← Κύπρος

ΠΑΡΠΑ ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Aγωγή Αρ.: 2595/2017, 14/4/2022

ΠΑΡΠΑ ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Aγωγή Αρ.: 2595/2017, 14/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Aγωγή Αρ.: 2595/2017 Μεταξύ: [ ] ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΠΑΡΠΑ Ενάγουσας -και-

  1. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  2. [ ] ΠΑΡΠΑ
  3. [ ] ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ
  4. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
  5. K.P. PARPAS ENTERPRISES LTD, δια του Εκκαθαριστή αυτής Εναγομένων ------------------------------- Αίτηση Εναγομένων 1 ημερ. 06.08.2020 για ανταλλαγή δικογράφων Ημερομηνία: 14/04/
  6. Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 1-Αιτητές: κ. Κ. Βαρνάβα για Γεωργιάδη & Πελίδη ΔΕΠΕ. Για Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Π. Καύκαρος για Μιχάλη Βορκά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενο 2-Καθ΄ ου η αίτηση: κ. Μιχαήλ Γ. Ιωάννου. Για Εναγόμενο 3: κ. Μιχαήλ Γ. Ιωάννου. Για Εναγόμενο 4: Καμία εμφάνιση. Για Εναγόμενο 5: Καμία εμφάνιση. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 21.7.20 οι Εναγόμενοι 1 καταχώρισαν στο φάκελο του Δικαστηρίου Ειδοποίηση προς τον συνεναγόμενο 2, δυνάμει της Δ.10 θ.12

(1). Ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας Αίτησης στις 6.8.20 με την οποία οι Εναγόμενοι 1 (στο εξής οι Αιτητές) αιτούνται την έκδοση των ακόλουθων Διαταγμάτων: «Α. Την έκδοση οδηγιών από το Δικαστήριο για ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ της Εναγόμενης 1 και του Εναγόμενου 2, έτσι ώστε να επιτραπεί στην Εναγόμενη 1 να παραδώσει Έκθεση Απαίτησης στον Εναγόμενο 2 εντός 30 ημερών από την έκδοση των οδηγιών, ακολούθως στον Εναγόμενο 2 να παραδώσει Υπεράσπιση στην Εναγόμενη 1 εντός 30 ημερών και ακολούθως η Εναγόμενη 1 να παραδώσει τυχόν Απάντηση στην Υπεράσπιση στον Εναγόμενο 2 εντός 30 ημερών. Β. Όπως τα ζητήματα που θα καταστούν επίδικα από τα δικόγραφα που θα ανταλλαχθούν μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 και/ή όπως το ζήτημα της ευθύνης του Εναγόμενου 2 και/ή τα ζητήματα για παροχή κάλυψης και/ή συνεισφοράς και/ή αποζημίωσης προς την Εναγόμενη 1 για την απαίτηση της Ενάγουσας, εκδικαστούν και αποφασιστούν στην παρούσα αγωγή. Γ. Όπως το Δικαστήριο σε περίπτωση που ήθελε αποφασίσει ότι ο Εναγόμενος 2 οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Εναγόμενη 1, εκδώσει απόφαση υπέρ της Εναγόμενης 1 και εναντίον του Εναγόμενου 2 με έξοδα.» Οι δικηγόροι της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 4, δήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 18.1.22 ότι δεν φέρουν ένσταση στην Αίτηση. Σημειώνεται ότι στις 18.1.22 η αγωγή αποσύρθηκε εναντίον των Εναγόμενων 5 και η παρούσα Αίτηση δεν αφορά τον Εναγόμενο
  1. Συνακόλουθα, η παρούσα Αίτηση, προσέκρουσε σε Ένσταση του Εναγόμενου 2 (στο εξής ο Καθ΄ ου η αίτηση). Η Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.10 θ.θ. 1-12, Δ.48 θ.θ. 1, 2, 3, 9, 11, 12 και Δ.64, στο άρθρο 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, στο δίκαιο της επιείκειας, στη νομολογία, διακριτική ευχέρεια, σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Κατερίνας Κωσταρά, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών, ημερομηνίας 6.8.
  2. Αναφέρθηκε στους ισχυρισμούς της Ενάγουσας σχετικά με τις επίδικες υποθήκες με αρ. [ ]/2001 και [ ]/2001 προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγόμενων 5, στους οποίους διευθυντής και γραμματέας ήταν ο πρώην σύζυγος της Ενάγουσας, δηλαδή ο Καθ΄ ου η αίτηση (Εναγόμενος 2). Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας είναι ότι αυτή πρόσφερε τις επίδικες Υποθήκες χωρίς την ελεύθερη της βούληση και υπό καθεστώς ψυχικής πίεσης από τον Καθ΄ ου η αίτηση. Συγκεκριμένα, προβάλλονται λεπτομερείς ισχυρισμοί ότι κατά τον επίδικο χρόνο, η Ενάγουσα αντιμετώπιζε σοβαρά οικογενειακά θέματα και βρισκόταν σε διάσταση με τον Καθ΄ ου η αίτηση. Οι Αιτητές με την Υπεράσπιση τους προβάλλουν ισχυρισμούς ότι τα επίδικα ακίνητα έχουν ήδη μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι τους, σύμφωνα με τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων. Η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Αιτητών, αποζημιώσεις, ως και αναγνωριστικές αποφάσεις ότι οι επίδικες Υποθήκες είναι προϊόν ψυχικής πίεσης και τις παραχώρησε υπό καθεστώς αθέμιτης επιρροής από τον Καθ΄ ου η αίτηση. Η Ενάγουσα δεν υποβάλλει οποιαδήποτε αξίωση εναντίον του Καθ΄ ου η αίτηση και συνεπώς η προώθηση της παρούσας διαδικασίας συνεναγόμενου είναι απαραίτητη. Εάν η Ενάγουσα αποδείξει τους ισχυρισμούς της για ψυχική πίεση, το Δικαστήριο θα αποδώσει σ΄ αυτήν θεραπεία, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Αιτητές αποτελούν τρίτο πρόσωπο στις σχέσεις της Ενάγουσας και του Καθ΄ ου η αίτηση. Γι΄ αυτό και οι Αιτητές καταχώρισαν την Ειδοποίηση συνεναγόμενου ημερομηνίας 21.7.20 στον Καθ΄ ου η αίτηση με την οποία, σε περίπτωση που η Ενάγουσα αποδείξει τους ισχυρισμούς της, οι Αιτητές αξιώνουν όπως αποδοθεί εναντίον του Καθ΄ ου η αίτηση οποιαδήποτε θεραπεία, ως και αποζημίωση ή συνεισφορά από αυτόν, διότι η αθέμιτη επιρροή προς την Ενάγουσα, ήταν εξ΄ ολοκλήρου αποτέλεσμα της ασυνείδητης συμπεριφοράς του και όχι των Αιτητών. Ισχυρίζεται ότι τα θέματα αυτά μεταξύ των Αιτητών και του Καθ΄ ου η αίτηση, περιλαμβάνουν μικτά πραγματικά και νομικά ζητήματα, τα οποία για να αποφασισθούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, είναι απαραίτητο να ανταλλαγούν δικόγραφα, ώστε να διατυπώσει κάθε πλευρά τις θέσεις της. Είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως τα εν λόγω ζητήματα καθοριστούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, ώστε να αποφευχθεί η πολλαπλότητα των διαδικασιών και να εξοικονομηθεί δικαστικός χρόνος και έξοδα. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε αδικία ή δυσμενή επηρεασμό σε οποιοδήποτε μέρος και θα δώσει στον Καθ΄ ου η αίτηση την ευκαιρία να διατυπώσει και προωθήσει τις θέσεις του με λεπτομέρεια. Η δυνατότητα της Ενάγουσας να προωθήσει τις αξιώσεις της, δεν θα επηρεαστεί με οποιονδήποτε τρόπο. Αντίθετα, τυχόν απόρριψη της Αίτησης, θα θέσει τους Αιτητές σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση διότι θα βρεθούν αντιμέτωποι με ζητήματα που προκύπτουν ολοκληρωτικά από τις προσωπικές σχέσεις μεταξύ της Ενάγουσας και του Καθ΄ ου η αίτηση, επί των οποίων οι Αιτητές δεν θα μπορούσαν να έχουν οποιοδήποτε έλεγχο. Η Ένσταση του Καθ΄ ου η αίτηση (Εναγόμενου 2) υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου ημερομηνίας 12.1.
  3. Ισχυρίζεται ότι η παρούσα Αίτηση βασίζεται σε λανθασμένες αρχές, θεσμούς και Κανονισμούς και η προθεσμία για την καταχώριση της έχει παρέλθει. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η ενόρκως δηλούσα για τους Αιτητές δεν νομιμοποιείται να προβαίνει σε ένορκη δήλωση διότι είναι δικηγόρος και η ίδια δεν χειρίζεται την παρούσα υπόθεση. Αναφέρει ότι όλα τα ζητήματα που προκύπτουν μεταξύ της Ενάγουσας και του ιδίου, περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης και Υπεράσπισης και οι Αιτητές δεν θα βρεθούν σε δυσμενή θέση σε σχέση με θέματα που αγνοούν. Η παρούσα Αίτηση δεν βασίζεται σε ξεκάθαρη απαίτηση εναντίον όλων των Εναγομένων. Στην Υπεράσπιση του, παραδέχεται ότι στον επίδικο χρόνο αντιμετώπιζε σοβαρά οικογενειακά θέματα και ότι βρισκόταν σε διάσταση με την Ενάγουσα, όμως το γεγονός αυτό δεν έχει καμία σχέση με τα θέματα που εγείρουν οι Αιτητές. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, οι Αιτητές καταχώρισαν στις 21.7.20, Ειδοποίηση προς τον συνεναγόμενο 2, με βάση τη Δ.10 θ.12
(1)η οποία ορίζει ως ακολούθως: «12.
(1)Where a defendant claims against another defendant- (
  1. a)that he is entitled to contribution or indemnity, or (
  2. b)that he is entitled to any relief or remedy relating to or connected with the original subject matter of the action and substantially the same as some relief or remedy claimed by the plaintiff, or (
  3. c)that any question or issue relating to or connected with the said subject matter is substantially the same as some question or issue arising between the plaintiff and the defendant making the claim and should properly be determined not only as between the plaintiff and the defendant making the claim but as between the plaintiff and that defendant and another defendant or between any or either of them, the defendant making the claim may without any leave issue and serve on such other defendant a notice making such claim or specifying such question or issue.» Σύμφωνα με τη Δ.10 θ.12
(2), η ακολουθητέα διαδικασία είναι η ίδια με αυτή του τριτοδιάδικου. Η Δ.10 θ.12
(2)ορίζει ως εξής: «
(2)No appearance to such notice shall be necessary and the same procedure shall be adopted for the determination of such claim, question or issue between the defendants as would be appropriate under this Order if he were a third party.» Όπως είναι νομολογημένο, η ακολουθητέα διαδικασία που προνοεί η Δ.10 θ.12
(2)(ανωτέρω), σε σχέση με την φράση «the same procedure shall be adopted for the determination of such claim», αφορά τόσο τα προδικαστικά στάδια, όσο και το στάδιο της ακρόασης. Η διαδικασία αυτή δεν είναι άλλη από εκείνη που καθορίζεται στους Θεσμούς 7 και 8 της Δ.10 (βλ. Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης ν. Χαραλάμπους κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 558). Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ιωαννίδης (ανωτέρω) είναι σχετικό: «Το κείμενο της Δ.10, θ. 12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας αντιγράφει πλήρως το κείμενο της αντίστοιχης Αγγλικής Διάταξης 16Α, θ. 12. Στο σύγγραμμα The Annual Practice 1962, Τόμος 1, σ.390, η εφαρμογή του πιο πάνω θεσμού οριοθετείται ως εξής: "Application of the Rule. Except where the two defendants are sued as tortfeasors liable in respect of the same damage, it is necessary for a defendant who claims against his co-defendant relief of any of the kinds mentioned in the rule to issue and serve upon him a third party notice under this rule and a summons for third party directions under r. 7."» Το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Αρτέμης και Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Τόμος 2, σελ. 85-87, κάτω από τον τίτλο «Συνεισφορά», είναι σχετικό: «Διαδικασία εκδίκασης μετά από ειδοποίηση - Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.10, θ. 12
(2), δεν απαιτείται εμφάνιση στην ειδοποίηση και ακολουθείται η ίδια διαδικασία για ν' αποφασισθεί το θέμα μεταξύ των εναγομένων, που ισχύει στις περιπτώσεις τριτοδιάδικου. Η έννοια της πρόνοιας αυτής εξετάστηκε στην Ιωαννίδης ν. Χαραλάμπους και άλλου, όπου ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε αίτηση για οδηγίες και ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ των συνεναγομένων μετά από ειδοποίηση συνεισφοράς. Το Εφετείο αποφάσισε ότι, εφόσον η απαίτηση του εφεσείοντα εναντίον του συνεναγόμενού του εφεσίβλητου 2 βασιζόταν στην μεταξύ τους σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου, και όχι απλά στο ότι οι δύο ήσαν συνυπεύθυνοι για αστικό αδίκημα (joint tortfeasors) o εφεσείων είχε καθήκον και δικαίωμα να υποβάλει την αίτηση για οδηγίες και το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να είχε δώσει οδηγίες για την ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ των δύο συνεναγομένων. Αφήνεται να νοηθεί από την πιο πάνω θέση πως η απόφαση επί του θέματος κρίθηκε με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και δυνατόν η ανταλλαγή δικογράφων να μην είναι αναγκαία σε απλές περιπτώσεις συνεναγόμενων που είναι συνυπεύθυνοι ως συναδικοπραγήσαντες, όπου όλα τα θέματα και η μαρτυρία είναι ήδη ενώπιον του δικαστηρίου. ............................................. Συμπέρασμα - Έχοντας υπόψη τη νομολογία η οποία έχει αναφερθεί πιο πάνω καθώς και τα σχόλια και τη νομολογία που περιέχονται στο Halsbury's Laws of England, εισηγούμαστε, ως θέμα ορθής πρακτικής, ανάλογα με την περίπτωση, τα πιο κάτω. (α) Όπου το θέμα είναι απλό και αφορά συνυπεύθυνους συνεναγόμενους, να ακολουθείται η διαδικασία ειδοποίησης, με την οποία δυνατό να μην απαιτείται ανταλλαγή δικογράφων. (β) Όπου το θέμα είναι περίπλοκο και χρειάζεται η ανταλλαγή δικογράφων ή όπου δεν είναι όλα τα μέρη συνεναγόμενοι, να ακολουθείται διαδικασία τριτοδιάδικου. (γ) Όπου δεν έχει ακολουθηθεί διαδικασία ειδοποίησης και ούτε διαδικασία τριτοδιάδικου να καταχωρείται ανεξάρτητη αγωγή για συνεισφορά.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι Αιτητές ορθά και με βάση τους σχετικούς Διαδικαστικούς Κανονισμούς (ανωτέρω), καταχώρισαν την παρούσα Αίτηση και την Ειδοποίηση συνεναγόμενου. Ό,τι παρέμεινε προς εξέταση είναι το κατά πόσο η καταχώριση της είναι απαραίτητη στα πλαίσια της διαδικασίας συνεναγόμενου (κατ΄ αναλογία της διαδικασίας τριτοδιάδικου), ή κατά πόσο τα ζητήματα που εγείρονται με τα δικόγραφα και την σχετική Ειδοποίηση συνεναγόμενου, είναι τόσο απλά που δεν χρειάζεται η ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ των συνεναγόμενων. Έχω εξετάσει τις θέσεις των δύο πλευρών, τα δικόγραφα τους, ως και το περιεχόμενο της Ειδοποίησης προς συνεναγόμενο ημερομηνίας 21.7.20. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι στην παρούσα περίπτωση, οι Αιτητές και ο Καθ΄ ου η αίτηση δεν ενάγονται ως συναδικοπραγήσαντες για αστικό αδίκημα, ώστε να είναι αχρείαστη η καταχώριση της παρούσας Αίτησης. Ούτε και αυτή αφορά απλά ζητήματα. Αντίθετα, εγείρονται νομικά και πραγματικά ζητήματα, δύσκολα και περίπλοκα που αφορούν τις πραγματικές και νομικές σχέσεις που αναφύονται από την τριμερή σχέση μεταξύ συζύγων και Τράπεζας. Στη βάση της σχετικής νομολογίας στην οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών παρέπεμψαν το Δικαστήριο (βλ. Barclays Bank Plc v. O' Brien
(1994)1 AC 180, Royal Bank of Scotland v. Etridge (no. 2)
(2001)4 All E.R. 440 και J & M Loizides Agencies Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 1280), κρίνω ότι εγείρονται σοβαρά και πολύπλοκα ζητήματα που καθιστούν αναγκαία και απαραίτητη την καταχώριση της παρούσας Αίτησης και την ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ Αιτητών και Καθ΄ ου η αίτηση. Σημειώνεται ότι σε περίπτωση στοιχειοθέτησης της αγωγής και απόδειξης εκ μέρους της Ενάγουσας της ύπαρξης ψυχικής πίεσης, συνεπεία της οποίας προκλήθηκε σ΄ αυτήν ζημιά από τις ενέργειες του Καθ΄ ου η αίτηση (συζύγου της) και όχι από τους Αιτητές, οι οποίοι αποτελούν τρίτο πρόσωπο στη σχέση, οι Αιτητές θα δικαιούνται δυνάμει της Δ.10 θ.12
(1)(a), συνεισφορά ή κάλυψη (contribution or indemnity) από τον Καθ΄ ου η αίτηση. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι τα θέματα που εγείρονται με την Ειδοποίηση συνεναγόμενου είναι άμεσα συνυφασμένα με τα θέματα της αγωγής, εφόσον η Ενάγουσα εγείρει ως ουσιώδες και κύριο επίδικο θέμα την κατ΄ ισχυρισμό άσκηση ψυχικής πίεσης από τον Καθ΄ ου η αίτηση προς αυτήν. Συνεπώς τα ζητήματα αυτά μεταξύ Ενάγουσας και Καθ΄ ου η αίτηση, είναι ορθό, δίκαιο και πρόσφορο και προς αποφυγή πολλαπλότητας διαδικασιών, να εκδικαστούν στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, εφόσον το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει κατά πόσο στοιχειοθετείται ψυχική πίεση από το Καθ΄ ου η αίτηση στην Ενάγουσα. Σ΄ ότι αφορά την θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Καθ΄ ου η αίτηση ότι η παρούσα Αίτηση είναι εκπρόθεσμη διότι δεν καταχωρίστηκε εντός 1 μηνός από την ημερομηνία καταχώρισης της Υπεράσπισης των Αιτητών (22.6.20), σύμφωνα με τη Δ.10 Θ.1
(2), αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η Δ.10 Θ.1
(2)προβλέπει την προθεσμία του ενός 1 μηνός από την καταχώριση της Υπεράσπισης, εντός του οποίου θα πρέπει να καταχωριστεί Αίτηση για έκδοση ειδοποίησης τριτοδιάδικου. Η παρούσα Αίτηση, δεν αφορά έκδοση ειδοποίησης τριτοδιάδικου αλλά ειδοποίηση προς συνεναγόμενο με βάση την Δ.10 θ.12 θ.1 ημερομηνίας 21.7.20, για την οποία δεν απαιτείται λήψη άδειας από το Δικαστήριο για την έκδοση της. Η Δ.10 θ.7 και 8, κατ΄ αναλογία της οποίας καταχωρίστηκε η παρούσα Αίτηση, δεν προνοεί συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου δύναται αυτή να καταχωριστεί. Σημειώνεται ότι η Ειδοποίηση συνεναγόμενου εκδόθηκε στις 21.7.20, δηλαδή εντός 1 μηνός από την καταχώριση της Υπεράσπισης των Αιτητών στις 22.6.20 και η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε στις 6.8.20 δηλαδή μετά πάροδο μόλις 16 ημερών. Συνεπώς, καμία καθυστέρηση παρατηρείται στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας και στην καταχώριση της Αίτησης. Σ΄ ότι αφορά τέλος, τον λόγον Ένστασης του Καθ΄ ου η αίτηση, ότι η Ενόρκως δηλούσα για τους Αιτητές δεν νομιμοποιείτο να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι αυτός δεν ευσταθεί και θα πρέπει να απορριφθεί. Όπως είναι νομολογημένο, η ιδιότητα της ενόρκως δηλούσας ως δικηγόρος, δεν αποτελεί λόγο για να αγνοηθεί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82, όπως υιοθετήθηκε από την απόφαση Μαυρονικόλα ν. Ξάνθου, Π.Ε. 8/18, ημερ. 14.4.20: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036).» Η αναφορά του ευπαίδευτου συνηγόρου του Καθ΄ ου η αίτηση ότι η ενόρκως δηλούσα δεν χειρίζεται την παρούσα αγωγή, συνάδει πλήρως με την πιο πάνω νομολογία, εφόσον σε αντίθετη περίπτωση θα αντιμετώπιζε κώλυμα να εμφανίζεται στην παρούσα διαδικασία, στην οποία εν πάση περιπτώσει δεν εμφανίστηκε. Συνακόλουθα, η Αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδονται Διατάγματα ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ της Αίτησης. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των Αιτητών και εναντίον του Καθ΄ ου η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ................ Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.