← Κύπρος

Themis Portfolio Management Holdings Ltd ν. Λαμπριανίδη, Αρ. Αγωγής: 1180/21, 15/4/2022

Themis Portfolio Management Holdings Ltd ν. Λαμπριανίδη, Αρ. Αγωγής: 1180/21, 15/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A154 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1180/21 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD Ενάγουσας και *** Λαμπριανίδη Εναγομένου ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΗΜΕΡ. 9.9.21: Μεταξύ: Themis Portfolio Management Holdings Ltd Ενάγουσας και *** Λαμπριανίδη Εναγομένου Ημερομηνία: 15 Απριλίου 2022 Αίτηση υπό Ενάγουσας ημερ. 15.6.21 για Συνοπτική Απόφαση Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ : Για Ενάγουσα: κα Ε. Καπφχάμερ, για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: κα Ε. Κουλλαπή, για Σάββας Μαμαντόπουλος και Συνεταίροι ΔΕΠΕ ------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με αίτηση βασιζόμενη στη Δ.18 και συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση υπαλλήλου στο Τμήμα Διαχείρισης Ακινήτων της («REMU») της η Ενάγουσα αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η θέση της ενόρκως δηλούσας είναι ότι μετά από αποτυχημένο πλειστηριασμό του επίδικου ακινήτου η τράπεζα στις 19.11.20 άσκησε το δικαίωμα για αγορά του, ότι την 1.12.20 η τράπεζα κατέστη απόλυτη ιδιοκτήτρια, ότι ενημέρωσαν σχετικά τον Εναγόμενο, ότι τον κάλεσαν να παραδώσει την κατοχή, ότι αυτός αρνήθηκε μέχρι σήμερα να το πράξει και ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε γεγονός που να μπορεί να στηρίξει υπεράσπιση. Ο Εναγόμενος προέβαλε επτά λόγους προς απόρριψη της αίτησης οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι η αίτηση είναι απαράδεκτη, οι αξιώσεις είναι άκυρες διότι πάσχει η διαδικασία πλειστηριασμού, δεν ακολουθήθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 44Ε του Ν.9/65, το άρθρο 44ΙΑ είναι αντισυνταγματικό, η ένορκη δήλωση της αίτησης δεν επιτρέπει την ασφαλή έκδοση απόφασης για το ποσό των €4.000 μηνιαίως και η αίτηση είναι καταχρηστική. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του ο Εναγόμενος αναφέρει, μεταξύ άλλων το ιστορικό της διαδικασίας πλειστηριασμού, ότι δεν ενημερώθηκε ποτέ για εκτιμήσεις του ακινήτου, ότι αν επιτραπεί υπεράσπιση θα παρουσιάσει εμπειρογνωμοσύνη περί του ότι η επιφυλαχθείσα τιμή δεν είναι αληθής και θα προβεί στις δέουσες ενέργειες για να ακυρώσει τη μεταβίβαση συνεπεία δόλου, ότι ο πλειστηριασμός είχε κλείσει μετά από μια ώρα χωρίς κάποιο ενδιαφέρον, ότι ως αναφέρει η Ενάγουσα στις 19.11.20 προχώρησαν μονομερώς στην αγορά του, ότι δεν φαίνεται να έχουν προσπαθήσει άλλη φορά να πωλήσουν το ακίνητο, ότι άφησαν επιτηδευμένα τον χρόνο να περάσει για να πέσει η τιμή στο 50% και να προβούν σε αγορά με ευνοϊκότερη τιμή για τους ίδιους, ότι δεν έχει καταδειχθεί ο σαφής τρόπος και η διαδικασία αγοράς του ακινήτου, ότι το άρθρο 44ΙΑ είναι αντισυνταγματικό αφού πωλητής και αγοραστής είναι το ίδιο πρόσωπο, ότι πραγματικός ιδιοκτήτης παραμένει ο ίδιος ότι η αγωγή είναι καταχρηστική, ότι αν του επιτραπεί θα καταχωρίσει και ανταπαίτηση και τέλος ότι το ποσό των €4.000 είναι αυθαίρετο χωρίς μελέτη καθορισμού ενοικίου από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα. Νομική Πτυχή Οι βασικές αρχές στη βάση των οποίων κρίνονται και αποφασίζονται οι αιτήσεις για συνοπτική απόφαση έχουν συνοψιστεί στην υπόθεση Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ

(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις όπως η Atlaspantou Co Ltd v. Angelos Nicolaides Holdings Ltd
(2013)1(Γ) 2553 και Γλαύκος Μιχαηλίδης κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. 60/11, ημερ. 12.7.
  1. Στη Νεάρχου (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου ................... Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.
  2. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. ................................. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθού η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιό μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθού η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. ................... Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: Ή εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί. ................... Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση. ...................». Στην παρούσα περίπτωση η αγωγή έχει καταχωριστεί επί ειδικώς οπισθογραφημένο κλητηρίου βάσει της Δ.2 κ.6 και ο Εναγόμενος έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Σε σχέση με την υποστηρικτική ένορκη δήλωση δεν αμφισβητείται ότι η ενόρκως δηλούσα είναι εξουσιοδοτημένη από την Ενάγουσα να προβεί στην ένορκη δήλωση της. Αυτό το οποίο επιχειρήθηκε αλλά μόνο κατά την αγόρευση, ήταν να αμφισβητηθεί ότι η ενόρκως δηλούσα έχει «επαρκή θετική γνώση», χωρίς προηγουμένως να έχει τεθεί τέτοιος λόγος ένστασης όπως επιτακτικά προνοεί η Δ.48 κ.4 και η νομολογία (βλ. Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ.92). Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά ο ενιστάμενος πρέπει να εξειδικεύσει τους λόγους ένστασης του με καθαρότητα, λιτότητα και περιεκτικότητα που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή, τηρώντας το καθήκον του να πληροφορήσει τον αντίδικο του, καθώς και το δικαστήριο ως προς τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η ένσταση του. Εν πάση περιπτώσει όμως θα πρέπει να τονιστεί πως το ουσιώδες ζήτημα είναι κατά πόσον κάποιο πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα και τα περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης. Αυτό σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του. Εξ ου και το ότι η φύση της αξίωσης διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.782). Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι απλά. Επικεντρώνονται στο ότι το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο δεν πωλήθηκε στον πλειστηριασμό, με αποτέλεσμα η τράπεζα να ασκήσει το προβλεπόμενο στον Νόμο δικαίωμα αγοράς κατά τον Νοέμβριο του 2020 βάσει αίτησης μετεγγραφής και κατόπιν σχετικών επιστολών της προς τον Εναγόμενο (Τεκμήρια 4, 5 στην αίτηση). Η ενόρκως δηλούσα γνωρίζει όλα όσα διαδραματίστηκαν, τα οποία και παραθέτει με ονόματα και ημερομηνίες, επισυνάπτοντας σειρά σχετικών εγγράφων ή άλλου υλικού όπως οι φωτογραφίες (Τεκμήρια 6, 7, 8, 9). Η προβλεπόμενη στο άρθρο 44ΙΒ του Ν.9/65 αίτηση για μετεγγραφή του ακινήτου, συνοδευόμενη από τα απαραίτητα έγγραφα υπεβλήθη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο στις 19.11.20 και η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει ολόκληρη δέσμη σχετικών εγγράφων ως Τεκμήριο
  1. Ας σημειωθεί πως ο Εναγόμενος δεν αμφισβητεί τη μετεγγραφή του ακινήτου, εξ ου και δηλώνει ότι εάν του επιτραπεί να υπερασπιστεί θα επιδιώξει την ακύρωση της μεταβίβασης επ' ονόματι των αιτητών, τους οποίους και ο ίδιος αποκαλεί ως «απόλυτους ιδιοκτήτες». Πέραν αυτών η ενόρκως δηλούσα υπέρ της Ενάγουσας δηλώνει ρητώς ότι ο Εναγόμενος δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή. Έπεται λοιπόν πως η Ενάγουσα έχει στοιχειοθετήσει τις προϋποθέσεις οι οποίες βαρύνουν τη δική της πλευρά, καταδεικνύοντας ότι είναι ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου το οποίο κατέχει ο Εναγόμενος αρνούμενος να το παραδώσει. Όπως έχει λεχθεί, με την ικανοποίηση των ως άνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα, τα οποία να θεωρηθούν επαρκή ούτως ώστε να τού δοθεί η δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης. Στην παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα προωθεί την αγωγή της στη βάση ιδιοκτησιακού δικαιώματος της προβάλλοντας ότι ο Εναγόμενος, αρνούμενος να το παραδώσει και εξακολουθώντας να το κατέχει χωρίς την άδεια ή συγκατάθεση της, διαπράττει παράνομη επέμβαση για την οποία ζητά την απόδοση ελεύθερης κατοχής, αποζημιώσεις και ενδιάμεσα οφέλη. Σύμφωνα με τον Νόμο παράνομη επέμβαση συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία άλλου (άρθρο 43 του Κεφ.148). Από δικής του πλευράς ο Εναγόμενος δεν προβάλλει οτιδήποτε απέναντι στη θέση ότι ο ίδιος όντως κατέχει το ακίνητο και ότι αρνείται να το παραδώσει. Το μόνο το οποίο πράττει ο Εναγόμενος είναι να προαναγγέλλει ότι θα αμφισβητήσει την όλη διαδικασία του πλειστηριασμού η οποία κατέληξε στην αγορά του ακινήτου. Ειδικότερα προαναγγέλλει τρία ζητήματα για τα οποία, ως ισχυρίζεται, θα έχει απαίτηση (προφανώς εννοεί ανταπαίτηση). Όμως ακόμα και για αυτά δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε γεγονός ή στοιχείο το οποίο δυνητικά θα μπορούσε να κριθεί ως ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση, τουλάχιστον για το ζήτημα της ιδιοκτησίας και την κατοχή του ακινήτου χωρίς άδεια ή συγκατάθεση. Το πρώτο ζήτημα αφορά το θέμα των εκτιμήσεων για την αξία του ακινήτου. Η διαδικασία εκτιμήσεων προνοείται λεπτομερώς στο άρθρο 44Δ του Ν.9/
  2. Ο Εναγόμενος δέχεται ότι παρέλαβε την προβλεπόμενη στον Νόμο ειδοποίηση Τύπου ΙΒ ημερ. 10.6.19 (εμπεριέχεται στο Τεκμήριο 1 της αίτησης) και κυρίως δέχεται ότι επέλεξε να μην λάβει μέρος στο τμήμα αυτό της διαδικασίας με δικό του εκτιμητή. Ούτε αμφισβητεί ότι μέσα από τη διαδικασία προέκυψε επιφυλαχθείσα τιμή ύψους €736.
  3. Η οποία όντως αναγράφεται στην Ειδοποίηση Πλειστηριασμού-Δελτίο Α ημερ. 4.10.
  4. Δεν αναφέρεται να έχουν ληφθεί οποιαδήποτε μέτρα μέσω αγωγής ή έφεσης εναντίον του πλειστηριασμού ή της επιφυλαχθείσας τιμής. Ο μόνος προβληθείς ισχυρισμός είναι ότι η επιφυλαχθείσα τιμή δεν είναι αληθής αλλά και αυτό χωρίς να παρατίθεται οποιοδήποτε στοιχείο ως προς το τι εννοείται. Αφήνεται να νοηθεί ότι αυτό σχετίζεται με τα όσα θα καταδείξει η μαρτυρία ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα. Τον οποίο όμως σήμερα, δηλαδή τρία σχεδόν έτη μετά τον πλειστηριασμό του 2019 ο Εναγόμενος δεν έχει προσεγγίσει ακόμα με αναπόφευκτο αποτέλεσμα να μην υπάρχει κάτι συγκεκριμένο στη διάθεση του Εναγομένου. Σίγουρα η απλή επιθυμία δεν είναι στοιχείο το οποίο θα ενεργοποιούσε έστω και προβληματισμό για τη χορήγηση δικαιώματος υπεράσπισης. Άλλωστε δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή ότι εν τέλει το ακίνητο δεν αγοράστηκε στην επιφυλαχθείσα εκείνη τιμή αλλά στο ποσό των €920.000 ως προκύπτει από την αίτηση μετεγγραφής ημερ. 19.11.20 (εμπεριέχεται στο Τεκμήριο 1 της αίτησης). Το δεύτερο ζήτημα το οποίο προβάλλει ο Εναγόμενος αφορά τη διάρκεια της δημοπρασίας. Αυτό το πράττει και πάλι χωρίς να αναφέρει κάποιο στοιχείο, νόμο ή κανονισμό ο οποίος θα μπορούσε δυνητικά να λειτουργήσει ως υπεράσπιση. Ο κ.5
(2)των περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Κανονισμών του 2015, ΚΔΠ185/15, προνοεί ότι σε καμιά περίπτωση δεν ολοκληρώνεται η πώληση πριν την πάροδο τουλάχιστον μιας ώρας από την έναρξη της και τουλάχιστον 15 λεπτά μετά την τελευταία πλειοδοσία. Στην παρούσα δεν υπάρχει ισχυρισμός για ύπαρξη προσφοράς οπότε δεν τίθεται βάσιμα ζήτημα προς υπεράσπιση για το ότι τερματίστηκε η πώληση σε μια ώρα από την έναρξη της διαδικασίας. Το τρίτο ζήτημα το οποίο προβάλλει ο Εναγόμενος αποτυπώνεται στις θέσεις του ότι δεν έχει διαφανεί να έχουν προσπαθήσει οποιαδήποτε άλλη φορά οι αιτητές να πωλήσουν το επίδικο ακίνητο με πλειστηριασμό παρά την υποχρέωση τους βάσει της νομοθεσίας και ότι άφησαν τον χρόνο να περάσει ούτως ώστε η τιμή να πέσει στο ήμισυ της αγοραίας αξίας και να το αγοράσουν οι ίδιοι στην καλύτερη και ευνοϊκότερη τιμή για αυτούς. Πράγμα το οποίο, σύμφωνα με τον Εναγόμενο, στόχευσαν εξαρχής. Παρέλκει βέβαια η ενασχόληση με το γεγονός ότι από τον ίδιο τον Εναγόμενο δεν υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά ή στοιχείο για το ποια ήταν η αγοραία αξία την οποία εννοεί και κυρίως στη βάση ποιας εκτίμησης. Αντιθέτως, τα όσα άλλα αναφέρει ο Εναγόμενος σε συνδυασμό με το Τεκμήριο 1 συνιστούν στοιχεία υπέρ του ότι τηρήθηκε το άρθρο 44Ε του Νόμου περί αρχικής προσπάθειας πώλησης με επιφυλασσόμενη τιμή το 80% της αγοραίας αξίας, ήτοι €736.000 και ότι αργότερα κατά την ενεργοποίηση του άρθρου 44ΙΑ η Ενάγουσα αγόρασε το ακίνητο στην αγοραία αξία των €936.000 (100%). Δεν υπάρχουν συνεπώς στοιχεία ή γεγονότα ή έστω ενδείξεις ότι η Ενάγουσα ανέμενε την πτώση τιμής στο 50% της αγοραίας (αφού αγόρασε στην αγοραία αξία). Όπως δεν υπάρχουν στοιχεία και περί του ότι μπορούσε να πωλήσει και δεν πώλησε προτού ασκήσει το δικαίωμα αγοράς. Ο ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 44ΙΑ δεν έχει προωθηθεί και παρέλκει επίσης η οποιαδήποτε εξέταση του. Το μόνο σημείο στο οποίο έχουν καταδειχθεί στοιχεία παρέχοντα δικαίωμα υπεράσπισης είναι σε σχέση με την αξίωση της Ενάγουσας για ύπαρξη ζημιών ύψους €4.000 μηνιαίως από την ημέρα που κατέστη ιδιοκτήτης. Η Ενάγουσα παραγνωρίζοντας τη νομολογία περί αγοραίας ενοικιαστικής αξίας αξιώνει το εν λόγω ποσό προβάλλοντας τον απλό μεν αλλά ατεκμηρίωτο συλλογισμό ότι το ακίνητο θα πρέπει να αποδίδει στον ιδιοκτήτη ετησίως ποσόν ύψους 5-6% της τιμής στην οποία το αγόρασε η Ενάγουσα [άρα [920.000Χ5-6):12=4.000 μηνιαίως]. Δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση περί του ότι ασφαλώς και έχει καταδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση επ' αυτού ο Εναγόμενος. Αρκεί η παραπομπή σε κάποιες εκ των υποθέσεων που σχετίζονται με την αναγκαιότητα κατάδειξης της αγοραίας ενοικιαστικής αξίας όπως οι υποθέσεις Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 Α.Α.Δ.882, Γενικός Εισαγγελέας ν. Bahchecioglou κ.ά.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.426, Adrian Holdings Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ.1836, Χρίστου κ.ά. ν. Γεωργίου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ.940 και Κλεάνθους ν. Union General De Bienfaisance Armenien
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ.1659. Κατάληξη Με βάση όλα τα ανωτέρω το δικαστήριο καταλήγει ότι οι σχετικές προϋποθέσεις πληρούνται για μέρος της αξίωσης, χωρίς να έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπεράσπιση, για το οποίο και θα πρέπει να εκδοθεί σχετική απόφαση συνοπτικώς ενώ για το υπόλοιπο μέρος έχει καταδειχθεί καλή υπεράσπιση και θα πρέπει να δοθεί σχετικό δικαίωμα στον Εναγόμενο. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εις βάρος του Εναγομένου ως οι §§Α, Β και Γ της έκθεσης απαίτησης. Σε σχέση με τα διατάγματα υπό τις §§Β και Γ ο χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται σε δύο μήνες από την επίδοση των διαταγμάτων. Λαμβάνοντας υπόψιν τη μερική επιτυχία επιδικάζεται προς όφελος της Ενάγουσας και εις βάρος του Εναγομένου το ½ των εξόδων της αγωγής και της αίτησης ως αυτά θα υπολογιστούν συν ΦΠΑ και νόμιμο τόκο από σήμερα. Σε σχέση με τις υπόλοιπες αξιώσεις ο Εναγόμενος έχει το δικαίωμα να καταχωρίσει υπεράσπιση εντός 14 ημερών από σήμερα. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.