← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΤΗΣ FBME BANK LIMITED ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ, Αρ. Αίτησης: 123/2019, 28/3/2022

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΤΗΣ FBME BANK LIMITED ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ, Αρ. Αίτησης: 123/2019, 28/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Κυριακίδου, Π.Ε.Δ Αρ. Αίτησης: 123/2019 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥΣ ΤΟΥ 1997 ΕΩΣ (Αρ.2) ΤΟΥ 2018 Ν.66(Ι)/1997 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2016 Ν. 22(Ι)/2016 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ, ΚΕΦ. 113 ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΤΗΣ FBME BANK LIMITED ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ --------------------- Αίτηση από Ομάδα Καταθετών (ως περιγράφονται στον πίνακα 1) ημερ. 30.10.2020, για διορισμό Προσωρινού Εκκαθαριστή και/ή Ενδιάμεσου Παραλήπτη Ημερομηνία: 28 Μαρτίου 2022 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Φρ. Χατζηχάννας για Χατζηχάννας & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση (Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και Αρχής Εξυγίανσης: κα Θ. Ραφτοπούλου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ Για τον Ειδικό Διαχειριστή της FBME BANK LTD (υποκατάστημα Κύπρου): κα Χειμωνή για Π. Ν. Κούρτελλος & Σια ΔΕΠΕ Για Διαχειριστή Tράπεζας Ταντζανίας: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. E N Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Προτού προχωρήσω στην εξέταση της παρούσας αίτησης, θεωρώ ότι είναι υποβοηθητικό να αναφερθώ στο ιστορικό της Κυρίως Αίτησης, περιληπτικά ως αυτό τέθηκε από την Κεντρική Τράπεζα και αφορά την ουσία της υπόθεσης, ιστορικό το οποίο δεν αμφισβητείται στην ουσία του με βάση και την θέση των Αιτητών.

(1)Η FBME Bank Limited είναι αλλοδαπή εταιρεία, η οποία συστάθηκε στην Τανζανία δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου της Τανζανίας. H FBME Bank Limited είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, η οποία κατείχε άδεια λειτουργίας τράπεζας στην Τανζανία. Το μετοχικό κεφάλαιο της FBME Bank Limited κατέχεται εξ ολοκλήρου από την FBME Limited, η οποία συστάθηκε στις Νήσους Κεϊμάν.
(2)Η FBME Bank Limited ενεγράφη στην Κύπρο ως αλλοδαπή εταιρεία με αριθμό εγγραφής ΑΕ1830 δυνάμει του άρθρου 347 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113.
(3)Η διεύθυνση τόπου εργασίας της FBME Bank Limited αλλοδαπής εταιρείας, ήταν η Λεωφόρος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ αρ. 90, J & P Building, 1391, Λευκωσία, Κύπρος, στην οποία διεύθυνση διατηρούσε υποκατάστημα («το Υποκατάστημα»).
(4)Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, δυνάμει του άρθρου 4 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 66(Ι)/97, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, χορήγησε άδεια στην FBME Bank Ltd στις 8/09/2003 (η οποία τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με την τελευταία τροποποίηση την 1/01/2008) για την λειτουργία υποκαταστήματος στην Κύπρο (η «Άδεια Λειτουργίας»). Tο Υποκατάστημα ήταν Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ίδρυμα και/ή Τράπεζα σύμφωνα με τον πιο πάνω Νόμο 66(Ι)/97 και το Νόμο 17(Ι)/2013, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και ο οποίος στην συνέχεια αντικαταστάθηκε από το Νόμο 22(Ι)/2016.
(5)Η FBME Bank Ltd μέσω του Υποκαταστήματος διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες συμπεριλαμβανομένης της αποδοχής καταθέσεων μέχρι την ανάκληση της Άδειας Λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα στις 21/12/2015.
(6)Οι εργασίες του Υποκαταστήματος αντιπροσωπεύαν περίπου το 90% του συνόλου των εργασιών της FBME Bank Limited παγκοσμίως. Παράλληλα, το 90% περίπου των καταθέσεων πελατών τηρούνταν από το Υποκατάστημα, το διοικητικό συμβούλιο και η ανώτερη διεύθυνση της FBME Bank Limited συνεδρίαζαν στην Κύπρο και η μονάδα διαχείρισης ρευστότητας (treasury) της FBME Bank Limited έδρευε στην Κύπρο.
(7)Στις 17/07/2014 η Μονάδα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης του Υπουργείου Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών (Financial Crimes Enforcement Network of the US Department of Treasury) («FinCEN») χαρακτήρισε την FBME Bank Ltd, μαζί με τις θυγατρικές και τα υποκαταστήματα της, ως χρηματοπιστωτικό ίδρυμα «πρωτίστης ανησυχίας για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες» ("of primary money laundering concern").
(8)Με Έκθεση Ευρημάτων (Notice of Finding) («NoF») που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των ΗΠΑ («Federal Register») κατά ή περί την 22/7/2014 (και με ισχύ από τις 15/7/2014), η FinCEN γνωστοποίησε ότι υφίστανται βάσιμοι λόγοι για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η FBME Bank Ltd είναι χρηματοπιστωτικό ίδρυμα πρωτίστης ανησυχίας για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Την ίδια ημέρα, η FinCEN δημοσίευσε επίσης στο Federal Register Πρόταση Μέτρων (Notice of Proposed Rulemaking - «NPRM») προτείνοντας την επιβολή του Πέμπτου Ειδικού Μέτρου, που προνοείται στο άρθρο 311 του US Patriot Act, σε σχέση με την FBME Bank Ltd. Στο Fact-Sheet του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ (U.S. Treasury Department of Public Affairs) γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, στις εξουσίες του Υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ για να απαιτεί από τα εγχώρια χρηματοοικονομικά ιδρύματα και / ή όργανα να λαμβάνουν «ειδικά μέτρα» κατά αλλοδαπού χρηματοοικονομικού ιδρύματος για το οποίο το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ έχει αποφασίσει ότι είναι «πρωτίστης ανησυχίας για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.»
(9)Η FinCEN επέβαλε το πιο αυστηρό εκ των διαθεσίμων μέτρων, ήτοι την απαγόρευση και/ή περιορισμό στα Αμερικάνικα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και οργανισμούς να ανοίγουν ή τηρούν λογαριασμούς στο όνομα συγκεκριμένου αλλοδαπού χρηματοοικονομικού ιδρύματος («το Πέμπτο Ειδικό Μέτρο») προκαλώντας, κατά συνέπεια, τη διακοπή όλων των επιχειρηματικών σχέσεων και συναλλαγών μεταξύ των Αμερικάνικων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ή οργανισμών και της αλλοδαπής χρηματοοικονομικής οντότητας που αποφασίστηκε ότι είναι «πρωτίστης ανησυχίας για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες».
(10)Οι συνέπειες από το NoF και το NPRM στη λειτουργία, τη ρευστότητα και τη βιωσιμότητα του Υποκαταστήματος στην Κύπρο ήταν άμεσες.
(11)Με επιστολή εκ μέρους του Υποκαταστήματος, ημερομηνίας 18/07/2014, ο κ. XXXXX Saab (Πρώτος Εκτελεστικός Διευθυντής της FBME Bank Ltd) αναγνώρισε τον κίνδυνο για την FBME Bank Ltd και για την Κυπριακή Δημοκρατία από το NoF και το NPRM της FinCEN και κάλεσε την Κεντρική Τράπεζα να εισέλθει στο Υποκατάστημα και να αναλάβει τη διαχείριση των εργασιών του.
(12)Για την αντιμετώπιση αυτών των συνεπειών στο Υποκατάστημα και του πιθανού αντίκτυπου τους στο κυπριακό χρηματοπιστωτικό σύστημα, η Κεντρική Τράπεζα έλαβε διάφορα μέτρα σύμφωνα με τις εξουσίες που της παρέχει η νομοθεσία.
(13)Αφού ακολουθήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται στον Ν.17(Ι)/2013, ο οποίος ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, εκδόθηκε Διάταγμα για την πώληση εργασιών του Υποκαταστήματος, το οποίο δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα ως το περί της Πώλησης Εργασιών του Υποκαταστήματος της FBME Bank Ltd στην Κύπρο Διάταγμα του 2014, Κ.Δ.Π.356/2014. Επιπλέον, στις 21/07/2014 διορίστηκε ο κ. Ντίνος Χριστοφίδης ως Ειδικός Διαχειριστής του Υποκαταστήματος.
(14)Στις 24/07/2014 η (Κεντρική) Τράπεζα της Τανζανίας ανέλαβε την διαχείριση των εργασιών της FBME Bank Ltd στην Τανζανία και διόρισε Διαχειριστή (Statutory Manager) τον XXXXX Mafuru σύμφωνα με τον περί Τραπεζικών και Χρηματοοικονομικών Ιδρυμάτων Νόμο του 2006 της Τανζανίας, ενημερώνοντας σχετικά την Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου.
(15)Η πιο πάνω ενέργεια της FINCEN οδήγησε ουσιαστικά στην αποκοπή του Υποκαταστήματος και της FBME Bank Ltd από το διεθνές τραπεζικό σύστημα, με αποτέλεσμα το Υποκατάστημα να αδυνατεί να διεξάγει οποιεσδήποτε συναλλαγές προς ικανοποίηση των υποχρεώσεων του έναντι των καταθετών και λοιπών πιστωτών του.
(16)Στις 18/08/2014, ο Διαχειριστής της FBME Bank Ltd στην Τανζανία XXXXX Mafuru απέκοψε τη λειτουργία του ηλεκτρονικού συστήματος SWIFT που χρησιμοποιούσε το Υποκατάστημα για τις μεταφορές χρημάτων, με αποτέλεσμα να καταστεί παντελώς αδύνατη η διενέργεια οποιασδήποτε συναλλαγής εκτός Κύπρου. Ως αποτέλεσμα της αποκοπής της πρόσβασης στο σύστημα SWIFT, το Υποκατάστημα δεν είχε τη δυνατότητα να εκτελέσει οποιεσδήποτε συναλλαγές σε οποιοδήποτε νόμισμα.
(17)Στις 23/07/2015 εκδόθηκε η τελική απόφαση της FinCEN (Final Rule) με την οποία, αφού επιβεβαιώθηκε η αρχική απόφαση της FinCEN αναφορικά με το ότι η FBME Bank Ltd συνιστά χρηματοπιστωτικό ίδρυμα πρωτίστης ανησυχίας για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τελεσίδικα απαγορεύτηκε στην FBME Bank Ltd, σύμφωνα με την Αμερικάνικη νομοθεσία, να έχει, άμεσα ή έμμεσα, πρόσβαση στο Αμερικάνικο χρηματοπιστωτικό σύστημα και να συναλλάσσεται με Αμερικάνικα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Μετά από δικαστικές διαδικασίες που καταχώρησε η FBME Bank Ltd και η μητρική της εταιρεία FBME Ltd εναντίον των αποφάσεων της FinCEN, η FinCEN επανέκδωσε την Τελική Απόφαση, η οποία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Η.Π.Α. (Federal Register) στις 31/03/2016. Σύμφωνα με την Τελική Απόφαση, η FinCEN απαγορεύει στα χρηματοοικονομικά ιδρύματα των Η.Π.Α να ανοίγουν και να διατηρούν λογαριασμούς ανταποκριτή για ή εκ μέρους της FBME Bank Ltd. Σύμφωνα με σχετική Ανακοίνωση που εξέδωσε η FinCEN «FinCEN's imposition of a prohibition under the fifth special measure will guard against the international money laundering and terrorist financing risks that FBME poses to the U.S. financial system.». Μετά τις 31/03/2016 η FBME Bank Ltd συνέχισε τις δικαστικές διαδικασίες εναντίον της απόφασης της FinCEN ενώπιον των Αμερικάνικων Δικαστηρίων, όπου τελικά επιβεβαιώθηκε και οριστικοποιήθηκε η απόφαση της FinCEN.
(18)Στις 15/10/2015 η Αρχή Εξυγίανσης αποφάσισε (α) να αναστείλει την εφαρμογή του μέτρου εξυγίανσης, (β) ότι δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής άλλων κατάλληλων μέτρων εξυγίανσης στο Υποκατάστημα και (γ) να εισηγηθεί την ανάκληση της άδειας της FBME Bank Ltd να λειτουργεί το Υποκατάστημα στην Κύπρο.
(19)Στις 21/12/15, η Διοικητής με τη σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου αποφάσισε να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας του Υποκαταστήματος της FBME Bank Ltd στην Κύπρο, σύμφωνα με το άρθρο 4Α
(1)(α), (γ), (δ) και (ε) του Νόμου 66(Ι)/97 και ενημέρωσε σχετικά τον Διαχειριστή της FBME Bank Ltd στην Τανζανία XXXXX Mafuru, καθώς επίσης τον Ειδικό Διαχειριστή του Υποκαταστήματος στην Κύπρο, με επιστολή ιδίας ημερομηνίας 21/12/2015.
(20)Στις 22/12/2015 η Κεντρική Τράπεζα καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την Αίτηση αρ.905/15 με την οποία αιτείτο την ειδική εκκαθάριση της FBME Bank Ltd και διάταγμα διορισμού ειδικού εκκαθαριστή, σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 33(Β) του Νόμου 66(Ι)/97. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με απόφαση του που εξέδωσε στις 10/05/2017 απέρριψε την πιο πάνω Αίτηση. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου καταχώρισε την Έφεση αρ.168/17 εναντίον της πρωτόδικης απόφασης. Στις 21/06/2018 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
(21)Στις 5/05/2017 η (Κεντρική) Τράπεζα της Τανζανίας ανακοίνωσε την Απόφαση της να θέσει την FBME Bank Ltd υπό εκκαθάριση και διόρισε το Deposit Insurance Board της Τανζανίας («DIB») ως εκκαθαριστές της FBME Bank Ltd με ισχύ από 8/05/2017.
(22)Ακολούθησε ανταλλαγή επιστολών και πραγματοποιήθηκαν τηλεδιασκέψεις μεταξύ του DIB και της Κεντρικής Τράπεζας, με σκοπό την επίτευξη συνεργασίας μεταξύ των δυο, η οποία δεν επιτεύχθηκε.
