Morden Finance Limited ν. Pjsc National Bank "Trust" κ.α., Αρ. Αγωγής: 2478/21, 26/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A164 Αρ. Αγωγής: 2478/21 Μεταξύ: Morden Finance Limited (Reg. no.1753887), από τις Βρετ. Παρθένες Νήσους Ενάγουσας και
- Pjsc National Bank "Trust", από τη Ρωσική Ομοσπονδία
- Niverson Holdings Limited (HE 337444), από τη Λευκωσία
- Darwood Investments Limited (HE 293903), από τη Λευκωσία
- Brokenford Holdings Limited (HE 213194), από τη Λευκωσία
- Mediterranean Directors Limited (HE 134012), από τη Λευκωσία
- Mediterranean Secretaries Limited (HE 134022), από τη Λευκωσία
- [ ] Χρ. Κύρου, από τη Λευκωσία
- Aurevo Limited (HE 269554), από τη Λευκωσία
- Galantor Finance Limited (HE 289651), από τη Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση ημερ. 5.11.2021 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για έκδοση παρεμπίπτοντος συντηρητικού διατάγματος Ημερομηνία: 26 Απριλίου 2022 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κος Μ. Κυπριανού με κο Χ. Γαλανό για Michael Kyprianou & Co LLC Για εναγομένη 1 - καθ' ης η αίτηση: κος Α. Τσιρίδης για Κώστας Τσιρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε Για εναγομένους 6, 7 και 8 - καθ' ων η αίτηση: κος Χ. Κληρίδης με κο Κ. Κωνσταντινίδη για Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης και Σία Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα είναι εταιρεία Ρωσικών συμφερόντων με έδρα τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Κατά τους επίδικους χρόνους ήταν κατά 4.75% δικαιούχος της εταιρείας CJSC Inteco («η Inteco»), η οποία σύμφωνα με την ενάγουσα είναι μια πολύ σημαντική Ρωσική εταιρεία που ασχολείται με την ανάπτυξη γης. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι έγινε μεταβίβαση των πιο πάνω μετοχών της στην εναγομένη 1, χωρίς την έγκριση της, κατόπιν συνομωσίας και δόλου των εναγομένων. Ως αποτέλεσμα, η ενάγουσα έχασε παράνομα το ιδιοκτησιακό συμφέρον και την μετοχική της συμμετοχή στην Inteco. Στην συνέχεια, η εναγομένη 1 προγραμμάτισε τον πλειστηριασμό των μετοχών της Inteco στις 16.11.
- Ως εκ τούτου η ενάγουσα καταχώρησε στις 5.11.21 την παρούσα αγωγή, με την οποία αιτείται δυνάμει γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (Δ.2 Θ.1) τα πιο κάτω: Α. Απόφαση και/ή διάταγμα και/ή δήλωση του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία η μεταβίβαση από την Εναγόμενη 8 προς την Εναγόμενη 1 του 100% των μετοχών στη ρωσική εταιρεία CJSC INTECO η οποία έλαβε χώρα κατά ή περί την 26/10/2020 είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή το προϊόν της παράνομης συμπεριφοράς και/ή δόλου και/ή απάτης και/ή συνωμοσίας των Εναγομένων 1 - 7 και/ή το προϊόν παράβασης των καθηκόντων πίστης (breach of fiduciary duties) που ο Εναγόμενος 7 όφειλε στην Εναγόμενη 8 ως διευθυντής της και/ή το προϊόν παράβασης των θέσμιων καθηκόντων (breach of statutory duties) των Εναγομένων 7 και 5 ως διευθυντές των Εναγομένων 8 και 9 αντίστοιχα και/ή είναι μεταβίβαση για την οποία υπήρξε πλήρης αποτυχία της αντιπαροχής (total failure of consideration). Β. Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την επιστροφή και/ή τη μεταβίβαση του 100% των μετοχών στη ρωσική εταιρεία CJSC INTECO από την Εναγόμενη 1 στην Εναγόμενη
- Γ. Διαζευκτικά του αιτητικού (Β) πιο πάνω, απόφαση του Δικαστηρίου για γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις υπέρ της Εναγόμενης 8 και εναντίον των Εναγομένων 1 - 7 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για δόλο και/ή απάτη και/ή συνωμοσία και/ή εναντίον του Εναγόμενου 7 για παράβαση των καθηκόντων πίστης (breach of fiduciary duties) που αυτός όφειλε στην Εναγόμενη 8 και/ή εναντίον των Εναγομένων 7 και 5 για παράβαση των θέσμιων καθηκόντων τους (breach of statutory duties), σε σχέση με τη ζημιά που υπέστη η Εναγόμενη 8 λόγω της παράνομης μεταβίβασης προς την Εναγόμενη 1 του 100% των μετοχών στη ρωσική εταιρεία CJSC INTECO η οποία έλαβε χώρα κατά ή περί την 26/10/
- Δ. Τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων 1 - 7 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για δόλο και/ή απάτη και/ή συνωμοσία που είχε ως σκοπό και/ή ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιάς στην Εναγόμενη 8 και/ή εναντίον των Εναγομένων 5 και 7 για παράβαση καθηκόντων πίστης (breach of fiduciary duties) και/ή για παράβαση θέσμιου καθήκοντος (breach of statutory duty). Ε. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Στ. Νόμιμο τόκο επί παντός επιδικασθέντος ποσού. Ζ. Έξοδα, πλέον ΦΠΑ, πλέον έξοδα επίδοσης. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, η ενάγουσα πέτυχε στις 8.11.22 μονομερώς, την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο μεταξύ άλλων, ακυρώθηκε ο πιο πάνω πλειστηριασμός που ήταν προγραμματισμένος να γίνει στις 16.11.
- Εκδόθηκε επίσης προσωρινό διάταγμα για απαγόρευση μεταβολής της μετοχικής σύνθεσης της εναγομένης
- Αναφορικά με άλλα αιτήματα για αποκάλυψη πληροφοριών, το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση τους προκειμένου να ακουστούν οι απόψεις της άλλης πλευράς. Την αίτηση για προσωρινά διατάγματα, υποστηρίζουν τέσσερις ένορκες δηλώσεις. Του [ ] Yusov και του [ ] Sudakov από την Ρωσία, και των [ ] Χαραλάμπους και [ ] Χριστοδούλου από την Λευκωσία. Η εναγομένη 1 καταχώρησε ένσταση στο προσωρινό διάταγμα στις 13.1.2022 η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του [ ] Popkov. Την ίδια ημερομηνία, οι εναγόμενοι 6 μέχρι 8 καταχώρησαν επίσης ένσταση που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της [ ] Φοραδάρη. Στη συνέχεια και κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου καταχωρήθηκαν οι ακόλουθες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις: - την 1.2.2022 από τον [ ] Yusov εκ μέρους της αιτήτριας («η συμπληρωματική ένορκη δήλωση Yusov»). - την 19.1.2022 από την [ ] Σταύρου εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση 1 («η συμπληρωματική ένορκη δήλωση Σταύρου»). - την 15.2.2022 από τον [ ] Popkov εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση 1 («η συμπληρωματική ένορκη δήλωση Popkov»). - την 16.2.2022 από την [ ] Φοραδάρη εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση 6 μέχρι 8 («η συμπληρωματική ένορκη δήλωση Φοραδάρη»). Όπως γίνεται κατανοητό, έχει κατατεθεί όγκος μαρτυρίας υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων από όλες τις πλευρές, προκειμένου να υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Θεωρώ σκόπιμο στο στάδιο αυτό να συνοψίσω την εκδοχή της κάθε πλευράς όπως προκύπτει από τις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις αλλά και τις αγορεύσεις των συνηγόρων ώστε να γίνουν πλήρως κατανοητά, τα επίδικα θέματα της παρούσας. Η εκδοχή της ενάγουσας - αιτήτριας Η ενάγουσα πριν την επίδικη μεταβίβαση, ήταν κατά 4.75% δικαιούχος της εταιρείας Inteco. Κατείχε το εν λόγω ιδιοκτησιακό της συμφέρον στην Inteco ως εξής: · ήταν η κατά 50% εγγεγραμμένη μέτοχος της εναγόμενης 9 Galantor Finance Limited. · η εναγόμενη 9 με τη σειρά της ήταν η κατά 9.5% μέτοχος της εναγόμενης 8 Aurevo Limited. · η εναγομένη 8 ήταν η κατά 100% μέτοχος της Inteco. Χωρίς να το γνωρίζει η ενάγουσα, το εν λόγω ιδιοκτησιακό της συμφέρον στην Inteco πωλήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2021 στη εναγομένη 1 Ρωσική εταιρεία PJSC National Bank Trust . Η πώληση έγινε μέσω συγκεκριμένης συμφωνίας ημερομηνίας 9.9.2020 μεταξύ της εναγομένης 8 και της εναγομένης 1, βάσει της οποίας η εναγομένη 8 πώλησε στην εναγομένη 1 όλες τις μετοχές που κατείχε στην Inteco έναντι του ποσού των 7.3 εκατομμυρίων ευρώ. Σύμφωνα με την ενάγουσα, αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας στις ενστάσεις των εναγομένων. Είναι ως εκ τούτου στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας που η ενάγουσα την είδε για πρώτη φορά. Εξακολουθεί όμως να υπάρχει κατά την ενάγουσα, παντελής απουσία των περιβαλλόντων στοιχείων σε σχέση με την πώληση αυτή. Δεν προσκομίσθηκε δηλαδή οποιοδήποτε στοιχείο που να αποδεικνύει την καταβολή του ποσού πώλησης προς την εναγομένη
- Ούτε προσκομίσθηκαν τα πρακτικά των σχετικών συνεδριών του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης 8, στις οποίες να συζητήθηκε το θέμα της πώλησης της Inteco στην εναγομένη 1 και να πάρθηκε απόφαση σε σχέση με το θέμα αυτό. Ούτε οποιαδήποτε στοιχεία προσκομίσθηκαν που να σχετίζονται με τυχών διαπραγματεύσεις μεταξύ της εναγομένης 8 και της εναγομένης 1, σε σχέση με την πώληση αυτή. Επίσης, σύμφωνα πάντα με τη θέση της ενάγουσας, το τίμημα που κατέβαλε η εναγομένη 8 προς την εναγομένη 1 για την αγορά της Inteco ήταν πολύ κάτω από την αγοραία αξία της Inteco. Ταυτόχρονα, ως προαναφέρθηκε, δεν προσκομίσθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι καταβλήθηκε καν το ποσό της πώλησης. Η ενάγουσα απώλεσε έτσι το ιδιοκτησιακό της συμφέρον στην Inteco χωρίς τη γνώση ή συγκατάθεσή της και χωρίς να λάβει οποιαδήποτε αντιπαροχή. Στη συνέχεια την 16.11.2021 προγραμματίσθηκε από την εναγομένη 1, πλειστηριασμός για την πώληση όλων των μετοχών που αυτή σήμερα κατέχει στην Inteco. Η ελάχιστη τιμή πώλησης στον πλειστηριασμό καθορίσθηκε στα 355.7 εκατομμύρια ευρώ. Πολλαπλάσια δηλαδή ήτοι 50 φορές περισσότερα, της τιμής που η εναγομένη 1 είχε αγοράσει, περίπου 1 χρόνο προηγουμένως, τις μετοχές αυτές. Στα πλαίσια του πλειστηριασμού, προσφορές για την αγορά των μετοχών της Inteco ήδη υπέβαλαν πέντε εταιρείες. Η ενάγουσα κατείχε το ιδιοκτησιακό της συμφέρον στην Inteco μέσω των εναγομένων 9 και
- Τα διοικητικά συμβούλια των δύο αυτών εταιρειών δεν είναι υπό τον έλεγχο της ενάγουσας και για το λόγο αυτό η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε ως παράγωγη. Με αυτήν διεκδικούνται θεραπείες εκ μέρους της εναγομένης 8, η οποία ήταν η άμεση μέτοχος της Inteco. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι η εναγομένη 8 υπέστη ζημιά αφού οι μετοχές που κατείχε στην Inteco, πωλήθηκαν στην εναγομένη 1 σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την αγοραία αξία τους ενώ δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ακόμη και το εν λόγω ποσό πώλησης καταβλήθηκε ποτέ στην εναγομένη
- Υποστηρίζεται επίσης από την ενάγουσα ότι οι εναγόμενοι 5 - 7 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο διευθυντές και γραμματέας στις εναγόμενες 8 και
- Σύμφωνα με τη θέση της ενάγουσας, υπέχουν ευθύνη για την προαναφερόμενη ζημιά που υπέστη η εναγομένη
- Συγκεκριμένα η εναγομένη 5 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και εξακολουθεί να είναι, διευθύντρια στην εναγομένη
- Η εναγομένη 7 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και εξακολουθεί να είναι, διευθυντής στην εναγομένη
- Τέλος, η εναγομένη 6 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και εξακολουθεί να είναι γραμματέας τόσο στην εναγομένη 8 όσο και στην εναγομένη
- Σύμφωνα με την ενάγουσα, οι διευθυντές και γραμματέας της εναγομένης 8, ευθύνονται διότι έλαβαν την απόφαση και/ή εν πάση περιπτώσει επέτρεψαν την πώληση των μετοχών της Inteco στη συγκεκριμένη τιμή ενώ εξακολουθούν να μην προσκομίζουν στοιχεία ότι το ποσό της πώλησης καταβλήθηκε στην εναγομένη 8 και τι απέγινε αυτό. Οι διευθυντές και γραμματέας της εναγόμενης 9 ευθύνονται και αυτοί για την πώληση των μετοχών αφού η εναγόμενη 9, ως μέτοχος κατά τον ουσιώδη χρόνο της εναγομένης 8, έδωσε την έγκριση της στο να προχωρήσει η πώληση αυτή. Κατά την ενάγουσα, τις εναγόμενες 8 και 9, διαχειρίζεται το ίδιο γραφείο παροχής εταιρικών υπηρεσιών. Είναι δε άποψη της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι συνωμότησαν μεταξύ τους για να την καταδολιεύσουν και να της αποσπάσουν τις μετοχές που κατείχε στην Inteco. Ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι το παρόν Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την αγωγή και ότι μάλιστα αυτή δεν θα μπορούσε να προωθηθεί σε οποιοδήποτε άλλο δικαστήριο. Σημειώνεται αρχικά ότι εκτός από την εναγόμενη 1, όλοι οι υπόλοιποι εναγόμενοι (6 κανονικοί εναγόμενοι και 2 παράγωγα εναγόμενες εταιρείες) είναι είτε φυσικά πρόσωπα που διαμένουν στην Κύπρο ή εταιρείες που είναι εγγεγραμμένες στην Δημοκρατία. Ως εκ των ανωτέρω το Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της αγωγής βάσει του άρθρου 4
(1)του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ο «Κανονισμός») (ως επίσης και βάσει του άρθρου 21
(1)(β) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60). Το άρθρο 4
(1)του Κανονισμού καθορίζει την γενική δωσιδικία του τόπου διαμονής του εναγομένου. Εναντίον των κυπρίων εναγομένων προωθούνται κατά την ενάγουσα καλές και βάσιμες αξιώσεις στα πλαίσια της αγωγής. Μεταξύ άλλων προωθούνται αξιώσεις που αφορούν την παράβαση του καθήκοντος εμπιστοσύνης (fiduciary duty) που οι εναγόμενοι 6 και 7 υπείχαν προς την εναγομένη 8 συνάπτοντας και εκτελώντας τη Συμφωνία Αγοραπωλησίας και εγκρίνοντας την πώληση της Inteco στην εναγομένη
- Προωθούνται επίσης αξιώσεις που αφορούν την παράβαση του καθήκοντος εμπιστοσύνης (fiduciary duty) που ο εναγόμενος 5 υπείχε προς την εναγόμενη
- Οι αξιώσεις που προωθούνται εναντίον της εναγομένης 1 είναι απόλυτα συναφείς και συνδεόμενες με τις αξιώσεις που προωθούνται εναντίον των υπόλοιπων Κυπρίων εναγομένων. Εναντίον της προωθούνται αξιώσεις για δόλο και απάτη καθώς και για συνωμοσία με τους υπόλοιπους εναγόμενους σε σχέση με τη συναλλαγή βάσει της οποίας η Inteco μεταβιβάστηκε στην εναγομένη
- Ως εκ τούτου, η εναγομένη 1 είναι σύμφωνα με την ενάγουσα αναγκαία διάδικος στην αγωγή που προωθείται εναντίον των υπολοίπων Κυπρίων εναγόμενων. Το Δικαστήριο συνεπώς έχει δικαιοδοσία επί της εναγομένης 1 βάσει του άρθρου 8
(1)του Κανονισμού καθώς επίσης και βάσει του άρθρου 21
(1)(β) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Είναι επιπλέον η θέση της ενάγουσας ότι το Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την αγωγή και δυνάμει του άρθρου 7
(2)του Κανονισμού. Ο εν λόγω κανονισμός παρέχει αρμοδιότητα σε περίπτωση αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, στο Δικαστήριο του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός. Έχει δε νομολογηθεί ότι η φράση η φράση «συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός» περιλαμβάνει, κατ' εκλογή του ενάγοντα, είτε τη χώρα όπου τελέστηκε η αδικοπραξία είτε τη χώρα όπου συνέβη η ζημιά (βλ. Powertools Electro SRL v Black & Decker (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε. Πολ. Έφεση 320/2009). Είναι η θέση της ενάγουσας ότι στην παρούσα περίπτωση όχι μόνο η αδικοπραξία συντελέστηκε στην Κύπρο αλλά και η Κύπρος ήταν ο τόπος όπου επεσυνέβη η ζημιά. Η πιο πάνω θέση αιτιολογήθηκε από την ενάγουσα από τα εξής γεγονότα: α) είναι μέσω της εκτέλεσης της συμφωνίας αγοραπωλησίας από τον εναγόμενο 7, εκ μέρους της εναγομένης 8, που συντελέστηκε η αδικοπραξία, και β) είναι μία κυπριακή εταιρεία, η εναγομένη 8, που υπέστη τη ζημιά, χάνοντας μέσω της επίδικης συναλλαγής το κυριότερο της περιουσιακό στοιχείο, την Inteco, σε καταφανώς χαμηλή τιμή ή ενδεχομένως χωρίς να λάβει οποιαδήποτε αντιπαροχή. Για τον ίδιο λόγο σαφέστατα κατά την ενάγουσα, εφαρμόζεται στα πλαίσια της παρούσας διαφορά το κυπριακό δίκαιο. Ήταν στην συνέχεια η θέση της ενάγουσας ότι ορθά η παρούσα αγωγή προωθείται ως διπλά παράγωγη αγωγή, διαδικασία που αναγνωρίζεται από το Κυπριακό δίκαιο. Υποστηρίχθηκε από τον συνήγορο της ενάγουσας στην αγόρευση του με παραπομπή και σε νομολογία ότι το δικαίωμα έγερσης μίας τέτοιας «διπλής» ή «πολλαπλής» παράγωγης αγωγής, είναι απόλυτα λογικό, δεδομένων των πολυεπίπεδων διαρθρώσεων μέσω των οποίων πλέον δομούνται τα ιδιοκτησιακά συμφέροντα εταιρειών. Δηλαδή δεν θα εξυπηρετείτο το συμφέρον της δικαιοσύνης αν το δικαίωμα έγερσης μίας παράγωγης αγωγής περιοριζόταν μόνο στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο εκάστοτε ενάγων ήταν απευθείας μέτοχος της εταιρείας που υπέστη τη βλάβη. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ήταν η θέση του συνηγόρου της ενάγουσας ότι η προώθηση διπλής παράγωγης αγωγής εκ μέρους της εναγομένης 8, αποτελεί τον μόνο τρόπο μέσω του οποίου μπορεί η εναγομένη 8 να προωθήσει την απαίτηση της σε σχέση με τη μεταβίβαση της Inteco στην εναγομένη
- Ως προς τος προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, είναι η θέση της ενάγουσας όπως προκύπτει από τι ενόρκους δηλώσεις της ένστασης και την αγόρευση του συνηγόρου της ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατές πιθανότητες η ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία έναντι όλων των εναγομένων. Ο συνήγορος επεσήμανε επίσης το παραδεκτό από τους εναγομένους γεγονός, της πώλησης όλων των μετοχών από την εναγομένη 8 στην εναγομένη 1 για το ποσό των 7.3 εκατομμυρίων ευρώ χωρίς να ειδοποιηθεί η ενάγουσα. Ως εκ τούτου, βεβαίως, η ενάγουσα απώλεσε το ιδιοκτησιακό της συμφέρον στην Inteco. Παρέμεινε μέτοχος στην καθ' ης η αίτηση 8, η οποία όμως κατέστη πλέον μια άδεια εταιρεία χωρίς οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο. Το πολύτιμο αυτό περιουσιακό στοιχείο, η εταιρεία Inteco, πωλήθηκε χωρίς τη γνώση ή έγκριση ενός εκ των δικαιούχων της που είναι η ενάγουσα. Αναφορικά με τις βάσεις αγωγής, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η υπό εξέταση μεταβίβαση ήταν το αποτέλεσμα δόλου από την εναγομένη 1 που έλαβε την Inteco χωρίς να καταβάλει επαρκή αντιπαροχή και πιθανότατα ουδεμία αντιπαροχή. Οι εναγόμενοι 7 και 6 που είναι ο διευθυντής και ο γραμματέας της εναγομένης 8 και εμπλέκονται στην απάτη αυτή ή τουλάχιστον συνωμότησαν με την εναγομένη 1 για να αποκρύψουν από την ενάγουσα τις λεπτομέρειες της μεταβίβασης. Το ίδιο ισχύει και με τους εναγόμενους 5 και 6 που είναι αντίστοιχα διευθυντής και γραμματέας της εναγόμενης 9, και οι οποίοι απέκρυψαν τη μεταβίβαση από την ενάγουσα ενώ στη συνέχεια αρνήθηκαν να της παράσχουν πληροφόρηση όταν τους ζητήθηκε. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στην παρούσα περίπτωση όχι μόνο είναι καταφανές ότι μία αποξένωση θα καταστήσει τις αξιώσεις που αφορούν την επιστροφή της Inteco στην ίδια άνευ αντικειμένου αλλά υπάρχει αναντίλεκτη μαρτυρία και παραδοχή της εναγομένης 1 πως ο σκοπός της είναι να πωλήσει την Inteco σε τρίτους. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι είχε προγραμματισθεί ο πλειστηριασμός για την πώληση της Inteco, ο οποίος εμποδίστηκε με την έκδοση του υπό κρίση διατάγματος ημερομηνίας 8.11.
- Μάλιστα η εναγομένη 1 δεν διστάζει σε πολλά σημεία της ένορκης δήλωσης Popkov να αναφέρει ότι αποτελεί εντολή της (mandate) να πωλεί τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτά και να αποδίδει τα έσοδα απευθείας στην Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας. Στην περίπτωση αυτή, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η αποζημίωση σε χρήμα δεν είναι αρκετή. Η ενάγουσα εξάλλου έχει κάθε δικαίωμα να ζητά την επιστροφή του περιουσιακού της στοιχείου που αποξενώθηκε και όχι χρήματα. Η αντίθετη εισήγηση θα σήμαινε πως τα θύματα μίας αδικοπραξίας θα υποχρεώνονταν πάντοτε να αποδεχθούν την πώληση της περιουσίας τους στην αγοραία της αξία, κάτι το οποίο δεν είναι δίκαιο. Πέραν του δικαιώματος της ενάγουσας να ζητεί την επιστροφή της Inteco στην εναγομένη 8, τα υπό κρίση ενδιάμεσα διατάγματα ενδείκνυνται και λόγω της δυσκολίας που φυσιολογικά θα προκύψει στο να εκτιμηθεί η πραγματική έκταση της ζημιάς που προκλήθηκε από την επίδικη συναλλαγή. Σημειώνεται ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι η Inteco είναι μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες αναπτύξεως γης στην Ρωσία. Ως εκ τούτου, σαφώς και θα υπάρξει μεγάλη δυσκολία στο να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο η πραγματική αξία της εν λόγω εταιρείας, η οποία κατέχει σωρεία περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων ακινήτων, εταιρειών και εισπρακτέων ποσών από αγοραπωλητήρια έγγραφα. Ακόμη και σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, διίστανται πάρα πολύ οι θέσεις των μερών αναφορικά με την αξία της Inteco. Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει από τις ίδιες τις αναφορές των καθ' ων η αίτηση ότι η εναγομένη 1 δεν είναι μία κανονική τράπεζα αλλά μία τράπεζα η οποία κατευθύνει όλα τα έσοδα της προς την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας. Τίθεται επομένως εν αμφιβόλω, η ικανότητα της να ικανοποιήσει οποιαδήποτε απόφαση για πληρωμή αποζημιώσεων για την παράνομη αποξένωση της Inteco, η οποία αξίζει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Η εναγομένη 1 είναι διαφορετικό πρόσωπο από την ιδιοκτήτρια της, την ρωσική κεντρική τράπεζα. Στην περίπτωση που η ενάγουσα πετύχει στην αγωγή, η απόφαση θα στρέφεται εναντίον της εναγομένης 1 και όχι εναντίον της ρωσικής κεντρικής τράπεζας. Το ότι η ρωσική κεντρική τράπεζα, προς την οποία κατευθύνονται όλα τα έσοδα της εναγομένης 1, δεν έχει παράλληλα και υποχρέωση να καλύψει τις υποχρεώσεις της, αναφέρεται κατά την ενάγουσα ρητά και στο ίδιο το καταστατικό της εναγομένης
- Ο δικηγόρος της ενάγουσας αρνήθηκε τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι υπήρξε απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων κατά την μονομερή διαδικασία έγκρισης του διατάγματος. Αντιθέτως υποστήριξε ότι η ενάγουσα προέβη σε πλήρη και αληθινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων που αφορούν την αίτηση, δίδοντας στο Δικαστήριο μια δίκαιη εικόνα της διαφοράς. Κατά τον συνήγορο, όλοι οι ισχυρισμοί που της εναγομένη 1 αναφέρει ότι δεν αποκαλύφθηκαν, αφορούν θέματα είτε άσχετα με την ουσία της υπόθεσης, είτε θέματα που αφορούν τη συμφωνία αγοραπωλησίας, η οποία παρά τις προσπάθειες της ενάγουσας ουδέποτε της αποκαλύφθηκε πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Ειδικά για τον ισχυρισμό ότι σε σχέση με την συμφωνία πώλησης των μετοχών, τα ρωσικά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία και ότι το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ρωσικό, ο συνήγορος ανέφερε ότι αν η συμφωνία είχε αποκαλυφθεί στην ενάγουσα, σαφώς και είχε υποχρέωση να αποκαλύψει την ρήτρα δικαιοδοσίας και εφαρμοστέου δικαίου που αυτή περιέχει. Εν πάση περιπτώσει, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι οι ισχυρισμοί περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας των ρωσικών εμπορικών δικαστηρίων και εφαρμογής του ρωσικού δικαίου, αμφισβητείται από την πλευρά της ενάγουσας. Επιπλέον, θέματα που αφορούν την οικονομική κατάσταση της ενάγουσας και της εναγομένης 9 καθώς και ο ισχυρισμός ότι οι μετοχές της πρώτης είναι ενεχυριασμένες, είναι εντελώς άσχετα κατά τον συνήγορο με την ουσία της υπόθεσης. Όσον αφορά τους εναγομένους 6, 7 και 8, ο συνήγορος επεσήμανε ότι στην ένσταση τους δεν εξειδικεύονται τα ζητήματα που κατ' ισχυρισμό δεν αποκαλύφθηκαν. Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι αυτό σαφώς και κλίνει υπέρ της διατήρησης των διαταγμάτων σε ισχύ και της έκδοσης των υπόλοιπων επιζητούμενων διαταγμάτων. Η ενάγουσα εκ μέρους της εναγομένης 8, έχει κάθε δικαίωμα να διεκδικεί την επιστροφή της Inteco. Χωρίς τα διατάγματα, κατά παραδοχή της εναγομένης 1, η Inteco θα πωληθεί προς τρίτους, ενώ τα έσοδα από την πώληση θα κατευθυνθούν προς την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας. Σε αντίθετη περίπτωση, η εναγομένη 1 δεν θα υποστεί καμία ζημιά με το να χρειαστεί να περιμένει προτού μεταπωλήσει την Inteco. Η πιθανότητα να μειωθεί η αξία της Inteco δεν αποτελεί σοβαρό επιχείρημα κατά τον συνήγορο της ενάγουσας αφού όπως μπορεί να μειωθεί έτσι εύκολα μπορεί και να αυξηθεί. Η εκδοχή της εναγομένης 1 Η ειδοποίηση ένστασης της εναγομένης 1 στηρίζεται στους πιο κάτω λόγους:
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας και νομοθεσίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων και συγκεκριμένα: 2.
- Δεν υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση 2.
- Δεν υπάρχουν ορατές πιθανότητες επιτυχίας 2.
- Δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Οι Ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγόμενων.
- Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσίας και τα Ρωσικά δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν τη υπόθεση
- Έχει υπάρξει απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων αλλά χωρίς περιορισμό, των ακολούθων: 5.
- Ότι τα Ρωσικά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία 5.
- Ότι οποιαδήποτε ενδιάμεσο διάταγμα Κυπριακού Δικαστηρίου δεν μπορεί να εγγραφεί και/ή αναγνωριστεί στην Ρωσία 5.
- Ότι το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το Ρωσικό 5.
- Ότι έχουν καταχωρηθεί δικαστικές διαδικασίες στην Ρωσία με σκοπό την εξασφάλιση των ίδιων ή ταυτόσημων θεραπειών. 5.5.Ότι οι μετοχές της Inteco είναι ενεχυριασμένες προς όφελος της Τράπεζας Otkritie 5.
- Ότι προσωρινά διατάγματα δεν αναγνωρίζονται και δεν εγγράφονται στην Ρωσία 5.
- Την κακή οικονομική κατάσταση της Galantor 5.
- Ότι οι ιδιοκτήτες και τελικοί δικαιούχοι της Morden εργάζονταν και ήταν υψηλόβαθμα στελέχη της Inteco 5.
- Ότι ο κ. Zabazhanov ο οποίος είναι σύζυγος της κόρης της κας Strelina που είναι ιδιοκτήτης της Morden εργαζόταν στην Inteco μέχρι τον Σεπτέμβριο 2021 και γνώριζε για την πώληση της Inteco στην Εναγόμενη
- 5.
- Ότι η τράπεζα Sberbank που είχε μεγαλύτερο συμφέρον επί της Inteco από ότι η Morden δεν διαμαρτυρήθηκε για την πώληση της Inteco. 5.
- Ότι η Εναγόμενη 1 είναι ιδιοκτησίας της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας. 5.
- Ότι οι [ ] Valitov και [ ] Sudakov οι οποίοι εκπροσωπούν την Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή δεν έχουν καθαρό ποινικό μητρώο και/ή εμπλέκονται σε ποινικές υποθέσεις 5.
- Ότι οι μετοχές που κατέχει η Morden στην Galantor είναι ενεχυριασμένες 5.
- Ότι η αγορά της Inter από την Bank Trust έχει ανακοινωθεί από την ίδια την Bank Trust και πως υπήρχαν δημοσιεύσεις στον Ρωσικό τύπο.
- Έχει υπάρξει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
- Δεν έχει καταδειχθεί το κατεπείγον της Αίτησης για την έκδοση των μονομερών διαταγμάτων.
- Δεν έχει καταδειχθεί η ανάγκη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Δεν έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση ούτε και πιθανότητες επιτυχίας.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης.
- Οι αποζημιώσεις είναι επαρκής θεραπεία.
- Η Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή καταπιεστική και/ή κακόβουλη.
- Με την αίτηση προσπαθούν να εξασφαλίσουν διατάγματα που τα Ρωσικά Δικαστήρια απέρριψαν.
- Η Ενάγουσα δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια.
- Με βάση το εφαρμοστέο δίκαιο η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Στις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση αλλά και στην αγόρευση του συνηγόρου για την εναγομένη 1, αναφέρονται συνοπτικά τα εξής: Η εναγόμενη 1 είναι μια ρωσική τράπεζα ιδιοκτησίας της ρωσικής Κεντρικής Τράπεζας που εξουσιοδοτήθηκε από αυτήν τον Ιούλιο 2018 να ενοποιήσει, αποκαταστήσει και διαθέσει τα μη βασικά περιουσιακά στοιχεία ρωσικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που αντιμετωπίζουν προβλήματα. Στα πλαίσια των εργασιών της και ως αποτέλεσμα του ότι άλλες ρωσικές τράπεζες κατέρρευσαν οικονομικά, ισχυρίζεται ότι απέκτησε μέσω ενός πολύπλοκου δικτύου εταιρειών την εταιρεία Inteco, η οποία είναι Ρωσική εταιρεία που ασχολείται με την ανάπτυξη γης και την κατασκευή ακινήτων. Η εναγόμενη 1 ουδέποτε επέλεξε να κατέχει την Inteco μέσω αυτής της πολύπλοκης δομής, η οποία ήταν αποτέλεσμα του τρόπου που κατεχόταν η Inteco από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες, την Rost Bank. Ενόψει της πολύπλοκης δομής, η εναγόμενη 1 αποφάσισε να μεταφέρει την ιδιοκτησία της Inteco, μέσω μιας πώλησης με πρέπουσα αντιπαροχή, απευθείας κάτω από την εναγόμενη 1 αντί μέσω της υφιστάμενης πολύπλοκης δομής με την οποία την κατείχε. Ο τρόπος που έγινε η μεταφορά ήταν καθόλα νόμιμος, αφού έγινε μέσω μια πώλησης σε τιμή πολύ μεγαλύτερη από την καθαρή αξία της εταιρείας κατά τον χρόνο της συναλλαγής, όπως φαινόταν και στους ελεγμένους λογαριασμούς της. Είναι η θέση της εναγομένης 1 ότι ανεξάρτητα του γεγονότος ότι δεν πληρούνται οι βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, η ενάγουσα έχει προβεί στην παρούσα σε σωρεία ουσιωδών παραλήψεων για αποκάλυψη των πραγματικών γεγονότων με σκοπό να δημιουργήσει μια παραπλανητική εικόνα. Και παρά το ότι η νομολογία δεν απαιτεί η μη αποκάλυψη αυτή να ήταν σκόπιμη, τα γεγονότα στην παρούσα υπόθεση καταδεικνύουν ότι η μη αποκάλυψη ήταν σκόπιμη, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να μην έχει προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Συγκεκριμένα δεν αποκαλύφθηκε ότι έχουν καταχωρηθεί δικαστικές διαδικασίες στην Ρωσία σε σχέση με τα ίδια γεγονότα. Γίνεται αναφορά σε πληρεξούσιο έγγραφο ημ. 8.11.2021, που η ενάγουσα παραχώρησε και που επέτρεπε μεταξύ άλλων την υποβολή αίτησης στο Εμπορικό (Arbitrazh) Δικαστήριο της Μόσχας για απαγορευτικό διάταγμα προς υποστήριξη της παρούσας αγωγής. Το ίδιο πληρεξούσιο επέτρεψε επίσης στην ενάγουσα να εγείρει ουσιαστική αξίωση Ρωσικού δικαίου στο Εμπορικό (Arbitrazh) Δικαστήριο της Πόλης της Μόσχας, ισχυριζόμενη μεταξύ άλλων ότι ο πλειστηριασμός είναι παράνομος. Η αγωγή αυτή καταχωρήθηκε στις 15 Νοεμβρίου
- Είναι η θέση της εναγομένης 1 ότι η ενάγουσα γνώριζε ότι επρόκειτο να καταχωρήσει τη Ρωσική Ουσιαστική Αξίωση μέχρι τον χρόνο της μονομερούς ακρόασης στην Κύπρο, καθώς το Πληρεξούσιο Έγγραφο και διάφορα τεκμήρια σχετικά με τη Ρωσική Ουσιαστική Αξίωση, εκδόθηκαν και πιστοποιήθηκαν στις 8.11.2021 - την ίδια ημέρα που εκδόθηκε το υπό κρίση απαγορευτικό Διάταγμα στην Κύπρο - και δύο ημέρες πριν από την τροποποίηση του απαγορευτικού Διατάγματος στις 10 Νοεμβρίου
- Παρά ταύτα, ουδέποτε ενημέρωσαν το Κυπριακό Δικαστήριο ότι θα προέβαιναν στην λήψη νομικών μέτρων στην Ρωσία, επιδιώκοντας τον ίδιο σκοπό και τις ίδιες θεραπείες. Παρέστησαν δηλαδή ψευδώς ότι το ζητούμενο στην παρούσα διάταγμα, είναι η μόνη τους θεραπεία για να εμποδίσουν τον πλειστηριασμό. Είναι η θέση της εναγομένης 1 ότι ανεξάρτητα από την έκβαση των Ρωσικών διαδικασιών, είναι προφανές ότι η ενάγουσα παραπλάνησε το Κυπριακό Δικαστήριο αφού ουδέποτε απεκάλυψε την πρόθεση να κινηθεί με δικαστικές διαδικασίες στην Ρωσία. Την ίδια ώρα, η ενάγουσα γνώριζε και δήλωσε ενώπιον του Ρωσικού δικαστηρίου ότι δεν αναγνωρίζονται και δεν εκτελούνται ενδιάμεσα διατάγματα αλλοδαπών δικαστηρίων στην Ρωσία. Για αυτό και επεδίωξε ξεχωριστό απαγορευτικό διάταγμα από το ρωσικό δικαστήριο προς υποστήριξη της παρούσας αγωγής αλλά όχι για την εκτέλεση του υπό κρίση απαγορευτικού διατάγματος της παρούσας. Δεν αποκαλύφθηκε επίσης ότι οι μετοχές της Inteco είχαν ενεχυριαστεί στην Bank Otkiritie, κάτι που γνώριζε η ενάγουσα με δεδομένο ότι αναφερόταν εκτενώς στα ηλεκτρονικά έγγραφα που δημοσίευσε ο Ρωσικός Οίκος Δημοπρασιών πριν από τη Δημοπρασία. Ως εκ τούτου, στην απουσία της συγκατάθεσης της Bank Otkritie, δεν θα ήταν δυνατό για την εναγομένη 1 να επιστρέψει τις μετοχές στην εναγομένη
- Έτσι η ενάγουσα θα μπορούσε να προωθήσει μόνο αξίωση αποζημιώσεων, κάτι που απέκρυψε από το Δικαστήριο. Δεν αποκαλύφθηκε επίσης η κακή οικονομική κατάσταση της εναγομένης 9 και ειδικότερα ότι είχε πέραν των $52 εκατομμυρίων καθαρές υποχρεώσεις (net liabilities). Η ενάγουσα παρέλειψε επίσης ν' αποκαλύψει ότι είχε αναγνωρίσει, μέσω της έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων της εναγομένης 9, ότι το μερίδιο της στην Inteco ήταν χωρίς αξία. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση Popkov που συνοδεύει την ένσταση της εναγομένης 1 (παράγραφοι 26-31), η Inteco ως περιουσιακό στοιχείο της εναγομένης 8 και η εναγομένη 8 ως περιουσιακό στοιχείο της εναγομένης 9, παρουσιάζονταν με αξία €1 στις οικονομικές καταστάσεις οι οποίες εγκρίθηκαν από την ίδια την ενάγουσα. Σημειώνεται δε ότι στο επίκεντρο της βάσης αγωγής της ενάγουσας, βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι ένα περιουσιακό στοιχείο με μεγάλη αξία (η Inteco) που άνηκε στην εναγομένη 8, έχει μεταβιβαστεί χωρίς επαρκή αντιπαροχή. Συνεπώς, οι αυτές οι μη αποκαλύψεις είναι ουσιώδεις κατά την εναγομένη 1 . Ο συνήγορος της εναγομένης 1 στην αγόρευση του ανέφερε ότι η δικαιολογία που δίδεται από την ενάγουσα στην παρ. 68 της συμπληρωματικής Ε.Δ. Yusov ότι οι εν λόγω οικονομικές καταστάσεις εγκρίθηκαν καλή τι πίστη δεν είναι ικανοποιητική. Γεγονός παραμένει ότι η ενάγουσα απέκρυψε από το Δικαστήριο, την στιγμή της έκδοσης των μονομερών διαταγμάτων, την ύπαρξη αυτών των οικονομικών καταστάσεων και την έγκριση τους από τον εκπρόσωπο της αντί να ενημερώσει το Δικαστήριο και να δώσει, αν ήθελε, την δική της εξήγηση. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από τον συνήγορο της εναγομένης 1, στην κατ' ισχυρισμό απόκρυψη του γεγονότος ότι οι ιδιοκτήτες και τελικοί δικαιούχοι της ενάγουσας, εργάζονταν και ήταν υψηλόβαθμα στελέχη της Inteco. Κάτι που καταρρίπτει την θέση ότι δεν γνώριζαν για την μεταβίβαση των μετοχών της Inteco στην ενάγουσα. Γεγονός που ανακοινώθηκε σε όλους τους υπαλλήλους και όχι μόνον σε υψηλόβαθμα στελέχη. Αυτό γίνεται ακόμα πιο σημαντικό ενόψει του ότι ενέκριναν και τις οικονομικές καταστάσεις που έδειχναν μηδενική αξία για την Inteco. Επανέλαβε επίσης την θέση ότι η αγορά της Inteco από την εναγόμενη 1 ανακοινώθηκε δημόσια και σε πολλά δημοσιεύματα, κάτι που διαψεύδει την θέση ότι η ενάγουσα δεν γνώριζε το γεγονός αυτό. Ο συνήγορος ανέφερε ότι δεν αποκαλύφθηκε επίσης, το ουσιώδες γεγονός ότι η εναγόμενη 1 ανήκει κατά 99% στην Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας. Η πληροφορία αυτή είναι ουσιώδης αφού επηρεάζει την κρίση κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος μη πληρωμής αποζημιώσεων ή μη σεβασμού τελικής απόφασης Δικαστηρίου. Η ενάγουσα όφειλε να θέσει την πληροφορία αυτή ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να έχει ολοκληρωμένη εικόνα κατά την στιγμή που εξέταζε μονομερώς την αίτηση. Ο συνήγορος επανέλαβε επίσης τον ισχυρισμό ότι δεν αποκαλύφθηκε ότι για την πώληση των μετοχών, τα Ρωσικά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία και ότι εφαρμοστέο είναι το Ρωσικό δίκαιο. Αυτό προκύπτει από το ότι η συμφωνία πώλησης των μετοχών περιέχει ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας και επιπλέον ότι αφορά εμπορική διαφορά σε σχέση με μετοχές Ρωσικής εταιρείας. Σημειώνεται δε ότι είναι γνωστό στην ενάγουσα ότι μόνο το Ρωσικό δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει την μεταβίβαση και τέτοια ακύρωση να μπορεί να αναγνωριστεί και υλοποιηθεί στην Ρωσία. Αναφορικά με το ζήτημα της καθυστέρησης, η εναγομένη 1 ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα έχει καθυστερήσει υπερβολικά να προσέλθει στο Δικαστήριο, δημιουργώντας ψεύτικα διλήμματα και παρουσιάζοντας την επικείμενη πώληση μέσω δημοπρασίας ως το κατεπείγον ζήτημα που έπρεπε να αντιμετωπισθεί. Έχει όμως παραλείψει να ενημερώσει το Δικαστήριο ότι η πώληση της Inteco προς την εναγόμενη 1 είχε γίνει ευρέως γνωστή και δημοσιευτεί σε δεκάδες μέσα, από τον Οκτώβριο
- Η πώληση για την οποία τώρα παραπονείται η ενάγουσα έλαβε χώρα τον Σεπτέμβριο του 2020 ,πάνω από ένα χρόνο προτού καταχωρηθεί η παρούσα. Η ενάγουσα πρέπει να γνώριζε για την πώληση πολύ πριν από τον χρόνο που ισχυρίζεται ότι το έμαθε ήτοι από τις 4 Ιουνίου
- Αυτό γιατί η εξαγορά ανακοινώθηκε από την εναγομένη 1 δημόσια και αναφέρθηκε στη συνέχεια σε περισσότερες από 23 διαφορετικές διαδικτυακές πηγές πριν από τις 4 Ιουνίου
- Προκύπτει δε από τις ένορκους δηλώσεις της ένστασης της εναγομένης 1 ότι η ετήσια έκθεση της Inteco για το 2020 και η έκθεση του 4ου τριμήνου του 2020 της εναγομένης 1 που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο 2021 και τον Φεβρουάριο 2021 αντίστοιχα, επιβεβαίωσαν ότι η εναγομένη 1 ήταν ο 100% μέτοχος της Inteco. Η εξαγορά ανακοινώθηκε στους υπαλλήλους της Inteco αφού μεταξύ άλλων στις 10.11.2020, ενημερώθηκαν ότι "ο μοναδικός μέτοχος της Inteco - η εναγομένη 1" είχε διορίσει νέο Διευθυντή. Είναι προφανές ότι η πώληση ήταν γνωστή από τον Οκτώβριου 2020 και δεν υπάρχει καμία επεξήγηση για την μη λήψη μέτρων από τότε. Ακόμα όμως και να γίνει δεκτό ότι η ενάγουσα έλαβε γνώση τον Ιούνιο του 2021, δεν προβάλλεται καμία βάσιμη δικαιολογία γιατί δεν λήφθηκε κανένα μέτρο μέχρι τον Νοέμβριο 2021 που καταχωρήθηκε η παρούσα. Η θέση της εναγομένης 1 ως προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, είναι ότι δεν καταδεικνύεται συζητήσιμη υπόθεση και ορατές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής. Στηρίζει την θέση της μεταξύ άλλων σε ισχυρισμούς ως προς την απουσία δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου όσο και σε εφαρμογή του ρωσικού δικαίου που δεν δικαιολογεί τοις αιτούμενες θεραπείες και την διπλή παράγωγη αγωγή. Περαιτέρω σύμφωνα με την εναγομένη 1, δεν έχει αποδειχθεί η 3η προϋπόθεση για αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν παραχωρηθεί το απαγορευτικό διάταγμα, γιατί θα χάσει την ικανότητα να αξιώσει την επιστροφή του κύριου περιουσιακού της στοιχείου, την Inteco. Χωρίς να αναφέρει ότι δεν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο αφού οι μετοχές της Inteco είναι ενεχυριασμένες στην PJSC Bank Otkritie Financial Corporation ("Bank Otkritie") σύμφωνα με τρεις συμφωνίες ενεχυρίασης. Κάτι που είναι παραδεκτό και από την ίδια την ενάγουσα. Όπως αναφέρεται στην Ε.Δ. Popkov, (παράγραφος 143 και 144) η Bank Otkritie ανήκει κατά 100% στη Ρωσική Κεντρική Τράπεζα. Δηλαδή τον ίδιο ιδιοκτήτη της εναγομένης 1 και δεν υπάρχει ρεαλιστική προοπτική η Bank Otkritie να συγκατατεθεί στη μεταβίβαση της Inteco πίσω στην εναγομένη
- Συνεπώς κατά την εναγομένη 1, η μόνη θεραπεία που απομένει είναι οι αποζημιώσεις. Επιπλέον, η ενάγουσα αποτελεί έμμεσο μέτοχο μειοψηφίας στην εναγομένη 8, χωρίς δικαίωμα να φέρει ένσταση σε οποιαδήποτε συναλλαγή πώλησης μετοχών της Inteco. Η πλειοψηφία της εναγομένης 8, επιθυμεί την πώληση των μετοχών στην εναγομένη 1 ώστε να υλοποιηθεί ο στόχος του "de-offshorisation". Ανεξαρτήτως του αν η πώληση έγινε σε χαμηλότερη τιμή όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, η απόφαση της πώλησης είναι δικαίωμα της πλειοψηφίας. Είναι προφανές κατά τον συνήγορο της εναγομένης 1 ότι ακόμη και αν το Δικαστήριο, μετά την πλήρη ακρόαση της αγωγής, διαπιστώσει ότι η πώληση της Inteco προς την εναγομένη 1 έγινε σε τιμή χαμηλότερη της εύλογης αξίας και διατάξει την ακύρωση της συναλλαγής και μεταφορά των μετοχών πίσω στην εναγομένη 8, η πλειοψηφία της εναγομένης 8 θα πωλήσει και πάλι την Inteco προς την εναγομένη 1 στην τιμή που το Δικαστήριο θα θεωρήσει, με βάση την μαρτυρία που θα έχει αποδεχτεί ως εύλογη. Δεν υπάρχει κανένα σενάριο με το οποίο οι μετοχές της Inteco θα παραμείνουν στην εναγομένη
- Η πώληση είναι αποφασισμένη. Υπό τας περιστάσεις, ο χρηματικός υπολογισμός της αποζημίωσης της ενάγουσας αν πετύχει στην αγωγή της, είναι εύκολος. Στην περίπτωση αυτή η ενάγουσα θα λάβει την εύλογη αξία των μετοχών της Inteco. Με βάση την πιο πάνω ανάλυση, ο συνήγορος της εναγομένης 1 ισχυρίστηκε στην αγόρευση του ότι οι αποζημιώσεις είναι όχι μόνο επαρκής θεραπεία αλλά ότι είναι η μόνη θεραπεία. Ο συνήγορος υπέδειξε στο σημείο αυτό η ενάγουσα δεν έχει προσφέρει ίχνος μαρτυρίας για αδυναμία της εναγομένης 1 να αποζημιώσει την ενάγουσα σε περίπτωση που πετύχει στην αγωγή της. Πολύ ορθά κατά τον συνήγορο αφού η εναγόμενη 1 είναι τράπεζα, και μάλιστα όχι μια οποιαδήποτε, αλλά τράπεζα που μέτοχος της είναι η Ρωσική Κεντρική Τράπεζα. Για τους ιδίους λόγους, έχει καταδειχθεί κατά τον συνήγορο ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της ακύρωσης των εκδοθέντων διαταγμάτων και της απόρριψης της αίτησης. Υποστήριξε επί του προκειμένου ότι εάν το απαγορευτικό διάταγμα καταστεί τελικό, η πιθανή ζημιά της εναγομένης 1 θα είναι δυσανάλογη με το πιθανό όφελος της ενάγουσας. H εναγομένη 1 ακόμη και πριν την πώληση, ήταν ο τελικός ιδιοκτήτης του 95.25% της Inteco και είναι επομένως εκτεθειμένη σε πτώση της αξίας της Inteco κατά τη διάρκεια της παρούσας αγωγής. Υποθέτοντας ότι η Inteco αξίζει τουλάχιστον 29.6 δισεκατομμύρια ρούβλια (€348.3 εκατ. περίπου κατά την καταχώρηση της ένστασης) σε τιμή εκκίνησης στη Δημοπρασία, μία πτώση του 15% της αξίας της Inteco θα προκαλούσε ζημιές τουλάχιστον 4.2 δισεκατομμύρια ρούβλια στην εναγομένη 1 (€49.4 εκατ. περίπου κατά την καταχώρηση της ένστασης). Η ενάγουσα δεν έχει την δυνατότητα να αποζημιώσει αυτήν την ζημιά που θα υποστεί η εναγομένη 1 αν στο τέλος η αγωγή αποτύχει. Αντιθέτως με την ακύρωση του διατάγματος, η ενάγουσα δεν θα υποστεί ζημιά αφού θα μπορεί να αποζημιωθεί από την εναγομένη 1 σε περίπτωση που πετύχει στην αγωγή της. Η εκδοχή των εναγομένων 6, 7 και
- Στην ειδοποίηση ένστασης των εναγομένων 6, 7 και 8, προβάλλονται οι πιο κάτω λόγοι:
- Η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και την Κυπριακή Νομολογία για την έκδοση Ενδιάμεσων Προσωρινών Διαταγμάτων της φύσεως αυτών που ζητούνται στην Αίτηση και/ή αυτών που έχουν εκδοθεί.
- Οι Ένορκες Δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση περιέχουν παραπλανητικές αναφορές και δεν αποκαλύπτουν όλα τα σχετικά γεγονότα και/ή συντάχθηκαν με τρόπο κατά τον οποίο δεν παρουσίασαν στο Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα της διαφοράς και των επιπτώσεων από την έκδοση των Διαταγμάτων και παραπλάνησαν το Σεβαστό Δικαστήριο στην έκδοση των εκδοθέντων Διαταγμάτων.
- Η Ενάγουσα - Αιτήτρια είναι ένοχη για την παράλειψη της να συμμορφωθεί με το καθήκον της κατά την μονομερή ακρόαση της Αίτησης, για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη (full and frank disclosure) όλων των ουσιωδών γεγονότων και εγγράφων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση και/ή κρίση του Δικαστηρίου να εκδώσει ή όχι τα αιτούμενα Διατάγματα.
- Η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν έχει προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή έχει προσέλθει κακόπιστα και/ή με μη καθαρά χέρια.
- Η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν και/ή αιτία αγωγής εναντίον των Εναγομένων 6, 7 και 8 ή οιουδήποτε εξ' αυτών στη βάση των γεγονότων που παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου ενώ τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή.
- Η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση παράγωγης αγωγής και/ή πολλαπλής παράγωγης αγωγής και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία και/ή οι αρχές του κοινοδικαίου σε σχέση με τις παράγωγες αγωγές μέσω των γεγονότων που έχουν παρουσιασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Η Ενάγουσα - Αιτήτρια παραπλανητικά ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή έχει εγερθεί ως πολλαπλή παράγωγη αγωγή εφόσον η παρούσα αγωγή έχει καταχωρισθεί με αλλότρια κίνητρα και/ή για αλλότριους σκοπούς και/ή για εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων των τελικών δικαιούχων της Ενάγουσας - Αιτήτριας και όχι προς όφελος της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση 8 ως είναι ο ισχυρισμός της.
- Η Ενάγουσα - Αιτήτρια έχει αποτύχει να αποδείξει ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία αφού καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε που να υποστηρίζει ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής της αγωγής.
- Η Ενάγουσα - Αιτήτρια έχει αποτύχει να αποδείξει ότι η Εναγόμενη - Καθ' ης και ειδικότερα η ίδια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση μη έκδοσης και/ή οριστικοποίησης των ζητούμενων διαταγμάτων.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει προς την ακύρωση των Διαταγμάτων που εκδόθηκαν αφού η ζημιά που θα υποστούν οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση από την έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων και/ή την συνέχιση των Ενδιάμεσων Διαταγμάτων είναι τεράστια ενώ καμία ζημιά δεν ενδέχεται να προκληθεί στην Ενάγουσα και/ή στην κατ' ισχυρισμό Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση 8 ενώ μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή χρηματικού ποσού που η Εναγόμενη 1 μπορεί να καταβάλει ενώ κανένα δικαίωμα δεν προκύπτει για οποιονδήποτε άλλη αξίωση εκτός από χρηματική, και δεν είναι ορθό και δίκαιο να παραμείνει σε ισχύ το Διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς.
- Η Ενάγουσα - Αιτήτρια χρησιμοποιεί τον μηχανισμό ενδιάμεσης θεραπείας αντικανονικά και καταχρηστικά προκειμένου να καταπιέσει (oppress) και/ή να πιέσει και/ή να εκφοβίσει τους Καθ' ων η Αίτηση 6-8 με απώτερο σκοπό την λήψη πληροφοριών εναντίον της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή προς εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων και/ή χρηματικού κέρδους το οποίο δεν δικαιούται να λάβει αλλά και που εν πάση περιπτώσει με την καταχώρηση της παρούσας και της Ένορκης Δήλωσης που την υποστηρίζει και τα Τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτή, δεν έχει πλέον ουσία η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος αποκάλυψης.
- Δεν ικανοποιούνται οι αρχές της νομολογίας για έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων και/ή διαταγμάτων βάσει της υπόθεσης Norwich Pharmacal Co v. Commissioners and Custom Excise [1973] 2 All E.R.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης και της ακύρωσης των Ενδιάμεσων Διαταγμάτων. Στις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την ειδοποίηση ένστασης αλλά και στην αγόρευση του συνηγόρου για τους καθ' ων η αίτηση 6, 7 και 8, επαναλαμβάνονται και επεξηγούνται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Πρόκειται για επιχειρηματολογία που σε μεγάλο βαθμό, ταυτίζεται με αυτήν της εναγομένης 1, γι' αυτό και δεν θεωρώ σκόπιμο να την επαναλάβω. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδεται στην κατ' ισχυρισμό απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων. Σύμφωνα με τον συνήγορο των εναγομένων 6, 7 και 8, υπήρξε ευρεία παραπλάνηση του Δικαστηρίου με την μη αποκάλυψη ουσιαστικών γεγονότων όπως το ότι οι τελικοί δικαιούχοι της ενάγουσας αποτελούσαν την διοίκηση της Inteco. Επίσης σημαντική πληροφορία που δεν αποκαλύφθηκε είναι ότι η ενάγουσα κατέστη μέτοχος στην Inteco, όταν οι τελικοί ιδιοκτήτες της ενεργούσαν ως η διοίκηση σε αυτήν. Όμως η ενάγουσα δεν εξόφλησε το αντίτιμο για τις μετοχές που έλαβε, οι οποίες είναι ενεχυριασμένες προς εξόφληση του αντιτίμου, όπως επίσης και οποιαδήποτε δικαιωμάτων προκύπτουν από αυτές. Περαιτέρω, ουσιαστική πληροφορία είναι ότι η ενάγουσα είναι αφερέγγυα, ενώ οι πιστωτές της είναι η ίδια η εναγομένη 8 αλλά και η εναγομένη
- Για να πάρει δε οιονδήποτε μέρισμα η ενάγουσα από την πώληση των μετοχών, αυτές θα πρέπει να πωληθούν σε μεγάλη τιμή λόγω των χρεών και των ενεχύρων που πρέπει πρώτα να πληρώσει. Πιο συγκεκριμένα, με βάση τις οικονομικές καταστάσεις της εναγομένης 9, η τιμή που θα έπρεπε να είχε πωληθεί η Inteco έτσι ώστε η ενάγουσα να λάβει οποιοδήποτε μέρισμα, είναι περί των €621 εκατομμύριων κάτι που είναι αδιανόητο. Αυτό γιατί δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι η Inteco μπορεί να αξίζει τέτοιο ποσό. Κατά τον συνήγορο, όλα τα πιο πάνω μαζί είναι σημαντικές πληροφορίες και θα έπρεπε να αποκαλυφθούν, αφού εμφανίζουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από αυτή που η ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος, σε συνδυασμό επίσης με την πολύ μικρή και όχι ακριβή περιγραφή ως προς το ποια και τί είναι η ενάγουσα. Ο συνήγορος για τους εναγομένους 6, 7 και 8, ισχυρίστηκε ότι είναι τόσο σημαντικά τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν που αν ήταν σε γνώση του Δικαστηρίου, είναι σίγουρο ότι το διάταγμα δεν θα εκδιδόταν μονομερώς. Παρουσιάστηκε μια απλή αφήγηση στο Δικαστήριο ότι η ενάγουσα είναι ένας ανεξάρτητος επενδυτής που επένδυσε 11 εκατομμύρια και έχασε τα χρήματα της. Δεν είναι όμως αυτή η πραγματική εικόνα και εάν η ενάγουσα έρχονταν στο Δικαστήριο με τα πραγματικά γεγονότα δεν θα εκδιδόταν κατά τον συνήγορο, κανένα διάταγμα μονομερώς. Ως προς τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα παρουσιάζει την υπόθεσή της ως διπλή παράγωγή αγωγή της εναγομένης 8 εναντίον της εναγομένης
- Χωρίς όμως να προσφέρει καμία μαρτυρία ότι το ποσό της πώλησης των μετοχών δεν ήταν επαρκές. Ταυτόχρονα προβαίνει σε διάφορες αόριστες και γενικόλογες αναφορές, χωρίς ίχνος μαρτυρίας ότι οι εναγόμενοι 6 και 8 είναι αδικοπραγούντες. Ο συνήγορος τόνισε ιδιαίτερα ότι καμία αναφορά δεν γίνεται στην μαρτυρία που παρουσιάστηκε προς υποστήριξη της αίτησης, ότι οι εναγόμενοι 6 και 8 προβήκαν σε οποιανδήποτε αδικοπραξία. Αναφορικά με την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα είναι κατά βάση η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας. Οπότε το να υποστηρίζεται ότι αυτή δεν είναι δυνατόν να αποπληρώσει το ποσό οποιοσδήποτε απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί στην παρούσα υπόθεση, δεν είναι σοβαρός ισχυρισμός. Σημειώνεται επίσης ότι στην μαρτυρία που παρουσιάζεται προς υποστήριξη της αίτησης, αναφέρεται ότι η ενάγουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εάν πωληθεί η Inteco από την εναγομένη 1, ενώ στην αγωγή εγείρεται και απαίτηση για αποζημίωση. Και δεν παρουσιάζεται καν αναφορά ότι η εναγομένη 1 δεν θα μπορεί να αποπληρώσει οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί εναντίων της στην παρούσα αγωγή. Αναφορικά με το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η παρεμπόδιση της πώλησης της Inteco από την ενάγουσα δεν εξυπηρετεί οτιδήποτε. Πέραν της πρόκλησης ζημιάς στην εναγομένη 1, την ίδια στιγμή δεν υπάρχει περίπτωση αποζημίωσης της εναγομένης 1 από την ενάγουσα λόγο της κακής οικονομικής κατάστασης της τελευταίας. Η παρεμπόδιση της πώλησης στην ουσία καθιστά κατά τον συνήγορο την ενάγουσα που είναι μέτοχος του 50% μίας εταιρείας αφερέγγυας, η οποία είναι 9.5% μέτοχος μίας άλλης αφερέγγυας εταιρείας, στην θέση να αποφασίζει, πότε θα πωληθεί η περιουσία της εταιρείας αυτής, ενώ κανένα οικονομικό όφελος δεν μπορεί να προκύπτει σε αυτήν. Οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
- Οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του πιο πάνω άρθρου, είναι οι εξής: · Απόδειξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση · Απόδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην απόδειξη της έννοιας του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, απαιτείται από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του, συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας του άρθρου 32, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Από την άλλη, έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης, εκείνου του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, προκειμένου να αποφασιστεί στον απαιτούμενο βαθμό, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Κωνσταντίνος Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α., Πολ. Έφεση, Ε143/2015, ημ. 23/3/2017 & Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται γενικά σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179, 202). Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, εξετάζεται και τυχόν καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας από τον ενάγοντα και κατά πόσον αυτή επηρέασε την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων υπέρ του εναγομένου. Όπως έχει νομολογηθεί, η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατόν να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος (βλ. μεταξύ άλλων Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 788). Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Αναφορικά με την απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, έχει νομολογηθεί ότι σε μονομερή αίτηση, επιβάλλεται στον αιτητή να αποκαλύψει, όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως. Ως εκ τούτου, ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε ουσιαστικά γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και τα οποία δυνατόν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Όπως τονίζεται τόσον στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου ο διάδικος καταχωρεί μονομερή αίτηση και αιτείται στην απουσία του αντιδίκου του, κάποια θεραπεία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όχι μόνον όλων των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης αλλά να αναφερθεί και σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής ενδεχομένως να έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά. Έτσι όπου ο αιτητής εξασφαλίσει όφελος από την απόκρυψη γεγονότων στην μονομερή του αίτηση, το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο θα ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει μονομερώς, σε μια προσπάθεια να του στερήσει αυτό το όφελος. Αυτό γιατί παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως εξαπάτηση του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα γεγονότα όμως, πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση (βλ. μεταξύ άλλων, Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. κ.α
(1992)1A Α.Α.Δ 360). Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από πρόθεση εξαπάτησης. Ότι ανατρέπει την βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 και Ahmet Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ 606). Τελικά, το Δικαστήριο σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη μη αποκάλυψης ουσιαστικών γεγονότων που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος, να διατάξει την συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα υπό όρους. Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει, είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από την ενάγουσα στην μονομερή διαδικασία έκδοσης των διαταγμάτων. Αυτό γιατί σε περίπτωση που ευσταθούν οι εν λόγω ισχυρισμοί, το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση χωρίς να υπεισέλθει στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία που κατά τους καθ' ων η αίτηση δεν αποκαλύφθηκαν, αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ενάγουσας σε συνδυασμό με την διοίκηση της Inteco. Ισχυρίστηκαν συγκεκριμένα ότι οι ιδιοκτήτες και τελικοί δικαιούχοι της ενάγουσας, εργάζονταν και ήταν υψηλόβαθμα στελέχη της Inteco. Δεν μπορούν ως εκ τούτου να επικαλούνται άγνοια για την πώληση των μετοχών της στην εναγομένη
- Ο συνήγορος της ενάγουσας αντέτεινε στην αγόρευση του ότι τα ζητήματα αυτά είναι εντελώς άσχετα με την αίτηση. Ισχυρίστηκε ότι είναι η αιτήτρια που προωθεί την παρούσα αγωγή και το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσον αυτή νομιμοποιείται να την εγείρει. Δέχθηκε εντούτοις ότι ο κ. Soloschanskiy, εκ των προηγούμενων τελικών δικαιούχων της αιτήτριας, προηγουμένως διοικούσε την Inteco. Η απασχόληση του όμως όπως είπε Inteco, τερματίστηκε από την 22.12.
- Ούτε κατά τον συνήγορο μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε γνώση για την επίδικη πώληση των μετοχών από το γεγονός πως η θετή κόρη του [ ] Soloschanskiy, εργαζόταν στην Inteco κατά τον επίδικο χρόνο. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω θέση του συνηγόρου για την ενάγουσα. Η όποια εμπλοκή των δικαιούχων της ενάγουσας έστω και σε προγενέστερο χρόνο με την διοίκηση της Inteco, είναι απόλυτα σχετική με τα γεγονότα της παρούσας αίτησης και θα έπρεπε να αποκαλυφθεί στην μονομερή διαδικασία. Σημειώνεται ότι κατά την μονομερή διαδικασία, η ενάγουσα παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως εντελώς ανεξάρτητος επενδυτής της Inteco χωρίς έλεγχο των αποφάσεων που κατόπιν συνομωσίας των εναγομένων, έχασε την επένδυση της, ήτοι τις μετοχές που κατείχε. Βασικό δε επιχείρημα της ενάγουσας, ήταν ότι μέρος της συνομωσίας ήταν η μη ενημέρωση της ως επενδύτριας από τους εναγομένους για την πώληση των μετοχών στην εναγομένη
- Αυτό γιατί ήταν απλά έμμεσος μέτοχος αφού κατείχε το 50% των μετοχών της εναγομένης 9 που ήταν μέτοχος μειοψηφίας στην εναγομένη 8 κατά 9.5%, η οποία με την σειρά της κατείχε το 100% των μετοχών της Inteco. Το γεγονός όμως ότι οι τελικοί δικαιούχοι της ενάγουσας δεν ήσαν απλοί επενδυτές και μέτοχοι μειοψηφίας αλλά αντιθέτως εμπλέκονταν στην διοίκηση της Inteco έστω και σε προγενέστερο στάδιο, αλλάζει πλήρως το σκηνικό και θέτει σε σοβαρή αμφιβολία την θέση της ενάγουσας για την απουσία γνώσης ως προς την πώληση των μετοχών. Το ίδιο αποτέλεσμα έχει και το γεγονός ότι δεν αποκαλύφθηκε ότι κατά την επίδικη περίοδο, η θετή κόρη του [ ] Soloschanskiy εκ των δικαιούχων της ενάγουσας, εργαζόταν στην Inteco. Επίσης σημαντική πληροφορία που δεν αποκαλύφθηκε είναι ότι η ενάγουσα κατέστη μέτοχος στην Inteco όταν οι τελικοί ιδιοκτήτες της, ενεργούσαν ως η διοίκηση σε αυτήν. Όλα αυτά τα στοιχεία θα έπρεπε να τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου στην μονομερή διαδικασία εξέτασης της αίτησης, ώστε έχοντας το σύνολο των γεγονότων ενώπιον του, να μπορεί να αξιολογήσει επαρκώς την θέση της ενάγουσας για την μη πληροφόρηση της, αναφορικά με την επίδικη πώληση των μετοχών. Αλλά σημαντικό συμβάν που παραλήφθηκε, είναι και το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν εξόφλησε το αντίτιμο για τις υπό κρίση μετοχές, οι οποίες είναι ενεχυριασμένες για τον σκοπό αυτό στην Bank Otkiritie. Το στοιχείο αυτό άπτεται άμεσα της προϋπόθεσης της ζημιάς που πιθανόν να υποστεί η ενάγουσα αν δεν εκδιδόταν το διάταγμα και οπωσδήποτε θα έπρεπε να είχε αποκαλυφθεί. Η ενάγουσα επικαλέστηκε επί του προκειμένου, συνομωσία προκειμένου να απωλέσει τις μετοχές της χωρίς να αποκαλύψει την ενεχυρίαση τους και ότι δεν μπορεί άμεσα να της επιστραφούν οι μετοχές, οι οποίες δεν είναι ελεύθερες παντός βάρους και εν πάση περιπτώσει χωρίς την έγκριση της Bank Otkiritie. Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός ότι η εναγομένη 1 ανήκει στην Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας. Η θέση του συνηγόρου για την ενάγουσα ότι το στοιχείο αυτό αποκαλύπτεται πλήρως στην παράγραφο 10.2 της ένορκης δήλωσης Yusov δεν ευσταθεί. Εκεί γίνεται αναφορά για την δημιουργία από την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας, μια τράπεζας με σκοπό την μεταφορά σε αυτήν επισφαλών χρεών και περιουσιακών στοιχείων από τους ισολογισμούς ορισμένων προβληματικών ρωσικών τραπεζών. Δεν υπάρχει σαφής αναφορά και πλήρης αποκάλυψη ότι η εναγομένη 1 ανήκει κατά 99% στην Κεντρική Τράπεζα, και της οποίας σκοπός είναι να ενοποιήσει, αποκαταστήσει και διαθέσει τα μη βασικά περιουσιακά στοιχεία Ρωσικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που αντιμετωπίζουν προβλήματα. Σαφώς και το στοιχείο αυτό άπτεται επίσης της 3ης προϋπόθεσης του άρθρου 32 και της δυνατότητας της εναγομένης 1 να αποζημιώσει την ενάγουσα σε περίπτωση που πετύχει στην αγωγή της. Από εξέταση του συνόλου του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι και άλλα ουσιαστικά στοιχεία δεν έχουν αποκαλυφθεί πλήρως κατά την μονομερή έκδοση των διαταγμάτων. Όπως η πρόθεση καταχώρησης παρόμοιων διαδικασιών στην Ρωσική Ομοσπονδία αλλά και η κακή οικονομική κατάσταση των εναγομένων 8 και 9 καθώς και ότι η ενάγουσα είχε αναγνωρίσει, μέσω της έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων της εναγομένης 9, ότι το μερίδιο της στην Inteco ήταν χωρίς αξία (worthless). Εντούτοις υποστήριξε στην μονομερή διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι πρόκειται για σημαντικής αξίας επένδυση που οι εναγόμενοι συνωμότησαν να της αποσπάσουν. Σημειώθηκε δε η μεγάλη διαφορά στην επιφυλαχθείσα τιμή των μετοχών κατά τον πλειστηριασμό με αυτή της αγοράς τους από την ενάγουσα. Ισχυρισμό στον οποίο απάντησε η ενάγουσα ότι δικαιολογείται από την εξάλειψη των υποχρεώσεων της Inteco από την εναγομένη 1 αφού αυτός είναι ο σκοπός της δημιουργίας της εναγομένης 1 Όλα τα πιο πάνω ήταν κατά την κρίση μου πολύ σημαντικά γεγονότα που αν αποκαλύπτονταν θα άλλαζαν την συνολική εικόνα που η ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο, προκειμένου να πετύχει την μονομερή έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων. Δεν έχω δε καμία αμφιβολία ότι αν όλα τα πιο πάνω στοιχεία ήταν σε γνώση του Δικαστηρίου, πιθανόν να μην εκδίδονταν μονομερώς τα υπό κρίση διατάγματα. Τελική κατάληξη Η πιο πάνω κατάληξη μου είναι καθοριστική αφού η διαπιστωθείσα μη αποκάλυψη ουσιαστικών στοιχείων, οδηγεί χωρίς άλλο στην απόρριψη της αίτησης χωρίς το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσον ισχύουν οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Ανεξαρτήτως τούτου και χωρίς να αποφαίνομαι επί της ουσίας της αγωγής και της πιθανότητας επιτυχίας της, ήτοι για το πιο είναι το εφαρμοστέο δίκαιο και αν η ενάγουσα νομιμοποιείται σε διπλή παράγωγη αγωγή, κρίνω ότι από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, ότι ειδικά η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 δεν έχει αποδειχθεί από την ενάγουσα. Είναι σαφές ότι η ζημία που η ενάγουσα επικαλείται ότι θα υποστεί από τον επικείμενο πλειστηριασμό είναι χρηματικής φύσης με την έννοια ότι μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Εντούτοις δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η εναγομένη 1, η οποία ανήκει στην Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσει την ενάγουσα σε περίπτωση που η τελευταία επιτύχει στην αγωγή της. Για όλους του πιο πάνω λόγους το εκδοθέν την 8.11.21 προσωρινό διάταγμα όπως τροποποιήθηκε την 10.11.21 ακυρώνεται. Περαιτέρω η αίτηση απορρίπτεται στο σύνολο της με έξοδα υπέρ της εναγομένης 1 - καθ' ης η αίτηση καθώς και υπέρ των εναγομένων 6, 7 και 8 - καθ' ων η αίτηση, και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο