ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Aρ. Αγ.: 4465/2014, 30/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Aρ. Αγ.: 4465/2014 ΜΕΤΑΞΥ XXXXX ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ Ενάγων -και- ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενος Αίτηση του Εναγόμενου ημερομηνίας 30/11/2021 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση: κα Ε. Αντωνιάδου για ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ & ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κα Ζ. Χαραλάμπους. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Αιτούμενη θεραπεία: Με την υπό κρίση Αίτηση η οποία καταχωρίστηκε στις 30/11/2021, επιδιώκεται η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγόμενου. Ειδικότερα, επιδιώκεται η προσθήκη δύο προδικαστικών ενστάσεων που αφορούν αφενός, τη θέση του Εναγόμενου ότι ο Ενάγων κωλύεται να προωθεί την παρούσα αγωγή εναντίον του Εναγόμενου λόγω της έκδοσης στις 16/2/2016 διατάγματος διάλυσης της εταιρείας στην οποία είχε διοριστεί ο Επίσημος Παραλήπτης ως Προσωρινός Εκκαθαριστής και της ισχυριζόμενης, σύμφωνα πάντα με τη θέση που επιδιώκεται να δικογραφηθεί, απαλλαγής του εκκαθαριστή ως εκ του ρηθέντος διατάγματος διάλυσης και αφετέρου, τη θέση περί ύπαρξης κωλύματος στην προώθηση της αγωγής λόγω δεδικασμένου. Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση: Η υπό κρίση Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας XXXXX Κουμή (στο εξής η ΘΚ) δικηγόρου της Δημοκρατίας στο γραφείο του Εναγόμενου. Η ΘΚ αναφέρει, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Κατά τη μελέτη και προετοιμασία του δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση εκ μέρους του Εναγόμενου διαπιστώθηκε ότι δεν είχε συμπεριληφθεί στην Έκθεση Υπεράσπισης το γεγονός της διάλυσης της εταιρείας J.V.M. FURNITURE MANUFACTURERS & INTERIOR DECORATION CO LIMITED η οποία έλαβε χώρα κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16/2/2016 λόγω του ότι η Έκθεση Υπεράσπισης καταχωρίστηκε προγενέστερα και πιο συγκεκριμένα, στις 20/4/
- Περαιτέρω, κατόπιν ακροαματικής εκδίκασης της Αγωγής με αριθμό XXXXX/2014 η οποία σύμφωνα με την ΘΚ αφορά τους ίδιους διαδίκους και το ίδιο επίδικο θέμα στις XXXXX/2021 εκδόθηκε απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Σύμφωνα με τη ΘΚ η τροποποίηση του δικογράφου της Υπεράσπισης είναι αναγκαία για τον ακριβή προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να αποφασίσει έχοντας ενώπιον του όλες τις ουσιαστικές λεπτομέρειες και γεγονότα προκειμένου να αποδοθεί ορθά η δικαιοσύνη κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Περαιτέρω, η αναφέρει ότι ΘΚ η αιτούμενη τροποποίηση είναι καλόπιστη και δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε βλάβη στον Ενάγοντα. Η ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση: Η πλευρά του Ενάγοντα καταχώρισε στις 17/2/2022 ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση (στο εξής η Ένσταση του Ενάγοντα). Προβάλλονται συνολικά 9 λόγοι ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως: - Η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική και/ή πραγματική βάση. - Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. - Η Αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη, καταχωρίστηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και θα προκαλέσει μεγάλη αδικία και ανεπανόρθωτη ζημιά στον Ενάγοντα. - Δεν αποκαλύπτονται στοιχεία που δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η Ένσταση του Ενάγοντα συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Σάββα (στο εξής ο ΣΣ), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα. Ο ΣΣ επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους ένστασης. Επισημαίνει ότι η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση χωρίς να δίνεται βάσιμος λόγος που να την δικαιολογεί. Κατά τον ΣΣ, όλα τα γεγονότα που επιδιώκεται να εισαχθούν ήταν εδώ και χρόνια σε πλήρη γνώση του Εναγόμενου. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η απόφαση που εκδόθηκε στην αγωγή XXXXX/2014 αφορούσε διαφορετικό υποστατικό από αυτά της παρούσας αγωγής καθώς και ότι αυτή έχει εφεσιβληθεί. Κατά τη θέση του ΣΣ αποσκοπείται ο αιφνιδιασμός του Ενάγοντα. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως αυτές ίσχυαν κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία, η τροποποίηση δικογράφων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και μπορεί να επιτραπεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν αναγκαία για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου.[1] Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση ακόμα και όταν η όποια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα.[2] Σε ότι αφορά το χρόνο υποβολής του αιτήματος για τροποποίηση έχει νομολογηθεί ότι ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα καθοριστικής σημασίας. Η δε διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν όλα τα σχετικά δεδομένα στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.[3] Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης αφού ο κρίσιμος τελικά παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων.[4] Έχει νομολογηθεί ότι η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο.[5] Περαιτέρω, εκεί όπου εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της.[6] Η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής ή υπεράσπισης δεν οδηγεί δίχως άλλο σε απόρριψη της αίτησης αλλά αποτελεί παράγοντα που συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία στο πλαίσιο εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης.[7] Συνοψίζοντας τις καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης δικογράφων καθίσταται σαφές ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αιτημάτων τροποποίησης (υπό το φως των προνοιών της Δ.25 ως αυτές ίσχυαν κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο), ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών με κυρίαρχο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης.[8] Εξέταση υπό κρίση Αίτησης: Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση. Σε ότι αφορά τους λόγους ένστασης που συναρτώνται με την θέση του Ενάγοντα περί υπέρμετρης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης, δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του Ενάγοντα και κατάχρησης της διαδικασίας είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι ενώ η παρούσα Αγωγή καταχωρίστηκε το 2014, η υπό κρίση Αίτηση τροποποίησης καταχωρίστηκε το
- Δεν είναι όμως χωρίς σημασία και το γεγονός ότι ο ισχυρισμός ο οποίος συναρτάται με τη θέση περί κωλύματος προώθησης της αγωγής στη βάση έκδοσης διατάγματος απαλλαγής του εκκαθαριστή προέκυψε μετά την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης και συγκεκριμένα αρχές του έτους 2016, με αποτέλεσμα εκ των πραγμάτων να μην ήταν δυνατό να συμπεριληφθεί στην αρχική Έκθεση Υπεράσπισης. Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει αρχίσει ακόμα η ακροαματική διαδικασία. Ως αιτιολογία για την επιδιωκόμενη τροποποίηση στο παρόν στάδιο η πλευρά του Εναγόμενου προβάλλει ότι κατά τη μελέτη και προετοιμασία του δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση για την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης διαπίστωσε ότι δεν είχε συμπεριληφθεί το γεγονός της διάλυσης της ανωτέρω αναφερόμενης εταιρείας για το λόγο ότι αυτή έλαβε χώρα μετά την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό περί δεδικασμένου προβάλλεται η σχετικά πρόσφατη ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Όπως έχει αναγνωρισθεί στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν. Σιακόλα[9] δεν μπορεί να καταλογίζεται υπέρμετρη καθυστέρηση σε κάποιον ο οποίος δεν είχε, προηγουμένως, συνειδητοποιήσει ή αντιληφθεί ότι θα ήταν αναγκαίο να προβεί σε διάβημα για τροποποίηση ώστε να παρουσιάσει την υπόθεση του με τον πρέποντα τρόπο, έστω και αν έπρεπε να το αντιληφθεί νωρίτερα με αποτέλεσμα η παράλειψη του να οφείλεται καθαρά σε αμέλεια ή παραδρομή ή σφάλμα του ιδίου ή του δικηγόρου του, υπό τον όρο, βεβαίως, της ανυπαρξίας κακοπιστίας εκ μέρους του. Με αυτή την έννοια, και υπό το φως της εξήγησης που δόθηκε, δεν μπορώ να διαγνώσω την ύπαρξη τέτοιας υπέρμετρης καθυστέρησης εκ μέρους του που να ισοδυναμεί με πρόθεση πρόκλησης καθυστέρησης στη διαδικασία ή κακοπιστία ή καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρους του Εναγόμενου. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν δημιουργείται με την αιτούμενη τροποποίηση οποιοδήποτε ανυπέρβλητο εμπόδιο ή τέτοια ζημιά στα συμφέροντα του Ενάγοντα ή τέτοιος δυσμενής επηρεασμός που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα τη στιγμή μάλιστα που η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα αρχίσει. Δυσμενής επηρεασμός, αν δεν καταδειχθεί με στοιχεία, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα ύπαρξής του. Ο Ενάγων αποδίδει δικογραφικά ευθύνη στον Εναγόμενο αφού κατά τη θέση του, ο Επίσημος Παραλήπτης που είχε κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο διοριστεί ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της εταιρείας που κατείχε τα υποστατικά του Ενάγοντα δεν άσκησε ορθά τα καθήκοντα του, με αποτέλεσμα, σύμφωνα πάντα με τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα, να διατηρήσει την κατοχή των υποστατικών του Ενάγοντα τη στιγμή που όφειλε, σύμφωνα με τη θέση του Ενάγοντα, είτε να επιστρέψει τα υποστατικά στον Ενάγοντα είτε να πληρώνει ενοίκια και/ή εύλογη αποζημίωση καθ' όλη τη διάρκεια που ο Επίσημος Παραλήπτης είχε στην κατοχή του τα υποστατικά. Με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται να προβληθεί η θέση ότι ως εκ της έκδοσης δικαστικού διατάγματος απαλλαγής του εκκαθαριστή σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 239 του Κεφ. 113 δεν μπορεί να τίθεται με την παρούσα αγωγή ζήτημα ευθύνης του εκκαθαριστή αφού αυτός έχει, ως αποτέλεσμα της έκδοσης του εν λόγω διατάγματος, σύμφωνα με τη θέση που επιδιώκεται να δικογραφηθεί, απαλλαγεί της όποιας ευθύνης ενδεχομένως του αναλογούσε με τρόπο ώστε να μην δύναται να προωθηθεί οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του. Καθίσταται σαφές ως εκ της φύσεως της θέσης που επιδιώκεται να δικογραφηθεί και τις συνέπειες που αυτή ενδέχεται να επιφέρει σε σχέση με το επίδικο ζήτημα της ευθύνης σε περίπτωση αποδοχής της από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο ότι, είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να επιτραπεί να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου η θέση αυτή ώστε, να δοθεί η ευκαιρία στην κάθε πλευρά να προβάλει τις θέσεις της επί αυτής. Το ίδιο βεβαίως ισχύει και σε σχέση με τον ισχυρισμό περί ύπαρξης δεδικασμένου αφού έχοντας κατά νου την καλά νομολογημένη αρχή ότι ισχυρισμός περί δεδικασμένου θα πρέπει να προβάλλεται ειδικά στα δικόγραφα[10] και λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται ο κανόνας του δεδικασμένου, ήτοι ότι (α) η τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος (Interest reipublicae ut sit finis litium) και (β) κανένας δεν πρέπει να ενοχλείται δύο φορές για το ίδιο θέμα (Nemo debet bis vexari pro eadem causa)[11] κρίνω ότι δεν είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να μην επιτραπεί στον Εναγόμενο να προβάλει αυτήν τη θέση. Επισημαίνεται ότι τα όσα επί του προκειμένου αναφέρονται στην Ένσταση του Ενάγοντα στοχεύουν στην υποστήριξη της θέσης ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο για τους λόγους που ο ομνύων αναφέρει, ζήτημα το οποίο δεν είναι σε αυτό το στάδιο που θα εξεταστεί. Ούτε άλλωστε έχει τεθεί το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο προς ουσιαστική εξέταση του ζητήματος αυτού. Το γεγονός της καθυστέρησης, διευκρινίζω, δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακή πίστη. Όμως, η καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος που προβλέπει το δικαίωμα διαδίκου να τύχει δίκης σε εύλογο χρόνο. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι ένας διάδικος αποκλείεται από του να εγείρει αίτημα τροποποίησης αν αυτό θεωρείται δικαιολογημένο διότι η γενικότερη αρχή είναι ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει πάνω σε όλα τα επίδικα θέματα που νομότυπα εγείρονται ενώπιον του πριν την έκδοση της τελικής απόφασης.[12] Είναι γεγονός ότι έχει, λόγω της καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης, προκύψει καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης στην οποία βεβαίως έχει συντείνει και η καταχώριση ένστασης από την πλευρά του Ενάγοντα, ως βεβαίως είχε δικαίωμα να πράξει. Η έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει μία ακόμα μικρή καθυστέρηση μέχρι την ολοκλήρωση των τροποποιημένων δικογράφων πλην όμως δεν είναι τέτοιας μορφής που να τίθεται θέμα εκτροχιασμού της πορείας της υπόθεσης δεδομένου και του γεγονότος ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα αρχίσει. Να τονίσω στο σημείο αυτό ότι, ενώ το Δικαστήριο κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, κρίσιμος, τελικά, παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Ούτε τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να δείχνουν ότι με την καθυστέρηση που έχει, εκ των πραγμάτων, σημειωθεί δημιουργούνται ανυπέρβλητα προβλήματα, ώστε να επηρεάζονται ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα του Ενάγοντα. Ούτε διαπιστώνεται από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε σκόπιμη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτηση με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, κρίνω ότι οι σχετικοί λόγοι ένστασης είναι απορριπτέοι και απορρίπτονται. Σε σχέση με το ζήτημα της κακοπιστίας, έχει νομολογηθεί ότι για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη.[13] Στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχω εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, περί ύπαρξης κακοπιστίας, οι οποίοι εν πάσει περιπτώσει τέθηκαν γενικά και αόριστα. Συνακόλουθα, οι σχετικοί λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Όσον αφορά τους λόγους ένστασης που συναρτώνται με την κατ' ισχυρισμό ανεπάρκεια της νομικής βάσης της υπό κρίση Αίτησης ή τη μη ορθότητα αυτής, παρατηρώ ότι οι θέσεις αυτές έχουν τεθεί γενικά και αόριστα, δεν έχουν εξειδικευθεί με οποιοδήποτε τρόπο και ούτε προωθήθηκαν στις αγορεύσεις των συνηγόρων του Ενάγοντα. Επί της ουσίας, διαπιστώνω ότι η υπό κρίση Αίτηση έχει στηριχθεί σε ορθή νομική βάση και συνεπώς, πρόκειται για προδήλως αβάσιμες θέσεις οι οποίες απορρίπτονται. Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω και συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ του Εναγόμενου - Αιτητή. Συνεπώς, εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης ως οι παράγραφοι Α και Β της Αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος Διατάγματος και τροποποιημένη Απάντηση εντός 15 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης. Η σύνταξη του διατάγματος να ζητηθεί εντός δύο ημερών από σήμερα. Λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα της παρούσας Αίτησης αλλά και του κανόνα ότι ο διάδικος που ζητά την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης (costs thrown away), τα έξοδα της παρούσας Αίτησης καθώς επίσης και όσα έξοδα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation
(2013)1 (Α) Α.ΑΔ 543, Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 33, 36, 37. [2] Μάκης Σαββίδης ν Αυγής Π. Μαθηκολώνη - Πουργουρίδου, ΄Εφεση Αρ. 5/2016, 15/2/2018, Λάμπη v. Alpha Bank Limited, Πολιτική Έφεση Αρ.: 372/2012, ημερ. 26/3/2019, Forcan v. Hemslade Trading Ltd, Πολιτική Εφεση Αρ. 43/2013, ημερ. 6/11/2018 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016, ECLI:CY:AD:2016:A87), Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ 934) στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd. v. Associated Newspapers Ltd
(1970)1 All E.R. 754 [3] Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ 426. [4] Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά., Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014, Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 817 [5] Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44 [6] Astor Co κ.ά. v. A & G Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). [7] Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745 Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707, Ετήσια Δικονομική Πρακτική (AnnualPractice) του 1958 στη σελ. 624. [8] Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24, Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11 [9]
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44. [10] Κωνσταντινίδη v. Hissin κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 1140, Σεργίου Θεοδώρα Γεωργίου και Άλλος ν. Σωτήρη Σωτήρη και Άλλου
(2010)1 ΑΑΔ 1, βλ. επίσης το Σύγγραμμα Res Judicata, Spencer Bower and Handley, Fourth Edition παρ. 18.07 σελ. 261. [11] Αντριανή Χαραλάμπους ν. Μαρίας Χαραλάμπους
(2008)1 Α.Α.Δ. 1298, Χριστοφής Α. Χριστοφή (Παπέττας) V 1. Σ & Μ. Φλοκκάς Λτδ,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1703. [12] Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1985 σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφων: «General principles for grant of leave to amend. It is a guiding principle of cardinal importance on the question of amendment that, generally speaking, all such amendments ought to be made ´ for the purpose of determining the real question in controversy between the parties to any proceedings or of correcting any defect or error in any proceedings´ (see per Jenkins LJ in G.L. Baker Ltd v. Medway Building & Supplies Ltd
(1958)1 W.L.R. 1216, p.1231;
(1958)3 All E.R. 540 p. 546). It is a well established principle that the object of the Court is to decide the rights of the parties, and not to punish them for mistakes they make in the conduct of their cases by deciding otherwise than in accordance with their rights. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach the court not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace.. It seems to be that as such as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right (per Bowen LJ in Cropper v. Smith
(1883)26 Ch. D. 700, pp 710-711, with which observations A.L. Smith LJ expressed ´emphatic agreement´ in Shoe Machinery Co v. Cultan
(1896)1 Ch. 108, p.112)". [13] Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν ΓΕ
(2012)1Α ΑΑΔ 745, 751 και Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A. & G. Leventis & Company
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο