← Κύπρος

Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της υπό διάλυση εταιρείας Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ κ.α.,

Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της υπό διάλυση εταιρείας Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ κ.α., Αρ. Αγωγής: 17/19, 26/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A163 Αρ. Αγωγής: 17/19 Μεταξύ:

  1. Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της υπό διάλυση εταιρείας Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ
  2. Dora Holdings Ltd
  3. [ ] Παπαχριστοφόρου
  4. [ ] Παπαχριστοφόρου ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης [ ] ([ ]) Κώστα Χουρρίδου Παπαχριστοφόρου Εναγόντων και
  5. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ
  6. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
  7. CAC Coral Limited Εναγομένων Αίτηση ημερ. 11.9.2020 υπό εναγόντων - αιτητών για προδικασία νομικού σημείου Ημερομηνία: 26 Απριλίου 2022 Για ενάγοντες - αιτητές: κος Παναγιώτης Μακρίδης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: κος Σωτήρης Δράκος για Σωτήρης Δράκος Δ.Ε.Π.Ε ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγοντες αιτούνται διάφορες δηλωτικές αποφάσεις με τις οποίες να διασαφηνίζεται το υπόλοιπο ποσόν που οφείλουν στους εναγομένους, το οποίο επιδικάστηκε σε προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες. Αιτούνται επίσης διατάγματα με τα οποία να δηλώνεται ότι οι υποθήκες στα ακίνητα των εναγομένων 2 έως 4 είναι δεσμευμένες προς όφελος της ενάγουσας 1, μόνο για το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσόν και ότι οι ενάγουσες δεν δύνανται να προωθούν την εκτέλεση απόφασης στην αγωγή 2213/95 αφού έχει εξοφληθεί ολόκληρο το οφειλόμενο ποσόν. Περαιτέρω, οι ενάγοντες 2 - 4 ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δηλώνεται ότι ουδέν ποσόν οφείλουν προς τους εναγομένους και ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που τους δόθηκαν, ήταν εικονικές. Συνεπακόλουθα, οι εναγόμενοι οφείλουν να εξαλείψουν όλες τις εμπράγματες εξασφαλίσεις τους, συμπεριλαμβανομένων των επίδικων υποθηκών. Επιπλέον, σύμφωνα με το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, είναι διαζευκτική θέση των εναγόντων ότι το οφειλόμενο στην εναγομένη 1 τράπεζα ποσό, είναι κατά πολύ μικρότερο από το ποσό που οι εναγόμενοι απαιτούν. Επιπλέον, τα ενυπόθηκα ακίνητα έχουν πολλαπλάσια αξία από το κατά τη θέση τους, οφειλόμενο ποσό. Ως εκ τούτου θα πρέπει να διαταχθούν οι εναγόμενοι όπως (α) αποδεχθούν συμψηφισμό των οφειλών τους με τα ποσά που οι ενάγοντες θεωρούν ότι τους οφείλουν και (β) να υποχρεωθούν να εξαλείψουν τις εμπράγματες εξασφαλίσεις τους, τις οποίες οι εναγόμενοι διατηρούν παράνομα, κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους, εγείρουν μεταξύ άλλων τις πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις: (α) Η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας καθ' ότι όλες οι μεταξύ των διαδίκων διαφορές, έχουν επιλυθεί τελεσίδικα μέσα από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, (β) Λόγω ακριβώς της τελεσίδικης επίλυσης όλων των μεταξύ των διαδίκων διαφορών, με την παρούσα αγωγή ουσιαστικά οι ενάγοντες, αμφισβητούν τα ευρήματα και συμπεράσματα του Ανωτάτου Δικαστηρίου και επιχειρούν να επανανοίξουν και να επανεκδικάσουν τις όποιες διαφορές θεωρούν ότι υφίστανται μεταξύ των διαδίκων, κατά ρητή παράβαση του δημιουργηθέντος δεδικασμένου και (γ) Οι αιτούμενες θεραπείες των εναγόντων δεν είναι ζητήματα που μπορούν να εκδικασθούν στα πλαίσια αγωγής, αλλά άπτονται της εκτέλεσης των αποφάσεων που έχουν ήδη εκδοθεί και ως εκ τούτου, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και να αποδώσει τις όποιες θεραπείες που αξιώνονται από τους ενάγοντες. Ακολούθως, οι εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν την προδικαστική εκδίκαση των πιο πάνω ενστάσεων τους. Οι ενάγοντες έφεραν ένσταση στο εν λόγω αίτημα. Το Δικαστήριο αποδέχθηκε το αίτημα για προδικαστική εκδίκαση για τους λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφαση μου, ημ. 7.1.
  8. Στην συνέχεια, οι συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων Αγορεύσεις. Για σκοπούς προδικαστικής εκδίκασης των πιο πάνω ενστάσεων, οι συνήγοροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις με οδηγίες του Δικαστηρίου. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον μου, επεξηγώντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Θεωρώ σκόπιμο στο στάδιο αυτό να παραθέσω σύνοψη την επιχειρηματολογίας των συνηγόρων όπως προκύπτει από τις πιο πάνω εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους ώστε να γίνουν πλήρως κατανοητά τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Η αγόρευση του συνηγόρου για τους εναγομένους: Ο συνήγορος για τους εναγομένους στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι με βάση την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου που επέτρεψε την προδικαστική εκδίκαση των ενστάσεων των εναγομένων για να αποφασισθεί αν αυτές ευσταθούν, θα πρέπει να εξεταστούν οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των εναγόντων, σε συνάρτηση πάντοτε με τα όσα αποφασίσθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Dora Holdings Ltd κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ. (Αρ. 2)

(2010)1 ΑΑΔ 1605 και Λούκος Λτδ. (Εμπορική Εταιρεία υπό εκκαθάριση) κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1 Α.Α. Δ
  1. Σημειώνεται δε ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες παραπέμπουν στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα τους, στις εν λόγω αποφάσεις. Κατά τον συνήγορο, ο κύριος ισχυρισμός αλλά και αιχμή του δόρατος όλων των θέσεων των εναγόντων, είναι το επιχείρημα περί πλασματικών και εικονικών πιστωτικών διευκολύνσεων, που λόγω ακριβώς αυτής της εικονικότητας θα πρέπει να εξαλειφθούν και οι ενάγοντες να απαλλαγούν των υποχρεώσεων τους. Όμως, το ζήτημα της κατ' ισχυρισμό εικονικότητας των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και υποθηκών καθώς και του κατά πόσον οι ενάγοντες 2 μέχρι 4 ευθύνονται προσωπικά, έχει αποφασισθεί κατά τον συνήγορο τελεσίδικα, στην υπόθεση Dora Holdings (ανωτέρω). Ο συνήγορος παρέπεμψε σε εκτεταμένα αποσπάσματα της εν λόγω απόφασης, προκειμένου να αιτιολογήσει τον ισχυρισμό του ότι το Εφετείο, ασχολήθηκε επισταμένως και εξέδωσε την τελεσίδικη ετυμηγορία του για αυτά τα ζητήματα. Κατά τον συνήγορο με δεδομένη την πιο πάνω τελεσίδικη και αυθεντική ετυμηγορία του Ανώτατου Δικαστηρίου, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία ούτε εξουσία να εξετάσει τις θεραπείες που αξιώνονται με την παρούσα αγωγή, ήτοι κατά πόσον οι συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων και υποθηκών είναι εικονικές και πλασματικές ή ότι οι ενάγοντες 2 μέχρι 4 δεν ευθύνονται προσωπικά για τις οφειλές της ενάγουσας
  2. Τα όσα ζητήματα, προβάλλουν οι ενάγοντες μέσα από το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, έχουν κατά τον συνήγορο ήδη εξεταστεί αλλά και απορριφθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στις πιο πάνω αποφάσεις του, και ως εκ τούτου οι ενάγοντες κωλύονται λόγω δεδικασμένου να τα εγείρουν εκ νέου. Ο συνήγορος δέχθηκε ότι στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, οι ενάγοντες εγείρουν και διάφορους άλλους ισχυρισμούς. Υποστηρίζουν μεταξύ άλλων ότι τα ποσά που οφείλουν είναι πολύ μικρότερα και ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να αποδεχθούν συμψηφισμό των ποσών που τους οφείλονται με άλλα ποσά που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έχουν να παίρνουν. Και αυτές όμως οι θέσεις, έχουν κατά τον συνήγορο των εναγομένων ουσιαστικά αποφασισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο καθόρισε τελεσίδικά το ποσόν που οι ενάγοντες οφείλουν στην εναγομένη 1, σε σχέση με τις συναλλαγές των διάδικων. Εξ' άλλου κατά τον συνήγορο των εναγομένων, η ουσία της υπόθεσης των εναγόντων στην παρούσα, είναι ουσιαστικά η αμφισβήτηση (α) της νομιμότητας των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων και υποθηκών και (β) των οφειλομένων εξ' αποφάσεως χρεών τους, τα οποία ισχυρίζονται ότι είναι κατά πολύ μικρότερα. Ζητήματα που έχουν όμως ήδη αποφασιστεί τελεσίδικα από το Ανώτατο Δικαστήριο και δεν μπορούν να εξεταστούν εκ νέου. Επί της ουσίας, οι ενάγοντες σύμφωνα με τον συνήγορο, επαναφέρουν καταχρηστικά με την παρούσα αγωγή τους, τα ίδια ζητήματα και αξιώνουν από το παρόν Δικαστήριο να αναλάβει τριτοβάθμια δικαιοδοσία και να επανεξετάσει ζητήματα για τα οποία το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τελεσίδικα αποφανθεί. Όσον αφορά την απαίτηση για συμψηφισμό των οφειλομένων ποσών, είναι η θέση του συνηγόρου ότι και αυτή η βάση αγωγής είναι καταδικασμένη σε αποτυχία αφού ως γνωστόν, ο συμψηφισμός είναι έννοια άγνωστη στην Κυπριακή έννομη τάξη. Είναι ως εκ τούτου η θέση του συνηγόρου ότι οι δύο πρώτες προδικαστικές ενστάσεις ευσταθούν και το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει και να παραμερίσει την αγωγή αφού αυτή είναι καταχρηστική, και επιπλέον, οι ενάγοντες κωλύονται λόγω δεδικασμένου να εγείρουν εκ νέου τα επίδικα ζητήματα. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, ευσταθεί και η τρίτη προδικαστική ένσταση αφού τα εγειρόμενα με την αγωγή ζητήματα, αποτελούν θέματα εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων και το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να τα εκδικάσει Επί της ουσίας, οι ενάγοντες καλούν το παρόν Δικαστήριο αφενός μεν να ερμηνεύσει τις ήδη εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις, υπό την έννοια να αναλύσει και να προβεί σε μαθηματικές πράξεις των ποσών που επιδικάστηκαν εναντίον αλλά και υπέρ των εναγόντων, και αφετέρου αφού καταλήξει στα ποσά τότε να προβεί σε εύρημα ότι οι δικαστικές αποφάσεις έχουν εξοφληθεί εν όλω (όσον αφορά την αγωγή 2213/91) ή εν μέρει (όσον αφορά τα υπόλοιπα εξ' αποφάσεως χρέη) και να διατάξει τους εναγομένους όπως αποδεχθούν συμψηφισμό των υπολοίπων που τους οφείλονται και να εξαλείψουν τις επίδικες υποθήκες αφού αυτές έχουν κατ' ισχυρισμό εξοφληθεί. Είναι η θέση του συνηγόρου ότι πέραν του γεγονότος ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία και δικαιοδοσία να διατάξει συμψηφισμό οφειλών, τα όσα ζητήματα εγείρουν οι ενάγοντες αναφορικά με το ύψος των οφειλομένων εξ' αποφάσεως χρεών αλλά και των πληρωμών που έγιναν (όπως για παράδειγμα στην αγωγή 2213/95) δεν είναι θέματα που μπορούν να εκδικασθούν από το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια αγωγής. Αντίθετα, αποτελούν ζητήματα που άπτονται της εκτέλεσης των ήδη εκδοθέντων δικαστικών αποφάσεων, που ως τέτοια εκφεύγουν την δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Με άλλα λόγια, είναι η θέση του συνηγόρου ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αποφανθεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής κατά πόσον τα εξ' αποφάσεως χρέη των εναγόντων έχουν εξοφληθεί. Τα ζητήματα αυτά και η εξουσία επίλυσης τους, βρίσκεται αποκλειστικά και μόνο στους ώμους των Δικαστηρίων που εξέδωσαν αυτές τις αποφάσεις και στα πλαίσια των αγωγών που εκδίκασαν. Στις διαδικασίες εκτέλεσης των αποφάσεων αυτών που θα ληφθούν εντός των αγωγών όπου και εκδόθηκαν οι δικαστικές αποφάσεις, μπορούν να τεθούν ζητήματα εξόφλησης και όχι στα πλαίσια νέας αγωγής. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο συνήγορος των εναγομένων κάλεσε το Δικαστήριο όπως αποδεχθεί τις εγερθείσες προδικαστικές ενστάσεις και παραμερίσει την παρούσα αγωγή με έξοδα υπέρ των εναγομένων Η αγόρευση του συνηγόρου για τους ενάγοντες. Ο συνήγορος των εναγόντων, στην δική του αγόρευση ανέφερε ότι στην παρούσα αγωγή, οι ενάγοντες δεν αμφισβητούν τα ευρήματα του Εφετείου. Συγκεκριμένα: · δεν ισχυρίζονται ότι υπήρχε παράνομη διαδικασία ως προς τον δανεισμό τους, · δεν ισχυρίζονται ότι οι υποθήκες που εγγράφηκαν δεν είναι έγκυρες, ούτε αμφισβητούν τον μηχανισμό που χρησιμοποιούσαν οι εναγόμενοι και τον οποίο εξήγησε αναλυτικά το Εφετείο στις σχετικές αποφάσεις του, · δεν εγείρουν ζητήματα παρανόμων χρεώσεων, · ούτε γενικά ισχυρίζονται όσα προσπαθούν οι εναγόμενοι να τους καταλογίσουν για να εφαρμοστούν οι κανόνες του δεδικασμένου και/ή της κατάχρησης της διαδικασίας. Αντιθέτως, με την έκθεση απαίτησης τους, οι ενάγοντες δέχονται ότι υπάρχουν δικαστικές αποφάσεις που καθορίζουν τα χρέη των εναγόντων προς τους εναγόμενους. Όμως παρά το γεγονός ότι πρόκειται για θέματα λογαριασμών, οι εναγόμενοι συνεχίζουν να απαιτούν φανταστικά οφειλόμενα ποσά, πέραν των €9.714.679,99 ότι δήθεν τους οφείλουν οι ενάγοντες, με κύριο σκοπό να κατακρατούν εγκλωβισμένη τη περιουσία των εναγόντων 2 -
  3. Οι εναγόμενοι αρνούνται να παρουσιάσουν λογαριασμούς δυνάμει των πιο πάνω αποφάσεων του Δικαστηρίου και επιμένουν σε απαιτήσεις που δεν προκύπτουν από τις εν λόγω αποφάσεις. Ο τρόπος με τον οποίο επιμένουν οι εναγόμενοι να συνυπολογίζουν τα δάνεια στο χαρτί, επιπρόσθετα των υποχρεώσεων της ενάγουσας 1 εταιρείας, παραβιάζει κατά τον συνήγορο το αναφαίρετο δικαίωμα των εναγόντων 2 - 4 δυνάμει της αρχής «equity of redemption» και των περιουσιακών τους δικαιωμάτων που προστατεύονται από το Σύνταγμα. Αυτή η βάση αγωγής, ουδέποτε εκδικάστηκε και ούτε μπορούσε να αποτελέσει μέρος προηγούμενης διαδικασίας αφού οι ενάγοντες βασίζονται για να την αποδείξουν, στις προηγούμενες αποφάσεις των Δικαστηρίων και ιδιαίτερα στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Dora Holdings Ltd κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ. (Αρ. 2)
(2010)1 ΑΑΔ
  1. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε ως εκ τούτου από τους ενάγοντες για να προωθήσουν την υπό κρίση απαίτηση τους ως προς την αδικία που υφίστανται και την παραβίαση των δικαιωμάτων τους. Και αυτό επειδή έτσι απλά οι εναγόμενοι αρνούνται μέχρι σήμερα να παρουσιάσουν λογαριασμούς στη βάση των αποφάσεων των Δικαστηρίων. Δεν είναι τυχαίο που στις διάφορες αιτήσεις που ακολούθησαν των αποφάσεων δεν παρουσιάστηκε κατά τον συνήγορο, κανένας λογαριασμός από τους εναγομένους. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι είναι οι ίδιοι οι εναγόμενοι που παραβιάζουν τις προηγούμενες αποφάσεις του Εφετείου, αφού με υπεράσπιση τους στην παρούσα, αποκαλύπτουν ξεκάθαρα ότι δεν αποδέχονται τις αποφάσεις αυτές δεν τις σέβονται και επιμένουν να κάνουν λογαριασμούς όπως οι ίδιοι πιστεύουν. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε, ότι στην ουσία οι ενάγοντες ζητούν από το παρόν Δικαστήριο, να βασιστεί στις αποφάσεις του Εφετείου και να εξετάσει την θέση τους ότι οι εναγόμενοι κατακρατούν την ακίνητη περιουσία τους παράνομα χωρίς να δίνουν λογαριασμούς. Το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση έχει κατά τον συνήγορο δικαιοδοσία να ακούσει τα αιτήματα των εναγόντων, επειδή η υπόθεση τους βασίζεται σε αγώγιμο δικαίωμα, το οποίο ουδέποτε εγέρθηκε προηγουμένως, αλλά αντίθετα βασίζεται στις ήδη εκδοθείσες αποφάσεις μεταξύ των μερών. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι οι ενάγοντες 2 - 4 με την έκθεση απαίτησης τους, αξιώνουν μεταξύ άλλων στην παράγραφο 32, απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου όπως οι εναγόμενοι αποδεχτούν συγκεκριμένο ποσό προς εξόφληση με την ταυτόχρονη απαλλαγή και/ή εξάλειψη των υποθηκών. Πρόκειται κατά τον συνήγορο για το δικαίωμα της επιείκειας redemption που διατηρούν οι ενάγοντες 2 -
  2. Η εν λόγω αγωγή είναι καλά θεμελιωμένη στην κυπριακή νομολογία και αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του κάθε ενυπόθηκου οφειλέτη και ενυπόθηκου εγγυητή. Μάλιστα είναι τόσο σημαντική αυτή η ιδιότητα που το δίκαιο της επιείκειας αναγνωρίζει αυτόματα το δικαίωμα του εν λόγω προσώπου για σκοπούς διάσωσης της υποθηκευμένης περιουσίας του, να απαιτεί και να λαμβάνει λογαριασμούς του τρέχοντος δανείου που συνδέεται με την υποθήκη. Δεν τίθεται ως εκ τούτου κατά τον συνήγορο, θέμα απόφασης ομόβαθμου Δικαστηρίου ή μετατροπής του παρόντος Δικαστηρίου σε Εφετείο αφού δεν υπάρχει ζήτημα δεδικασμένου και ούτε οι ενάγοντες αξιώνουν επανάνοιγμα ήδη εκδικασθέντων θεμάτων. Ο συνήγορος σχολίασε και την θέση των εναγομένων ότι οι θεραπείες της αγωγής συνιστούν ζητήματα που μπορούν να τεθούν στην διαδικασία εκτέλεσης των αποφάσεων. Ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες, έχουν κάθε δικαίωμα να αποταθούν στο Δικαστήριο για να διασώσουν την περιουσία τους όταν ο δανειστής τους καταχράται τις διαδικασίες, δεν δίνει λογαριασμούς και δεν σέβεται την δεσμευτικότητα των θεμάτων που εκδικάστηκαν. Θα ήταν παράλογο και άδικο κατά τον συνήγορο, οι ενάγοντες να αναμένουν εσαεί τους εναγόμενους να αποφασίσουν να δώσουν λογαριασμούς, στην βάση των αποφάσεων του Δικαστηρίου για να τους εξοφλήσουν και να αποδεσμεύσουν την περιουσία τους με σκοπό να την εκμεταλλευτούν. Εδώ εστιάζεται η βάση της παρούσας αγωγής που είναι η παραβίαση του δικαιώματος των εναγόντων να έχουν πρόσβαση στην περιουσία τους. Ειδικότερα το δικαίωμα αυτό των εναγόντων 2 - 4, παραβιάζεται με την μη επιστροφή της περιουσίας τους δια της απόκρυψης λογαριασμών και επίσης δια των φερόμενων υπέρογκων ποσών πέραν των €9.000.000, τα οποία είναι αυθαίρετα, φανταστικά και κατά παράβαση των αποφάσεων που εκδόθηκαν από το Δικαστήριο. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι οι εναγόμενοι αρνούνται να αναγνωρίσουν την πιο σημαντική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Dora Holdings Ltd κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ. (Αρ. 2)
(2010)1 ΑΑΔ 1605 με βάση την οποία κατέληξε ότι οι εσωλογιστικοί λογαριασμοί, αποτελούν δάνεια στο χαρτί και ότι αυτό το οποίο παραμένει, είναι οι υποθήκες προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της ενάγουσας 1 εταιρείας. Ο συνήγορος διερωτήθηκε αν οι εναγόμενοι ετοίμασαν ποτέ λογαριασμούς στη βάση των αποφάσεων των Δικαστηρίων και που τους έχουν παρουσιάσει για να ελεγχθεί ο τρόπος με τον οποίο υπολόγισαν, τα ποσά που απαιτούν. Επίσης, γιατί μέχρι σήμερα δεν έχουν προχωρήσει σε καμία διαδικασία εκποίησης. Ήταν η τελική θέση του συνηγόρου ότι οι προδικαστικές ενστάσεις είναι εντελώς αβάσιμες και σκοπό έχουν να καθυστερήσουν τη διαδικασία, προκειμένου οι εναγόμενοι να μπορέσουν να εκποιήσουν τις υποθηκευμένες περιουσίες των εναγόντων 2 - 4 ενόψει και του γεγονότος ότι ο ενάγοντας 3 ευρίσκεται σε πολύ προχωρημένη ηλικία. Νομική πτυχή. Σε ό,τι αφορά τον κανόνα του δεδικασμένου, όπως έχει νομολογηθεί, απαιτείται η απόδειξη των πιο κάτω: · Να υπάρχει προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση. · Να υπάρχει ταύτιση των διαδίκων. · Να υπάρχει ταύτιση της ιδιότητας των διαδίκων. · Να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Μιχαήλ v. Σκουτελλάς
(2008)1 Α.Α.Δ 1125 και Θεοδώρου v. Μάντη
(2010)1 Α.Α.Δ 1036. Σχετικό είναι επίσης και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Halbury's Laws of England 3η έκδοση τόμος 15, παρ.336 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Estoppel of record or quasi of record arises where an issue of fact has been judicially determined in a final manner between the parties by a tribunal having jurisdiction, concurrent or exclusive, in the matter, and the same issue comes directly in question in subsequent proceedings between the same parties". Η αρχή του δεδικασμένου βασίζεται σε δύο βασικές αρχές. Ότι η τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς είναι προς όφελος του δημόσιου συμφέροντος και ότι κανένας δεν πρέπει να δικάζεται δύο φορές για το ίδιο θέμα. Για να ισχύει όμως δεδικασμένο, απαιτείται όπως το Δικαστήριο αποφανθεί στην πρώτη υπόθεση με τρόπο καθοριστικό επί της ουσίας των επιδίκων θεμάτων. Με αυτήν την έννοια δεν υπάρχει δεδικασμένο, στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο δεν έχει μορφώσει γνώμη και δεν αποφασίσει επί της ουσίας του επιδίκου θέματος της αρχικής διαδικασίας. Σχετική είναι η απόφαση KSR Comercio S.A v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ 309. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού παρέθεσε τις γενικές αρχές που ισχύουν στις περιπτώσεις δεδικασμένου, σημείωσε τα πιο κάτω: «Είναι, εντούτοις, απαραίτητη προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται και στην παραπάνω απόφαση, η μόρφωση και έκφραση γνώμης από το δικαστήριο με τρόπο καθοριστικό είτε σε ζήτημα νομικό είτε πραγματικό. Η ενασχόληση του δικαστηρίου με την ουσία του επίδικου θέματος είναι η βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata. Βλέπε Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, τόμος 16 παράγραφος 1529.» Έχει παρόλα αυτά νομολογηθεί ότι το δεδικασμένο δεν περιορίζεται μόνο στα ζητήματα που τέθηκαν και αποφασίστηκαν στην πρώτη διαδικασία. Παράλειψη διαδίκου να προβάλει στην αρχική διαδικασία όλα τα σχετικά με την υπόθεση θέματα, δημιουργεί επίσης δεδικασμένο. Στην ίδια απόφαση K.S.R. Commercio S.A. κ.α. v. Bluecoral Navigation Ltd (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα. «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου, η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε, ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίζει την υπόθεση ή υπεράσπιση του, δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο, ό,τι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι, η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα». Στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», Hippasus Publishing, Λευκωσία 2014, σελ. 914, συνοψίζονται ως ακολούθως οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή του κωλύματος λόγω δεδικασμένου: (α) Κώλυμα λόγω δεδικασμένου εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασισθεί δικαστικώς με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να το πράξει (R v. West
(1962)2 All ER624, R v. Kent Justices, Ex parte Machin
(1952)1 All ER 1123) και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων με την ίδια ιδιότητα (Alikhani ν. Προδρόμου κα
(2012)1 Α.Α.Δ 657, Thoday v. Thoday
(1964)1 All ER 341). (β) Η εφαρμογή του δεδικασμένου μπορεί να πάρει τη μορφή κωλύματος λόγω αιτίας αγωγής [cause of action estoppel] και κωλύματος που αφορά σε επίδικο θέμα [cause of issue estoppel] (Liberty Life Insurance Public Co Ltd v Terzian και τώρα Παναγιώτου, ΠΕ 151/10, ημερ.7.3.14, Θεοδώρου ν Μάντη
(2010)1(Β) Α.Α.Δ 1036, Υπουργός Εσωτερικών ν. Μυλωνά
(2002)1(Α) Α.Α.Δ 120). Ανεξαρτήτως αν η αρχή του δεδικασμένου βασίζεται σε κώλυμα λόγω αιτίας αγωγής ή σε κώλυμα που αφορά σε επίδικο θέμα, η εφαρμογή της προϋποθέτει την ύπαρξη των τεσσάρων πιο πάνω βασικών προϋποθέσεων, ήτοι να προηγήθηκε τελεσίδικη απόφαση, να υπάρχει ταύτιση διαδίκων, ταύτιση της ιδιότητας των διαδίκων και ταύτιση επίδικων θεμάτων. Όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν, διαφορετικά δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί δεδικασμένο (Κανάρης ν Λοϊζου κα
(2006)1Α Α.Α.Δ 599, Σοφοκλέους ν Ταβελούδη κα
(2002)1Α Α.Α.Δ 92). Αναφορικά με το θέμα της κατάχρησης δικαστικών διαδικασιών που προβάλουν οι εναγόμενοι, σχετική είναι η υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R, στην οποία επισημαίνεται ότι κάθε Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να παρεμποδίζει κατάχρηση οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας. Η εξουσία αυτή, αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ορίζεται μεταξύ άλλων, η υιοθέτηση από ένα διάδικο παράλληλων ένδικων μέσων για την επιδίωξη όμοιων σκοπών (βλ. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ 217). Στην απόφαση Beogradska
(1996)1 A.A.Δ 911, λέχθηκε ότι στις περιπτώσεις κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας με χρήση πολλαπλών ένδικων μέσων για επιδίωξη του ίδιου σκοπού, το Δικαστήριο έχει στην διάθεση του, τόσο το μέτρο της απόρριψης της αγωγής όσο και αυτό της αναστολής της (βλ. επίσης Έπαρχος Λευκωσίας ν. Αυγουστή κα
(2011)1Β Α.Α.Δ 1040). Σε αυτές τις περιπτώσεις εξετάζεται ο σκοπός και η εμβέλεια των δύο δικαστικών διαδικασιών. Όπως έχει νομολογηθεί, δεν στοιχειοθετείται κατάχρηση όταν οι δικαστικές διαδικασίες δεν είναι ταυτόσημες με την έννοια ότι δεν επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό και έχουν διαφορετικά επίδικα θέματα (βλ. Μιχαήλ ν. Δανού
(2008)1Α Α.Α.Δ 376). Επιπλέον, κατάχρηση συνιστά και η χρήση ενός δικονομικού μέσου για αλλότριο σκοπό. Έχει νομολογηθεί ότι δικαστική διαδικασία μπορεί να κατασταλεί ως καταχρηστική όποτε η προσεπίκληση της μολύνεται από αλλότρια κίνητρα (βλ. Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ 133, και Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Συμπεράσματα Στην παρούσα υπόθεση προκειμένου να αποφασιστεί κατά πόσον ευσταθούν οι προδικαστικές ενστάσεις των εναγομένων, θα πρέπει να εξεταστεί η βάση αγωγής και οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των εναγόντων όπως προκύπτουν από το κλητήριο ένταλμα σε συνάρτηση πάντοτε με τα όσα αποφασίσθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Dora Holdings Ltd κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ. (Αρ. 2)
(2010)1 Α.Α.Δ 1605 και Λούκος Λτδ (Εμπορική Εταιρεία υπό εκκαθάριση) κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1 Α.Α.Δ
  1. Είναι ξεκάθαρο κατά την κρίση μου από μελέτη των πιο πάνω υποθέσεων ότι έχουν επιλυθεί σε δεύτερο βαθμό και τελεσίδικα από το Εφετείο, όλες οι διαφορές των διαδίκων που σχετίζονται με την ερμηνεία των δανειακών συμβάσεων που χορηγήθηκαν από την εναγομένη 1 τράπεζα προς την ενάγουσα 1, με τις ενυπόθηκες εγγυήσεις των εναγόντων 2 -
  2. Έχει σαφώς απορριφθεί η θέση περί εικονικότητας και περί πλασματικού των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και υποθηκών που προέβαλαν οι ενάγοντες σε αυτές τις υποθέσεις. Ειδικά για την ευθύνη των εναγομένων 2 και 4, έγινε εκτενής αναφορά στην μεθοδολογία της εναγομένης 1 τράπεζας με την οποία κατοχυρωνόταν η εξασφάλιση των δανείων της ενάγουσας 1 με την υποθήκευση περιουσίας των εναγόντων 2 -
  3. Αυτό, με δεδομένο ότι η ενάγουσα 1 εταιρεία δεν μπορούσε να πάρει διευκολύνσεις, λόγω του ότι η ίδια δεν είχε περιουσία. Έτσι παραχωρείτο δάνειο στους ενυπόθηκους εγγυητές - ενάγοντες 2 - 4, το ποσό του οποίου κατατίθετο σε συγκεκριμένο λογαριασμό. Είναι ως εκ τούτου σαφές ότι οι καταθέσεις αυτές, προέρχονταν από δάνεια που η ίδια η τράπεζα έδωσε στους ενυπόθηκους εγγυητές προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων της ενάγουσας
  4. Παρότι η μεθοδολογία αυτή χαρακτηρίστηκε από το Εφετείο ως ιδιόρρυθμη και οι καταθέσεις ως «δάνεια στο χαρτί ή λογιστικά δάνεια», εντούτοις δεν έγιναν δεκτές οι θέσεις των εφεσειόντων (εναγόντων στην παρούσα), περί εικονικότητας των υπό κρίση δανειακών συμβάσεων και υποθηκών. Λέχθηκε συγκεκριμένα ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αντικειμενικός σκοπός των εν λόγω λογιστικών δανείων προς τους ενυπόθηκους εγγυητές, ήταν οι υπό κρίση υποθήκες που τα συνόδευαν, προς περαιτέρω εξασφάλιση της τράπεζας για τα δάνεια της ενάγουσας
  5. Λέχθηκε χαρακτηριστικά ότι πίσω από αυτά τα δάνεια στην ουσία ήσαν οι υποθήκες, οι οποίες εκποιούμενες θα αποπλήρωναν το δάνειο που δόθηκε για την κάλυψη των οφειλών της ενάγουσας
  6. Στις πιο πάνω αποφάσεις του Εφετείου δεν έγιναν επίσης δεκτές, οι θέσεις των εναγόντων για παραβίαση από την εναγομένη 1 των προνοιών του περί Τόκου Νόμου 2/
  7. Η καταληκτική θέση του Εφετείου στην υπόθεση Dora Holdings (ανωτέρω) με παραπομπή στην υπόθεση Λούκος (ανωτέρω) ήταν: « Σε συμφωνία με τη θέση της τράπεζας στο δικό της περίγραμμα αγόρευσης ενώπιον του Εφετείου, η αγωγή των εφεσειόντων και η παρούσα έφεση αποτελούν στην ουσία κατάχρηση του δικαιώματος τους να προσφεύγουν στα Δικαστήρια εφόσον ο τρόπος ενέργειας της τράπεζας σε πανομοιότυπες συνθήκες και μεταξύ των ιδίων ουσιαστικά διαδίκων, είχε κριθεί προηγουμένως ως απόλυτα ορθός.» Ο συνήγορος των εναγόντων στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα αγωγή, οι ενάγοντες δεν αμφισβητούν τις διαδικασίες δανεισμού, την νομιμότητα των επίδικων δανειακών συμβάσεων και υποθηκών, ούτε και εγείρουν ζητήματα παρανόμων χρεώσεων. Όμως στην παρ. 13 της έκθεσης απαίτησης στην παρούσα, αναφέρεται ξεκάθαρα ότι η θέση των εναγόντων είναι ότι τα δάνεια προς τους ενάγοντες 2 και 4 είναι άκυρα λόγω του ότι χαρακτηρίστηκαν από το Εφετείο ως «δάνεια στο χαρτί». Αμφισβητείται δηλαδή στην ουσία, η μεθοδολογία δανεισμού της ενάγουσας 1, παρότι ο συνήγορος των εναγόντων στην αγόρευση του, ανέφερε ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Και παρά το γεγονός, ότι το Εφετείο στις πιο πάνω αποφάσεις δεν δέχθηκε τις θέσεις για άκυρα ή εικονικά δάνεια και υποθήκες. Επιπλέον στην παράγραφο 13 της έκθεσης απαίτησης, αναφέρεται με παραπομπή στις πιο πάνω αποφάσεις του Εφετείου ότι τα «λογιστικά δάνεια» δεν δεσμεύουν τις επίδικες υποθήκες και ως εκ τούτου παράνομα οι εναγόμενοι δεν τις εξαλείφουν. Είναι ως εκ τούτου ξεκάθαρο ότι και στην παρούσα αγωγή όπως και στις πιο πάνω υποθέσεις που εκδικάστηκαν από το Εφετείο, αμφισβητείται η εγκυρότητα των υποθηκών. Η εγκυρότητα και η συνέχιση ισχύος των υπό κρίση υποθηκών, αμφισβητείται έμμεσα και στην παράγραφο 12 της έκθεσης απαίτησης, όπου αναφέρεται ότι ακόμη και στην περίπτωση που κριθεί ότι είναι έγκυρες και συνεχίζουν να υφίστανται, τότε θα πρέπει να αποφασιστεί ότι αυτές εξασφαλίζουν τα δάνεια της ενάγουσας 1 στο σύνολο τους. Δάνεια που κατά τους ενάγοντες έχουν εξοφληθεί. Πέραν τούτου, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εναγομένη 1, τους οφείλει διάφορα ποσά που συμποσούνται σε €226.419,
  8. Αυτό, παρότι παρόμοιοι ισχυρισμοί είχαν απορριφθεί στην υπόθεση Dora Holdings (ανωτέρω) όπου το Δικαστήριο σε πρώτο και δεύτερο βαθμό δεν αποδέχθηκε σχετική διεκδίκηση των εναγόντων 2, 3 και 4 στην παρούσα με την οποία απαιτούσαν από την εναγομένη 1, το ποσόν £1.273.122,
  9. Είναι γεγονός ότι στο κλητήριο ένταλμα, οι ενάγοντες εγείρουν και διάφορους άλλους ισχυρισμούς όπως την θέση για εξόφληση του χρέους της ενάγουσας 1 προ την εναγομένη 1 τράπεζα ή διαζευκτικά την θέση ότι μεγάλο μέρος του χρέους έχει εξοφληθεί και ότι οφείλεται ποσόν πολύ μικρότερο της αξίας των επίδικων ακινήτων αλλά και από αυτό που η τράπεζα διεκδικεί. Για αυτό και αιτούνται την απάλειψη των υποθηκών. Η θέση όμως αυτή στηρίζεται βασικά στην εσφαλμένη εντύπωση για ακυρότητα των λογιστικών δανείων, τα οποία εξασφάλιζαν οι επίδικες υποθήκες, που κατά συνέπεια είναι και αυτές άκυρες για τους ενάγοντες. Θέση όμως που δεν ευσταθεί για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω. Επαναλαμβάνω ότι σε καμία περίπτωση, οι πιο πάνω αποφάσεις του Εφετείου δεν αναφέρουν ότι τα λογιστικά δάνεια είναι άκυρα ή ότι οι υποθήκες εξασφαλίζουν μόνο αυτά τα λογιστικά δάνεια και όχι τις οφειλές των δανείων της ενάγουσας
  10. Αντιθέτως, είναι σαφές ότι τα λογιστικά δάνεια έγιναν με αποκλειστικό σκοπό να εξασφαλιστούν μέσω της υποθήκευσης της περιουσίας των εναγόντων 1 - 4, οι δανεικές οφειλές της ενάγουσας
  11. Είναι ορθή επί του προκειμένου η θέση του συνηγόρου για τους εναγόμενους ότι ανεξάρτητα κάποιων περαιτέρω ισχυρισμών, ο πυρήνας της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου για τους ενάγοντες, περιστρέφεται γύρω από την άρνηση της εγκυρότητας των επίδικων συμβάσεων και υποθηκών. Την νομιμότητα όμως των οποίων, επιβεβαίωσε το Εφετείο με τις πιο πάνω αποφάσεις του. Ως εκ τούτου δυνάμει της πιο πάνω νομολογίας, η περαιτέρω εξέταση τέτοιων θέσεων που προβάλουν οι ενάγοντες στην παρούσα δεν είναι επιτρεπτή λόγω δεδικασμένου. Ισχύουν ως εκ τούτου οι δύο πρώτες προδικαστικές ενστάσεις των εναγομένων ότι με την παρούσα αγωγή, αυτό που επιδιώκεται στην ουσία είναι η αμφισβήτηση και επανεξέταση των συμπερασμάτων και ευρημάτων του Δικαστηρίου σε πρώτο και δεύτερο βαθμό όπως αυτές εμφαίνονται στις πιο πάνω αποφάσεις του Εφετείου. Κάτι τέτοιο δεν είναι όμως επιτρεπτό αφού συνιστά ρητή παράβαση του δεδικασμένου που δημιούργησαν οι πιο πάνω αποφάσεις. Σημειώνω ότι στην υπόθεση Dora Holdings (ανωτέρω) κρίθηκε ότι η αγωγή των εναγόντων ήταν καταχρηστική, εφόσον ζητούσαν να εξεταστεί ο τρόπος ενέργειας της τράπεζας σε πανομοιότυπες συνθήκες και μεταξύ των ιδίων ουσιαστικά διαδίκων όπως εξετάστηκε στην υπόθεση Λούκος (ανωτέρω). Για τους ιδίους λόγους και η παρούσα αγωγή δεν μπορεί παρά να είναι καταχρηστική αφού και πάλιν επιζητείται να εξεταστεί για τρίτη φορά, ο τρόπος ενέργειας της τράπεζας στις ίδια συνθήκες και μεταξύ των ιδίων ουσιαστικά διαδίκων. Αναφορικά με την τρίτη προδικαστική ένσταση, σημειώνεται ότι η θεραπεία που επιζητείται με το κλητήριο ένταλμα, είναι η εξάλειψη των υποθηκών λόγω κατ' ισχυρισμό εξόφλησης των οφειλών της ενάγουσας
  12. Διαζευκτικά, επιζητείται εξάλειψη μέρους των υποθηκών με τον ισχυρισμό ότι το οφειλόμενο ποσόν, είναι πολύ μικρότερο από την αξία των ενυπόθηκων ακινήτων. Επιζητείται επίσης, δηλωτική απόφαση του Δικαστηρίου ότι το οφειλόμενο από την ενάγουσα 1 ποσόν δυνάμει των επιδίκων δανειακών συμβάσεων, ανέρχεται μόνον σε €717.570,21 και σε €491.150,51 μετά από συμψηφισμό, και όχι στα ποσά που απαιτεί η εναγόμενη 1 τράπεζα. Ισχυρίζονται συγκεκριμένα οι ενάγοντες στην παρ. 24 της έκθεσης απαίτησης ότι η εναγομένη 1 διεκδικεί παράνομα ένα ποσό πέραν των €9.000.000,00, κατά παράβαση των αποφάσεων στις αγωγές 4910/95, 5667/98 και 5668/98, στις οποίες καθορίζεται μεταξύ άλλων το εξ' αποφάσεως χρέος της εναγομένης
  13. Ισχυρίζονται επίσης ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να προβούν σε συμψηφισμό των οφειλών των εναγόντων και στην συνέχεια να δεχθούν το ποσό που οι ίδιοι οι ενάγοντες θεωρούν ότι οφείλουν και να εξαλείψουν τις επίδικες υποθήκες. Ο καθορισμός όμως του εξ' αποφάσεως χρέους των εναγόντων προς την εναγομένη 1, έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια στις προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες μεταξύ των διαδίκων. Όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από τον συνήγορο των εναγομένων, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ερμηνεύσει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, τις πιο πάνω αποφάσεις και να επανακαθορίσει το εξ' αποφάσεως χρέος. Ο ισχυρισμός των εναγόντων για εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους ή για δραστική μείωση του, μπορεί μόνο να τεθεί σε διαδικασία εκτέλεσης των πιο πάνω αποφάσεων και όχι στα πλαίσια νέας αγωγής όπως η παρούσα διαδικασία. Επί του προκειμένου, ηγέρθηκε από τον συνήγορο των εναγόντων στην αγόρευση του ότι στην παρούσα περίπτωση ισχύει το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξαλείψει την υποθήκη ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του δικαιώματος εξαγοράς «equity of redemption». Η εισήγηση αυτή προβάλλεται και στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης όπου οι ενάγοντες ισχυρίζονται στην παράγραφο 16 ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται μεταξύ άλλων και στην βάση της αρχής του equity of redemption να λάβουν το χρηματικό ποσό του εξ' αποφάσεως χρέους που θεωρούν οι ενάγοντες ότι οφείλεται μετά τον συμψηφισμό, ούτως ώστε να απαλειφθούν οι επίδικες υποθήκες. Όμως είναι νομολογημένο ότι ζήτημα παραβίασης και/ή αποστέρησης του εξ' επιεικείας δικαιώματος του ενυπόθηκου οφειλέτη για εξόφληση του ποσού που καλύπτει η υποθήκη (equity of redemption), ενεργοποιείται στις περιπτώσεις που υπάρχει άρνηση πληροφόρησης ως προς το ενυπόθηκο χρέος από τον ενυπόθηκο πιστωτή ή όπου το περιεχόμενο της επίδικης υποθήκης δεν επιτρέπει τον προσδιορισμό της ενυπόθηκης οφειλής και κατ΄ επέκταση την άσκηση του εξ' επιεικείας δικαιώματος. Αυτό μπορεί να συμβεί π.χ στις περιπτώσεις όπου το έγγραφο της υποθήκης δεν περιλαμβάνει όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες αναφορικά με το θέμα του τόκου ώστε το ενυπόθηκο χρέος να μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια (βλ. κατά αναλογία Φελλάς κα ν. Emporiki Bank-Cyprus Ltd κα Πολ. Έφεση 17/2013, ημ. 7 Απριλίου, 2020). Η εν λόγω αρχή εφαρμόζεται επιπλέον στις περιπτώσεις όπου στην υποθήκη, υφίσταται πρόνοια όπου το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξοφλήσει το ενυπόθηκο χρέος, περιορίζεται και/ή παραβιάζεται (βλ. σύγγραμμα Snell's Equity 27th ed. p. 378, 379). Στην παρούσα όμως περίπτωση, το χρέος είναι καθορισμένο από στις πιο πάνω δικαστικές αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν οι διάδικοι τις ερμηνεύουν διαφορετικά. Επιπλέον, οι ενάγοντες δεν έχουν επικαλεσθεί οτιδήποτε σε σχέση με τις επίδικες υποθήκες που να συνιστά παραβίαση του εξ' επιείκειας δικαιώματος τους να εξοφλήσουν το ενυπόθηκο χρέος και με αυτό τον τρόπο να εξαλείψουν τις υποθήκες. Δεν επικαλούνται π.χ όρους στις υποθήκες που να παραβιάζουν το δικαίωμα να αποπληρώσουν το ενυπόθηκο χρέος για να απαλλαγούν τα ακίνητα. Ούτε προβάλουν ισχυρισμό ότι το έγγραφο της υποθήκης δεν περιλαμβάνει όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες που προνοούνται από τη σχετική νομοθεσία, αναφορικά με το θέμα του τόκου ώστε το ενυπόθηκο χρέος να μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Αυτό που υποστηρίζουν οι ενάγοντες, είναι ότι οι εναγομένη 1 ζητά αδικαιολόγητα ένα υπέρογκο ποσό πέραν των 9 εκατομμυρίων ευρώ, που δεν δικαιολογείται από τις δικαστικές αποφάσεις που καθόρισαν το εξ' αποφάσεως χρέος. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν δικαιολογεί την εφαρμογή του δικαιώματος εξαγοράς «equity of redemption». Είναι σαφές από τις προαναφερθείσες αρχές ότι το εν λόγω δικαίωμα εφαρμόζεται εκεί που ο υπολογισμός του ενυπόθηκου χρέους είναι αδύνατος και όχι όπου υπάρχει διαφωνία των μερών ως προς το ύψος του. Στην παρούσα περίπτωση, τα ενυπόθηκα χρέη με τους σχετικούς τόκους, καθορίστηκαν επακριβώς με τις πιο πάνω δικαστικές αποφάσεις. Ως εκ τούτου, το ζήτημα του ύψους των ποσών που οφείλονται σήμερα είναι καθαρά λογιστικό και σχετίζεται με τον το υπολογισμό των τόκων στα επιδικασθέντα από το Δικαστήριο ποσά στις εν λόγω αποφάσεις. Αλλά και έτσι να μην ήταν τα πράγματα, η όποια διαφωνία των μερών ως προς τον υπολογισμό του εξ' αποφάσεως χρέους, μπορεί να επιλυθεί όπως προαναφέρθηκε στα πλαίσια εκτέλεσης των υπό κρίση αποφάσεων αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ενεργοποιήσει το δικαίωμα εξαγοράς και εξάλειψης της υποθήκης «equity of redemption» όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Δεν θεωρώ ως εκ τούτου ότι στην παρούσα υπόθεση, τα όσα επικαλούνται οι ενάγοντες, μπορούν αν στοιχειοθετήσουν βάση αγωγής στηριζόμενη στο εν λόγω δικαίωμα εξαγοράς και εξάλειψης των επίδικων υποθηκών. Ούτε διαπιστώνεται οτιδήποτε το οποίο επηρεάζει με οιονδήποτε τρόπο την εγκυρότητα και/ή νομιμότητα των επίδικων υποθηκών οι οποίες εξ' άλλου κρίθηκαν έγκυρες από το Εφετείο. Άλλωστε, η εξάλειψη των υποθηκών μόλις εξοφληθεί το ενυπόθηκο χρέος αποτελεί νομική υποχρέωση του ενυπόθηκου δανειστή που προκύπτει από τον Νόμο και συγκεκριμένα από τα άρθρα 35 και 36 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/
  14. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, σημειώνεται ότι οι ενάγοντες εξαρτούν όπως προαναφέρθηκε τον πυρήνα της απαίτησης του σε ισχυρισμούς ακυρότητας των επίδικων συμβάσεων που καλύπτονται από δεδικασμένο. Είναι σαφές ότι οι ισχυρισμοί για εφαρμογή του δικαιώματος εξαγοράς και εξάλειψης των υποθηκών σχετίζονται άμεσα με την θέση των εναγόντων ως προς την ακυρότητα τους. Η θέση όμως για ακυρότητα των υποθηκών δεν έγινε αποδεκτή από το Εφετείο που έκρινε ότι αυτές είναι καθ' και έγκυρες και σε πλήρη ισχύ. Ακόμη δηλαδή και να μπορούσαν να προβάλουν οι ενάγοντες το πιο πάνω δικαίωμα εξαγοράς, είναι σαφές ότι η αυτή η βάση αγωγής ταυτίζεται και δεν μπορεί να διαχωριστεί από τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των εναγόντων, οι οποίοι καλύπτονται από δεδικασμένο. Τελική κατάληξη. Τελική κατάληξη μου είναι ότι ισχύουν και οι τρεις προδικαστικές ενστάσεις που προβάλλονται στην υπεράσπιση των εναγομένων. Οι ενάγοντες κωλύονται λόγω δεδικασμένου να προβάλουν τους ισχυρισμούς που επικαλούνται στην παρούσα αγωγή. Επιπλέον, η καταχώρηση της παρούσας συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αφού προβάλλονται από τους ενάγοντες ισχυρισμοί και βάσεις αγωγής που κρίθηκαν τελεσίδικα σε προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες όπως αναλυτικά επεξηγείται πιο πάνω. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επανακαθορίσει το ποσόν του εξ' αποφάσεως χρέους, το οποίο καθορίστηκε με ακρίβεια στις πιο πάνω προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις. Τέλος, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για προβολή του δικαιώματος εξαγοράς «equity of redemption», το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να διαχωριστεί από τις υπόλοιπες βάσεις αγωγής που συνιστούν δεδικασμένο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων ως θα υπολογιστούν από το πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.