A. Papaetis Medical Company Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ( για διευθυντή φαρμακευτικών υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας της Κυπριακής Δημοκρατίας), Αρ. Αγωγής: 5970/2016, 29/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A169 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5970/2016 Μεταξύ: Papaetis Medical Company Ltd ενάγουσας -και- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ( για διευθυντή φαρμακευτικών υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας της Κυπριακής Δημοκρατίας) εναγομένου ............... Ημερομηνία: 29 Απριλίου 2022 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κα Λ. Σιακαλλή για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για τον εναγόμενο: κ. Π. Σελίπας . Απόφαση Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αξίωση της ενάγουσας για ποσό €202,36 ως οφειλόμενο υπόλοιπο από παράδοση ιατρικού εξοπλισμού. Η υπό κρίση αγωγή, με την καταχώρησή της, ταξινομήθηκε ως ταχείας εκδίκασης με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 θ.6, φέροντας την ανάλογη ένδειξη. Συνακόλουθα η διαδικασία διεξήχθη με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 θ. 5,6 και 7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών που προνοούν για διαδικασία ταχείας εκδίκασης. Οι διάδικοι καταχώρησαν την έγγραφη μαρτυρία τους, υπό τύπο ένορκης δήλωσης. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ 24. Έτσι, το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ 670. Λογική απόρροια της πιο πάνω αρχής είναι το ότι είναι δυνατή η εξαγωγή παραδεκτών γεγονότων από τη δικογραφία. Ως προς τη δυνατότητα παραδοχής γεγονότων μέσω των δικογράφων παραπέμπω, ενδεικτικά, στην απόφαση Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 Α.Α.Δ
- Η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησής της ισχυρίστηκε ότι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η ενάγουσα περί το έτος 2012 συμμετείχε στον δημόσιο διαγωνισμό με αριθμό 69 του 2012, ο οποίος αφορούσε προμήθεια ιατρικών προϊόντων προς την Κυπριακή Δημοκρατία. Η ενάγουσα ήταν ο επιτυχούσα προσφοροδότης και η προσφορά κατακυρώθηκε προς όφελός της. Ακολούθως, υπογράφθηκε η σύμβαση υπ' αριθμό
- Η ενάγουσα αναφέρθηκε στους όρους της επίδικης συμφωνίας. Ισχυρίστηκε ότι συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της που απέρρεαν από την επίδικη συμφωνία και παρέδωσε τα προϊόντα ως η επίδικη σύμβαση. Παρά ταύτα, ο εναγόμενος απέκοψε το συνολικό ποσό των €202,36 από τα επίδικα τιμολόγια προβάλλοντας τη θέση ότι υπήρχε καθυστέρηση στην παράδοσή τους. Ενόψει των πιο πάνω η ενάγουσα ήγειρε την παρούσα αγωγή. Ο Γενικός Εισαγγελέας στην Υπεράσπισή του δέχθηκε ότι μεταξύ της ενάγουσας και της Κυπριακής Δημοκρατίας υπογράφθηκε η σύμβαση
- Ισχυρίστηκε ότι δυνάμει των όρων της επίδικης σύμβασης η παράδοση έπρεπε να γίνει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Ήταν ρητός και εξυπακουόμενος όρος της επίδικης σύμβασης ότι σε περίπτωση καθυστέρησης παράδοσης, θα επιβάλλετο ρήτρα καθυστέρησης προς 1% της αξίας των προϊόντων που δεν παραδόθηκαν έγκαιρα για κάθε εβδομάδα καθυστέρησης. Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ενόψει της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην παράδοση νομίμως απέκοψε τα επίδικα ποσά από τα επίδικα τιμολόγια. Μαρτυρία Αμφότεροι διάδικοι καταχώρησαν εγγράφως τη μαρτυρία τους. Εκ μέρους της ενάγουσας έγγραφη μαρτυρία κατέθεσε ο [ ] Γιασουμή, Οικονομικός Διευθυντής αυτής, ως Μ.Ε.
- Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στα γεγονότα της προκήρυξης και κατακύρωσης της επίδικης προσφοράς και στην υπογραφή της επίδικης σύμβασης. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφα της επίδικης σύμβασης, καθώς και αντίγραφα του επίδικου δημόσιου διαγωνισμού. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην έκδοση και παράδοση δύο
(2)τιμολογίων προς την πλευρά του Τμήματος Φαρμακευτικών Υπηρεσιών. Συγκεκριμένα κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 το τιμολόγιο GSI 0004642 και ως Τεκμήριο 3 το τιμολόγιο GSI
- Ισχυρίστηκε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία αντισυμβατικά ή/και αυθαίρετα, απέκοψε το ποσό €126,74 από το τιμολόγιο Τεκμήριο
- Δέχθηκε ότι υπήρχε καθυστέρηση στην παράδοση διάρκειας 3 εβδομάδων και 4 ημερών και κατάθεσε ως Τεκμήριο 4 την υλοποίηση αποκοπής ποσού σε σχέση με το τιμολόγιο Τεκμήριο
- Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι το Τμήμα Φαρμακευτικών Υπηρεσιών αντισυμβατικά απέκοψε το ποσό των €75, 62 από το τιμολόγιο Τεκμήριο 3, κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 5 την ειδοποίηση αποκοπής του πιο πάνω ποσού. Σε σχέση με τα πιο πάνω προέβαλε τη θέση ότι η όποια καθυστέρηση παρατηρήθηκε, δεν οφειλόταν στην ενάγουσα εταιρεία. Τέλος κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 την αλληλογραφία που είχε η ενάγουσα με το Υπουργείο Υγείας σε σχέση με τις καθυστερήσεις στην παράδοση διάφορων προϊόντων. Στον αντίποδα, μαρτυρία εκ μέρους του Εναγόμενου κατάθεσε ο Αντώνης Αντωνίου Ανώτερος Διοικητικός Λειτουργός στη Διοίκηση του Υπουργείου Υγείας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως Μ.Υ.
- Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην υπογραφή της επίδικης σύμβασης και στους όρους αυτής. Ιδίως αναφέρθηκε στη ρήτρα καθυστέρησης η οποία υφίσταται στην επίδικη σύμβαση. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις δοσοληψίες και στις διάφορες παραγγελίες μεταξύ των διαδίκων. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 τις παραγγελίες που υποβλήθηκαν από το Τμήμα Φαρμακευτικών Υπηρεσιών στις 15.11.2012 και ως Τεκμήριο 7 την παραγγελία που υποβλήθηκε στις 10.5.
- Αναφέρθηκε στην παράδοση των παραγγελθέντων προϊόντων και επισύναψε ως Τεκμήρια 3 και 8 τα σχετικά πιστοποιητικά παραλαβής. Ήταν η θέση του ότι υπήρξε καθυστέρηση στην παράδοση των παραγγελθέντων προϊόντων και ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε οφείλετο στην ενάγουσα. Υποστήριξε ότι η οποιαδήποτε αποκοπή έγινε αυτή έγινε νομότυπα. Ήταν η θέση του ότι στις δυο περιπτώσεις που έγινε αποκοπή, αυτή έγινε επειδή η ενάγουσα λόγω δικής της υπαιτιότητας καθυστέρησε να παραδώσει τα προϊόντα που παραγγελθήκαν σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης. Εισηγήσεις των Διαδίκων Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, αμφότεροι οι συνήγοροι με εμπεριστατωμένες γραπτές και προφορικές αγορεύσεις προώθησαν τις θέσεις τους. Η κύρια Σιακαλή εκ μέρους της ενάγουσας έδωσε έμφαση στους όρους της επίδικης σύμβασης, εισηγούμενη ότι η πλευρά της ενάγουσας κατά τον χρόνο αποκοπής των επίδικων ποσών και εφαρμογής της επίδικης συμβατικής ρήτρας, δεν εξέτασε το ζήτημα της υπαιτιότητας της ενάγουσας στην παρατηρούμενη καθυστέρηση. Στον αντίποδα, ο κύριος Σελίπας εισηγήθηκε ότι οι όροι της σύμβασης ήταν ξεκάθαροι και σαφείς και τόνισε ότι η ενάγουσα παρά τις ειδοποιήσεις δεν αντέδρασε. Αποτέλεσμα τούτου είναι να κωλύεται να προωθεί την παρούσα. Γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων Αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι στην πολιτική δίκη, απόδειξη μπορεί να προκύψει μέσω παραδοχής γεγονότων, δια των δικογράφων. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Χρίστου ν. Khoreva (ανωτέρω) και Παπαμιλτιάδους ν. Ιωάννου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1320, καθώς και το σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Tο Δίκαιο της Απόδειξης 1η έκδοση σελ.
- Περαιτέρω, πέραν από τα αυστηρώς παραδεκτά γεγονότα είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A
- Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.
- Στην υπό κρίση υπόθεση αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων, καθώς δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαφωνίας μέσω των δικογράφων, ότι η ενάγουσα περί το έτος 2012 συμμετείχε στον δημόσιο διαγωνισμό με αριθμό 69 του 2012, ο οποίος αφορούσε προμήθεια ιατρικών προϊόντων προς την Κυπριακή Δημοκρατία. Η ενάγουσα ήταν η επιτυχούσα προσφοροδότης και η προσφορά κατακυρώθηκε προς όφελός της. Ακολούθως υπογράφθηκε η σύμβαση υπ' αριθμό
- Τέλος, η υπογραφή της επίδικης σύβασης δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης μέσω των δικογράφων. Περαιτέρω, προκύπτει από τη μαρτυρία αμφότερων των πλευρών ότι οι όροι της επίδικης σύμβασης δεν έχουν αμφισβητηθεί και η ύπαρξη τους αποτέλεσε κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων. Μεταξύ των όρων της επίδικης σύμβασης ήταν και ο όρος 7, ο οποίος περιελάμβανε ρήτρες καθυστέρησης. Επιπροσθέτως αποτέλεσε κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι στο πλαίσιο των δοσοληψίων μεταξύ των διαδίκων εκδόθηκαν, μεταξύ άλλων, το τιμολόγιο GSI 0004642, ημερομηνίας 4.9.2013 και το τιμολόγιο GSI 0002477, ημερομηνίας 20.2.
- Τέλος, δεν έχει αμφισβητηθεί και αποτέλεσε κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων το ότι τα ποσά που αποκόπηκαν ανέρχονταν στο ποσοστό που προνοούσε το άρθρο 7 της σύμβασης και υπολογίστηκαν με βάση αυτό. Για τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατ' αρχάς τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015, ECLI:CY:AD:2015:A803. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, στη βάση πάντοτε των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, (ανωτέρω). Η ιδιαιτερότητα της διαδικασίας υπό τη νέα Διαταγή 30 έγκειται στο ότι η μαρτυρία, κατά κανόνα κατατίθεται γραπτώς και οι μάρτυρες δεν δίδουν προφορική μαρτυρία στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ώστε το δικαστήριο να μπορεί να αξιολογήσει την εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, τις αντιδράσεις του, φυσικές ή αφύσικες, ή τον τρόπο που απαντά. Το γεγονός, όμως, ότι οι μάρτυρες, σε παρόμοιας φύσης διαδικασίες, δεν καταθέτουν στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης δεν οδηγεί σε χαλάρωση τους κανόνες που αφορούν την αποδοχή και αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας, οι οποίοι συνεχίζουν να ισχύουν κανονικά. Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.
- Επί των πλείστων γεγονότων η μαρτυρία του Μ.Ε.1 συνάδει και προκύπτει από την ενώπιον μου έγγραφη μαρτυρία και τα έγγραφα που δεν αμφισβητούνται. Περαιτέρω, οι θέσεις τους ως προς τον λόγο της αποκοπής των επίδικων ποσών δεν αντικρούονται από αντίθετη μαρτυρία και επιβεβαιώνονται από τα Τεκμήρια 4 και 5 επί της δήλωσης του. Τα εν λόγω τεκμήρια είναι αντίγραφα των ειδοποιήσεων που απέστειλε το τμήμα φαρμακευτικών υπηρεσιών. Επομένως η θέση του ως προς τον λόγο αποκοπής των επίδικων ποσών συνάδει από την ενώπιόν μου έγγραφη μαρτυρία. Ταυτόχρονα, οι θέσεις του περί το ότι η επίδικες αποκοπές ήταν παράνομες ή αντισυμβατικές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψιν, καθότι άπτονται των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Όπως έχει υποδειχθεί και πρόσφατα στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.ά ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 217/2019 και 218/2019, ημερομηνίας 1.2.2022: «Τα έσχατα συμπεράσματα (ultimate issues) επαφίενται στην αποκλειστική κρίση του Δικαστηρίου» Συνεπώς, ούτε το γεγονός ότι προέβαλε διαζευκτικούς ισχυρισμούς ως προς ζητήματα που άπτονται των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου δεν μπορεί να επηρεάσει τη συνολική του αξιοπιστία. Όμως, σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης στην παράδοση των επίδικων προϊόντων η μαρτυρία του δεν είναι πειστική. Ο μάρτυρας προσπάθησε να παρουσιάσει την εικόνα ότι η όποια τυχόν καθυστέρηση δεν οφείλεται στην ενάγουσα. Όμως, οι αναφορές του χαρακτηρίζονται από αοριστία. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι η καθυστέρηση οφειλόταν στα μέτρα που έλαβε η Δημοκρατία τον Μάρτιο του 2013 προς αντιμετώπιση της τότε χρηματοοικονομικής κρίσης και στην υποβάθμιση της Κυπριακής Οικονομίας. Οι πιο πάνω θέσεις του μάρτυρα δεν είναι πειστικές. Αναμένετο από τον μάρτυρα να προσκομίσει σχετικά απτά στοιχεία σε σχέση με τις επίδικες παραγγελίες για να καταδείξει ότι η ενάγουσα ενήργησε προσηκόντως και εγκαίρως, αλλά παρά ταύτα παρατηρήθηκε καθυστέρηση στην παράδοση. Εάν ευσταθούσε η θέση του ότι η καθυστέρηση οφειλόταν στα περιοριστικά μέτρα στις συναλλαγές και στο ότι οι ξένοι προμηθευτές δεν εμπιστευόταν τις κυπριακές τράπεζες και ζητούσαν προπληρωμή, αναμένετο να προσκόμιζε συγκεκριμένα απτά στοιχεία. Περαιτέρω, εάν όντως ευσταθούσαν οι πιο πάνω θέσεις και η καθυστέρηση οφειλόταν σε επιπρόσθετες απαιτήσεις των προμηθευτών, θα μπορούσε να καταθέσει σχετική αλληλογραφία που να φαίνονταν το πιο πάνω. Η αόριστη και γενική αναφορά σε γεγονότα του Μαρτίου του 2013 και την προηγούμενη υποβάθμιση της κυπριακής οικονομίας, χωρίς τα πιο πάνω να συνδέονται με τις συγκεκριμένες επίδικες παραγγελίες δεν μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην παράδοση των επίδικων παραγγελιών οφειλόταν στους λόγους που προέβαλε ο μάρτυρας. Επιπλέον, ούτε η κατάθεση μέσω του Τεκμήριου 7, της επιστολής ημερομηνίας 21.11.2013 που απέστειλε η ενάγουσα προς τον Υπουργείο Υγείας, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την καθυστέρηση. Συγκεκριμένα η εν λόγω επιστολή αφορά άλλα τιμολόγια άσχετα με τα επίδικα. Επιπροσθέτως, εάν όντως ίσχυαν τα όσα καταγράφει η ενάγουσα στην πιο πάνω επιστολή, θα μπορούσε να επισυνάψει αυτούσια τη σχετική αλληλογραφία με την τράπεζα και τον προμηθευτή της. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία του Μ.Ε.1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Υ.1 Οι αναφορές του Μ.Υ.1 προκύπτουν όλες από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και είναι κατά κύριο λόγο κοινά μεταξύ των διαδίκων και δεν αμφισβητούνται. Ειδικότερα οι αναφορές του για την ημερομηνία παράδοσης των επιδίκων προκύπτει από τα Τεκμήρια 2 και 7 επί της μαρτυρίας του και δεν αντικρούονται από αντίθετη μαρτυρία. Συνεπώς, οι θέσεις του για την ημερομηνία παράδοσης των επιδίκων προϊόντων γίνονται δεκτές. Οι θέσεις του για την καθυστέρηση στην παράδοση των επίδικων προϊόντων δεν έχουν αμφισβητηθεί, δεν αντικρούονται από αντίθετη μαρτυρία και επιβεβαιώνονται από τα Τεκμήρια 3 και 8 επί της δήλωσής του. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Υ.1 για την εξαγωγή ευρημάτων ως προς τα επίδικα ζητήματα. Ευρήματα Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση, προχωρώ με τη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα, πέραν ασφαλώς των γεγονότων για τα οποία έχει κριθεί ανωτέρω ότι αποτελούν κοινό υπόβαθρο μεταξύ των διαδίκων. Το τμήμα φαρμακευτικών υπηρεσιών υπέβαλε δύο παραγγελίες στις 15.11.
- Τα εν λόγω προϊόντα παραδόθηκαν και παραλήφθηκαν από το τμήμα φαρμακευτικών υπηρεσιών στις 26.2.2013 αντί στις 21.2.
- Σε σχέση με τις πιο πάνω παραγγελίες εκδόθηκε το τιμολόγιο υπ' αριθμόν GSI
- Περαιτέρω, το Τμήμα Φαρμακευτικών Υπηρεσιών υπέβαλε παραγγελία για συγκεκριμένα προϊόντα στις 10.5.
- Τα εν λόγω προϊόντα παραλήφθηκαν από το αρμόδιο τμήμα στις 5.9.
- Για την παραγγελία που υποβλήθηκε στις 10.5.2013 εκδόθηκε το τιμολόγιο υπ' αριθμόν GSI
- Με βάση τους όρους της επίδικης σύμβασης η παράδοση των εκάστοτε παραγγελλόμενων προϊόντων έπρεπε να γίνει το συντομότερο δυνατό και όχι αργότερα των τριών μηνών από την ημερομηνία παραγγελίας. Σε σχέση με τις δύο παραγγελίες που υποβλήθηκαν στις 15.11.2012 διαπιστώθηκε καθυστέρηση 5 ημερών στην παράδοση. Σε σχέση με τα προϊόντα που παραγγέλθηκαν στις 10.5.2013 διαπιστώθηκε καθυστέρηση 3 εβδομάδων και 4 ημερών στην παράδοσή τους. Το τμήμα φαρμακευτικών υπηρεσιών με επιστολές του ημερομηνίας 6.11.2013 και 19.4.2013 ειδοποίησε την ενάγουσα ότι κατ' εφαρμογήν των όρων της σύμβασης αποκόπτει το ποσό των € 126,74 από την πληρωμή του τιμολογίου GSI 0004642, ημερομηνίας 4.9.2013 και το ποσό των € 75,63 από τιμολόγιο GSI 0002477, ημερομηνίας 20.2.2013, αντίστοιχα. Οι πιο πάνω αποκοπές έγιναν με βάση το ποσοστό που προνοεί το άρθρο 7 της επίδικης σύμβασης. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Νομική Πτυχή Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει το κατά πόσο o εκάστοτε ενάγοντας απέδειξε τα βασικά γεγονότα που θεμελιώνουν την απαίτησή του, στον απαιτούμενο βαθμό, ώστε να δικαιούται σε απόφαση. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd Π.Ε 477/11 ημερομηνίας 15.12.2016, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαρύνει, μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. Στην υπό κρίση υπόθεση, η βάση αγωγής της ενάγουσας ερείδεται σε υπόλοιπο που προκύπτει από την πώληση και παράδοση προϊόντων. Ουσιαστικά αξιώνεται ως υπόλοιπο το πόσο που η αρμόδια υπηρεσία απέκοψε λόγω της καθυστέρησης στην παράδοση των παραγγελθέντων προϊόντων. Η πλευρά της ενάγουσας υποστήριξε ότι παρανόμως και αντισυμβατικά αποκόπηκαν τα επίδικα ποσά και ως εκ τούτου η πλευρά του εναγομένου θα πρέπει να τα επιστρέψει. Όπως προκύπτει μέσα από τις ικανές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων τα ουσιώδη ζητήματα είναι νομικά. Κυρίως περιστρέφονται γύρω από την ερμηνεία του όρου 7 της επίδικης σύμβασης και την δυνατότητα εφαρμογής της εκεί διαλαμβανόμενης ρήτρας καθυστέρησης. Συγκεκριμένα είναι κοινά αποδεκτό ότι η Δημοκρατία απέκοψε ποσά από τα δυο τιμολόγια που εκδόθηκαν. Ο λόγος της αποκοπής ήταν η καθυστέρηση στην παράδοση των προϊόντων. Στην απόφαση για αποκοπή των επίδικων ποσών δεν γίνεται μνεία στην υπαιτιότητα για την καθυστέρηση. Επί του προκειμένου η συνήγορος της ενάγουσας, εισηγήθηκε ότι η Δημοκρατία όφειλε να εξετάσει το ζήτημα της υπαιτιότητας. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του συνηγόρου του εναγομένου. Για να απαντηθούν τα πιο πάνω θα πρέπει να ερμηνευθεί ο επίδικος όρος της σύμβασης. Οι αρχές που διέπουν τη μέθοδο ερμηνείας κάποιας σύμβασης έχουν καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Μεταξύ άλλων έχουν συγκεφαλαιωθεί στην πρόσφατη απόφαση Dome Investments Public Company Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 11/2013, ημερομηνίας 17.6.2021, ως ακολούθως: «Ό,τι προκύπτει από την αποκρυσταλλωμένη νομολογία είναι ότι ζητούμενο είναι η πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων, με βασικό κριτήριο την απλή και συνηθισμένη έννοια των λέξεων και την κατά γράμμα ερμηνεία τους, εκτός αν προκαλείται παράλογο ή αντιφατικό αποτέλεσμα. Κριτήριο, με άλλα λόγια, είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας, ερμηνευόμενο στο σύνολο του και όχι κατ' απομόνωση, στον μέσο λογικό άνθρωπο, εφόσον, όπως υποδείχθηκε στην Saab (ανωτέρω) «συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή.» Από την πιο πάνω αυθεντία προκύπτει, ότι το Δικαστήριο εκκινώντας από το λεκτικό της σύμβασης στο σύνολό της θα προχωρήσει να εξεύρει την πραγματική βούληση των μερών. Γνώμονας για τα πιο πάνω θα είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας ερμηνευόμενο στο σύνολό του στον μέσο συνετό άνθρωπο. Υπό το πρίσμα των πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω τους κρίσιμους όρους της επίδικης σύμβασης. Συγκεκριμένα οι όροι 7.1 και 7.2 της σύμβασης προνοούσαν τα ακόλουθα: «7.1 Σε περίπτωση καθυστέρησης παράδοσης των υπό προμήθεια προϊόντων της Σύμβασης ή μέρους αυτών με υπαιτιότητα του Αναδόχου, επιβάλλεται Ρήτρα καθυστέρησης παράδοσης. 7.2 Η ρήτρα θα ορισθεί σε 1% της Συμβατικής Αξίας των προϊόντων που δεν παραδόθηκαν έγκαιρα για κάθε εβδομάδα καθυστέρησης ή μέρος αυτής ανάλογα. « Από το λεκτικό των πιο πάνω συμβατικών όρων, εξάγεται ότι για την επιβολή ρήτρας καθυστέρησης θα πρέπει να υπάρχει καθυστέρηση η οποία να προκύπτει εξ υπαιτιότητας του αναδόχου. Το πιο πάνω προκύπτει από τη χρήση της φράσης «με υπαιτιότητα του αναδόχου». Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου αντίθετη ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα να παραγνωρίζεται πλήρως η πιο πάνω φράση. Εν προκειμένω, η πλευρά της ενάγουσας εισηγείται ότι η το αρμόδιο τμήμα όφειλε να ερευνήσει το ζήτημα της υπαιτιότητας κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης. Το γεγονός ότι δεν το έπραξε πρέπει να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η αποκοπή έγινε παράτυπα. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του κ. Σελίπα. Είναι προφανές ότι το σχετικό επιχείρημα της συνηγόρου της ενάγουσας ανάγεται στη διαδικασία λήψης της απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου τμήματος. Όμως, στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η Δημοκρατία ενεργούσε ως Fiscus. Έτσι, παρόλο που η διαδικασία που οδηγούσε στην κατακύρωση της προσφοράς στην ενάγουσα είναι πράξη που ανήκει στον τομέα του δημοσίου δικαίου, η οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που διενεργείται μετά την υπογραφή της σύμβασης ανάγεται στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου. Ενδεικτικά, παραπέμπω στις αποφάσεις Medcon Construction & Others v. Republic
(1968)3 C.L.R. 535, και Δρ. Γεωργίου ν. Α.Η.Κ.
(1995)3 Α.Α.Δ.
- Επομένως στην υπό κρίση υπόθεση βρισκόμαστε στον τομέα του ιδιωτικού δίκαιου. Συνεπώς, το Δικαστήριο στο πλαίσιο ιδιωτικής διαφοράς δεν μπορεί να ελέγξει τη διαδικασία λήψης απόφασης από το εκάστοτε όργανο και δώσει σημασία στο εάν το αρμόδιο όργανο έλαβε υπόψη την υπαιτιότητα πριν αποφασίσει την αποκοπή ή όχι των επίδικων ποσών ή το κατά πόσο ενήργησε κατόπιν πλάνης περί τα πράγματα ή το αρμόδιο τμήμα δεν προέβη στην δέουσα έρευνα. Αντίθετα έχοντας υπόψη το βάρος απόδειξης κάθε πλευράς η υποχρέωση απόδειξης του ότι η ενάγουσα δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε υπαιτιότητα στην καθυστέρηση, πίπτει στους ωμούς αυτής, με βάση την αρχή ότι εκείνος που προβάλλει ένα ισχυρισμό πρέπει και να τον υποδεικνύει. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης 1η έκδοση σελ.
- Υπενθυμίζεται ότι η βάση της αξίωσης της ενάγουσας έγκειται στον ισχυρισμό ότι το τμήμα φαρμακευτικών υπηρεσιών, απέκοψε αντισυμβατικά τα επίδικα ποσά. Συνεπώς, η ενάγουσα όφειλε να αποδείξει το ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι της επίδικης συμφωνίας για την έγκυρη αποκοπή πόσων. Δηλαδή όφειλε να αποδείξει ότι δεν υφίσταντο εκείνα τα πραγματικά γεγονότα που θα επέτρεπαν την ενεργοποίηση της ρήτρας καθυστέρησης. Επομένως, θα πρέπει να εξεταστεί το εάν η ενάγουσα απέδειξε ότι δεν είχε οποιαδήποτε υπαιτιότητα στην καθυστέρηση παράδοσης των επίδικων προϊόντων. Από την ενώπιόν μου μαρτυρία προκύπτει το αρμόδιο τμήμα υπέβαλε τις παραγγελίες του ως η σύμβαση μεταξύ των μερών και η ενάγουσα απέτυχε να παραδώσει εγκαίρως τα προϊόντα. Το πιο πάνω στοιχείο δεν τελεί υπό αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων. Η ενάγουσα μέσω της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 προσπάθησε να ισχυριστεί ότι η ίδια δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση προβάλλοντας γενικόλογους ισχυρισμούς. Οι σχετικοί ισχυρισμοί του Μ.Ε.1 κρίθηκε κατά το στάδιο αξιολόγησης ότι δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί. Ως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Επομένως, δεν υπάρχει οποιοδήποτε υπόβαθρο γεγονότων που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα ενήργησε προσηκόντως και δεν βαρύνετο με υπαιτιότητα. Εν πάση περιπτώσει, οι σχετικές αναφορές του Μ.Ε.1 τέθηκαν αόριστα και χωρίς σύνδεση με τα επίδικα στην παρούσα. Έτσι δεν θα μπορούσε να τους αποδοθεί τέτοια βαρύτητα ώστε να θεμελιωθεί εύρημα ότι η καθυστέρηση δεν οφείλεται στην ενάγουσα. Επίσης, δεν υφίσταται μαρτυρία ότι η ενάγουσα υπέβαλε εγκαίρως την παραγγελία και για λόγους που δεν οφείλονταν στην ίδια ή στο ότι οι προμηθευτές της καθυστέρησαν την παράδοση. Συνεπώς κρίνω ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι δεν βαρύνετο με υπαιτιότητα για την καθυστέρηση. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο για την εφαρμογή της επίδικης ρήτρας καθυστέρησης επιβάλλετο η απόδειξη ζημιάς εκ μέρους του εναγομένου. Σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα, η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας με παραπομπή στο άρθρο 74 του περί Συμβάσεων Νόμου υποστήριξε ότι ο όρος 7 της σύμβασης συνιστά ποινική ρήτρα και πρέπει να αγνοηθεί. Επιπλέον, υποστήριξε ότι οι παράμετροι που εξετάζονται στο πλαίσιο του άρθρου 74 του περί Συμβάσεων Νόμου είναι οι ίδιοι που εξετάζονται για την εφαρμογή του άρθρου 32 του περί Προσφορών του Δημοσίου Νόμου, Ν/ 102
(1)1997. Σύμφωνα με τη συνήγορο της ενάγουσας το μόνο που διαφοροποιεί το άρθρο 32 του περί προσφορών του Δημοσίου Νόμου( ανωτέρω), είναι το ότι η εκάστοτε ρήτρα προκαθορισμένης αποζημίωσης ή ποινική ρήτρα, δεν θέτει περιορισμό ως προς το ανώτατο ποσό που δυνατόν να επιδικαστεί. Κατά τα λοιπά εισηγήθηκε ότι θα πρέπει και στο πλαίσιο του άρθρου 32 να εξεταστεί το εάν όντως η Δημοκρατία υπέστη ζημία από την καθυστέρηση, ώστε να εφαρμοστεί η επίδικη ρήτρα. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγομένου. Κατ' αρχάς σημειώνω ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ότι το επίδικο ζήτημα αφορά δημόσια σύμβαση. Συνεπώς, ο περί Προσφορών του Δημοσίου Νόμο Ν/ 102
(1)1997, εφαρμόζεται ως ειδικός νόμος έναντι του γενικού περί Συμβάσεων Νόμου, σύμφωνα με την ερμηνευτική αρχή lex specialis derogate legi generali. Ως προς την εφαρμογή της πιο πάνω αρχής παραπέμπω ενδεικτικά στην απόφαση Singh v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, Έφεση κατά απόφασης Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 16/2021, ημερ.20.7.2021. Επομένως, αναδύεται η ανάγκη να ερμηνευθεί το άρθρο 32 του περί Προσφορών του Δημοσίου Νόμου Ν/ 102
(1)1997. Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία νόμου έχουν συγκεφαλαιωθεί στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση A.D «Pallada Athena» Developers Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λεμεσού και του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 82/2015, ημερομηνίας 1.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:C84, ως ακολούθως: «Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, βασικός κανόνας ερμηνείας νομοθετημάτων, είναι η γραμματική ερμηνεία η οποία υπαγορεύει την απόδοση στις λέξεις που χρησιμοποιούνται του απλού γραμματικού και κατά κυριολεξία νοήματος τους. Θα πρέπει, δηλαδή, να διαβάζονται με τη συνήθη, φυσική και γραμματική τους σημασία. Όταν λοιπόν οι πρόνοιες και η φρασεολογία του νόμου είναι σαφείς, το κείμενο αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νομοθέτη (Τ. Γεωργιάδης & Υιός Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1991)4(Β) Α.Α.Δ. 1142, Δ. Γαλατάκης Λτδ ν. Δημοκρατίας
(2008)3 Α.Α.Δ. 78, σελίδες 80 έως 81, Κυπριακή Δημοκρατία ν. xxx Σωτηρίου κ.ά., ECLI:CY:AD:2015:D770, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 96/2012, ημερ. 20/11/2015, ECLI:CY:AD:2015:D770, ΚΟΤ ν. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86 και Φυσεντζίδη v. K & C Snooker & Pool Entertainment, ECLI:CY:AD:2020:A171, Πολιτική Έφεση Αρ. 30/2019, ημερ. 1/6/2020), ECLI:CY:AD:2020:A171.» Επιπλέον, στην απόφαση Φυσεντζίδη ν. K & C Snooker & Pool Entertainment, Πολιτική Έφεση 30/19, ημερομηνίας 1.6.2019, ECLI:CY:AD:2019:D487, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα: «τεκμαίρεται πως οι λέξεις δεν χρησιμοποιούνται στους νόμους χωρίς κάποιο νόημα και δεν είναι ταυτολογικές ή περιττές. Πρέπει, εάν είναι δυνατό, να αποδίδεται σημασία σε όλες τις λέξεις που χρησιμοποιούνται γιατί θεωρείται ότι ο νομοθέτης δεν σπαταλά τις λέξεις του, ούτε αναφέρει κάτι μάταια.» Επιπρόσθετα στην απόφαση Farooq κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 165/2018, 166/2018, 169/2018, 170/2018, ημερομηνίας 7.9.2020, υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο, κατά την ερμηνεία Νόμου, δεν μπορεί να αγνοεί λέξεις από κάποιο νομοθέτημα. Το επίδικο άρθο32 έχει ως ακολούθως : «32. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 74 του περί Συμβάσεων Νόμου και τηρουμένων των πιο κάτω επιφυλάξεων, σε Σύμβαση Δημοσίου στην οποία διαλαμβάνεται όρος ως προς το ποσό το οποίο πρέπει να καταβληθεί σε περίπτωση παράβασης αυτής ή οποιαδήποτε άλλη ρήτρα υπό μορφή ποινής σε περίπτωση παράβασης της από οποιοδήποτε από τους συμβαλλομένους, ο όρος αυτός ή, ανάλογα με την περίπτωση, η ποινική αυτή ρήτρα είναι νομικά ισχυρή και πλήρως εξαναγκαστή, μη εφαρμοζόμενου του περιορισμού ο οποίος προβλέπεται στο εν λόγω εδάφιο ως προς το μέγιστο του ποσού της καταβλητέας αποζημίωσης: Νοείται ότι η ρήτρα καταπίπτει μετά τη διακοπή ή τη λήξη της Σύμβασης Δημοσίου: Νοείται περαιτέρω ότι ρήτρα για καταβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία είναι άκυρη κατά το μέτρο που το αυξημένο επιτόκιο υπερβαίνει το ανώτατο όριο του εκάστοτε επιτρεπόμενου από το νόμο επιτοκίου: Νοείται έτι περαιτέρω ότι οποιαδήποτε άλλη ποινική ρήτρα, εκτός από την καταβολή αυξημένου τόκου, η οποία διαλαμβάνεται σε Σύμβαση Δημοσίου για την περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής χρηματικής οφειλής είναι άκυρη και μη εξαναγκαστή.» Το λεκτικό του νόμου είναι σαφές και ορίζει ρητά ότι οι πρόνοιές του άρθρου 32 είναι ανεξάρτητες από τις πρόνοιες του άρθρου 74 του περί Συμβάσεων Νόμου. Επίσης, ορίζει ότι ρήτρα που προνοεί για συγκεκριμένο ποσό αποζημίωσης σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης ή άλλη ποινική ρήτρα είναι πλήρως εξαναγκάστη και νομικά ισχυρή. Προκύπτει, συνεπώς, ότι το εν λόγω άρθρο πέραν από ανεξάρτητο από τις πρόνοιες του άρθρου 74 του περί συμβάσεων Νόμου ρητά ορίζει ότι, για τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, τυχόν ποινική ρήτρα είναι νομικά ισχυρή και πλήρως εξαναγκαστή. Υπό το πιο πάνω γενικό πλαίσιο, ο νομοθέτης εξαίρεσε και τον περιορισμό που μέγιστου ποσού της καταβλητέας αποζημίωσης. Ερμηνεύοντας το σύνολο του λεκτικού Νόμου, προκύπτει ότι αυτός θεσπίζει τη γενική αρχή ότι οι διατάξεις του άρθρου 32 είναι ανεξάρτητες από το άρθρο 74, ότι τυχόν ποινική ρήτρα είναι πλήρως εξαναγκαστή και ότι η άρση του περιορισμού για το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου, είναι ειδίκευση της πιο πάνω αρχής και τίθεται περιπτωσιολογικά. Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, αντίθετη ερμηνεία θα παραγνώριζε τις ρητές αναφορές του Νομοθέτη. Σε τέτοια περίπτωση η φράση «ανεξάρτητα από τις διατάξει του άρθρου 74» και η φράση «νομικά ισχυρή και πλήρως εξαναγκαστή» θα αγνοούνταν κατά την ερμηνευτική διεργασία και θα παρέμεναν γράμμα κενό χωρίς το Δικαστήριο να τους αποδώσει νόημα, ενέργεια ανεπίτρεπτη σύμφωνα με τη νομολογία. Συνεπώς δεν μπορώ να δεχθώ την ερμηνεία που εισηγείται η συνήγορος της ενάγουσας. Τέλος η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας στην αγόρευσή της ανέπτυξε τη θέση ότι το άρθρο 32 του περί Προσφορών του Δημοσίου Νόμου, Ν/ 102
(1)1997, παραβιάζει την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας, ως αυτή θεμελιώνεται στο άρθρο 28 του Συντάγματος. Τέτοιος ισχυρισμός, όμως, δεν έχει εγερθεί ρητά στην έκθεση απαίτησης. Αναφορικά με τον τρόπο που πρέπει να εγερθεί το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας, ώστε να μπορεί να εξεταστεί, θεμελιακή είναι η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Δημητρίου
(2003)2 ΑΑΔ 45, όπου τονίστηκε ότι είναι πάγια πρακτική των Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται του θέματος μόνο όταν αυτό εγείρεται από τους διαδίκους εξειδικευμένα και η απόφαση είναι απαραίτητη για την επίλυση της υπό εκδίκαση υπόθεσης. Στην υπό κρίση υπόθεση, εφόσον ο ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας τέθηκε αόριστα στην έκθεση απαίτησης κρίνω ότι δεν έχει τεθεί εξειδικευμένα στο δικόγραφό της ενάγουσας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξεταστεί. Έχοντας υπόψη μου το σύνολο των πιο πάνω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα απέτυχε να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις σε σχέση με τον χρόνο παράδοσης των προϊόντων που παραγγέλθηκαν από το Τμήμα Φαρμακευτικών Υπηρεσιών, δυνάμει της επίδικης σύμβασης. Ακολούθως, σύμφωνα με τις πρόνοιες της επίδικης σύμβασης η Δημοκρατία απέκοψε τα επίδικα ποσά από την πληρωμή των επιδίκων τιμολογίων. Η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι η καθυστέρηση δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα της ίδιας. Τέλος η ενέργεια της Δημοκρατίας να αποκόψει τα επίδικα ποσά είναι συμβατή με το άρθρο 7 της σύμβασης και το άρθρο 32 του περί Προσφορών του Δημοσίου Νόμου, Ν/ 102
(1)1997. Υπό το φως των πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την αξίωσή της και ως εκ τούτου η αγωγή κρίνεται απορριπτέα και απορρίπτεται. Κατάληξη Συνεπακόλουθα, της πιο πάνω κατάληξής μου η αγωγή απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του εναγομένου ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο