LAPAREMIA LTD ν. Σκάης, Αρ. Αγωγής: 3310/2020, 19/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A158 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3310/2020 Μεταξύ: LAPAREMIA LTD Εναγόντων -και- [ ] Σκάης Εναγομένου Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 18/11/2020 για έκδοση ενδιάμεσου προστακτικού διατάγματος Ημερομηνία: 19 Απριλίου 2022 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. O. Καΐλης για ΧΑΒΙΑΡΑΣ & ΦΙΛΙΠΠΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: κα Λ. Γιουσελή για ΑΝΔΡΕΑΣ Θ. ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 18/11/2020 με Κλητήριο Ένταλμα Γενικώς Οπισθογραφημένο και στις 17/2/2022 καταχωρίστηκε η Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα. Αξιώνεται η έκδοση αναγνωριστικής απόφασης ότι ο Εναγόμενος παρέβη τον όρο 5 της συμφωνίας υπενοικίασης ημερομηνίας 1/9/2013 και/ή της τροποποιητικής συμφωνίας ημερομηνίας 1/4/
- Περαιτέρω, αξιώνονται αποζημιώσεις ύψους €3,391.5 ποσό το οποίο αφορά σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων «καθυστερημένα και/ή οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο 1/9/2019 μέχρι και 1/11/2020 ως αποτέλεσμα της παράνομης αύξησης του εμβαδού του υποστατικού». Αξιώνεται επίσης η έκδοση διατάγματος για την κατεδάφιση του μεσοπατώματος και/ή των κατασκευασμάτων εντός του υποστατικού που έλαβαν κατ' ισχυρισμό χώρα από τον Εναγόμενο παράνομα και αντισυμβατικά, καθώς και η επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων και τιμωρητικών και/ή παραδειγματικών αποζημιώσεων. Στις 18/12/2020 καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους του Εναγόμενου. Η υπό κρίση Αίτηση: Στις 18/11/2020 καταχωρίστηκε από τους Ενάγοντες η υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση για έκδοση του ακόλουθου διατάγματος: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Εναγόμενο και/ή τους υπαλλήλους του και/ή αντιπροσώπους του και/ή υπηρέτες του και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους τους και/ή για λογαριασμό τους όπως εντός 15 ημερών από την έκδοση του Διατάγματος ή εντός άλλου χρόνου που το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει, να προβούν σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες και/ή εργασίες, για την κατεδάφιση του μεσοπατώματος και/ή των κατασκευασμάτων και/ή προσθήκης που ηγέρθησαν εντός του υποστατικού χωρίς τη συγκατάθεση της Αιτήτριας και/ή παράνομα και/ή κατά παράβαση των συμβατικών όρων και/ή να επαναφέρουν το υποστατικό στην προτέραν του κατάσταση.» Σε ότι αφορά τη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης αυτή βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 4- 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 ΘΘ 1-4,8 και 9 στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ.148) άρθρα 2, 3, 43, 45, 46, 51, 67, στον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμος (Κεφ.96) άρθρα 2, 3A, 4, 6, 9, 29, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο (Κεφ.224), στον περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο του 1972 (90/1972) άρθρα 2, 21, 23, 28, 87, στο κοινοδίκαιο, στις αρχές τις επιεικείας και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 18/11/2020 του κ. [ ] Αλωνεύτη, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγόντων (στο εξής ο ΜΑ και η Ένορκη Δήλωση Αλωνεύτη). Ο Εναγόμενος καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση στις 10/6/2021 που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του ίδιου (στο εξής ο ΘΣ και η Ένορκη Δήλωση Σκάη). Μετά την καταχώριση της ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση δόθηκε από το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εκ συμφώνου άδεια για καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των Εναγόντων. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση έγινε και πάλι από τον ΜΑ στις 17/11/2021 (η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Αλωνεύτη). Η Ένορκη Δήλωση Αλωνεύτη: Κρίνω σκόπιμο στο στάδιο αυτό να συνοψίσω τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους των Εναγόντων προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτηση στο πλαίσιο της Ένορκης Δήλωσης Αλωνεύτη. Σύμφωνα με τον ΜΑ, στο πλαίσιο συμφωνίας υπενοικίασης η οποία συνάφθηκε την 1/9/2013 και ακολούθως τροποποιήθηκε την 1/4/2015 συμφωνήθηκε ότι ο Υπενοικιαστής δεν έχει το δικαίωμα να κάνει οποιαδήποτε τροποποίηση ή προσθήκη ή επισκευή στο επίδικο υποστατικό χωρίς τη προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση του Ενοικιαστή. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με τον ΜΑ, περί τον Σεπτέμβριο του 2019, ο Εναγόμενος κατασκεύασε μεσοπάτωμα χωρίς να λάβει προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση από τους Ενάγοντες το οποίο χρησιμοποιείτο ως αποθηκευτικός χώρος. Ο ΜΑ διατείνεται ότι προκειμένου να αποφευχθούν δικαστικές διαδικασίες, κάλεσε επανειλημμένα τον Εναγόμενο να κατεδαφίσει το μεσοπάτωμα που κατασκεύασε και να επαναφέρει το υποστατικό στην προτέρα κατάσταση, πλην όμως ο τελευταίος αγνόησε τις οχλήσεις του. Επιπρόσθετα, ο ΜΑ αναφέρεται σε ανταλλαγή επιστολογραφίας μεταξύ των συνηγόρων των διαδίκων σε σχέση με το ζήτημα της κατεδάφισης του μεσοπατώματος στο πλαίσιο της οποίας ενημερώθηκαν οι συνήγοροι των Εναγόντων από τους συνήγορους του Εναγόμενου ότι ο Εναγόμενος αποφάσισε να αποσυναρμολογήσει τον χώρο αποθήκευσης που είχε δημιουργήσει εντός του επίδικου υποστατικού και στη συνέχεια καλούσαν τους Ενάγοντες να επιθεωρήσουν το επίδικο υποστατικό. Ακολούθως, ο ΜΑ στις 17/11/2020, επισκέφθηκε το υποστατικό και διαπίστωσε ότι δεν είχε κατεδαφιστεί ολόκληρο το μεσοπάτωμα αλλά μόνο μέρους αυτού. Σύμφωνα με τον ΜΑ, από την κατασκευή υπάρχουν ζημιές και ρωγμές στο υποστατικό, καθιστώντας έτσι το υποστατικό επικίνδυνο και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε έλαβε πολεοδομική άδεια για την κατασκευή του μεσοπατώματος, κατά παράβαση των σχετικών νομοθεσιών και ως εκ τούτου, οι Ενάγοντες δεν γνωρίζουν εάν η κατασκευή είναι επικίνδυνη. Περαιτέρω, αναφέρει ότι με την κατασκευή ο Εναγόμενος αύξησε τον χώρο του εμβαδού του επίδικου υποστατικού με αποτέλεσμα να πληρώνει μηνιαίο ενοίκιο για χώρο μικρότερο από αυτόν που χρησιμοποιεί, εις βάρος των Εναγόντων. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης: Ο Εναγόμενος καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση στις 10/6/
- Οι 15 λόγοι ένστασης που προβάλλονται μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: - Το παρόν Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αίτηση και κατ' επέκταση την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, αφού το εν λόγω υποστατικό εμπίπτει στις πρόνοιες του περί ενοικιοστασίου νόμου, αφού προσφερόταν για ενοικίαση πριν την 31/12/
- - Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. - Η έκδοση του εν λόγω διατάγματος θα είχε ως αποτέλεσμα την ικανοποίηση της θεραπείας που ουσιαστικά επιδιώκεται με την ίδια την αγωγή με αποτέλεσμα να καθίσταται άνευ αντικειμένου η αγωγή. - Ουδεμία ζημιά και ειδικότερα ανεπανόρθωτη, θα προκληθεί στους Ενάγοντες - Αιτητές, αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. - Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα αποτελέσει κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. - Η αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή πραγματικά αβάσιμη και αστήριχτη και δεν υποστηρίζεται από γεγονότα που θα επέτρεπαν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. - Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αποκρύπτοντας ουσιώδη γεγονότα. Σε ότι αφορά τη νομική βάση της ένστασης, αυτή βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς Δ.48 Θ.1-4
(1),8 και 9 στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 4-9, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ.148) άρθρα 2,3, 43, 45, 46, 51, 67, στον Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμος (Κεφ.96) άρθρα 2, 3Α, 4, 6, 9, 29, του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (Κεφ.224), στον περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμος του 1972 (90/1972) άρθρα 2, 21, 23, 28, 87, στο κοινοδίκαιο, στις γενικές αρχές και αρχές της επιείκειας, τη Νομολογία καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση: Κρίνω σκόπιμο να συνοψίσω τα γεγονότα που παρατίθενται στην Ένορκη Δήλωση Σκάη προς υποστήριξη της Ένστασης. Σύμφωνα με τον ΘΣ, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα αίτηση και την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, αφού έχει καταστεί θέσμιος ενοικιαστής ενόψει του ότι το υποστατικό εμπίπτει εντός των προνοιών του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν. 23/
- Προς υποστήριξη αυτής του της θέσης αναφέρει ότι το επίδικο υποστατικό ενοικιάζετο από το 1994 μέχρι και το 1998 σε κάποιο [ ] Μ. Μιλτιάδη ο οποίος το χρησιμοποιούσε ως γκαράζ για ισιώματα και μπογιατίσματα αυτοκινήτων και τον οποίο εντόπισε παρουσιάζοντας στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 ένορκη δήλωση του εν λόγω προσώπου στην οποία επιβεβαιώνει το εν λόγω πρόσωπο τα όσα επί του προκειμένου αναφέρει ο ΘΣ. Σε ότι αφορά τα όσα του καταλογίζει ο ΜΑ, αναφέρει ότι από τον Σεπτέμβριο του 2019 έχει προβεί σε κατασκευή αποθηκευτικού χώρου, βοηθητικού της εργασίας του και όχι μεσοπατώματος. Παραθέτει στο Δικαστήριο δέσμη φωτογραφιών της εν λόγω κατασκευής και αρνείται κατηγορηματικά ότι ο χώρος αυτός κατασκευάστηκε χωρίς τη συγκατάθεση των Εναγόντων. Η συγκατάθεση, όπως λέει, υπήρχε, απλά δεν ήταν γραπτή. Κατά τον ΘΣ, αιχμή του δόρατος για την αλλαγή της στάσης και συμπεριφοράς του ΜΑ με τον οποίο μέχρι και τις 3/8/20 διατηρούσαν πολύ καλές σχέσεις με τον ΜΑ να πηγαίνει στο επίδικο υποστατικό επί καθημερινής βάσης για καφέ και κουβέντα ήταν ένα περιστατικό που έλαβε χώρα κατά την πιο πάνω μέρα. Ειδικότερα, σύμφωνα πάντα με τον ΘΣ, ο ΜΑ υπέβαλε στον ίδιο αίτημα για καταβολή του ενοικίου για το επίδικο υποστατικό σε μετρητά αντί με επιταγή για δικούς του, άγνωστους κατά τον ΘΣ, λόγους με τον ΘΣ να μην είναι σε θέση να ικανοποιήσει το αίτημα του ΜΑ με αποτέλεσμα έκτοτε, η συμπεριφορά του ΜΑ προς τον ίδιο να γίνει εχθρική και εκδικητική. Ήταν μετά από το πιο πάνω περιστατικό που, σύμφωνα πάντα με τον ΘΣ, δημιουργήθηκε το ζήτημα για την κατεδάφιση του αποθηκευτικού χώρου που διαμόρφωσε για την εργασία του με την ανοχή και γνώση των εναγόντων όπως ο ίδιος αναφέρει ζητώντας του παράλληλα παράλογα κατά τον ίδιο, να καταβάλλει αυξημένο ενοίκιο μέχρι και την κατεδάφιση του εν λόγω χώρου. Ακολούθως, ο ΘΣ παρουσιάζοντας διάφορες φωτογραφίες στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 9), αναφέρει ότι με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων του αποσυναρμολόγησε τον αποθηκευτικό χώρο που είχε φτιάξει, αφήνοντας μόνο ένα μικρό ράφι. Στη συνέχεια, αναφέρεται σε κάποιες άλλες διαφορές που είχαν με τον ΜΑ σε σχέση με το ζήτημα παροχής ηλεκτρικού ρεύματος καθώς επίσης και στο γεγονός ότι οι Ενάγοντες τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία υπενοικίασης ζητώντας του να τους παραδώσει κατοχή με τον ΜΑ να αιτείται διακοπή του ρεύματος. Σύμφωνα με τον ΘΣ, στις 28/5/21 εξασφάλισε μονομερώς διάταγμα από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως το οποίο απαγορεύει στους Ενάγοντες και τον ΜΑ να διακόπτουν την παροχή ρεύματος ή νερού ή να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στην απρόσκοπτη κατοχή του επίδικου υποστατικού. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 13 αντίγραφο του ρηθέντος διατάγματος. Δεν έχει αναφερθεί στο Δικαστήριο τι είναι αυτό που επιδιώκεται με την αίτηση που καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως στο πλαίσιο της οποίας καταχωρίστηκε η ενδιάμεση αίτηση η οποία φαίνεται να οδήγησε στην έκδοση του ανωτέρω αναφερόμενου διατάγματος. Περαιτέρω, επισημαίνει ο ΘΣ ότι δεν αποδέχτηκε την παράνομη αύξηση του ενοικίου που επέβαλαν μονομερώς οι Ενάγοντες ισχυριζόμενοι αύξηση δήθεν του εμβαδού του υποστατικού. Η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Αλωνεύτη: Σε σχέση με το ζήτημα της δικαιοδοσίας, αναφέρεται στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Αλωνεύτη ότι το επίδικο ακίνητο ενοικιάστηκε για πρώτη φορά το έτος 2004 σε τρίτο πρόσωπο επισυνάπτοντας σχετικό ενοικιαστήριο έγγραφο και ότι μέχρι τότε, χρησιμοποιείτο από τον πατέρα του, τότε ιδιοκτήτη του υποστατικού. Σύμφωνα με τον ΜΑ, δεν έχει ενοικιάσει ποτέ το επίδικο ακίνητο το πρόσωπο που ισχυρίζεται ο ΘΣ επισημαίνοντας ότι το επίδικο υποστατικό δεν ενοικιαζόταν ή προσφερόταν για ενοικίαση πριν από την 31η/12/
- Περαιτέρω, αναφέρει ότι ουδέποτε υπήρξε συγκατάθεση για την κατασκευή που έγινε από τον Εναγόμενο στο επίδικο υποστατικό. Σε ότι αφορά το περιστατικό που αναφέρει ο ΘΣ, ο ΜΑ λέγει ότι αυτό που είχαν ζητήσει οι Ενάγοντες ήταν να πληρώνονται είτε με μετρητά είτε μέσω τραπεζικών εμβασμάτων ούτως ώστε να αποφεύγουν οι υπάλληλοι τους να μεταβαίνουν σε τραπεζικά ιδρύματα, προκειμένου να περιοριστούν οι επαφές τους, σε μια προσπάθεια πρόληψης κατά του covid -
- Όταν στις 3/8/2020, ενημέρωσε τον Εναγόμενο για αυτή την επιθυμία των Εναγόντων προσερχόμενος στο υποστατικό για να λάβει το μηνιαίο ενοίκιο εκ μέρους των Εναγόντων, ο εναγόμενος χωρίς κανένα λόγο, σύμφωνα πάντα με τον ΜΑ, του επιτέθηκε φραστικά. Περαιτέρω, σε ότι αφορά τη διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεως αναφέρει ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι Ενάγοντες, εμφανιστήκαν στη διαδικασία, καταχώρισαν ενστάσεις, η υπόθεση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία και έχει επιφυλαχθεί απόφαση. Νομική Πτυχή Η έκδοση προσωρινού διατάγματος διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 το οποίο παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο αυτό είναι περιορισμένο και το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει βασικά κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, ήτοι (α) σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) πιθανότητα επιτυχίας και (γ) δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα. Η κλασική ανάλυση των προϋποθέσεων αυτών έγινε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR
- Οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι καλά γνωστές και συνοψίσθηκαν σχετικά πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου Πολιτική Εφεση Αρ. E7/2018, ημερ. 21.3.
- «Σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv»[1] σημαίνει να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Όπως εξηγήθηκε στην Κυριάκου κ.α. ν. Κυριάκου Πολ. Έφ. Αρ. Ε301/2016, ημερ. 26.9.2017, τούτο έχει την έννοια ότι το δικόγραφο αποκαλύπτει αναγνωρισμένο, είτε από το Νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right), αγώγιμο δικαίωμα.[2] Όπως αναφέρθηκε στην Resola v. Χρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 με αναφορά στην Odysseos (ανωτέρω), ο όρος «pleadings» χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος, εξισούμενος με τις εγγράφες προτάσεις. Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Σε ότι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, την πιθανότητα επιτυχίας, το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή της στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγων συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή.[3] Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς όμως να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής.[4] Σε αυτά τα πλαίσια και για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, όπως ελέχθη στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980 και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λόρδος ν. Σιακόλας Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015: «. κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω και στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το πεδίο.» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. [5] Η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης δεν αρκούν, αλλά απαιτείται αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία.[6] Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32, υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, ήτοι, το κατά πόσο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον»[7] να εκδώσει το Δικαστήριο το αιτούμενο διάταγμα. Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση.[8] Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία και δυναμική στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Υποδηλώνει ουσιαστικά, το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του, που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο, ήταν εσφαλμένη.[9] Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.[10] Περαιτέρω, σε ότι αφορά την έκδοση διαταγμάτων προστακτικής φύσεως σχετικά είναι και τα όσα έχουν νομολογηθεί στην Αγγλική υπόθεση Morris v. Redland Bricks Ltd
(1970)A.C. 652 η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση R.K.B. LEATHERGOODS LIMITED v. Βιργινίας Ευάγγελου Αγγελίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1071. Στην Morris (ανωτέρω) τέθηκαν οι ακόλουθες αρχές έκδοσης προστακτικής φύσεως διαταγμάτων: (α) Τέτοιας φύσεως διατάγματα μπορούν να χορηγηθούν όπου ο ενάγων αποδεικνύει ισχυρή πιθανότητα ότι θα υποστεί σοβαρή ζημιά στο μέλλον, (β) όπου οι αποζημιώσεις δεν θα αποτελούν επαρκή θεραπεία αν επισυμβεί τέτοια ζημιά και (γ) αντίθετα προς την περίπτωση όπου εκδίδεται απαγορευτικό διάταγμα για να αποτρέψει τη συνέχιση ή επανάληψη μιας άδικης πράξης το θέμα της δαπάνης που θα υποστεί ο εναγόμενος για να εκτελέσει έργα τα οποία αποτρέπουν ή μειώνουν την πιθανότητα διάπραξης μιας μελλοντικής αδικοπραξίας πρέπει να αποτελεί στοιχείο που θα λαμβάνεται υπόψη. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, απαγορευτικών και προστακτικών διαταγμάτων, η βασική αρχή είναι κοινή, ότι δηλαδή το δικαστήριο θα πρέπει να ακολουθήσει την πορεία εκείνη που φαίνεται πως θα προκαλέσει τη λιγότερο μη αθεράπευτη δυσχέρεια στη μια ή την άλλη πλευρά. Στην υπόθεση National Bank of Jamaica Ltd v. Olint Corp Ltd
(2009)1 W.L.R. 1405 αναγνωρίστηκε πως τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που συνήθως δικαιολογούν την περιγραφή ενός διατάγματος ως προστακτικού είναι συνήθως πιο πιθανό να προκαλέσουν αθεράπευτη δυσχέρεια από ότι στην περίπτωση ενός απαγορευτικού διατάγματος αλλά παράλληλα αναφέρθηκε, ότι κάτι τέτοιο δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά μια γενίκευση. Το τι επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση είναι η εξέταση, βάσει των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης, των πιθανών συνεπειών της έκδοσης ή μη του διατάγματος. Εξέταση υπό κρίση Αίτησης: Αντλώντας καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι κατά το στάδιο της ακρόασης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προβάλλοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω μελετήσει με προσοχή την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων ως αυτή εκτίθεται στις αγορεύσεις τους. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων και θα περιοριστώ σε αναφορές στις αγορεύσεις όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια. Σε ότι αφορά το ζήτημα της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, καθίσταται σαφές από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό ότι προβάλλονται αντικρουόμενες θέσεις επί του επίμαχου αυτού ζητήματος με τους ισχυρισμούς να περιστρέφονται γύρω από το κατά πόσο το επίδικο υποστατικό προσφερόταν ή όχι προς ενοικίαση πριν την 31.12.1999 υπό το φως των όσων έχουν νομολογηθεί στην ΦΥΣΕΝΤΖΙΔΗ v. K&C SNOOKER & POOL ENTERTAINMENT, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 30/2019, 1/6/2020. Η πλευρά του Εναγόμενου διατείνεται ότι το επίδικο υποστατικό ενοικιαζόταν από τρίτο πρόσωπο το οποίο αναφέρει παρουσιάζοντας ως Τεκμήριο και ένορκη δήλωση του εν λόγω προσώπου ενώ στην αντίπερα όχθη, η πλευρά των Εναγόντων αρνείται το γεγονός αυτό υποστηρίζοντας ότι το επίδικο υποστατικό δεν προσφερόταν προς ενοικίαση κατά τον εν λόγω χρόνο και ότι το πρόσωπο που αναφέρει η πλευρά του Εναγόμενου δεν έχει ενοικιάσει το επίδικο υποστατικό. Ενόψει των αντικρουόμενων θέσεων που έχουν προβληθεί σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, καθίσταται σαφές ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας τελεί υπό την αίρεση γεγονότων τα οποία θα πρέπει να αποδειχθούν. Αυτό δεν μπορεί να γίνει στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο παρά μόνο στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης όπου η κάθε πλευρά θα προσκομίσει τη μαρτυρία της με το Δικαστήριο μέσα από τη διαδικασία της αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, να είναι σε θέση να δεχτεί μαρτυρία και να απορρίψει άλλη προκειμένου να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ή συμπεράσματα. Από τη στιγμή λοιπόν που τα γεγονότα που υποστηρίζουν την κατ' ισχυρισμό έλλειψη δικαιοδοσίας δεν είναι διαυγή και σαφή[11] αλλά υπάρχουν επί τούτου αντικρουόμενες θέσεις και ισχυρισμοί και λαμβάνοντας υπόψη τη σταθερή και σαφή γραμμή της νομολογίας ότι κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινά διατάγματα το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, αρχή η οποία όπως τονίστηκε στην απόφαση Milton Investment Co Ltd κ.ά. ν. Dryden Group Ltd
(2014)1 AAΔ.731 «πρέπει να τηρείται με ευλάβεια και κατά το ενδιάμεσο αυτό στάδιο, το Δικαστήριο όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει στα προαναφερθέντα συμπεράσματα αλλά και να μην αφήνει να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της», είναι κατά την κρίση μου σαφές ότι το ζήτημα αυτό δεν είναι σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας που θα απαντηθεί αλλά θα με απασχολήσει κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Ούτε και μπορεί στο παρόν στάδιο υπό το φως των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου να εξεταστεί ζήτημα κατάχρησης ενόψει της εκκρεμότητας της διαδικασίας στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως αφού πέραν του ότι δεν υπήρξε τέτοια εισήγηση δεν έχουν τεθεί οποιαδήποτε σαφή στοιχεία και δεδομένα τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αυτεπάγγελτη εξέταση τέτοιου ζητήματος. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την 1η προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση. Προκύπτει από το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος καθώς και της Έκθεσης Απαίτησης που καταχωρίστηκε, ότι η αγωγή των Εναγόντων βασίζεται σε κατ' ισχυρισμό παράβαση όρου της σύμβασης υπενοικίασης και πιο συγκεκριμένα του όρου σε σχέση με τη διενέργεια τροποποιήσεων, προσθηκών ή επισκευών στο επίδικο υποστατικό με την πλευρά των Εναγόντων να διεκδικεί αποζημιώσεις στη βάση της ρηθείσας παράβασης καθώς και διάταγμα επαναφοράς του επίδικου υποστατικού στην προτέρα κατάσταση. Πρόκειται για αγώγιμο δικαίωμα το οποίο αντλείται από τις πρόνοιες του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, και πιο συγκεκριμένα το άρθρο 73 αυτού. Κύριος άξονας των δικογραφημένων ισχυρισμών των Εναγόντων είναι ότι ο Εναγόμενος κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας κατασκεύασε μεσοπάτωμα χωρίς να λάβει προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση από τους Ενάγοντες το οποίο χρησιμοποιείτο ως αποθηκευτικός χώρος. Από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Αιτητών προκύπτει ότι, για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ως εκ τούτου, πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ήτοι το κατά πόσο έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας θα πρέπει να προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Αιτητή συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία να παρέχουν ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος. Η έρευνα, όμως, του Δικαστηρίου αναφορικά με τη διακρίβωση της συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης, θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Έχοντας κατά νου τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τα οποία έχω ήδη εκθέσει με συνοπτικό τρόπο κατά το στάδιο της παράθεσης της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω στην πλήρη τους έκταση καθίσταται σαφές ότι η βασική θέση που προβάλλεται από την πλευρά των Εναγόντων είναι ότι η κατασκευή του αποθηκευτικού χώρου στο επίδικο υποστατικό (μέρος του οποίου αποδέχονται ότι αποσυναρμολογήθηκε από τον Εναγόμενο) έλαβε χώρα χωρίς τη γραπτή τους συγκατάθεση και κατά συνέπεια, κατά παράβαση των μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντων. Στην αντίπερα όχθη, η θέση που προβάλλεται από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι ναι μεν προχώρησαν στην κατασκευή του ρηθέντος αποθηκευτικού χώρου επισημαίνοντας ότι αυτό δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μία μεταλλική κατασκευή μέρος της οποίας αποσυναρμολογήθηκε με αποτέλεσμα επί του παρόντος να παραμένει μόνο ένα «ράφι», πλην όμως οι ίδιοι έλαβαν, όπως ισχυρίζονται, την προφορική συγκατάθεση των Εναγόντων για τη ρηθείσα κατασκευή. Το κατά πόσο ευσταθούν οι πιο πάνω θέσεις των Αιτητών ή οι αντίθετες θέσεις του Καθ' ου η αίτηση, δεν είναι επί του παρόντος σταδίου να αποφασιστεί. Ως έχει ήδη αναφερθεί, αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι σε διαδικασία εκδίκασης αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης.[12] Είναι επίσης νομολογημένο ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.[13] Στην προκείμενη περίπτωση, εξετάζοντας τις θέσεις αμφοτέρων των διαδίκων, κρίνω ότι στο παρόν στάδιο είναι αρκετό να λεχθεί ότι στη βάση του ενώπιον μου μαρτυρικού υλικού, διαπιστώνω ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης των ουσιαστικών δικαιωμάτων των Αιτητών έναντι του Καθ' ου η Αίτηση. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση ήτοι, το κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν δοθεί τα αιτούμενο διάταγμα. Ανατρέχοντας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση παρατηρώ ότι σε σχέση με το ζήτημα της κατ' ισχυρισμό ανεπανόρθωτης βλάβης, ο ΜΑ αναφέρει ότι είναι αδύνατο να υπολογίσουν οι Αιτητές την πραγματική οικονομική ζημιά που υφίστανται και θα συνεχίσουν να υφίστανται μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι η ζημιά δεν είναι μόνο οικονομική αλλά υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να προκληθεί σωματική βλάβη στον ίδιο τον καθ' ου η Αίτηση και τους υπαλλήλους του. Διατείνεται επίσης ο ΜΑ ότι σε περίπτωση που δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα υπάρχει ορατός κίνδυνος το υποστατικό να υποστεί ζημιές που οι Αιτητές όμως δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν. Περαιτέρω, προβάλλεται η θέση ότι ενόψει του ότι η επίδικη κατασκευή έγινε κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και χωρίς τις απαιτούμενες άδειες, θέτει σε άμεσο κίνδυνο την ασφάλεια τόσο του ιδίου του Εναγόμενου όσο και των υπαλλήλων του αλλά και όσων επισκέπτονται το υποστατικό. Στην αντίπερα όχθη, ο Εναγόμενος αναφέρει ότι ο ελάχιστος χώρος που έχει παραμείνει μετά την αποσυναρμολόγηση της αρχικής κατασκευής είναι απαραίτητος για την εργασία του και δεν προκαλεί καμία ζημιά στο υποστατικό. Σε ότι αφορά την τρίτη προϋπόθεση, στην υπόθεση Aνδρέου Aντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Aρ. 2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626 επισημάνθηκε ότι δεν είναι αρκετή οποιαδήποτε γενική και αόριστη αναφορά ώστε να ικανοποιηθεί το κριτήριο της ανεπανόρθωτης ζημιάς. Θα πρέπει να δίδονται λεπτομέρειες και επεξηγήσεις που να υποστηρίζουν ότι ο αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και ο Αιτητής θα πρέπει να αιτιολογεί έναν τέτοιο ισχυρισμό με τρόπο ώστε να ικανοποιεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπό εξέταση περίπτωση ως αυτά έχουν αναλυθεί ανωτέρω, είναι η κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η εισήγηση εκ μέρους των Αιτητών ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα παρέμεινε γενική και αόριστη, χωρίς να υποστηριχθεί από σαφή και θετική προς τούτο μαρτυρία. Οι επίμαχες αναφορές ουδόλως εξειδικεύθηκαν και παρέμειναν μετέωρες. Δεν νοείται να ισχυρίζεται η πλευρά των Αιτητών ότι υπάρχει κίνδυνος και μάλιστα ορατός το υποστατικό να υποστεί ζημιές από τη διατήρηση της επίδικης κατασκευής χωρίς να εξειδικεύεται με οποιοδήποτε τρόπο ο κατ' ισχυρισμό ορατός κίνδυνος ή το είδος των ζημιών τη στιγμή που ταυτόχρονα, ευθαρσώς δηλώνεται ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν οι Ενάγοντες τις ισχυριζόμενες ζημιές. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι ενώ από τη μία υπήρξε ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός περί μεγάλης πιθανότητας πρόκλησης σωματικής βλάβης στον ίδιο τον καθ' ου η Αίτηση και τους υπαλλήλους του (και όχι των ίδιων των Αιτητών) σε άλλο σημείο της ένορκης δήλωσης Αλωνεύτη και σε αντίφαση με αυτή την αναφορά προβάλλεται ότι οι Αιτητές δεν γνωρίζουν εάν η κατασκευή είναι επικίνδυνη. Είναι άξιο απορίας πως ισχυρίζεται ο ΜΑ ότι υπάρχει κίνδυνος σωματικής βλάβης (όχι του ίδιου ή οποιουδήποτε προσώπου κ μέρους των Εναγόντων αλλά του Καθ' ου η Αίτηση και των υπαλλήλων του) την ίδια στιγμή που δεν γνωρίζει θετικά ότι η κατασκευή είναι επικίνδυνη. Ούτε έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια δεδομένα στη βάση των οποίων θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο όπως για παράδειγμα οποιαδήποτε σημαντική και τελεσίδικη αλλοίωση του χαρακτήρα του επίδικου υποστατικού εξαιτίας της επίδικης κατασκευής, ούτε άλλωστε προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός. Στην πραγματικότητα, τίποτε δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, ικανό να πείσει ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν θα ήταν δυνατό η όποια ζημιά να αποτιμηθεί σε χρήμα ή έστω ότι δεν θα είναι δυνατός και ευχερής ο υπολογισμός της. Άλλωστε, οι ίδιοι οι Ενάγοντες έχει προβεί σε τέτοιους υπολογισμούς αξιώνοντας συγκεκριμένα ποσά στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης τους βασιζόμενοι σε κατ' ισχυρισμό αύξηση του εμβαδού του επίδικου υποστατικού. Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό θεωρούμενα με το γεγονός ότι δεν έχει τεθεί οτιδήποτε υπόψη του δικαστηρίου από την πλευρά των Αιτητών σε σχέση με την οικονομική κατάσταση και φερεγγυότητα του καθ' ου η αίτηση και την τυχόν αδυναμία του να αποζημιώσει τους Ενάγοντες σε περίπτωση που κληθεί προς τούτο, δεν επιτρέπουν την υιοθέτηση της θέσης πως η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει στους Ενάγοντες ανεπανόρθωτη ζημιά, με την έννοια που αποδίδεται στον όρο σε περιπτώσεις ως η υπό συζήτηση. Στη βάση των πιο πάνω δεν έχει, συνεπώς, αποδειχθεί θέμα ανεπανόρθωτης ζημιάς ή, καλύτερα, δυσκολίας ή αδυναμίας να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. Υπό αυτά τα δεδομένα, καταλήγω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, ότι, δηλαδή, οι Αιτητές χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Με δεδομένη την κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν ικανοποιούνται, σωρευτικά, οι ως άνω τρεις θεμελιακές προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων ως το αιτούμενο, παρέλκει, όπως είναι νομολογημένο, η αναγκαιότητα απασχόλησης του Δικαστηρίου με το ευρύτερο ζήτημα του αν τελικά, υπό τις περιστάσεις πάντα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.[14] Κατάληξη: Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω, η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, αυτά επιδικάζονται σε βάρος των Εναγόντων/Αιτητών και προς όφελος του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Άρθρο 32
(1)εδάφιο β΄ του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
- [2] βλ. επίσης το Σύγγραμμα Διατάγματα (Injuctions), Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 1η έκδ., σελ.
- [3] Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. [4] Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14 [5] Κυρίσαββα κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. [6] Loucas Panayiotou Estates ltd κ.α v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, Ανδρέου - ν - Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, Penderhill Holdings Ltd κ.α. - ν - Ambramchyk κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 κ.α. ημερ. 13/1/2014), ECLI:CY:AD:2014:A21 [7] Άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. [8] Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 1237, Ζηντίλης v. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1603, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152 [9] Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788,
- [10] Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Πολιτική Εφεση Αρ. E7/
- [11] ΝΙΚΟΛΑΟΥ κ.α. v. ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 320/2013, 24/6/2020 [12] Φαέθων Μιχαηλίδης ν. Κυριάκος Άγγελου Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 [13] T.A. Micrologic Com. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1802). [14] Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.ά. v. Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014, ημερ. 27/2/15 και Χάρης Σταυράκης κ.ά. ν. Δήμος Λευκωσίας Πολιτική έφεση αρ. Ε 68/2013, ημερ. 24/3/15. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο