν τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο και συνεπώς, δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων εναντίον της Εναγόμενης 1.[36] Κατάληξη: Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα και εναντίον της Εναγόμενης 1 ως ακολούθως: (α) Απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι καταθέσεις στους τραπεζικούς λογαριασμούς με αριθμό XXXXX6419 και XXXXX7059 αποτελούν «καταθέσεις που καλύπτονται από το Σχέδιο» σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 8 των Περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών του 2013 (Κ.Δ.Π. 93/2013), ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου ακυρώνεται η πραγματοποιηθείσα απομείωση και/ή επέμβαση επί του ποσού των καταθέσεων στους λογαριασμούς με αριθμό XXXXX6419 και XXXXX7059 και συγκεκριμένα των ποσών €29,352.04 και €17,611.22 με περιγραφές συναλλαγών «Equity Conversion PROV. FUND OF DIO (CCCN7Y)» και «Provision for Equity Conversion PROV. FUND OF DIO (CCCN7Y)» αντίστοιχα, και η δέσμευση ποσού ύψους €23,481.63 με περιγραφή συναλλαγής «CBC Restrictions» και δια του οποίου διατάσσεται η Εναγόμενη 1 όπως επιστρέψει και/ή επαναφέρει στους εν λόγω λογαριασμούς ποσό ύψους €70,444.89 και/ή να προβεί σε όλες τις δέουσες ενέργειες προκειμένου οι εν λόγω λογαριασμοί να παρουσιάζουν υπόλοιπο €70,444.
  2. (γ) Επιδικάζεται επίσης νόμιμος τόκος επί του ποσού των €70,444.89.από τις 29/4/2013 μέχρι πλήρους επαναφοράς του ρηθέντος ποσού. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης
  3. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018 [2] Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015, Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009. [3] STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολιτική έφεση ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874 [4] Το Τεκμήριο 25 είναι το πρωτότυπο έντυπο ανοίγματος λογαριασμού, ενώ το Τεκμήριο 24 είναι αντίγραφο αυτού. [5] Κατά τον χρόνο ανοίγματος των επίδικων λογαριασμών βρισκόταν σε ισχύ Ο Περί Ταμείων Προνοίας Νόμος του 1981, Ν. 44/1981, ο οποίος καταργήθηκε στις 28/12/2012 όταν τέθηκε σε εφαρμογή Ο περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμος του 2012 (Ν. 208(I)/2012) ο οποίος καταργήθηκε στις 10/2/2020 όταν τέθηκε σε εφαρμογή Ο περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμος του 2020 (Ν. 10(I)/2020), ο οποίος ισχύει μέχρι σήμερα. [6] Βλ. σελ. 3 παράγραφος 25 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 30/3/
  1. [7] Βλ. σελ. 7 παράγραφος 5 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 30/3/
  2. [8] Βλ. σελ. 10 παράγραφος 20 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 30/3/
  3. [9] Βλ. σελ. 13 παράγραφος 25 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 30/3/
  4. [10] Βλ. σελ. 6 παράγραφος 10 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 7/4/
  5. [11] Βλ. σελ. 6 παράγραφος 20 και 25 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 7/4/
  6. [12] Βλ. σελ. 15 παράγραφος 10 και 15 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 7/4/
  7. [13] Βλ. σελ. 21 παράγραφος 20 και 25 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 7/4/
  8. [14] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [15] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [16] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [17] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:C35. [18] Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Μιχαήλ
(2012)1 Α.Α.Δ. 41 [19] El Fath Co v. E.D.T. Shipping και άλλος
(1992)1 Α.Α.Δ. 1255, Πατούρης Μιχάλης ν. Ηellenic Bank Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2118 [20] Άρθρο 6
(1)(α) της Κ.Δ.Π 103/2013. [21] Άρθρο 6.
(1)(β) και Παράρτημα Α της Κ.Δ.Π 103/2013. [22] Άρθρο 6.
(1)(γ) και Παράρτημα Β της Κ.Δ.Π 103/
  1. [23] Σχετικά είναι τα άρθρα 3, 5, 6 και
  2. [24] Άρθρο
  3. [25] Άρθρο
  4. [26] Άρθρο
  5. [27] Άρθρο
  6. [28] Σελ. 22-23 του γραπτού κειμένου της αγόρευσης των συνηγόρων της Εναγόμενης
  7. [29] Σελ. 22 του γραπτού κειμένου της αγόρευσης των συνηγόρων της Εναγόμενης
  8. [30] Χατζηστυλλή Γιώργος ν. Κυπριακές Αερογραμές Λτδ
(2012)1 ΑΑΔ 989 [31] Αρκαδίου Πολυξένη, δια του πληρεξούσιου Αντπροσώπου αυτής Σάββα Αρκαδίου ν. Porto Lara Estates Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 2035 [32] Σελ. 27 του γραπτού κειμένου της αγόρευσης των συνηγόρων της Εναγόμενης 1. [33] XENOPHONTOS ν. TYRIMOU
(1984)1 CLR 23, Δήμος Στροβόλου v. Επίσημος Παραλήπτης, Προσωρινός Εκκαθαριστής Της Εταιρείας P.C. Infomedia Publications Limited κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 125/2011, 20/1/2017 [34] Davis Contractors Ltd v. Fareham U.D.C.
(1956)A.C., 696, Taylor v. Caldwell
(1863)3 B & S 826 [35]
(15)Τα θιγόμενα μέρη δεν δύνανται να ξεκινήσουν οποιαδήποτε διαδικασία απαιτώντας την πληρωμή των χρεών και υποχρεώσεων που επηρεάστηκαν από την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, στη βάση μη εκπλήρωσης των όρων και προϋποθέσεων του μέσου, βάσει του οποίου έχουν εκδοθεί ή συνομολογηθεί, αν οι πιο πάνω όροι και προϋποθέσεις έχουν επηρεαστεί από την εφαρμογή του εν λόγω μέτρου.
(16)Τα θιγόμενα μέρη δεν δύνανται να απαιτήσουν, είτε από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, είτε από τη Δημοκρατία, οποιαδήποτε χρηματική αποζημίωση για ζημιές που δυνατόν να έχουν υποστεί ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα. [36] Στην Παπακόκκινου Βερεγγάρια Π. και Άλλη ν. Δημήτρη Κυριακίδη
(2010)1 ΑΑΔ 789, Xάμπου Xαράλαμπος B και Άλλοι ν. Christoforou & Avraam (Catering Services) Ltd
(2008)1 ΑΑΔ 524, Andrian Holdings Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.