(23)Στις 29/05/2017 το DIB της Τανζανίας καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την Αίτηση αρ.373/2017, με την οποία ζητά, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ο διορισμός του DIB ως εκκαθαριστών της FBME Bank Ltd (Under Liquidation) για να εκκαθαρίσουν την FBME Bank Ltd και να προβούν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την εύρυθμη υλοποίηση, διαφύλαξη και διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων και τη διάθεση των υποχρεώσεων της σύμφωνα με το νόμο δυνάμει της απόφασης της Τράπεζας της Τανζανίας 5/05/2017. Η Κεντρική Τράπεζα καταχώρησε Ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση. Ενστάσεις στην Αίτηση αρ.373/2017 καταχωρίστηκαν και από καταθέτες και πιστωτές του Υποκαταστήματος.
(24)Ακολούθησαν προσπάθειες για επίτευξη συνεργασίας μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των αρχών της Τανζανίας.
(25)Στη συνεδρία της ημερομηνίας 15/10/2018 η Αρχή Εξυγίανσης εξέτασε την πορεία των προσπαθειών συνεργασίας με τις αρχές στην Τανζανία. Η Αρχή Εξυγίανσης αφού κατέληξε ότι δεν φαίνεται να υπάρχει πιθανότητα συνεργασίας με το DIB, και δεδομένου ότι στις 21/12/2015 η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας του Υποκαταστήματος με αποτέλεσμα να παύσει να διεξάγει τραπεζικές εργασίες, και αφού έλαβε υπόψη ότι η τρέχουσα κατάσταση που βρίσκονται οι καταθέτες του Υποκαταστήματος υπονομεύει την δημόσια εμπιστοσύνη προς το τραπεζικό σύστημα, αποφασίστηκε ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή για να καταστεί δυνατή η αποπληρωμή μέρους ή όλων των καταθετών και άλλων υποχρεώσεων του Υποκαταστήματος, από την εκκαθάριση των εργασιών του. Στην ίδια συνεδρία, η Αρχή Εξυγίανσης έλαβε την πρωτοβουλία να εισηγηθεί στην Αιτήτρια να καταχωρήσει αίτηση στο Δικαστήριο για την έκδοση Διατάγματος Εκκαθάρισης του Υποκαταστήματος της FBME Bank Ltd στην Κύπρο.
(26)Σε συνεδρία του ημερομηνίας 29/11/2018 το Διοικητικό Συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου εξέτασε λεπτομερώς και διεξοδικά την πιο πάνω εισήγηση της Αρχής Εξυγίανσης και αποφάσισε όπως: α) να αποδεχθεί την εισήγηση της Αρχής Εξυγίανσης και β) ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που παρέχει στην Αιτήτρια το άρθρο 33Β του Νόμου 66(Ι)/1997, να υποβάλει αίτηση εκκαθάρισης του Υποκαταστήματος για τους λόγους που αναφέρονται στα πρακτικά ημερομηνίας 29/11/2018.
(27)Στις 21/12/2018 η Αρχή Εξυγίανσης αποφάσισε να δώσει τη συγκατάθεση της για καταχώριση αίτησης για την εκκαθάριση του Υποκαταστήματος.
(28)Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου σε συνεδρία της ημερομηνίας 21/12/2018 αποφάσισε να αιτηθεί την έκδοση διατάγματος για τον διορισμό του Πέτρου Ιωαννίδη ως εκκαθαριστή του Υποκαταστήματος.
(29)Ως εκ τούτου, στις 19/02/2019 καταχωρίστηκε η Αίτηση αρ.123/2019 με την οποία η Κεντρική Τράπεζα αιτείται την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για εκκαθάριση του Υποκαταστήματος και διορισμό του Πέτρου Ιωαννίδη ως εκκαθαριστή αυτού.
(30)Kατόπιν σύμφωνης γνώμης όλων των μερών, στις 30 Νοεμβρίου 2020 αποστάληκε email στη Διοικητική Πρόεδρο (Λ. Δημητριάδου ως ήταν τότε) για να τεθούν ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου η Αίτηση αρ.XXXXX/2017 και η Αίτηση αρ.123/2019, καθότι συμφωνήθηκε από όλους ότι με την εκδίκαση και των δύο Αιτήσεων από το ίδιο Δικαστήριο θα τεθούν ενώπιον του όλα τα σχετικά με τις μεταξύ των μερών διαφορές γεγονότα, στοιχεία και έγγραφα, θα εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα και θα αποφευχθεί το οποιοδήποτε ενδεχόμενο έκδοσης αντικρουόμενων αποφάσεων. Το πιο πάνω αίτημα έγινε αποδεχτό από τη Διοικητική Πρόεδρο και οι δύο Αιτήσεις ακούγονται μαζί. Με την παρούσα Αίτηση, οι Αιτητές ζητούν μεταξύ άλλων: (Α) Διάταγμα με το οποίο να διορίζεται ο XXXXX Ιωαννίδης (από τον ελεγκτικό οίκο KPMG) ως προσωρινός εκκαθαριστής ή εναλλακτικά ενδιάμεσος Δικαστικός παραλήπτης (ο οποίος θα καλείται ως ο «Προσωρινός Παραλήπτης») του υποκαταστήματος της FBME BANK LIMITED στην Κύπρο ο οποίος θα κατέχει την θέση αυτή και εξασκεί τις διάφορες εξουσίες και/ή καθήκοντα σε σχέση με το Υποκατάστημα ως καθορίζονται υπό στοιχεία i - xx, Εναλλακτικά του Διατάγματος (Α) στην περίπτωση που η ΚΤΚ, ήθελε συγκατατεθεί στην έκδοση του παρόντος, να διορίζονται από κοινού ως προσωρινοί εκκαθαριστές ή ενδιάμεσοι δικαστικοί παραλήπτες με τις προαναφερόμενές εξουσίες, οι XXXXX Ιωαννίδης (από τον ελεγκτικό οίκο BDO) και XXXXX Ιωαννίδης (από τον ελεγκτικό οίκο KPMG). (Β) Διάταγμα με το οποίο να δύναται οποιοδήποτε επηρεαζόμενο πρόσωπο θα διατηρεί το δικαίωμα να αποτείνεται στο Δικαστήριο για περαιτέρω οδηγίες καθώς και διάφορα άλλα διατάγματα εφαρμογής αυτού, και (Γ) Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται ο διορισμός του Ειδικού Διαχειριστή του Υποκαταστήματος. Η επίδικη αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτική Δικονομίας Θεσμούς O.48 RR 1, 2, 3, 4, 7, 8
(1)(r.ι), 8
(4), 9 και 13, O.57 R.2, O59 RR 2, 3 και 6, O 64 RR 1-3, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/1960, άρθρα 29 και 32, στον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, περιλαμβανομένων των αα 2, 211, 213, 214, 226, 227, 233, 259, 300, 347, 352 και 362, στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς 2, 3, 4
(1)και 8, στους Companies Winding (Up Rules) 1949, Rule 32, στον Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο Ν. 66(I)/1997, περιλαμβανομένων των Άρθρων 2, 2(A), 4, 4(A), 8, 10 (G), 26, 30, 31, 32, 33 BB, 33E, 33O και Μέρος XII, στον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμο του 2016, Ν. 22(I)/2016 περιλαμβανομένων των αα 2, 3, 44, 45, 46, 48, 65, 74, 83, 87, 98, 99, 100, 115, στον Περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμοι του 2002 μέχρι 2018, 138(I)/2002 περιλαμβανομένων των Άρθρων 2, 5 και 6, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας, της φυσικής δικαιοσύνης, κοινοδικαίου και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Aίτηση εκτίθενται στην ένορκο δήλωση της κας XXXXX Σιαλή, η οποία εργάζεται στην εταιρεία Hadjihannas Corporate Services Ltd, η οποία ενεργεί ως διοριζόμενος διευθυντής (nominee director) για κάποιες από τις Αιτήτριες στην παρούσα, στην οποία επεξηγούνται οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση. Ειδικότερα η θέση των Αιτητών είναι ότι με την ακολουθούμενη από την Κεντρική Τράπεζα διαδικασία οι Καταθέτες της Τράπεζας παραμένουν εγκλωβισμένοι για 7 (επτά) και πλέον χρόνια και χωρίς να διαφαίνεται προοπτική για σύντομη επίλυση του προβλήματος ως εκ τούτου δικαιολογείται η έγκριση της παρούσας αίτησης. Η Καθ΄ ης η Αίτηση Κεντρική Τράπεζα καταχώρησε ένσταση, στην οποία προσδιορίζει, στο σώμα της, τους λόγους ένστασής της. Στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Στυλιανού, Λειτουργού που εκπροσωπεί την Καθ΄ ης η Αίτηση, με την οποία εξειδικεύει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση - Ειδικός Διαχειριστής καταχώρησε ένσταση, στην οποία προσδιορίζει στο σώμα της επίσης τους λόγους ένστασής του. Στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του Κλεόβουλου Αλεξάνδρου, με την οποία εξειδικεύει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση - Διαχειριστές της Τράπεζας της Τανζανίας καταχώρησαν ένσταση, στην οποία προσδιορίζουν στο σώμα της τους λόγους ένστασής τους. Στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Ζουβάνη, δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί τους Καθ΄ ων η Αίτηση, με την οποία εξειδικεύει και αναλύει επίσης τους λόγους ένστασης. Σημειώνεται ότι μετά την επιφύλαξη απόφασης στην παρούσα Αίτηση, καταχωρήθηκε, από τους Αιτητές της παρούσας Αίτησης, Αίτηση για επανάνοιγμά της, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 02.03.2022. Κατά την ακροαματική διαδικασία οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από γραπτές αγορεύσεις. ΄Εχοντας μελετήσει το περιεχόμενο τους και έχοντας κατά νου τα όσα η κάθε πλευρά αναφέρει, θα προχωρήσω στη εξέταση της Αίτησης. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Η κα Ραφτοπούλου εκ μέρους της Κεντρικής Τράπεζας και ο κ. Κούρτελλος εκ μέρους του Ειδικού Διαχειριστή ήγειραν ενστάσεις στη βάση του ότι ελλείπει από το Δικαστήριο η δικαιοδοσία για την έκδοση των αιτουμένων ενδιάμεσων Διαταγμάτων. Όπως υποστήριξαν τυχόν έκδοση τους θα καταστρατηγούσε νομοθετικές πρόνοιες που αφορούν και αναφέρονται στο θεσμικό πλαίσιο της εξυγίανσης καθώς και της απόφασης της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου ως Αρχής Εξυγίανσης. Είναι η θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παραβιάζονται ειδικές πρόνοιες της Νομοθεσίας. Ειδικότερα είναι η θέση της κας Ραφτοπούλου ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αυτή θα συγκρούεται:
(1)Με τα άρθρα 87
(1), 98
(4)(ii) και 100 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου 22(Ι)/2016,
(2)Με το άρθρο 32ΙΔ
(1)και 33Β του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 66(Ι)/97, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα.
(3)Με τις εξουσίες του Ειδικού Διαχειριστή του Υποκαταστήματος. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι υπό το φως των εξειδικευμένων προνοιών των άρθρων 87
(1), 98
(4)(ii) και 100 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου 22(Ι)/2016, και των προνοιών των άρθρων 32ΙΔ
(1)και 33Β του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 66(Ι)/97, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, τα οποία ρυθμίζουν την εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων όπως το Επίδικο Υποκατάστημα της FBME, δεν παρέχεται η δυνατότητα σε Πιστωτές να προωθούν την υπό εξέταση αίτηση, καθότι, με βάση τη σχετική νομοθεσία, τέτοια αίτηση δεν μπορεί να καταχωρείται από πιστωτές και/ή καταθέτες του πιστωτικού ιδρύματος. Σύμφωνα με το άρθρο 32ΙΔ
(1)του Νόμου 66(Ι)/97, «
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 87 του Νόμου Εξυγίανσης, δεν κινούνται οι κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας έναντι ΑΠΙ υπό εξυγίανση ή έναντι ΑΠΙ για το οποίο έχει διαπιστωθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για εξυγίανση παρά μόνο με πρωτοβουλία της αρχής εξυγίανσης και απόφαση για να τεθεί ΑΠΙ στις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας λαμβάνεται μόνο με τη συγκατάθεση της αρχής εξυγίανσης.» Το άρθρο 33Β του Νόμου 66(Ι)/97 προβλέπει τα εξής: «Ανεξαρτήτως των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου για την εκκαθάριση εταιρείας και των διατάξεων του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου αναφορικά με την εκκαθάριση συνεργατικής εταιρείας, η ανάκληση της άδειας λειτουργίας ΑΠΙ δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4Α, δεν αποτελεί λόγο εκκαθάρισης αυτού, παρά μόνο κατά τη διακριτική ευχέρεια της Κεντρικής Τράπεζας και μετά από απόφαση του Δικαστηρίου σε υποβληθείσα υπό της Κεντρικής Τράπεζας αίτηση, το οποίο για το διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή ή εκκαθαριστή ΑΠΙ άλλου από τον Επίσημο Παραλήπτη, ακούει προηγουμένως τις απόψεις της Κεντρικής Τράπεζας: Νοείται ότι, σε περίπτωση εκούσιας εκκαθάρισης, τα καταστατικά όργανα του ΑΠΙ ζητούν την γνώμη της Κεντρικής Τράπεζας προτού λάβουν τέτοια απόφαση, ενώ σε περίπτωση εκκαθάρισης, είτε από το Δικαστήριο, είτε υπό την επίβλεψη Δικαστηρίου, το Δικαστήριο ενημερώνει αμέσως την Κεντρική Τράπεζα για τη λήψη της εν λόγω απόφασης: Νοείται περαιτέρω ότι οποιαδήποτε απόφαση για εκκαθάριση ΑΠΙ τυγχάνει εφαρμογής και επιφέρει αμέσως αποτελέσματα σε όλα τα κράτη-μέλη, στα οποία το ΑΠΙ διατηρεί υποκαταστήματα, χωρίς άλλες διατυπώσεις: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ανεξαρτήτως των προνοιών οποιουδήποτε άλλου νόμου, και τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 33Η, 33Θ, 33Ι, 33Κ και 33Λ, σε περίπτωση υποκαταστήματος πιστωτικού ιδρύματος που έχει την έδρα του σε κράτος-μέλος άλλο από τη Δημοκρατία, οποιαδήποτε απόφαση για εκκαθάριση του πιστωτικού ιδρύματος που λαμβάνεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης, αναγνωρίζεται και επιφέρει αποτελέσματα χωρίς περιορισμούς στη Δημοκρατία από τη στιγμή που αναγνωρίζεται και επιφέρει αποτελέσματα στο κράτος-μέλος προέλευσης, και η διαδικασία εκκαθάρισης και όλα τα θέματα που αναφέρονται στο άρθρο 33Α διέπονται από τη νομοθεσία που ισχύει στο κράτος-μέλος προέλευσης, ενώ οι πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου ή του περί των Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, τυγχάνουν εφαρμογής στη Δημοκρατία στο βαθμό που δεν συγκρούονται με τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους-μέλους προέλευσης.» Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 66(Ι)/97, "Κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας" σημαίνει συλλογική διαδικασία αφερεγγυότητας η οποία συνεπάγεται τη μερική ή ολική εκποίηση περιουσιακών στοιχείων του ΑΠΙ και το διορισμό εκκαθαριστή ή ειδικού εκκαθαριστή και η οποία εφαρμόζεται βάσει των άρθρων 33Α έως 33Ξ τα οποία προνοούν για την εκκαθάριση και την ειδική εκκαθάριση ΑΠΙ. "Αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα" ή "ΑΠΙ", περιλαμβάνει υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας.» Το άρθρο 87 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου 22(Ι)/2016 έχει ως ακολούθως: «Περιορισμός άλλων δικαστικών διαδικασιών «
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου ή του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, δεν καταχωρείται αίτηση για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης υπό εξυγίανση ιδρύματος ή υποκαταστήματος ιδρύματος τρίτης χώρας στη Δημοκρατία που υπόκειται σε εξυγίανση δυνάμει του Μέρους ΙΧ του παρόντος Νόμου ή ιδρύματος ή άλλου καλυπτόμενου προσώπου για το οποίο έχει διαπιστωθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για εξυγίανση χωρίς τη συγκατάθεση της αρχής εξυγίανσης.
(2)Σε περίπτωση, κατά την οποία καταχωρείται αίτηση ως το εδάφιο
(1)ή σε περίπτωση που αυτή έχει καταχωρηθεί πριν τη λήψη και εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης - (α) Η καταχώρηση της αίτησης κοινοποιείται από τον αιτητή στην αρμόδια αρχή και στην αρχή εξυγίανσης· και (β) η διαδικασία αναστέλλεται μέχρι - (
  1. i)η αρχή εξυγίανσης να ειδοποιήσει την αρμόδια αρχή και το δικαστήριο ότι δεν πρόκειται να λάβει οποιαδήποτε μέτρα εξυγίανσης σε σχέση με το εν λόγω ίδρυμα· (
  2. ii)έχει παρέλθει περίοδος επτά ημερών, αρχομένη από την ημερομηνία κοινοποίησης της αίτησης στην αρχή εξυγίανσης.» Το άρθρο 98
(4)(ii) του Νόμου 22(Ι)/2016 προβλέπει τα εξής: «
(4)Η αρχή εξυγίανσης δύναται να προβαίνει σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες ενέργειες: «(α) Άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης όσον αφορά τα εξής: (
  1. i)Περιουσιακά στοιχεία ιδρύματος ή μητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας τα οποία βρίσκονται στη Δημοκρατία ή διέπονται από το κυπριακό δίκαιο· (
  2. ii)δικαιώματα ή υποχρεώσεις ιδρύματος τρίτης χώρας που έχουν εγγραφεί στα βιβλία από το υποκατάστημα στη Δημοκρατία ή διέπονται από το κυπριακό δίκαιο, ή σε περίπτωση που οι απαιτήσεις επί των εν λόγω δικαιωμάτων και υποχρεώσεων είναι εκτελεστές στη Δημοκρατία·» Το άρθρο 100 του ίδιου Νόμου προβλέπει και τα ακόλουθα: «Εξυγίανση υποκαταστήματος ιδρύματος τρίτης χώρας στη Δημοκρατία 100.-
(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αναλαμβάνει δράση όσον αφορά υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας στη Δημοκρατία το οποίο δεν υπόκειται σε διαδικασίες εξυγίανσης σε τρίτη χώρα ή υπόκειται στις εν λόγω διαδικασίες και ισχύει μία από τις περιστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 99. (β) Κατά την ανάληψη δράσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο, εφαρμόζεται κατ' αναλογία το άρθρο 70.
(2)Η αναφερόμενη στο εδάφιο
(1)δράση δύναται να λαμβάνεται από την αρχή εξυγίανσης, εφόσον η αρχή εξυγίανσης κρίνει ότι είναι αναγκαίο να αναληφθεί δράση για λόγους δημόσιου συμφέροντος και πληρούται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: «(α) Το υποκατάστημα του ιδρύματος τρίτης χώρας δεν πληροί πλέον, ή είναι πιθανόν να μην πληροί, τις προϋποθέσεις αδειοδότησης και λειτουργίας του στη Δημοκρατία και καμία ενέργεια του ιδιωτικού τομέα, της αρμόδιας αρχής ή της σχετικής τρίτης χώρας, δεν προσδοκάται εύλογα ότι θα αποκαταστήσει τη συμμόρφωση του υποκαταστήματος ή θα αποτρέψει την αφερεγγυότητά του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος· (β) η αρχή εξυγίανσης κρίνει ότι το ίδρυμα της τρίτης χώρας, δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμεί, ή πιθανόν να μην είναι σε θέση να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών που βρίσκονται στην ΕΕ, ή τις υποχρεώσεις που έχουν δημιουργηθεί ή εγγραφεί μέσω του υποκαταστήματος, όταν καθίστανται απαιτητές, και η αρχή εξυγίανσης έχει πειστεί ότι δεν έχουν κινηθεί ούτε πρόκειται να κινηθούν, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, διαδικασίες εξυγίανσης ή αφερεγγυότητας από την τρίτη χώρα όσον αφορά το ίδρυμα αυτό· (γ) η σχετική αρχή της τρίτης χώρας έχει κινήσει διαδικασίες εξυγίανσης σύμφωνα με το εθνικό της δίκαιο έναντι του ιδρύματος της τρίτης χώρας, ή έχει κοινοποιήσει στην αρχή εξυγίανσης την πρόθεσή της να κινήσει την εν λόγω διαδικασία.
(3)Η αρχή εξυγίανσης, όταν αναλαμβάνει ανεξάρτητη δράση έναντι υποκαταστήματος ιδρύματος τρίτης χώρας, λαμβάνει υπόψη τους στόχους εξυγίανσης και αναλαμβάνει τη δράση σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές και απαιτήσεις, εφόσον είναι σχετικές με την προκειμένη περίπτωση: (α) Τις αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 44· (β) τις απαιτήσεις σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης που καθορίζονται στο Μέρος VI.
(4)(α) Για σκοπούς προετοιμασίας της εξυγίανσης υποκαταστήματος ιδρύματος τρίτης χώρας στη Δημοκρατία, η αρχή εξυγίανσης καταρτίζει σχέδια εξυγίανσης του υποκαταστήματος, κατ' αναλογία σύμφωνα με το Κεφάλαιο Ι του Μέρους ΙΙ. (β) Κατά την κατάρτιση του σχεδίου εξυγίανσης σύμφωνα με την παράγραφο (α), η αρχή εξυγίανσης εντοπίζει οποιαδήποτε σημαντικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης και, όπου είναι αναγκαίο και αναλογικό, επισημαίνει τις σχετικές δράσεις μέσω των οποίων τα εμπόδια δυνατό να αντιμετωπιστούν, κατ' αναλογία σύμφωνα με το Κεφάλαιο ΙΙ του Μέρους ΙΙ. (γ) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτήσει την εφαρμογή μέτρων ή να λάβει η ίδια μέτρα για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης, κατ' αναλογία σύμφωνα με το άρθρο 20. (δ) Ανεξάρτητα από την παράγραφο (γ), η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτήσει από ίδρυμα τρίτης χώρας, που έχει λάβει άδεια εγκατάστασης υποκαταστήματος στη Δημοκρατία, να αναθεωρήσει ή να καταρτίσει συμφωνίες με αντισυμβαλλομένους του εν λόγω υποκαταστήματος που να διασφαλίζουν την αναγνώριση της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης και της άσκησης εξουσιών εξυγίανσης στο υποκατάστημα αυτό· ειδικότερα, η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτεί από το εν λόγω ίδρυμα τρίτης χώρας να διασφαλίσει ότι σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία ή δικαιώματα στα βιβλία του υποκαταστήματος που διέπονται από δίκαιο τρίτης χώρας ή βρίσκονται σε τρίτη χώρα, η οποία μπορεί να είναι η χώρα καταγωγής του ιδρύματος ή άλλη τρίτη χώρα, η άσκηση της εξουσίας της αρχής εξυγίανσης για μεταβίβαση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων ή δικαιωμάτων σε τρίτο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του εν λόγω ιδρύματος τρίτης χώρας είναι έννομη με βάση το δίκαιο της τρίτης χώρας αυτής.» Ο ρόλος και η νομική θέση του Ειδικού Διαχειριστή υπό εξυγίανση τραπεζικού ιδρύματος προσδιορίζεται στο Άρθρο 46 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου του 2016, Ν. 22(Ι)/2016 μέρος του οποίου έχει ως εξής: «46.-
(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να διορίσει ειδικό διαχειριστή, ο οποίος αναλαμβάνει τη διοίκηση του υπό εξυγίανση ιδρύματος, σύμφωνα με τους όρους της πράξης διορισμού του και με την επιφύλαξη του σκοπού διορισμού του κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο
(2)και των εξουσιών του κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο
(3): ......................................
(2)(α) Ο ειδικός διαχειριστής έχει το νόμιμο καθήκον να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο με σκοπό την προώθηση των στόχων εξυγίανσης που προβλέπονται στο άρθρο 41 και την αποτελεσματικότερη εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης, ήτοι την παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας, διευκόλυνσης ή εκτέλεσης εργασίας, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης, σε υπό εξυγίανση ίδρυμα ή/και την επίβλεψη της εκκαθάρισης του υπό εξυγίανση ιδρύματος σύμφωνα με τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. (β) Εν ανάγκη, το καθήκον που αναφέρεται στην παράγραφο (α) υπερισχύει κάθε άλλου διοικητικού καθήκοντος σύμφωνα με το καταστατικό του ιδρύματος ή το κυπριακό δίκαιο, όταν προκύπτει θέμα ασυμβίβαστου μεταξύ τους.
(3)(α) Για την επίτευξη του σκοπού διορισμού του, ο ειδικός διαχειριστής έχει άμεση πρόσβαση σε οποιαδήποτε στοιχεία ή πληροφορίες του υπό εξυγίανση ιδρύματος και διαθέτει όλες τις εξουσίες των μετόχων και του διοικητικού οργάνου του ιδρύματος τις οποίες ασκεί μόνον υπό τον έλεγχο της αρχής εξυγίανσης. ......................................................» ΄Εχοντας υπόψη το λεκτικό των πιο πάνω νομοθετικών προνοιών, σε συμφωνία με τα όσα η κα Ραφτοπούλου ανέφερε επιμελώς στη γραπτή της αγόρευση, Αίτηση για εκκαθάριση του Υποκαταστήματος καταχωρείται μόνο με πρωτοβουλία της Αρχής Εξυγίανσης και απόφαση για να τεθεί το Υποκατάστημα σε εκκαθάριση λαμβάνεται με τη συγκατάθεση της Αρχής Εξυγίανσης. Για την εκκαθάριση του Υποκαταστήματος απαιτείται να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια της Κεντρικής Τράπεζας και η καταχώριση αίτησης εκκαθάρισης από την Κεντρική Τράπεζα. Με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες, διορισμός προσωρινού εκκαθαριστή ή εναλλακτικά ενδιάμεσου Δικαστικού παραλήπτη με τις εξουσίες που αιτούνται οι Αιτητές στα αιτητικά (Α), (Β) και (Δ) της αίτησης, θα μπορούσε να καταχωριστεί είτε με πρωτοβουλία της Αρχής Εξυγίανσης ή με τη συγκατάθεση της Αρχής Εξυγίανσης, και για την έκδοση τέτοιου διατάγματος το Δικαστήριο ακούει προηγουμένως τις απόψεις της Κεντρικής Τράπεζας. Στην απόφαση Αναφορικά με την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Πολιτική έφεση αρ.60/2014, ημερομηνίας 7 Μαΐου 2014, ECLI:CY:AD:2014:D295, στην οποία με παρέπεμψε η κα Ραφτοπούλου, όπου Πιστωτές της εν λόγω Τράπεζας στηριζόμενοι στις πρόνοιες του άρθρου 198 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν «σύγκληση Συνέλευσης Πιστωτών της Εταιρείας» προσδιορίζοντας και το «Σχέδιο Διακανονισμού» αίτηση, η οποία απερρίφθη από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής αναφορικά με τον Νόμο 17
(1)/2013 ο οποίος ίσχυε τότε: «Το ερώτημα που τίθεται προς απόφανση όπως ήταν και πρωτοδίκως, είναι κατά πόσο οι αιτητές, ως πιστωτές μιας υπό εξυγίανση εταιρείας δικαιούνται, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 198 του περί Εταιρειών Νόμου να αιτηθούν τη σύγκληση συνέλευσης των πιστωτών, έτσι ώστε να ζητηθεί ο προτεινόμενος από τους ίδιους διακανονισμός. ....... Παρατηρούμε περαιτέρω ότι η διαδικασία εκκαθάρισης με βάση το άρθρο 33Α, διέπεται από τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, στα ακολουθούντα άρθρα 33Β ή 33Β δις, παρατηρείται μια απόκλιση και προβλέπονται εξειδικευμένες διαδικασίες αναφορικά με εταιρείες ΑΠΙ. Τίθεται δε μια επιφύλαξη στο άρθρο 33Β δις, ότι «οι πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 εφαρμόζονται στο μέτρο που δεν αντίκεινται στις πρόνοιες του παρόντος άρθρου». Παρατηρούμε συναφώς μια σημαντική απόκλιση από την εφαρμογή των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου. Παράλληλα, και κατ΄επέκταση των πιο πάνω, με τη θέσπιση του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και ΄Αλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν.17(Ι)/2013), επέρχεται ένα «νέο» νομικό καθεστώς που ρυθμίζει τα ΑΠΙ, ήτοι «΄Ιδρυμα υπό εξυγίανση». Ο εν λόγω Νόμος αναφορικά με την «εκκαθάριση» παραπέμπει στις πρόνοιες του περί Εργασιών και Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, που αναλύθηκε πιο πάνω. Το εδάφιο
(2)του άρθρου 3 του εν λόγω Νόμου, θέτει τις γενικές αρχές που εφαρμόζονται κατά τη λήψη των μέτρων εξυγίανσης, όπως η υποπαράγραφος (δ) που προνοεί ότι, οι πιστωτές δεν θα βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση, μετά τα μέτρα εξυγίανσης, παρά αν το ίδρυμα ετίθετο υπό εκκαθάριση. Με το άρθρο 5 του Νόμου παρέχεται στην Αρχή Εξυγίανσης η «αποκλειστική εξουσία» να λαμβάνει μέτρα που επηρεάζουν όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων του επηρεαζόμενου ιδρύματος περιλαμβανομένων των μετόχων, μελών, διοικητικών συμβούλων και πάντοτε υπό τον όρο ότι το εν λόγω ίδρυμα δεν είναι μεταξύ άλλων «βιώσιμο» ή να αδυνατεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως «δρώσα οικονομική μονάδα». (άρθρο 6
(1)και
(2). Σημειώνουμε περαιτέρω μια δυνατότητα που παρέχεται στην Αρχή Εξυγίανσης, να παίρνει μέτρα, έξω από το πλαίσιο του περί Εταιρειών Νόμου για αύξηση κεφαλαίου έκδοσης νέων μετοχών, (άρθρο 8) πώλησης εργασιών (άρθρο 9) περιλαμβανομένης της μεταβίβασης τίτλων ιδιοκτησίας που ισχύει έναντι τρίτων (άρθρο 9
(3)(β)). Ακόμη πιο καταλυτική επίδραση στα δικαιώματα τρίτων, είναι τα προβλεπόμενα στο ΜΕΡΟΣ VII του Νόμου, όπου επιβάλλεται η υποχρέωση στην Αρχή Εξυγίανσης να μεριμνά ώστε η απώλεια που θα υποστεί, εν προκειμένω ο πιστωτής, δεν θα είναι μεγαλύτερη αυτής που θα είχε υποστεί αν το ίδρυμα ετίθετο «στο σύνολο του, απευθείας σε εκκαθάριση» (αρ.25). Η δε απαίτηση του οικονομικά θιγόμενου προσώπου, με βάση το άρθρο 26, περιορίζεται στην «απαίτηση για καταβολή αποζημιώσεων» σε περίπτωση που η οικονομική του θέση έχει επιδεινωθεί «σημαντικά» σε σύγκριση με τη θέση που θα βρισκόταν αν το ίδρυμα τίθετο απ΄ευθείας σε εκκαθάριση. Και η κορύφωση των περιορισμών τέθηκε με το άρθρο 27 του Νόμου που προβλέπει: «27.-
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου ή των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985 έως 2013, κανένα πρόσωπο, εκτός της Αρχής Εξυγίανσης, δεν καταχωρεί αίτηση για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση.» Θεωρήσαμε, για τους λόγους που διαφαίνονται στη συνέχεια της απόφασης, απαραίτητο να προβούμε σ΄αυτή την ανάλυση των εξειδικευμένων, πλέον, διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας που διέπει το καθεστώς της υπό εξυγίανση Λαϊκής Τράπεζας. Επανερχόμενοι στο ερμηνευτικό πλαίσιο εξέτασης του εγειρόμενου θέματος, σημειώνουμε ότι η κεντρική επιδίωξη και οι στόχοι του ερμηνευτικού έργου, πρέπει να είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knights
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1903. ΄Οπου το ζητούμενο είναι η ερμηνεία νομοθετήματος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το λεκτικό, το ιστορικό και οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του, οι ευρύτεροι σκοποί που επιχειρήθηκε να εξυπηρετηθούν καθώς και η πρόθεση του νομοθέτη. (βλ. Melios v. Nicolaou
(1963)C.L.R. και Krassimenos v. Hadjiyiannis
(1963)2 C.L.R. 448). Στην προκείμενη περίπτωση, και παρά την απουσία εξειδικευμένης πρόνοιας για αποστέρηση από τους πιστωτές της δυνατότητας υποβολής αίτησης με βάση το άρθρο 198, του περί Εταιρειών Νόμου, παρατηρούμε ότι, η σχεδόν συνολική και καταλυτική κατάργηση των μέχρι πρότινος υφισταμένων δικαιωμάτων που πήγαζαν από τη σχέση ΑΠΙ υπό εξυγίανση και τρίτων όπως μετόχων, μελών, πιστωτών και άλλων, είναι πέραν από δεδομένη. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση ΕΥΡΗΚΑ ν. UNILEVER PLC.
(1994)1 Α.Α.Δ. 124, μπορεί να θεωρηθεί ότι μεταγενέστερος νόμος κατάργησε σιωπηρά προηγούμενο, μόνο αν προκύπτει καθαρά ότι είναι τόσο αντιφατικός ή ασυμβίβαστος προς τον προηγούμενο αυτό νόμο ώστε να καθίσταται αδύνατο να συνυπάρχουν οι δυο νόμοι. (βλ. επίσης Χριστοφόρου ν. Χριστοφόρου
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1551. ´Εχοντας στο μυαλό μας το σκοπό που επιδιώκεται να εξυπηρετήσει η αίτηση με βάση το εδάφιο
(1)του άρθρου 198 του περί Εταιρειών Νόμου, που δεν είναι άλλος παρά, η συζήτηση προτεινόμενου «συμβιβασμού ή διακανονισμού», θεωρούμε ότι, οι πρόνοιες του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου και του περί Εξυγίανσης Νόμου, όπως τις έχουμε αναλύσει πιο πάνω, έχουν θέσει εκ ποδών κάθε δυνατότητα υποβολής αίτησης για σύγκληση της συνέλευσης των πιστωτών στο υπό εξυγίανση ίδρυμα. Απλή και μόνο αναφορά στον ορισμό των μέτρων εξυγίανσης και τις επιπτώσεις που συνεπάγονται ως προς τα δικαιώματα τρίτων, απολήγει στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι οι εφεσείοντες, ως πιστωτές της Λαϊκής δεν έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης για σύγκληση πιστωτών με βάση το άρθρο 198 του περί Εταιρειών Νόμου. Αντίθετη κατάληξη θα αντιστρατευόταν τον ίδιο το σκοπό θέσπισης των πιο πάνω αναλυθέντων νομοθετημάτων. Όπως καταφαίνεται από τα πιο πάνω καταλήγουμε στο ίδιο αποτέλεσμα, όπως και το πρωτόδικο δικαστήριο αλλά διαφωνούμε με το σκεπτικό, όπως διατυπώθηκε. Ως εκ τούτου η έφεση έχει απορριπτική κατάληξη. Θεωρούμε, όμως, απαραίτητο να τονίσουμε ότι η αναφορά μας στα άρθρα 25 και 26 του περί Εξυγίανσης Νόμου έγινε με σκοπό να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα του νέου θεσμικού πλαισίου που διέπει ένα υπό εξυγίανση ίδρυμα, και της εξειδικευμένης προσέγγισης που αναιρεί την προσφερόμενη δυνατότητα σύγκλησης πιστωτών του άρθρου 198 του περί Εταιρειών Νόμου.» Στην υπόθεση Μαρινέλλα Ερωτοκρίτου ν.Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.ά, αρ. αγωγής 1481/13 ημερ. 20/12/13 της Έντιμης Δικαστού Τ. Ψαρά- Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στην οποία εξετάστηκε το ζήτημα κατά πόσον το Δικαστήριο θα μπορούσε να εκδώσει τις αιτούμενες ενδιάμεσες θεραπείες εναντίον της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και του Ειδικού Διαχειριστή, το Δικαστήριο, απορρίπτοντας την αίτηση για ενδιάμεσα διατάγματα, επεσήμανε ότι η έκδοση τους, ως ενδιάμεσων θεραπειών, θα ισοδυναμούσε με παράβαση των σχετικών Νόμων και Κανονισμών στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης θεραπείας, όπου τα πράγματα κρίνονται μόνο εκ πρώτοις όψεως ως ενδείξεις δικαιωμάτων δίχως να είναι επιτρεπτή η ανάλυση που αφορά και επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης. Τονίσθηκε επίσης ότι δεν μπορεί το Δικαστήριο να παρεμποδίσει με την μορφή μιας ενδιάμεσης διαδικασίας την ισχύ και την εμβέλεια νομοθετικών Προνοιών. Εξετάζοντας λοιπόν τις εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των Καθ΄ ων η Αίτηση στα πιο πάνω ζητήματα, κρίνω σε συμφωνία με τα όσα με εμπεριστατωμένο τρόπο ανέλυσαν στην αγόρευση τους, ότι οι αιτούμενες ενδιάμεσες θεραπείες δεν θα μπορούσαν να δοθούν σ΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να παρεμποδίσει με την μορφή μιας ενδιάμεσης διαδικασίας όπου τα ζητήματα κρίνονται μόνο ως ενδείξεις δικαιωμάτων, την ισχύ και την εμβέλεια νομοθετικών Προνοιών. Ενόψει του ότι στην παρούσα υπόθεση η Κεντρική Τράπεζα δεν συγκατατίθεται στον διορισμό των προτεινόμενων ή άλλου οποιουδήποτε προσώπου ως προσωρινού εκκαθαριστή ή ενδιάμεσου δικαστικού παραλήπτη του Υποκαταστήματος, αλλά ενίσταται στην έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. (Βλ. το άρθρο 33Β του Νόμου 66(Ι)/97), αλλά και του Νόμου 22(Ι)/2016, η συγκατάθεση της Κεντρικής Τράπεζας είναι προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή πιστωτικού ιδρύματος), η παρούσα Αίτηση η οποία υποβάλλεται από τους πιστωτές της δεν μπορεί να επιτύχει. Επιπρόσθετα έχοντας επίσης υπόψη τις εξειδικευμένες πρόνοιες και τον σκοπό του Νόμου 22(Ι)/2016 και του Νόμου 66(Ι)/97, οι οποίοι διέπουν την εξυγίανση και εκκαθάριση του επίδικου Υποκαταστήματος, τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορούν να εκδοθούν, ούτε υπάρχει δικαιοδοσία στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης ανάκλησης διορισμού του Ειδικού Διαχειριστή (ζήτημα το οποίο εγείρεται ως λόγος ένστασης του Ειδικού Διαχειριστή). Στην υπόθεση ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν FBME BANK LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 1968/16, ημερ. 6/10/2016, του ΄Εντιμου Δικαστού κ. Σάντη, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) αναφέρθηκαν τα εξής για το καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο να πάρει αποφάσεις που αφορούν τον διορισμό Ειδικού Διαχειριστή. «Ούτε έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Συγκεκριμένα, μέσα από το όλο μαρτυρικό υπόβαθρο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η όλη κατάσταση και γενικά καθεστώς του υποκαταστήματος της τράπεζας, προέρχεται μέσα από το Διάταγμα που εκδόθηκε με την Κ.Δ.Π. 356/2014 και τις μετέπειτα ενέργειες, διοικητικής φύσεως από τα αρμόδια όργανα και υπηρεσίες της Κυπριακής Δημοκρατίας, δυνάμει και των εκάστοτε νομοθετημάτων που αφορούν της τραπεζικές εργασίες και την εξυγίανση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των σχετικών κανονισμών. Ακόμα και αν επηρεαζόταν η κατάθεση της ενάγουσας, που δεν επηρεάζεται, αλλά ακόμα και να τηρείτο ο λογαριασμός στην Κυπριακή Δημοκρατία ή ακόμα και να γινόταν από αυτό το στάδιο δεκτή η θέση της ενάγουσας ότι ο λογαριασμός τύγχανε διαχείρισης από το υποκατάστημα στην Λεμεσό, ζήτημα το οποίο παραμένει ανοικτό ως ζήτημα ουσίας στα πλαίσια της κυρίως υπόθεσης (και συνακόλουθα δεν δύναται να γίνει αποδεκτή η εισήγηση για απόρριψη της αγωγής από αυτό το στάδιο για αυτόν τον λόγο), δεν παύει ότι όλα φέρουν το τεκμήριο της νομιμότητας και Συνταγματικότητας, μέχρι την ανατροπή του από το καθ΄ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο που ασκεί διοικητική Δικαιοδοσία που είναι πλέον το νεοσυσταθέν, μετά από τροποποίηση του Συντάγματος, Διοικητικό Δικαστήριο σε πρώτο βαθμό και Ανώτατο Δικαστήριο σε δεύτερο βαθμό.» Έχοντας συνεπώς εξετάσει τα πιο πάνω ζητήματα ως προδικαστικές ενστάσεις και ως θέμα ύπαρξης δικαιοδοσίας, τα οποία και σηματοδοτούν το αποτέλεσμα της Αίτησης, θεωρώ ότι δεν είναι αναγκαία η εξέταση άλλων εγειρόμενων ζητημάτων. Καταληκτικά η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Γ. Κυριακίδου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.