← Κύπρος

OSCAR ESTATES LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 1227/08, 30/3/2022

OSCAR ESTATES LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 1227/08, 30/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1227/08 Μεταξύ: OSCAR ESTATES LTD Εναγόντων Και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένου ‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑ Ημερομηνία: 30.3.2022 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για τον Εναγόμενο/Αιτητή: κ. Χρ. Τσεκούρας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Κ. Καντούνας, για Κωνσταντής Καντούνας Δ.Ε.Π.Ε. ‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑ Ενδιάμεση απόφαση σε αίτηση ημερομηνίας 17/09/2021 για εκδίκαση νομικού σημείου προδικαστικά (όπως έχει τροποποιηθεί σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 11.4.2022) Η με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε σε κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο στις 07/03/2008, με την οποία οι Ενάγοντες ζητούν εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές, απώλειες, δαπάνες και έξοδα που έχουν υποστεί από τη διοικητική πράξη και/ή απόφαση και/ή παράλειψη της Κυπριακής Δημοκρατίας και συγκεκριμένα του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 17/01/05, με την οποία αφού υιοθέτησε προειλημμένες αποφάσεις του Δήμου Παραλιμνίου, απέρριψε σειρά ιεραρχικών προσφυγών που οι Ενάγοντες είχαν υποβάλει σύμφωνα με το Άρθρο 18

(1)του περί Ρυθμίσεως Οδών Και Οικοδομών Νόμου για τα 11 κτήματά τους στο Παραλίμνι, η οποία ακυρώθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 31/10/07 σύμφωνα με το Άρθρο
  1. 4 του Συντάγματος στις προσφυγές με αριθμούς 244/05‑253/05 και 264/05, η οποία δεν έχει εφεσιβληθεί, αλλά δεν έχει προσφερθεί καμία αποζημίωση ή θεραπεία σύμφωνα με το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, παρόλο ότι έχει επανειλημμένα ζητηθεί. Ζητούν επίσης δίκαιες και εύλογες αποζημιώσεις και/ή νόμιμη θεραπεία στη βάση του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, όπως και τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις λόγω της στάσης των Διοικητικών Οργάνων και Κρατικών Λειτουργών που κατά καιρούς ασχολήθηκαν με την υπόθεση και την ολιγωρία και καθυστέρηση που υπέδειξαν. Τέλος, ζητούν οποιανδήποτε άλλη θεραπεία ή διαταγή το Δικαστήριο ήθελε κρίνει υπό τις περιστάσεις ως δίκαιη, έξοδα και ΦΠΑ. Στις 20/02/2019, μετά που καταχωρήθηκε εμφάνιση εκ πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στις 20/03/08, οι Ενάγοντες καταχώρησαν την Έκθεση Απαίτησής τους. Σύμφωνα με αυτήν, είναι εταιρεία που ασχολούνται με την κατοχή, εμπορία και ανάπτυξης γης και ακίνητης ιδιοκτησίας. Το 1980 αγόρασαν μία μεγάλη έκταση γης στην τοποθεσία «Σάκκος» στο Παραλίμνι για να την αναπτύξουν με τον διαχωρισμό της σε μικρότερα τμήματα, τα οποία θα διέθεταν σε διάφορα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, αφού προηγουμένως θα έκτιζαν σε αυτά εξοχικές κατοικίες. Είναι η θέση τους ότι η σκοπούμενη ανάπτυξη ήταν εφικτή σύμφωνα με το νομικό και πολεοδομικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο για την περιοχή και ότι στα πλαίσια της πιο πάνω ανάπτυξης οι Ενάγοντες προέβηκαν στον διαχωρισμό του εν λόγω κτήματος σε 32 τεμάχια έκτασης, 1.400 τετραγωνικά μέτρα περίπου για καθένα, για τα οποία είχε εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας, τα επίδικα κτήματα περιγράφονται σε σχετικό πίνακα που παραθέτουν στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης. Αναφέρουν ότι αρχικά εξασφάλισαν άδεια και έκτισαν δύο κατοικίες στο τεμάχιο 1122 που βρισκόταν στο ακρινό βορειοανατολικό τμήμα του κτήματος και εφαπτόταν δημόσιου δρόμου. Για να εκδώσουν τις αναγκαίες άδειες οι Αρμόδιες Αρχές και Υπηρεσίες της Δημοκρατίας απαίτησαν από τους Ενάγοντες όπως: Α) παραχωρήσουν δωρεάν από το κτήμα τους έκταση γης πλάτους 35 ποδών και μήκους 300 μέτρων εκτεινόμενο από τον δημόσιο δρόμο νοτιοδυτικά για την επέκταση του οδικού δικτύου της περιοχής όπως ήταν σκιαγραφημένο στα σχετικά σχέδια, και Β) να μεταβιβάσουν την πιο πάνω έκταση στο Δημόσιο και να εγγραφεί σαν δημόσιος δρόμος, αφού προηγουμένως τον κατασκευάσουν και τον επιστρώσουν με δικά τους έξοδα σύμφωνα με τους όρους και προδιαγραφές που θα τους έδιναν οι εν λόγω Αρχές. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι συμμορφώθηκαν πλήρως με τις πιο πάνω απαιτήσεις, όμως η μεταβίβαση του δρόμου δεν έγινε δυνατό να ολοκληρωθεί λόγω παράλειψης ή άρνησης των Αρμόδιων Αρχών να αποδεχτούν τη μεταβίβαση, η οποία κατ' επανάληψη τους είχε προσφερθεί από τους Ενάγοντες. Είναι περεταίρω η θέση των Εναγόντων ότι οι εν λόγω Αρχές παρέλειπαν και αρνούνταν να ολοκληρώσουν την εν λόγω μεταβίβαση κακόβουλα και εσκεμμένα, ώστε να εμποδίσουν τους Ενάγοντες να αναπτύξουν το υπόλοιπο κτήμα τους και για αυτήν την κωλυσιεργία και τις συνέπειές τους οι Ενάγοντες απαιτούν τιμωρητικές ή και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις. Κατά το έτος 2002 οι Ενάγοντες υπέβαλαν στον Δήμο Παραλιμνίου 11 αιτήσεις συνοδευόμενες με όλα τα σχετικά σχέδια, έγγραφα και δικαιολογητικά όπως απαιτούντο από τη νομοθεσία και τους κανονισμούς που ίσχυαν τότε, για έκδοση αδειών για την ανάπτυξη όλων των επίδικων κτημάτων με την ανέγερση οικοδομής σε κάθε ένα από αυτά. Σε κάθε μία από τις αιτήσεις οι Ενάγοντες υποδείκνυαν διαβάσεις πλάτους 25 ποδών για να μπορούν να μετατραπούν σε δημόσιους δρόμους. Ο Δήμος Παραλιμνίου, σαν η μόνη Αρμόδια Αρχή κατά τον ουσιώδη χρόνο, με ισάριθμες επιστολές τους προς τους Ενάγοντες ημερομηνίας 28/02/04 απέρριψε κάθε μία από τις πιο πάνω αιτήσεις με το σκεπτικό ότι δεν ήταν σύμφωνες με το Άρθρο 15Β(Ι) των περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Κανονισμών και το Άρθρο 4Α του ίδιου Νόμου, Κεφ.
  2. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι στην πραγματικότητα οι αιτήσεις είχαν απορριφθεί, γιατί οι Αρμόδιες Αρχές λανθασμένα υπολόγιζαν τις διαβάσεις από τον υφιστάμενο δημόσιο δρόμο, χωρίς να υπολογίζουν το τμήμα που κατά απαίτησή τους οι Ενάγοντες είχαν παραχωρήσει να γίνει δημόσιος δρόμος, ανεξάρτητα του ότι η καθυστέρηση για αυτό οφειλόταν στους ιδίους. Οι Ενάγοντες μετά που έλαβαν τις αρνητικές απαντήσεις του Δήμου Παραλιμνίου προσέφυγαν στον Υπουργό Εσωτερικών καταχωρώντας ισάριθμες ιεραρχικές προσφυγές στις 06/09/
  3. Παρά του ότι ο Νόμος προβλέπει ότι ο Υπουργός Εσωτερικών πρέπει να επιλαμβάνεται τάχιστα των εν λόγω αιτήσεων και παρά τις επανειλημμένες ενοχλήσεις των Εναγόντων, τελικά ο Υπουργός Εσωτερικών μόλις στις 28/01/2005 τις απέρριψε όλες, χωρίς προηγουμένως να ζητήσει οποιεσδήποτε διευκρινίσεις από τους Ενάγοντες ή να τους καλέσει να επιχειρηματολογήσουν ενώπιον του. Μετά που απορρίφθηκαν οι ιεραρχικές τους προσφυγές, οι Ενάγοντες καταχώρησαν στο Ανώτατο Δικαστήριο 11 προσφυγές σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος, όλες πλην μίας στις 09/03/
  4. Η 11η προσφυγή είχε καταχωρηθεί στις 05/03/
  5. Οι προσφυγές συνεκδικάστηκαν με οδηγίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 09/11/05, το οποίο με ακυρωτική απόφασή του ημερομηνίας 31/10/07 σύμφωνα με το Άρθρο 146.4(β) του Συντάγματος ακύρωσε όλες τις επίδικες αποφάσεις όπως περιέχονταν στις επιστολές του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 28/01/05, γεγονός που σύμφωνα με τους Ενάγοντες συμπαρέσυρε όλες τις προηγούμενες διοικητικές πράξεις, στις οποίες αυτές είχαν στηριχτεί. Η απόφαση του Δικαστηρίου δεν εφεσιβλήθηκε και επομένως κατέστη δεσμευτική και τελεσίδικη για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη σε ό,τι αφορά τις προσφυγές. Είναι ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι οι ακυρωθείσες διοικητικές πράξεις προξένησαν στους Ενάγοντες βλάβη και ζημιές συμπεριλαμβανομένου διαφυγόντος κέρδους που θα πραγματοποιούσαν από την πώληση των κατοικιών που θα ανεγείροντο στα επίδικα κτήματα, όπως αναφέρουν. Εξηγούν επίσης ότι αντί να καταχωρήσουν ξεχωριστή αγωγή για κάθε προσφυγή, εφόσον αυτές συνεκδικάστηκαν, επέλεξαν να καταχωρήσουν μία αγωγή, την παρούσα, και να συμπεριλάβουν όλες τις προσφυγές σε αυτές, αλλά αν ο Εναγόμενος δεν αποδεχτεί όπως εξεταστούν μαζί ή διαφορετικά διατάξει το Δικαστήριο, θα επανέλθουν με τέτοιο αριθμό αγωγών, που να αφορά κάθε μία προσφυγή. Οι Ενάγοντες παραχώρησαν τον χώρο για κατασκευή του δημόσιου δρόμου όπως τους ζητήθηκε και υπέστησαν τις δαπάνες με την κατασκευή του, αφού ήταν προϋπόθεση που τους λέχθηκε ότι μόνο έτσι μπορούσαν να εξασφαλίσουν την άδεια για τις κατοικίες στο τεμάχιο 1122, το οποίο ήδη εφάπτεται σε υφιστάμενο δημόσιο δρόμο. Μετά την άρνηση των Αρχών να χορηγήσουν άδειες για τα επίδικα κτήματα, η πιο πάνω παραχώρηση και δαπάνη που συνεπαγόταν ήταν αχρείαστη. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι είχαν εκπονήσει σχέδια και μελέτες και είχαν προβεί και σε διευθετήσεις για την ανέγερση των 11 κατοικιών στα επίδικα κτήματα, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε για αυτές αυξημένη ζήτηση για πώληση, το συνολικό εμβαδόν που σκόπευαν να ανεγείρουν ήταν 1.782 τετραγωνικά μέτρα, η συνολική δαπάνη για την ανέγερση είχε υπολογιστεί σε €1.200 τ.μ., ενώ η τιμή που θα μπορούσαν να τις πουλήσουν, και είχαν προσφορές, ήταν €3.900 τ.μ. και επιπλέον είχαν δαπανήσει και άλλα σημαντικά ποσά που αφορούσαν υποδομή και εγκαταστάσεις ηλεκτρισμού, τηλεφώνων και υδροδότησης, πρόνοιες για μελλοντική σύνδεση με το αποχετευτικό σύστημα Παραλιμνίου και έχασαν αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας που διατέθηκε για διαβάσεις με υποδομή και προοπτική να μετατραπούν σε δρόμο. Κατά το 2007 δημοσιεύτηκε και τέθηκε σε ισχύ το τοπικό σχέδιο Παραλιμνίου, σύμφωνα με το οποίο το πολεοδομικό καθεστώς των επίδικων κτημάτων έχει μεταβληθεί σημαντικά, επειδή αυτά εντάσσονται σε δασική ζώνη, με αποτέλεσμα η αξία τους να έχει σχεδόν εκμηδενιστεί, εφόσον δεν μπορούν να αναπτυχθούν και δεν έχουν καμία εμπορευσιμότητα. Οι Ενάγοντες υπέβαλαν ένσταση στην αρμόδια αρχή για την ένταξη των επίδικων κτημάτων σε δασική ζώνη, χωρίς όμως αυτή να τύχει οποιασδήποτε ανταπόκρισης. Είναι η θέση τους ότι οι ζημιές που έχουν υποστεί ένεκα των ακυρωθεισών διοικητικών πράξεων και απαιτούν από τον Εναγόμενο ως τον εκπρόσωπο της Κυπριακής Δημοκρατίας και των Οργάνων της σύμφωνα με το Σύνταγμα και το Άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, συμποσούνται, όπως έχει εκτιμηθεί, σε €7.200.000, αναφέροντας ότι με τη μεταβολή του πολεοδομικού καθεστώτος μόνο η αξία των κτημάτων έχει χάσει €140 το τ.μ. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι στις 06/11/07 οι Ενάγοντες απευθύνθηκαν προς τον Υπουργό Εσωτερικών με επιστολή και του ζήτησαν ενόψει της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου να επανεξετάσει το ζήτημα και να μεριμνήσει για τη χορήγηση των αδειών που είχαν ζητηθεί, στην οποία όμως ο Υπουργός αρνήθηκε ή παρέλειψε να ανταποκριθεί. Θεωρούν ότι η όλη συμπεριφορά των Αρμόδιων Αρχών της Δημοκρατίας σε συνδυασμό με την κωλυσιεργία τους, της μεγάλης καθυστέρησης που επέδειξαν, αλλά και της επίκλησης διάφορων λόγων για αλλότριους σκοπούς, οι ζημιές που προκλήθηκαν από αυτές τις ενέργειες στους Ενάγοντες, αλλά και όλες οι περιστάσεις της υπόθεσης, καθιστούν το Κράτος υπόλογο για επαυξημένες και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, για αυτό και με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου με βάση το Άρθρο
  6. 6 του Συντάγματος: Α) Ποσό €7.200.000 ως ειδικές αποζημιώσεις, Β) Τόκο προς 9% από την ημερομηνία που ακυρώθηκαν οι διοικητικές πράξεις, δηλαδή 28/07/04, Γ) Γενικές αποζημιώσεις, Δ) Επαυξημένες και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις και Ε) Έξοδα πλέον ΦΠΑ. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας καταχώρησε Υπεράσπιση στις 15/04/2010, σύμφωνα με την οποία εγείρει δύο προδικαστικές ενστάσεις και συγκεκριμένα: Α) θεωρεί ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη αφού οι Ενάγοντες δεν αποτάθηκαν πριν την καταχώρηση της αγωγής, ως όφειλαν, προς τη Διοίκηση, ζητώντας αποζημιώσεις υπό το φως των ακυρωτικών αποφάσεων που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησής τους και Β) η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και/ή αβάσιμη για τον λόγο ότι το θέμα δεν έχει ακόμα τύχει επανεξέτασης από τη Διοίκηση. Άνευ βλάβης των θέσεων του που εγείρει με τις εν λόγω προδικαστικές ενστάσεις, ο Εναγόμενος απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και με μία γενική Υπεράσπιση απορρίπτει κάθε ισχυρισμό των Εναγόντων που εγείρεται σε κάθε παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης και καλεί τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Τέλος, αρνείται όλους μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, όπως και τις θεραπείες και τα ποσά που ζητούν με την παράγραφο 29 της Έκθεσης Απαίτησης τους και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος των Εναγόντων. Στις 31/10/2012 άλλος συνήγορος εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας καταχώρησε αίτηση, με την οποία ζητούσε τροποποίηση της Υπεράσπισης με την προσθήκη νέων προδικαστικών ενστάσεων και επίσης με την προσθήκη ουσιαστικών θέσεων σε ό,τι αφορά τον τρόπο που ενήργησε ο Δήμος Παραλιμνίου και τον τρόπο με τον οποίο εξετάστηκαν από αυτόν οι αιτήσεις. Ζητούσε επίσης να εισάξει ισχυρισμό ότι παραδέχεται ότι ο Υπουργός Εσωτερικών απέρριψε τις ιεραρχικές προσφυγές, ότι το Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές που καταχωρήθηκαν εναντίον του, χωρίς όμως να ασχοληθεί με την ουσία της υπόθεσης, ούτε με τα υπό κρίση γεγονότα, ούτε με την ορθότητα των λόγων για τους οποίους δεν εγκρίθηκαν οι σχετικές άδειες οικοδομής, αλλά περιορίστηκε στη διαπίστωση της απουσίας επαρκούς αιτιολογίας της απόφασης για απόρριψη των ιεραρχικών προσφυγών και επίσης επιχείρησε να εισάξει θέσεις ότι η αγωγή, πέραν του ότι είναι πρόωρη και αβάσιμη, δεν αποκαλύπτει καμία ζημιά εκ πλευράς Εναγόντων και ότι το πολεοδομικό καθεστώς των επίδικων τεμαχίων έχει μεταβληθεί σε παραθεριστική ζώνη (Π.Κ.), με την οποία παρέχεται ευνοϊκότερη εκμετάλλευση των τεμαχίων σε σχέση με τους όρους που προνοούσε η ζώνη Γ, η οποία υφίστατο κατά την καταχώρηση των υπό κρίση αιτήσεων για άδεια οικοδομής. Συγκεκριμένα, η ζώνη Γ που υφίστατο κατά τον χρόνο καταχώρησης των αιτήσεων το 2002, προνοούσε ποσοστό κάλυψης 0,15:1 και συντελεστή δόμησης 0,20:1, ενώ η νέα πολεοδομική ζώνη προνοεί μεταξύ άλλων ποσοστό κάλυψης 0,20:1 και συντελεστή δόμησης 0,20:1, άρα ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι τα επίδικα τεμάχια δεν είναι εκμεταλλεύσιμα και/ή ότι η αξία τους εκμηδενίστηκε και δεν έχουν εμπορευσιμότητα λόγω της αλλαγής πολεοδομικής ζώνης, δεν ευσταθεί. Την αίτηση συνόδευε η ένορκος δήλωση Λειτουργού του Υπουργείου Εσωτερικών, ο οποίος προέβηκε σε μία καταγραφή των λόγων που οδήγησαν στην καταχώρηση της αίτησης. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση του Εναγόμενου για τροποποίηση της Υπεράσπισης του στις 19/12/2012, θεωρώντας ότι η αίτηση δεν βασίζεται στο σωστό νομικό υπόβαθρο, είναι κακόπιστη, παραπλανητική και υποβάλλεται αργά, κατά τρόπο που να προκαλεί κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης, ισχυρίζονταν ότι η αίτηση αντίκειται σε βασικούς κανόνες δικογράφησης με την έννοια του ότι αποπειράται να εισάξει μαρτυρία, αντί απαραίτητα στοιχεία, και ότι με την αίτησή του ο Αιτητής εκτροχιάζει την αγωγή από την αρχική της βάση. Την ένσταση συνόδευε η ένορκος δήλωση του XXXXX Θεοδοσίου, εκ των δικηγόρων που εργαζόταν στο γραφείο που εκπροσωπούσε τότε τους Ενάγοντες, στην οποία αναπτύσσει τους λόγους ένστασης και επισυνάπτει διάφορα τεκμήρια, συνολικά 11 τεκμήρια. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε λόγω μη προώθησής της με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση στις 25/02/
  7. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας επανήλθε με την ίδια αίτηση, την οποία και καταχώρησε στις 19/04/2013, η οποία και πάλι στηριζόταν στην ένορκη δήλωση του XXXXX Βασιλείου, Λειτουργού στο Υπουργείο Εσωτερικών, σύμφωνα με την οποία τον Οκτώβριο του 2012 έγινε κατορθωτό να εντοπιστούν τα απαραίτητα έγγραφα για να μπορέσει η Δημοκρατία να υπερασπίσει τον εαυτό της και μόλις αυτά εντοπίστηκαν αποστάληκε Έκθεση Γεγονότων στη Νομική Υπηρεσία, με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και δήλωνε ότι θεωρούσε ότι είναι δίκαιο και εύλογο να του επιτραπεί η τροποποίηση της Υπεράσπισης. Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε και πάλι ένσταση εκ πλευράς Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση στις 22/06/2013 με παρόμοιους νομικούς λόγους, όπως και οι προηγούμενοι, την οποία και συνόδευε ένορκη δήλωση άλλου δικηγόρου που εργαζόταν τότε στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε τους Ενάγοντες ‑ Καθ' ων η Αίτηση και η οποία επίσης επισύναπτε στην ένορκή της δήλωση 10 τεκμήρια. Ακολούθως, έγινε αλλαγή δικηγόρου που εκπροσωπούσε τους Ενάγοντες ‑ Καθ' ων η Αίτηση, η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 19/02/14 και με ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου του 2014, Δικαστήριο με άλλη σύνθεση που της επιλήφθηκε, επέτρεψε την τροποποίηση της Υπεράσπισης ως η αίτηση, καθορίζοντας χρόνο 21 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος για καταχώρησή της και τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση, αν χρειάζεται, εντός 21 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Στις 17 Μαρτίου του 2014, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε η τροποποιημένη Υπεράσπιση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στην οποία συμπεριλήφθηκαν οι πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις: «1) Η αγωγή είναι πρόωρη, αφού οι Ενάγοντες δεν αποτάθηκαν πρώτα και πριν την καταχώρηση της αγωγής ως όφειλαν προς τη Διοίκηση να ζητήσουν αποζημιώσεις υπό το φως των ακυρωτικών αποφάσεων που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησής τους, 2) Η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και/ή αβάσιμη για τον λόγο ότι το θέμα που προέκυψε μετά την ακύρωση των διοικητικών πράξεων δεν έχει επανεξετασθεί ακόμα από τη Διοίκηση, 3) Η Δημοκρατία δεν ευθύνεται και δεν έχει αστική ευθύνη για πράξεις και/ή παραλήψεις των Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης και συνακόλουθα, ο Γενικός Εισαγγελέας δεν δύναται να εναχθεί σε σχέση με αξιώσεις που προκύπτουν από διαφορές ανάμεσα σε ιδιώτες και Όργανα Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Τα Όργανα Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, έχουν αυτοτέλεια και ξεχωριστή νομική προσωπικότητα και ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή θα έπρεπε να καταχωρηθεί εναντίον του Δήμου Παραλιμνίου ως η καθ' ύλην αρμόδια αρχή που εξέδωσε τις ακυρωτικές διοικητικές πράξεις, από τις οποίες ως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες προέκυψε αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις και άνευ βλάβης των εν λόγω προδικαστικών ενστάσεων ο συνήγορος της Δημοκρατίας προβαίνει και στην τροποποιημένη του Υπεράσπιση.» Οι Ενάγοντες δεν καταχώρησαν Απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση, η αγωγή ορίστηκε αρκετές φορές για οδηγίες και για ακρόαση και στις 18/06/20 καταχωρήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας αίτηση, με την οποία ζητούσε «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει όπως τα νομικά σημεία και/ή οι προδικαστικές ενστάσεις που ηγέρθηκαν στην παράγραφο 1 (α), (β) και (γ) της τροποποιημένης Υπεράσπισης του Εναγόμενου ‑ Αιτητή ημερομηνίας 18/03/14 εξεταστούν προδικαστικώς και/ή αποφασιστούν από το Δικαστήριο πριν από την ακρόαση της ουσίας με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής». Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση από τον συνήγορο των Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση στις 03/09/
  8. Το παρόν Δικαστήριο μετά από ακρόαση με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 23.12.2020, απέρριψε την αίτηση ημερομηνίας 18.6.2020, λόγω του ότι δεν υπήρχε πλαίσιο παραδεκτών ή μη αμφισβητούμενων γεγονότων στη βάση των οποίων μπορούσε να εκδικαστεί η αίτηση. Ακολούθησε άλλη αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης η οποία καταχωρήθηκε την 1.3.2021 από τον Εναγόμενο‑Αιτητή. Με την εν λόγω αίτηση ο συνήγορος του Εναγόμενου‑Αιτητή ζητούσε την άδεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση της Υπεράσπισης που είχε καταχωρηθεί στις 18.3.2014 με την προσθήκη μιας νέας παραγράφου (δ) αμέσως μετά την υποπαράγραφο (γ) στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης και ειδικότερα την ακόλουθη παράγραφο: «(δ) Η αγωγή στερείται αντικειμένου και/ή οι Ενάγοντες στερούνται οποιουδήποτε αγώγιμου διάδικος (actionable right) και/ή βάσης αγωγής (basis action) καθ' ότι κατά ή περί τις 12.10.2012 ολοκληρώθηκε από την Αρμόδια Αρχή, ήτοι τον Δήμο Παραλιμνίου, η επανεξέτασης κατόπιν της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επιβεβαιώνοντας την προηγούμενη απόφαση του. Η εν λόγω απόφαση μάλιστα κοινοποιήθηκε στους Ενάγοντες με επιστολές ημερομηνίας 4.12.2012 και κατέστη τελεσίδικη αφού δεν ασκήθηκε προσφυγή εναντίον της και/ή δεν προσεβλήθη καθ' οιονδήποτε τρόπο. Αποτέλεσμα τούτου είναι η συνέχιση της αγωγής μετά την πιο πάνω απόφαση να συνιστά κατάχρησης της διαδικασίας (abuse of process) και/ή να καθίσταται επιπόλαια και/ή ενοχλητική (frivolous and vexatious)». Ζητούσε επίσης όπως προστεθούν δύο νέες παράγραφοι, 16 (I) και 16 (II), μετά την υφιστάμενη παράγραφο 15 και τη συνακόλουθη αναρίθμηση των επόμενων παραγράφων, με το εξής περιεχόμενο: «16 (I) Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά και άνευ βλάβης των όσων αναφέρονται ανωτέρω, ο Εναγόμενος επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρει ανωτέρω στην προδικαστική ένσταση (δ) και εισηγείται ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να προωθούν την αγωγή τους και/ή να αξιώνουν αποζημιώσεις. 16 (II) Ειδικότερα είναι η θέση του Εναγόμενου ότι η αγωγή στερείται αντικειμένου και/ή οι Ενάγοντες στερούνται οποιουδήποτε αγώγιμου διάδικος (actionable right) και/ή βάσης αγωγής (basis action), καθ' ότι κατά ή περί τις 12.10.2012 ολοκληρώθηκε από την Αρμόδια Αρχή, ήτοι τον Δήμο Παραλιμνίου, η επανεξέτασης κατόπιν της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επιβεβαιώνοντας την προηγούμενη απόφαση του. Η εν λόγω απόφαση μάλιστα κοινοποιήθηκε στους Ενάγοντες με επιστολές ημερομηνίας 4.12.2012 και κατέστη τελεσίδικη αφού δεν ασκήθηκε προσφυγή εναντίον της και/ή δεν προσεβλήθη καθ' οιονδήποτε τρόπο. Αποτέλεσμα τούτου είναι η συνέχιση της αγωγής μετά την πιο πάνω απόφαση να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process) και/ή να καθίσταται επιπόλαια και/ή ενοχλητική (frivolous and vexatious)». Στην αίτηση για τροποποίηση ημερομηνίας 1.3.2021 καταχωρήθηκε ένσταση από τους Ενάγοντες ‑ Καθ' ων η Αίτηση στις 31.3.
  9. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση μετά που καταχωρήθηκε ενδιάμεσα αίτηση για ένορκη αντεξέταση της XXXXX Μενοίκου, ενόρκως δηλούσας στην αίτηση ημερομηνίας 1.3.2021, για τροποποίηση της Υπεράσπισης την οποία απέρριψε το Δικαστήριο στις 14.6.2021 μετά που καταχωρήθηκε ένσταση από τον Εναγόμενο. Ακολούθως το Δικαστήριο εξέδωσε την ενδιάμεση απόφαση του στην αίτηση ημερομηνίας 1.3.2021 στις 19.7.2021, με την οποία ενέκρινε το αίτημα για καταχώρηση τροποποιημένης Υπεράσπισης και εξέδωσε σχετικές οδηγίες ως προς τον χρόνο που αυτή θα καταχωρηθεί. Στις 21.7.2021 και σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε από πλευράς Εναγόμενου η τροποποιημένη Υπεράσπιση του σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.7.2021 και καταχωρήθηκε απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση από πλευράς Εναγόντων στις 15.10.
  10. Στις 17.9.2021 καταχωρήθηκε από πλευράς Εναγόμενου ‑ Αιτητή η υπό κρίση αίτηση με την οποία ο Εναγόμενος ‑ Αιτητής αιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει όπως τα νομικά σημεία και/ή οι προδικαστικές ενστάσεις που εγέρθηκαν στην παράγραφο 1(α) ‑ 1(δ) της τροποποιημένης Υπεράσπισης του Εναγόμενου ‑ Αιτητή, η οποία καταχωρήθηκε στις 21.7.2021 εξεταστούν προδικαστικά και/ή αποφασιστούν από το Δικαστήριο πρώτα και πριν την ακρόαση της ουσίας της παρούσας αγωγής. Νομική βάση της αίτησης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.27 θθ1 και 2, Δ.29 Θ2, Δ.48 θθ1‑4 και 7‑9, το Annual Practice του 1958, οι αρχές της επιείκειας, η συμφυής εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου, καθώς και τις γενικές αρχές του νόμου και την καθοδηγητική νομολογία. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση της Γραμματειακής Λειτουργού στη Νομική Υπηρεσία, XXXXX Πίροκκα, η οποία δηλώνει τοποθετημένη στο αρχείο αγωγών, εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση, αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα από μελέτη του φακέλου που τηρείται στη Νομική Υπηρεσία και για τα νομικά θέματα έχει λάβει νομική συμβουλή από τους συνηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση. Αναφέρει ότι προβαίνει η ίδια σε ένορκη δήλωση έναντι οποιουδήποτε αλλού προσώπου, καθ' ότι η αίτηση και η ένορκη δήλωση στηρίζονται σε καθαρά νομικά σημεία και όχι γεγονότα. Παραθέτει ακολούθως το ιστορικό της υπόθεσης και αναφέρεται στην αίτηση που έχει καταχωρηθεί, με την οποία ζητείται η εκδίκαση των νομικών σημείων προδικαστικά, αναφέροντας ότι δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα και/ή βάση αγωγής εναντίον του Εναγόμενου, με αποτέλεσμα η αγωγή να είναι πρόωρη και κακώς στρέφεται εναντίον του Εναγόμενου. Έχει δε λάβει νομική συμβουλή ότι τα νομικά σημεία είναι σοβαρά και αν αποφασιστούν υπέρ του Εναγόμενου ‑ Αιτητή, θα κρίνουν την τύχη όλης της υπόθεσης. Αναφέρει επίσης ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση είναι παραδεχτά και τα αναφέρει και αν δεν είναι παραδεχτά, προκύπτουν ως αδιαμφισβήτητα από τα δικόγραφα και το περιεχόμενο του φακέλου που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφέρει ότι η παρούσα περίπτωση έχει διαφοροποιηθεί από την προηγούμενη αίτηση ημερομηνίας 18.6.2020, η οποία απερρίφθη με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.12.2020 καθ' ότι έχει πλέον τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία σύμφωνα με την οποία ο Δήμος Παραλιμνίου κατά ή περί της 12.10.2012 ολοκλήρωσε την επανεξέταση, επιβεβαίωσε την προηγούμενη απόφαση του και απέρριψε τις αιτήσεις, γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει και να εκδικάσει προδικαστικά την αίτηση. Στην αίτηση έχει καταχωρηθεί ένσταση εκ πλευράς Καθ' ων η Αίτηση ‑ Εναγόντων στις 15.10.
  11. Προβάλλονται 4 λόγοι ένστασης και συγκεκριμένα ότι ο Αιτητής δεν έχει αποκαλύψει και/ή έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα που είναι απαραίτητο να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου για να δύναται να εκδικάσει τα προδικαστικά σημεία, υπάρχουν αμφισβητούμενα στοιχεία που εμποδίζουν την εκδίκαση των προδικαστικών σημείων, η αίτηση είναι κακόπιστη, παραπλανητική, και υποβάλλεται πολύ αργά με τρόπο και συνθήκες που αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και την πρόκληση περαιτέρω αδικαιολόγητης καθυστέρησης εις βάρος των Εναγόντων και της ορθής και ταχείας απονομής της Δικαιοσύνης και ότι η αίτηση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθονται από τον νόμο και τη νομολογία. Νομική βάση της ένστασης είναι τα άρθρα 82 ‑ 87, 90, 91 Α ‑ ΣΤ του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφαλαίο 6, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.27, Δ.29, Δ.39 θθ1‑2, Δ.48 θθ1‑4 και 9, Δ.64, στο Annual Practice του 1958, στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τη νομολογία και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του Διευθυντή των Εναγόντων XXXXX Δημητρίου, o οποίος ορκίζεται ότι είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση, έχοντας λάβει σχετική νομική συμβουλή από τον δικηγόρο του για τα νομικά θέματα. Επισημαίνει πρώτα από όλα ότι πανομοιότυπη αίτηση είχε καταχωρηθεί από πλευράς Εναγόμενου ‑ Αιτητή στις 18.6.2020, η οποία είχε απορριφθεί από το Δικαστήριο. Αναφέρει επίσης ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν προκαλούνται διάφορα γεγονότα που είναι αναγκαία να βρίσκονται σε γνώση του Δικαστηρίου σε περίπτωση που θα προχωρήσει με προδικαστική εξέταση των νομικών σημείων και αναφέρει τα γεγονότα τα οποία κατά την άποψη του δεν αναφέρονται. Αναφέρει επίσης απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.12.2020 με την οποία απερρίφθη παρόμοια αίτηση του Εναγόμενου ‑ Αιτητή ημερομηνίας 18.6.
  12. Στηρίζοντας τη θέση του ότι υπάρχουν γεγονότα που δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφέρει δε περαιτέρω ότι σε περίπτωση που τα γεγονότα τα οποία αναφέρει και που κατά την άποψη του είναι ουσιώδη και πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για να μπορέσει να εκδικάσει την παρούσα αίτηση γίνουν αποδεχτά από πλευράς Εναγόμενου ‑ Αιτητή, τότε οι Ενάγοντες ‑ Καθ' ων η Αίτηση δεν θα ενίσταντο στην εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρονται στην Υπεράσπιση. Ακολούθως οι συνήγοροι που χειρίζονται την υπόθεση πληροφόρησαν το Δικαστήριο ότι έχουν καταλήξει σε πλαίσιο παραδεκτών γεγονότων, τα οποία και έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και συμφώνησαν όπως το Δικαστήριο προχωρήσει με την εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης. Συγκεκριμένα έγινε δήλωση ότι για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ο συνήγορος του Εναγόμενου ‑ Αιτητή δηλώνει και αποδέχεται ότι κατά την επίδικη περίοδο, δηλαδή από το 2007 μέχρι το 2013, με βάση τα επίσημα στοιχεία που του έχουν δοθεί από το Κτηματολόγιο, υπήρξε ουσιαστική πτώση στις πωλήσεις των ακίνητων στην Επαρχία Αμμοχώστου, καθώς και αντίστοιχη πτώση στις τιμές των ακίνητων όπως αυτά που οι Ενάγοντες ήθελαν να κτίσουν και προς τούτο παρουσίασε σχετικά στοιχεία από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ανά επαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας για τα χρόνια 2006 ‑ 2013, τα οποία και κατατέθηκαν ως δέσμη και σημειώθηκαν ως Τεκμήριο Α. Από πλευράς του ο συνήγορος των Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση, παρέδωσε στο Δικαστήριο έναν συνοπτικό πίνακα, σύμφωνα με τον οποίο προκύπτει η επί τοις εκατό μείωση ανά χρονολογία με βάση τα στοιχεία που του δόθηκαν από το Κτηματολόγιο, χρησιμοποιώντας ανάλογο πρόγραμμα στον υπολογιστή, τα οποία κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως Τεκμήριο Β. Και οι δύο συνήγοροι για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας δήλωσαν ότι αποδέχονται το περιεχόμενο των Τεκμηρίων Α και Β, τα οποία αποτελούν παραδεχτά γεγονότα, στη βάση των οποίων το Δικαστήριο θα εξετάσει την υπό κρίση αίτηση. Ακολούθως, οι συνήγοροι και των δύο πλευρών απέστειλαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις, στάληκε επίσης η διευκρινιστική‑απαντητική αγόρευση του συνηγόρου των Εναγόντων, στην οποία επισυνάπτονται δύο έγγραφα, τα οποία έγινε παραδεχτό γεγονός ότι έχουν απoσταλεί και παραληφθεί, ενώ ο συνήγορος του Αιτητή προέβη σε προφορικές διευκρινίσεις επί της αγόρευσης του συναδέλφου του και ακολούθως το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφαση του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου ‑ Αιτητή στη δική του γραπτή αγόρευση αναφέρει ότι είναι παραδεχτό γεγονός αφού δεν αμφισβητείται από τους Ενάγοντες με την τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση ημερομηνίας 15.10.2021 ότι κατά ή περί τις 12.10.2012 ολοκληρώθηκε από την Αρμόδια Αρχή, δηλαδή τον Δήμο Παραλιμνίου, η επανεξέταση κατόπιν της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επαναβεβαιώνοντας την προηγούμενη απόφαση. Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στους Ενάγοντες με επιστολή ημερομηνίας 4.12.2012 και κατέστη τελική και αμετάκλητη αφού δεν ασκήθηκε προσφυγή εναντίον της και δεν προσβλήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο. Είναι συνεπώς η θέση του ότι με βάση τη νομολογία η συνέχιση της αγωγής μετά την πιο πάνω απόφαση, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή την καθιστά επιπόλαιη και ενοχλητική, ούτε ισχύει η θέση των Εναγόντων περί καθυστέρησης στην απάντηση της Αρμόδιας Αρχής, εφόσον υπήρχε η καθορισμένη διαδικασία του Συντάγματος να αναγκάσει τη Διοίκηση να απαντήσει εάν υπήρχε καθυστέρηση. Επίσης είναι η θέση του ότι δεν δικαιούται να επικαλεστεί οποιαδήποτε πρόκληση ζημιάς η Ενάγουσα, αφού ουδέποτε πληρούσε τις προϋποθέσεις για να δικαιούται να προβεί στην ισχυριζόμενη ανάπτυξη. Έτσι παρόλο που είναι παραδεχτή για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας η πτώση στις πωλήσεις και την αξία πολυτελών επαύλεων στην επαρχία Αμμοχώστου κατά τον ουσιώδη χρόνο, τούτο δεν επηρέασε ποσώς τους Ενάγοντες, καθ' ότι σε κανένα στάδιο δεν μπορούσαν να αναγείρουν τις πολυτελείς επαύλεις και ούτε και μέχρι και σήμερα τις έχουν αναγείρει. Ακολούθως, αναφέρεται στο Συντάγματος, το οποίο και παραθέτει, και επαναλαμβάνει την αρχή ότι το αγώγιμο δικαίωμα που θεμελιώνει η παράγραφος 146.6 του Συντάγματος, είναι ιδιόμορφο και οι κανόνες καθορισμού των αποζημιώσεων είναι διαφορετικοί από εκείνους του Κοινοδικαίου. Παραθέτει εκτενή νομολογία, που κατά την άποψη του τεκμηριώνει την πιο πάνω αρχή και αναφέρει ότι το άρθρο 146.6 παρέχει σε πρόσωπο που έχει υποστεί ζημιά συνεπεία διοικητικής πράξης, απόφασης ή παράλειψης που έχει κηρυχθεί άκυρη από το Δικαστήριο να διεκδικήσει αποζημίωση. Το μέτρο της αποζημίωσης είναι δίκαιη και εύλογη αποζημίωσης, την οποία αποφασίζει Αρμόδιο Δικαστήριο. Είναι ξεκάθαρο κατά τη θέση του ότι η ζημιά θα πρέπει να προέρχεται από την ακυρωθείσα πράξη και να υπάρχει μεταξύ τους άμεση σχέση. Δηλαδή η ζημιά να προέκυψε ως άμεση συνέπεια της πράξης που έχει ακυρωθεί. Ακολούθως ο κύριος Τσεκούρας παραθέτει εκτεταμένη νομολογία και αποσπάσματα από αποφάσεις για το εν λόγω θέμα και είναι η θέση του ότι το αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει του Συντάγματος θεμελιώνεται μόνο όταν μετά από ακυρωτική απόφαση Διοικητικού Δικαστηρίου και αφού γίνει επανεξέταση από την αρμόδια αρχή, δικαιώνοντας τον διοικούμενο, προκύπτει άμεση ζημιά, ο διοικούμενος δεν αποζημιώνεται πλήρως, αλλά λαμβάνει δίκαια και εύλογη αποζημίωση, την οποία καθορίζει σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο. Το δικαίωμα για αποζημίωση αποκρυσταλλώνεται μόνο εφόσον μετά την επανεξέταση και πριν την έγερση αγωγής, απoσταλεί επιστολή με απαίτηση προς τη Διοίκηση για αποκατάσταση της προκληθείσας ζημιάς. Είναι η θέση του, ότι στην προκειμένη περίπτωση είναι παραδεχτό και αδιαμφισβήτητο ότι έγινε επανεξέταση από την Αρμόδια Αρχή στις 12.10.2012, η οποία επιβεβαίωσε την προηγούμενη απόφαση της Αρμόδιας Αρχής. Εναντίον της εν λόγω απόφασης δεν ασκήθηκε προσφυγή, με αποτέλεσμα να έχει καταστεί τελική και να μην μπορεί πλέον να ανατραπεί. Παραθέτει απόσπασμα από την απόφαση στην Πολιτική Έφεση 348/10, ημερομηνίας 11.7.2014, ECLI:CY:AD:2014:A520, και θεωρεί ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί από αυτό το στάδιο. Είναι επίσης η θέση του, ότι η παραδοχή των Εναγόντων ότι έγινε επανεξέταση από την Αρμόδια Αρχή στις 12.10.2012, δηλαδή μεταγενέστερα από τις 7.3.2008 που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, καθιστά την αγωγή πασίδηλα πρόωρη και πλέον μετά την επανεξέταση και τη βεβαιωτική απορριπτική απόφαση, ξεκάθαρα αβάσιμη, γι' αυτό και υπόκειται σε απόρριψη. Αναφέρει επίσης, ότι η αγωγή είναι πρόωρη, για ακόμα ένα λόγο, δηλαδή επειδή οι Ενάγοντες ουδέποτε αποτάθηκαν πριν να καταχωρήσουν την αγωγή στη Διοίκηση για να ζητήσουν αποζημιώσεις υπό το φως της ακυρωτικής απόφασης που επικαλείται. Η θέση του Εναγόμενου είναι ότι η επιστολή ημερομηνίας 6.11.2007 που στάληκε από τους Ενάγοντες, δεν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομολογία, αφού στάληκε στον Υπουργό Εσωτερικών και όχι την Αρμόδια Αρχή που είναι ο Δήμος Παραλιμνίου και δεν περιέχει σαφή αξίωση ποσού για ζημιές παρά μόνο μία γενική και αόριστη αναφορά. Επίσης γίνεται αναφορά σε αποζημίωση που συνίσταται αόριστα σε προσδοκώμενα έσοδα που θα είχαν οι Ενάγοντες από τη σκοπούμενη ανάπτυξη και όχι την πραγματική ζημιά που ισχυρίζονται ότι έπαθαν από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφέρει επίσης ότι εν πάση περιπτώσει η αγωγή θα έπρεπε να στρέφεται κατά το Δήμου Παραλιμνίου που ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η μόνη Αρμόδια Αρχή, και είναι παράδοξο να καλείται η Δημοκρατία να αποκαταστήσει τις οποιεσδήποτε ζημιές για πράξη ή παράλειψη που δεν εκδόθηκε ούτε λήφθηκε από αυτή. Είναι η Αρμόδια Αρχή, δηλαδή ο Δήμος Παραλιμνίου που αποφάσισε ότι ο Ενάγοντες δεν μπορούν λόγω παραβιάσεων της νομοθεσίας να λάβουν άδειες οικοδομής και ότι ορθά αυτές δεν εκδόθηκαν εξ' αρχής. Είναι καταληκτικά η θέση του κυρίου Τσεκούρα ότι η κατ' επίκληση απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών ο οποίος δεν είναι το αποφασίζων όργανο και του οποίου η απόφαση απορρίφθηκε από μεταγενέστερη απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, δηλαδή του Δήμου Παραλιμνίου, δεν είναι αυτή που τυχόν επηρέασε τους Ενάγοντες. Επομένως θεωρεί ότι θα πρέπει να πετύχουν οι προδικαστικές ενστάσεις και το Δικαστήριο να απορρίψει την παρούσα αγωγή. Βεβαίως εντελώς αντίθετη είναι η εισήγηση του συνηγόρου των Εναγόντων‑Καθ' ων η Αίτηση. Σε ό,τι αφορά την πρώτη προδικαστική ένσταση, ότι δηλαδή οι Ενάγοντες δεν αποτάθηκαν πριν την καταχώρηση της αγωγής στη Διοίκηση για να ζητήσουν αποζημιώσεις υπό το φως των ακυρωτικών αποφάσεων, αναφέρει ότι οι Ενάγοντες απηύθυναν επιστολή στον Εναγόμενο ως εκπρόσωπο του Κράτους, της Κεντρικής Διοίκησης και των Οργάνων του σύμφωνα με το Σύνταγμα και σχετική είναι η επιστολή τους ημερομηνίας 6.11.2007 την οποία επισυνάπτει ο κύριος Καντούνας στην απαντητική του αγόρευση και για την οποία έχει γίνει παραδοχή εκ πλευράς του συνηγόρου του Εναγόμενου ότι όντως είναι αυτή η επιστολή που στάληκε, η οποία απευθύνεται προς τον Υπουργό Εσωτερικών και στην οποία αναφέρεται ότι οι ζημιές των Εναγόντων είναι ολόκληρη η αξία της περιουσίας τους λόγω διαφοροποίησης των πολεοδομικών ζωνών που έχει πλέον εκμηδενιστεί και επίσης απαιτούν το κέρδος που θα αποκόμιζαν, από τη διάθεση των κατοικιών που σχεδίαζαν να ανεγείρουν στην περιουσία τους και να διατεθούν σε τρίτα πρόσωπα. Εισηγούνται δε τον διορισμό εκτιμητή ή επί διαιτητή για να εξευρεθούν τα ποσά. Αναφέρουν επίσης ότι οι Ενάγοντες θα ήταν διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν τα δικαιώματα τους για αποζημίωση εάν τους χορηγηθούν άδειες οικοδομής, οι οποίες είχαν αποτελέσει το αντικείμενο των προσφυγών. Η Διοίκηση απάντησε στην εν λόγω επιστολή στις 5.12.2007, αναφέροντας ότι οι προσφυγές θα επανεξεταστούν με βάση το περιεχόμενο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ευθύς μόλις επιστραφούν οι διοικητικοί φάκελοι από το Δικαστήριο και θα τύχουν ενημέρωσης το συντομότερο δυνατό. Επομένως είναι η θέση του κυρίου Καντούνα ότι η πρώτη προδικαστική ένσταση είναι άνευ αντικειμένου, εφόσον έχει σταλεί σχετική επιστολή στη Διοίκηση, ο Εναγόμενος δεν δήλωσε αναρμόδιος για το ζήτημα, ούτε καταχώρησε έφεση έναντι της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 31.7.
  13. Αναφέρει βέβαια ότι δεν επικαλέστηκε πρόθεση του αρμόδιου οργάνου, δηλαδή του Υπουργείου Εσωτερικών να επανεξετάσει το ζήτημα, σημείου επί του οποίου θα επανέλθω. Η δεύτερη προδικαστική ένσταση που αφορά τη μη επανεξέταση, εν πάση περιπτώσει δεν ισχύει εφόσον έχει γίνει επανεξέταση. Είναι επίσης η θέση του κυρίου Καντούνα ότι η Διοίκηση παραβίασε όλες τις αρχές που έχουν κωδικοποιηθεί με τον Ν158 (I)/1999 και ότι μέχρι σήμερα, 15 χρόνια μετά την έκδοση της ακυρωτικής δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 31.7.2007, ο μόνος αρμόδιος για επανεξέταση, Υπουργός Εσωτερικών, δεν κοινοποίησε στους Ενάγοντες οποιαδήποτε απόφαση του για επανεξέταση. Θεωρεί επίσης ότι η Διοίκηση δεν μπορεί να επικαλείται τη δική της παρανομία, δηλαδή τη μη επανεξέταση εντός τριών μηνών, και να ισχυρίζεται ότι δεν έχει γίνει επανεξέταση ακόμη. Δεν θεωρεί ορθή την τρίτη προδικαστική ένσταση, ότι δηλαδή οι Ενάγοντες θα έπρεπε να καταχωρήσουν αγωγή εναντίον του Δήμου Παραλιμνίου και όχι της Δημοκρατίας, αναφέροντας ότι στην προκειμένη υπόθεση το όργανο που εξέδωσε τις ακυρωτικές διοικητικές αποφάσεις είναι ο Υπουργός Εσωτερικών και όχι ο Δήμος Παραλιμνίου. Αναφέρει δε ότι ο Υπουργός Εσωτερικών δεν ήγειρε το θέμα αυτό κατά την εκδίκαση των προσφυγών. Σε ό,τι αφορά την τελευταία προδικαστική ένσταση, ότι δηλαδή οι μεσολάβησε επανεξέταση η οποία δεν προσβλήθηκε με προσφυγή, αναφέρει ότι αυτή η απάντηση προέκυψε 4 χρόνια και 7 μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής και 5 χρόνια μετά την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης και αναφέρει ότι αυτή η απόφαση είναι άσχετη με την αγωγή, διότι αυτή λήφθηκε από τον Δήμο Παραλιμνίου, ενώ το αντικείμενο της ακυρωτικής δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 31.10.2007 αφορά τη διοικητική διαδικασία ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και όχι του Δήμου Παραλιμνίου. Αναφέρει ότι ο ουσιώδης χρόνος είναι εν πάση περιπτώσει ο χρόνος καταχώρησης της αγωγής, δηλαδή οι 7.3.2008 και ότι αν γίνει αποδοχή της εν λόγω προδικαστικής ένστασης που στηρίζεται σε γεγονότα μεταγενέστερα της ημερομηνίας καταχώρησης της αρχικής Υπεράσπισης, συγκρούεται με τη θεμελιώδη δικονομική αρχή για έγκαιρο προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και όχι αυτά να παραμένουν σε εκκρεμότητα και να υπόκεινται σε προσθαφαιρέσεις αναλόγως της εξέλιξης των γεγονότων σε βάθος χρόνου. Θεωρεί ότι θα πρέπει να απορριφθούν οι προδικαστικές ενστάσεις με έξοδα εναντίον του Εναγόμενου‑Αιτητή και υπέρ των Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση. Τις θέσεις του αυτές ο κύριος Καντούνας ουσιαστικά επαναλαμβάνει και στην απαντητική γραπτή του αγόρευση, επαναλαμβάνοντας ότι το αντικείμενο των προσφυγών και της ακυρωτικής δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 31.10.2007, αποτελεί η διοικητική διαδικασία ενώπιον του Υπουργείου Εσωτερικών και όχι ενώπιον του Δήμου Παραλιμνίου. Ο κύριος Τσεκούρας επανέλαβε τη βασική του θέση για την τρίτη προδικαστική ένσταση, ότι καθ' ύλη αρμόδια αρχή να προβεί σε επανεξέταση για το θέμα των αδειών είναι ο Δήμος Παραλιμνίου και μόνο και ότι αποκλειστική αρμοδιότητα να λάβει απόφαση επί του θέματος αυτού, είναι ο Δήμος Παραλιμνίου, ενώ ο Υπουργός Εσωτερικών ενεπλάκη μόνο λόγω των ιεραρχικών προσφυγών που καταχωρήθηκαν. Νομική πτυχή Το θέμα της εξέτασης νομικών σημείων που εγείρονται στα δικόγραφα διέπεται από τη 7 θ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών και είναι νομικά κατοχυρωμένη αρχή ότι οποιοδήποτε εγειρόμενο σημείο για να ακουστεί προδικαστικά θα πρέπει: α) Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται να είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά και β) Το σημείο που εγείρεται να είναι αμιγώς νομικό και σε περίπτωση που γίνει δεκτό από το Δικαστήριο να οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής ή στην έκδοση οποιουδήποτε άλλου διατάγματος που το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο. Η Διαταγή 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έχει ως ακολούθως: «ORDER 27: POINTS OF LAW RAISED BY PLEADINGS
  14. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
  15. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter‑claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.
  16. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.
  17. No action or proceeding shall be open to objection on the ground that a merely declaratory judgment or order is sought thereby, and the Court may make binding declarations of right whether any consequential relief is or could be claimed, or not.» Μέσα από την διατύπωση της πιο πάνω διαταγής προκύπτει ότι η προδικαστική εξέταση νομικού σημείου εναπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση ασκείται με βάση αρχές και προϋποθέσεις που νομολογιακά τέθηκαν. Εν προκειμένω και μέσα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχουν καθοριστεί και τεθεί οι αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και οι οποίες συνοψίζονται σε σωρεία αποφάσεων. Ενδεικτικά αναφέρω την υπόθεση Χ" Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ.949 στην οποία αναφέρθηκε ότι η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή αποφασίζεται η όλη υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του Νόμου θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Η αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις κατά το προτιμότερο δε στα πλαίσια της αίτησης για οδηγίες δυνάμει της 0. Όπου τα γεγονότα όπως αυτά φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο τότε το Δικαστήριο υιοθετεί τη διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Στις περιπτώσεις όπου χρειάζεται να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη. Ο αιτητής είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του και για τους οποίους υπάρχει ένσταση από την άλλη πλευρά. Στην υπόθεση Malachtou v. Armeftis
(1984)1 C.L.R. 548 τονίστηκε μεταξύ άλλων ότι με βάση τη 7 θ.1, αποφασίζονται αμιγώς νομικά θέματα όταν μια τέτοια απόφαση θα είναι καθοριστική για την τύχη της διαδικασίας μεταξύ των μερών, υπό τον όρο όμως ότι το πραγματικό υπόβαθρο δε βρίσκεται κάτω από αμφισβήτηση. Προκύπτει επομένως ότι η εκδίκαση προκαταρκτικών νομικών σημείων γίνεται μόνο στη βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. Στην Π.Ε.151/10 ημερ. 7.3.14, LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC CO LTD ν. 1. NADA TERZIAN ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του Vahan Terzian, κ.ά. έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Η Δ.7 θ.3 παρέχει κατ΄ ουσία στο Δικαστήριο το μηχανισμό και την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να απορρίψει την αγωγή όταν δεν αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής ή ως επιπόλαια ή παρενοχλητική, εξουσία που αποτελεί εξαιρετικής μορφής μέτρο και ασκείται με φειδώ (Ν. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338). Είναι ορθή η αρχή, την οποία άλλωστε αποδέχονται οι διάδικοι, πως για να ακουστεί προδικαστικά νομικό σημείο θα πρέπει τα γεγονότα με βάση τα οποία θα πρέπει να αποφασιστεί να μην τίθενται υπό αμφισβήτηση. Επίσης είναι ορθό ότι ένα νομικό σημείο πρέπει να είναι αμιγώς νομικό και ότι η απόφαση υπέρ του αιτητή ουσιαστικά θα πρέπει να επιλύει ολόκληρη την αγωγή. Τυγχάνει νομολογιακά αναγνωρισμένη αρχή που διέπει τα του κωλύματος λόγω δεδικασμένου (res judicata) ή του λεγόμενου «issue estoppel» ότι το εμπόδιο στην έγερση μιας αγωγής εγείρεται όχι μόνο εκεί όπου ένα ή περισσότερα θέματα έχουν εγερθεί στην ίδια μορφή κατά την προηγηθείσα αγωγή, αλλά καλύπτει επίσης και τις διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί τέτοια θέματα ως επίδικα αλλά δεν ηγέρθησαν (Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ 95) 1 Α.Α.Δ. 670, Κ.S.R. Commercio S.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd 95) 1 Α.Α.Δ. 309). Όπως συνοψίστηκε η αρχή στην K.S.R. Commercio (ανωτέρω): «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου, η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε, ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίζει την υπόθεση ή υπεράσπιση του, δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ό,τι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ΄ επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι, η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα.» Το δεδικασμένο μπορεί να είναι γενικής μορφής και να αφορά ολόκληρη τη διαδικασία ή μπορεί να παραπέμπει μόνο σε συγκεκριμένο επίδικο θέμα του οποίου επιχειρείται η εκδίκαση εκ νέου (Henderson v. Henderson (1943‑60) All E.R. Rep. 378, Theori and another v. Djoni and another 84) 1 6, Nicolaides and another v. Yerolemi 80) 1 ). Την έκταση του δεδικασμένου σε τρίτα πρόσωπα πέραν των διαδίκων οι οποίοι είτε έλκουν τα δικαιώματα τους από τους τελευταίους και παραλείπουν να παρέμβουν στην αντιδικία, από τη στιγμή που και οι ίδιοι διεκδικούν ταυτόσημα με τα υπό κρίση συμφέροντα, δίνει η Christos Boyadji v. Eleni Papachristoforou
(1958)23 C.L.R. 299. Εγείρεται λοιπόν κατά πάντα χρόνο το ερώτημα κατά πόσο οι εφεσίβλητοι νομιμοποιούνται να εγείρουν εναντίον των εφεσειόντων στα πλαίσια της αγωγής 4953/00 τα υπόλοιπα ζητήματα και αξιώσεις που ήγειραν με την δεύτερη αγωγή. Τα θέματα δηλαδή των δικών τους αξιώσεων στη βάση του ιδίου ασφαλιστηρίου συμβολαίου υπό άλλη ιδιότητα για λογαριασμό των δικαιούχων. Αυτό πάντοτε κρινόμενο ιδιαιτέρως υπό το φως της αίτησης την οποία καταχώρισαν για συνένωση τους ως συνεναγόμενοι και είναι αποδεκτό ότι την απέσυραν, ανεξαρτήτως των λόγω που τους οδήγησαν σε αυτή την απόφαση. Στην υπόθεση Carl‑Zeiss‑Stiftung v. Rayner & Keeler Ltd and others (No.3)
(1969)All E.R. 897, σελ. 909, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο η συνήγορος των εφεσειόντων, κρίθηκε ότι η διαγραφή ενός δικογράφου δεν είναι επιτακτική αλλά δυνητική και εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο αποφασίζει αν ένα θέμα αποτελεί δεδικασμένο μόνο όταν όλες οι σχετικές πληροφορίες βρίσκονται ενώπιον του διαφορετικά η αίτηση ως πρόωρη απορρίπτεται. Το γεγονός ότι ένα σημείο κρίνεται δύσκολο δεν αποτελεί δικαιολογία γιατί να μην εξεταστεί, νοουμένου όμως ότι όλα τα γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου: «I do not think however that because an issue is res judicata, the court in the exercise of its discretion should always strike out an allegation raising that issue the court . Might consider in a particular case that the better course would be .to be raised by pleading.and dealt with at the trial.Ord.18 r. 19 is framed in language which is not mandatory but permissive.» ........................ if as will normally be the case, the relevant information is before the court before which the interlocutory application comes, the judge ought then to decide whether the issue is res judicata or not, however difficult or obscure the point may be, for it will not become less so by waiting for the trial. If, on the other hand, the necessary information is not before him, the application will be premature and should fail.» Η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, δεν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αλλά συνιστά νομικό ζήτημα και επομένως το Εφετείο είναι σε θέση όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπεράσματα σε σχέση με την υπόσταση του δικογράφου. (Οverseas Shipping & Forwarding Co v. Kappa Shipping Co Ltd & others 77) 1 C.L.R. 248, Paikkos v. Kontemeniotis 89) 1 C.L.R. 50, In Re Pelmaco Development Ltd 91) 1 46).» Στην υπόθεση Χ" Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ.949 (ανωτέρω) έχουν αναφερθεί οι αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οι οποίες μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Όπου τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις, είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο, τότε το Δικαστήριο υιοθετεί την διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Σε περίπτωση όπου χρειάζεται, όμως, να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 33. Μόνο καθαρά νομικά ζητήματα μπορούν να τύχουν εξέτασης δυνάμει της Διαταγής 27, Θεσμός 1, τα οποία θα είναι καθοριστικά της αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ.229 όπου αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Στην πρωτόδικη απόφαση γίνεται εκτενής αναφορά στη νομολογία η οποία διέπει τον καθορισμό και την επίλυση Θέματος βάσει τηςΔ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (Βλ. Μεταξύ άλλων, Western S.S. Co v. Amaral Sutherland&Co. [1914] 3 K.B.
  1. Windsor Refrigerator Co Ltd. V. Branch Nominees Ltd [1961] Ch.
  2. Isaacs and Sons Ltd. V. Cook [1925] 2 K.B.886 Andreson v. Midland Railway [1902] 1 Ch.
  3. Papamichael v. Haholiades
(1970)1 C.L.R.360. Malachtou v. Armefti and another 84) 1 C.L.R. 548). Ό,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης ‑ το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών ‑ αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφ' όσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς η επίκληση της Διάταξης 27 εφ' όσο το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τα γεγονότα, άλλωστε, τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd. V. United Sea Transport Ltd And others
(1989)1 Α.Α.Δ.(E)729 εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η Έκθεση Απαιτήσεως». Χωρίς επηρεασμό της βασικής νομολογιακής αρχής ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για προδικασία των νομικών σημείων δυνάμει της 7 πρέπει να ασκείται με φειδώ γιατί αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, η στάθμιση του χρονικού παράγοντα συσχετίζεται πάντοτε με το εύλογο του χρόνου για τη διάγνωση των δικαιωμάτων στα οποία αφορά η εκκρεμοδικεία τηρουμένης της όποιας περιπλοκότητας των επίδικων θεμάτων. Παραπέμπω συναφώς στην υπόθεση Σιακόλας ν Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1998)I Α.Α.Δ.1338 στην οποία επαναλαμβάνεται το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Βίκτωρος ν Χριστοδούλου
(1992)I Α.Α.Δ.512, 520? «Ούτε το Σύνταγμα, ούτε ο περί Δικαστηρίων Νόμος, ούτε οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας καθορίζουν ακριβή χρονικά όρια για την απονομή της δικαιοσύνης. Όπως αναγνωρίζεται στην Έλληνας ν. Δημοκρατίας 89) 2 Α.Α.Δ.149, το εύλογο του χρόνου για τη διάγνωση των δικαιωμάτων ή της ευθύνης του πολίτη εξαρτάται από σειρά παραγόντων που συσχετίζονται με τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, τη φύση, το χαρακτήρα και το περίπλοκο των θεμάτων που εγείρονται προς επίλυση και τη διαγωγή των διάδικων. (Βλ. Επίσης Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που κυρώθηκε με το Ν. 39/62, και την ερμηνεία που αποδόθηκε στις διατάξεις του από την Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων DIGEST OF STRASBOURG CASE LAW, Vol.2 [1348] Cases on Interpretation and Application of Article 6.1 of the Contention).» Περαιτέρω στην Κυριάκος Σάββα v Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ.609, λέχθηκε ότι: "..Όπως αναφέρθηκε στην Χ" Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949, διαταγή δυνάμει της 7, θ.1 για εκδίκαση προδικαστικού νομικού σημείου εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στην περίπτωση σημείου που το εγειρόμενο θέμα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου θα πρέπει να αποφασίζεται κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Η παρούσα περίπτωση κατά την άποψη μας δεν ήταν καθαρή περίπτωση." Στις Προσφυγές 93/09 και 140/09, CYBARCO PLC και PAFILIA PROPERTY DEVELOPMENTS LIMITED v. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ κ.ά., ημερ. 18.1.10, ο έντιμος πρώην Δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου κ. Φωτίου συνόψισε τις αρχές σε ότι αφορά το θέμα που απασχολεί το Δικαστήριο ως εξής: "Είναι σαφώς νομολογημένο ότι για να είναι κατάλληλη μια υπόθεση για να ακουστεί πρώτα το εγειρόμενο προδικαστικό νομικό σημείο, θα πρέπει τα γεγονότα με βάση τα οποία τούτο θα αποφασιστεί, να μην είναι υπό αμφισβήτηση. Επίσης το εγειρόμενο σημείο να είναι καθαρά νομικό, κι' ότι απόφαση υπέρ του αιτητή ουσιαστικά περατώνει (substantially disposes of) την αγωγή. Σημειώνω εδώ ότι η 7 κ.2 καθιστά κατάλληλο για προδικαστική εκδίκαση όχι μόνο το σημείο εκείνο το οποίο φέρει σε πέρας ολόκληρη την αγωγή, αλλά ακόμα και σημείο που αποτελεί ξεχωριστή βάση αγωγής ή υπεράσπισης ή ανταπαίτησης ή ακόμα και απάντησης σ' αυτά, ανάλογα με την περίπτωση. (Βλ. Γενικά κ.2 Δ.2 The heirs of the Late Theodora Panayi v. The administration of the Late Stylianos Mandriotis 63) 2 C.L.R.167, Malacthou v. Armefti & Another
(1884)1 C.L.R. 548, Overseas Shipping&Fowarding Co. V. Kappa Shipping Co. Ltd & Others
(1977)1 C.L.R.248, Paikos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50, Χ''Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας
(1992)1 Α.Α.Δ. 949 και Πιερίδης ν. Keshishian κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 224. Όσον αφορά τις περιπτώσεις εκείνες που το εγειρόμενο νομικό σημείο είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τότε, όχι απλώς είναι ορθό ή επιθυμητό να εκδικάζεται τούτο πριν την κυρίως αγωγή, αλλά και επιβάλλεται αυτή η διαδικασία. (Βλ. Μεταξύ άλλων Kolokoudhias and Another v. Varnavidou κ.ά. 88) 1 R.566, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(1991)2 Α.Α.Δ.225 (και την υπόθεση Ναυτοδικείου Michael v. United Sea Trasnport
(1981)1 C.L.R. 322). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Χ" Oικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας, τονίστηκε ότι τέτοια αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η εκδίκαση προδικαστικών σημείων πρέπει να γίνεται στην αίτηση για οδηγίες (summons for directions). Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές υποθέσεις κι' όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, είτε λόγω ασάφειας του Νόμου, είτε των γεγονότων, είναι προτιμότερο να αποφασίζονται κατά την ακρόαση." Είναι ολοφάνερο με βάση τα γεγονότα που πλαισιώνουν των υπό κρίση αίτηση, ότι και οι δύο προϋποθέσεις που θέτουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και η νομολογία για εκδίκαση των προδικαστικών σημείων νομικά, τηρούνται και ικανοποιούνται, αφού όπως έχει ήδη αναφερθεί έχουν κατατεθεί παραδεκτά γεγονότα και παραδεχτά έγγραφα επί των οποίων το Δικαστήριο θα προχωρήσει και να εξετάσει τα ζητήματα των προδικαστικών ενστάσεων και οι προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται είναι καθαρά νομικού περιεχομένου και σε περίπτωση που το Δικαστήριο τις αποδεχτεί μπορούν να οδηγήσουν σε απόρριψη της αγωγής. Το Συντάγματος στη βάση του οποίου εγείρουν στην αγωγή τους οι Ενάγοντες προνοεί: «Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης άκυρου κατά το παρόν άρθρο δικαιούται, εφ' όσο η αξίωσης αυτού δεν ικανοποιηθεί υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξει δικαστικώς αποζημίωση ή άλλη θεραπεία επί τω τελεί, όπως επιδικασθή εις τούτο δίκαια και εύλογος αποζημίωσης καθοριζομένη υπό του Δικαστηρίου ή παρασχεθεί εις τούτο άλλη δίκαια και εύλογος θεραπεία ην το Δικαστήριο έχει την εξουσία να παράσχει.» Xρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για το υπό εξέταση θέμα έχει γίνει στην πρωτόδικη απόφαση J. N. Christofides Trading Ltd v. Γενικός Εισαγγελέας, αγωγή αριθμός 5747/2012, απόφαση ημερομηνίας 5.9.2018 της Α. Κ. Λυκούργου ΑΕΔ, στην οποία αναφέρονται τα ακολούθα: «Το αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις μετά την έκδοση ακυρωτικής δικαστικής απόφασης, το οποίο καθιερώνει το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, είναι ιδιόμορφο (cause sui generis). Οι προϋποθέσεις γένεσης του δικαιώματος αυτού καθώς και οι κανόνες καθορισμού του ύψους των αποζημιώσεων είναι ιδιαίτεροι και διαφέρουν από τους αντίστοιχους του κοινοδικαίου και της επιείκειας (Frangoulides ν. Republic
(1982)1 C.L.R 462). Η δικαστική ακύρωση μιας διοικητικής πράξης δεν θεμελιώνει αφ' εαυτής (ipso facto) και άνευ άλλου τινός δικαίωμα αποζημιώσεων από Πολιτικό Δικαστήριο. Μετά την ακυρωτική δικαστική απόφαση, η Διοίκηση έχει πρώτιστη και επιτακτική υποχρέωση να συμμορφωθεί ενεργώς με αυτήν και να αποκαταστήσει τη νομιμότητα, η οποία έχει τρωθεί με την, εν τέλει, ακυρωθείσα πράξη της. Η υποχρέωση αυτή αποτελεί μια νόμω οφειλόμενη ενέργεια εφ' όσον επιβάλλεται δια του Άρθρου 146.5 του Συντάγματος. Ο επιτυχών διοικούμενος έχει αντίστοιχο δικαίωμα. Η αποκατάσταση της νομιμότητας προϋποθέτει, την εκ μέρους της διοίκησης αποκατάσταση των πραγμάτων στη νομική κατάσταση που ευρίσκοντο πριν από την ακυρωτική δικαστική απόφαση καθώς και την επανεξέταση του ζητήματος. Η επανεξέταση θα πρέπει να γίνει επί τη βάσει των ευρημάτων του ακυρωτικού Δικαστηρίου όσον αφορά στα γεγονότα. Κάθε τέτοιο εύρημα δεσμεύει τη διοίκηση. Εφ' όσον υπάρξει δικαστική ακύρωση μιας πράξης της και εφ' όσον η διοίκηση επιθυμεί να ενεργήσει νόμιμα, καλόπιστα και σύμφωνα με την ηθική και το δίκαιο (χρηστή διοίκηση) πρέπει να επανεξετάσει το ζήτημα και να προβεί στην έκδοση νέας πράξης λαμβάνοντας υπ' όψιν τους λόγους που οδήγησαν στην ακύρωση, εφαρμόζοντας τα ευρήματα του ακυρωτικού Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα και συμμορφούμενη προς τις υποδείξεις του [Νικόλας ν. Δημοκρατία
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 983, 1004]. Η Διοίκηση όμως δεν ενεργεί πάντοτε σύμφωνα με την ενδεδειγμένη διαδικασία. Ενδέχεται η διοίκηση να αρνηθεί να επανεξετάσει το ζήτημα ή ενδέχεται αυτή να αδρανήσει και να παραλείψει να προβεί σε επανεξέταση. Ενδέχεται, ακόμη, η διοίκηση να επανεξετάσει το ζήτημα κατά τρόπον πλημμελή και χωρίς να θεραπεύσει τα ελαττώματα που εντοπίστηκαν δια της προηγηθείσας ακυρωτικής δικαστικής απόφασης. Η παράλειψη της διοίκησης να επανεξετάσει το ζήτημα αντιμετωπίζεται με νέο αναθεωρητικό έλεγχο. Εάν ο διοικούμενος, ο οποίος επέτυχε την ακύρωση μιας διοικητικής πράξης η οποία τον εζημίωσε, διαπιστώσει πως το αρμόδιο διοικητικό όργανο ή η αρμόδια διοικητική αρχή παραλείπει να επανεξετάσει το ζήτημα, τότε αυτός νομιμοποιείται να προσφύγει εκ νέου στο αρμόδιο, για τον αναθεωρητικό έλεγχο, Δικαστήριο και να επιδιώξει την ακύρωση αυτής της παράλειψης [Νικόλας ν. Δημοκρατία (ανωτέρω), 1001 και 1005]. Εάν διαπιστωθεί η παρανομία της παράλειψης της διοίκησης να επανεξετάσει και εάν επιτευχθεί η ακύρωση της παράλειψης αυτής, τότε αρχίζει να σχηματίζεται το αγώγιμο δικαίωμα που καθιερώνει το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος. Για να ολοκληρωθεί το δικαίωμα αυτό απαιτείται, επιπλέον, (α) να αποδειχθεί πως ο διοικούμενος υπέστηκε ζημιά από την (ακυρωθείσα) παράλειψη επανεξέτασης ή υπέστηκε ζημιά ως άμεση συνέπεια της παράλειψης αυτής [Νικόλας ν. Δημοκρατία (ανωτέρω) 997 και 1002] και (β) ο ζημιωθείς διοικούμενος να έχει ήδη απευθυνθεί προς τη διοίκηση, ζητώντας τις αποζημιώσεις ή την άλλη θεραπεία που πιστεύει ότι δικαιούται και η διοίκηση να μην τον έχει ικανοποιήσει [Νικόλας ν. Δημοκρατία (ανωτέρω), 1002-3]. Τέλος, εφ' όσον αποδειχθεί πως η (ακυρωθείσα) παράλειψη επανεξέτασης υπήρξε ζημιογόνος, επιδικάζονται αποζημιώσεις δίκαιες και εύλογες. Για τον προσδιορισμό του ύψους των δίκαιων και εύλογων αποζημιώσεων συνεκτιμούνται όλοι οι σχετικοί παράγοντες [Νικόλας ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), 1006]. Στις περιπτώσεις όπου η δικαστική ακύρωση αφορά στην παράλειψη επανεξέτασης (προηγουμένως ακυρωθείσας) διοικητικής πράξης η οποία αφορά σε δημόσιο διαγωνισμό, τότε ο διοικούμενος, που επέτυχε την ακύρωση αυτή και διεκδικεί αποζημιώσεις, βαρύνεται να αποδείξει, μεταξύ άλλων, πως εάν γινόταν η παραληφθείσα επανεξέταση, ο δημόσιος διαγωνισμός θα κατεκυρώνετο σε αυτόν. Μόνον έτσι, και υπό τις κατάλληλες συνθήκες, δύναται η αξίωσή του για αποζημιώσεις να αποκτήσει έρεισμα [δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, τις αποφάσεις Εγγλεζάκη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1992)1 Α.Α.Δ. 697, Μαυρονύχης ν. Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως
(1995)1 Α.Α.Δ. 612, Δήμος Αραδίππου ν. Γεωργιάδης
(2000)1 Α.Α.Δ. 1000, Νικόλας ν. Δημοκρατία (ανωτέρω) στη σελ. 1001 και Vnukovo Airlines (V.A.) κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 969]. Το καθήκον της διοίκησης να συμμορφώνεται ενεργώς με ακυρωτική δικαστική απόφαση και να προβαίνει σε επανεξέταση (ή, ακόμη, και σε νέα διερεύνηση, εάν αυτό επιβάλλεται) για να αποκαταστήσει τη τρωθείσα νομιμότητα είναι γενικό και ανεξαίρετο. Το καθήκον αυτό υφίσταται ακόμη και στις περιπτώσεις όπου εξέλειπε το αντικείμενο της (ακυρωθείσας) διοικητικής πράξης π.χ. γιατί εξετελέσθηκε ήδη το έργο για το οποίο είχε προκηρυχθεί ο δημόσιος διαγωνισμός. Στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κυριακίδης v. Δημοκρατία
(2013)3 Α.Α.Δ. 629 (η οποία εξεδόθηκε στο πλαίσιο αναθεωρητικής έφεσης) λέχθηκαν και τα εξής: «................................. Επί του προκειμένου, και σε συμφωνία με το σχετικό μέρος της πρωτόδικης απόφασης ....θεωρούμε ότι σε κάθε περίπτωση ακυρωτικής απόφασης αποτελεί καθήκον της Διοίκησης να προβαίνει σε επανεξέταση - ή, όταν διαπιστώνεται λόγος, σε επαναδιερεύνηση (βλ. Ναζίρης ν. Ρ.Ι.Κ.
(2007)3 Α.Α.Δ. 38) - για αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας, όπως αυτή διαπιστώνεται στην αναθεωρητική ακυρωτική απόφαση. Πρόκειται, κατά την άποψη μας, για καθήκον που τονίζεται από διαχρονικά σταθερή και σαφή νομολογία (βλ. Εγγλεζάκη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 697, η οποία παραπέμπει στην προγενέστερη επί του θέματος νομολογία, καθώς και στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 342), το οποίο η νομολογία δεν φαίνεται να αναγνωρίζει ότι υποχωρεί ακόμα και στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να γίνει φυσική (in natura) αποκατάσταση των πραγμάτων στην προτέρα τους κατάσταση. Σε σχέση δε με την αναφορά στην οποία προέβη ο κ. Αγγελίδης από το σύγγραμμα της κας Θεοχαροπούλου-Κοντόγιωργα, .... παρατηρούμε ότι από τη μελέτη της εν λόγω αναφοράς δεν φαίνεται να προκύπτει ότι η συγγραφέας υποστηρίζει τη θέση ότι οποτεδήποτε υπάρχει αντικειμενική αδυναμία εκτέλεσης της απόφασης in natura η Διοίκηση δεν προχωρεί σε επανεξέταση, αλλά σ΄ αυτό που φαίνεται να αποβλέπει είναι ότι στις περιπτώσεις αυτές ο ζημιωθείς δικαιούται σε αποζημίωση επανορθωτικού χαρακτήρα η οποία αντιδιαστέλλεται της αποζημίωσης ως κυρώσεως για τη μη εκτέλεση της ακυρωτικής απόφασης, διαφοροποίηση που δεν γίνεται από το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος το οποίο προνοεί για δίκαιη και εύλογη αποζημίωση σε κάθε περίπτωση που προκλήθηκε ζημιά από απόφαση, πράξη ή παράλειψη που κηρύχθηκε άκυρη. (Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420, Vnukovo Airlines (V.A.) κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 969, Frangoulides v. The Republic
(1982)1 C.L.R. 462 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου (ανωτέρω). ............................» Ευθυγραμμισμένη με την αρχή πως το καθήκον της διοίκησης για ενεργό συμμόρφωση με ακυρωτική δικαστική απόφαση είναι γενικό και ανεξαίρετο και αυτό προϋποθέτει την εκ μέρους της επανεξέταση (και όπου αυτό επιβάλλεται την εκ νέου διερεύνηση) κάθε ακυρωθείσας πράξης της, είναι και η απόφαση στην υπόθεση αρ. 1627/2010 Φοίβος Χριστοφίδης v . Δημοκρατίας, ημερ. 05.09.2013, όπου αναφέρονται και τα εξής: «............................ Βασικό ζητούμενο στην υπό εξέταση περίπτωση είναι η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο οι καθ΄ ων η αίτηση, αποφασίζοντας ότι δεν είναι εφικτή η επανεξέταση, ενήργησαν καθ΄ υπέρβαση εξουσίας και συνακόλουθα κατά πόσο η στάση τους αυτή παραβιάζει τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Σε μια παρόμοια περίπτωση η οποία απασχόλησε στην Υπόθεση Αρ. 1448/2005 Tasni Enviro Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 11.9.2007 το Ανώτατο Δικαστήριο είχε προηγουμένως ακυρώσει την απόφαση των καθ΄ ων η αίτηση με την οποία κατακύρωσαν προσφορά στο ενδιαφερόμενο μέρος για προμήθεια και 5ετή συντήρηση μετεωρολογικού εξοπλισμού λόγω κακής σύνθεσης του αποφασίσαντος Συμβουλίου. Μετά την ακυρωτική απόφαση, οι καθ΄ ων η αίτηση προέβησαν σε επανεξέταση του θέματος και κατακύρωσαν εκ νέου την προσφορά στο ενδιαφερόμενο μέρος. Σε νέα προσφυγή την οποία καταχώρησε η ίδια αιτήτρια εταιρεία, ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν χωρούσε επανεξέταση στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον το έργο είχε ήδη εκτελεστεί όταν εκδόθηκε η ακυρωτική απόφαση. Το Δικαστήριο ... τόνισε ότι η διοίκηση είχε υποχρέωση να συμμορφωθεί προς την ακυρωτική απόφαση και να εξετάσει το ζήτημα, έστω και αν το έργο είχε ήδη εκτελεσθεί. Όπως πρόσθεσε, η επίκληση από την αιτήτρια της εκ των πραγμάτων αδυναμίας αποκατάστασης σε περίπτωση που κατά την επανεξέταση κατακυρωνόταν η προσφορά προς την ίδια την αιτήτρια, δεν συνιστούσε βάσιμο λόγο ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης. ............................» ..» Η πρώτη προδικαστική ένσταση που έχει εγερθεί από τον Εναγόμενο, είναι ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη, εφόσον οι Ενάγοντες δεν αποτάθηκαν πρώτα και πριν την καταχώρηση της αγωγής ως όφειλαν προς τη Διοίκηση για να ζητήσουν αποζημιώσεις υπό το φως των ακυρωτικών αποφάσεων που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης τους. Είναι ειδικότερα η θέση του Εναγόμενου ότι η επιστολή ημερομηνίας 6.11.2007 που αποτελεί παραδεχτό γεγονός ότι έχει σταλεί, δεν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομολογία. Ειδικότερα, η εν λόγω επιστολή δεν έχει σταλεί στην αρμόδια αρχή αλλά στον Υπουργό Εσωτερικών, ούτε περιέχει σαφή αξίωση ποσού για ζημιές, αλλά υπάρχει μόνο γενική και αόριστη αναφορά. Σημειώνει επίσης ο κύριος Τσεκούρας ότι γίνεται αναφορά σε αποζημίωση που συνιστά αόριστα στα προσδοκώμενα έσοδα που ανέμεναν ότι θα είχαν οι Ενάγοντες από τη σκοπούμενη ανάπτυξη και όχι στην πραγματική ζημιά που ισχυρίζονται ότι έπαθαν από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προς τούτο στηρίζεται στις αποφάσεις Pair Quality Link Ltd v. Κοινοτικό Συμβούλιο Μενοίκου, αριθμός αγωγής 5721/12, ημερομηνίας 25.6.2020 και στην υπόθεση Private Grammar & Modern Schools (P.G.M.S.) Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αριθμός αγωγής 5413/2002, στην οποία το Πρωτόδικο Δικαστήριο σημειώνει ότι δεν είχε κατατεθεί στο Δικαστήριο η επιστολή των Εναγόντων από την οποία μπορούσε να διαπιστωθεί το περιεχόμενο της αίτησης τους προς τη Διοίκηση, αν δε η απαίτηση τους ήταν για αποκατάσταση βλάβης που έχουν υποστεί, σαφώς ήταν πολύ γενική και επομένως η αγωγή αποτυγχάνει και για τον λόγο αυτό. Ο κύριος Καντούνας στη δική του αγόρευση αναφέρει ότι στις 6.11.2007, πολύ πριν την καταχώρηση της αγωγής, οι Ενάγοντες απηύθυναν επιστολή στον Εναγόμενο που είναι ο εκπρόσωπος του Κράτους και των Οργάνων του σύμφωνα με το Σύνταγμα και ζήτησαν αποζημιώσεις. Ο Εναγόμενος απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 5.12.2007, αναφέροντας πως το αίτημα θα τύγχανε της προσοχής του, χωρίς να δηλώσει αναρμόδιος για το ζήτημα, χωρίς να καταχωρήσει έφεση εναντίον της ακυρωτικής δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 31.7.2007 και χωρίς να επικαλεστεί την πρόθεση του αρμόδιου οργάνου, δηλαδή του Υπουργού Εσωτερικών να την επανεξετάσει. Όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω, οι εν λόγω επιστολές κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και έγινε δήλωση από τους συνηγόρους και των δύο πλευρών ότι αποδέχονται το περιεχόμενο τους Η επιστολή ημερομηνίας 6 Νοεμβρίου του 2011 έχει σταλεί από το δικηγορικό γραφείο Βελάρης και Βελάρης, τότε δικηγόρους των Εναγόντων, προς τον Υπουργό Εσωτερικών στην οποία αναφέρει το εν λόγω δικηγορικό γραφείο ότι στις 6.9.2004 οι Ενάγοντες υπέβαλαν 11 διοικητικές προσφυγές εναντίον της άρνησης του Δήμου Παραλιμνίου να τους χορηγήσει άδεια οικοδομής για κάθε ένα από τα 11 αναφερόμενα ακίνητα, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 31.10.2007 αποδέχτηκε τις προσφυγές των Εναγόντων, οι οποίες συνενώθηκαν και συνεκδικάστηκαν μετά από αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα, και παραμέρισε τις επίδικες αποφάσεις. Ακολούθως αναφέρονται τα ακολούθα: «Λόγω των ακυρωθεισών αποφάσεων, οι πελάτες μου υπέστησαν τεράστιες ζημιές τις οποίες προτίθενται να απαιτήσουν σύμφωνα με το Συντάγματος. Οι ζημιές των πελατών μου συνίστανται σε ολόκληρη την αξία της περιουσίας τους, η οποία λόγω της διαφοροποίησης των πολεοδομικών ζωνών, που έχει στο μεταξύ επιβληθεί με το πρόσφατο τοπικό σχέδιο Παραλιμνίου, έχει παντελώς εκμηδενιστεί. Επιπλέον οι πελάτες μου απαιτούν το κέρδος που θα απεκόμιζαν από τη διάθεση των κατοικιών που σχεδίαζαν να ανεγείρουν στην περιουσία τους και να διαθέσουν σε τρίτα πρόσωπα. Σαν βάση για την καταβλητέα αποζημίωση, εισηγούμαι τα ποσά που θα εισέπρατταν οι πελάτες μου από τη διάθεση των κατοικιών που θα ανεγείροντο στα κτήματα τους, σύμφωνα με τα σχέδια που είχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο ετοιμαστεί, μείον το κόστος κατασκευής και τη σημερινή αξία της γης τους. Για τον καθορισμό των σχετικών ποσών, οι πελάτες μου προτείνουν τον διορισμό κοινά αποδεκτού εκτιμητή, διαζευκτικά η κάθε πλευρά θα μπορούσε να διορίσει δικό της εκτιμητή που να συνεργαστεί με κάποιο τρίτο κοινά αποδεκτό πρόσωπο, το οποίο θα μπορούσε να ενεργήσει σαν επιδιαιτητής...... Ανεξάρτητα απ' ό,τι αναφέρεται πιο πάνω, και χωρίς βλάβη σ' αυτά, οι πελάτες μου θα ήταν διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν τα δικαιώματα τους για αποζημίωση σε περίπτωση που θα τους χορηγηθούν οι σχετικές άδειες οικοδομής οι οποίες είχαν αποτελέσει το αντικείμενο των εν λόγω διοικητικών προσφύγων.» Εκ μέρους του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών έχει απoσταλεί στις 5.12.2007 απάντηση στους δικηγόρους των Εναγόντων, με την οποία τους γνωστοποιείται ότι οι αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικών θα επανεξεταστούν με βάση το περιεχόμενο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ευθύς μόλις επιστραφούν οι σχετικοί διοικητικοί φάκελοι από το Δικαστήριο και ότι θα ενημερωθούν σχετικά το συντομότερο δυνατό. Με βάση τις αρχές που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, είναι κατά την άποψη μου ολοφάνερο ότι η επιστολή ημερομηνίας 6 Νοεμβρίου του 2007, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιστολή που ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που έχουν καθοριστεί από τη νομολογία, αφού δεν έχει ζητηθεί συγκεκριμένο ποσό για αποζημιώσεις. Περεταίρω, τα όσα αναφέρονται σε αυτή δεν φαίνεται να εμπίπτουν στις γραμμές του Συντάγματος που προνοεί για δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, και πέραν τούτου, περιέχει εναλλακτική πρόταση για χορήγηση των αδειών οικοδομών που είχαν αποτελέσει το αντικείμενο των διοικητικών προσφύγων έναντι εγκατάλειψης των απαιτήσεων και δικαιωμάτων των Εναγόντων για αποζημίωση. Επίσης, φαίνεται να ευσταθεί η θέση του κυρίου Τσεκούρα ότι οι Ενάγοντες εκτός του ότι δεν εξειδίκευσαν την απαίτηση τους καθ' οιονδήποτε τρόπο, απευθύνθηκαν στον Υπουργό Εσωτερικών και μάλιστα ζητώντας τη χορήγηση των αδειών οικοδομής, ενώ όπως φαίνεται αρμόδιο όργανο για να λάβει την απόφαση αυτή ήταν ο Δήμος Παραλιμνίου. Κατά την άποψη μου το γεγονός ότι από το Υπουργείο Εσωτερικών έλαβαν απάντηση με την οποία πληροφορούνται ότι οι αποφάσεις θα τύχουν επανεξέτασης, δεν σημαίνει ότι ο Υπουργός Εσωτερικών έχει αποδεχτεί ότι είναι το αρμόδιο διοικητικό όργανο για να εξετάσει θέμα αποζημιώσεων. Θεωρώ επομένως ότι η πρώτη προδικαστική ένσταση επιτυγχάνει. Η δεύτερη προδικαστική ένσταση αφορά τον ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και/ή αβάσιμη για τον λόγο ότι το θέμα που προέκυψε μετά την ακύρωση των διοικητικών πράξεων δεν έχει επανεξεταστεί ακόμα από τη Διοίκηση. Η πιο πάνω προδικαστική ένσταση θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως του παραδεχτού γεγονότος ότι κατά ή περί τις 12.10.2012 ολοκληρώθηκε από τον Δήμο Παραλιμνίου η επανεξέταση κατόπιν της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επιβεβαιώνοντας την προηγούμενη απόφαση του και η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στους Ενάγοντες, οι οποίοι δεν καταχώρησαν οποιαδήποτε προσφυγή εναντίον της απόφασης. Τα πιο πάνω, παρά τα όσα αναφέρει ο κύριος Καντούνας στη δική του αγόρευση, ότι πρόκειται για επανεξέταση από άλλο Διοικητικό Όργανο, και ότι αυτή έλαβε χώρα 4 χρόνια και 7 μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής και 5 χρόνια μετά την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης, παραβιάζοντας, ως η θέση του, κάθε αρχή της χρηστής διοίκησης και παρά τη θέση του ότι η επανεξέταση είναι άσχετη με την αγωγή, εφόσον αυτή δεν αφορά στην ακυρωτική δικαστική απόφαση ημερομηνίας 31.10.2007 που αφορά τη διοικητική διαδικασία ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και όχι ενώπιον του Δήμου Παραλιμνίου. Σημειώνω εδώ ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε προσέφυγαν στο αρμόδιο Δικαστήριο για να επιδιώξουν την ακύρωση της παράλειψης της Διοίκησης να επανεξετάσει την απόφαση της. Η τρίτη προδικαστική ένσταση αφορά τους ισχυρισμούς ότι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δεν μπορεί να εναχθεί σε σχέση με αξίωση που προκύπτει από διαφορά ανάμεσα σε ιδιώτη και όργανα τοπικής αυτοδιοίκησης, τα οποία είναι νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, έχουν αυτοτέλεια και ξεχωριστή νομική προσωπικότητα, και τον ισχυρισμό ότι η παρούσα αγωγή θα έπρεπε να καταχωρηθεί εναντίον του Δήμου Παραλιμνίου, ως η καθ' ύλην αρμόδια αρχή που εξέδωσε της ακυρωθείσες διοικητικές πράξεις από τις οποίες, ως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, προέκυψε αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις. Είναι η θέση του κυρίου Καντούνα, ότι η εν λόγω προδικαστική ένσταση σαφώς και δεν μπορεί να επιτύχει, αφού οι δικονομικοί κανόνες και η νομολογία ορίζουν πως το πλαίσιο αγωγής που καταχωρείται δυνάμει του Συντάγματος αντίδικος του Ενάγοντα που πέτυχε στην προσφυγή του και εξασφάλισε ακυρωτική δικαστική απόφαση είναι το Διοικητικό Όργανο που εξέδωσε την ακυρωθείσα διοικητική απόφαση, στην προκειμένη περίπτωση ο Υπουργός Εσωτερικών, και άρα ορθά ενάγεται ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ως εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας σύμφωνα με το Σύνταγμα. Κατά την άποψη του είναι αυτονόητο ότι οι επίδικες ακυρωθείσες διοικητικές αποφάσεις δεν εκδόθηκαν από τον Δήμο Παραλιμνίου και σαφώς το δικαίωμα των Εναγόντων για αποζημίωση προκύπτει από την ακυρωτική απόφαση των ακυρωθεισών διοικητικών αποφάσεων του Εναγόμενου. Αναφέρει δε ότι εάν αυτή ήταν η θέση του Γενικού Εισαγγελέα, θα έπρεπε να εγερθεί το θέμα κατά την εκδίκαση των προσφύγων, κάτι που δεν έγινε. Ο κύριος Τσεκούρας αναφέρει ότι η αγωγή θα έπρεπε να στραφεί κατά του Δήμου Παραλιμνίου που είναι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η μόνη αρμόδια αρχή, η οποία έχει χωριστή νομική προσωπικότητα, κάτι που έχει εδραιωθεί από τη νομολογία. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Δήμος Έγκωμης εναντίον Δημοκρατίας 1994, 4 ΑΑΔ 1893 και Improvement Board of Strovolos v. The Republic 1983, 3 C.L.R. 434. Είναι η θέση του κυρίου Τσεκούρα ότι είναι παράδοξο να καλείται η Δημοκρατία να αποκαταστήσει οποιεσδήποτε ζημιές για πράξη που δεν εκδόθηκε ή δεν λήφθηκε από αυτή. Η απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών δεν είναι η επίδικη απόφαση, αφού η απόφαση του έχει απορροφηθεί από μεταγενέστερη απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, δηλαδή του Δήμου Παραλιμνίου. Η Αρμόδια Αρχή μάλιστα, που περάτωσε τη σύνθετη διοικητική πράξη ημερομηνίας 12.10.2012 που παρέμεινε αδιαμφισβήτητη δικαστικά, επιβεβαίωσε ουσιαστικά ότι οι Ενάγοντες δεν μπορούν λόγω παραβιάσεων της κείμενης νομοθεσίας να λάβουν άδειες οικοδομής και ορθά αυτές δεν εκδόθηκαν εξ αρχής. Θεωρώ ότι και η εν λόγω προδικαστική ένσταση είναι ορθή και προδικάζει και αυτή το αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής. Τέλος, σύμφωνα με την τέταρτη προδικαστική ένσταση, είναι η θέση του Εναγόμενου ότι η αγωγή στερείται αντικειμένου και οι Ενάγοντες στερούνται οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος και/ή βάσης αγωγής, καθ' ότι στις 12.10.2012 ολοκληρώθηκε από την αρμόδια αρχή, δηλαδή από τον Δήμο Παραλιμνίου η επανεξέταση κατόπιν της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επιβεβαιώνοντας την προηγούμενη απόφαση του. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι εναντίον της απόφασης ημερομηνίας 12.10.2012 δεν έχει καταχωρηθεί προσφυγή από τους Ενάγοντες. Η θέση του κυρίου Καντούνα ότι η επανεξέταση είναι άσχετη με την αγωγή, αφού δεν αφορά την ακυρωτική δικαστική απόφαση ημερομηνίας 31.10.2007 που αφορούν τη διοικητική διαδικασία ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και όχι του Δήμου Παραλιμνίου, δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα με βάση τα δεδομένα που δημιουργήθηκαν και το γεγονός ότι η απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών ουσιαστικά απορρίφθηκε από τον Δήμο Παραλιμνίου που επιβεβαίωσε την πρώτη του απόφαση στις 12.10.2012, και η οποία παρέμενε χωρίς αμφισβήτηση. Η θέση του κυρίου Καντούνα ότι καθοριστικός είναι ο χρόνος καταχώρησης της αγωγής, δηλαδή η ημερομηνία 7.3.2008 και όχι γεγονότα που προέκυψαν μετέπειτα, είναι η θέση μου ότι αυτή η θέση είναι λανθασμένη, γι' αυτό τον λόγο και ο Εναγόμενος χρησιμοποίησε δύο μάλιστα φορές το ένδικο μέσο που είχε στα χέρια του, δηλαδή την τροποποίηση των δικογράφων για να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα στη βάση των οποίων και θα κριθεί η εν λόγω αγωγή. Το Δικαστήριο όπως έχει αναφερθεί, μετά από ακρόαση έχει εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση τροποποίησης του Εναγόμενου ‑ Αιτητή, με την οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η πληροφόρηση για την επανεξέταση που έγινε από τον Δήμο Παραλιμνίου και για το γεγονός ότι εναντίον της επανεξέτασης δεν καταχωρήθηκε προσφυγή. Όλα τα γεγονότα όπως έλαβαν χώρα σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, από την αρχή καταχώρησης της μέχρι και σήμερα, έχουν τη δική τους σημασίας και κάθε ένα από αυτά προσθέτει στην τελική εικόνα που υπάρχει σήμερα και με βάση την οποία το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει την αγωγή των Εναγόντων. Η έκδοση νέας απόφασης κατόπιν επανεξέτασης από την αρμόδια διοικητική αρχή, δηλαδή τον αρμόδιο Δήμο Παραλιμνίου, έχει φέρει ανατροπή στα δεδομένα της υπόθεσης, με τρόπο που το παρόν Δικαστήριο να μην μπορεί παρά να δηλώσει την αναρμοδιότητα του να ασχοληθεί με την απόφαση δυνάμει επανεξέτασης από τον Δήμο Παραλιμνίου, διοικητική απόφαση την οποία μόνο αρμόδιο Δικαστήριο να ελέγξει είναι τώρα το Διοικητικό Δικαστήριο. Σχετική είναι η απόφαση στην Πολιτική Έφεση 348/2010 ΑΟΜΜ Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ v. Δήμου Στροβόλου ημερομηνίας 11.7.2014, στην οποία έχουν επαναληφθεί οι πάγιες αρχές της νομολογίας, ότι: « Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Εφόσον δεν προσβληθεί ή ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό Δικαστήριο η διοικητική πράξη, η απόφαση διατηρεί καθόλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή (Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424, Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων & Πολιτικών Μηχανικών v. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453). Η αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων η παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας, τα οποία ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία, επαφίεται, λοιπόν, μόνο στο Ανώτατο Δικαστήριο. Σταθερή είναι η γραμμή της νομολογίας ότι δεν μπορούν να υπάρχουν παράλληλες θεραπείες στο πλαίσιο του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ενόψει των προνοιών του, είναι νομολογημένη αρχή του Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου ότι η εγκυρότητα διοικητικών πράξεων δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ενώπιον άλλου Δικαστηρίου, πολιτικής ή ποινικής. Με βάση τις ρητές πρόνοιες του Άρθρου 146, παροχή παράλληλης δικαιοδοσίας σε άλλα Δικαστήρια είναι ανεπίτρεπτη και ο θεσμικός αυτός διαχωρισμός των δικαιοδοσιών είναι κάθετος και απόλυτος. Θέματα όπως η ιδιοκτησία ή κατοχή, το είδος του υποστατικού και το ύψος των τελών, είναι ζητήματα που αφορούν την εγκυρότητα της διοικητικής πράξης επιβολής του τέλους και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν στα πλαίσια άλλης παράλληλης διαδικασίας, πέραν της αναθεωρητικής που καθορίζεται στο Άρθρο 146 του Συντάγματος (James Peter v. Δήμου Αγίου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 612, 615).» Η έκδοση της νέας απόφασης από τον αρμόδιο Δήμο Παραλιμνίου κατά την άποψη μου έχει ως αποτέλεσμα ουσιαστικά να τερματίσει την πορεία της παρούσας αγωγής. Είναι καταληκτικά η θέση μου, ότι οι προδικαστικές ενστάσεις επιτυγχάνουν και συνεπώς η αγωγή απορρίπτεται από αυτό το στάδιο, τόσο λόγω της επανεξέτασης που έχει μεσολαβήσει εν τω μεταξύ, με την οποία επιβεβαιώθηκε η αρχική απόφαση του Δήμου Παραλιμνίου και η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης εντός του καθορισμένου χρονικού πλαισίου ενώπιον του μοναδικού αρμόδιου Δικαστηρίου, δηλαδή του Διοικητικού Δικαστηρίου, πράξη η οποία λόγω της μη αμφισβήτησης της διατηρεί καθ' όλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή. Επίσης άλλος λόγος για την απόρριψη της αγωγής είναι ότι η «απαίτηση» που υποβλήθηκε από πλευράς Εναγόντων προς τη Διοίκηση, πέραν του ότι υποβλήθηκε σε αναρμόδιο διοικητικό όργανο, δεν είναι η ορθή απαίτηση η οποία προβλέπεται από τη νομολογία, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί με λεπτομέρεια στην απόφαση μου και δη λόγω του ότι δεν περιέχει σαφή αξίωση ποσού για ζημιές, αλλά μία γενική και αόριστη αναφορά σε αποζημιώσεις. Επιπρόσθετα είναι η θέση μου ότι εν πάση περιπτώσει η απαίτηση όπως έχει υποβληθεί, αλλά και η αγωγή, φαίνεται να εκφεύγουν της επιταγής του Συντάγματος, που μιλά για δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, η οποία όπως έχει εξηγηθεί από τη νομολογία, αναφορά στην οποία γίνεται στην απόφαση Private Grammar and Modern Schools (ανωτέρω), είναι sui generis αποζημίωση. Η απαίτηση που έχει υποβληθεί από τους Ενάγοντες, κατά την άποψη μου πόρρω απέχει από αυτή την κατηγορία θεραπείας, ειδικά εάν αναλογιστεί κάποιος ότι εκτός από τη χρηματική αποζημίωση η οποία τέθηκε εντελώς γενικά στην επιστολή ημερομηνίας 6.11.2007 από τον τότε δικηγόρο των Εναγόντων, ζητείται εναλλακτικά όπως έχω αναφέρει με την επανέγκριση των αδειών οικοδομής. Ενόψει των ανωτέρω, η αίτηση επιτυγχάνει. Η ένσταση των Εναγόντων, αλλά και η αγωγή αποτυγχάνουν και η αγωγή απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου ‑ Αιτητή και εναντίον των Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Στ. Χριστοδουλίδου ‑ Μέσσιου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.