← Κύπρος

Tofarco Limited ν. Ευθυμίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 8741/2012, 10/3/2022

Tofarco Limited ν. Ευθυμίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 8741/2012, 10/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8741/2012 Μεταξύ: Tofarco Limited Ενάγουσας v. 1. [ ] Ευθυμίου 2. Alpha Bank Cyprus Limited Εναγομένων Αίτηση Εναγομένου 1 ημ. 26.1.22 για Περαιτέρω Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και για Τροποποίηση της Υπεράσπισης Ημερομηνία: 10 Μαρτίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 1 - Αιτητή: κα Χ. Λειβαδιώτου Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Α. Νεοφύτου για G. Kaimakliotis & Co LLC Για την Εναγομένη 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Ξ. Κόκκινου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής αιτείται (
  2. i)την καταχώριση περαιτέρω Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και (
  3. ii)την τροποποίηση της Υπεράσπισης και ή την ενσωμάτωση της περαιτέρω Υπεράσπισης με την τροποποίηση και ή την αποδοχή της περαιτέρω Υπεράσπισης ως τροποποίησης. Αξίζει να σημειωθεί πως η Αίτηση καταχωρίστηκε μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας τεσσάρων μαρτύρων για την Ενάγουσα και με τη δήλωση της δικηγόρου της ότι το πιθανότερο είναι να κλείσει την υπόθεση της και να μην προσκομίσει άλλη μαρτυρία κατά την επόμενη ημερομηνία ορισμού της Αγωγής για συνέχιση της ακρόασης. Σε εκείνο το στάδιο η δικηγόρος του Εναγομένου 1 δήλωσε την πρόθεση της να καταχωρίσει αίτηση τροποποίησης του δικογράφου του και έτσι το Δικαστήριο όρισε την Αγωγή για συνέχιση της ακρόασης με οδηγίες για την καταχώριση της αίτησης τροποποίησης μέχρι την επόμενη ημερομηνία. Όπως αναφέρεται στην Αίτηση, τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται φαίνονται στον φάκελο και στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1. Η Ενάγουσα καταχώρισε ένσταση, οι λόγοι της οποίας είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1. Δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.23 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθότι τα ισχυριζόμενα γεγονότα δεν προέκυψαν μετά την καταχώριση της αρχικής Υπεράσπισης. 2. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αιτούμενη τροποποίηση δυνάμει της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. 3. Η Αίτηση είναι καταχρηστική και ή καταχωρίστηκε για αλλότριο σκοπό και ή με σκοπό την καθυστέρηση στην εκδίκαση της Αγωγής. 4. Η Αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. 5. Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. 6. Με την αιτούμενη τροποποίηση ο Εναγόμενος 1 επιδιώκει να εισαγάγει στην Ανταπαίτηση νέες βάσεις αξιώσεων οι οποίες έχουν παραγραφεί. 7. Με την αιτούμενη τροποποίηση ο Εναγόμενος 1 επιδιώκει την προσθήκη ισχυρισμών και ή νέων υπερασπίσεων οι οποίοι τροποποιούν ριζικά την βάση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του και τυχόν έγκριση τους θα προκαλέσει σύγχυση και ή εκτροχιασμό της δίκης, ειδικότερα σε αυτό το προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. 8. Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η προβολή αντιφατικών και συγκρουόμενων ισχυρισμών. 9. Τυχόν έγκριση της Αίτησης παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα της Ενάγουσας για διεξαγωγή δίκης εντός εύλογου χρόνου. Και στην ένσταση αναφέρεται πως τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται φαίνονται στον φάκελο και στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του κ. ΝΤ, εκ των διευθυντών της Ενάγουσας και ο ΜΕ1. Η δικηγόρος της Εναγομένης 2 δήλωσε πως δεν την αφορά η Αίτηση, εξ ου και δεν καταχώρισε ένσταση ούτε και λαμβάνει μέρος στην υπό κρίση διαδικασία. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών στο Δικαστήριο. Κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί εξαρχής ότι το ιστορικό της παρούσας Αγωγής μέχρι και την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης καθώς επίσης και το περιεχόμενο των δικογράφων της Ενάγουσας και του Εναγομένου 1, συμπεριλαμβανομένης και της τροποποίησης της ΄Εκθεσης Απαίτησης, αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 22.6.21 αναφορικά με την αίτηση τροποποίησης ημ. 17.5.21 της Ενάγουσας. Ακολούθησε η εκδίκαση της αίτησης ημ. 7.7.21 της Ενάγουσας για διαγραφή της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης με την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημ. 4.8.21. Η ακρόαση της Αγωγής συνεχίστηκε με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΕ1 και τη μαρτυρία ακόμα τριών μαρτύρων για την Ενάγουσα, όπως αναφέρεται και ανωτέρω. Το ζήτημα της καταχώρισης περαιτέρω υπεράσπισης διέπεται από τη Δ.23 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αναφέρει τα εξής: «Where any ground of defence arises after the defendant has delivered his defence, or after the time limited for his doing so has expired, the defendant may, and where any ground of defence to any counter-claim arises after defence to the counter-claim, or after the time limited for delivering such defence has expired, the plaintiff may, within fifteen days after such ground of defence has arisen or at any subsequent time by leave of the Court or a Judge, deliver a further defence as the case may be, setting forth the same.» Οι πρόνοιες της εν λόγω Διαταγής είναι σαφείς ως προς το ότι, στις περιπτώσεις που προκύπτουν νέα γεγονότα τα οποία αποτελούν τη βάση και το αντικείμενο υπεράσπισης, η καταχώριση περαιτέρω υπεράσπισης επιτρέπεται εντός 15 ημερών χωρίς άδεια του Δικαστηρίου ενώ μεταγενέστερα της εν λόγω προθεσμίας μόνο κατόπιν άδειας. Το κρίσιμο χρονικό σημείο για την προθεσμία είναι ο χρόνος κατά τον οποίο προέκυψαν αυτά τα γεγονότα και όχι ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά περιήλθαν σε γνώση του διαδίκου. Χρήσιμη καθοδήγηση ως προς την εν λόγω δικονομική πρόνοια προσφέρουν οι υποθέσεις Famiro Spinning Company Ltd v. Ami Knitting and Clothing Industries Ltd

(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 741 και Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Η προτεινόμενη περαιτέρω Υπεράσπιση αφορά στην προσθήκη της νέας παραγράφου 17Α και σε προσθήκες στις υφιστάμενες παραγράφους 20 και
  2. Οι προτεινόμενες προσθήκες αφορούν σε ισχυρισμούς πως περί τα τέλη του 2011 η Ενάγουσα υποθήκευσε τα επίδικα διαμερίσματα προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου και επομένως γνώριζε και ή έπρεπε να γνωρίζει ότι τα πωλητήρια αυτών δεν είχαν κατατεθεί στο Κτηματολόγιο, πως η απαίτηση της για απόσυρση τους είναι απατηλή καθώς επίσης και πως αυτά δεν έχουν τερματιστεί και ή οποιοσδήποτε τερματισμός τους είναι παράνομος. Στην ένορκη του δήλωση (παρ. 3) ο Εναγόμενος 1 αναφέρει πως κατά τη διεξαγωγή της δίκης και με σκοπό να προετοιμάσει την υπεράσπιση του και δώσει μαρτυρία, η δικηγόρος του ζήτησε τις αποδείξεις κατάθεσης των υπό κρίση αγοραπωλητηρίων στο Κτηματολόγιο, καθότι του είπε ότι, σύμφωνα με όσα της διηγήθηκε, οι ισχυρισμοί και απαιτήσεις του δεν περιλαμβάνονταν στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, και επομένως ήταν αναγκαίο να υποβληθεί αίτημα τροποποίησης. Σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο 1 (παρ. 4), ο ίδιος δεν θυμόταν κατά πόσο κατείχε τέτοια αποδεικτικά στοιχεία αλλά ακόμα και αν τα κατείχε, ήταν αδύνατο να τα παρουσιάσει λόγω υπεξαίρεσης, κλοπής και απώλειας όλων των προσωπικών του και άλλων εγγράφων τα οποία φυλάσσονταν στο γραφείο του στη Λευκωσία περί το 2010, στο οποίο ο Διαχειριστής Παραλήπτης, ο οποίος διορίστηκε από την Alpha Bank, εισήλθε παράνομα, κατά παράβαση δικαστικού διατάγματος. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι, εν πάση περιπτώσει, σκόπευε να αποταθεί προς τούτο στην Εναγομένη 2 την οποία είχε εξουσιοδοτήσει να καταθέσει τα αγοραπωλητήρια στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, λόγω της εκχώρησης αυτών προς την ίδια, όμως είχε ενδοιασμούς να το πράξει λόγω της διαμάχης μεταξύ τους και της άρνησης της σε προηγούμενες περιπτώσεις. Εξάλλου ο Εναγόμενος 1 δηλώνει πεπεισμένος ότι αυτά ήταν κατατεθειμένα εφόσον η Ενάγουσα εγείρει αξίωση για απόσυρση τους. Ο Εναγόμενος 1 συνεχίζει ότι η δικηγόρος του τον ενημέρωσε πιο πρόσφατα πως, από ψιθύρους ή συνομιλίες με τους άλλους δικηγόρους, αυτοί υποστήριξαν ότι τα πωλητήρια δεν είναι κατατεθειμένα στο Κτηματολόγιο. Έτσι ο Εναγόμενος 1 προέβη σε έρευνα στο Κτηματολόγιο από το οποίο έλαβε απάντηση πολύ πρόσφατα πως όντως αυτά ουδέποτε κατατέθηκαν. Επισυνάπτει αντίγραφα της ηλεκτρονικής έρευνας ημ. 14.1.22 και 17.1.22, τα οποία παρέλαβε στις 18.1.
  3. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι με βάση νομική συμβουλή, η μη κατάθεση των αγοραπωλητηρίων συνεπάγεται την αδυναμία του να διεκδικήσει και πετύχει ειδική εκτέλεση των αγοραπωλητηρίων ούτως ώστε τα διαμερίσματα να εγγραφούν στο όνομα του. Επιπλέον (παρ. 5), ο Εναγόμενος 1 αναφέρει ότι το νέο αυτό γεγονός περιήλθε στην αντίληψη του μέσα από τη μαρτυρία του ΜΕ1 και τα έγγραφα που κατέθεσε, ήτοι πως από το 2011 και πριν καν την καταχώριση της Αγωγής η Ενάγουσα υποθήκευσε τα επίδικα διαμερίσματα στην Τράπεζα Κύπρου για ένα υπέρογκο ποσό και αυτά εξακολουθούν να είναι υποθηκευμένα μέχρι σήμερα. Πληροφορήθηκε επίσης από την Τράπεζα πως το χρέος δεν έχει μειωθεί αισθητά. Περαιτέρω (παρ. 6), ο Εναγόμενος 1 αναφέρει πως η προτεινόμενη περαιτέρω Υπεράσπιση η οποία σχετίζεται με τις πρόσφατες πληροφορίες, διαφοροποιεί τη θέση του επί των απαιτήσεων της Ενάγουσας και των δικών του καθότι, μεταξύ άλλων, η Ενάγουσα, ζητά την απόσυρση των αγοραπωλητηρίων, κάτι το οποίο είναι παντελώς αβάσιμο. Ο ΜΕ1, στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αναφέρει πως το κατά πόσο τα αγοραπωλητήρια κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο ή όχι αποτελεί γεγονός το οποίο ο Εναγόμενος 1 μπορούσε να εξακριβώσει εύκολα και απλά με έρευνα στο Κτηματολόγιο, η οποία μάλιστα μπορούσε να γίνει πριν την καταχώριση της Αγωγής αφού και η ισχυριζόμενη κλοπή έλαβε χώρα το
  4. Επιπλέον, το γεγονός της μη κατάθεσης των αγοραπωλητηρίων προϋπήρχε της καταχώρισης της Αγωγής και δεν αποτελεί νέο γεγονός που προέκυψε μετά την καταχώριση της αρχικής Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Ο ΜΕ1 ισχυρίζεται περαιτέρω πως το γεγονός της υποθήκευσης ήταν εξαρχής γνωστό στον Εναγόμενο 1 καθότι στην αρχική Έκθεση Απαίτησης γίνεται αναφορά σε υποθηκευτικά έξοδα και τα οποία αξιώνει με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης. Με βάση τα ανωτέρω, διαφαίνεται πως η προτεινόμενη Υπεράσπιση αποσκοπεί στην προσθήκη ισχυρισμού για τη μη κατάθεση των αγοραπωλητηρίων στο Κτηματολόγιο και για την υποθήκευση περί το 2011 των επίδικων διαμερισμάτων από την Ενάγουσα προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου. Σαφώς αυτοί οι ισχυρισμοί δεν αφορούν γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώριση της αρχικής Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 προσδιορίζει την υποθήκευση των διαμερισμάτων περί τα τέλη του 2011, δηλαδή πριν καν την έγερση της Αγωγής, και κρίνεται επίσης βάσιμη η θέση της Ενάγουσας πως το ζήτημα της υποθήκευσης καθίσταται γνωστό μέσα από την Έκθεση Απαίτησης στην οποία πράγματι γίνεται αναφορά σε «Υποθηκευτικά Έξοδα». Η κατάθεση των αγοραπωλητηρίων και πάλι δεν αποτελεί γεγονός το οποίο προέκυψε μετά την καταχώριση της αρχικής Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Και αυτό αναφέρεται σε χρόνο πριν την καταχώριση της Αγωγής και ειδικότερα πριν την υποθήκευση των διαμερισμάτων (η οποία έγινε το 2011). Υπενθυμίζεται πως, σύμφωνα με την ανωτέρω νομολογία, το καθοριστικό χρονικό σημείο για την εφαρμογή της Δ.23 θ.2 και την εκεί αναφερόμενη προθεσμία είναι ο χρόνος κατά τον οποίο προέκυψαν τα γεγονότα και όχι ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά περιήλθαν σε γνώση του διαδίκου. Επομένως, δεν υπάρχει δυσκολία ως προς την κατάληξη πως οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί ουδόλως προέκυψαν μετά την καταχώριση της αρχικής Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Το πρώτο αιτητικό αφορά στην καταχώριση περαιτέρω Υπεράσπισης ως εκτίθεται κατωτέρω και ακολουθεί ο τίτλος «Περαιτέρω Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση». Μετά τις προτεινόμενες προσθήκες ως περαιτέρω Υπεράσπιση, ακολουθούν οι προτεινόμενες προσθήκες στην παράγραφο 23, ότι ο Εναγόμενος 1 υπέστη τις ακόλουθες ζημιές συνεπεία των ισχυριζόμενων παράνομων πράξεων της Ενάγουσας. Στην εν λόγω παρ. 23 ο Εναγόμενος 1 επιθυμεί να προσθέσει τις παρ. Α-Δ, με αξιώσεις για δήλωση ότι η Αγωγή είναι πρόωρη και ή καταχρηστική καθότι τα αγοραπωλητήρια είναι σε ισχύ, διάταγμα παράδοσης από την Ενάγουσα όλων των τιμολογίων για έξτρα εργασίες και διατάγματα μεταβίβασης των διαμερισμάτων στον Εναγόμενο 1 ή διαζευκτικά αποζημιώσεις ύψους πέραν του συνολικού ποσού των €2εκ. Κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως στις υφιστάμενες παρ. 24 μέχρι και 29, κάτω από τον τίτλο «Λεπτομέρειες Ζημιών», περιλαμβάνονται αξιώσεις για ποσά, τόκο, άλλη θεραπεία, αποζημιώσεις και έξοδα. Σαφώς η προτεινόμενη παρ. 23, με την οποία προβάλλονται αξιώσεις, δεν αποτελεί περαιτέρω Υπεράσπιση και επομένως δεν δύναται να ενταχθεί, πόσω μάλλον εγκριθεί, κάτω από το αίτημα για καταχώριση περαιτέρω Υπεράσπισης. Ο ισχυρισμός του Εναγομένου 1 πως τα ισχυριζόμενα πρόσφατα γεγονότα διαφοροποιούν τις θέσεις του, ουδόλως του παρέχει δικαίωμα ένταξης και συμπερίληψης Ανταπαίτησης στα πλαίσια της περαιτέρω Υπεράσπισης. Κάτι τέτοιο ενδεχομένως αποτελεί ξεχωριστό αίτημα τροποποίησης, το οποίο μάλιστα έχει υποβληθεί με την υπό κρίση Αίτηση, καθότι οι ίδιες προτεινόμενες τροποποιήσεις περιλαμβάνονται και στο δεύτερο αιτητικό που αφορά στην τροποποίηση της Υπεράσπισης. Επομένως, το πρώτο αιτητικό για την καταχώριση περαιτέρω Υπεράσπισης (συμπεριλαμβανομένης και Ανταπαίτησης) δεν δύναται να γίνει δεκτό στη βάση της Δ.23 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο Εναγόμενος 1 αιτείται διαζευκτικά την προσθήκη των ανωτέρω ισχυρισμών στα πλαίσια έκδοσης διατάγματος τροποποίησης της Υπεράσπισης. Η τροποποίηση δικογράφου διέπεται από την παλαιά Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοούσε ως ακολούθως: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων έχουν καθιερωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση όπου κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11 και Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 745 περιέχει μια χρήσιμη σύνοψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα τροποποίησης στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Με βάση την πιο πάνω νομολογία, καθίσταται σαφές ότι το αίτημα για την καταχώριση περαιτέρω Υπεράσπισης είναι διαφορετικό και διακριτό από το αίτημα για τροποποίηση της Υπεράσπισης. Η μεν καταχώριση περαιτέρω Υπεράσπισης αφορά σε καταχώριση επιπρόσθετης υπεράσπισης στη βάση νέων γεγονότων τα οποία προέκυψαν μετά την αρχική υπεράσπιση και επομένως δεν ήταν γνωστά ούτε και θα μπορούσαν να είχαν περιληφθεί στην αρχική υπεράσπιση, ενώ η τροποποίηση της υπεράσπισης αφορά σε προσθήκη ή τροποποίηση υφιστάμενων ισχυρισμών της αρχικής υπεράσπισης με γνώμονα την ανάγκη για συμπερίληψη όλων των επίδικων θεμάτων και την αποτελεσματική επίλυση της διαφοράς. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως δεν δύναται να υποβάλλεται αίτημα για καταχώριση περαιτέρω υπεράσπισης και σε περίπτωση απόρριψης αυτού διαζευκτικό αίτημα για προσθήκη των ίδιων ισχυρισμών υπό τον μανδύα αιτήματος για τροποποίηση της υπεράσπισης. Τα δύο αυτά αιτήματα στηρίζονται σε ξεχωριστές δικονομικές πρόνοιες οι οποίες μάλιστα διαφέρουν ως προς τη φύση τους, τον χρόνο που οι προτεινόμενοι νέοι ισχυρισμοί αφορούν και συνεπώς την αιτιολόγηση τους. Με άλλα λόγια, δεν δύναται ο αιτών από τη μια να επικαλείται νέα γεγονότα και από την άλλη, ταυτόχρονα και διαζευκτικά, να παραιτείται ουσιαστικά αυτής της θέσης, να την αναιρεί και να επικαλείται πλέον και μόνο την ανάγκη συμπερίληψης τους στο δικόγραφο. Αυτό άλλωστε οδηγεί και στην παραδοξότητα όπου ο αιτών υποχρεούται να υποβάλει δύο διαζευκτικά αιτήματα προβάλλοντας ταυτόχρονα και διαζευκτικούς ισχυρισμούς επί γεγονότων προς υποστήριξη των αιτημάτων του, κάτι το οποίο δεν είναι επιτρεπτό σε ένορκη δήλωση. Σχετική είναι η υπόθεση El Fath Co v. E.D.T. Shipping κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1255 στην οποία έγινε η διάκριση της ένορκης δήλωσης με το δικόγραφο στο οποίο δύνανται να περιέχονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί και ακολούθως λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.Τα γεγονότα μπορούν να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες. Διαζεύξεις όμως ως προς το τι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως η περιεχόμενη στην παρούσα ένορκη δήλωση, δεν χωρούν.» Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, το Δικαστήριο θεωρεί πως ακόμα και σε περίπτωση που το εναλλακτικό αίτημα για τροποποίηση της Υπεράσπισης μπορούσε να τύχει εξέτασης, και πάλι δεν θα μπορούσε να εγκριθεί για τους ακόλουθους λόγους. Το αίτημα αφορά σε γεγονότα τα οποία επεσυνέβησαν σε χρόνο πριν καν την έγερση της Αγωγής και μάλιστα μέρος αυτών αποκαλύπτεται και έτσι καθίσταται γνωστό μέσω της αρχικής Έκθεσης Απαίτησης. Επομένως, οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί αφενός αφορούν γεγονότα τα οποία ήταν εξαρχής γνωστά στον Εναγόμενο 1, ήτοι η υποθήκευση των επίδικων διαμερισμάτων, ή μπορούσαν εξαρχής με εύλογη επιμέλεια να γίνουν γνωστά στον Εναγόμενο 1, ήτοι η μη κατάθεση των αγοραπωλητηρίων στο Κτηματολόγιο. Οι λόγοι οι οποίοι προβάλλονται προς αιτιολόγηση του ιδιαίτερα μακρού χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από την καταχώριση της αρχικής Υπεράσπισης μέχρι και την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης δεν κρίνονται καθόλου ικανοποιητικοί. Κατ΄ αρχάς δεν θεωρείται βάσιμη η θέση του Εναγομένου 1 πως μόνο κατά το στάδιο της προετοιμασίας της υπεράσπισης του για να δώσει μαρτυρία διεφάνη η ανάγκη προσκόμισης των αποδείξεων κατάθεσης των αγοραπωλητηρίων στο Κτηματολόγιο. Είναι άξιον απορίας πώς ο Εναγόμενος 1 δεν προέβη σε κατάλληλη προετοιμασία και συνεννόηση με τον εκάστοτε δικηγόρο του σε οποιοδήποτε στάδιο προηγουμένως, για σκοπούς ετοιμασίας της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του και ειδικότερα με τη νυν δικηγόρο του αμέσως μετά την έναρξη της δίκης για σκοπούς αντεξέτασης των μαρτύρων της Ενάγουσας και προβολής της υπεράσπισης του. Μάλιστα, όπως φαίνεται από τον φάκελο, ο δεύτερος δικηγόρος του Εναγομένου 1 κ. Ι. Ροκόπος (μετά την απόσυρση του πρώτου δικηγόρου του) καταχώρισε μονομερή αίτηση ημ. 4.2.14 για παράταση του χρόνου καταχώρισης της Υπεράσπισης αναφέροντας ο ίδιος (ο δικηγόρος) στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη αυτής, πως για την ετοιμασία της Υπεράσπισης χρειαζόταν να ληφθούν, μεταξύ άλλων, έγγραφα από το Κτηματολόγιο που αφορούν τα πωλητήρια. Επομένως, φαίνεται ξεκάθαρα πως ο Εναγόμενος 1 είχε συζητήσει την υπόθεση με τον τότε δικηγόρο του ο οποίος μάλιστα πριν την ετοιμασία της Υπεράσπισης του ανέφερε στο Δικαστήριο πως θα λάμβανε έγγραφα από το Κτηματολόγιο. Επίσης θεωρείται απίθανο η δικηγόρος του Εναγομένου 1 να προβαίνει σε μακρά αντεξέταση όλων των μαρτύρων της Ενάγουσας, και κυρίως του ΜΕ1 που ήταν και ο πιο βασικός μάρτυρας, χωρίς να έχει συζητήσει εκ των προτέρων την υπόθεση με τον Εναγόμενο 1 και προετοιμαστεί κατάλληλα, παρά μόνο ζήτησε τις αποδείξεις κατάθεσης για σκοπούς της μαρτυρίας του Εναγομένου 1 αλλά όχι για σκοπούς αντεξέτασης του ΜΕ1 επί τούτου. Ακολούθως ο Εναγόμενος 1 προβάλλει μια διαφορετική και κάπως αντιφατική και αόριστη θέση, περί μη δυνατότητας προσκόμισης των εγγράφων. Αποδίδει αυτή την αδυναμία στην ισχυριζόμενη κλοπή αυτών από τον Διαχειριστή Παραλήπτη (το 2010) ενώ ακολούθως μιλά για πρόθεση του να αποταθεί στην Εναγομένη 2 για να τα εξασφαλίσει και εν τέλει ενδοιασμούς του να το πράξει. Αυτή η αναφορά του παραμένει παντελώς γενική καθότι δεν προσδιορίζεται το χρονικό στάδιο αυτής της αδυναμίας, πρόθεσης και ενδοιασμών, οι οποίοι λογικά τοποθετούνται πριν την έναρξη της ακρόασης, εφόσον μάλιστα ο Εναγόμενος 1 αναφέρεται σε διαμάχη και άρνηση της Τράπεζας να δώσει στοιχεία σε προηγούμενες περιπτώσεις. Είναι κάπως απίθανο η πρόθεση του Εναγομένου 1 να δημιουργήθηκε μετά την έναρξη της δίκης και να σκεφτόταν να αποταθεί σε αντίδικο για την εξασφάλιση εγγράφων τα οποία μπορούσε να εξασφαλίσει μέσω του Κτηματολογίου, όπως και τελικώς έπραξε. Επιπλέον, ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 παραπέμπει στην αρχική Έκθεση Απαίτησης και τη συναφή αξίωση για απόσυρση των αγοραπωλητηρίων για να καταδείξει την άντληση γνώσης περί κατάθεσης τους, αποδίδοντας τέτοια γνώση του από το στάδιο της αρχικής ΄Εκθεσης Απαίτησης. Και εδώ επανέρχεται εκ νέου το ζήτημα πώς είναι δυνατό, εφόσον το ζήτημα της κατάθεσης ηγέρθη εξαρχής, ο Εναγόμενος 1 να εξέλαβε ένα τέτοιο ισχυρισμό της Ενάγουσας ως δεδομένο και να μην επέλεξε να προβεί σε έρευνα για να διαπιστώσει το αληθές αυτού ή όχι για σκοπούς σύνταξης της Υπεράσπισης του. Αναφορικά με το γεγονός της υποθήκευσης των επίδικων διαμερισμάτων στο Κτηματολόγιο, ο Εναγόμενος 1 επικαλείται γνώση του (νέου) αυτού γεγονότος από πρόσφατη ενημέρωση της δικηγόρου του η οποία το πληροφορήθηκε από «ψιθύρους ή συνομιλίες με τους άλλους δικηγόρους». Όπως αναφέρεται ανωτέρω, αυτό το γεγονός αναφέρεται στην αρχική Έκθεση Απαίτησης και μάλιστα αποτέλεσε αντικείμενο της αίτησης τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης και για το οποίο δόθηκε άδεια τροποποίησης με την προσθήκη αξίωσης για το συγκεκριμένο ποσό. Αυτό και μόνο το γεγονός αναιρεί τη θέση του Εναγομένου 1 πως η δικηγόρος του πληροφορήθηκε για το ζήτημα πρόσφατα μέσω συζητήσεων μεταξύ των δικηγόρων και συνακόλουθη μεταγενέστερη ενημέρωση του Εναγομένου 1. Αντικρούει επίσης και τη θέση του Εναγομένου 1 πως πληροφορήθηκε για τούτο μέσω της μαρτυρίας του ΜΕ1 και των εγγράφων που κατέθεσε. Σημειώνεται πως ο Εναγόμενος 1 προέβη στην ένορκη δήλωση της ένστασης στην αίτηση τροποποίησης, επομένως είναι παντελώς παράλογο να μην γνώριζε από τότε για τη φύση της αιτούμενης τροποποίησης και συνακόλουθα των ισχυρισμών της Ενάγουσας επί του θέματος, όταν μάλιστα τότε πρόβαλλε ισχυρισμούς γιατί αυτή (η τροποποίηση) δεν θα έπρεπε να γίνει δεκτή. Όπως διαφαίνεται μέσα από τη νομολογία, όσο πιο μεγάλη είναι η καθυστέρηση τόσο αυξάνεται το βάρος του αιτούντος την τροποποίηση να δικαιολογήσει την καθυστέρηση. Στην υπόθεση Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, αναφέρθηκε ότι η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην τροποποίηση της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Παραπέμπω επίσης εκ νέου στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361, όπου υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη. Η υπόθεση ICOS CIF LTD v. Coward κ.ά.
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 663 είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς το θέμα της καθυστέρησης. Σε αυτή οι αρχές συνοψίζονται ως ακολούθως: «Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 A.A.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄ εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, επισημαίνω πως το υπό κρίση αίτημα τροποποίησης υπεβλήθη δέκα έτη μετά την καταχώριση της παρούσας Αγωγής και οκτώ έτη μετά την καταχώριση της αρχικής Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, αφορά γεγονότα τα οποία ήταν ή θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να ήταν εξαρχής εις γνώση του Εναγομένου 1 και κάποια εξ αυτών κατέστησαν εκ νέου γνωστά στα πλαίσια της αίτησης τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης και με την καταχώριση της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Ο Εναγόμενος 1 προβάλλει αβάσιμες και ακόμα αντικρουόμενες εκδοχές για την παράλειψη υποβολής τέτοιου αιτήματος σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, συνάγεται πως ο Εναγόμενος 1 επέδειξε αδιαφορία και αγνόησε πλήρως αυτά τα ζητήματα και επέλεξε να υποβάλει το αίτημα του για τροποποίηση μόνο στο στάδιο της ολοκλήρωσης της μαρτυρίας της Ενάγουσας. Με άλλα λόγια, διαφαίνεται πως η συμπεριφορά του Εναγομένου 1 δεν συνιστά απλή αμέλεια και καλόπιστη παράλειψη συμπερίληψης των ισχυρισμών του από τη στιγμή που υπήρχαν διάφορες ευκαιρίες, από το αρχικό στάδιο της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής και μετέπειτα και σε άλλα στάδια αμέσως μετά την έναρξη της ακρόασης, στον Εναγόμενο 1 να αιτηθεί αυτή την τροποποίηση και αυτός επέλεξε να το πράξει μόνο μετά την ολοκλήρωση των τεσσάρων μαρτύρων της Ενάγουσας. Αυτή η υπέρμετρη και πολυετής καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος χωρίς να παρουσιάζεται οποιαδήποτε βάσιμη ή ικανοποιητική δικαιολογία ως προς τούτο αποτελεί καθοριστικό κριτήριο ως προς την έκβαση της Αίτησης. Εδώ αξίζει να υπομνησθεί ότι η αλλαγή δικηγόρου διαδίκου (στην προκειμένη περίπτωση η κα Λειβαδιώτου διορίστηκε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του ΜΕ1) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για την παρατηρούμενη καθυστέρηση και δεν παρέχει, αφ΄ εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας (βλ. Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 607 και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501). Το δεύτερο αιτητικό αφορά σε τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης και στην προσθήκη του τίτλου «Ανταπαίτηση» πριν την παράγραφο 23, την προσθήκη στην εν λόγω παράγραφο της υποβολής Ανταπαίτησης και των ίδιων ακριβώς παραγράφων Α-Δ ως ανωτέρω ως στο πρώτο αιτητικό. Η προτεινόμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης αφορά βασικά σε προσθήκες με αναφορά στις εγγυητικές, στις έξτρα εργασίες (με ισχυρισμό ότι τις πλείστες τις πλήρωνε ο Εναγόμενος 1 και τις καταγράφει ενώ η Ενάγουσα ουδέποτε εξέδωσε τιμολόγια για έξτρα εργασίες), στα στεγαστικά του δάνεια, στην αδυναμία της Ενάγουσας να μεταβιβάσει τα διαμερίσματα στον Εναγόμενο 1 και στην υποθήκευση από αυτή των διαμερισμάτων. Επί των προτεινόμενων τροποποιήσεων του δεύτερου αιτητικού, οι οποίες επεκτείνονται πέραν αυτών του πρώτου αιτητικού, ο Εναγόμενος 1 δεν παρέχει οποιαδήποτε επιπρόσθετη εξήγηση, πέραν των πιο πάνω ισχυρισμών του, για τη μακρά καθυστέρηση στην υποβολή αυτού. Είναι σημαντικό να λεχθεί εξαρχής πως όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Εναγομένου 1 αναφέρονται είτε στο θέμα της κατάθεσης των αγοραπωλητηρίων είτε στο θέμα της υποθήκευσης. Επομένως, το Δικαστήριο θεωρεί πως όλοι οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί αφορούν και περιορίζονται σε αυτά τα ζητήματα και δεν επεκτείνονται και στα υπόλοιπα για τα οποία υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση. Επομένως, αναφορικά με τις αιτούμενες τροποποιήσεις για τα ζητήματα της υποθήκευσης και της μη κατάθεσης, το Δικαστήριο υιοθετεί όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω. Το Δικαστήριο θεωρεί πως το ζήτημα της αδυναμίας μεταβίβασης συνδέεται με την υποθήκευση, επομένως ισχύουν τα ανωτέρω. Αναφορικά με τα υπόλοιπα ζητήματα, ήτοι τις εγγυητικές, τις έξτρα εργασίες και τα στεγαστικά δάνεια (ακόμα και την αδυναμία μεταβίβασης αν ήθελε θεωρηθεί αυτοτελές και ανεξάρτητο ζήτημα), ο Εναγόμενος 1 δεν προβάλλει οποιονδήποτε ισχυρισμό πέραν της γενικής και αόριστης αναφοράς του στην παρ. 8 της ένορκης του δήλωσης, ήτοι πως όλοι οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του (οι οποίοι έχουν ήδη τύχει αξιολόγησης και δεν κρίθηκαν ικανοποιητικοί και βάσιμοι) τον οδήγησαν σε επισταμένη ανάγνωση των δικογράφων προς τον σκοπό προετοιμασίας της κατάθεσης του και ο ίδιος έτυχε λεπτομερούς εξήγησης αυτών αναφορικά με την πραγματική και νομική τους σημασία, με αποτέλεσμα να αντιληφθεί την ύπαρξη παραλείψεων και λαθών που έχρηζαν άμεσης τροποποίησης της Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης του. Εκτός του ότι πρόκειται για μια παντελώς γενική και ατεκμηρίωτη αναφορά, αυτή ουδόλως κρίνεται επαρκής για να δικαιολογήσει τη μελέτη των δικογράφων και την επεξήγηση αυτών από τη δικηγόρο του μόνο κατά το στάδιο της δικής του μαρτυρίας και όχι σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο. Είναι δε αξιοσημείωτο πως κάποιοι των ισχυρισμών οι οποίοι επιχειρείται να προστεθούν με την αιτούμενη τροποποίηση είχαν συμπεριληφθεί στην τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση η οποία καταχωρίστηκε την 1.7.21 και διαγράφηκαν με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 4.8.21, η οποία δόθηκε πριν τη συνέχιση της μαρτυρίας και δη της κυρίως εξέτασης του ΜΕ1. Επομένως ο ισχυρισμός του Εναγομένου 1 πως διαπίστωσε αυτές τις παραλείψεις στο στάδιο προετοιμασίας της μαρτυρίας του καταρρίπτεται και ουδόλως ευσταθεί. Περαιτέρω η επίκληση διαπίστωσης τυπογραφικών ή άλλων μικρών λαθών τα οποία χρήζουν διόρθωσης (παρ. 9) δεν βρίσκει έρεισμα στις αιτούμενες τροποποιήσεις, οι οποίες είναι μεν μικρές και σύντομες, όμως ουσιαστικές και όχι τυπικές. Εξαίρεση μόνο αποτελεί η αιτούμενη τροποποίηση της παρ. 10 της Υπεράσπισης για την αντικατάσταση των λέξεων «Εναγομένων 1» με τις λέξεις «της Εναγομένης 2», καθότι είναι κοινό έδαφος ότι η Εναγομένη 2 εισέπραξε τα ποσά των εγγυητικών, ούτως ώστε η φράση να είναι ως εξής: «Περαιτέρω ο Εναγόμενος 1 αρνείται το περιεχόμενο της παραγράφου 16.1 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι μεταγενέστερες σκέψεις για να αξιώνει η Ενάγουσα ποσά τα οποία δεν δικαιούται, κατόπιν της είσπραξης των εγγυητικών εκ μέρους της Εναγομένης 2 και καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της.» Δεν διαφεύγει βεβαίως την προσοχή του Δικαστηρίου η υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, στην οποία αναφέρθηκε ότι «ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι . να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Θεωρώ όμως ότι η υπό κρίση περίπτωση διαφοροποιείται καθότι σε αυτή δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε βάσιμη δικαιολογία για την καθυστέρηση και ο χρόνος που μεσολάβησε είναι υπέρμετρα μεγάλος, σε βαθμό που τυχόν έγκριση της παρούσας Αίτησης θα προκαλούσε αδικία στην πλευρά της Ενάγουσας, ειδικότερα καθότι η ακρόαση βρίσκεται στο στάδιο ολοκλήρωσης της μαρτυρίας της Ενάγουσας. Αυτά τα δεδομένα οδηγούν αναπόφευκτα στη διαπίστωση πως τυχόν έγκριση της Αίτησης οδηγεί σε εκτροχιασμό από τα θέσμια της δίκης, την ανάγκη διεξαγωγής αυτής σε εύλογο χρόνο και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας. Το Δικαστήριο συνεκτιμά επί τούτου το γεγονός ότι η Αγωγή καταχωρίστηκε το 2012 σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος που επιτάσσουν τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος - βλ. Παπαχρυσοστόμου v. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνεταίροι Λτδ κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223 και Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά. (ανωτέρω). Η θέση της δικηγόρου του Εναγομένου 1 πως η Ενάγουσα δεν δύναται να κάνει λόγο για καθυστέρηση από πλευράς Εναγομένου 1 στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης, ενόψει της καταχώρισης από την ίδια της αίτησης τροποποίησης ημ. 17.5.21, δεν κρίνεται βάσιμη. Η εν λόγω αίτηση εκδικάστηκε και εξετάστηκε βάσει των δικών της δεδομένων και το Δικαστήριο κατέληξε στην έγκριση της σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην απόφαση του ημ. 22.6.21. Με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι η τόσο μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης αναπόφευκτα πλήττει τα δικαιώματα της Ενάγουσας σε τέτοιο βαθμό που δεν θα μπορούσε να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα και επομένως η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται, με μοναδική εξαίρεση την αιτούμενη στην παρ. Β
(5)τροποποίηση της παρ. 10 της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης με τη διαγραφή των λέξεων «των Εναγομένων 1» και αντικατάσταση τους με τις λέξεις «της Εναγομένης 2». Ως εκ τούτου δίδεται άδεια για την εν λόγω τροποποίηση, η οποία λόγω της φύσης της δύναται να γίνει από τη δικηγόρο του Εναγομένου 1 με τη χειρόγραφη διαγραφή και τη χειρόγραφη προσθήκη των σχετικών λέξεων επί του δικογράφου και τη μονογραφή της κατά την επόμενη δικάσιμο. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης και εναντίον του Εναγομένου 1 - Αιτητή, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με την Εναγομένη 2, η οποία δεν καταχώρισε ένσταση ούτε και έλαβε μέρος στην ακρόαση της Αίτησης, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.