Α/φοι Κκάση Λτδ κ.α. ν. Gordian Holdings Limited, Αρ. Αγωγής: 3787/20, 6/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A147 Αρ. Αγωγής: 3787/20 Μεταξύ:
- Α/φοι Κκάση Λτδ (ΗΕ 16037)
- [ ] Κκάση (ΑΔΤ [ ]47)
- [ ] Κκάση (ΑΔΤ [ ]26)
- [ ] Κκάση (ΑΔΤ [ ]34) Εναγόντων και Gordian Holdings Limited Εναγομένης Αίτηση ημερ. 17.12.2020 υπό εναγόντων - αιτητών για έκδοση και οριστικοποίηση συντηρητικών διαταγμάτων Ημερομηνία: 6 Απριλίου 2022 Για ενάγοντες - αιτητές: κα Ραφαέλλα Παπαδοπούλου για Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: κος Χριστόφορος Ιωσήφ, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγοντες ζητούν μεταξύ άλλων, αναγνωριστικά διατάγματα με τα οποία να δηλώνεται ότι ο τερματισμός της Συμφωνίας Διευθέτησης ημερομηνίας 25.1.2018 η οποία υπογράφτηκε μεταξύ των εναγόντων και της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ που κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες με επιστολή ημερομηνίας 11.7.2019, είναι αυθαίρετος, αντισυμβατικός, παράνομος και χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Η θέση των εναγόντων όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, είναι ως ακολούθως: Η ενάγουσα 1 έλαβε πιστωτικές διευκολύνσεις από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με την εγγύηση των υπολοίπων εναγομένων, οι οποίοι επιπλέον υποθήκευσαν ακίνητη τους περιουσία προς εξασφάλιση των εν λόγω διευκολύνσεων. Καταχωρήθηκαν αγωγές εκατέρωθεν ενόψει διαφορών που προέκυψαν μεταξύ των μερών, αναφορικά με τις πιο πάνω πιστωτικές διευκολύνσεις. Δύο αγωγές καταχωρήθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου στο Ε.Δ Λάρνακας και άλλες δύο από την ενάγουσα 1 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Σύμφωνα τους ενάγοντες, ακολούθησαν συνομιλίες μεταξύ των μερών που οδήγησαν στην υπογραφή τελικής συμφωνίας ημερομηνίας 25.1.2018 προς πλήρη διευθέτηση όλων των μεταξύ τους διαφορών. Η εν λόγω συμφωνία διευθέτησης ημερομηνίας 25.1.2018, τηρείται κατά τους ενάγοντες ευλαβικά από αυτούς. Συγκεκριμένα καταβλήθηκε το ποσό των €20,000, έγιναν οι μεταβιβάσεις όλων των ακινήτων (πλην του αρ. εγγραφής 0/[ ] Λάρνακα Μερίδιο 9/50) και καταβάλλεται ανελλιπώς η συμφωνηθείσα μηνιαία δόση αναφορικά με το δάνειο ύψους €790.000,
- Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, σε μεταγενέστερο στάδιο και ενώ παρέμεινε η μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/5992, του οποίου η μεταβίβαση καθυστέρησε εξ' αιτίας της Τράπεζας Κύπρου, οι ενάγοντες ενημερώθηκαν ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της Τράπεζας Κύπρου μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη, κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/
- Η εν λόγω μεταβίβαση έγινε κατά τους ενάγοντες χωρίς οι ίδιοι να ερωτηθούν. Και ενώ σύμφωνα με τους ενάγοντες, αυτοί τηρούσαν όλους τους όρους της συμφωνίας ημερομηνίας 25.1.2018, ενημερώθηκαν από αντιπροσώπους της εναγομένης ότι δεν τους ενδιαφέρει η οποιαδήποτε συμφωνία έγινε με την Τράπεζα Κύπρου, παρόλο του ότι οι ίδιοι επέλεξαν να αγοράσουν τα συγκεκριμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Δήλωσαν επίσης ότι θα τερματίσουν της εν λόγω συμφωνία και προς τούτο επικαλέστηκαν και την μη μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/[ ] χωρίς να δώσουν περαιτέρω λεπτομέρειες. Σε αλληλογραφία που ακολούθησε μεταξύ των δικηγόρων των μερών, διαφάνηκε ότι η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η Συμφωνία Διευθέτησης ημερομηνίας 25.1.2018 έπαυσε να είναι σε ισχύ καθότι οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, συμφωνία διανομής / διαχωρισμού αναφορικά με το επίδικο ακίνητο. Είναι η θέση των εναγόντων ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε κάτι τέτοιο και το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από το περιεχόμενο της ίδιας της Συμφωνίας Διευθέτησης ημερομηνίας 25.1.
- Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός της εναγομένης για παραβίαση εκ μέρους των εναγόντων της επίδικης συμφωνίας, είναι ανεδαφικός. Είναι επιπλέον η θέση των εναγόντων ότι η μη ύπαρξη συμφωνίας διανομής / διαχωρισμού σε καμία περίπτωση δεν καθιστά ανέφικτη την μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/[ ] ως η εναγομένη ισχυρίζεται. Η μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου μπορεί να γίνει χωρίς οποιαδήποτε συμφωνία διανομής/διαχωρισμού, μέσω σχετικών δημοσιεύσεων στον τύπο ως καθορίζει το άρθρο 25 του ΚΕΦ.
- Πρόκειται για συνήθη διαδικασία που διενεργείται δεκάδες φορές την ημέρα στα κτηματολόγια. Σύμφωνα με τους ενάγοντες, αυτό το γνωρίζει πολύ καλά η εναγομένη αφού όχι μόνο μεγάλο μέρος των εργασιών της είναι οι επενδύσεις σε ακίνητα και άρα είναι γνώστης του αντικειμένου αλλά και γιατί το εν λόγω ακίνητο δεν είναι το μόνο που συμφωνήθηκε να μεταβιβαστεί στην εναγομένη ως μερίδιο. Το ίδιο ίσχυε και για τα ακίνητα με αρ. εγγραφής 0/[ ] Λευκωσία Μερίδιο 1/2 και αρ. εγγραφής 0/[ ] Λευκωσία Μερίδιο 1/2 για τα οποία και πάλι δεν υπήρχε συμφωνία διανομής/διαχωρισμού, αλλά εντούτοις μεταβιβάστηκαν δεόντως στην Τράπεζα Κύπρου μέσω σχετικών δημοσιεύσεων ως καθορίζει το άρθρο 25 του ΚΕΦ.
- Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι από τα πιο πάνω, καθίσταται ξεκάθαρο και αδιαμφισβήτητο ότι η εναγομένη δεν είχε λόγο να τερματίσει την Συμφωνία Διευθέτησης ημερομηνίας 25.1.2018 και ότι το έκανε εντελώς κακόπιστα, αντισυμβατικά και παράνομα και με σκοπό να προχωρήσει σε πλειστηριασμό των ενυπόθηκων ακινήτων, αγνοώντας πλήρως το γεγονός ότι έχουν ήδη μεταβιβαστεί 8 εκ των 9 αναφερόμενων ακινήτων στην Συμφωνία Διευθέτησης ημερομηνίας 25.1.2018 και ότι έχουν ήδη παραλάβει μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, ποσό ύψους €179.000,00 από τους ενάγοντες. Και ενώ οι μηνιαίες δόσεις σχετικά με το δάνειο ύψους €790.000,00 κατατίθονταν κανονικά από τους ενάγοντες σε συγκεκριμένο λογαριασμό που υποδείχτηκε από την εναγομένη, στις αρχές Νοεμβρίου 2020 δεν έγινε κατορθωτή η κατάθεση της δόσης γιατί όπως ενημερώθηκαν οι ενάγοντες, ο λογαριασμός είχε κλείσει. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται επίσης ότι η εναγομένη, αυθαίρετα, αντισυμβατικά και παράνομα χρεώνει το υπόλοιπο του δανείου ύψους €790.000,00 με επιτόκιο 7,50% αντί το συμφωνηθέν βάσει της Συμφωνίας Διευθέτησης ημερομηνίας 25.1.2018 που είναι κυμαινόμενο επιτόκιο 3,25%. Αυτό το επιτόκιο αποτελείται από το εκάστοτε Βασικό Επιτόκιο Επιχειρήσεων (ΒΕΕ) που την ημέρα υπογραφής της Συμφωνίας Διευθέτησης στις 25.1.2018 ήταν 2,7080% πλέον περιθώριο 0,5420%. Γεγονός που επιβεβαιώνεται από σχετική κατάσταση λογαριασμού, η οποία παραδόθηκε στους ενάγοντες από τους ιδίους τους εναγόμενους. Είναι επιπλέον η θέση των εναγόντων ότι η εναγομένη αυθαίρετα και αντισυμβατικά μέχρι σήμερα δεν διέγραψαν ως όφειλαν μέρος του δανείου ύψους €350.000,00 το οποίο συμφωνήθηκε όπως διαγράφεται αναλογικά σε περίοδο 3 χρόνων, αρχίζοντας 1 χρόνο μετά την χορήγηση του και νοουμένου ότι τηρείται το πρόγραμμα αποπληρωμής του δανείου των €790.000,
- Περαιτέρω, η εναγόμενη δεν απέσυρε τις αγωγές με αριθμούς 1394/2016 και 1395/2016 του Ε.Δ. Λάρνακας και τις προωθεί καταχρηστικά κατά παράβαση της Συμφωνίας Διευθέτησης, και ενώ το ποσό των €20.000,00 καταβλήθηκε κανονικά, χορηγήθηκαν τα συμφωνηθέντα νέα δάνεια και μεταβιβάστηκαν τα 8 εκ των 9 ακινήτων, το δε ένατο ακίνητο δεν μεταβιβάστηκε για λόγους που αφορούν αποκλειστικά την εναγόμενη. Για αυτό με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγοντες ζητούν αναγνωριστικά διατάγματα που να δηλώνουν ότι ο τερματισμός της πιο πάνω Συμφωνίας Διευθέτησης είναι άκυρος, παράνομος και χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Η παρούσα αίτηση Ταυτόχρονα με την αγωγή, οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην εναγομένη να προβεί στην πώληση και/ή εκποίηση και/ή πλειστηριασμό δυνάμει του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν. 9/65) και/ή στην καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξένωση των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων. Η αίτηση αφορά τα ακίνητα που επιβαρύνονται με τις υποθήκες των κτηματολογίων Λευκωσίας και Λάρνακας, [ ]/2007, [ ]/2007, [ ]/1998, [ ]/2005, [ ]/2007, [ ]/2007, [ ]/2013 [ ]/2007, [ ]/2001 και [ ]/
- Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, επαναλαμβάνονται όλες οι πιο πάνω θέσεις των εναγόντων ως προς την κατ' ισχυρισμό παράβαση της Συμφωνίας Διευθέτησης. Αναφέρεται επίσης ότι δικαιολογείται το κατεπείγον της έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων λόγω του η εναγομένη επιδιώκει την πώληση ενυπόθηκων ακινήτων αφού απέστειλε σχετικές ειδοποιήσεις πλειστηριασμού, αναφορικά με τα ακίνητα με αριθμούς υποθήκης [ ]/2007 και [ ]/2007 του Κτηματολογίου Λάρνακας. Συγκεκριμένα, η εναγομένη απέστειλε την ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» και Δελτίο Πλειστηριασμού, αναφορικά με την [ ]/2007 στην ενάγουσα 1 και στον ενάγοντα 3 με ιδιώτη επιδότη στις 23.11.2020 και επίσης στην ενάγουσα 1 και στον ενάγοντα 4 με ταχυδρομείο, όπου παραλήφθηκαν στις 11.12.
- Ο πλειστηριασμός καθορίστηκε με την πιο πάνω ειδοποίηση, στις 22.1.2021 Επίσης οι εναγόμενοι απέστειλαν στις 14.12.2020, την ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» και Δελτίο Πλειστηριασμού αναφορικά με την υποθήκη [ ]/2007 στην ενάγουσα 1 και στους ενάγοντες 2 και 4 με ιδιώτη επιδότη. Ο πλειστηριασμός ορίστηκε στις 25.2.
- Είναι η θέση του ομνύοντος στην ένορκη δήλωση της αίτησης ότι καθίσταται απόλυτη ανάγκη όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αφού σε αντίθετη περίπτωση τα επίδικα ενυπόθηκα ακίνητα θα αποξενωθούν, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να απωλέσουν την περιουσία τους, προτού εκδικαστεί η παρούσα υπόθεση. Επιπλέον, οι ενάγοντες δεν θα έχουν το δικαίωμα να προβάλουν την θέση τους ότι οποιοσδήποτε τερματισμός της Συμφωνίας Διευθέτησης από την εναγομένη είναι άκυρος και έγινε αυθαίρετα, αντισυμβατικά και παράνομα και ότι οποιαδήποτε αποξένωση των ενυπόθηκων ακινήτων θα γίνει παράνομα και σε ανύπαρκτη βάση και αξίωση. Με τον τρόπο αυτό, η πώληση της ενυπόθηκης περιουσίας θα γίνει σίγουρα πριν την ακρόαση της αγωγής και προτού οι ενάγοντες να έχουν την ευκαιρία να προβάλουν την θέση τους στο Δικαστήριο. Πέραν τούτου, υπάρχει κατά τον ομνύοντα βάσιμη και μεγάλη πιθανότητα, η εναγομένη να μην μπορεί να αποζημιώσει τους ενάγοντες σε χρήμα στο μέλλον, αν και οποιαδήποτε χρηματική αποζημίωση σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν αρκετή ή εύλογη ή δίκαιη, καθότι τα περιουσιακά στοιχεία της αποτελούνται από εξαγορασθέντα δάνεια και συνεπώς υπάρχει εύλογη αμφιβολία και κίνδυνος αποξένωσης τους και επίσης υπάρχει λογική αμφιβολία ως προς την οικονομική δυνατότητα και σταθερότητα της εναγομένης, λόγω των συνεχών επενδύσεων της σε ακίνητα. Περαιτέρω, για σκοπούς αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης προέχει κατά τον ομνύοντα, η διατήρηση του σημερινού status quo των ενυπόθηκων ακινήτων και της σημερινής κατάστασης των πραγμάτων αφού σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, αυτό θα ανατραπεί δραματικά σε βάρος των εναγόντων, σε βαθμό που θα είναι πραγματικά αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης και η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο δεν είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εναγόντων. Επιπλέον καμιά ζημιά δεν θα υποστεί η εναγομένη κατά τον ομνύοντα από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αφού σε τέτοια περίπτωση τα ενυπόθηκα ακίνητα θα εξακολουθούν να είναι υποθηκευμένα και να αποτελούν εμπράγματη εξασφάλιση προς όφελός της και σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής, η εναγομένη θα δύναται να προχωρήσουν στον πλειστηριασμό αλλά και να χρεώνει με τόκο τα επίδικα δάνεια. Κατά την μονομερή διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα στις 18.12.20, με το οποίο απαγορεύτηκε ο πλειστηριασμός των επίδικων ακινήτων. Η ειδοποίηση ένστασης Μετά την επίδοση του πιο πάνω μονομερούς διατάγματος, η εναγομένη καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης για την οριστικοποίηση του, προβάλλονταν τους πιο κάτω λόγους ένστασης:
- Η Νομική Βάση της Αίτησης είναι ανεπαρκής και/ή αβάσιμη και/ή αστήρικτη και/ή δεν παρέχει στους Αιτητές την απαραίτητη νομική βάση, η οποία να στηρίζει της θεραπείες που αιτούνται και/ή έχουν εξασφαλίσει μονομερώς.
- H Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση απαράδεκτα και χωρίς εξήγηση επισυνάπτει ως Τεκμήρια «Άνευ Βλάβης» αλληλογραφία μεταξύ αυτών και της Καθ' ης η Αίτηση.
- Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει παραπλανητικά και με πρόθεση να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου λανθασμένο πραγματικό υπόβαθρο παραθέτουν ανακριβή και/ή λανθασμένα στοιχεία και/ή πληροφορίες.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις μονομερούς έκδοσης και διατήρησης εν ισχύ προσωρινού διατάγματος και συγκεκριμένα κατά την ημερομηνία καταχώρισης της μονομερούς Αίτησης ημερ. 17/12/2020 εξέλειπε το στοιχείο του κατεπείγοντος.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις μονομερούς έκδοσης και διατήρησης εν ισχύ προσωρινού διατάγματος, καθώς οι Αιτητές δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου καλόπιστα και με «καθαρά χέρια» διότι ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση παραλείπει να αναφέρει ουσιώδη γεγονότα με σκοπό να παραπλανήσει το Σεβαστό Δικαστήριο και/ή οι Αιτητές δεν έχουν εκπληρώσει το καθήκον τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Η Αίτηση λανθασμένα καταχωρίστηκε και προωθήθηκε στο πλαίσιο καινούριας, ήτοι της παρούσας, Αγωγής, καθώς εκκρεμούν οι Αγωγές 1394/2016 και 1395/2016 του Ε/Δ Λάρνακας, στις οποίες Αγωγές είναι αντικείμενο οι επίδικες Υποθήκες.
- Δεν έχει καταχωριστεί Έκθεση Απαίτησης στην παρούσα Αγωγή, ενώ Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο έχει καταχωριστεί πριν από σχεδόν ένα χρόνο.
- Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/1960 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ήτοι: (α) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Δεν υπάρχουν πιθανότητες οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στην Αγωγή. (γ) Δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Oι όροι της Επιστολής ημερ. 25/01/2018 δεν έχουν τηρηθεί και/ή έχουν προσβληθεί εκ μέρους των Αιτητών και συνεπώς η Επιστολή ημερ. 25/01/2018 δεν μπορεί να δεσμεύει την Καθ' ης η Αίτηση, καθώς, μεταξύ άλλων, ήταν εξυπακουόμενος όρος της Συμφωνίας ότι τα ακίνητα των Αιτητών θα μεταβιβάζονταν στην Τράπεζα Κύπρου και/ή στην Καθ' ης η Αίτηση ελεύθερα παντός βάρους ή επιβάρυνσης.
- Άνευ βλάβης του λόγου Ένστασης υπό
(9)ανωτέρω, οι αξιώσεις των Αιτητών είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και η Καθ' ης η Αίτηση είναι σε θέση να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής τους, ούτε και έχει προσκομιστεί θετική μαρτυρία και/ή οιαδήποτε μαρτυρία περί του αντιθέτου, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της ενδιάμεσης Αίτησης καθότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
- Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα διατηρήσει αλλά θα ανατρέψει το υφιστάμενο status quo, με βάση το οποίο έχει παραχωρηθεί στην Καθ' ης η Αίτηση δια των Συμβάσεων Υποθηκών, το δικαίωμα πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Οι Αιτητές δυνάμει των επίδικων Συμβάσεων Υποθηκών οι οποίες υπογράφηκαν και κατατέθηκαν προς όφελος και εις εξασφάλιση της Καθ' ης η Αίτηση, παραχώρησαν ανέκκλητα το δικαίωμα στην Καθ' ης η Αίτηση να πωλήσει τα επιβαρυμένα ακίνητα με οποιοδήποτε τρόπο επιθυμεί.
- Η Αίτηση είναι ανεπαρκής, γενική και αντιφατική και ουδόλως παρουσιάζει οιονδήποτε λόγο για τον οποίο θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
- Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή αστήρικτη. Την ειδοποίηση ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση υπαλλήλου της εναγομένης και πρώην λειτουργού στο τμήμα ανάκτησης χρεών της τράπεζας Κύπρου. Σε αυτήν, επαναλαμβάνονται και επεξηγούνται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Ειδικότερα για το ζήτημα της απόκρυψης ουσιαστικού γεγονότος, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι ενάγοντες δεν ανέφεραν ή τουλάχιστον δεν επέσυραν την προσοχή του Δικαστηρίου κατά το μονομερές στάδιο στο ότι δεν είχαν αποσταλεί ειδοποιήσεις πλειστηριασμού για τις υποθήκες, πλην των υποθηκών [ ]/2007 και [ ]/
- Επιπλέον, πέραν του γεγονότος ότι δεν αποκάλυψαν ότι επιθυμούν να κρατήσουν το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/[ ], παραπλανητικά αναφέρουν στην ένορκη δήλωση της αίτησης ότι το Κτηματολόγιο καθιστά ξεκάθαρο ότι το ακίνητο δύναται να μεταβιβαστεί, χωρίς να αναφέρονται στο γεγονός ότι δεν δύναται να μεταβιβαστεί μόνο ως ελεύθερο παντός βάρους και επιβάρυνσης, ως ήταν εξυπακουόμενος όρος της επιστολής διευθέτησης . Όσον αφορά το στοιχείο του κατεπείγοντος, αυτό δεν ισχύει για τον ομνύοντα αναφορικά με τα ακίνητα για τα οποία δεν έχει αποσταλεί ειδοποίηση πλειστηριασμού. Περαιτέρω, οι ενάγοντες θα μπορούσαν να προωθήσουν τα υπό κρίση αιτήματα τους στις αγωγές 1394/2016 και 1395/2016 του Ε/Δ Λάρνακας, στις οποίες είναι αντικείμενο οι επίδικες Υποθήκες. Ο μόνος λόγος που καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή κατά τον ομνύοντα ήταν για να καταχωριστεί η υπό κρίση αίτηση για να μπορέσουν οι ενάγοντες να 'κατασκευάσουν' φαινομενικά το στοιχείο του κατεπείγοντος, κάτι που δεν θα μπορούσαν να πράξουν στις ήδη υφιστάμενες αγωγές. Ο ομνύων αναφέρει βέβαια ότι σύμφωνα με τους ενάγοντες, το έγγραφο που διέπει την σχέση των μερών, είναι η συμφωνία διευθέτησης και όχι οι συμφωνίες χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων που αποτελούν το αντικείμενο των δύο πιο πάνω αγωγών του Ε.Δ. Λάρνακας. Ισχυρίζεται όμως ότι στην περίπτωση αυτή, θα έπρεπε στην Νομική βάση της αίτησης να συμπεριλαμβανόταν και ο Περί Συμβάσεων Νόμος και ειδικότερα τα άρθρα 31 - 36 που αφορούν τις συμβάσεις υπό αίρεση, όπως είναι η συμφωνία διευθέτησης των μερών. Η έλλειψη της σωστής νομικής βάσης στην αίτηση είναι κατά τον ομνύοντα σύμφωνα και με νομική συμβουλή που λαμβάνει, καθιστούν αναγκαία την απόρριψη της, καθώς δεν παρέχεται το αναγκαίο δικαιοδοτικό υπόβαθρο έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Ακολούθως, ο ομνύων αναφέρει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για έγκριση του αιτήματος. Δεν έχει αποδειχθεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ούτε και πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Υπάρχει κατά τον ομνύοντα παράβαση της συμφωνίας διευθέτησης από τους ιδίους τους ενάγοντες, οι οποίοι παραδέχονται ότι δεν έχει μεταβιβαστεί ακόμα στην εναγομένη, το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/[ ] ελεύθερο παντός βάρους όπως προνοούσε η πιο πάνω συμφωνία. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ο ομνύοντας ισχυρίστηκε ότι δεν έχει διαφανεί από την ένορκη δήλωση της αίτησης ότι εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι αξιώσεις των εναγόντων είναι χρηματικής φύσεως, αποτιμώνται σε χρήμα και η εναγομένη είναι σε θέση να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις, σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσας αγωγής. Οι ενάγοντες δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, από τη στιγμή που τα επίδικα ακίνητα υποθηκεύτηκαν από τους ιδίους προς όφελος της εναγομένης, δίδοντάς της έτσι το δικαίωμα να τα πωλήσει για την είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, αυτό κατά τον ομνύοντα γέρνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης, καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο να αποστερηθεί η εναγομένη της δυνατότητας και του δικαιώματος ανάκτησης των οφειλόμενων ποσών, στη βάση των δυνατοτήτων που της παρέχει το νομοθετικό πλαίσιο και οι συμβάσεις υποθηκών. Ως αποτέλεσμα, τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης θα είναι υπέρμετρα και δυσανάλογα επαχθής για την εναγομένη. Εν προκειμένω, το υφιστάμενο status quo κατά τον ομνύοντα, αφορά τις επίδικες συμβάσεις υποθήκης με τις οποίες ήδη παραχωρήθηκαν τα δικαιώματα επί των ακινήτων προς όφελος της εναγομένης, η οποία δεν επιδιώκει να ανατρέψει, αλλά να εφαρμόσει τα δικαιώματά της, στη βάση των συμφωνηθέντων και του ισχύοντος status quo. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι κατέθεσαν γραπτό κείμενο αγόρευσης, επεξηγώντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο στάδιο αυτό στις θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει όπου χρειάζεται, στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Και οι δύο συνήγοροι στις γραπτές αγορεύσεις τους, έκαναν εκτενή αναφορά στις προϋποθέσεις έκδοσης συντηρητικού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 οι οποίες έχουν ως ακολούθως: · Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση · Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην απόδειξη της έννοιας του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, απαιτείται από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του, συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας του άρθρου 32, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Από την άλλη, έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης, εκείνου του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, προκειμένου να αποφασιστεί στον απαιτούμενο βαθμό, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Κωνσταντίνος Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α., Πολ. Έφεση, Ε143/2015, ημ. 23/3/2017 & Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται γενικά σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179, 202). Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, εξετάζεται και τυχόν καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας από τον ενάγοντα και κατά πόσον αυτή επηρέασε την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων υπέρ του εναγομένου. Όπως έχει νομολογηθεί, η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατόν να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος σχετική είναι η απόφαση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 788 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «. Η καθυστέρηση εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία αν και τα Δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του Ενάγοντα να επιτύχει τελικά στην αγωγή του και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχαστεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα.» Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Αναφορικά με την απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, έχει νομολογηθεί ότι σε μονομερή αίτηση, επιβάλλεται στον αιτητή να αποκαλύψει, όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως. Ως εκ τούτου, ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε ουσιαστικά γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και τα οποία δυνατόν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Όπως τονίζεται τόσον στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου ο διάδικος καταχωρεί μονομερή αίτηση και αιτείται στην απουσία του αντιδίκου του, κάποια θεραπεία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όχι μόνον όλων των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης αλλά να αναφερθεί και σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής ενδεχομένως να έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά. Έτσι όπου ο αιτητής εξασφαλίσει όφελος από την απόκρυψη γεγονότων στην μονομερή του αίτηση, το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο θα ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει σε μια προσπάθεια να του στερήσει αυτό το όφελος. Αυτό γιατί παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα γεγονότα όμως, πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση (βλ. μεταξύ άλλων, Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. κ.α
(1992)1A ΑΑΔ 360). Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από πρόθεση εξαπάτησης. Ότι ανατρέπει την βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 και Ahmet Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ 606). Στην Αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)3 ALL E.R 188 λέχθηκε ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Τα πιο πάνω ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά, το Δικαστήριο σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη μη αποκάλυψης ουσιαστικών γεγονότων που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος, να διατάξει την συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα υπό όρους. Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει, είναι η θέση της εναγομένης για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, στην ένορκη δήλωση της μονομερούς αίτησης. Ισχυρίστηκαν μεταξύ άλλων, ότι οι ενάγοντες στην ένορκη δήλωση της αίτησης απέκρυψαν ότι στάλθηκαν ειδοποιήσεις πλειστηριασμού μόνο για δύο υποθήκες, προκειμένου να ενισχύσουν την θέση τους για το κατεπείγον της έγκρισης του διατάγματος. Με όλο το σεβασμό, δεν συμφωνώ με την πιο πάνω άποψη. Γίνεται ξεκάθαρη αναφορά στην παρ 32 της ένορκης δήλωσης της αίτησης ότι ειδοποιήσεις πλειστηριασμού στάλθηκαν μόνο για τις υποθήκες [ ]/2007 και [ ]/2007, παρότι οι ενάγοντες αιτούνται παγοποίηση εκποίησης για όλες της υποθήκες. Δεν υπάρχει ως εκ τούτου απόκρυψη οιουδήποτε γεγονότος σε αυτό το θέμα ή προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Ανεξαρτήτως τούτου, το γεγονός ότι δεν προωθηθήκαν πλειστηριασμοί για όλα τα ενυπόθηκα ακίνητα, δεν καταδεικνύει ότι δεν υπήρχε το στοιχείο του κατεπείγοντος. Η δυνατότητα εκποίησης είναι αδιαμφισβήτητη και δεν έχει διαψευσθεί από πλευράς εναγομένης ότι πρόθεση της, είναι να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης όλων των ενυπόθηκων ακινήτων. Το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της εναγομένης για απόκρυψη. Δεν καταδεικνύεται μη αποκάλυψη γεγονότος για πρόθεση των εναγόντων να διατηρήσουν το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/[ ]. Ισχυρισμό με τον οποίο διαφωνούν οι ενάγοντες αφού όπως αναφέρει ο δικηγόρος τους στην αγόρευση του, παρά του τι λέχθηκε στις διαπραγματεύσεις όπως φαίνονται στο τεκμ. 7 της αίτησης, η τελική πρόθεση των εναγόντων παρουσιάζεται στην Συμφωνία Διευθέτησης που σαφώς προνοεί την μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου στην τράπεζα. Ούτε μπορεί να ευσταθεί ισχυρισμός για απόκρυψη γεγονότος, την ύπαρξη του οποίου οι ενάγοντες αμφισβητούν. Εξ' άλλου οι ενάγοντες παρουσίασαν το τεκμήριο 7, στο οποίο φαίνεται μέρος των διαπραγματεύσεων μεταξύ τους και της τράπεζας, οι οποίες οδήγησαν στην τελική Συμφωνία Διευθέτησης. Το ότι στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων αυτών εξέφρασαν την θέση τους για το ποια από όλα τα ακίνητα θα μεταβίβαζαν στην τράπεζα, όχι μόνο δεν σημαίνει ότι απέκρυψαν οτιδήποτε αλλά αντίθετα καταδεικνύει ότι παρουσίασαν στο Δικαστήριο όλα τα στοιχεία που οδήγησαν στην υπογραφή της Συμφωνίας Διευθέτησης. Οι ίδιες διαπιστώσεις ισχύουν και για τους ισχυρισμούς περί απόκρυψης του γεγονότος ότι το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/5992 δεν μπορεί να μεταβιβαστεί παρά μόνον αν είναι ελεύθερο παντός βάρους. Να σημειωθεί εδώ ότι είναι η θέση των εναγόντων ότι κανένα βάρος και καμία επιβάρυνση δεν υπάρχει στο εν λόγω ακίνητο. Ενόψει των πιο πάνω, βρίσκω ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι ισχυρισμοί της εναγομένης για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων κατά την μονομερή διαδικασία έκδοσης των υπό κρίση διαταγμάτων. Το επόμενο στοιχείο που θα με απασχολήσει, είναι η θέση του συνηγόρου της εναγομένης ότι το αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί λόγω ανεπαρκούς νομικής βάσης της αίτησης. Υποστηρίχθηκε συγκεκριμένα ότι επειδή οι ενάγοντες ζητούν με την αγωγή τους, την επαναφορά της Συμφωνίας Διευθέτησης που είναι σύμβαση υπό αίρεση, θα έπρεπε στην νομική βάση της αίτησης να συμπεριληφθούν τα σχετικά άρθρα του Περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149) και ειδικότερα τα άρθρα 31 -
- Ούτε αυτή η άποψη είναι ορθή. Στην νομική βάση της αίτησης, ο αιτητής υποχρεούται να συμπεριλάβει τις διατάξεις εκείνες, που καθορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης του αιτήματος του. Δηλαδή τις δικονομικές διατάξεις που παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο εξέτασης του συγκεκριμένου ενδιάμεσου αιτήματος, αλλά και τις προϋποθέσεις έγκρισης του. Ο αιτητής δεν υποχρεούται να συμπεριλάβει στην νομική βάση της αίτησης, το νομοθετικό πλαίσιο στο οποίο στηρίζει την ουσία του αγωγίμου δικαιώματος του. Στην παρούσα περίπτωση, οι ενάγοντες στήριξαν μεταξύ άλλων την αίτηση τους, στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 που καθορίζει τις προϋποθέσεις για την έκδοση ενδιάμεσου παρεμπίπτοντος διατάγματος. Η δε επιχειρηματολογία των δύο μερών εστιάστηκε στο κατά πόσον ισχύουν οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου. Καμία υποχρέωση δεν είχαν οι ενάγοντες να συμπεριλάβουν στην νομική βάση της παρούσας αίτησης και τα σχετικά άρθρα του Περί Συμβάσεων Νόμου, στα οποία θα στηρίξουν την απαίτηση τους στην αγωγή και τα οποία καμία σχέση δεν έχουν με την εξέταση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Δεν ισχύει ως εκ τούτου η θέση του συνηγόρου της εναγομένης για απόρριψη του αιτήματος λόγω ανεπαρκούς νομικής βάσης της αίτησης. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος. Από μελέτη του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά κατ' ισχυρισμό παράβαση της Σύμβασης Διευθέτησης ημ. 25.1.
- Επιπλέον, από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, καταδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Αυτό με την έννοια ότι αν οι ενάγοντες αποδείξουν στην ακρόαση της αγωγής, τους ισχυρισμούς που προβάλουν στην ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης και ιδιαίτερα το γεγονός ότι συμμορφώθηκαν πλήρως με την Συμφωνία Διευθέτησης και ότι αυτή την συμφωνία παρέβη η εναγομένη, θα δικαιούνται στις αιτούμενες με την παρούσα αγωγή θεραπείες. Ως προς την 3η προϋπόθεση της αδυναμίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, ο συνήγορος για την εναγομένη ανέφερε ότι δεν καταδεικνύεται κάτι τέτοιο λόγω της χρηματικής φύσης της απαίτησης και επειδή η εναγομένη είναι σε θέση να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις, σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσας αγωγής. Από την άλλη, η πλευρά των εναγόντων, ισχυρίζεται ότι αν δεν οριστικοποιηθούν τα επίδικα διατάγματα θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτό γιατί θα πωληθούν τα επίδικα ενυπόθηκα ακίνητα και η θεραπεία που ζητούν οι ενάγοντες για εφαρμογή της Συμφωνίας Διευθέτησης θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Το πρώτο στοιχείο που διαπιστώνω, είναι ότι δεν είναι ορθή η θέση του συνηγόρου για την εναγομένη ότι η φύση της παρούσας υπόθεσης είναι αποκλειστικά χρηματικής φύσης. Υπενθυμίζεται ότι οι κύριες θεραπείες που ζητούν οι ενάγοντες, είναι διατάγματα αναγνωριστικής φύσης με τα οποία να δηλώνεται ότι η Συμφωνία Διευθέτησης ημερομηνίας 25.1.2018, είναι έγκυρη και εξακολουθεί να δεσμεύει τους ενάγοντες και ότι ο τερματισμός της από την εναγομένη, είναι παράνομος, αντισυμβατικός και ως εκ τούτου άκυρος. Παρεμφερώς της πιο πάνω κύριας θεραπείας, επιζητούνται και άλλα διατάγματα για αναγνώριση ότι η εν λόγω συμφωνία μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς να επιβάλλει υποχρέωση στους ενάγοντες για προσκόμιση διανομής/διαχωρισμού, αναφορικά με το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/
- Στα πλαίσια αυτά, επιζητούνται και διατάγματα που να εξαναγκάζουν την εναγομένη σε συμμόρφωση με τους όρους της πιο πάνω συμφωνίας όπως πχ να σταματήσει να χρεώνει αντισυμβατικό επιτόκιο και όπως προχωρήσει σε διαγραφή του δανείου ύψους €350.000,00 όπως αναφέρεται ρητά στην Συμφωνία Διευθέτησης. Επιπρόσθετα, ζητούνται και αποζημιώσεις για ζημιές που ήθελαν υποστεί οι ενάγοντες λόγω της πιο πάνω κατ' ισχυρισμό αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης. Είναι σαφές από τα πιο πάνω, ότι η παρούσα αγωγή δεν αφορά ξεκάθαρη απαίτηση χρηματικής φύσης. Αντιθέτως, σχετίζεται περισσότερο με αιτήματα για ερμηνεία και εφαρμογή συγκεκριμένης συμφωνίας διευθέτησης, ανεξαρτήτως αν η διευθέτηση αφορά πιστωτικές διευκολύνσεις και παραχώρηση δανείων και εγγυήσεων. Η βασική θέση των εναγόντων εστιάζεται στον ισχυρισμό τους ότι μετά την υπογραφής της Συμφωνίας Διευθέτησης στις 25.1.2018, είναι αυτή που διέπει την νομική σχέση των μερών και όχι οι αρχικές συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων. Υποστηρίζουν επίσης ότι παρότι έχουν εκπληρώσει όλους τους όρους της Συμφωνίας Διευθέτησης, παράνομα και αντισυμβατικά η εναγομένη την έχει τερματίσει, επαναφέροντας τις πρόνοιες των αρχικών δανειακών και εγγυητικών συμβάσεων. Υπό τας περιστάσεις, κρίνω ότι είναι ορθή η θέση του συνηγόρου για τους ενάγοντες ότι αν δεν οριστικοποιηθούν τα υπό κρίση διατάγματα θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που οι ενάγοντες πετύχουν στην αγωγή τους. Αυτό γιατί είναι σαφές ότι πρόθεση της εναγομένης είναι η προώθηση της διαδικασίας πλειστηριασμού των επίδικων υποθηκών, για δύο από τις οποίες έχει ήδη δρομολογήσει διαδικασίες. Και αυτό, χωρίς να αποκλείει την πιθανότητα να προχωρήσει και για τις υπόλοιπες αν ακυρωθούν τα υπό κρίση διατάγματα. Σε τέτοια όμως περίπτωση, η αγωγή και οι αιτούμενες θεραπείες για εφαρμογή της Συμφωνίας Διευθέτησης θα καταστούν άνευ αντικειμένου. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, η εξέταση της 3ης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, εξετάζεται σε συνάρτηση με την διατήρηση του status quo, καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Όπως πολύ σωστά έχει διατυπωθεί, η νομική σχέση μεταξύ των διαδίκων καθορίστηκε από τις 25.1.2018 με την υπό κρίση συμφωνία διευθέτησης, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας έχει υλοποιηθεί, πλην της μεταβίβασης ενός ακινήτου. Τα δύο μέρη ερίζουν βέβαια ως προς το ποιος έχει παραβεί την εν λόγω συμφωνία και ειδικά ως το ποιος ευθύνεται για την αποτυχία μεταβίβασης του ακινήτου 0/5992 στην τράπεζα Κύπρου, κάτι που η πιο πάνω συμφωνία προέβλεπε. Το στοιχείο αυτό θα αποφασιστεί στο τέλος της αγωγής και αφού το Δικαστήριο ακούσει μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. Όσον αφορά όμως την διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων, κρίνω ότι θα πρέπει να διατηρεί το status quo που μετά τις 25.1.2028 η εν λόγω συμφωνία καθιέρωσε, μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής και την τελική ετυμηγορία του Δικαστηρίου κατά πόσον αυτή θα συνεχίσει να εφαρμόζεται, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες ή θα ακυρωθεί και θα γίνει επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς των αρχικών συμφωνιών δανειοδότησης, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη. Κρίνω επί του προκειμένου ότι υπό τας περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ των εναγόντων αφού η ταλαιπωρία που θα υποστούν από την ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων θα είναι πολύ περισσότερη από αυτήν που θα υποστεί η εναγομένη από την συνέχιση τους. Σε αυτήν την διαπίστωση, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το γεγονός ότι η εν λόγω Συμφωνία Διευθέτησης, έχει σχεδόν στο σύνολο της εφαρμοστεί. Επιπλέον, σημαντικός παράγοντας όπως έχει προαναφερθεί, είναι το ότι αν η εναγομένη προχωρήσει στον πλειστηριασμό των επίδικων υποθηκών, οι θεραπείες που η ενάγουσα ζητά με την παρούσα αγωγή θα καταστούν άνευ αντικειμένου. Για τους ίδιους λόγους, κρίνω ότι είναι δίκαιο και εύλογο όπως τα εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα, οριστικοποιηθούν και παραμείνουν σε ισχύ μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στις 18.12.20, καθίστανται οριστικά μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Η εναγομένη να επιβαρυνθεί επίσης με τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο