ΓΙΟΥΣΕΛΗ ν. ΑΝΔΡΕΟΥ, Aρ. Αγ.: 2029/2015, 15/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A153 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Aρ. Αγ.: 2029/2015 ΜΕΤΑΞΥ [ ] ΓΙΟΥΣΕΛΗ Ενάγουσα και [ ] ΑΝΔΡΕΟΥ Εναγόμενος Αίτηση του Εναγόμενου ημερομηνίας 2/9/2021 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Ημερομηνία: 15 Απριλίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: εμφανίζεται η ενάγουσα αυτοπροσώπως. Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κα Παπαπέτρου για Χατζηαναστασίου, Ιωαννίδη Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Με την υπό κρίση Αίτηση η οποία καταχωρίστηκε στις 2/09/2021, επιδιώκεται η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του Εναγόμενου ως ακολούθως: «(α) Δια της διαγραφής και αντικατάστασης της παραγράφου 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης από την ακόλουθη παράγραφο: «
- Από την παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης, ο Εναγόμενος παραδέχεται μόνο ότι η Εταιρεία δεν ολοκλήρωσε το έργο και/ή την οικοδομή αλλά απορρίπτει τους λοιπούς ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτή. Ο Εναγόμενος αναφέρει ότι από το 2009 και έπειτα, ο ίδιος και οι αγοραστές και/ή ορισμένοι από τους αγοραστές των λοιπών διαμερισμάτων της πολυκατοικίας, κατέβαλλαν τεράστιες προσπάθειες για εξεύρεση λύσης του ζητήματος που προέκυψε. Ο Εναγόμενος έδειξε αρκετές φορές προθυμία να συμβάλει οικονομικά στην ολοκλήρωση της πολυκατοικίας και/ή του επίδικου διαμερίσματος και/ή αποτάθηκε πολλάκις προς την Ενάγουσα με σκοπό την διευθέτηση του ζητήματος που προέκυψε, εντούτοις, η Ενάγουσα ουδέποτε συμφώνησε και/ή δεν έδειχνε προθυμία στην εξεύρεση λύσης. Η Ενάγουσα ουδεμία ζημιά υπέστη αλλά αντιθέτως πλουτίζει αδικαιολόγητα και/ή εκμεταλλεύεται και/ή αξιοποιεί τα διαμερίσματα αντιπαροχής και/ή την οικοδομή και/ή την πολυκατοικία που χτίστηκε στο επίδικο οικόπεδο από την Εταιρεία με χρήματα του Εναγόμενου και των αγοραστών των λοιπών διαμερισμάτων. Ο Εναγόμενος και οι λοιποί αγοραστές συνέβαλαν τόσο στην ανέγερση των διαμερισμάτων, όσο και στην υπεραξία που απέκτησε το επίδικο οικόπεδο της Ενάγουσας συνεπεία της εν λόγω ανέγερσης, εντούτοις ουδεμία αποζημίωση έλαβαν από την Ενάγουσα και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για την συνεισφορά τους αυτή.» (β) Δια της διαγραφής και αντικατάστασης της παραγράφου 8 της 'Εκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης από την ακόλουθη παράγραφο: «
- Από την παράγραφο 9 της 'Εκθεσης Απαίτησης, ο Εναγόμενος παραδέχεται μόνο ότι η Εταιρεία προχώρησε στην υπογραφή πωλητηρίου εγγράφου μαζί με τον Εναγόμενο για την ανάπτυξη και πώληση ενός διαμερίσματος στον δεύτερο όροφο, με αριθμό 201, ένα χώρο στάθμευσης με αρ. 1 στο ισόγειο και έναν αποθηκευτικό χώρο με αρ. 3 στο ισόγειο, τα οποία αποτελούν μέρος της Πολυκατοικίας, ότι το πωλητήριο είναι κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο και ότι το εν λόγω διαμέρισμα παραμένει ημιτελές, εντούτοις, απορρίπτει τους λοιπούς ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτή. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος αγνοεί τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι η Εταιρεία υπέγραψε το πωλητήριο έγγραφο χωρίς να έχει ανανεωμένη την ετήσια άδεια των εργοληπτών και συμπληρώνει ότι, εάν κατά τον ουσιώδη χρόνο υφίστατο οποιαδήποτε παρανομία, η εν λόγω παρανομία και/ή ακυρότητα εμπλέκει και την Ενάγουσα η οποία συνυπέγραψε το σχετικό Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 17.01.2008 και ως εκ τούτου έλαβε μέρος στην κατ' ισχυρισμό παρανομία.» (γ) Δια της διαγραφής και αντικατάστασης της παραγράφου 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης από την ακόλουθη παράγραφο: «
- Ο Εναγόμενος απορρίπτει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην παράγραφο 11 της 'Εκθεσης Απαίτησης και αναφέρει ότι ο ίδιος εκπλήρωνε πλήρως τις συμβατικές του υποχρεώσεις και κατέβαλλε το συμφωνηθέν τίμημα βάσει της εκτελεσθείσας εργασίας. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος αναφέρει ότι κατέβαλε στην Εταιρεία το ποσό των €86.403,00 για την αγορά του διαμερίσματος στον δεύτερο όροφο, με αριθμό 201, με ένα χώρο στάθμευσης με αρ. 1 στο ισόγειο και έναν αποθηκευτικό χώρο με αρ. 3 στο ισόγειο. Ο Εναγόμενος αναφέρει ότι η Ενάγουσα γνώριζε και/ή γνωρίζει πλήρως για τις εν λόγω πληρωμές. Ο Εναγόμενος περαιτέρω αναφέρει ότι το εν λόγω διαμέρισμα έχει ολοκληρωθεί μέχρι το στάδιο των κουφωμάτων και υπολείπονται το τελείωμα των ερμαριών, το βάψιμο, η τοποθέτηση της κουζίνας, η τοποθέτηση των κάγκελων, τα υδραυλικά και τα ηλεκτρολογικά, γι' αυτό και ο ίδιος δεν κατέβαλε ολόκληρο το ποσό στην Εταιρεία όπως προέβλεπε το συμβόλαιο, ήτοι το ποσό των €116.185,-. Ο Εναγόμενος επιφυλάσσεται να επεκταθεί κατά την δικάσιμο.» (δ) Δια της διαγραφής και αντικατάστασης της παραγράφου 12 της Έκθεσής Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης από την ακόλουθη παράγραφο: «
- Ο Εναγόμενος απορρίπτει το περιεχόμενο της παραγράφου 14 της Έκθεσης Απαίτησης και αναφέρει ότι η καταβολή φορολογικών κεφαλαιουχικών υποχρεώσεων και/ή άλλων φόρων αναφορικά με το επίδικο πωλητήριο έγγραφο και/ή διαμέρισμα και/ή τις επιβαρύνσεις αυτού βαραίνει την Εναγόμενη και/ή την Εταιρεία και/ή εν πάση περιπτώσει ουδεμία υποχρέωση έχει ο Εναγόμενος να καταβάλει οποιονδήποτε φόρο σε σχέση με το πωλητήριο έγγραφο και/ή επίδικο διαμέρισμα και/ή τις επιβαρύνσεις αυτού.» (ε) Δια της διαγραφής και αντικατάστασης της παραγράφου 15 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης από την ακόλουθη παράγραφο: «
- ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Ο Εναγόμενος υιοθετεί τα όσα αναφέρονται στην υπεράσπισή του ανωτέρω και ανταπαιτεί: Α. Απόφαση και/ή διάταγμα δικαστηρίου προς όφελος του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας για το ποσό των €86.403,00 βάσει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή του δικαίου της αποκατάστασης. Β. Απόφαση και/ή διάταγμα δικαστηρίου διατάττον την μεταβίβαση αναλογικού μεριδίου του επίδικου ακινήτου και/ή του οικοπέδου με αρ. τεμαχίου [ ], Φ/ΣΧ.30 /45W1 στην τοποθεσία Κόλυμπος στο Τσέρι στον Εναγόμενο, ως αποτέλεσμα εξ επαγωγής εμπιστεύματος». Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κριθεί δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Δ. Νόμιμο τόκο. Ε. Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση: Η υπό κρίση Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου (στο εξής ο ΑΑ) . Ο ΑΑ αναφέρει, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Οι δικηγόροι που καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση ανέλαβαν τον χειρισμό της υπόθεσης στις 23/03/2021 και αφού μελέτησαν τη δικογραφία και τα έγγραφα της υπόθεσης και συζήτησαν με τον ίδιο, διαπίστωσαν ότι η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση περιέχει καλόπιστα λάθη και δεν περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη προς την αγωγή γεγονότα. Ειδικότερα, ως αναφέρει ο ΑΑ, ο δικηγόρος του αντιλήφθηκε ότι η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση δεν αντικατοπτρίζει πλήρως τα σημερινά πραγματικά δεδομένα, εφόσον, όπως ο ίδιος τον ενημέρωσε, από το 2019 και έπειτα η Ενάγουσα εκμεταλλεύεται τα διαμερίσματα αντιπαροχής. Ο ΑΑ αναφέρει ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι απαραίτητη ούτως ώστε να τεθεί το πραγματικό υπόβαθρο της αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι υποβάλλεται καλόπιστα. Κατά τη θέση του, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες και ουσιώδεις χωρίς να μεταβάλλουν την ουσία της υπεράσπισης και ανταπαίτησης και ότι σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, η Ενάγουσα δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά ή αδικία που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Η ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση: Η πλευρά της Ενάγουσας καταχώρισε στις 31/1/2022 ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση (στο εξής η Ένσταση της Ενάγουσας). Προβάλλονται συνολικά 18 λόγοι ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως: - Η Αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη, καταχωρίστηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση χωρίς να δίδεται επαρκής λόγος για την καθυστέρηση και θα προκαλέσει μεγάλη αδικία και ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα. - Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. - Ο Εναγόμενος επιδιώκει να εισάξει άσχετα με την υπόθεση στοιχεία. - Επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής και/ή ανταπαίτησης. - Οι ισχυρισμοί τους οποίους προσπαθεί να εισάξει ο Εναγόμενος είναι παντελώς λανθασμένοι, αναληθείς, παραπλανητικοί και ατεκμηρίωτοι και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και ο Αιτητής επιδιώκει να παραπλανήσει το Δικαστήριο, αποκρύπτοντας από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. - Με την πάροδο τόσων χρόνων, τα γεγονότα και/ή η κατάσταση πραγμάτων έχει διαφοροποιηθεί σε τέτοιο βαθμό, που είναι αδύνατον πλέον για την καθ' ης η αίτηση να παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία για να αντικρούσει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς του αιτητή και/ή να αποδείξει την τυχόν τροποποιημένη υπεράσπισή της στην ανταπαίτηση του αιτητη ή και την τυχόν τροποποιημένη απάντησή της. - Αν επιτραπεί η παρούσα τροποποίηση αναγκαστικά πλέον θα πρέπει και/ή πιθανότατα θα πρέπει η Ενάγουσα να αιτηθεί την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης της όσον αφορά γεγονότα, νομικά ζητήματα αλλά και τις αξιώσεις της έναντι του Εναγομένου. Η Ένσταση της Ενάγουσας συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της ίδιας (στο εξής η ΛΓ). Η ΛΓ επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους ένστασης. Επισημαίνει ότι η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση χωρίς να δίνεται βάσιμος λόγος που να δικαιολογεί την καθυστέρηση. Κατά την ΛΓ, η υπό κρίση Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, επειδή όπως αναφέρει, στις 27/04/2017, ο Αιτητής στην υπό κρίση Αίτηση είχε καταχωρίσει την αγωγή υπ' αριθμό 1930/17 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας σε σχέση με το επίδικο πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 17/01/2008 εναντίον της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή και εναντίον της εταιρείας «Κ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΟΙΚΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ» (στο εξής η Εταιρεία - πρόκειται για την Εταιρεία στην οποία αναφέρεται στο δικόγραφο της και η Ενάγουσα και με την οποία η Ενάγουσα σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της είχε συμβληθεί στο πλαίσιο συμφωνίας αντιπαροχής που καταρτίσθηκε μεταξύ τους). Σύμφωνα με τη ΛΓ, στην εν λόγω αγωγή, κάποιους από τους ισχυρισμούς, θέματα και γεγονότα που προσπαθεί να εισάξει ο Αιτητής με την υπό κρίση Αίτηση τα είχε περιλάβει στη ρηθείσα αγωγή και κάποια γεγονότα που ενώ τα γνώριζε, σύμφωνα με τη ΛΓ, συνειδητά και για καθαρά δικούς του κακόπιστους λόγους επέλεξε να μην προβεί στη συμπερίληψή τους. Παρουσιάζει ως Τεκμήριο 1 (α) και (β) αντίγραφο της αγωγής υπ' αριθμό 1930/17 και αντίγραφο του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος της ρηθείσας αγωγής που καταχωρίστηκαν από τον Αιτητή στην υπό κρίση Αίτηση. Περαιτέρω, σε μία προσπάθεια να υποστηρίξει τη θέση της περί κακοπιστίας του Αιτητή γίνεται αναφορά από τη ΛΓ στα διαβήματα που έγιναν από τον Αιτητή προς τον σκοπό απόδειξης της υπόθεσης υπ' αριθμό 1930/17 εναντίον της Εταιρείας επιδιώκοντας την έκδοση απόφασης εναντίον της Εταιρείας για παράδοση του επίδικου διαμερίσματος κατόπιν δήλωσης του Επίσημου Παραλήπτη που είχε καταχωρίσει αρχικά σημείωμα εμφάνισης για την Εταιρεία ότι δεν θα υπερασπιστεί την Εταιρεία. Εν τέλει όπως αναφέρει η ΛΓ, αποφασίστηκε ότι η σχετική αίτηση για απόφαση θα έπρεπε να ακουστεί ταυτόχρονα με την ουσία της αγωγής ενόψει της εμφάνισης της ΛΓ στην εν λόγω αγωγή. Αναφέρεται επίσης ότι εν τέλει η ρηθείσα αγωγή απορρίφθηκε ως εγκαταλειφθείσα και παρουσιάζει σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 7) σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε ως εγκαταλειφθείσα δυνάμει της Δ.30 Θ. 1 (γ) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στις 23/11/
- Κατά τη ΛΓ σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, τότε εκτός της καθυστέρησης που θα προκληθεί, θα πρέπει να υποβληθεί, όπως αναφέρει, στην καταβολή επιπρόσθετων εξόδων και ταλαιπωρίας για την ετοιμασία νέας μαρτυρίας από την ίδια προς αντίκρουση των ισχυρισμών του Εναγόμενου. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως αυτές ίσχυαν κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία, η τροποποίηση δικογράφων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και μπορεί να επιτραπεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν αναγκαία για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου.[1] Η τάση της νομολογίας σε σχέση με τη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως αυτή ίσχυε κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο, δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση ακόμα και όταν η όποια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα.[2] Σε ότι αφορά το χρόνο υποβολής του αιτήματος για τροποποίηση έχει νομολογηθεί ότι ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα καθοριστικής σημασίας. Η δε διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν όλα τα σχετικά δεδομένα στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.[3] Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης αφού ο κρίσιμος τελικά παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων.[4] Έχει νομολογηθεί ότι η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο.[5] Περαιτέρω, εκεί όπου εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της.[6] Η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής ή υπεράσπισης δεν οδηγεί δίχως άλλο σε απόρριψη της αίτησης αλλά αποτελεί παράγοντα που συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης τροποποίησης.[7] Συνοψίζοντας τις καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης δικογράφων καθίσταται σαφές ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αιτημάτων τροποποίησης (υπό το φως των προνοιών της Δ.25 ως αυτές ίσχυαν κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο), ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών με κυρίαρχο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης.[8] Εξέταση υπό κρίση Αίτησης: Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση. Σημειώνεται ότι έχω, βεβαίως, λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων τα οποία έχουν εκτεθεί με πληρότητα και με τρόπο υποβοηθητικό προς το Δικαστήριο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Η επιχειρηματολογία των δύο συνηγόρων καταγράφεται λεπτομερώς στις γραπτές αγορεύσεις τις οποίες παρέδωσαν στο Δικαστήριο και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Αναφορά στις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων θα γίνει εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Σε ότι αφορά τους λόγους ένστασης που συναρτώνται με τη θέση της Ενάγουσας περί υπέρμετρης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης, δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων της Ενάγουσας και κατάχρησης της διαδικασίας είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι ενώ η παρούσα Αγωγή καταχωρίστηκε το 2015, η υπό κρίση Αίτηση τροποποίησης καταχωρίστηκε το
- Ως αιτιολογία για την επιδιωκόμενη τροποποίηση στο παρόν στάδιο η πλευρά του Εναγόμενου προβάλλει τον πρόσφατο (σε συνάρτηση με τον χρόνο καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης) διορισμό νέου δικηγόρου για τον Εναγόμενο ο οποίος κατά τη μελέτη της δικογραφίας και εγγράφων της υπόθεσης και κατόπιν συζήτησης με τον Εναγόμενο διαπίστωσε ότι στην υφιστάμενη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση περιέχονται καλόπιστα λάθη και δεν περιλαμβάνονται όλα τα ουσιώδη προς την αγωγή γεγονότα. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος ενημέρωσε τον δικηγόρο του για γεγονός που έλαβε χώρα μετά την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ήτοι ότι η Ενάγουσα εκμεταλλεύεται από το 2019 τα διαμερίσματα αντιπαροχής στην επίδικη οικοδομή. Όπως έχει αναγνωρισθεί στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν. Σιακόλα[9] δεν μπορεί να καταλογίζεται υπέρμετρη καθυστέρηση σε κάποιον ο οποίος δεν είχε προηγουμένως συνειδητοποιήσει ή αντιληφθεί ότι θα ήταν αναγκαίο να προβεί σε διάβημα για τροποποίηση ώστε να παρουσιάσει την υπόθεση του με τον πρέποντα τρόπο, έστω και αν έπρεπε να το αντιληφθεί νωρίτερα με αποτέλεσμα η παράλειψη του να οφείλεται καθαρά σε αμέλεια ή παραδρομή ή σφάλμα του ιδίου ή του δικηγόρου του, υπό τον όρο, βεβαίως, της ανυπαρξίας κακοπιστίας εκ μέρους του. Με αυτή την έννοια, και υπό το φως της εξήγησης που δόθηκε, δεν μπορώ να διαγνώσω την ύπαρξη τέτοιας υπέρμετρης καθυστέρησης εκ μέρους του που να ισοδυναμεί με πρόθεση πρόκλησης καθυστέρησης στη διαδικασία. Επισημαίνεται ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν δημιουργείται με την αιτούμενη τροποποίηση οποιοδήποτε ανυπέρβλητο εμπόδιο ή τέτοια ζημιά στα συμφέροντα της Ενάγουσας ή τέτοιος δυσμενής επηρεασμός που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα τη στιγμή μάλιστα που η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα αρχίσει. Δυσμενής επηρεασμός, αν δεν καταδειχθεί με στοιχεία, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα ύπαρξής του. Το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακή πίστη. Όμως, η καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος που προβλέπει το δικαίωμα διαδίκου να τύχει δίκης σε εύλογο χρόνο. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι ένας διάδικος αποκλείεται από του να εγείρει αίτημα τροποποίησης αν αυτό θεωρείται δικαιολογημένο διότι η γενικότερη αρχή είναι ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει πάνω σε όλα τα επίδικα θέματα που νομότυπα εγείρονται ενώπιον του πριν την έκδοση της τελικής απόφασης.[10] Είναι γεγονός ότι έχει, λόγω της καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης, προκύψει καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης στην οποία βεβαίως έχει συντείνει και η καταχώριση ένστασης από την πλευρά της Ενάγουσας, ως βεβαίως είχε δικαίωμα να πράξει. Η έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει μία ακόμα μικρή καθυστέρηση μέχρι την ολοκλήρωση των τροποποιημένων δικογράφων πλην όμως δεν είναι τέτοιας μορφής που να τίθεται θέμα εκτροχιασμού της πορείας της υπόθεσης δεδομένου και του γεγονότος ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα αρχίσει. Να τονίσω στο σημείο αυτό ότι, ενώ το Δικαστήριο κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, κρίσιμος, τελικά, παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Ούτε τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να δείχνουν ότι με την καθυστέρηση που έχει, εκ των πραγμάτων, σημειωθεί δημιουργούνται ανυπέρβλητα προβλήματα, ώστε να επηρεάζονται ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα της Ενάγουσας. Ούτε διαπιστώνεται από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε σκόπιμη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτηση με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, οι σχετικοί λόγοι ένστασης είναι απορριπτέοι και απορρίπτονται. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τα όσα τέθηκαν σε σχέση με το ζήτημα της κακοπιστίας στο οποίο δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση τόσο στην ένορκη δήλωση της ΛΓ όσο και στα όσα προφορικά μέσω της αγόρευσης της επεσήμανε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχει νομολογηθεί ότι για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη.[11] Στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχω εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας περί ύπαρξης κακοπιστίας. Ειδικότερα, σε σχέση με το ζήτημα αυτό έγινε εκτενής αναφορά από την ΛΓ στην αγωγή 1930/2017 η οποία εκκρεμούσε μέχρι πρόσφατα (ήτοι μέχρι και τις 23/11/20 που απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ως εγκαταλειφθείσα σύμφωνα με το Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της ΛΓ). Πρόκειται για μία αγωγή που είχε καταχωριστεί από τον Εναγόμενο στην παρούσα αγωγή εναντίον της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή και εναντίον της Εταιρείας. Αξιωνόταν στο πλαίσιο της ρηθείσας αγωγής η έκδοση αναγνωριστικής απόφασης ότι η Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή και η Εταιρεία υποχρεούνται με βάση το επίδικο πωλητήριο έγγραφο να παραδώσουν στον Εναγόμενο στην παρούσα αγωγή και ενάγοντα στην αγωγή 1930/17 το διαμέρισμα που είχε πωληθεί σε αυτόν με το επίδικο πωλητήριο έγγραφο, ειδική εκτέλεση του εν λόγω πωλητηρίου εγγράφου και αποζημιώσεις για παράβαση του πωλητηρίου εγγράφου. Αυτό όμως το οποίο στην πραγματικότητα αναδύεται από τα όσα με αχρείαστα εκτενή τρόπο τέθηκαν από τη ΛΓ στο πλαίσιο της ένστασης της στην υπό κρίση Αίτηση προς υποστήριξη του ισχυρισμού της περί κακόπιστης συμπεριφοράς του Εναγόμενου είναι ότι το βασικό παράπονο της Ενάγουσας είναι ότι σε κάποιο στάδιο ο Αιτητής φαίνεται να προωθούσε παράλληλα τόσο την ανταπαίτηση στην υπό κρίση υπόθεση όσο και τις απαιτήσεις του στην Αγωγή 1930/2017 μέρος των οποίων ήταν σε κάποιο βαθμό ταυτόσημες με την ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή αφού και στις δύο αγωγές υπήρχε αξίωση για ειδική εκτέλεση του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου καθώς και για αποζημιώσεις για παράβαση του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου. Αξιοσημείωτο όμως είναι το γεγονός ότι η Ενάγουσα στην παρούσα υπόθεση όπως η ίδια ευθαρσώς δηλώνει στην ένορκη της δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης της εμφανιζόταν στην Αγωγή 1930/2017 χωρίς να είχε προωθηθεί οποτεδήποτε είτε στην εν λόγω αγωγή είτε στην παρούσα αγωγή οποιοδήποτε διάβημα για διαγραφή ή παραμερισμό οποιωνδήποτε αξιώσεων που προωθούνταν κατά την ίδια με τρόπο καταχρηστικό εκ μέρους του Εναγόμενου. Επομένως, ακόμα και να εγειρόταν οποιοδήποτε ζήτημα κατάχρησης ενόσω αυτές οι δύο αγωγές εκκρεμούσαν, αφενός δεν φαίνεται να είχε ληφθεί οποιοδήποτε σχετικό προς τούτο διάβημα από οποιονδήποτε διάδικο στο κατάλληλο στάδιο και αφετέρου, η αγωγή 1930/2017 έχει ήδη απορριφθεί. Ούτε προβλήθηκε ότι ο λόγος που προωθήθηκε η υπό κρίση Αίτηση στο παρόν στάδιο είναι το γεγονός της απόρριψης της αγωγής 1930/2017, ούτε ότι επιχειρείται να γίνει προσθήκη στην παρούσα αγωγή ισχυρισμών που είχαν τεθεί στην αγωγή 1930/2017 επειδή η αγωγή 1930/2017 απορρίφθηκε και ούτε άλλωστε προκύπτει κάτι τέτοιο από μία απλή ανάγνωση των δικογραφημένων ισχυρισμών στην αγωγή 1930/2017. Συνακόλουθα, οι σχετικοί λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Περαιτέρω, ενώ προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι σε περίπτωση έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης δεν θα είναι σε θέση η Ενάγουσα να παρουσιάσει μαρτυρία για να αντικρούσει γεγονότα, πέραν της γενικότητας και μη εξειδίκευσης της ρηθείσας αναφοράς, αυτή δεν συνάδει με την αναφορά που γίνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην οποία η ΛΓ αναφέρει (χωρίς και πάλι οποιαδήποτε εξειδίκευση) ότι θα πρέπει η ίδια να υποβληθεί στην καταβολή επιπρόσθετων εξόδων και ταλαιπωρίας για την ετοιμασία νέας μαρτυρίας προς αντίκρουση των ισχυρισμών. Και αυτό γιατί αυτή η αναφορά ουσιαστικά επιβεβαιώνει ότι η Ενάγουσα έχει τη δυνατότητα, παρά την όποια κατ' ισχυρισμό ταλαιπωρία, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν εξειδικεύθηκε με οποιοδήποτε τρόπο, να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία ήθελε κρίνει η ίδια απαραίτητη κατά την ακροαματική διαδικασία. Επιπρόσθετα, η ΛΓ γενικά και αόριστα αναφέρει ότι η κατάσταση πραγμάτων έχει διαφοροποιηθεί λέγοντας ότι κάποια μαρτυρία πλέον είναι αδύνατο να εισαχθεί χωρίς και πάλι να εξειδικεύεται αυτή η αναφορά η οποία ούτως ή άλλως βρίσκεται σε αντίθεση με την προηγούμενη τοποθέτηση της περί πρόκλησης απλώς ταλαιπωρίας και εξόδων στην ετοιμασία της μαρτυρίας. Συνακόλουθα, τα όσα επί του προκειμένου ισχυρίστηκε η Ενάγουσα ως λόγους μη έγκρισης του υπό κρίση αιτήματος είναι, για τους λόγους που εξήγησα, απορριπτέα και απορρίπτονται. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τους λόγους ένστασης που συναρτώνται με τη θέση της Ενάγουσας περί επιδίωξης εισαγωγής άσχετων με τα επίδικα θέματα ισχυρισμών καθώς και εισαγωγής νέας βάσης ανταπαίτησης. Για να καταστεί ευκολότερα κατανοητή η προσέγγιση και κατάληξη του Δικαστηρίου επί του επίμαχου ζητήματος θα πρέπει να γίνει μία αναφορά σε μέρος των υφιστάμενων δικογραφημένων ισχυρισμών αμφότερων των διαδίκων. Η Ενάγουσα, στην Έκθεση Απαίτησης της ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η Εταιρεία με την οποία η ίδια συμβλήθηκε και με την οποία συμφωνήθηκε όπως της παραχωρήσει η Ενάγουσα το υπό την ιδιοκτησία της κτήμα για να το αξιοποιήσει η Εταιρεία με αντάλλαγμα την αντιπαροχή δύο διαμερισμάτων δεν προχώρησε στην ολοκλήρωση της οικοδομής επειδή οι αγοραστές των διαμερισμάτων μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενος δεν εκπλήρωναν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, ισχυρισμό τον οποίο αρνείται ο Εναγόμενος με την υφιστάμενη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση στην οποία δικογραφεί συγκεκριμένο ποσό το οποίο κατέβαλε σε σχέση με το επίδικο διαμέρισμα το οποίο μάλιστα ανταπαιτεί από την Ενάγουσα. Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση επιδιώκεται τόσο η διαφοροποίηση του ρηθέντος ποσού (από €61.900 σε €86.403) όσο και η προσθήκη ισχυρισμού ότι η Ενάγουσα εκμεταλλεύεται την οικοδομή που χτίστηκε στο επίδικο οικόπεδο από την Εταιρεία με χρήματα τόσο του Εναγόμενου όσο και των αγοραστών των λοιπών διαμερισμάτων οι οποίοι κατά τη θέση που επιδιώκεται να δικογραφηθεί συνέβαλαν τόσο στην ανέγερση των διαμερισμάτων όσο και στην υπεραξία που κατ' ισχυρισμό απέκτησε το επίδικο οικόπεδο, με αποτέλεσμα να πλουτίζει, σύμφωνα με τη θέση του Εναγόμενου, αδικαιολόγητα η Ενάγουσα. Η Ενάγουσα δικογραφικά επικαλείται επίσης ακυρότητα του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου λόγω μη κατοχής της απαραίτητης άδειας εργολήπτη από την Εταιρεία και επιδιώκεται να δικογραφηθεί από τον Εναγόμενο ότι σε περίπτωση ύπαρξης οποιασδήποτε παρανομίας ή ακυρότητας σε αυτήν εμπλέκεται και η Ενάγουσα η οποία συνυπέγραψε το επίδικο πωλητήριο έγγραφο. Περαιτέρω, με την υφιστάμενη Ανταπαίτηση προωθείται απαίτηση για επιστροφή παντός καταβληθέντος ποσού και διαζευκτικά, μεταβίβαση αναλογικού μεριδίου της οικοδομής. Περαιτέρω, αξιώνεται η επιδίκαση νόμιμων αποζημιώσεων για παράβαση του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου και ειδική εκτέλεση του πωλητηρίου. Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση της Ανταπαίτησης επιδιώκεται αυτή να περιοριστεί σε αξίωση για το ποσό που καταβλήθηκε από τον Εναγόμενο στο πλαίσιο του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου και σε αξίωση για μεταβίβαση αναλογικού μεριδίου του επίδικου οικοπέδου. Περαιτέρω, επιδιώκεται να δικογραφηθεί και το νομικό πλαίσιο στο οποίο φαίνεται να θεωρεί η πλευρά του Εναγόμενου ότι εντάσσονται οι ρηθείσες αξιώσεις, ήτοι σε ότι αφορά την απαίτηση για καταβολή του χρηματικού ποσού ύψους €86.403 «βάσει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή του δικαίου της αποκατάστασης»[12] και σε ότι αφορά την αξίωση για μεταβίβαση αναλογικού μεριδίου της οικοδομής «ως αποτέλεσμα εξ επαγωγής εμπιστεύματος».[13] Στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745 επισημάνθηκε ότι στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, ενέργεια η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία.[14] Στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 817 τονίστηκε επίσης ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος με την επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά. Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, και έχοντας ήδη αναφερθεί και συνοψίσει πιο πάνω μέρος των δικογραφημένων θέσεων αμφότερων των διαδίκων, δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση της Ενάγουσας ότι επιδιώκεται η εισαγωγή άσχετων ζητημάτων. Σε ότι αφορά τη θέση περί εισαγωγής νέας βάσης ανταπαίτησης, διαπιστώνω ότι αυτό το οποίο στην ουσία επιδιώκεται με την αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι η εισαγωγή νέας βάσης ανταπαίτησης αλλά η ένταξη των ήδη δικογραφημένων αξιώσεων στο ορθό, κατά την πλευρά πάντα του Εναγόμενου, νομικό πλαίσιο. Περαιτέρω, σε ότι αφορά το ζήτημα του αδικαιολόγητου πλουτισμού επιδιώκεται με την αιτούμενη τροποποίηση να εξειδικευθεί δικογραφικά από απόψεως γεγονότων η θέση περί αδικαιολόγητου πλουτισμού της Ενάγουσας. Είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να επιτραπεί στην πλευρά του Εναγόμενου να εντάξει τις αξιώσεις του στο ορθό, κατά τον ίδιο, νομικό πλαίσιο σε αυτό το στάδιο έτσι ώστε να έχει και η πλευρά της Ενάγουσας την ευκαιρία να τοποθετηθεί επί αυτών, αφού άλλωστε, είναι καλά εμπεδωμένη η αρχή ότι ακόμα και στις περιπτώσεις που η απαίτηση δεν εδράζεται στην υπό τις περιστάσεις ορθή νομική αξίωση, όπου υπάρχει το αναγκαίο υποστηρικτικό πλαίσιο γεγονότων, το Δικαστήριο, εν ανάγκη, στην προσπάθεια του να αποδώσει δικαιοσύνη έχει τη δυνατότητα να εντάξει την υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να αποδώσει θεραπεία (KennedyHotels v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400). Εν προκειμένω, με την αιτούμενη τροποποίηση της ανταπαίτησης, επιδιώκεται να ενταχθούν οι ήδη δικογραφημένες αξιώσεις του Εναγόμενου εναντίον της Ενάγουσας, στο ορθό, σύμφωνα πάντα με την πλευρά του Εναγόμενου, νομικό πλαίσιο. Ακόμα όμως και να τίθετο ζήτημα εισαγωγής νέας βάσης ανταπαίτησης, τότε και πάλι η υπό κρίση Αίτηση δεν θα οδηγείτο σε απόρριψη καθότι δεν έχει διαφανεί ότι κάτι τέτοιο έχει οποιεσδήποτε συνέπειες και δη καταλυτικές για την αντίδικη πλευρά. Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει πιο πάνω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης (με εξαίρεση το μέρος της αίτησης στο οποίο αναφέρομαι πιο κάτω) αφού αυτή κρίνεται αναγκαία για τον ακριβή προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν προκαλείται εν προκειμένω τέτοια ζημιά ή αδικία στην πλευρά της Ενάγπυσας η οποία να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλη διαταγή σε σχέση με τα έξοδα τη στιγμή μάλιστα που δεν έχει ακόμα αρχίσει η ακροαματική διαδικασία και από τη στιγμή που η Ενάγουσα θα έχει τη δυνατότητα να τοποθετηθεί δικογραφικά μέσω της τροποποιημένης απάντησης και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Από την άλλη, η έγκριση του υπό κρίση αιτήματος θα θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλες τις λεπτομέρειες των επίδικων ζητημάτων που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση και είναι επομένως προς όφελος της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση. Σε ότι αφορά το μέρος της αίτησης που αφορά την τροποποίηση της παραγράφου 12 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης (πρόκειται για το αιτητικό Α (δ) της υπό κρίση Αίτησης) κρίνω ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση είναι αχρείαστη αφού αυτή δεν προσθέτει οτιδήποτε στην ήδη δικογραφημένη εκ μέρους του Εναγόμενου άρνηση της θέσης της Ενάγουσας ότι αυτή δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση καταβολής φορολογικών κεφαλαιουχικών υποχρεώσεων, φόρων και επιβαρύνσεων έναντι του Εναγόμενου. Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω και συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ του Εναγόμενου - Αιτητή. Συνεπώς, εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ως η παράγραφος Α της υπό κρίση Αίτησης με εξαίρεση το σημείο (δ) της παραγράφου Α. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος Διατάγματος και τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην ανταπαίτηση εντός 30 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Η σύνταξη του διατάγματος να ζητηθεί εντός δύο ημερών από σήμερα. Λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα της παρούσας Αίτησης αλλά και του κανόνα ότι ο διάδικος που ζητά την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης (costs thrown away), τα έξοδα της παρούσας Αίτησης καθώς επίσης και όσα έξοδα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation
(2013)1 (Α) Α.ΑΔ 543, Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 33, 36, 37. [2] Μάκης Σαββίδης ν Αυγής Π. Μαθηκολώνη - Πουργουρίδου, ΄Εφεση Αρ. 5/2016, 15/2/2018, Λάμπη v. Alpha Bank Limited, Πολιτική Έφεση Αρ.: 372/2012, ημερ. 26/3/2019, Forcan v. Hemslade Trading Ltd, Πολιτική Εφεση Αρ. 43/2013, ημερ. 6/11/2018 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016, ECLI:CY:AD:2016:A87), Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ 934) στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd. v. Associated Newspapers Ltd
(1970)1 All E.R. 754 [3] Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ 426. [4] Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά., Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014, Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 817 [5] Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44 [6] Astor Co κ.ά. v. A & G Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). [7] Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745 Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707, Ετήσια Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) του 1958 στη σελ. 624. [8] Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24, Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11 [9]
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44. [10] Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1985 σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφων: «General principles for grant of leave to amend. It is a guiding principle of cardinal importance on the question of amendment that, generally speaking, all such amendments ought to be made ´ for the purpose of determining the real question in controversy between the parties to any proceedings or of correcting any defect or error in any proceedings´ (see per Jenkins LJ in G.L. Baker Ltd v. Medway Building & Supplies Ltd
(1958)1 W.L.R. 1216, p.1231;
(1958)3 All E.R. 540 p. 546). It is a well established principle that the object of the Court is to decide the rights of the parties, and not to punish them for mistakes they make in the conduct of their cases by deciding otherwise than in accordance with their rights. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach the court not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace.. It seems to be that as such as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right (per Bowen LJ in Cropper v. Smith
(1883)26 Ch. D. 700, pp 710-711, with which observations A.L. Smith LJ expressed ´emphatic agreement´ in Shoe Machinery Co v. Cultan
(1896)1 Ch. 108, p.112)". [11] Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν ΓΕ
(2012)1Α ΑΑΔ 745, 751 και Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A. & G. Leventis & Company
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). [12] Παράγραφος 15 Α της προτεινόμενης ανταπαίτησης. [13] Παράγραφος 15 Β της προτεινόμενης ανταπαίτησης. βλ. επίσης Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707. [14] cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο