Brown κ.α. ν. Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Αριθμός Αίτησης Έφεσης: 90Α/2018, 26/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A165 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αριθμός Αίτησης Έφεσης: 90Α/2018 Aναφορικά με τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή, Εκτίμηση) Νόμο Κεφ.224, Άρθρο 80 Μεταξύ: BROWN [ ] Εφεσείουσα - Αιτήτρια και
- Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας.
- [ ] Α. Σοφοκλείδη Εφεσίβλητοι - Καθ΄ ων η αίτηση Και ως ετροποποιήθη δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/10/2020 Brown [ ] [ ] Brown [ ] Roberts [ ] Brown Αιτητές-Εφεσείοντες και
- Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας.
- [ ] Α. Σοφοκλείδη Καθ' ων η Αίτηση-Εφεσίβλητοι ________________________________________________________________ Αίτηση ημερομηνίας 27/11/2020 για λήψη άδειας καταχώρησης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Ημερομηνία: 26 Απριλίου 2022 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. για ΣΩΤΗΡΗΣ ΑΡΓΥΡΟΥ & ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση 1: κα Τ. Μενοίκου. Για τον Καθ' ου η Αίτηση 2: κα Α. Αχιλλέως για ΜΑΡΚΟΣ Π. ΣΠΑΝΟΣ & ΣΙΑ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Στις 15/03/2018 οι Αιτητές-Εφεσείοντες καταχώρισαν την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αίτηση-Έφεση στο πλαίσιο της οποίας αξιώνουν την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με την οποία καταργήθηκε δικαίωμα διάβασης στο τεμάχιο των αιτητών. Oι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2-Εφεσίβλητοι καταχώρισαν ένσταση στις 2/8/2018 και 22/2/2019 αντίστοιχα. Στις 7/1/2020 καταχωρίστηκε αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αίτησης-Έφεσης ενόψει αλλαγής στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου των Αιτητών-Εφεσειόντων στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε στις 23/10/2020 εκ συμφώνου διάταγμα τροποποίησης. Η υπό κρίση Αίτηση: Με την υπό κρίση αίτηση η οποία καταχωρίστηκε στις 27/11/20 επιζητείται εκ μέρους των Αιτητών-Εφεσειόντων η άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προσχέδιο της οποίας επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α στην υπό κρίση Αίτηση. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, η μαρτυρία η οποία επιδιώκεται να παρουσιαστεί με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι αναγκαία για να απαντηθούν, διευκρινιστούν και αντικρουστούν οι ισχυρισμοί που τίθενται στις ενστάσεις των Καθ' ων η Αίτηση ώστε να τεθούν όλα τα σχετικά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου και να δοθεί σε αυτό η πλήρης εικόνα των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης. Επιδιώκεται επίσης ως αναφέρεται, να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου κάποια επιπρόσθετα χρήσιμα και κρίσιμα στοιχεία τα οποία δεν ήταν στην κατοχή των Αιτητών προηγουμένως. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 δεν καταχώρισε ένσταση. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 φέρει ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Καταχώρισε στις 22/3/2021 Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που εμπεριέχει 10 λόγους ένστασης οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: - Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας και δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για την παροχή της αιτούμενης άδειας, - Η μαρτυρία που επιδιώκεται να εισαχθεί είναι άσχετη τα επίδικα θέματα, - Υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης και τα γεγονότα που επιδιώκονται να εισαχθούν ήταν γνωστά πριν την καταχώρισης της αρχικής ένορκης δήλωσης, - Η νομική βάση της αίτησης πάσχει, - Το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη τη μετάφραση των ενόρκων δηλώσεων καθώς αυτή είναι κατά παράβαση του περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμου. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, επαναλαμβάνονται και υιοθετούνται οι λόγοι ένστασης. Σύνοψη θέσεων που προβάλλονται στην Αίτηση-Έφεση: Κρίνω σκόπιμο σε αυτό το στάδιο να παραθέσω μία σύνοψη των θέσεων των διαδίκων στο πλαίσιο της Αίτησης-Έφεσης με αναφορά στο μαρτυρικό υλικό που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου αφού μόνο έτσι μπορεί να αναδειχθεί η αναγκαιότητα ή μη χορήγησης της άδειας που επιζητείται με την υπό κρίση Αίτηση. Συνοπτικά, οι Αιτητές-Εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι η επίδικη απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολόγιού για κατάργηση του δικαιώματος διάβασης είναι αδικαιολόγητη και εσφαλμένη. Επικαλούνται, μεταξύ άλλων, ότι εσφαλμένα κρίθηκε ότι το δικαίωμα διάβασης δεν είναι πλέον αναγκαίο και ότι δεν έλαβε χώρα η αναγκαία προς τούτο έρευνα και ειδικότερα ότι ο Διευθυντής παρέλειψε να μελετήσει και εξετάσει όλα τα σχετικά στοιχεία και γεγονότα προτού λάβει την επίδικη απόφαση. Ειδικότερα, προβάλλεται η θέση ότι η επί τόπου επιθεώρηση δεν ήταν επαρκής αφού δεν εξετάστηκε κατά τη θέση των Αιτητών-Εφεσειόντων κατά πόσο θα μπορούσε να υπάρχει ευχερής πρόσβαση στο ακίνητο από το δημόσιο δρόμο που έχει δημιουργηθεί στο δυτικό μέρος του ακινήτου. Δεν λήφθηκαν κατά τη θέση των Αιτητών διάφοροι παράγοντες που θα έπρεπε, κατά τη θέση τους, να ληφθούν υπόψη πριν την έκδοση της επίδικης απόφασης όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι από το επίδικο πέρασμα περνούν όλες οι υπηρεσίες όπως αποχετευτικά και υδραυλικά καθώς και ότι η επί τόπου κατάσταση και δη το επίδικο πέρασμα υπήρχε για περίοδο πέραν των 36 ετών. Προβάλλεται ως λόγος ακύρωσης της απόφασης και το γεγονός ότι σύμφωνα πάντα με τη θέση των Αιτητών το ακίνητο θα καταστεί δυσλειτουργικό αφού θα υποχρεωθούν οι Αιτητές να κατεδαφίσουν διάφορες κατασκευές προκειμένου να έχει το ακίνητο πρόσβαση από τον δημόσιο δρόμο. Προβάλλεται επίσης ότι η επίδικη απόφαση προκαλεί μεγάλη και ανεπανόρθωτη ζημιά στο ακίνητο μειώνοντας κατά πολύ την αξία του. Στην αντίπερα όχθη, οι Καθ' ων η Αίτηση υπεραμύνονται της επίδικης απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Στις ενστάσεις που καταχώρισαν προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά, νόμιμα, είναι δικαιολογημένη και προϊόν δέουσας έρευνας. Προβάλλεται ότι η διαπίστωση του Καθ' ου η αίτηση 1 ότι ο δημόσιος δρόμος που δημιουργήθηκε και που εφάπτεται του δυτικού συνόρου του δεσπόζοντος τεμαχίου μπορεί να εξασφαλίσει άνετη και απρόσκοπτη πρόσβαση στο δεσπόζον ακίνητο με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πλέον ανάγκη ύπαρξης του δικαιώματος διόδου, είναι ορθή. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι τυχόν πρόβλημα στην πρόσβαση προς την οικία ή τις βοηθητικές οικοδομές του ακινήτου των Αιτητών είναι αποτέλεσμα δικών τους ενεργειών και/ή παράνομων κατασκευών και δεν αποτελεί λόγο για τη μη κατάργηση του δικαιώματος διόδου. Νομική Πτυχή: Ο Κανονισμός 10
(3)του Περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμού του 1956 (622/1956) διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «10
(3)Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών». Όπως προκύπτει από το λεκτικό του Κανονισμού 10
(3), αυτός έχει πανομοιότυπο περιεχόμενο με τη Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Καθίσταται λοιπόν αντιληπτό ότι ο εν λόγω κανονισμός θα πρέπει να ερμηνευθεί κατ' ανάλογο τρόπο ως η Δ.48 θ.4
(2). Η χορήγηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.,
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 508, 514 λέχθηκε πως: «το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου.» Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ασκείται με βάση γεγονότα τα οποία τίθενται ενώπιον του. Σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Σε ότι αφορά τη μορφή και θεματολογία μίας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, καθίσταται σαφές από τη ρηθείσα πρόνοια τόσο στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμού του 1956 όσο και στους Θεσμούς Πολιτικής ότι αυτές δεν υπαγορεύουν τη μορφή ούτε και περιορίζουν τη θεματολογία της δήλωσης που μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί. Καθίσταται πρόδηλο ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που επιδιώκεται να καταχωριστεί μπορεί να αφορά σε κάποιο ζήτημα που εγείρεται πρώτη φορά με την ένσταση και χρήζει απάντησης ή διευκρίνισης, σε συνάρτηση πάντοτε με τα επίδικα θέματα της αίτησης στο πλαίσιο της οποίας επιδιώκεται να καταχωριστεί, ή κάποιο ζήτημα το οποίο δεν ήταν σε γνώση του διαδίκου που επιχειρεί να λάβει άδεια και το οποίο είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ως άμεσα συνυφασμένο με τα επίδικα θέματα. Επομένως, η ένορκη δήλωση που για καλό λόγο μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί, δεν περιορίζεται ούτε στο να συμπληρώσει την αρχικά καταχωρηθείσα ένορκη δήλωση ούτε και στο να απαντήσει σε ζήτημα που εγείρεται στην ένσταση. Είναι μια επιπρόσθετη ένορκη δήλωση που αφορά σε κάτι το οποίο είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Το κατά πόσο θα επιτραπεί η καταχώριση μίας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι εν τέλει ζήτημα των εκάστοτε περιστάσεων σε συνάρτηση με τη φύση της συγκεκριμένης διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας επιχειρείται να καταχωριστεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στην Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα (Αρ.1)
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, 199 αναφέρεται πως: «Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Συνοψίζοντας, στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της Αίτησης, είτε της Ένστασης ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση της ολοκληρωμένης εικόνας της διαφοράς. Και, βεβαίως, σκοπός τόσο του Κανονισμού 10
(3)του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμού του 1956 όσο και της Δ.48 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων που είναι αναγκαία για να υποστηριχθεί η εκατέρωθεν θέση των διαδίκων. Δεν μπορεί να καθοριστεί εξαντλητικά τι είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί, στην κάθε περίπτωση, υπόψη του Δικαστηρίου και συνεπώς τι συνιστά «καλό λόγο». Επιβάλλεται, συνεπώς, ξεχωριστή εξέταση του κάθε θέματος για το οποίο ο αιτητής εξαιτείται την άδεια του Δικαστηρίου για να αναφερθεί μέσα στα πλαίσια των περιστάσεων της υπόθεσης, τι έχει ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και πως προέκυψε η ισχυριζόμενη αναγκαιότητα για αναφορά ή περαιτέρω αναφορά σε αυτό. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να επιτρέψει την αναφορά σε επί μέρους θέματα με την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του και ποιο είναι το επίδικο ζήτημα στην αίτηση με το οποίο η διαπίστωση του καλού λόγου συναρτάται.[1] Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο αποφάσεων του Διευθυντή Κτηματολογίου επί θεμάτων διόδου έχουν νομολογηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η απόφαση κατάργησης ή μη δικαιώματος διόδου ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Διευθυντή, η οποία, όμως, ελέγχεται δικαστικά σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων, με τη διαφορά ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή.[2] Το κριτήριο για την αναθεώρηση των αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου βάσει του άρθρου 80 του Κεφ. 224, όπως διασαφηνίζει η νομολογία, είναι το σύννομο και το δίκαιο της απόφασης που επιτρέπει σε αντίθεση προς την ακυρωτική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διείσδυση στην ουσία της απόφασης και εφόσον κρίνεται ορθό, την τροποποίησή της.[3] Με το άρθρο 12
(3)του Κεφ. 224 δημιουργείται μηχανισμός έρευνας προς διαπίστωση του κατά πόσον ο περιορισμός που συνεπάγεται το δικαίωμα διόδου στο δουλεύον ακίνητο εξακολουθεί να είναι αναγκαίος έχοντας υπόψιν τα πραγματικά δεδομένα όπως αυτά εξελίσσονται.[4] Έχει επίσης νομολογηθεί ότι, για να θεωρηθεί τούτη η έρευνα επαρκής και δέουσα, θα πρέπει να εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται, με τη μορφή, τη διαδικασία και εύρος της έρευνας να εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η πληρότητα ή μη της έρευνας εξαρτάται από το κατά πόσο συλλέχθηκαν και διερευνήθηκαν τα ουσιώδη στοιχεία τα οποία μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για ασφαλή συμπεράσματα. Έχει μάλιστα νομολογηθεί ότι, αν χρειαστεί, η έρευνα μπορεί να ανατεθεί και σε άλλο όργανο της διοίκησης, ώστε να εξασφαλιστεί το ζητούμενο, που δεν είναι άλλο από τη συλλογή και διερεύνηση όλων των ουσιωδών ζητημάτων.[5] Το ζητούμενο είναι κατά πόσο τα στοιχεία ενώπιον του Διευθυντή καθιστούσαν δικαία την κατάργηση του δικαιώματος διάβασης εφόσον ο σκοπός για τη δημιουργία του έπαυσε να υπάρχει με τρόπο ώστε η κατάργηση του δικαιώματος διάβασης να αποτελεί μέτρο εξισορρόπησης των δικαιωμάτων χρήσης του δουλεύοντος και δεσπόζοντος ακινήτου.[6] Εξέταση υπό Κρίση Αίτησης: Προχωρώ στη συνέχεια να παραθέσω τα σημεία για τα οποία οι Αιτητές επιζητούν άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης δίδοντας ταυτόχρονα την κρίση του Δικαστηρίου για το κάθε ένα από αυτά. Για τους σκοπούς της εξέτασης της παρούσας Αίτησης έχω, βεβαίως, λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων τα οποία έχουν εκτεθεί με πληρότητα και με τρόπο υποβοηθητικό προς το Δικαστήριο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων και θα περιοριστώ σε αναφορές στις αγορεύσεις όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[7] Καθίσταται αναγκαία η κατά προτεραιότητα ενασχόληση του Δικαστηρίου με τους λόγους ένστασης που συναρτώνται αφενός με τη θέση ότι πάσχει η νομική βάση της Αίτησης και αφετέρου, ότι δεν ακολουθήθηκε η νενομισμένη διαδικασία για τη μετάφραση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα, λόγοι οι οποίοι θα πρέπει, σύμφωνα με την εισήγηση που προβάλλεται, να οδηγήσουν στην απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης δίχως να εξεταστεί η ουσία της. Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, οι προβληθέντες λόγοι ένστασης δεν μπορούν να έχουν επιτυχή κατάληξη. Προβάλλεται η θέση ότι επειδή στη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης δεν αναγράφηκε ρητά το άρθρο 10
(3)του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμού του 1956 παρά μόνο ο Τροποποιητικός Κανονισμός αριθμός 21 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικών Κανονισμού του 1956 δυνάμει του οποίου τροποποιήθηκε το εν λόγω άρθρο, η νομική βάση της αίτησης πάσχει και ελλείπει το αναγκαίο νομικό βάθρο προς υποστήριξη της αίτησης. Στον εν λόγω τροποποιητικό κανονισμό αναγράφεται ρητά το νέο περιεχόμενο του άρθρου 10
(3)επί του οποίου ουσιαστικά εδράζεται η υπό κρίση Αίτηση με τον ρηθέν τροποποιητικό κανονισμό να έχει ενσωματωθεί στο ενοποιημένο κείμενο του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμού του 1956. Είναι λοιπόν πρόδηλο ότι εμμέσως, πλην σαφώς, έχει συμπεριληφθεί στη νομική βάση της αίτησης το εν λόγω άρθρο. Ακόμα και να τίθετο όμως ζήτημα μη επαρκούς προσδιορισμού των νομικών διατάξεων επί των οποίων βασίζεται η υπό κρίση αίτηση, αυτό δεν θα οδηγούσε, δίχως άλλο, σε απόρριψη της αίτησης αφού κάτι τέτοιο δεν θα συνιστούσε τίποτε άλλο παρά μία θεραπεύσιμη παρατυπία, λαμβάνοντας αφενός υπόψη τόσο το γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση είναι σαφής ως προς τις επιδιωκόμενες θεραπείες, όσο και το γεγονός ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 συμμετέχοντας στη διαδικασία, υποστήριξε τις αντίθετες στην αίτηση θέσεις του, βασίζοντας μάλιστα την ένσταση του στο άρθρο 10
(3)των περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, με τρόπο ώστε να μην έχει προκληθεί οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός (prejudice) τπυ Καθ' ου η Αίτηση 2.[8] Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το ζήτημα των μεταφράσεων των ενόρκων δηλώσεων από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα. Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά επί του εν λόγω ζητήματος. Πέραν και ανεξάρτητα του γεγονότος ότι η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση 2 δεν έχει συμπεριλάβει στη νομική βάση της ένστασης της τον περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμου του 2019 (Ν.45(Ι)/2019) παρά μόνο κάνει λεπτομερή προς τούτον αναφορά στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης της κρίνω σκόπιμο να αναφέρω πολύ συνοπτικά τα ακόλουθα: είναι γεγονός ότι δεν φαίνεται να έχει τηρηθεί η πρόνοια του άρθρου 15 του εν λόγω νόμου που κάνει αναφορά σε κατ' εξαίρεση μόνο ετοιμασία μεταφράσεων από δικηγόρους, με τους εξαιρετικούς λόγους για τους οποίους διενεργείται η μετάφραση από δικηγόρο να αναφέρονται ρητά στην ένορκη δήλωση. Αυτό που έχει όμως εν προκειμένω σημασία είναι το γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει ενώπιον του το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό προκειμένου να ασκήσει τη δικαστική του κρίση επί της υπό κρίση Αίτησης που δεν είναι άλλο από το προσχέδιο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην αγγλική γλώσσα η οποία παρά το γεγονός ότι είναι συνταγμένη στην αγγλική γλώσσα είναι αποδεκτή από το Δικαστήριο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Επίσημων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου του 1988 (67/1988) και ειδικότερα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του εν λόγω Νόμου. [9] Εν προκειμένω, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καθιστά αναγκαία την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να ζητήσει μετάφραση της ρηθείσας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου 2 του άρθρου 5 του Περί Επίσημων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου του 1988 (67/1988). Προχωρώντας τώρα στην εξέταση της ουσίας της υπό κρίση Αίτησης με αναφορά στο περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης παρατηρώ τα ακόλουθα: Οι παράγραφοι 1, 2, 3, 4 και 21, 22, 23 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης συνιστούν εισαγωγικές και καταληκτικές αναφορές αντίστοιχα και συνεπώς, οι εν λόγω αναφορές θα επιτραπούν υπό τον όρο ότι θα επιτραπούν και οι λοιπές αναφορές της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στη συνέχεια ή μέρος των λοιπών αναφορών καθότι με τις ρηθείσες εισαγωγικές και καταληκτικές αναφορές επιδιώκεται απλώς η παρουσίαση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωση με ολοκληρωμένο τρόπο. Στην παράγραφο 5 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, επιδιώκεται η παρουσίαση φωτογραφιών τόσο του Δεσπόζοντος όσο και του Δουλεύοντος ακινήτου καθώς επίσης και του περάσματος για το οποίο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Αναφέρεται ότι το Δικαστήριο θα μπορέσει έτσι να αντιληφθεί με μεγαλύτερη καθαρότητα την επί τόπου κατάσταση και περαιτέρω απεικονίζονται οι χώροι στους οποίους θα μπορούσε να κατασκευαστεί νέα είσοδος από τον Δημόσιο Δρόμο αφού πρώτα γκρεμιστούν, όπως αναφέρεται, υφιστάμενες οικοδομές. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 αντιτείνει ότι δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία οι εν λόγω φωτογραφίες και ότι τυχόν αποδοχή τους θα προϋποθέτει ταύτιση με το χωρομετρικό σχέδιο του ακινήτου γεγονός που θα περιπλέξει τα πράγματα, χωρίς όμως να εξειδικεύει με οποιοδήποτε τρόπο αυτήν του την αναφορά. Η όποια αποδεικτική αξία των εν λόγω φωτογραφιών δεν είναι σε αυτό το στάδιο που θα εξεταστεί και θα κριθεί από το Δικαστήριο και συνεπώς κάτι τέτοιο δεν αποτελεί λόγο για να μην επιτραπεί η παρουσίαση τους. Επί του παρόντος, είναι σαφές ότι οι ρηθείσες φωτογραφίες αφορούν και σχετίζονται με την επί τόπου κατάσταση και συναρτώνται προφανώς με τη θέση που προβάλλεται από τους Αιτητές περί αναγκαιότητας διατήρησης του δικαιώματος διάβασης καθώς και της μη δέουσας έρευνας ενόψει της κατ' ισχυρισμό ουσιαστικής αλλοίωσης στην οποία θα πρέπει να υποβληθεί το ακίνητο των Αιτητών. Υπό αυτές τις περιστάσεις, έχει καταδειχθεί καλός λόγος για τη συμπερίληψη τους στο μαρτυρικό υλικό που θα έχει ενώπιον του το Δικαστήριο κατά την εξέταση της Αίτησης-Έφεσης. Με τις παραγράφους 6, 7 και 8 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης γίνεται αναφορά σε διάφορες λεπτομέρειες της επιτόπιας επίσκεψης του αρμόδιου λειτουργού εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση 1 σε μία προσπάθεια αντίκρουσης της θέσης που προβλήθηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση 1 τόσο σε σχέση με την ανυπαρξία αναγκαιότητας διατήρησης του επίδικου δικαιώματος διάβασης όσο και της κατ' ισχυρισμό δέουσας έρευνας που πραγματοποιήθηκε. Επιδιώκεται να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες προέβη ή καλύτερα, κατ' ισχυρισμό, δεν προέβη ο αρμόδιος υπάλληλος εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση 1 προς απάντηση και αντίκρουση των όσων επί του προκειμένου ανέφερε ο Καθ' ου η Αίτηση 1 στην ένσταση του. Έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο των εν λόγω παραγράφων σε συνάρτηση με τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν από την πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση 1 στην ένσταση του κρίνω ότι οι προτεινόμενες αναφορές δεν συνιστούν επανάληψη των αρχικώς προβληθέντων ισχυρισμών και έχει καταδειχθεί καλός λόγος στη συμπερίληψη των ρηθέντων αναφορών ο οποίος έγκειται στην παροχή των διευκρινίσεων και λεπτομερειών που επιθυμεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου η πλευρά των Αιτητών σε σχέση με το τι ακριβώς διαμείφθηκε κατά την επιτόπια εξέταση από τους αρμόδιους λειτουργούς του Κτηματολογίου και οι οποίοι συναρτώνται με τον προβαλλόμενο λόγο ακύρωσης που αφορά την έλλειψη δέουσας έρευνας και οι οποίοι ταυτόχρονα επιδιώκεται να τεθούν προς απάντηση και αντίκρουση των όσων επί του προκειμένου ανέφερε ο Καθ' ου η Αίτηση 1 στην ένσταση του. Σε ότι αφορά την παράγραφο 9 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η θέση ότι επιδιώκεται να αποδοθεί από τον Καθ' ου η Αίτηση 2 διαφορετικό νόημα στη Συμφωνία παραχώρησης που είχε συναφθεί σε σχέση με το επίδικο δικαίωμα διάβασης στις 5/2/1982 μεταξύ της Αιτήτριας υπ' αριθμό 1 και του κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδιοκτήτη του Δουλεύοντος ακινήτου (αδερφού του Καθ' ου η Αίτηση 2) και ειδικότερα στον όρο που αναφέρεται στις περιστάσεις υπό τις οποίες θα ακυρωνόταν η παραχωρηθείσα δίοδος, ήτοι όταν διανοίγετο νέα δημόσια δίοδος η οποία θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του ακινήτου με την ανάγκη χρήσεως της διόδου να έπαυε εντελώς να υφίσταται. Επιδιώκεται ουσιαστικά να τεθεί η θέση ότι η διάνοιξη και μόνο της δημόσιας οδού δεν ήταν σύμφωνα με τον συγκεκριμένο όρο αρκετή για την ακύρωση της παραχωρηθείσας διόδου. Η ρηθείσα αναφορά αποτελεί απλώς επιχειρηματολογία χωρίς να προσθέτει οτιδήποτε ουσιαστικό από απόψεως μαρτυρίας και συνεπώς, δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για τη συμπερίληψη της ρηθείσας αναφοράς. Σε ότι αφορά το υπόλοιπο μέρος της παραγράφου 9, επιδιώκεται ουσιαστικά να απαντηθεί και αντικρουστεί ο ισχυρισμός ότι δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να εξακολουθεί να υφίσταται το δικαίωμα διάβασης πλην όμως απλώς επαναλαμβάνεται η αρχικώς εκφρασθείσα θέση περί ύπαρξης ανάγκης διατήρησης του επίδικου δικαιώματος διάβασης. Συνεπώς, δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για συμπερίληψη της παραγράφου 9 στην ολότητα της. Σε ότι αφορά τις παραγράφους 10, 11, 13, 14, 15, 17, 18, 19 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης παρατηρώ τα ακόλουθα: Επιδιώκεται να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο μαρτυρία η οποία σχετίζεται με την κατ' ισχυρισμό μεγάλη και ανεπανόρθωτη ζημιά που θα υποστεί το Ακίνητο των Αιτητών από την επίδικη απόφαση, σύμφωνα πάντα με τη θέση των Αιτητών. Ειδικότερα, επιδιώκεται μέσω των εν λόγω παραγράφων να παρατεθούν λεπτομέρειες τόσο σε σχέση με το κόστος μεταφοράς των διάφορων υπηρεσιών που διέρχονται από την επίδικη δίοδο οι οποίες θα πρέπει να μεταφερθούν. Ειδικότερα, επιδιώκεται να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 8 και 9 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης οι απαντήσεις που φαίνεται να λήφθηκαν μετά την καταχώριση της Αίτησης - Έφεσης από το Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας και την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου σε σχέση με το κόστος της μετακίνησης του υδρομετρητή καθώς και της παροχής και μετρητή ηλεκτρικού ρεύματος. Περαιτέρω, επιδιώκεται να παρουσιαστεί ως Τεκμήριο 10 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προσφορά που φαίνεται να λήφθηκε μετά την καταχώριση της Αίτησης - Έφεσης από τους Αιτητές σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό αναπροσαρμογές που χρειάζονται να γίνουν στην οικία των Αιτητών ως αποτέλεσμα της επίδικης απόφασης αφού κατά τη θέση των Αιτητών το ακίνητο δεν μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση από το Δημόσιο Δρόμο χωρίς τις εν λόγω αναπροσαρμογές. Επιδιώκεται επίσης να αντικρουστεί η θέση που προβάλλεται εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση 2 στην ένσταση του ότι οι Αιτητές δεν δικαιούνται να επικαλούνται την ύπαρξη δυσκολιών στην κατασκευή νέου περάσματος επειδή, σύμφωνα πάντα με τη θέση του Καθ' ου η Αίτηση 2, οι όποιες δυσκολίες προκαλούνται από το γεγονός ότι πολλές κατασκευές έχουν γίνει παράνομα, με την παρουσίαση σχετικής άδειας οικοδομής που σύμφωνα με τη θέση που επιδιώκεται να παρουσιαστεί επιβεβαιώνει τη νομιμότητα των όποιων κατασκευών έγιναν στο ακίνητο των αιτητών. Το κατά πόσο τα όσα επικαλούνται οι Αιτητές και τα οποία επιδιώκουν να υποστηρίξουν περαιτέρω με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ήταν ή όχι ουσιώδη στοιχεία (ως φαίνεται να υποστηρίζει η πλευρά των Αιτητών) τα οποία λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν ή θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη, ή το κατά πόσο η όποια ανάγκη για αναπροσαρμογές είναι ζήτημα για το οποίο ευθύνονται οι Αιτητές ενόψει του τρόπου ανέγερσης του επίδικου ακινήτου (όπως φαίνεται να επικαλείται στην ένσταση του ο Καθ' ου η Αίτηση 2) είναι ζητήματα τα οποία θα απασχολήσουν το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο που δεν είναι άλλο από το στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της Αίτησης - Έφεσης, όταν θα είναι σε θέση να εξετάσει το πλήρες φάσμα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Πρόκειται κατά την κρίση του Δικαστηρίου για αναφορές που σχετίζονται τόσο με τη θέση των Αιτητών περί πρόκλησης υπέρμετρης ζημιάς στο ακίνητο των Αιτητών όσο επίσης και τη θέση περί μη επαρκούς έρευνας από μέρους του Διευθυντή του Κτηματολογίου πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης αλλά επίσης και της θέσης του Καθ' ου η Αίτηση 2 περί μη δυνατότητας επίκλησης εμποδίων από μέρους των Αιτητών για την απόκτηση πρόσβασης από τον Δημόσιο δρόμο και συνακόλουθα, έχει καταδειχθεί καλός λόγος για τη συμπερίληψη των επίμαχων αναφορών. Σε ότι αφορά τις παραγράφους 12, 16 και 20 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για τη συμπερίληψη των επίμαχων αναφορών. Ειδικότερα, σε ότι αφορά την παράγραφο 12 επιδιώκεται να παρουσιαστούν κάποιες δικαστικές αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου οι οποίες όπως η ίδια η ομνύουσα ευθαρσώς αναφέρει δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Η παράγραφος 16 συνιστά απλή άρνηση ισχυρισμών της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση 2 χωρίς να προσθέτει οτιδήποτε στα όσα ήδη έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και η παράγραφος 20 περιλαμβάνει αχρείαστες επιφυλάξεις δικαιωμάτων για προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας σε περίπτωση αμφισβήτησης των Τεκμηρίων που επιδιώκεται να παρουσιαστούν με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Συνοψίζοντας, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι έχει καταδειχθεί καλός λόγος για να επιτραπεί στους Αιτητές να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πιο πάνω αναφορές ο οποίος έγκειται στην ανάγκη να αξιολογηθούν οι θέσεις αυτές από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της Αίτησης-Έφεσης αφού δεν πρόκειται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους Αιτητές να προβάλουν αφού συναρτώνται άμεσα με τα όσα οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 έχουν προβάλει στις ενστάσεις τους, με τρόπο ώστε να τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων της επίδικης διαφοράς. Σε ότι αφορά τον λόγο ένστασης περί καθυστέρησης στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης, παρατηρώ τα ακόλουθα: Είναι γεγονός ότι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από την καταχώριση της Ένστασης στην Αίτηση-Έφεση μέχρι και την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Δεν είναι όμως χωρίς σημασία το γεγονός ότι, στο διάστημα που μεσολάβησε, καταχωρίστηκε αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της Αίτησης-Έφεσης ένεκα αλλαγής στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου των Αιτητών στο πλαίσιο της οποίας ο Καθ' ου η Αίτηση 2 ζήτησε χρόνο για καταχώριση ένστασης με αποτέλεσμα τον επαναορισμό της υπόθεσης σε νέα ημερομηνία, ήτοι 16/3/20. Κατά την εν λόγω ημερομηνία καθώς επίσης και κατά τις μεταγενέστερες ημερομηνίες ορισμού της υπόθεσης μέχρι και τον Οκτώβριο του 2020 που εν τέλει συγκατατέθηκε ο καθ' ου η Αίτηση 2 στην αιτούμενη τροποποίηση, η υπόθεση δεν έτυχε ουσιαστικού χειρισμού στο πλαίσιο των μέτρων που λήφθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο τόσο από το Ανώτατο Δικαστήριο όσο και από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για τον περιορισμό της εξάπλωσης της πανδημίας του κορονοϊού με αποτέλεσμα την πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της αίτησης τροποποίησης η οποία προηγήθηκε της υπό εκδίκαση Αίτησης. Δεν τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να δείχνουν ότι έχει προκύψει τέτοια καθυστέρηση που έχει, εκ των πραγμάτων, δημιουργήσει ανυπέρβλητα προβλήματα, ώστε να επηρεάζονται ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση 2 ούτε άλλωστε υπήρξε τέτοια εισήγηση. Ούτε διαπιστώνεται από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε σκόπιμη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτηση με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της Αίτησης-Έφεσης. Κρίσιμος παράγοντας για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η όποια καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης ισοδυναμεί με κατάχρηση ή επίδειξης κακόπιστης συμπεριφοράς εκ μέρους των Αιτητών. Άλλωστε, είναι αξιοσημείωτο και το γεγονός ότι και η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση 2 χρειάστηκε χρονικό διάστημα περί των 10 μηνών για την ετοιμασία της ένστασης της. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, οι σχετικοί λόγοι ένστασης είναι απορριπτέοι και απορρίπτονται. Κατάληξη: Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω, καταλήγω ότι έχει καταδειχθεί η ύπαρξη καλού λόγου για την συμπερίληψη των ανωτέρω αναφερόμενων παραγράφων στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Συνεπώς, η αίτηση εγκρίνεται στην έκταση που έχει αναφερθεί ανωτέρω. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωριστεί εντός 20 ημερών από σήμερα και αντίγραφο να παραδοθεί αυθημερόν στους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση. Όσον αφορά τα έξοδα της υπό κρίση Αίτησης, ενόψει του ότι έχει εγκριθεί η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση στη μεγαλύτερη της έκταση, δεν βλέπω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, αυτά επιδικάζονται σε βάρος του Εφεσίβλητου-Καθ' ου η Αίτηση 2 και προς όφελος των Αιτητών-Εφεσειόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να καταβληθούν δε στο τέλος της δίκης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Μαρίας Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, ημερ. 3/11/2016, Έφεση Αρ. 29/2014 [2] Κραμβιάς κ.ά. ν. Θεοδοσίου
(2000)1 A.A.Δ. 267, Nelia Hotel Ltd ν. Gesoma Estates Ltd και Άλλων
(2013)1 ΑΑΔ 1865 Kafieros and another v. Theocharous and others
(1978)1 CLR 619, Peyiotis v. Polemidis
(1982)1 CLR 442, Λιασίδης v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1989)1 ΑΑΔ 185, Αθανάση κ.α. v. Χ"Μάμα κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 208, Σολομώντος v. Παπανεοκλή
(1992)1 ΑΑΔ 906). [3] Καναρά ν. Πρωτοπαπά
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 801, Αθανάση κ.α. ν. Χ"Mάμα κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208 . [4] Θεονίτσα Σολομώντος ν. Παναγιώτας Παπανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906 [5] Δημοκρατία κ.α. ν. Κοινότητα Πυργών κ.α.
(1996)3 Α.Α.Δ. 503, Ε.Ε.Υ. ν. Ζάμπογλου
(1997)3 Α.Α.Δ. 270, Motorways Ltd ν. Υπουργού Μεταφορών κ.α.
(1999)3 Α.Α.Δ. 447, Κυθραιώτης ν. Δημοκρατία
(2009)3 Α.Α.Δ. 99 και Χωματένος ν. Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ. 120 [6] Ρεβέκκα Καναρά ν. Χρυσούλλας Πρωτοπαπά
(1999)1 Α.Α.Δ. 801 [7] βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [8] Koza Michael David v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Πολιτική Έφεση Αρ. 208/2012, 24 Νοεμβρίου 2017 [9] 5.-
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα.
(2)Το δικαστήριο μπορεί, όταν το συμφέρον της δικαιοσύνης το επιβάλλει, να διατάξει τη μετάφραση εγγράφου ή μέρους αυτού στις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας ή σ' οποιαδήποτε απ' αυτές.
(3)Δεν απαιτείται η μετάφραση εγγράφου, το οποίο συντάχθηκε στην αγγλική γλώσσα μέχρι τη 15η Αυγούστου 1989.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, έγγραφο περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο