Hellenic Bank Public Company Limited ν. Τίμινη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2527/13, 1/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A132 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2527/13 Μεταξύ: Hellenic Bank Public Company Limited Ενάγουσα - και -
- XXXXX Τίμινη, υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Τίμινη
- XXXXX XXXXX Timinis Εναγόμενοι ---------------------------------- Ημερομηνία: 1 Μαρτίου, 2022 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κα Π. Παπαπέτρου Για εναγόμενες 1 και 2: κα Χ. Κότσαπα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα τράπεζα αξιώνει υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού και υπόλοιπο λογαριασμού δανείου που διατηρούσε ο ΜΤ. Η εναγόμενη 1 ενάγεται ως η διαχειρίστρια της περιουσίας του ΜΤ και η εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια. Η εναγόμενη 1 στην υπεράσπισή της ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι οι όροι των συμφωνιών ήταν «επαχθείς και καταχρηστικοί και υπήρχε ανισότητα στη διαπραγματευτική δύναμη», ότι «ο όρος επιβολής του επιτοκίου ήταν καταχρηστικός και άδικος» και ότι «οι τόκοι που χρεώνονταν ήταν αντισυμβατικοί». Η εναγόμενη 2 στην υπεράσπισή της ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι υπόγραψε τις συμφωνίες εγγύησης μετά από ψευδείς παραστάσεις, δεν γνώριζε τι υπόγραφε ή την ελληνική γλώσσα και ότι παράνομα και αντισυμβατικά χρεωνόταν ο τόκος. Προς απόδειξη της απαίτησης κατέθεσε η Ζ. Γεωργιάδη (ΜΕ1). Οι εναγόμενες δεν πρόσφεραν μαρτυρία. Η ΜΕ1 υιοθέτησε γραπτή δήλωση (Έγγραφο A). Από το 1996 εργάζεται στην ενάγουσα, η οποία μέχρι το 2005 ασκούσε τραπεζικές εργασίες ως Hellenic Bank Ltd (Τεκμήρια 1-4). Ανάμεσα στα καθήκοντά της είναι η ετοιμασία αναδομημένων καταστάσεων. Παρακολουθεί την κίνηση των επίδικων λογαριασμών. Στις 26.9.96 η ενάγουσα και ο ΜΤ συμφώνησαν γραπτώς όπως η ενάγουσα παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις στον ΜΤ (Τεκμήριο 5). Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας, μεταξύ άλλων, ότι θα έφεραν «τόκο 8.5% ετησίως επί ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων ή προς το εκάστοτε ανώτατον ποσοστόν επιτοκίου επιτρεπόμενον υπό του νόμου» με κεφαλαιοποίηση μια φορά ετησίως. Η ενάγουσα άνοιξε επ' ονόματί του τρεχούμενο λογαριασμό («ο τρεχούμενος λογαριασμός»). Πέντε χρόνια μετά, στις 29.10.01, συμφώνησαν γραπτώς τη συνέχιση της παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων στον τρεχούμενο λογαριασμό ύψους €17,086 με βασικό επιτόκιο 6%, πλέον περιθώριο 1.3% και κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως (Τεκμήριο 6). Οκτώ χρόνια μετά, στις 12.6.09, συμφωνήθηκε, δυνάμει επιστολής ανειλημμένης υποχρέωσης, η αύξηση των πιστωτικών διευκολύνσεων από €17,086 σε €26,000 με βασικό επιτόκιο (τότε 5.25%), πλέον περιθώριο 3%, κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως και τόκο υπερημερίας 5% (Τεκμήριο 7). Η επιστολή υπογράφεται και από την εναγόμενη
- Την ίδια μέρα ο ΜΤ και η ενάγουσα συμφώνησαν την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων με βασικό επιτόκιο (τότε 5.25%), πλέον περιθώριο 3%, κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως και τόκο υπερημερίας 5% (Τεκμήριο 8). Η εναγόμενη 2, την ίδια μέρα, εγγυήθηκε τις υφιστάμενες και μέλλουσες υποχρεώσεις του ΜΤ από τον τρεχούμενο λογαριασμό μέχρι €30,000, πλέον τόκους και έξοδα (Τεκμήριο 10). Η συνεργασία του ΜΤ με την ενάγουσα συνεχίστηκε. Έλαβε δάνειο ύψους €50.000, δυνάμει συμφωνίας, ημερ. 12.6.09, με βασικό επιτόκιο (τότε 5.25%), πλέον περιθώριο 3%, κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως και τόκο υπερημερίας 5% (Τεκμήριο 20). Θα αποπληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις από 30.7.09 μέχρι 30.6.
- Η ενάγουσα άνοιξε λογαριασμό, ο οποίος χρεώθηκε με το ποσό του δανείου («ο λογαριασμός δανείου»). Η εναγόμενη 2 την ίδια μέρα εγγυήθηκε τις οφειλές του ΜΤ μέχρι €50,000, πλέον τόκους και έξοδα (Τεκμήριο 21). Έξι μήνες μετά, στις 5.1.10, ο ΜΤ και η ενάγουσα συμφώνησαν την αύξηση των πιστωτικών διευκολύνσεων στον τρεχούμενο λογαριασμό από €26,000 σε €52,000 με βασικό επιτόκιο (τότε 5.25%), περιθώριο 1.50%, κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως και τόκο υπερημερίας 5% (Τεκμήριο 9). Τη συμφωνία υπόγραψε και η εναγόμενη
- Ο ΜΤ απεβίωσε τον Φεβρουάριο του
- Η ενάγουσα τότε παγοποίησε τους λογαριασμούς του μέχρι να διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του. Δύο μήνες μετά, τον Απρίλιο του 2011, η εναγόμενη 1 διορίστηκε διαχειρίστρια. Η ενάγουσα έστειλε στην εναγόμενη 1 επιστολές, ημερ. 24.7.12 (Τεκμήριο 11, η οποία αναφέρεται σε μη επίδικες οφειλές) και ημερ. 3.8.12 (Τεκμήριο 12), με τις οποίες ζητούσε τη διευθέτηση των οφειλών του ΜΤ. Στις 4.12.12, η ενάγουσα έστειλε στις εναγόμενες επιστολές τερματισμού και ζήτησε τη διευθέτηση των οφειλών του ΜΤ (Τεκμήρια 13 και 14). Στις 21.12.12 έστειλε επιστολή ζητώντας εκ νέου την εξόφληση των οφειλών του ΜΤ (Τεκμήρια 15 και 16). Παρακολούθησα με προσοχή τη μάρτυρα έχοντας υπόψη τις σχετικές αρχές (Πατάτσου ν. Χιλμί κ.ά., Πολ. Έφεση 300/11, ημερ. 31.5.17, Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.ά., Πολ. Έφεση 118/10, ημερ. 16.12.15, Χριστοφόρου v. Γερμανού, Πολ. Έφεση 247/13, ημερ. 7.4.20). Η ΜΕ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε στις ερωτήσεις με πληρότητα και σαφήνεια. Παρέπεμπε στους όρους των συμφωνιών και σε σχετικά τεκμήρια. Επεξήγησε τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζεται το υπόλοιπο ενός λογαριασμού. Παρά την (πολύωρη) αντεξέταση, η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε. Ουδεμία τάση υπεκφυγής ή καταφυγής στο ψεύδος διαπιστώθηκε. Το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της. Ιδιαίτερη αναφορά σ' αυτή γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Τα όσα καταγράφονται πιο πάνω στην παράθεση της μαρτυρίας της, για σκοπούς αποφυγής επανάληψης, καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους της ενάγουσας στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Κωνσταντάς v. Διέτης κ.ά., Πολ. Έφεση 289/13, ημερ. 6.11.20). Αν ικανοποιήσει ότι η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, δικαιούται σε απόφαση (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Οικονόμου
(2014)1Γ Α.Α.Δ. 2287). Εδώ υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα. Αυτό που απομένει να εξεταστεί, αφού δεν διαπιστώνονται εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με την αξιοπιστία της ΜΕ1, είναι αν τα γεγονότα επαρκούν για να αποδείξουν την απαίτηση στον αναγκαίο βαθμό (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επίσημου Παραλήπτη κ.ά., Πολιτική Έφεση 246/13, ημερ. 11.12.19). Η υπογραφή των συμφωνιών και το περιεχόμενό τους δεν αμφισβητήθηκαν. Ούτε αμφισβητήθηκε ότι η ενάγουσα για χρόνια παραχωρούσε πιστωτικές διευκολύνσεις στον ΜΤ (Τεκμήρια 5-9) και το δάνειο (Τεκμήριο 20). Η συμφωνία για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων, ημερ. 12.6.09 (Τεκμήριο 8, παρ. 10) προνοεί: «Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε αποφασίσει και χωρίς προειδοποίηση προς τον πελάτη να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήσει απαιτητό οποιοδήποτε δάνειο και/ή πίστωση και/ή άλλη τραπεζική ή πιστωτική διευκόλυνση που δόθηκε ή θα δοθεί στο μέλλον προς τον πελάτη και να ζητήσει αμέσως από τον πελάτη την πληρωμή όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει στην Τράπεζα.». Ταυτόσημος όρος, διατυπωμένος στην καθαρεύουσα, προνοείται στη συμφωνία, ημερ. 26.9.96 (Τεκμήριο 5, παρ. 3). Η συμφωνία δανείου, ημερ. 12.6.09 (Τεκμήριο 20, παρ. 6) προνοεί: «Μόλις το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος του ζητηθεί από την Τράπεζα θα καθίσταται αμέσως απαιτητό και θα εξοφλείται, ο δε χρεώστης οφείλει να πληρώσει αμέσως κάθε ποσό οφειλόμενο προς την Τράπεζα.». Όταν ο ΜΤ απεβίωσε τον Φεβρουάριο του 2011, οι λογαριασμοί του παγοποιήθηκαν και δόθηκε χρόνος για να διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του. Η εναγόμενη 1 διορίστηκε διαχειρίστρια της περιουσίας του τον Απρίλιο του
- Περιήλθαν σ' αυτήν όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις σε σχέση με την περιουσία του ΜΤ από την ημερομηνία του θανάτου του (άρθρο 25, περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμος, Κεφ. 189). Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι έκτοτε η εναγόμενη 1 προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με τις οφειλές του. Τον Αύγουστο του 2012 η ενάγουσα έστειλε επιστολή στην εναγόμενη 1 αναφέροντας: «.θα θέλαμε να επαναλάβουμε την παράκλησή μας όπως επικοινωνήσετε μαζί μας [αναγράφεται διεύθυνση και τηλέφωνο επικοινωνίας] το συντομότερο δυνατό προς διευθέτηση των οφειλών του αποβιώσαντος. Ελπίζουμε ότι θα ανταποκριθείτε θετικά στην παρούσα επιστολή προς αποφυγή επιπλοκών και περαιτέρω εξόδων» (Τεκμήριο 12). Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η εναγόμενη 1 ανταποκρίθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Τον Δεκέμβριο του 2012 η ενάγουσα τερμάτισε τις συμφωνίες (Τεκμήριο 13). Δεν διαπιστώνεται ότι η ενάγουσα προέβη σε τερματισμό κατά το δοκούν, ως η εισήγηση των εναγόμενων. Αντίθετα, προκύπτει ότι οι συμφωνίες τερματίστηκαν επειδή η εναγόμενη 1 -από τον Απρίλιο του 2011 που διορίστηκε διαχειρίστρια της περιουσίας του ΜΤ- δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με τις οφειλές. Η πλευρά των εναγόμενων υποστηρίζει ότι η ενάγουσα τερμάτισε παράνομα τις συμφωνίες «εφόσον εξ υπαιτιότητας της [ενάγουσας] σταμάτησαν οι πληρωμές στον τρεχούμενο και κατ' επέκταση η πληρωμή της δόσης του δανείου». Υποστηρίζει περαιτέρω ότι η ενάγουσα όφειλε, να συνεχίσει, μετά το θάνατο του ΜΤ, να πληρώνεται τις δόσεις του δανείου μέσω της υφιστάμενης μόνιμης διαταγής πληρωμής από κάποια εταιρεία. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν δικογραφούνται. Σε κάθε περίπτωση, οι λογαριασμοί παγοποιήθηκαν λόγω του θανάτου του ΜΤ μέχρι να διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του. Η εναγόμενη 1 διορίστηκε τον Απρίλιο του
- Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι έκτοτε προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια. Όταν πλέον διαφάνηκε, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΕ1, ότι δεν προτίθετο να διευθετήσει τις οφειλές του ΜΤ, η ενάγουσα απέστειλε επιστολές τερματισμού (Τεκμήρια 12 και 13). Δεν προκύπτει ότι η ενάγουσα ενήργησε κακόπιστα. Στην Arredos Style Furnishing Ltd κ.ά. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε119/14, ημερ. 15.11.19, λέχθηκε: «Διαπιστώνουμε πως η συμφωνία δανείου εμπεριείχε στον όρο 2 πρόνοια ότι η Τράπεζα "έχει το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή την αποπληρωμή του προαναφερόμενου δανείου ή οποιουδήποτε υπολοίπου αυτού, οπότε το προαναφερόμενο δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο αυτού καθίσταται αμέσως πληρωτέο και απαιτητό." Ωστόσο, δεν προκύπτει ότι η Τράπεζα τερμάτισε τη συμφωνία δανείου χωρίς να είχε προηγηθεί διάρρηξη της από μέρους της Εταιρείας. Παρά το ότι ο Εφεσείοντας 2 χαρακτηρίζει τον τερματισμό της συμφωνίας κακόπιστο, ανέντιμο, αδικαιολόγητο και αυθαίρετο, αποκάλυψε και αποδέχτηκε ότι από το 2011 η Εταιρεία δεν πλήρωνε κανονικά τις δόσεις του δανείου. Δεν υποστήριξε ότι η Εταιρεία πλήρωνε κανονικά και εντούτοις η Τράπεζα προχώρησε στον τερματισμό της συμφωνίας δανείου. Το παράπονο των Εφεσειόντων σε σχέση με την νομιμότητα του τερματισμού της συμφωνίας δανείου ήταν ανεδαφικό και καμιά υπεράσπιση στην αξίωση δεν προέκυπτε από τον τρόπο με τον οποίο η Τράπεζα τερμάτισε την συμφωνία δανείου.» Οι εναγόμενες υποστηρίζουν ότι η ενάγουσα όφειλε αυτεπάγγελτα να συμψηφίσει τον τρεχούμενο λογαριασμό με το λογαριασμό δανείου για να μειωθούν τα οφειλόμενα ποσά. Δεν δικογραφείται τέτοιος ισχυρισμός. Σε κάθε περίπτωση, ο συμψηφισμός δύο λογαριασμών με διαφορετικό επιτόκιο, σύμφωνα με την ΜΕ1, θα ήταν ανεπίτρεπτο χωρίς την εντολή του πελάτη. Οι επιστολές προς την εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 12, 13 και 15) στάλθηκαν σε διεύθυνση στην Αθήνα. Δεν αμφισβητήθηκε ότι πρόκειται για τη διεύθυνσή της. Οι επιστολές προς την εναγόμενη 2 (Τεκμήρια 14 και 16) στάλθηκαν με βάση τον όρο 9 των συμφωνιών εγγύησης (Τεκμήρια 10 και 21). Η ΜΕ1 δεν εντόπισε στο αρχείο διαχείρισης αλληλογραφίας της ενάγουσας οποιαδήποτε επιστολή που επιστράφηκε. Επιστολές που δεν επιστρέφονται στον αποστολέα θεωρούνται ότι παραδόθηκαν (Χριστοδούλου v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 294/12, ημερ. 18.6.19). Συνεπώς, δεν προκύπτει ότι ο τερματισμός ήταν παράνομος, ως εισηγούνται οι εναγόμενες. Προς απόδειξη των οφειλόμενων ποσών για τον τρεχούμενο λογαριασμό και το λογαριασμό δανείου, προσκομίστηκαν αναλυτικές καταστάσεις (Τεκμήρια 17 και 24 αντίστοιχα). Περιέχουν όλες τις αναλήψεις, πληρωμές, τόκους και έξοδα. Συνοδεύονται από σχετική βεβαίωση βάσει του άρθρου 35
(3), Κεφ. 9 (Τεκμήρια 18 και 25 αντίστοιχα). Η ΜΕ1 επεξήγησε ότι οι λογαριασμοί τηρούνται αποκλειστικά σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και συνιστούν τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή. Έλεγξε τις καταστάσεις και βεβαιώθηκε ότι αποτελούν αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου. Προσκομίστηκαν αναδομημένες καταστάσεις (Τεκμήρια 19 και 26). Ετοιμάστηκαν μέσω συστήματος που διατηρεί η ενάγουσα για το σκοπό αυτό. Η ΜΕ1 επεξήγησε λεπτομερώς το περιεχόμενό τους. Αφαίρεσε τους τόκους, τις χρεώσεις προμηθειών, study fees και λοιπά έξοδα. Εισήγαγε το εκάστοτε ισχύον συνολικό επιτόκιο (συμφωνηθέν βασικό επιτόκιο, πλέον το συμφωνηθέν περιθώριο) και μετά την ημερομηνία τερματισμού εφάρμοσε τόκο υπερημερίας, ως τον περιόρισε η ενάγουσα σε 2%. Οι αναδομημένες καταστάσεις αποτελούν συνήθη πρακτική και έχουν εγκριθεί από τη νομολογία (Καραγιάννη v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 70/14, ημερ. 17.11.21). Επεξηγήθηκαν πλήρως από την ΜΕ
- Δεν απαιτείτο να προσκομιστεί υποστηρικτική μαρτυρία, όπως εισηγούνται οι εναγόμενες. Εξάλλου, κατά την αντεξέταση της ΜΕ1, δεν αμφισβητήθηκε συγκεκριμένη χρέωση στις καταστάσεις. Οι χρεώσεις, σύμφωνα με τη ΜΕ1, έγιναν με βάση τις συμφωνίες. Το επιτόκιο προνοείται στις συμφωνίες (Τεκμήριο 5 (παρ. 1), Τεκμήριο 6 (παρ. Α), Τεκμήριο 7 (παρ. Α), Τεκμήριο 8 (παρ. 3Α), Τεκμήριο 9 (παρ. Α) και Τεκμήριο 20 (παρ. 2Α)). Τυχόν μεταβολές γνωστοποιήθηκαν στον ΜΤ με επιστολές, ημερ. 21.2.05 και 30.1.09 (Τεκμήρια 22 και 23) και στον ημερήσιο τύπο ή μέσω της επίσημης ιστοσελίδας της ενάγουσας (Τεκμήρια 27 και 28). Η κεφαλαιοποίηση του τόκου μέχρι τις 28.10.01 γινόταν μια φορά το χρόνο, όπως προνοείται στη συμφωνία, ημερ. 26.9.96 (Τεκμήριο 5 (παρ. 2)) και ακολούθως δύο φορές, όπως προνοείται στις μεταγενέστερες συμφωνίες (Τεκμήριο 6 (παρ. Ε), Τεκμήριο 7 (σελ. 3), Τεκμήριο 8 (παρ. 3Α), Τεκμήριο 9 (σελ. 3) και Τεκμήριο 20 (παρ. 2Α)). Οι μηνιαίες καταστάσεις των λογαριασμών, σύμφωνα με τη ΜΕ1, αποστέλλονταν κάθε μήνα στους πελάτες της ενάγουσας από την αρχή μέχρι τον τερματισμό των συμφωνιών. Ουδέποτε ο ΜΤ ή οι εναγόμενες διαμαρτυρήθηκαν για οποιαδήποτε χρέωση ή για το υπόλοιπο. Ουδέποτε ανέφεραν τα όσα επικαλούνται οι εναγόμενες στις υπερασπίσεις τους. Αντίθετη μαρτυρία δεν προσκομίστηκε. Οι εναγόμενες παραπονούνται ότι υπήρξε πρόσθετη επιβάρυνση, ανατοκισμός και κεφαλαιοποίηση πέραν των δυο φορών λόγω του τρόπου με τον οποίο υπολογιζόταν ο τόκος. Τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίστηκε. Τα αριθμητικά παραδείγματα που υποβλήθηκαν στην ΜΕ1, με τα οποία δήλωσε ότι δεν συμφωνεί, αφορούσαν υποθετικά ποσά. Οι όροι «compound interest» και «reducing balance interest method» που υποβλήθηκαν στην ΜΕ1, δεν εφαρμόζονται εδώ όπως ανέφερε η ίδια. Ανατοκισμός, εξήγησε, θα υπήρχε αν κάθε φορά που γινόταν εγγραφή στο λογαριασμό ο τόκος προστίθετο απευθείας στο κεφάλαιο πριν τις 30.6 και 31.
- Εδώ, πρόσθεσε, από τη στιγμή που δεν υπήρχε πληρωμή μετά το θάνατο του ΜΤ, το κεφάλαιο έμενε αναλλοίωτο και συνέχιζε να εφαρμόζεται ο τόκος με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως. Οι συμφωνίες προνοούν ότι θα λαμβάνεται υπόψη ο συντελεστής των 360 ημερών (Τεκμήριο 5 (όρος 2(α)), Τεκμήριο 7 (σελ. 3), Τεκμήριο 8 (όρος 3Α), Τεκμήριο 9 (σελ. 3) και Τεκμήριο 20 (όρος 2Α)). Οι εναγόμενες επικαλούνται το άρθρο 5
(5)του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου (Ν.93(Ι)/96) και το άρθρο 50
(5)του περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμου (Ν.112(Ι)/21) τα οποία καθιστούν τέτοιους όρους καταχρηστικούς. Ο Ν.93(Ι)/96 καταργήθηκε με τον Ν.112(Ι)/21 ο οποίος εφαρμόζεται σε συμβάσεις που συνήφθησαν ή τερματίστηκαν πριν τις 12.5.21 (άρθρο 75
(1)). Κατά το χρόνο υπογραφής των συμφωνιών, τα εν λόγω άρθρα δεν είχαν θεσπιστεί. Το άρθρο 5
(5), Ν.93(Ι)/96 τέθηκε σε ισχύ τον Μάϊο του 2016 (Επίσημη Εφημερίδα αρ. 4563, ημερ. 22.4.16). Έκτοτε, ανέφερε η ΜΕ1, σε συμμόρφωση με το νόμο και μετά από πρωτοβουλία της ενάγουσας εφαρμόστηκε ο διαιρέτης των 365 ημερών. Στη Βογαζιανός v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ. 1)
(2011)1 Α.Α.Δ. 253 -την οποία επικαλείται η πλευρά των εναγόμενων- οι οφειλέτες προσκόμισαν μαρτυρία λογιστή προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους ότι η χρήση του διαιρέτη των 360 ημερών οδήγησε σε τόκο πέραν του επιτρεπόμενου με βάση τον περί Τόκου Νόμο (Ν.2/77). Η εν λόγω υπόθεση, όπως λέχθηκε στην Παπαχριστοφόρου v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 331/10, ημερ. 11.11.15, κρίθηκε στα δικά της γεγονότα και δεν έθεσε οποιαδήποτε αρχή δικαίου. Οι εναγόμενες παραπονούνται ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται να διεκδικεί τόκο υπερημερίας. Επικαλέστηκαν το άρθρο 3(1β) του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου (Ν.160(Ι)/99): «η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία . δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά». Εφαρμόζεται και σε συμβάσεις πριν την τροποποίησή του το 2015 με το Ν.66(Ι)/
- Γίνεται επίσης αναφορά στην αγόρευση των εναγόμενων σε ποινικές ρήτρες. Οι θέσεις αυτές δεν δικογραφούνται. Οι γενικοί ισχυρισμοί στην υπεράσπιση ότι οι τόκοι ήταν αντισυμβατικοί και παράνομοι και ότι το επιτόκιο ήταν υπερβολικό και αδικαιολόγητο δεν επαρκούν (Έλληνας κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 87/13, ημερ. 3.12.19). Σε κάθε περίπτωση, ο τόκος υπερημερίας προβλέπεται ρητώς στις συμφωνίες των μερών. Ερωτηθείσα στην αντεξέταση να προσδιορίσει τη ζημιά της ενάγουσας, η ΜΕ1 ανέφερε ότι για κάθε μη εξυπηρετούμενο λογαριασμό η ενάγουσα υφίσταται επιχειρησιακά έξοδα, όπως εργοδότηση εξειδικευμένων ατόμων, αγορά εξειδικευμένων συστημάτων για τη διαχείριση των λογαριασμών και η ανάθεση της διαχείρισης τους στην APS. Η ενάγουσα υφίσταται ζημιά μέχρι σήμερα. Με κάθε σεβασμό, δεν θα έπρεπε να προσκομιστεί μαρτυρία ποια συστήματα αγοράστηκαν, αν είναι αναγκαία η ανάθεση στην APS, πόσα ακριβώς άτομα εργοδοτούνταν και τι ακριβώς έκαναν, ως εισηγούνται οι εναγόμενες. Ούτε ήταν αναγκαίο, θεωρώ, να προσκομιστεί μαρτυρία λογιστή για να αποδειχθεί αριθμητικά η ζημιά της ενάγουσας. Στη δε συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 20, όρος 4), αναφέρεται: «Αναγνωρίζοντας το γεγονός ότι σε περίπτωση καθυστέρησης οποιασδήποτε/οποιωνδήποτε δόσης/σεων από τον χρεώστη, η Τράπεζα θα υποστεί ζημιές και απώλειες που πηγάζουν, μεταξύ άλλων, από την αύξηση των λειτουργικών της εξόδων, την απώλεια δυνατότητας επανατοποθέτησης του ποσού της υπέρβασης ή των καθυστερημένων δόσεων στην αγορά και το αυξημένο κόστος κεφαλαίου στο οποίο υπόκειται η Τράπεζα, συμφωνείται ότι σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε δόσης, το καθυστερημένο ποσό θα φέρει επιπλέον χρέωση τόκου υπερημερίας από την ημέρα καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση του». Ταυτόσημος όρος προνοείται και στη συμφωνία για τις πιστωτικές διευκολύνσεις (Τεκμήριο 8, όρος 4). Δεν διαπιστώνεται, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, ότι η επιβολή τόκου υπερημερίας τέθηκε προς εκφοβισμό ή προς αποτροπή παράβασης της σύμβασης. Η ενάγουσα, υπό τις περιστάσεις, δικαιούται σε τόκο υπερημερίας 2%, ως τον έχει περιορίσει στην απαίτησή της. Εν ολίγοις, η ενάγουσα απέδειξε τα οφειλόμενα ποσά, όπως αυτά αναγράφονται στις αναδομημένες καταστάσεις (Τεκμήρια 19 και 26). Οι συμφωνίες εγγύησης προνοούν ότι τα ποσά περιορίζονται για τον τρεχούμενο λογαριασμό σε €30,000, πλέον τόκους και για το δάνειο σε €50,000, πλέον τόκους (Τεκμήρια 10 και 21 αντίστοιχα). Δεν αμφισβητήθηκε ότι τα οφειλόμενα ποσά εμπίπτουν στους πιο πάνω περιορισμούς. Εξάλλου, αυτό προκύπτει και από τις αναδομημένες καταστάσεις. Τον Φεβρουάριο του 2011, οπόταν και δεν έγιναν άλλες πληρωμές, ο τρεχούμενος λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο €27,241, περιλαμβανομένων των τόκων και ο λογαριασμός δανείου €35,750.25, περιλαμβανομένων των τόκων (Τεκμήρια 19 και 26 αντίστοιχα). Οι εναγόμενες υποστηρίζουν ότι η εναγόμενη 2 θα πρέπει να απαλλαχθεί. Επικαλούνται τα άρθρα 5 και 12 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου (Ν.197(Ι)/03). Το άρθρο 5 προνοεί ότι ο πιστωτής, πριν ο εγγυητής υπογράψει τη σύμβαση εγγύησης, θα πρέπει να παραδώσει στον τελευταίο επιστολή στην οποία καταγράφονται συγκεκριμένα στοιχεία σε σχέση με το δάνειο και γραπτή δήλωση των περιουσιακών στοιχείων του πρωτοφειλέτη. Η επιστολή (Τεκμήριο 7) φέρει ημερομηνία 28.5.09 και απευθύνεται στον ΜΤ, και όχι στην εναγόμενη
- Υπογράφτηκε από τον ΜΤ και την εναγόμενη 2 την ίδια μέρα που υπογράφτηκαν οι εγγυήσεις (Τεκμήρια 10 και 21). Η ΜΕ1 με ειλικρίνεια ανέφερε ότι δεν ήταν παρούσα για να γνωρίζει αν η επιστολή Τεκμήριο 7 παραδόθηκε στην εναγόμενη 2 πριν την υπογραφή των εγγυήσεων. Από το λεκτικό της εν λόγω επιστολής δεν διαπιστώνω κάτι που να υποδηλώνει πότε παραδόθηκε η επιστολή στην εναγόμενη 2, ήτοι αν ήταν πριν την υπογραφή της εγγύησης ή την ίδια μέρα. Το άρθρο 12
(1)προνοεί ότι ο πιστωτής θα πρέπει να ενημερώνει τον εγγυητή με επιστολή για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών δόσεων. Τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίστηκε. Το άρθρο 12
(2)προνοεί ότι ο πιστωτής θα πρέπει να οχλήσει με επιστολή τον πρωτοφειλέτη «σε κατάλληλο χρόνο» καλώντας τον να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Η επιστολή (Τεκμήριο 12) προς την εναγόμενη 1 αναφέρεται στους επίδικους λογαριασμούς, στα χρεωστικά υπόλοιπα και στην παράκληση της ενάγουσας για διευθέτηση των οφειλών προς αποφυγή «επιπλοκών και περαιτέρω εξόδων». Το τι είναι κατάλληλος χρόνος είναι ζήτημα πραγματικό, ως αναφέρεται στο άρθρο. Η ΜΕ1 ανέφερε ότι αναμενόταν ο διορισμός του διαχειριστή της περιουσίας του ΜΤ. Δεν υπάρχει μαρτυρία πότε ακριβώς η εναγόμενη 1 ενημέρωσε την ενάγουσα για τον διορισμό της για να διαπιστωθεί κατά πόσον η ενάγουσα καθυστέρησε. Διαπιστώνεται, υπό τις περιστάσεις, συμμόρφωση της ενάγουσας με το άρθρο 12
(2). Το άρθρο 12
(3)προνοεί ότι η μη συμμόρφωση με τα άρθρα 12
(1)και
(2): «(α) θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή μέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, και (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση με την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο.» Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσον η μη συμμόρφωση με τα άρθρα 5 και 12 οδηγεί στην απαλλαγή του εγγυητή με βάση το άρθρο 97, Κεφ. 149, ως η εισήγηση των εναγόμενων. Το άρθρο 97 προνοεί για την απαλλαγή του εγγυητή όταν, συνεπεία της μη συμμόρφωσης, «παραβλάπτεται η τελική ικανοποίησή» του από τον πρωτοφειλέτη. Τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίστηκε. Ούτε προκύπτει ότι η εναγόμενη 2 επέλεξε να ασκήσει οποιοδήποτε από τα δικαιώματα που της παρέχει ο νόμος σε σχέση με την παραβίαση ουσιώδους όρου, όπως για παράδειγμα, να τερματίσει τη σύμβαση. Συνεπώς, η θέση ότι η εναγόμενη 2 θα πρέπει να απαλλαχθεί δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τέλος, οι εναγόμενες υποστηρίζουν ότι στις συμφωνίες υπήρχαν καταχρηστικοί όροι. Επικαλέστηκαν τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο (Ν.112(Ι)/21), ο οποίος εφαρμόζεται σε συμβάσεις που συνήφθησαν ή τερματίστηκαν πριν τις 12.5.21 (άρθρο 75
(1)). Εμπεριέχει ταυτόσημα άρθρα με τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 (Ν.93(Ι)/96), τον οποίο καταργεί. Και στους δύο νόμους, καταχρηστικός όρος ερμηνεύεται ως ο όρος ο οποίος «παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών». Λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η διαπραγματευτική δύναμη των μερών, αν ο καταναλωτής δέχθηκε παροτρύνσεις για να συμφωνήσει και όλες γενικά οι περιστάσεις κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης. Η ΜΕ1 επεξήγησε ότι εναπόκειται στον πελάτη να επιλέξει με ποια προδιατυπώμενη σύμβαση επιθυμεί να συνεργαστεί με την ενάγουσα. Οι όροι αναφέρονται στις επιστολές ανειλημμένης υποχρέωσης και δίδονται στους πελάτες, οι οποίοι έχουν την ευχέρεια, αφού τις μελετήσουν, να μην τις υπογράψουν αν το επιθυμούν. Για παράδειγμα στην επιστολή, ημερ. 29.10.01, αναγράφεται ότι ο ΜΤ είχε την ευχέρεια να επιστρέψει την επιστολή υπογραμμένη μέχρι τις 25.11.01 (Τεκμήριο 6). Επέλεξε να την υπογράψει αυθημερόν. Στην επιστολή, ημερ. 28.5.09, αναγράφεται ότι είχε την ευχέρεια να επιστρέψει την επιστολή υπογραμμένη μέχρι τις 30.6.09 (Τεκμήριο 7). Επέλεξε να την υπογράψει στις 12.6.
- Στην επιστολή, ημερ. 30.12.09, αναγράφεται ότι είχε την ευχέρεια να επιστρέψει υπογραμμένη την επιστολή μέχρι τις 31.12.
- Την υπόγραψε στις 5.1.
- Προκύπτει ότι η ενάγουσα έδιδε τη δυνατότητα στον ΜΤ να λάβει γνώση των όρων και να τους μελετήσει, αν επιθυμούσε, πριν υπογράψει. Αντίθετη μαρτυρία δεν προσκομίστηκε. Περαιτέρω, ο ΜΤ ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τους όρους ή τις χρεώσεις. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν διαπιστώνεται η απουσία καλής πίστης εκ μέρους της ενάγουσας. Ούτε προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν συναλλάχθηκε με έντιμο και δίκαιο τρόπο με τον ΜΤ. Στην Frakapor Courier Ltd κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 9/11, ημερ. 15.6.16, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ερμηνεύοντας το άρθρο 5, Ν.93(Ι)/96 -το λεκτικό του οποίου είναι ταυτόσημο με το άρθρο 50, Ν.112/(Ι)/21 το οποίο επικαλείται η πλευρά των εναγόμενων- κατέληξε ότι για να αποδειχθεί ότι ένας όρος είναι καταχρηστικός «είναι απαραίτητο να καταρριφθεί η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους [της τράπεζας]». Το πρωτόδικο Δικαστήριο συνέχισε: «Καμία μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει κάτι τέτοιο δεν τέθηκε ενώπιον μου, ούτε καν τέθηκε τέτοια υποβολή ή θέση κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόμενων». Το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε με την πιο πάνω προσέγγιση: «Δεν βρίσκουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην πιο πάνω προσέγγιση και ιδιαιτέρως όταν στη βάση του περιεχομένου του εδαφίου
(2)του άρθρου 5 του Νόμου, οι ισχύουσες, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, συνθήκες και οι υπόλοιπες ρήτρες της συμφωνίας, εξετάζονται στο πλέγμα προσδιορισμού της "καλής πίστης". Επί του προκειμένου, το πρωτόδικο δικαστήριο εξέτασε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε συναφθεί η σύμβαση δανείου, στηριζόμενο στο εύρος της προσαχθείσας μαρτυρίας από τους εφεσιβλήτους. Είναι σ' αυτό το πλαίσιο που αποφάσισε ότι παρόλες τις υποβολές, οι εφεσείοντες δεν είχαν προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία. Το επιχείρημα που προβλήθηκε ότι, το Δικαστήριο έθεσε το βάρος απόδειξης της μη ύπαρξης καλής πίστης στους εφεσείοντες, δεν έχει έρεισμα.» Ούτε προκύπτει -από την προσαχθείσα μαρτυρία- ασάφεια ή αδιαφάνεια στους όρους οι οποίες δεν επιτρέπουν στον καταναλωτή να αντιληφθεί την πραγματική έκταση των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων του, ως εισηγούνται οι εναγόμενες. Οι ισχυρισμοί των εναγόμενων για έμμεσες επιβαρύνσεις, «κρυμμένους» ανατοκισμούς και κεφαλαιοποίηση πέραν των δύο φορών δεν υποστηρίχθηκαν από μαρτυρία. Αντίθετα, ο ΜΤ συνεργαζόταν για χρόνια με την ενάγουσα, ανανεώνοντας κατά διαστήματα τις πιστωτικές διευκολύνσεις που του παρείχε η ενάγουσα, χωρίς να διαμαρτυρηθεί ή να αντιδράσει για τους όρους και τις χρεώσεις με οποιοδήποτε τρόπο. Συνεπώς, η θέση των εναγόμενων ότι υπήρχαν στις συμφωνίες καταχρηστικοί όροι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η ενάγουσα απέδειξε την απαίτησή της στον αναγκαίο βαθμό. Εκδίδεται απόφαση εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για τα ποσά ως έχουν περιοριστεί από την ενάγουσα: (α) €55,525.73, πλέον τόκο 6.33% ετησίως επί €55,637.32 από 1.10.21 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως, κάθε 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου, δυνάμει τρεχούμενου λογαριασμού, και (β) €94,180.88, πλέον τόκο 7.83% ετησίως επί €92,356.94 από 1.10.21 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως, κάθε 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου, δυνάμει συμφωνίας δανείου.[1] Τα έξοδα, αφού δεν εντοπίζεται λόγος γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, επιδικάζονται εναντίον των εναγόμενων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου καθορίζεται με βάση το αμφισβητούμενο ποσό χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι τόκοι (άρθρο 22, Ν.14/60). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο