LJ DEVELOPERS LIMITED κ.α. ν. Κουτμερίδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 10/2021, 18/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A156 Αρ. Αγωγής: 10/2021 Μεταξύ:
- LJ DEVELOPERS LIMITED, εκ Λευκωσίας
- [ ] LIU, εκ Λευκωσίας Ενάγοντες Και
- [ ] Κουτμερίδης εξ Ελλάδος
- [ ] Αγαπίου εκ Πάφου
- [ ] Χαραλάμπους εκ Πάφου
- [ ] Σωφρονίου εκ Λευκωσίας
- [ ] Νικολάου εκ Πάφου
- N.Α. Nikolaou (Helios Estates) Ltd εκ Πάφου
- [ ] Παναγιώτου Κορνιώτης εκ Πάφου
- Abc Dolorou Cyprus Homes Ltd εκ Πάφου
- Eurobank Cyprus Ltd εκ Λευκωσίας
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγομένων Αίτηση ημερ. 14.1.2021 υπό εναγόντων - αιτητών για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος Ημερομηνία: 18 Απριλίου 2022 Για ενάγοντες - αιτητές: κος Γιώργος Τριλλίδης για Πολάκης Σαρρής & Σία Δ.Ε.Π.Ε Για εναγόμενο 1 - καθ' ου η αίτηση: κος Θεόδωρος Σ. Παπαθεοδώρου για Αλέξανδρου & Παπαθεοδώρου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα 2 είναι Κυπρία υπήκοος Κινέζικής καταγωγής και η μοναδική μέτοχος, διευθύντρια και γραμματέας της ενάγουσας 1 εταιρείας LJ Developers Limited που δραστηριοποιείται στον τομέα ανάπτυξης γης. Η απαίτηση των εναγουσών εναντίον των εναγομένων σύμφωνα με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι η ακόλουθη: Α. Ποσό εκ €435.000,00 για συνωμοσία προς καταδολίευση και/ή για δόλο και/ή για απάτη και/ή για ψευδείς παραστάσεις και/ή για αμέλεια οποιασδήποτε μορφής. Β. Ποσό εκ €19.005,00 το οποίοι κατέβαλαν οι Ενάγοντες ως μεταβιβαστικά τέλη στο Δημόσιο την 11.4.2019 για την μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Γ. Ποσό εκ €92.000,00 για αγορά συντελεστή (density) και/ή για εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων και/ή λήψη αδειών και/ή ως έξοδα και/ή χρήματα τα οποία υπέστησαν οι Ενάγοντες και/ή κατέβαλαν προς τρίτους και/ή προς συνεργάτες ή προς δημόσιες αρχές για την ανάπτυξη του επίδικου ακινήτου από την 11.4.2019 και μέχρι την 2.11.2020 και/ή καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Δ. Τιμωρητικές και/ή επαυξημένες και/ή επιβαρυντικές αποζημιώσεις. Είναι η εκδοχή των εναγουσών όπως προκύπτει από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι διαπράχθηκαν σοβαρά ποινικά και αστικά αδικήματα εναντίον τους κατά την διαδικασία αγοράς και μεταβίβασης ενός ακινήτου την περίοδο Φεβρουάριου - Απρίλιου
- Το εν λόγω ακίνητο, αποκτήθηκε για την ανέγερση από την εναγομένη 2 εταιρεία, ενός δεύτερου συγκροτήματος κατοικιών στην οδό [ ] στην Αγία Παρασκευή στον Στρόβολο. Το οικόπεδο είχε αγοραστεί από την ενάγουσα 2 στις 25.2.2019, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου που κατ' ισχυρισμό του εναγομένου 1, του παραχώρησε η ιδιοκτήτρια Αμαλία Αντωνιάδου για τον σκοπό αυτό. Η μεταβίβαση του ακινήτου έγινε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας στις 11.4.2019 δυνάμει του πιο πάνω πληρεξουσίου. Την ίδια μέρα, η ενάγουσα 2 πλήρωσε το ποσό των €19.005,00 ως μεταβιβαστικά στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Πλήρωσε επίσης το ποσό των €65,450.34 ως Φόρο Κεφαλαιουχικών Κερδών. Το ποσό αυτό αφαιρέθηκε από τη συμφωνηθείσα τιμή πώλησης των €435.000,00 επειδή ήταν φόρος που βάρυνε τον πωλητή. Την ίδια μέρα, με τραπεζιτική επιταγή (banker's draft) με αριθμό [ ] από τον προσωπικό λογαριασμό της ενάγουσας 2 στην Eurobank με αριθμό [ ] που παραδόθηκε στον εναγόμενο 1, πληρώθηκε το ποσό των €289,569.66 για πλήρη και τέλεια εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Σύμφωνα με την ενάγουσα 2, ο εναγόμενος 1 υπέγραψε μια χειρόγραφη απόδειξη στις 11.4.2019 στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας όπου δήλωνε πως έλαβε το συνολικό ποσό των €435,000.00 για την πώληση του ακινήτου ως αντιπρόσωπος της ιδιοκτήτριας [ ] Αντωνιάδου. Και ενώ η ενάγουσα 1 ξεκίνησε στην συνέχεια εργασίες ανάπτυξης του ακινήτου για την ανέγερση οικιστικού συγκροτήματος 9 διαμερισμάτων σε 5 ορόφους, οι ενάγουσες πληροφορήθηκαν ότι υπήρχαν δικαστικές διαδικασίες από την ιδιοκτήτρια [ ] Αντωνιάδου, η οποία ισχυρίζεται ότι δεν ήταν σε γνώση της, η πώληση του ακινήτου. Συγκεκριμένα η ιδιοκτήτρια Αμαλία Αντωνιάδου, ισχυρίζεται στην αγωγή της με αρ. 2972/2020 ότι δεν έδωσε ποτέ πληρεξούσιο στον εναγόμενο 1 ή σε οιονδήποτε άλλον και πως δεν γνωρίζει τον εναγόμενο 2, το κινητό τηλέφωνο του οποίου ήταν γραμμένο στην ταμπέλα που υπήρχε στο τεμάχιο, πληροφορώντας τους διαβάτες πως αυτό διατίθεται προς πώληση. Ισχυρίζεται επίσης πως ουδέποτε επισκέφθηκε την Κύπρο τον Νοέμβριο του 2018 και επομένως το πληρεξούσιο έγγραφο στον εναγόμενο 1 που πιστοποιήθηκε από τον εναγόμενο 4, είναι πλαστό. Η ταυτότητα της ιδιοκτήτριας που επισυνάφθηκε στο πληρεξούσιο έγγραφο και παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο και στην Eurobank, υποστηρίζεται πως είναι πλαστή. Κάτι που επιβεβαιώνουν σήμερα μετά από έλεγχο και οι συνήγοροι των εναγουσών. Υπό τας περιστάσεις, η ενάγουσα 1 αναγκάστηκε να αποδεχθεί προς μεγάλη ζημιά της, προσωρινό διάταγμα στην εν λόγω αγωγή 2972/2020 για παγοποίηση των εργασιών αξιοποίησης του ακινήτου. Ταυτόχρονα οι δικηγόροι της ενάγουσας 2 με εντολή της, προέβησαν σε γραπτή καταγγελία στην αστυνομία στις 9.11.
- Στην καταγγελία εκτέθηκε το χρονικό της υπόθεσης και επισυνάφθηκαν όλα τα σχετικά έγγραφα. Είναι η θέση των εναγουσών ότι έχουν καταδολιευθεί με μια σειρά από πράξεις και παραλείψεις πολλών ανθρώπων, οι οποίες συνιστούν όχι μόνο αστικά αδικήματα αλλά και ποινικά. Οι ενάγουσες ισχυρίζονται επιπλέον ότι έχουν υποστεί τεράστια ζημιά από τις πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων, την οποία αξιώνουν με την παρούσα αγωγή τους. Μαζί με το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής ημερ. 14.1.2021, καταχωρήθηκε την ίδια ημέρα, αίτηση για ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα εναντίον των εναγομένων 1 έως 8 για παγοποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων, μέχρι του ποσού των €435,000.
- Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα στις 15.1.2021 μόνο για τους εναγομένους 1 και 4 ενώ για τους υπολοίπους διατάχθηκε επίδοση. Για τον εναγόμενο 4 η αίτηση αποσύρθηκε στις 23.2.2021 και το διάταγμα ακυρώθηκε Να σημειωθεί ότι για τον εναγόμενο 3, το διάταγμα κατέστη απόλυτο αφού δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο παρότι του επιδόθηκε μετά από άδεια για υποκατάστατο επίδοση. Ο εναγόμενος 2 παρότι του επιδόθηκε η παρούσα αίτηση δεν καταχώρησε ένσταση παρά το ότι αρχικά δήλωσε τέτοια πρόθεση. Ως εκ τούτου ζητήθηκε από τον συνήγορο των εναγουσών όπως το διάταγμα εκδοθεί και καταστεί απόλυτο στα πλαίσια της παρούσας. Για τους εναγομένους 5-8 η αίτηση δεν προωθήθηκε. Έτσι παρέμεινε προς εκδίκαση, η ακρόαση για οριστικοποίηση του υπό κρίση διατάγματος, μόνον για τον εναγόμενο
- Οι ενάγουσες καταχώρησαν στην συνέχεια αίτηση για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας στον εναγόμενο
- Στην βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο εξέδωσε στις 29.1.2021, διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας όλων των δικογράφων της παρούσας, στην διεύθυνση του εναγομένου 1 στην Ελλάδα. Μετά την επίδοση, ο εναγόμενος 1 καταχώρησε ένσταση στην οριστικοποίηση του διατάγματος. Στο μεταξύ το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερ.10.1.2022, απέρριψε αίτημα του εναγομένου 1 για παραμερισμό του διατάγματος και της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας των δικογράφων της αγωγής. Με την ένσταση του, ο εναγόμενος 1 αναφέρει μεταξύ άλλων ότι το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων από τους αιτητές κατά την μονομερή έκδοση του. Ισχυρίζεται επίσης ότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση της διαδικασίας. Επιπλέον, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας, γέρνει υπέρ του εναγομένου
- Αγορεύσεις Αμφότεροι οι συνήγοροι κατέθεσαν με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, επεξηγώντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο στάδιο αυτό στις θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει όπου χρειάζεται, στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική Πτυχή Η παρούσα αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στα άρθρα 4, και 5 του Κεφ.6 αλλά και στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Το άρθρο 4 αφορά δέσμευση περιουσίας που συνιστά το αντικείμενο της αγωγής και έτσι δεν εφαρμόζεται στην παρούσα. Το ίδιο ισχύει και για το άρθρο 5 του Κεφ. 6 που αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας εναγομένου προς το σκοπό εκτέλεσης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας. Αντιθέτως, το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης της παρούσας είναι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, επί του οποίου επίσης στηρίζεται η αίτηση. Αναφορικά με την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του πιο πάνω άρθρου 32 αναφέρονται οι πιο κάτω τρεις βασικές προϋποθέσεις: · Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση · Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην απόδειξη της έννοιας του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, απαιτείται από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του, συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας του άρθρου 32, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Από την άλλη, έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης, εκείνου του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, προκειμένου να αποφασιστεί στον απαιτούμενο βαθμό, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Κωνσταντίνος Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α., Πολ. Έφεση, Ε143/2015, ημ. 23/3/2017 & Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται γενικά σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179, 202). Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, εξετάζεται και τυχόν καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας από τον ενάγοντα και κατά πόσον αυτή επηρέασε την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων υπέρ του εναγομένου. Όπως έχει νομολογηθεί, η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατόν να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος σχετική είναι η απόφαση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 788 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «. Η καθυστέρηση εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία αν και τα Δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του Ενάγοντα να επιτύχει τελικά στην αγωγή του και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχαστεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα.» Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Αναφορικά με την απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, έχει νομολογηθεί ότι σε μονομερή αίτηση, επιβάλλεται στον αιτητή να αποκαλύψει, όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως. Ως εκ τούτου, ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε ουσιαστικά γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και τα οποία δυνατόν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Όπως τονίζεται τόσον στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου ο διάδικος καταχωρεί μονομερή αίτηση και αιτείται στην απουσία του αντιδίκου του, κάποια θεραπεία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όχι μόνον όλων των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης αλλά να αναφερθεί και σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής ενδεχομένως να έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά. Έτσι όπου ο αιτητής εξασφαλίσει όφελος από την απόκρυψη γεγονότων στην μονομερή του αίτηση, το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο θα ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει σε μια προσπάθεια να του στερήσει αυτό το όφελος. Αυτό γιατί παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα γεγονότα όμως, πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση (βλ. μεταξύ άλλων, Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. κ.α
(1992)1A ΑΑΔ 360). Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από πρόθεση εξαπάτησης. Ότι ανατρέπει την βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 και Ahmet Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ 606). Στην Αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)3 ALL E.R 188 λέχθηκε ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Τα πιο πάνω ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά, το Δικαστήριο σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη μη αποκάλυψης ουσιαστικών γεγονότων που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος, να διατάξει την συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα υπό όρους. Συμπεράσματα Το πρώτο ζήτημα που θα με απασχολήσει, είναι η θέση του εναγομένου 1 για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων κατά την μονομερή διαδικασία έκδοσης του διατάγματος. Αυτό γιατί σε περίπτωση που ισχύει η πιο πάνω θέση, το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί χωρίς την εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Στην ένορκη δήλωση της ένστασης, αναφέρεται ότι δεν αποκαλύφθηκαν οι ενέργειες των εναγουσών μετά την 26.11.2020 όταν ολοκλήρωσαν την καταγγελία στην αστυνομία αλλά και η πηγή πληροφόρησης τους σχετικά με τις ενέργειες της αστυνομίας. Επιπλέον δεν αποκαλύπτεται πώς ήρθε στα χέρια τους, το τεκμήριο 20 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της αίτησης. Τα πιο πάνω όμως κατά την κρίση μου δεν αποτελούν ουσιαστικά γεγονότα που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην μονομερή έκδοση του διατάγματος. Ο συνήγορος του εναγομένου 1 στην αγόρευση του, επέκτεινε την επιχειρηματολογία για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων. Έγινε μεταξύ άλλων αναφορά σε γνώση των αιτητριών για κατ' ισχυρισμό υπογραφή του συμβολαίου από την ιδιοκτήτρια αλλά και ότι ο εναγόμενος 1 προμηθεύτηκε ταχυδρομικώς αντίγραφο του αγοραπωλητηρίου. Ούτε όμως αυτοί οι ισχυρισμοί, τους οποίους ούτως ή άλλως οι αιτήτριες αμφισβητούν, συνιστούν απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων. Ούτε μπορεί να ευσταθεί ισχυρισμός για απόκρυψη γεγονότος, την ύπαρξη του οποίου οι ενάγουσες αμφισβητούν. Το ίδιο ισχύει και για την θέση του εναγομένου 1, αναφορικά με την επιλογή από τις αιτήτριες της καταχώρησης της παρούσας, χωρίς να εξηγήσουν γιατί δεν επέλεξαν να εξεταστούν όλα τα επίδικα θέματα, στα πλαίσια της αγωγής 2972/
- Εξ' άλλου, οι αιτήτριες δεν απέκρυψαν το γεγονός ότι η ιδιοκτήτρια καταχώρησε την πιο πάνω αγωγή εναντίον τους, γεγονός που απετέλεσε το έναυσμα για καταχώρηση της παρούσας. Θεωρώ σημαντικό στο στάδιο αυτό να παραπέμψω στις επισημάνσεις του Εφετείου όπως παρατέθηκαν στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κα ν. Adeona Holdings Limited κα, Πολ. Έφεση 6/14, ημ. 27.2.15, αναφορικά με την εκδίκαση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων και την εξέταση από το πρωτόδικο Δικαστήριο, του κατά πόσον τηρήθηκε από τον αιτητή η υποχρέωση για πλήρη αποκάλυψη κατά την μονομερή διαδικασία. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα: « Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg,The Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας.» Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί απόκρυψη ουσιαστικού γεγονότος κατά την μονομερή έκδοση του υπό κρίση διατάγματος ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη του χωρίς εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Ούτε όμως η θέση για καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας από τις ενάγουσες, ευσταθεί. Σύμφωνα με το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, οι ενάγουσες πληροφορήθηκαν για την θέση της ιδιοκτήτριας ότι δεν γνώριζε για την μεταβίβαση του ακινήτου, στις 2.11.
- Υπό τας περιστάσεις, ο χρόνος των περίπου 2 μηνών που διέρρευσε μέχρι τις 14.1.21 που καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, δεν είναι τέτοιος που να δικαιολογεί ισχυρισμό για αδικαιολόγητη καθυστέρηση προώθησης της υπόθεσης. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων έγκρισης του αιτήματος. Από μελέτη όλου του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 για σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Χωρίς να αποφαίνομαι επί της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων, κρίνω ότι καταδεικνύεται από την ένορκη δήλωση της αίτησης, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, τίθενται ισχυρισμοί για την διάπραξη συγκεκριμένων αστικών αδικημάτων εναντίον των εναγουσών, στα οποία κατά τους ισχυρισμούς τους, σημαντικό ρόλο είχε ο εναγόμενος
- Αποκαλύπτεται επίσης ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Η διαπίστωση αυτή, στηρίζεται στο γεγονός ότι το πληρεξούσιο έγγραφο δυνάμει του οποίου έγινε η επίδικη μεταβίβαση, αμφισβητείται από την ιδιοκτήτρια του ακινήτου, η οποία κίνησε δικαστικές διαδικασίες για ακύρωση της μεταβίβασης. Στηρίζεται επίσης σε μαρτυρία που καταδεικνύει ότι το ποσόν της αγοραπωλησίας, κατέληξε σε τραπεζικούς λογαριασμούς του εναγομένου 1 στην Κύπρο και στην Ελλάδα και ότι εκ πρώτης όψεως, η ταυτότητα της ιδιοκτήτριας που χρησιμοποιήθηκε στην συναλλαγή, ήταν πλαστή. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι το πληρεξούσιο ήταν αυθεντικό και ότι τα χρήματα κατέληξαν στην ιδιοκτήτρια δεν σημαίνει ότι δεν αποδεικνύεται καλή αιτία αγωγής αφού σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει στο στάδιο αυτό την ουσία της αγωγής και κατά πόσον οι ενάγουσες δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες. Επαναλαμβάνω ότι με την διαπίστωση του Δικαστηρίου για απόδειξη των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 δεν αποφασίζεται στο στάδιο αυτό, η ουσία της υπόθεσης. Αυτό θα γίνει στο τέλος της διαδικασίας και αφού το Δικαστήριο ακούσει και αξιολογήσει μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. Όμως για σκοπούς έκδοσης ενδιάμεσου παρεμπίπτοντος διατάγματος, κρίνω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι έχει καταδειχθεί στον αναγκαίο βαθμό, καλή αιτία αγωγής και ορατή πιθανότητα οι ενάγουσες να δικαιούνται στις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες. Περαιτέρω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, έχει αποδειχθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πέραν του γεγονότος ότι ο εναγόμενος 1 είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού χωρίς ακίνητη περιουσία στην Κύπρο, προκύπτει ότι δεν είναι σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση. Σημειώνω ότι σύμφωνα με την παρ. 22 της Ε.Δ. της ένστασης, γίνεται παραδοχή ότι οι εναγόμενοι 3 και 10, είναι σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από τον εναγόμενο
- Σημειώνεται επιπλέον ότι η πιθανότητα, αποξένωσης της περιουσίας του εναγομένου 1, προκύπτει και από το γεγονός ότι εντός 10 ημερών μεταβίβασε €262,000.00 από το ποσόν που του είχαν εμβάσει οι αιτήτριες. Ανεξαρτήτως τούτου όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από τον συνήγορο των αιτητριών, η απουσία πρόθεσης αποξένωσης περιουσίας δεν αποτελεί λόγο για απόρριψη αιτήματος παγοποίησης. Εκείνο που έχει σημασία, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί (βλ. μεταξύ άλλων C. Phasarias (Automotive) Centre Ltd v. Σκυροποιϊα «Λεωνικ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785). Στην παρούσα περίπτωση, προκύπτει σαφώς από το υλικό που τέθηκε ενώπιο μου ότι καταδεικνύεται σοβαρός κίνδυνος τυχόν δικαστική απόφαση που ενδεχομένως εκδοθεί υπέρ των αιτητριών να παραμείνει ανικανοποίητη. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 δεν έχει ακίνητη περιουσία στην Κύπρο αλλά και η ευκολία αποξένωσης χρημάτων μέσω τραπεζικών λογαριασμών όπως ήδη έπραξε, δικαιολογούν την πιο πάνω διαπίστωση. Για τους ιδίους λόγους κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της οριστικοποίησης του εκδοθέντος μονομερώς διατάγματος. Έχοντας υπόψη όλα τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι η οριστικοποίηση του διατάγματος θα επιφέρει λιγότερη ταλαιπωρία στον εναγόμενο 1 από την ταλαιπωρία που θα επιφέρει στις ενάγουσες, η τυχόν ακύρωση του. Τέλος για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι είναι δίκαιο και εύλογο όπως οριστικοποιηθεί το υπό κρίση εκδοθέν μονομερώς παρεμπίπτον διάταγμα. Τελική κατάληξη Ενόψει όλων των πιο πάνω, το εκδοθέν μονομερώς στις 15.1.2021 παρεμπίπτον διάταγμα, καθίσταται οριστικό αναφορικά με τον εναγόμενο 1 μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Ο εναγόμενος 1 να επιβαρυνθεί επίσης με τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, τα οποία επιδικάζονται υπέρ των εναγουσών, ως αυτά θα υπολογιστούν από το πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με τον εναγόμενο 2, εκδίδεται λόγω μη εμφάνισης του στην παρούσα διαδικασία παρότι η αίτηση του επιδόθηκε κανονικά, διάταγμα ως η παρ. Α της αίτησης, το οποίο καθίσταται οριστικό μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Επιδικάζονται επίσης έξοδα εναντίον του εναγομένου 2 ως θα υπολογιστούν από το πρωτοκολητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο