← Κύπρος

Bourlakova κ.α. ν. Leo Trust Cyprus Ltd κ.α., Αρ. Γεν. Αίτησης: 472/20, 2/3/2022

Bourlakova κ.α. ν. Leo Trust Cyprus Ltd κ.α., Αρ. Γεν. Αίτησης: 472/20, 2/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A128 Αρ. Γεν. Αίτησης: 472/20 Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΕ) αρ.1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις. Και Αναφορικά με την απαίτηση με αριθμό BL-2020-001050 ενώπιον του Ανώτερου Δικαστηρίου της Αγγλίας και της Ουαλίας (High Court of Justice of England and Wales) μεταξύ των:

(1)XXXXX Bourlakova,
(2)Hermitage One Limited,
(3)Greenbay Invest Holdings Limited ως Ενάγοντες και των
(1)XXXXX Bourlakov,
(2)XXXXX Tribaldos,
(3)Leo Services Holding Limited,
(4)Leo Trust Switzerland AG,
(5)XXXXX Schwarz,
(6)XXXXX Anufriev,
(7)XXXXX Kazakov,
(8)XXXXX Kazakova,
(9)Colombus Holding and Enterprises SA,
(10)Finco Financial Inc,
(11)Gatiabe Business Inc,
(12)Edelweiss Investments Inc,
(13)IPEC International Petroleum Co Inc. Μεταξύ:
  1. XXXXX Bourlakova, από Μονακό
  2. Hermitage One Limited, από Νήσο του Μαν
  3. Greenbay Invest Holdings Limited, από τις Σεϋχέλλες Αιτήτριες και
  4. Leo Trust Cyprus Ltd (ΗΕ 276262) από Λευκωσία
  5. Leo Fiduciaries Ltd (ΗΕ 278111) από Λευκωσία Καθ' ων η αίτηση Αίτηση από τις αιτήτριες ημερ. 10.11.2021 για διαγραφή/παραμερισμό της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ημερ. 22.10.2021 Ημερομηνία: 2 Μαρτίου 2022 Για αιτήτριες: κος Γ. Γεωργίου για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ' ης η αίτηση: κος Γ. Τριλλίδης για Πολάκης Σαρρής & Σία ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Γενική Αίτηση, οι αιτήτριες ζητούν της έκδοση διατάγματος έρευνας για επιθεώρηση και παράδοση εγγράφων που βρίσκονται στα υποστατικά των εναγομένων. Σύμφωνα με τις αιτήτριες, η παρούσα αίτηση είναι υποβοηθητική της αγωγής με αρ. BL-2020-001050 στα Δικαστήρια της Αγγλίας και Ουαλίας, εναντίον διαφόρων ατόμων και νομικών οντοτήτων για απάτη και/ή συνομωσία με παράνομα μέσα. Τα έγγραφα αφορούν μεταξύ άλλων, λογιστικά βιβλία, αποφάσεις διοικητικών συμβουλίων, έγγραφα που αποκαλύπτουν την ταυτότητα τελικών δικαιούχων και την εταιρική δομή στην οποία συμμετείχαν οι εταιρείες Finco Financial Inc και Gatiabe Business Inc για κατ' ισχυρισμό εταιρικά δάνεια μεταξύ των πιο πάνω αλλά και άλλων εταιρειών. Η Αγγλική Διαδικασία σχετίζεται με γεγονότα, τα οποία έλαβαν χώρα από τον Δεκέμβριο 2017 έως τον Ιανουάριο 2018 μετά την κατάρρευση των συζυγικών σχέσεων μεταξύ της αιτήτριας 1 και του συζύγου της XXXXX Burlakov που είναι ο εναγόμενος 1 στην Αγγλική αγωγή. Μετά την κατάρρευση των συζυγικών σχέσεων, ο Burlakov έχει επιδιώξει κατά τις αιτήτριες μια εκδικητική και δόλια στρατηγική, σε συνεργεία με τους άλλους εναγομένους στην Αγγλική αγωγή, που περιλαμβάνει ανέντιμες, παράτυπες και παράνομες ενέργειες με απώτερο στόχο τη μεγιστοποίηση του δικού του μεριδίου στα περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας Bourlakov και ταυτόχρονα, την ελαχιστοποίηση ή ακόμη και εξάλειψη του μεριδίου της αιτήτριας
  6. Μεταξύ άλλων ενεργειών είναι και η κατ' ισχυρισμό πλαστογράφηση εγγράφων που δημιουργούν ανύπαρκτες υποχρεώσεις και εικονικά δάνεια που αποσκοπούν στη μείωση η αξία των διαθέσιμων περιουσιακών στοιχείων. Κατά τις αιτήτριες, οι καθ' ων η αίτηση στην παρούσα διαδικασία σχετίζονται με τις εναγόμενες εταιρείες στην Αγγλική αγωγή και συνεπώς είναι πιθανόν να κατέχουν πληθώρα εγγράφων που σχετίζονται με την Αγγλική διαδικασία. Περαιτέρω, οι αιτήτριες έχουν μαρτυρία ότι επιδιώχθηκε η καταστροφή σχετικών εγγράφων που βρίσκονται στους διακομιστές (servers) των καθ' ων η αίτηση στην Κύπρο. Συγκεκριμένα, οι καθ' ων η αίτηση λειτουργούσαν και διαχειρίζονταν την υποδομή πληροφορικής του ομίλου εταιρειών Leo Trust και συνεπώς κατείχαν πληθώρα εγγράφων που σχετίζονται με την Αγγλική αγωγή για τα οποία οι αιτήτριες πίστευαν ότι υπήρχε άμεσος κίνδυνος καταστροφής, εξ ου και καταχώρησαν τη μονομερή αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε και το ενδιάμεσο διάταγμα τύπου Anton Piller. Με την καταχώρηση της αίτησης, εκδόθηκε μονομερώς στις 28.12.2020 διάταγμα έρευνας ταυτόσημο με την αίτηση δια κλήσεως. Το διάταγμα εκδόθηκε με την επιφύλαξη ότι απαγορεύεται η αποκάλυψη και χρήση οποιωνδήποτε πληροφοριών και/ή εγγράφων εξασφαλιστούν δυνάμει του διατακτικού του, σε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία πέραν από την παρούσα και την Αγγλική αγωγή, χωρίς την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου. Ταυτόχρονα εκδόθηκε ενδιάμεσο διάταγμα τύπου gagging order με το οποίο απαγορεύτηκε στους καθ' ων η αίτηση να πληροφορήσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο, οποιοδήποτε πρόσωπο, εξαιρουμένων των νομικών τους συμβούλων για την έκδοση του διατάγματος. Το διάταγμα τύπου Anton Piller εκτελέστηκε δεόντως στις 12.1.2021 και 13.1.
  7. Λήφθηκε πληθώρα εγγράφων σε ηλεκτρονική αλλά και έντυπη μορφή, τα οποία βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ακολούθως, οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν στις 4.2.2021 αίτηση παραμερισμού, με την οποία αιτούνται την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος. Περαιτέρω αιτούνται όπως απαγορευθεί από το Δικαστήριο η χρήση των πληροφοριών που έχουν ληφθεί, συνεπεία της εκτέλεσης του διατάγματος Anton Piller. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της καθ' ης η αίτηση 1 XXXXX Χαραλαμπίδη. Οι αιτήτριες καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση παραμερισμού. Στην συνέχεια, το Δικαστήριο, εξέδωσε στις 14.10.2021 μετά από ακρόαση, ενδιάμεση απόφαση με την οποία ενέκρινε αίτημα των καθ' ων η αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης τους για παραμερισμό του διατάγματος Anton Piller. Την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση υπογράφει ο Κυριάκος Κυριάκου ως νέος διευθυντής της καθ' ης η αίτηση
  8. Αφορά μεταξύ άλλων σε κατ' ισχυρισμό γεγονότα που επεσυνέβησαν μετά την έκδοση του διατάγματος τόσο στην Κύπρο όσο και στην δικαστική διαδικασία στην Αγγλία. Γίνεται επίσης αναφορά σε ισχυρισμούς για παρατυπίες και σφάλματα κατά την εκτέλεση του διατάγματος έρευνας Anton Piller αλλά και μετά την εκτέλεση του. Το Δικαστήριο διέταξε περαιτέρω, όπως η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την ημέρα έκδοσης της εν λόγω ενδιάμεσης απόφασης. Η εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση του XXXXX Κυριάκου, καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση στις 22.10.
  9. Με την διαφορά ότι ο ομνύων αναφέρει σε αυτήν ότι είναι «τέως διευθυντής» της καθ' ης η αίτηση 1, αντί «διευθυντής» όπως ήταν ή προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αυτό γιατί στο μεταξύ είχε παραιτηθεί και δεν ήταν πλέον μέλος του διοικητικού συμβουλίου της καθ' ης η αίτηση 1 εταιρείας. Για συμπλήρωση του δικονομικού ιστορικού της υπόθεσης, σημειώνω ότι εκκρεμεί άλλη αίτηση των αιτητριών ημ.13.7.21, για χρήση των υπό κρίση εγγράφων και σε άλλες ποινικές διαδικασίες που εκκρεμούν στο Μονακό. Εκκρεμεί περαιτέρω και αίτηση από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο XXXXX Kazakov με την οποία επίσης επιζητείται ο παραμερισμός του διατάγματος Anton Piller και η απαγόρευση χρήσης των εγγράφων που λήφθηκαν δυνάμει αυτού. Τέλος, εκκρεμεί ακόμα μια αίτηση των αιτητριών για διαγραφή της πιο πάνω αίτησης παραμερισμού από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο με το αιτιολογικό ότι δεν είναι διάδικος στην κυρίως αίτηση και δεν κατέστη μέρος στην παρούσα διαδικασία. Η παρούσα αίτηση Ακολούθησε η παρούσα αίτηση από τις αιτήτριες ημ. 10.11.21 με την οποία ζητούν την διαγραφή της πιο πάνω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης των καθ' ων αίτηση ημερομηνίας 22.10.2021 που καταχωρήθηκε κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου προς υποστήριξη της αίτησης τους για παραμερισμό του διατάγματος Anton Piller. Είναι η θέση των αιτητριών ότι η καταχωρηθείσα ένορκη δήλωση, διαφέρει από την προτεινόμενη ΣΕΔ της οποίας την καταχώρηση ενέκρινε το Δικαστήριο με την ενδιάμεση αίτηση του ημ. 14.10.
  10. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, κατόπιν ανάγνωσης της καταχωρηθείσας ΣΕΔ, προκύπτει ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται για την ίδια συμπληρωματική ένορκη δήλωση που ενέκρινε το Δικαστήριο. Μάλιστα οι συνήγοροι των καθ' ων η αίτηση αντί να ενημερώσουν το Δικαστήριο και τους αντιδίκους τους για την αλλαγή στο λεκτικό μεταξύ των δύο ενόρκων δηλώσεων, προτίμησαν να το αποσιωπήσουν και να τους αποστείλουν με ηλεκτρονικό μήνυμα αντίγραφο της προτεινόμενης ΣΕΔ που εγκρίθηκε, αναφέροντας ότι ήταν αντίγραφο αυτής που καταχωρήθηκε. Ενώ στην ουσία, αυτή που τελικά καταχωρήθηκε ήταν διαφορετική από αυτή που ενέκρινε το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα στην πρώτη παράγραφο της καταχωρηθείσας ΣΕΔ αναφέρεται από τον ομνύοντα Κυριάκο Κυριάκου ότι: «Είμαι τέως διευθυντής της Καθ' ης η Αίτηση 1, διευθυντής κατά τους κρίσιμους χρόνους, και εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα.», ενώ στην προτεινόμενη ΣΕΔ που ενέκρινε το Δικαστήριο αναφέρει ότι «Είμαι εκ των διευθυντών της Καθ' ης η Αίτηση 1». Με αυτό τον τρόπο κατά τις αιτήτριες, γίνεται προσπάθεια να ενταχθεί και να αλλοιωθεί η μαρτυρία, η οποία επιτράπηκε να προσκομιστεί σύμφωνα με την άδεια του Δικαστηρίου, μέσω της προτεινόμενης ΣΕΔ. Μετά που διαπιστώθηκε η πιο πάνω διαφοροποίηση, οι συνήγοροι των αιτητριών προέβησαν σε έρευνα στον Έφορο Εταιρειών όπου και διαφάνηκε ότι: (α) ο XXXXX Κυριάκου και ο XXXXX Κοσιάρης παραιτήθηκαν από τη θέση τους ως διευθυντές της καθ' ης η αίτηση 1 στις 8.10.2021 και στη θέση αυτών διορίστηκαν άλλοι διευθυντές την ίδια ημερομηνία· και (β) όλες οι μετοχές της καθ' ης η αίτηση 1 μεταβιβάστηκαν από την Leo Services Holding Ltd (Leo England) στην Leo Trust Switzerland AG στις 11.10.2021 και η αλλαγή καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών στις 15.10.
  11. Κατά τις αιτήτριες, η αλλοίωση του περιεχομένου της εγκεκριμένης ΣΕΔ αλλά και ο τρόπος με τον οποίο ενήργησαν οι συνήγοροι των καθ' ων η αίτηση προς συγκάλυψη της καταχώρησης διαφορετικής συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, συνιστά κατάχρηση και καταδεικνύει την κακοπιστία με την οποία ενεργούν. Σημειώνεται στην ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης ότι και οι δύο αλλαγές των διευθυντών της καθ' ης η αίτηση 1, πραγματοποιήθηκαν πριν την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και ενώ οι καθ' ων η αίτηση είχαν κάθε δυνατότητα να ενημερώσουν το Δικαστήριο προς τούτο. Αντιθέτως, προέβησαν σε μονομερή και εν κρυπτώ τροποποίηση της προτεινόμενης ΣΕΔ χωρίς άδεια. Από τον τρόπο που ενήργησαν οι καθ' ων η αίτηση φαίνεται ξεκάθαρα ότι προέβησαν σε θετικά διαβήματα ώστε να συγκαλύψουν τις μονομερείς τροποποιήσεις τους, για τις οποίες ουδέποτε έλαβαν άδεια από το Δικαστήριο Στην ένορκη δήλωση της αίτησης αναφέρεται περαιτέρω ότι το περιεχόμενο των παραγράφων 9 και 10 της καταχωρηθείσας ΣΕΔ δεν συνάδει με το υπόλοιπο περιεχόμενο αφού στις εν λόγω παραγράφους γίνεται αναφορά σε γνώση των νυν διευθυντών και μετόχων της καθ' ης η αίτηση 1 που όμως δεν είναι πλέον τα πρόσωπα τα οποία ήταν διευθυντές κατά την καταχώρηση της αίτησης ΣΕΔ. Σε κάθε περίπτωση κατά τις αιτήτριες, ενόψει των ενεργειών της καθ' ης η αίτηση 1 ως αναφέρονται στην παράγραφο 10, δημιουργείται σύγχυση και ασάφεια σε σχέση με την ταυτότητα των διευθυντών και μετόχων και μεταβάλλεται η κατάσταση πραγμάτων επί των οποίων καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει κατά την εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού ημερομηνίας 4.2.
  12. Περαιτέρω, οι καθ' ων η αίτηση δεν παρείχαν οποιαδήποτε αιτιολογία γιατί δεν προέβηκε σε ένορκη δήλωση ένας εκ των διευθυντών τους, αλλά ο Κυριάκος Κυριάκου, ο οποίος φαίνεται να έπαυσε να ενεργεί ως διευθυντής. Ως εκ τούτου, εγείρονται θέματα δέουσας εξουσιοδότησης του XXXXX Κυριάκου να προβαίνει σε ένορκη δήλωση εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης, όλα τα πιο πάνω τέθηκαν εις γνώση του Δικαστηρίου στις 4.11.2021, όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες. Ως εμφαίνεται από το πρακτικό του Δικαστηρίου (τεκμ.4), ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση παραδέχεται ότι έγιναν οι εν λόγω μονομερείς αλλαγές και ότι απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα προς τους συνηγόρους των αιτητριών, επισυνάπτοντας διαφορετική συμπληρωματική ένορκη δήλωση από την καταχωρηθείσα. Αναφέρεται τέλος στην ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης ότι η καταχώρηση της διαφοροποιημένης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης κατά παράβαση του διατάγματος του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την συμπεριφορά των συνηγόρων των καθ' ων η αίτηση, φαίνεται να είναι μια προφανής προσπάθεια εισαγωγής νέας μαρτυρίας και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο κατά τον ομνύοντα πρέπει να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσει τη δικαστική διαδικασία και να αποτρέψει την κατά το δοκούν συμμόρφωση με τις διαταγές του και την εισαγωγή νέας μαρτυρίας σε διαδικασία χωρίς την προηγούμενη άδεια του. Συνεπώς η καταχωρηθείσα ΣΕΔ 22/10/2021 θα πρέπει να διαγραφεί ή να παραμεριστεί. Η ειδοποίηση ένστασης Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ως λόγους ένστασης, επικαλούνται τα πιο κάτω:
  13. Δεν πληρούνται οι νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.39 θ.18 καθότι η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση ημερ.22.10.2021 δεν περιέχει οτιδήποτε το σκανδαλώδες είτε το άσχετο.
  14. Η καταχωρηθείσα την 22.10.2021 Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση έγινε σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα της απόφασης του δικαστηρίου ημερ.14.10.2021 και, εν πάση περιπτώσει, οι διαφοροποιήσεις από το Προσχέδιο ημερ.30.6.2021 ήταν τυπικές και επουσιώδεις και, εν πάση περιπτώσει, αναγκαίες λόγω της παραίτησης του ενόρκως δηλούντα από διευθυντή της Καθ' ης η Αίτηση 1 στο μεσοδιάστημα.
  15. Η αίτηση των Αιτητών φανερώνει πονηριά και μικροπρέπεια, είναι κακόπιστη και καταχρηστική, η ΣΕΔ 22.10.2021 ουδεμία ζημία δύναται να τους προκαλέσει και μόνο σκοπό έχει να κωλυσιεργήσει στην εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού των Καθ' ων η Αίτηση η οποία είναι ορισμένη για ακρόαση την 25.11.
  16. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος των Αιτητών, καθότι, ανεξαρτήτως των πιο πάνω, και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση ημερ.22.10.21 παρουσιάζει κάποια ανωμαλία, έχει εφαρμογή η Δ.
  17. Θ.
  18. Την ειδοποίηση ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση του XXXXX Κυριάκου, πρώην διευθυντή της καθ' ης η αίτηση 1 και ο ενόρκως δηλούντα, στην υπό κρίση ΣΕΔ. Αναφέρει ότι υπήρξε ένας εκ των 4 συμβούλων της καθ' ης η αίτηση
  19. Ο διορισμός του έγινε στις 8.9.2020 αλλά λόγω ενδιάμεσου διατάγματος που εκδόθηκε στις 6.10.2020 στο πλαίσιο της αγωγής 2816/20 του Ε.Δ. Λευκωσίας και απαγόρευε είτε να ενεργεί με 3 νέους διευθυντές με ίδια ημερομηνία διορισμού είτε να επιτραπεί η καταχώρισή του ως διευθυντής της καθ' ης η αίτηση 1 στον Έφορο Εταιρειών, ούτε ο ίδιος ούτε οι υπόλοιποι νέοι διευθυντές είχαν οποιαδήποτε ανάμιξη ή ενημέρωση στη διοίκηση της καθ' ης η αίτηση
  20. Αυτό, μέχρι την 14.4.2021, οπόταν και το διάταγμα ημερ. 6.10.2020 ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση έπειτα από ακρόαση. Παραιτήθηκε από διευθυντής της καθ' ης η αίτηση 1, το ίδιο και ο έτερος διευθυντής XXXXX Κοσιάρης, στις 8.10.
  21. Ο λόγος είναι γιατί η καθ' ης η αίτηση 1, είχε πια στελεχωθεί με προσωπικό και δεν χρειαζόταν τις υπηρεσίες τους αφού τόσο ο ίδιος όσο και ο Κοσιάρης εργάζονται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση και ήταν μεταβατικοί διευθυντές μέχρι να στελεχωθεί η καθ' ης η αίτηση 1, μετά την παύση ή παραίτηση των προηγούμενων διευθυντών της. Ο ομνύων δέχεται ότι πράγματι, η προτεινόμενη την 30.6.2021 ΣΕΔ διαφέρει ως προς την καταχωρηθείσα την 22.10.2021 μόνο όμως σε μια λεπτομέρεια. Αφού την 8.10.2021 έγινε τέως διευθυντής της καθ' ης η αίτηση 1, κρίθηκε ορθό τούτο να αντανακλάται στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε κατόπιν της άδειας του δικαστηρίου την 14.10.
  22. Πέραν της λέξης «τέως» στην παράγραφο 1 της ΣΕΔ και των διακοσμητικών αλλαγών στην ίδια παράγραφο για να συνάδουν προς τούτο, η καταχωρηθείσα ΣΕΔ την 22.10.2021, είναι ίδια με την προτεινόμενη. Ο ομνύοντας αναφέρει στην συνέχεια ότι ούτε η παραίτηση του την 8.10.2021 ούτε η μεταβίβαση των μετοχών της καθ' ης η αίτηση 1, καθιστούν αναληθές ή ανακριβές το περιεχόμενο των παραγράφων 9 και 10 της ΣΕΔ 22.10.2021 αφού οι εν λόγω παράγραφοι ξεκάθαρα αναφέρονται στον Απρίλη και τον Μάιο του 2021, ήτοι πριν γίνουν οι αλλαγές. Εν πάση περιπτώσει, τίποτε από όσα καταγράφονται στις παραγράφους 9 και 10 δεν είναι κρίσιμα για να αποφασίσει το Δικαστήριο την αίτηση παραμερισμού και ουδεμία σύγχυση ή ασάφεια προκαλείται. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις με οδηγίες του Δικαστηρίου. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, αναπτύσσοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους όπως εμφαίνονται στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα αλλά και στις γραπτές τους αγορεύσεις. Ο συνήγορος για τις αιτήτριες, στην γραπτή του αγόρευση ανέφερε ότι οι αλλαγές στην σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου της καθ' ης η αίτηση 1, πραγματοποιήθηκαν στις 8.10.21 δηλαδή πριν την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου στις 14.10.
  23. Ως εκ τούτου, οι καθ' ων η αίτηση είχαν κάθε δυνατότητα να ενημερώσουν το Δικαστήριο ως προς τούτο. Αντί αυτού, προέβησαν μονομερώς σε τροποποιήσεις της προτεινόμενης ΣΕΔ, χωρίς την προηγούμενη άδεια του σεβαστού Δικαστηρίου.
  24. Οι εν λόγω αλλαγές είναι κατά τον συνήγορο ουσιαστικής φύσης καθώς εγείρεται ζήτημα δέουσας εξουσιοδότησης του ομνύοντα να προβεί στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ενόψει του ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν παρείχαν οποιαδήποτε αιτιολογία γιατί δεν προέβηκε σε ένορκη δήλωση ένας εκ των υφιστάμενων διευθυντών τους. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν είχαν επιλογή, αλλά δεοντολογική υποχρέωση να ενημερώσουν τόσο το Δικαστήριο όσο και τους αντιδίκους τους για τις ουσιώδεις αλλαγές στους διευθυντές και μετόχους που έγιναν στην Leo Trust CY και που επηρέαζαν την εκκρεμούσα διαδικασία. Προσπάθησαν μάλιστα να παραπλανήσουν τους αντιδίκους δικηγόρους, στέλνοντας ηλεκτρονικά την Κυριακή βράδυ την προτεινόμενη ΣΕΔ αντί εκείνη που καταχώρησαν, επικαλούμενοι στην συνέχεια ότι έκανα λάθος. Ο συνήγορος αναφέρθηκε στην σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου ως αρωγό προς αποφυγή της κατάχρησης της διαδικασίας, της διασφάλισης της εξουσίας και της διαδικασίας του δικαστηρίου από την υπονόμευση της αλλά και από την αλλότρια χρήση των δικαστικών διαδικασιών. Ο συνήγορος αναφέρθηκε στην Δ.39 Θ.18, η οποία αναφέρεται σε διαγραφή παραγράφων της ενόρκου δηλώσεως και όχι για διαγραφή ολόκληρης της ένορκης δήλωσης ως η Δ.27 θ.3 για τα δικόγραφα. Συνεπακόλουθα, δεν υπάρχει κατά τον συνήγορο ρύθμιση για τη διαγραφή ολόκληρης της ένορκης δήλωσης, δημιουργώντας ένα δικονομικό κενό (procedural lacuna). Ενόψει της μη ύπαρξης δικονομικής πρόνοιας, το Δικαστήριο, δύναται κατά τον συνήγορο, βασιζόμενο στην σύμφυτη εξουσία του, να διαγράψει την ΣΕΔ στην ολότητα της, καθώς κάτι τέτοιο δεν έρχεται σε αντίθεση με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Ο συνήγορος παρέπεμψε επί του προκειμένου στην απόφαση Cyprus Popular Bank Public Co Limited v. Πιτσιλλίδης, Πολ. Έφεση 245/18, ημ. 17.7.2020 όπου η ανυπαρξία κάποιου δικονομικού ή άλλου υπόβαθρου δεν μπόρεσε να σταθεί τροχοπέδη για να εκπληρώσει το οφειλόμενο προς τη δικαιοσύνη χρέος του Δικαστηρίου. Ο συνήγορος παρέπεμψε περαιτέρω σε αποφάσεις όπου αγνοήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε χωρίς άδεια του Δικαστηρίου ή έγινε από διαφορετικό ομνύοντα από αυτόν που διέταξε το Δικαστήριο. Με γνώμονα την πιο πάνω νομολογία, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η παραποίηση της προτεινόμενης ΣΕΔ στην παρούσα περίπτωση, οδηγεί άνευ περαιτέρω εξέτασης, στην παραβίαση της εκδοθείσας απόφασης. Η εν λόγω παραβίαση σύμφωνα με τον συνήγορο, ουσιαστικά εξομοιώνεται με την καταχώρηση ένορκης δήλωσης χωρίς άδεια του Δικαστηρίου και συνεπώς πρέπει να διαγραφεί. Ως προς τους ισχυρισμούς των αιτητριών για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά των συνηγόρων των καθ' ων η αίτηση, εκ της οποίας είναι πασιφανές ότι αποπειράθηκε η συγκάλυψη των αλλοιώσεων της ΣΕΔ, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι έγινε μια εσκεμμένη προσπάθεια εισαγωγής νέας μαρτυρίας, παραβιάζοντας την απόφαση του Δικαστηρίου. Εκ των ενεργειών τους, αλλά και της συμπεριφοράς τους, οι καθ´ ων η αίτηση προσπαθούν να ποδηγετήσουν το Δικαστήριο να αποδεχθεί μαρτυρία την οποία δεν ενέκρινε και να χειραγωγήσουν την διαδικασία με αλλότρια μέσα για δικό τους όφελος. Κατά τον συνήγορο των αιτητριών, αυτός είναι ο ορισμός της κατάχρησης. Στην προφορική του αγόρευση ενώπιον του Δικαστηρίου, ο συνήγορος επέμενε στην θέση του ότι δεν πρόκειται για τυπική αλλαγή που δεν επηρεάζει την πλευρά των αιτητριών. Ισχυρίστηκε ότι η παραίτηση του ομνύοντα από διευθυντή, επηρεάζει την διαδικασία αφού σχετίζεται άμεσα με την εξουσιοδότηση του να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ισχυρίστηκε δε ότι αν το στοιχείο αυτό ήταν γνωστό στις αιτήτριες θα ήταν διαφορετικός ο χειρισμός εκ μέρους τους, της αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση στην δική του γραπτή αγόρευση, ανέφερε ότι ήταν από την αρχή η θέση του ότι η ότι το προσχέδιο της ΣΕΔ 30.6.2021 και η καταχωρηθείσα ΣΕΔ 22.10.2021 διαφέρουν. Η μόνη όμως διαφορά είναι ότι κατά τον χρόνο υποβολής της ΣΕΔ έπαψε να ήταν διευθυντής, αλλά ήταν διευθυντής κατά τους κρίσιμους χρόνους, και εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ΣΕΔ. Ο λόγος της διαφοροποίησης είναι κατά τον συνήγορο προφανής και φαίνεται και από τα τεκμήρια της παρούσας. Στις 30.6.2021 ο προτεινόμενος ως ενόρκως δηλών ήταν διευθυντής. Στις 8.10.2021 παραιτήθηκε. Οπόταν η ΣΕΔ που καταχωρήθηκε στις 22.10.2021, κατόπιν πολυσέλιδης απόφασης του δικαστηρίου ημερ.14.10.2021, αντανακλούσε την παραίτηση και εξηγούσε γιατί εξακολουθεί να προβαίνει ο ίδιος στην ΣΕΔ, επειδή ήταν διευθυντής στους κρίσιμους χρόνους και επειδή γνώριζε τα περιστατικά και επειδή ήταν και εξουσιοδοτημένος προς τούτο. Δεν υπάρχει ως εκ τούτου κατά τον συνήγορο προσπάθεια εισαγωγής νέας μαρτυρίας επί των ουσιαστικών γεγονότων ούτε η διαφοροποίηση έγινε κατά παράβαση του διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 14.10.2021 και συνεπώς δεν συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Όσον αφορά την άδεια για ΣΕΔ, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι το Δικαστήριο δεν ανέφερε ποτέ ότι η άδεια δίδεται ειδικά για την προτεινόμενη ένορκη δήλωση. Στην απόφαση του, εξέδωσε διάταγμα ως η αίτηση και διέταξε όπως η συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωρηθεί εντός 15 ημερών. Άρα ουδέποτε το Δικαστήριο διέταξε κατά τον συνήγορο να καταχωριστεί το συγκεκριμένο προσχέδιο της ΣΕΔ. Το δικαστήριο επέτρεψε να καταχωριστεί απλώς ΣΕΔ για τους λόγους που υπήρχαν στην σχετική αίτηση. Σύμφωνα με τον συνήγορο, αυτό οδηγεί από μόνο του στην απόρριψη της αίτησης αφού κανένα διάταγμα του δικαστηρίου δεν παραβιάστηκε όπως ισχυρίζονται οι αιτήτριες. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς για έλλειψη εξουσιοδότησης του ενόρκως δηλούντα, ο συνήγορος ανέφερε ότι ο ομνύοντας δήλωσε ενόρκως ότι είναι εξουσιοδοτημένος να ορκιστεί και ότι γνωρίζει τα γεγονότα. Το ότι είναι τέως διευθυντής δεν έχει καμία σημασία αφού δεν χρειάζεται ο ενόρκως δηλών να είναι καν διευθυντής. Εξάλλου πλείστες φορές σε ένορκες δηλώσεις ορκίζονται δικηγόροι για τα γεγονότα που είναι εξουσιοδοτημένοι από τους πελάτες τους. Ούτε προκαλείται κατά τον συνήγορο οιαδήποτε σύγχυση στις παραγράφους 9 και 10 της ΣΕΔ σε σχέση με την ταυτότητα των διευθυντών και μετόχων της καθ' ης η αίτηση
  25. Οι εν λόγω παράγραφοι αποτελούν ιστορική αναδρομή στα περιστατικά και αναφέρονται σε παρελθόντα χρόνο. Αλλά ακόμα και εάν ήθελε υποτεθεί ότι υπάρχει κάτι το ασαφές αυτό δεν είναι κατά τον συνήγορο επί ουσιώδους θέματος. Και εν πάση περιπτώσει μπορεί να διευκρινιστεί με την απαντητική ένορκη δήλωση που δήλωσαν στις 18.10.2021 ότι θα καταχωρούσαν οι αιτήτριες. Στην συνέχεια ο συνήγορος έκανε αναφορά στην Δ.39 που δίνει εξουσία στο Δικαστήριο να διαγράψει ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με την Δ.39 Θ.18 για να διαγραφεί μέρος μιας ένορκης δήλωσης αυτό πρέπει να είναι σκανδαλώδες και άσχετο (scandalous and irrelevant) και πρέπει να συντρέχουν και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά ταυτόχρονα. Πουθενά στην παρούσα αίτηση δεν γίνεται λόγος ότι η ΣΕΔ ημερ. 22.10.2021 περιέχει κάτι σκανδαλώδες ή άσχετο. Γίνεται μόνο λόγος για ασάφεια και κατάχρηση, που όμως κατά τον συνήγορο δεν έχουν αποδειχθεί. Όμως ακόμα και εάν υπήρχε αποδεδειγμένα ασάφεια, σύγχυση και κατάχρηση, αυτά δεν θα ήταν αρκετά για να οδηγήσουν σε διαγραφή της ένορκης δήλωσης, καθότι δεν καλύπτονται από την Δ.
  26. Θ.
  27. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στις Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ.3 και Δ.39 ΘΘ.2 &
  28. Οι Δ.19 και Δ.27 αφορούν την διαγραφή δικογράφων και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζονται στα γεγονότα της παρούσας. Αντιθέτως, η Δ.39 Θ.18 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να διαγράψει ισχυρισμούς από ένορκη δήλωση που θεωρούνται άσχετοι ή σκανδαλώδεις. Παρά το γεγονός ότι η αίτηση στηρίζεται στην Δ.39 Θ.18, ο συνήγορος των αιτητριών στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι αυτή δεν εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας, επειδή αφορά διαγραφή μέρους ένορκης δήλωσης και όχι ολόκληρης όπως είναι το υπό κρίση αίτημα. Στήριξε ως εκ τούτου την αίτηση του, ενόψει της κατά την άποψη του έλλειψης άλλης δικονομικής πρόνοιας, στην σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω άποψη ότι δεν εφαρμόζεται επί του προκειμένου η Δ.39 Θ.
  29. Η εν λόγω διαταγή προβλέπει ότι: «The Court or a Judge may order to be struck out from any affidavit any matter which is scandalous and irrelevant» Είναι σαφές ότι ο πιο πάνω κανονισμός δεν περιορίζεται σε διαγραφή μόνο μέρους της ένορκου δηλώσεως. Η πρόνοια για διαγραφή από ένορκο δήλωση οιουδήποτε ζητήματος (any matter) δεν σημαίνει ότι αν ολόκληρη η δήλωση είναι σκανδαλώδης ή άσχετη, το Δικαστήριο θα στερείται εξουσίας να την παραμερίσει στο σύνολο της. Είναι επιπλέον σαφές από απλή ανάγνωση της πιο πάνω διαταγής, ότι αυτή παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διαγράψει ζητήματα από μια ένορκη δήλωση ή ακόμη και την ένορκη δήλωση στο σύνολο της, τα οποία όχι μόνο πρέπει να είναι άσχετα αλλά ταυτόχρονα και σκανδαλώδη. Πρέπει δηλαδή να συντρέχουν και τα δύο χαρακτηριστικά που καθορίζει η διαταγή ώστε να διαταχθεί η διαγραφή. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από την χρήση του συνδέσμου «και» μεταξύ των λέξεων «άσχετα και σκανδαλώδη». Το αίτημα βέβαια μπορεί να εξεταστεί και στα πλαίσια των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου λόγω κατάχρησης της διαδικασίας όπως είναι η θέση του συνηγόρου για τις αιτήτριες. Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί κατά την άποψη μου στην παρούσα περίπτωση, είναι το κατά πόσον η καταχωρηθείσα ένορκη δήλωση, παραβιάζει το διάταγμα του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Αυτό γιατί ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι η άδεια δόθηκε για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης γενικά και όχι από τον συγκεκριμένο ομνύοντα. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω θέση του συνηγόρου για τις καθ' ων η αίτηση. Ο συνάδελφος Πρόεδρος που επιλαμβανόταν τότε της υπόθεσης, εκδίδοντας την ενδιάμεση απόφαση του για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είχε υπόψη του την προτεινόμενη δήλωση από τους καθ' ων η αίτηση, την οποία συμπεριέλαβαν στην αίτηση τους. Στην βάση αυτής, το Δικαστήριο εξέτασε και ενέκρινε το αίτημα. Το γεγονός ότι εξέδωσε διάταγμα «ως η αίτηση» δεν σημαίνει ότι έδωσε εν λευκώ άδεια για καταχώρηση οποιασδήποτε άλλης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης πέραν από την προτεινόμενη που εξέτασε, τόσον ως προς τους ισχυρισμούς, όσον και ως προς το όνομα και ιδιότητα του ομνύοντα. Σημειώνεται ότι αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν μπορεί να εξετάζεται αόριστα και γενικά αφού το Δικαστήριο πρέπει σύμφωνα με την νομολογία να πειστεί ότι υπάρχει καλός λόγος για παροχή της σχετικής αδείας. Στα πλαίσια αυτά το Δικαστήριο εξετάζει στο σύνολο της, την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προκειμένου να διαπιστώσει αν υπάρχει καλός λόγος για καταχώρηση της. Να σημειώσω επί του προκειμένου ότι οι ίδιοι οι καθ' ων η αίτηση στην αγόρευση του συνηγόρου τους, παραδέχονται ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε δεν είναι η ίδια με την προτεινόμενη που ενέκρινε το Δικαστήριο. Με την διαφορά, ότι ισχυρίζονται αμελητέα απόκλιση ως προς την ιδιότητα του ομνύοντα που δεν επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης θα εξετάσω στην συνέχεια αν η διαφοροποίηση στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε από αυτή που ενέκρινε το Δικαστήριο θα πρέπει να διαγραφεί είτε δυνάμει της Δ.39 Θ.18 είτε δυνάμει των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, όπως ισχυρίζεται ο συνήγορος των αιτητριών. Στο σύγγραμμα «The Annual Practice 1958», στην σελ.924 κάτω από τον τίτλο «Scandal, relevancy» αναφέρονται τα ακόλουθα: «.. the Court will only strike out matter that is both scandalous and irrelevant, or is otherwise oppressive (per Buckley, L.J., Re Jessop, [1910] W.N. 128, a case in which the C.A. refused to strike out extracts from letters marked "without prejudice"» Έχει επίσης νομολογηθεί ότι όπως στην περίπτωση διαγραφής δικογράφων δυνάμει της Δ.19 Θ.26 έτσι και όταν επιζητείται διαγραφή ενόρκων δηλώσεων δυνάμει της Δ.39 Θ.18, το Δικαστήριο ασκεί την διακριτική του εξουσία με φειδώ. Σχετική είναι η υπόθεση Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hussein Ali Nasrat Abdallah κα
(2013)1 Α.Α.Δ 1520, όπου το Δικαστήριο ανέφερε ότι η εξουσία διαγραφής που παρέχεται μεταξύ άλλων από την Δ.39 Θ.18, είναι διακριτικής μορφής και ταυτόχρονα πλατιά. Στην παρούσα περίπτωση δεν βρίσκω ότι η καταχωρηθείσα συμπληρωματική ένορκη δήλωση, είναι σκανδαλώδης και άσχετη επειδή διαφέρει από την προτεινόμενη που ενέκρινε το Δικαστήριο. Αυτό γιατί η μόνη διαφορά που εντοπίζεται είναι αυτή της ιδιότητας του ομνύοντα κατά τον χρόνο που αυτός ορκίζεται. Κατά πόσον δηλαδή είναι νυν ή τέως διευθυντής της καθ' ης η αίτηση
  1. Δεν υπάρχει όμως καμία διαφοροποίηση ως προς τα γεγονότα που προβάλει ο ομνύων και τα οποία εξέτασε το Δικαστήριο προκειμένου να διαπιστώσει αν υπάρχει καλός λόγος έγκρισης του αιτήματος. Δεν δικαιολογείται ως εκ τούτου η διαγραφή της υπό κρίση ενόρκου δηλώσεως δυνάμει της Δ.39 Θ.
  2. Θα εξετάσω στην συνέχεια κατά πόσον δικαιολογείται το αίτημα διαγραφής της υπό κρίση ενόρκου δηλώσεως, δυνάμει των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου ως αποτέλεσμα κατάχρησης διαδικασίας, όπως εισηγείται ο συνήγορος των αιτητριών. Σχετική με το θέμα της κατάχρησης, είναι η υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R, στην οποία επισημαίνεται ότι κάθε Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να παρεμποδίζει κατάχρηση οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας. Η εξουσία αυτή, αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στην μεταγενέστερη υπόθεση Τουβλοποιεία Παλαικύθρου Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109, υιοθετήθηκαν οι αρχές που καθόρισε η υπόθεση Sofocli v. Leonidou
(1988)1 C.L.R. 583, σε σχέση με την σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Λέχθηκε συγκεκριμένα ότι σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο και της σχετικότητας ύπαρξης της για την λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου Δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από τον Νόμο και τους Θεσμούς. Η αρχή αυτή επαναλήφθηκε και σε μεταγενέστερη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργ. Εταιρειών ν. Παπαγεωργίου κ.ά.
(2000)3 Α.Α.Δ. 151), στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι' αυτό και προσδιορίζεται με το επίθετο «σύμφυτη». Η βασική εκδήλωση της εξουσίας αυτής είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη. Όμως έχουν τεθεί όρια και αυτοπεριορισμοί για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία αυτής της εξουσίας στις ορθές διαστάσεις της. Όπως παρατήρησε εύστοχα ο καθηγητής M.S Docray στο άρθρο του "the Inherent Jurisdiction to Regulate Civil Proceedings"
(1977)113 Law Quarterly Review, σελ. 120, στην οποία σχολιάζει, στη σελ. 130, περιπτώσεις όπου τα δικαστήρια δε διέγνωσαν σύμφυτη εξουσία σε συγκεκριμένα θέματα: "These decisions are quite inconsistent with the idea that the inherent jurisdiction is an unlimited reservoir from which new powers can be fashioned at will"» Ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, ορίζεται μεταξύ άλλων η υιοθέτηση από ένα διάδικο, παράλληλων ένδικων μέσων για την επιδίωξη όμοιων σκοπών (βλ. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ 217). Επιπλέον, κατάχρηση συνιστά και η χρήση ενός δικονομικού μέσου για αλλότριο σκοπό. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι δικαστική διαδικασία μπορεί να κατασταλεί ως καταχρηστική, όποτε η προσεπίκληση της μολύνεται από αλλότρια κίνητρα (βλ. Βασιλείου v. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133 και Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Στην παρούσα περίπτωση δεν προκύπτει κατάχρηση λόγω χρήσης παράλληλων διαδικασιών. Αυτό που στην ουσία επικαλούνται οι αιτήτριες, είναι η χρήση του δικονομικού μέσου της άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση για αλλότριο σκοπό, ήτοι την εισαγωγή νέας μαρτυρίας την οποία δεν ενέκρινε το Δικαστήριο. Έχω μελετήσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα και τις αγορεύσεις των συνηγόρων. Κρίνω από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου ότι δεν έχει αποδειχθεί κατάχρηση της διαδικασίας από την ενάγουσα, με την επιλογή της να καταχωρήσει την υπό κρίση συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι η αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε στις 30.6.2021, ημερομηνία κατά την οποία ο προτεινόμενος ως ενόρκως δηλών, ήταν διευθυντής της καθ' ης η αίτηση
  1. Η απόφαση του Δικαστηρίου που αποδέχθηκε το αίτημα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, επιφυλάχθηκε στις 28.9.2021 και εκδόθηκε στις 14.10.
  2. Διέτασσε μεταξύ άλλων όπως η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την ημέρα έκδοσης της απόφασης. Στο μεταξύ όμως στις 8.10.2021, είχε παραιτηθεί ο προτεινόμενος ως ομνύων και δεν ήταν πλέον διευθυντής της καθ' ης η αίτηση 1 εταιρείας. Τελικώς η συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε στις 22.10.2021 με την μόνη διαφορά από την προτεινόμενη ότι ο ομνύοντας παρουσιάζεται ως τέως και όχι νυν διευθυντής της καθ' ης η αίτηση
  3. Είναι σαφές από τα πιο πάνω, ότι τόσον κατά την καταχώρηση της αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 30.6.2021 όσον και κατά την ακρόαση της στις 28.9.2021, ο προτεινόμενος ομνύων ήταν ακόμα διευθυντής της καθ' ης η αίτηση
  4. Δεν εντοπίζεται ως εκ τούτου ζήτημα παραπλάνησης του Δικαστηρίου ή εισαγωγής νέας μαρτυρίας μέχρι εκείνο το στάδιο. Το πρόβλημα εντοπίζεται μετά την έκδοση της απόφασης στις 14.10.21 και αφού είχε προηγηθεί λίγες μέρες πριν στις 8.10.2021, η παραίτηση του προτεινόμενου ομνύοντος. Όμως και σε αυτήν την περίπτωση δεν εντοπίζεται προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, οι καθ' ων η αίτηση αναφερόμενοι σε τέως διευθυντή κατά την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, πληροφορούσαν το Δικαστήριο για αυτήν την εξέλιξη, παραθέτοντας την αλήθεια για τα γεγονότα και όχι προσπαθώντας να παραπλανήσουν. Ούτε τίθεται ζήτημα ως προς την εξουσιοδότηση του ομνύοντος να προβεί στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση όπως εισηγείται ο συνήγορος των αιτητριών. Άλλωστε τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται ο ομνύων και για τα οποία κρίθηκε δικαστικά ότι υπήρχε καλός λόγος να συμπεριληφθούν σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, συνέβησαν σε χρόνο που ήταν διευθυντής της καθ' ης η αίτηση
  5. Ούτε βέβαια η εξουσιοδότηση ταυτίζεται απόλυτα με την ιδιότητα του διευθυντή μιας εταιρείας. Εξουσιοδότηση για διενέργεια ένορκης δήλωσης από εταιρεία, μπορεί να δοθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο διευθυντή ή μη, δικηγόρο ή άλλο συνεργάτη της εταιρείας. Ούτε προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία έδωσε άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ότι υπήρξε οποιαδήποτε συζήτηση ως προς την ιδιότητα του ενόρκως δηλούντα ή την εξουσιοδότηση του. Το γεγονός της διαφοροποίησης της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε με την προτεινόμενη δήλωση που ενέκρινε το Δικαστήριο με την αναφορά της λέξης «τέως» δίπλα από τον την λέξη «διευθυντής» όχι μόνο δεν συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αλλά αποτυπώνει κατά την κρίση μου τα ορθά γεγονότα κατά τον χρόνο της δήλωσης. Η άλλη επιλογή που είχαν οι καθ' ων η αίτηση, ήταν να καταχωρήσουν νέα αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να προσθέσουν την λέξη «τέως» αφού τα υπόλοιπα ζητήματα επί της ουσίας του αιτήματος, είχαν ήδη αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Πρακτική που θα δημιουργούσε αχρείαστα, περαιτέρω έξοδα και σπατάλη δικαστικού χρόνου. Τελική κατάληξη μου είναι ότι από τα γεγονότα της υπόθεσης, προκύπτει ότι καταχώρηση της υπό κρίση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με διαφορετικό περιεχόμενο ως προς την ιδιότητα του ομνύοντος όχι ως διευθυντή αλλά ως τέως διευθυντή, συνιστά παρατυπία η οποία θα μπορούσε να θεραπευθεί δυνάμει της Δ.
  6. Συγκεκριμένα συνιστά τυπική παράβαση των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και ειδικά της Δ.39 Θ.18 ως προς την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, διαφορετικής από αυτή που ενέκρινε το Δικαστήριο. Ως προς την ακολουθητέα διαδικασία μετά την διαπίστωση παρατυπίας, σχετική είναι η υπόθεση Φαλέκκος ν. Χριστοφίδη
(2013)1 Α.Α.Δ 2534, η οποία παραπέμπει στις παλαιότερες υποθέσεις Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1Α Α.Α.Δ. 366 και Metroinvest Ansalt a.ο. v. Commercial Union [1985] 1 WLR
  1. Λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το Δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους. Η θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήταν ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε διαπίστωση ότι πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία, δεν υπήρχε λόγος γιατί να μην μπορούσε στην ίδια διαδικασία να θεραπεύσει την παρατυπία δυνάμει της Δ.64, εφόσον το έκρινε αναγκαίο. Τονίστηκε επίσης στην πιο πάνω απόφαση Φαλέκκος ότι ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64, είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η Δ.64, είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη. Στην παρούσα περίπτωση, η παρατυπία ως προς την ιδιότητα του ομνύοντος είναι τυπική και δεν δημιουργεί κανένα δυσμενή επηρεασμό στις αιτήτριες αφού δεν τίθενται ως προαναφέρθηκε ζητήματα εξουσιοδότησης. Από την άλλη, βρίσκω ότι παραμερισμός της υπό κρίση ενόρκου δηλώσεως στο στάδιο αυτό, θα προκαλέσει αδικία στην πλευρά των καθ' ων η αίτηση και αχρείαστη σπατάλη εξόδων και δικαστικού χρόνου. Αυτό γιατί στην πολύ πιθανή περίπτωση καταχώρησης νέας αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει επί ζητημάτων που ήδη έχουν κριθεί δικαστικά αφού επί της ουσίας, ήδη αποφασίστηκε ότι υπάρχει καλός λόγος για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανεξαρτήτως της ιδιότητας του ομνύοντος. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω και ιδίως το ότι δεν διαπιστώνεται ότι η καταχωρηθείσα ένορκη δήλωση είναι σκανδαλώδης και άσχετη ή αποτέλεσμα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας αλλά αντίθετα συνιστά τυπική παρατυπία και εξασκώντας την διακριτική μου ευχέρεια, εκδίδω δυνάμει της Δ.64 διάταγμα απαλλαγής από την διαπιστωθείσα παρατυπία καθώς και διάταγμα άρσης της παρατυπίας (βλ. Karl Heinz ανωτέρω), η οποία συνίσταται στην καταχώρηση διαφορετικής ενόρκου δηλώσεως από αυτήν που ενέκρινε το Δικαστήριο, αναφορικά με την ιδιότητα του ομνύοντος ως τέως διευθυντή της καθ' ης η αίτηση
  2. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των αιτητριών και υπέρ της καθ' ης η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.