Panart Ltd κ.α. ν. Χρυσοστόμου, Αρ. Αγωγής: 3265/13, 5/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A145 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3265/13 Μεταξύ: Panart Ltd Ενάγουσα - και - [ ] Χρυσοστόμου Εναγόμενη Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος, ημερ. 23.9.21 Μεταξύ:
- Panart Ltd
- Εστιατόριο «Το Έναστρο» Λτδ Ενάγουσες - και - [ ] Χρυσοστόμου Εναγόμενη ---------------------------------- Ημερομηνία: 5 Απριλίου, 2022 Εμφανίσεις: Για ενάγουσες: κ. Α. Βρυωνίδης Για εναγόμενη: κα Κ. Βενιζέλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγουσες, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, παραχώρησαν στην εναγόμενη δυνάμει συμφωνίας τη διαχείριση εστιατορίου έναντι μηνιαίου τιμήματος, πληρωτέο την πρώτη μέρα κάθε μήνα. Για τους πρώτους 18 μήνες η εναγόμενη πλήρωνε κανονικά. Στη συνέχεια σταμάτησε να πληρώνει. Συνέχισε όμως να διαχειρίζεται το εστιατόριο για ακόμη 16 μήνες. Ως εκ τούτου, οι ενάγουσες αξιώνουν τα οφειλόμενα ποσά για τους μήνες που παρέλειψε να πληρώσει. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αδειών λειτουργίας του εστιατορίου. Αξιώνει αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Εκ προοιμίου σημειώνεται ότι η εναγόμενη αντεξεταζόμενη περιόρισε την ανταπαίτησή της στη μη έκδοση αδειών «ποτού και μουσικής» καθότι είχε εξασφαλίσει τις υπόλοιπες. Στο στάδιο των αγορεύσεων έγινε αποδεκτό ότι η έκδοσή τους, με βάση τη συμφωνία, ήταν ευθύνη της εναγόμενης και ότι ουδέποτε εκδόθηκαν. Για τις ενάγουσες κατέθεσε ο Γ. Παναγιώτου (ΜΕ1). Για την εναγόμενη κατέθεσαν η ίδια και ο Χ. Χρυσοστόμου (ΜΥ2). Η μαρτυρία λήφθηκε υπόψη στο σύνολό της, ακόμη κι αν δεν γίνεται ρητή αναφορά. Μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: Ο ΜΕ1 είναι διευθυντής των ενάγουσων εταιρειών. Την 1.11.09, η ενάγουσα 1 συμφώνησε με την εναγόμενη, όπως η τελευταία διαχειρίζεται το εστιατόριο για έξι μήνες, ήτοι μέχρι τον Απρίλιο 2010 (Τεκμήριο 2). Η εναγόμενη πλήρωνε το μηνιαίο αντίτιμο κανονικά. Μετά τη λήξη της συμφωνίας, η εναγόμενη συνέχισε να διαχειρίζεται το εστιατόριο και να πληρώνει κάθε μήνα. Η συνεργασία τους πήγαινε πολύ καλά. Για το λόγο αυτό, η εναγόμενη συμφώνησε, δυνάμει «Συμπληρωματικής Συμφωνίας», ημερ. 17.7.10 (Τεκμήριο 3) με την ενάγουσα 2, να παρατείνει τη διαχείριση, με τους ίδιους όρους, μέχρι τον Ιούλιο
- Πλήρωσε μερικώς για τον Μάϊο 2011 (Τεκμήριο 4) και μετά σταμάτησε. Συνέχισε να διαχειρίζεται το εστιατόριο. Τον Μάρτιο 2012 της ζητήθηκε να πληρώσει τα (μέχρι τότε) οφειλόμενα ποσά και να παραδώσει το εστιατόριο (Τεκμήριο 6). Το παρέδωσε τον Αύγουστο 2012 (Τεκμήριο 8). Το οφειλόμενο ποσό για την περίοδο που το κατείχε είναι €83,
- Υπήρχαν προσωρινές άδειες λειτουργίας του εστιατορίου και ανανεώνονταν κάθε χρόνο. Ταυτόχρονα γίνονταν προσπάθειες για να εκδοθούν τελικές άδειες (Τεκμήρια 11-16). Η εναγόμενη υιοθέτησε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β). Υπόγραψε την αρχική συμφωνία (Τεκμήρια 2) και τη συμπληρωματική (Τεκμήριο 3) με την οποία «επεκτεινόταν η εφαρμογή της αρχικής». Πλήρωνε κάθε μήνα €4.800, πλέον ΦΠΑ, και λάμβανε σχετική απόδειξη από τις ενάγουσες. Δεν μπόρεσε να εκδώσει τις άδειες ποτού και μουσικής διότι οι ενάγουσες, ως ιδιοκτήτες, έπρεπε να προβούν σε «ορισμένες διαδικασίες στην Πολεοδομία και στον Δήμο Στροβόλου». Ο Δήμος Στροβόλου και η Πολεοδομία την συμβούλευσαν να «σηκωθεί να φύγει όσο πιο νωρίς γίνεται» και να σταματήσει να πληρώνει. Καταγγέλθηκε ότι την περίοδο 28.1.10-25.6.10 παρουσίαζε ζωντανή μουσική (Τεκμήριο 17) και ότι στις 2.5.10 και 22.1.11 έκανε χρήση μεγάφωνων και πουλούσε οινοπνευματώδη ποτά χωρίς τις σχετικές άδειες (Τεκμήρια 21 και 29). Εμφανίστηκε στο Δικαστήριο αρκετές φορές για τις ποινικές υποθέσεις εναντίον της. Επειδή η αστυνομία εισερχόταν στο εστιατόριο, τα κέρδη και η φήμη της επηρεάστηκαν. Τον Ιούνιο 2011 αποφάσισε να σταματήσει να πληρώνει. Ερωτηθείσα αν είχε αλλάξει κάτι σε σχέση με την περίοδο που πλήρωνε, απάντησε: «Όχι, τα ίδια ήταν.». Συνέχισε να διαχειρίζεται το εστιατόριο μέχρι τα μέσα του
- Ανταπαιτεί διαφυγόντα κέρδη, τα έξοδα ανακαίνισης, αποζημιώσεις για «πρόκληση κακής φήμης» και τα πρόστιμα που της επιβλήθηκαν στις ποινικές υποθέσεις. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι η ανταπαίτησή της αφορά την περίοδο από τον Ιούλιο 2011 και μετά, καθότι τα προηγούμενα χρόνια «είχε δουλειά». Ο ΜΥ2 είναι λογιστής. Ετοίμασε οικονομική κατάσταση (Τεκμήριο 28), η οποία περιέχει τις συναλλαγές «που έγιναν από τη συγκεκριμένη εταιρεία». Του ζητήθηκε να προσκομίσει τα τιμολόγια στα οποία στηρίχθηκε για να την ετοιμάσει. Απάντησε ότι δεν τα έχει μαζί του και ότι μπορεί να ετοιμάσει «ειδική μελέτη». Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν γραπτώς. Στην επ' ακροατηρίω συζήτηση τοποθετήθηκαν με ειλικρίνεια και επαγγελματισμό. Ιδιαίτερη αναφορά στις θέσεις τους γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες έχοντας υπόψη τις σχετικές αρχές (Χριστοφόρου v. Γερμανού, Πολιτική Έφεση 247/13, ημερ. 7.4.20, Πατάτσου ν. Χιλμί κ.ά., Πολιτική Έφεση 300/11, ημερ. 31.5.17, Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.ά., Πολιτική Έφεση 118/10, ημερ. 16.12.15). Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας κάποιου και να απορρίψει άλλο (Γερμανού (ανωτέρω)). Ο ΜΕ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε στις ερωτήσεις με σαφήνεια. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε. Τα όσα ανέφερε υποστηρίζονται από τα τεκμήρια. Δεν διαπιστώθηκε τάση καταφυγής στο ψεύδος. Θεωρώ ότι με ειλικρίνεια ανέφερε ότι οι σχέσεις του με την εναγόμενη ήταν πολύ καλές μέχρι που οι επιταγές της δεν τιμήθηκαν «και καταλήξαμε εκεί που καταλήξαμε». Το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του. Εξάλλου, τα όσα ανέφερε για να υποστηρίξει την απαίτηση προκύπτουν ως κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, για παράδειγμα η υπογραφή των επίδικων συμφωνιών, η παράλειψη της εναγόμενης να πληρώσει από τον Μάϊο 2011 και η κατοχή του εστιατορίου από την εναγόμενη μέχρι το καλοκαίρι του
- Δεν παραγνωρίζω ότι αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι ενάγουσες δεν τερμάτισαν τη συμφωνία, σε αντίθεση με την επιστολή (Τεκμήριο 6) που κατέθεσε ο ίδιος. Δεν πρόκειται για προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Επεξήγησε ότι ήταν θέμα των δικηγόρων. Ομοίως, δεν παραγνωρίζω ότι, όταν ρωτήθηκε γιατί η εναγόμενη πλήρωνε κάθε μήνα ΦΠΑ στις ενάγουσες, απάντησε ότι αυτό αναγράφεται στη συμφωνία, ενώ δεν αναγράφεται. Ούτε εδώ θεωρώ ότι πρόκειται για προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου αφού προσκόμισε όλα τα τιμολόγια και αποδείξεις των ενάγουσων. Οι διαπιστώσεις αυτές δεν επηρεάζουν την αξιοπιστία του, έχοντας υπόψη τη συνολική εικόνα του. Η μαρτυρία της εναγόμενης παρουσιάζει αδυναμίες. Πρώτο, στη γραπτή δήλωσή της (Έγγραφο Β) αναφέρει ότι οι ενάγουσες «είχαν δεσμευτεί και υποσχεθεί ρητά, με την αναγραφή μάλιστα στη συμφωνία ειδικού όρου, ότι το εν λόγω υποστατικό κατά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας μπορεί να λειτουργήσει για τους σκοπούς που ως άνω αναφέρονται και προς τούτο υπάρχουν και οι σχετικές άδειες λειτουργίας από τις αρμόδιες αρχές» (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Αντεξεταζόμενη της ζητήθηκε να υποδείξει σε ποιο σημείο της συμφωνίας αναφέρεται ότι οι ενάγουσες διαβεβαιώνουν ότι υπήρχαν άδειες λειτουργίας. Αρχικά απέφευγε να απαντήσει. Εν τέλει απάντησε ότι δεν αναγράφεται κάτι τέτοιο στη συμφωνία. Όταν της υποβλήθηκε ότι η εξασφάλιση άδειας πώλησης ποτού και μουσικής ήταν δική της ευθύνη, απάντησε: «Ωραία, δική μου, το παραδέχομαι». Δεύτερο, αντεξεταζόμενη ανέφερε (δύο φορές) ότι διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν άδειες πώλησης ποτού και μουσικής αρχές Ιανουαρίου
- Γι' αυτό, ανέφερε, λίγους μήνες μετά, τον Ιούνιο 2011, αποφάσισε να σταματήσει να πληρώνει. Όταν της υποδείχθηκε ότι από τον Ιανουάριο 2010 είχε ήδη καταγγελθεί για παρουσίαση ζωντανής μουσικής χωρίς άδεια (Τεκμήριο 17), αρχικά αρνήθηκε ότι είχε πει στη δια ζώσης μαρτυρία της ότι διαπίστωσε το 2011 ότι δεν υπήρχαν οι άδειες. Όταν της διαβάστηκαν από τα πρακτικά τα όσα είχε αναφέρει μόλις προ ολίγου, απάντησε: «Έτσι είπα; Εντάξει, δεν θυμάμαι.». Εν τέλει, όταν της υποβλήθηκε ότι το γνώριζε από τον Ιανουάριο 2010, απάντησε: «Πες ότι το γνώριζα. Ναι, ok». Οι παλινδρομήσεις στη μαρτυρία της είναι εμφανείς. Θεωρώ ότι αρχικά ανέφερε ότι αντιλήφθηκε την απουσία αδειών το 2011 (και όχι αρχές του 2010) σε μια προσπάθειά της να δικαιολογήσει το γεγονός ότι τον Ιούλιο 2010 (έξι μήνες μετά την καταγγελία) αποφάσισε να παρατείνει τη διαχείριση του εστιατορίου για ακόμη ένα χρόνο (Τεκμήριο 3) και τη μεταγενέστερη απόφασή της τον Ιούνιο 2011 (17 μήνες μετά την καταγγελία) να σταματήσει να πληρώνει. Τρίτο, θέση της ήταν ότι παρέδωσε το εστιατόριο τον Ιούνιο
- Αντίθετα, είναι δικογραφημένη θέση της ότι παρέδωσε το εστιατόριο στις 8.8.
- Αυτό εξάλλου αναφέρεται στην επιστολή του δικηγόρου της (Τεκμήριο 8): «Στις 8.8.12 η [εναγόμενη] έχει παραδώσει την ελεύθερη κατοχή.». Τέταρτο, ανέφερε ότι πλήρωνε τις ενάγουσες με επιταγές και ότι ουδέποτε υπήρξε πρόβλημα. Της υποδείχθηκαν τρεις επιταγές (Τεκμήριο 30). Ανέφερε: «Πρέπει να πληρώθηκαν, βέβαια». Σε επιμονή του ευπαίδευτου συνήγορου για τις ενάγουσες, η εναγόμενη ανέφερε ότι ανακάλεσε την πληρωμή τους, αρνήθηκε όμως ότι καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση. Της υποδείχθηκε σχετικό κατηγορητήριο (Τεκμήριο 31). Ανέφερε: «Δεν ξέρω, ούτε είδα. Εγώ πρώτη φορά. Δεν ξέρω ότι ήταν για επιταγές», προσθέτοντας ότι δεν θυμάται αν παρέλαβε το κατηγορητήριο. Προς υποστήριξη της θέσης της, πρόσθεσε: «Είναι η πρώτη φορά που έρχομαι στο Δικαστήριο και ακόμα μία φορά που πήγαμε τότε με τον σύζυγό μου που μας έκανε ο Δήμος Στροβόλου». Η θέση αυτή είναι αντίθετη με τα όσα αναφέρει στη γραπτή δήλωσή της προς υποστήριξη της ανταπαίτησης: «βρέθηκα και εγώ και ο σύζυγός μου αρκετές φορές στη δυσάρεστη θέση να παραστούμε ενώπιον του Δικαστηρίου σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες ήμασταν κατηγορούμενοι». Περαιτέρω, θέση της πλευράς της εναγόμενης, ως αυτή υποβλήθηκε στον ΜΕ1, ήταν ότι «η χρήση του ακίνητου ήταν ως ξενώνας και ότι ουδέποτε υπήρχαν οι απαραίτητες άδειες». Αντίθετα, η εναγόμενη ανέφερε ότι είχε τις απαραίτητες άδειες «για να μπορέσει το εστιατόριο να λειτουργήσει», όπως για παράδειγμα από τον ΚΟΤ. Επιπρόσθετα, θέση της πλευράς της εναγόμενης, ως αυτή υποβλήθηκε στον ΜΕ1, σε μια προσπάθεια να πληγεί η αξιοπιστία του, ήταν ότι η εναγόμενη ουδέποτε εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο των ενάγουσων σε ποινικές υποθέσεις σχετικά με τη λειτουργία του εστιατορίου. Αντίθετα, η εναγόμενη ανέφερε ότι την εκπροσώπησε. Οι αδυναμίες, σε ουσιώδεις πτυχές της εκδοχής της (και όχι μόνο), δεν μπορούν να αγνοηθούν. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της. Ο ΜΥ2 κλήθηκε ως λογιστής. Η συγγενική του σχέση με την εναγόμενη δεν μπορεί από μόνη της να θέσει εν αμφιβόλω τη μαρτυρία του (Αστυνομία v. Βρυώνης, Ποινική Έφεση 92/17, ημερ. 19.7.19). Με ειλικρίνεια ανέφερε ότι δεν είναι εγκεκριμένος λογιστής και ότι δεν γνωρίζει αν έχουν ελεγχθεί οι καταστάσεις. Η μαρτυρία του περιορίστηκε κυρίως στην οικονομική κατάσταση (Τεκμήριο 28) που ετοίμασε ο ίδιος, ιδιαίτερη αναφορά στην οποία γίνεται σε μεταγενέστερο σημείο. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη «γνώμη του», όπως τη χαρακτήρισε, ότι το εστιατόριο υπολειτουργούσε επειδή δεν είχε άδεια μουσικής αφού, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν ήταν καθημερινά εκεί για να γνωρίζει. Από τις δικογραφημένες θέσεις, τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα και την αξιόπιστη μαρτυρία, αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη, δυνάμει συμφωνίας, ημερ. 1.11.09, συμφώνησε με την ενάγουσα 1 όπως αναλάβει τη διαχείριση εστιατορίου από 1.11.09 μέχρι 30.4.10 (Τεκμήριο 2). Το μηνιαίο αντίτιμο ήταν €4,
- Αν και στη συμφωνία δεν διευκρινίζεται κατά πόσον το ποσό αυτό περιλάμβανε Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, η εναγόμενη πλήρωνε ΦΠΑ ανελλιπώς και η ενάγουσα 1 εξέδιδε σχετικές αποδείξεις. Οι άδειες πώλησης οινοπνευματωδών ποτών και μουσικής ήταν, με βάση τις συμφωνίες, ευθύνη της εναγόμενης. Ουδέποτε εξασφαλίστηκαν. Η εναγόμενη καταγγέλθηκε ότι την περίοδο 28.1.10-25.6.10 παρείχε στο εστιατόριο μουσική χωρίς άδεια (Τεκμήριο 17). Μετά τις 30.4.10 η εναγόμενη συνέχισε να διαχειρίζεται το εστιατόριο και να πληρώνει το μηνιαίο αντίτιμο. Στις 2.5.10, καταγγέλθηκε ότι έκανε χρήση μεγάφωνων και ότι παρείχε προς πώληση ποτά χωρίς άδεια (Τεκμήριο 29). Η εναγόμενη συνέχισε να διαχειρίζεται το εστιατόριο και να πληρώνει το μηνιαίο αντίτιμο. Τον Ιούλιο 2010 συμφώνησε, δυνάμει συμπληρωματικής συμφωνίας, ημερ. 14.7.10, να συνεχίσει τη διαχείριση με τους ίδιους όρους για ακόμη ένα χρόνο (Τεκμήριο 3). Τον Ιανουάριο 2011 καταγγέλθηκε ότι πουλούσε ποτά και έκανε χρήση μεγάφωνων χωρίς άδεια (Τεκμήριο 21). Συνέχισε να πληρώνει κανονικά τις ενάγουσες. Πλήρωσε μέχρι τον Μάιο 2011 (μέρος). Έκτοτε σταμάτησε να πληρώνει, παρόλο που συνέχισε να διαχειρίζεται το εστιατόριο. Τον Μάρτιο 2012 της ζητήθηκε να παραδώσει την κατοχή του (Τεκμήριο 6). Συνέχισε να το διαχειρίζεται. Παρέδωσε την κατοχή τον Αύγουστο 2012 (Τεκμήριο 8). Το βάρος απόδειξης της απαίτησης είναι στις ενάγουσες στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Κωνσταντάς v. Διέτης κ.ά., Πολιτική Έφεση 289/13, ημερ. 6.11.20). Αν ικανοποιήσουν ότι η εκδοχή τους είναι πιο πιθανή παρά όχι, δικαιούνται απόφαση. Το βάρος απόδειξης της ανταπαίτησης είναι στην εναγόμενη. Οι ενάγουσες αξιώνουν από την εναγόμενη τα μηνιαία αντίτιμα για την περίοδο που κατείχε το εστιατόριο. Στο στάδιο των αγορεύσεων συμφωνήθηκε ότι αμφότερες οι ενάγουσες έχουν καταστεί συμβαλλόμενα μέρη στις συμφωνίες με αποτέλεσμα τυχόν δικαιώματα ή υποχρεώσεις τους να είναι από κοινού και ξεχωριστά. Η εναγόμενη πλήρωνε από τον Νοέμβριο 2009 μέχρι τον Μάϊο 2011 (μέρος). Έκτοτε συνέχισε να διαχειρίζεται το εστιατόριο μέχρι τον Αύγουστο 2012 χωρίς να πληρώνει. Η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε για κάποιους μήνες μετά τον Μάϊο
- Ο ισχυρισμός αυτός δεν υποστηρίζεται από (αξιόπιστη) μαρτυρία. Στη γραπτή δήλωσή της αναφέρει ότι, αν και σταμάτησε να πληρώνει τον Ιούνιο 2011, πλήρωσε για τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο 2011 και μέρος του Φεβρουαρίου
- Αντεξεταζόμενη ρωτήθηκε γιατί πλήρωσε γι' αυτούς τους μήνες, ως ισχυρίζεται, και όχι για τους προηγούμενους. Απάντησε: «Δεν μπορώ να σας πω τώρα, δεν ξέρω». Ρωτήθηκε αν πλήρωσε τον Ιούλιο
- Απάντησε: «Δεν μπορώ να απαντήσω». Ρωτήθηκε αν μπορεί να προσκομίσει αποδείξεις για τις κατ' ισχυρισμό πληρωμές αφού, όπως ανέφερε η ίδια, για κάθε πληρωμή λάμβανε από τις ενάγουσες απόδειξη. Απάντησε: «Δεν ξέρω». Ρωτήθηκε αν προσκόμισε οποιαδήποτε απόδειξη. Απάντησε: «Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να σου πω, δεν ξέρω (η μάρτυρας γελάει)». Η εναγόμενη υποστήριξε ότι δικαιούται να μην πληρώσει τα οφειλόμενα ποσά διότι οι ενάγουσες παραβίασαν τη συμφωνία. Τυχόν παράβαση μιας συμφωνίας δεν απαλλάσσει αυτόματα τα μέρη από τις υποχρεώσεις τους (Xenos Travel Ltd v. Panasoft AE, Πολιτική Έφεση 116/11, ημερ. 21.2.17, A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. Tomlin κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 788). Η εναγόμενη ουδέποτε τερμάτισε τη συμφωνία για να θεωρηθεί ότι απαλλάχθηκε. Αντίθετα, κατείχε και διαχειριζόταν το εστιατόριο. Ακόμη κι όταν της ζητήθηκε να παραδώσει την κατοχή του τον Μάρτιο 2012, συνέχισε να το κατέχει μέχρι τον Αύγουστο 2012. Η εναγόμενη εισηγήθηκε οι ενάγουσες κωλύονται να αξιώνουν τα οφειλόμενα ποσά επειδή «η παράλειψη πληρωμής ενοικίων από την εναγόμενη έγινε ανεκτή» από τις ενάγουσες για σχεδόν ένα χρόνο. Ο ισχυρισμός περί κωλύματος δεν δικογραφείται (Ιωαννίδη κ.ά. v. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, Πολιτική Έφεση 80/13, ημερ. 13.1.20). Σε κάθε περίπτωση, όταν η εναγόμενη σταμάτησε να πληρώνει, όπως ανέφερε ο ΜΕ1, υποσχόταν ότι θα πληρώσει, το θέμα χειρίζονταν οι δικηγόροι, και μετά από λίγους μήνες της ζητήθηκε γραπτώς να πληρώσει τα μέχρι τότε οφειλόμενα ποσά (Τεκμήριο 6). Δεν προκύπτει, υπό τις περιστάσεις, ανοχή ή κωλυσιεργία. Η πλευρά της εναγόμενης εισηγείται ότι οι ενάγουσες δεν δικαιούνται τα οφειλόμενα ποσά επειδή από τον Σεπτέμβριο 2011 και μετά δεν εκδόθηκαν τιμολόγια. Η αξίωση βασίζεται σε συμφωνία. Η έκδοση τιμολογίου δεν είναι προαπαιτούμενο. Στις συμφωνίες προνοείται το ποσό των €4,800 μηνιαίως. Η εναγόμενη εξ αρχής πλήρωνε επιπρόσθετα ΦΠΑ και οι ενάγουσες εξέδιδαν σχετικές αποδείξεις, το οποίο με τη σειρά τους απέδιδαν στο κράτος (Τεκμήριο 20). Αν και στη συμφωνία δεν διευκρινίζεται αν το ΦΠΑ συμπεριλαμβάνεται στο ποσό, η εναγόμενη με τη για μήνες συμπεριφορά της αποδέχθηκε την (επιπρόσθετη) πληρωμή του. Θέση με την οποία συμφώνησε και η ευπαίδευτη συνήγορός της στο στάδιο των αγορεύσεων. Η εναγόμενη παραπονείται ότι, με βάση τον σχετικό νόμο, «λανθασμένα» πλήρωνε ΦΠΑ επειδή η συμφωνία αφορούσε «μίσθωση ακίνητης ιδιοκτησίας», όχι «διαχείριση επιχείρησης» και γι' αυτό οι ενάγουσες την «υπερχρέωναν» και «έλαβαν κέρδος από αυτό με την επιστροφή του ΦΠΑ». Τέτοιοι ισχυρισμοί δεν δικογραφούνται. Σε κάθε περίπτωση, η συμφωνία αφορούσε διαχείριση επιχείρησης, όχι μίσθωση ακίνητης ιδιοκτησίας. Η φύση και ο σκοπός μιας συμφωνίας προσδιορίζονται από το περιεχόμενό της (Βουζούνη κ.ά. v. Αποστόλου, Πολιτική Έφεση 457/12, ημερ. 10.4.19). Η συμφωνία φέρει τίτλο «Συμφωνητικόν Έγγραφον Διαχειρήσεως Επιχειρήσεως», στο επίκεντρό της είναι «η επιχείρηση» και η εναγόμενη αναφέρεται ως «Προτιθέμενοι Διαχειριστές-Διευθυντές της Επιχειρήσεως». Επίσης, προνοεί ρητώς ότι «εν ουδεμία περιπτώσει έχει τη σημασία ή ισχύον εγγράφου ενοικιάσεως και/ή υπενοικιάσεως και/ή εκχωρήσεων δικαιωμάτων επί του ακινήτου». Εξάλλου, ως αναφέρει η ευπαίδευτη συνήγορος στην αγόρευσή της: «Με τις εν λόγω συμφωνίες, η εναγόμενη συμφώνησε όπως αναλάβει τη διαχείριση ενός κέντρου.». Εν ολίγοις, οι ενάγουσες δικαιούνται τα ποσά που αξιώνουν για την περίοδο που η εναγόμενη κατείχε το εστιατόριο. Στρεφόμενος στην ανταπαίτηση, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι ενάγουσες παραβίασαν τη συμφωνία, και ειδικότερα τον όρο: «.το Υποστατικό τηρεί όλες τις προϋποθέσεις που απαιτούνται απ' όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες του Κράτους και των Δημοτικών Αρχών για έκδοση των απαιτούμενων αδειών λειτουργίας του υποστατικού» (σελ. 5, Τεκμήριο 2) Θέση της εναγόμενης ήταν ότι δεν πληρούνταν οι «προϋποθέσεις» και γι' αυτό δεν μπόρεσε να εκδώσει τις άδειες πώλησης ποτού και μουσικής. Μαρτυρία ποιες «προϋποθέσεις» απαιτούντο για να εκδοθούν δεν υπάρχει. Μαρτυρία για ποιο λόγο δεν εκδόθηκαν δεν υπάρχει. Η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης παρέπεμψε στη μαρτυρία της τελευταίας. Η εναγόμενη είχε αναφέρει ότι «κάποιος κ. Μαρίνος», ο Δήμος Στροβόλου και η Πολεοδομία της είπαν ότι «οι ιδιοκτήτες δεν προέβησαν στις απαραίτητες ενέργειες που έπρεπε για να μπορούν να εκδοθούν [οι άδειες], όπως η δημιουργία χώρων στάθμευσης», ότι ο ΜΕ1 «δεν πρόκειται να πάρει ποτέ άδειες» και ότι «λόγω Ευρωπαϊκής Ένωσης χρειαζόταν ορισμένα πράγματα-τροποποιήσεις να κάνει ο [ΜΕ1]». Πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία. Το Δικαστήριο, για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί, δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της. Σε κάθε περίπτωση, έχοντας υπόψη ότι ουδείς λόγος προβλήθηκε για τη μη κλήτευση του Δήμου Στροβόλου ή της Πολεοδομίας, και τη γενικότητα με την οποία μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο η εξ ακοής μαρτυρία, θεωρώ ότι δεν μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα σ' αυτή (άρθρο 27, Κεφ. 9). Εξάλλου, η εναγόμενη, όταν της υποβλήθηκε ότι τα όσα κατ' ισχυρισμό της λέχθηκαν δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, απάντησε: «Δεν μπορώ να ξέρω». Πέραν τούτου, η επιστολή που έστειλε η εναγόμενη στον Δήμο Στροβόλου με την οποία ζητούσε να μάθει από πότε το εστιατόριο «δεν κατέχει και/ή δεν πληροί τις προδιαγραφές για να κατέχει και/ή αποκτήσει τις σχετικές άδειες λειτουργίας» (Τεκμήριο 24), δεν απαντήθηκε από τον Δήμο. Στο δικόγραφο της υπεράσπισης η εναγόμενη επιφύλαξε το δικαίωμά της να παρουσιάσει «τον φάκελο του εν λόγω υποστατικού από τον Δήμο Στροβόλου». Τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίστηκε. Σε σχέση με την πολεοδομική άδεια (Τεκμήριο 16), η εναγόμενη γνώριζε, με βάση τη συμφωνία, ότι απαιτούντο να γίνουν περαιτέρω ενέργειες για να εκδοθεί: «ο Ιδιοκτήτης είναι υπόχρεος να υπογράψει οιανδήποτε αίτηση η οποία απαιτείται για την έκδοση πολεοδομικής ή οικοδομικής άδειας» (παρ. 2, σελ. 2, Τεκμήριο 2). Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι ενάγουσες παρέλειψαν να το πράξουν. Σε κάθε περίπτωση, η πολεοδομική άδεια δεν διασυνδέθηκε με τη μη έκδοση των αδειών πώλησης ποτού και μουσικής, για τις οποίες παραπονείται η εναγόμενη. Η πλευρά της εναγόμενης εισηγήθηκε ότι τα έγγραφα που προσκόμισε ο ΜΕ1 (Τεκμήρια 11-16) συνδέονται με τη μη έκδοση των αδειών πώλησης ποτού και μουσικής. Δεν υπάρχει μαρτυρία που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Η πλευρά της εναγόμενης επικαλείται επιστολή, ημερ. 23.4.10 (Τεκμήριο 19) της ενάγουσας 1 προς την Πολεοδομία, όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων: «Εσωκλείουμε επιστολή του Δήμου Στροβόλου που μας καλούν να προχωρήσουμε στον τερματισμό χρήσης του εστιατορίου». Η αναφερόμενη επιστολή του Δήμου Στροβόλου δεν επισυνάπτεται. Το περιεχόμενό της είναι άγνωστο. Η απομόνωση της εν λόγω φράσης, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω εξήγηση, δεν δεικνύει κάτι. Το θέμα, σύμφωνα με τον ΜΕ1, ήταν διαδικαστικό και επιλύθηκε με τη διαγραφή «του όρου 506 που περιλαμβάνει τους όρους της άδειας», ως αναφέρει η επιστολή (Τεκμήριο 19). Στην απουσία οποιασδήποτε διασύνδεσης, τα Τεκμήρια 11-16 και 19 δεν αποδεικνύουν ότι το εστιατόριο δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για να εξασφαλιστούν οι άδειες πώλησης ποτού και μουσικής. Ιδίως όταν είχαν εξασφαλιστεί, όπως ανέφερε η εναγόμενη, άδεια από τον ΚΟΤ «ότι μπορούσε να λειτουργήσει» ως εστιατόριο και άδεια από τον Δήμο Στροβόλου «από άποψη Υγειονομείου». Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι ενάγουσες δεν εξασφάλισαν «ανενόχλητη και χωρίς πρόσκομμα την κατοχή του υποστατικού και ανενόχλητη λειτουργία του» επικαλούμενη την Αριστοδήμου v. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Δ.Δ.
- Εκεί υπήρχε όρος στη συμφωνία ενοικίασης κέντρου ότι ο ιδιοκτήτης θα εξασφάλιζε στον ενοικιαστή «ανενόχλητον κατοχήν και λειτουργίαν τούτου». Εδώ τέτοιος όρος δεν υπάρχει. Η λέξη «ελευθέρως» στη συμφωνία που επικαλείται η εναγόμενη αφορά το δικαίωμά της να χρησιμοποιεί τους «κοινόχρηστους χώρους» του κτιρίου (σελ. 1, Τεκμήριο 2). Εν ολίγοις, η εναγόμενη δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης ότι οι ενάγουσες παραβίασαν τους όρους της συμφωνίας. Ανεξαρτήτως αυτού, σημειώνω σε σχέση με τις αξιώσεις της εναγόμενης: Δεν αποδείχθηκε η ζημιά της εναγόμενης λόγω της μη έκδοσης αδειών ποτού και μουσικής. Η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι τα εισοδήματά της το 2012 μειώθηκαν σε σχέση με το 2011 (Τεκμήρια 22 και 23). Η μείωση δεν διασυνδέθηκε με τη μη έκδοση των αδειών. Ο ισχυρισμός ότι ακύρωσε πολλές κρατήσεις παρέμεινε αόριστος. Οι οικονομικές καταστάσεις Τεκμήρια 25-27 δεν επεξηγήθηκαν. Η οικονομική κατάσταση Τεκμήριο 28 ετοιμάστηκε από τον ΜΥ2 βάσει τιμολογίων, τα οποία, αν και ζητήθηκαν, δεν προσκομίστηκαν για να μπορεί να εξεταστεί η ορθότητά της. Τα έξοδα ανακαίνισης δεν έχουν, υπό τις περιστάσεις, αποδειχθεί. Ερωτηθείσα η εναγόμενη από που προκύπτει το ποσό που αξιώνει, απάντησε: «Ξέρω εγώ; Δεν ξέρω». Αξιώνονται διαφυγόντα κέρδη «που θα προέκυπταν φυσικά από τη συνήθη λειτουργία του υποστατικού κατά το έτος 2013». Η περίοδος διαχείρισης, με βάση τη συμφωνία (Τεκμήριο 3), ήταν μέχρι το
- Η εναγόμενη συνέχισε να το διαχειρίζεται μέχρι τον Αύγουστο
- Δεν υπάρχει μαρτυρία για προοπτική σύναψης συμφωνίας για το
- Μια μελλοντική πιθανή παραμονή της στο εστιατόριο δεν θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για αποζημιώσεις, όπως άλλωστε συμφώνησε με κάθε ειλικρίνεια και η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης στο στάδιο των αγορεύσεων. Η εναγόμενη παραπονείται ότι με «την είσοδο στο εστιατόριο της αστυνομίας και την απομάκρυνση των θαμώνων» προκαλείτο επιχειρηματική ζημιά και κακή φήμη, για τα οποία αξιώνει αποζημιώσεις. Με κάθε σεβασμό, επέλεξε κατ' επανάληψη να παρέχει ποτό και μουσική χωρίς άδειες -η εξασφάλιση των οποίων ήταν ευθύνη της- με αποτέλεσμα να καταγγελθεί. Η επιλογή της δεν μπορεί να βαρύνει τις ενάγουσες. Αξιώνονται τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν σε ποινικές υποθέσεις. Σε μια από αυτές η εναγόμενη δεν ήταν κατηγορούμενη (Τεκμήριο 29). Τα πρόστιμα επιβλήθηκαν στην εναγόμενη επειδή επέλεξε να παρέχει ποτό και μουσική, παραβιάζοντας το νόμο. Τυχόν αποζημίωσή της θα αναιρούσε το σκοπό επιβολής του προστίμου και θα της επέτρεπε να λάβει δικαστική αρωγή σχετικά με ποινικά αδικήματα που κατ' επανάληψη διέπραξε. Πράγμα ανεπίτρεπτο. Αξιώνονται τιμωρητικές αποζημιώσεις. Η επιδίκασή τους περιορίζεται σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων (Λάρκου v. Κλεάνθους κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1792). Συνοψίζοντας, οι ενάγουσες απέδειξαν την απαίτησή τους στον αναγκαίο βαθμό. Η ανταπαίτηση δεν αποδείχθηκε. Στο στάδιο των αγορεύσεων συμφωνήθηκε όπως οι ενάγουσες κατακρατήσουν το ποσό των €9,600 που δόθηκε από την εναγόμενη ως εγγύηση (Τεκμήριο 10) και η απαίτηση περιορίστηκε σε €74,240. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των ενάγουσων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €74,240 (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ), πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Δεν εντοπίζεται λόγος γιατί τα έξοδα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Αυτά επιδικάζονται υπέρ των ενάγουσων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο