Χρ. Χ" Χριστοφή (Αθηαινίτης) Λτδ ν. JCC Payment Systems Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 6962/2014, 4/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A144 Αρ. Αγωγής: 6962/2014 Μεταξύ: Χρ. Χ" Χριστοφή (Αθηαινίτης) Λτδ (HE3620) Ενάγουσας Και
- JCC Payment Systems Ltd (ΗΕ 29914)
- Bank of Cyprus Public Company Ltd (ΗΕ 165) Εναγομένου Αίτηση ημερ. 20.5.21 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για ειδική αποκάλυψη εγγράφων Ημερομηνία: 4 Απριλίου 2022 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κα Τατιάνα Χλωρακιώτου για Γιώργος Ζ. Γεωργίου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για εναγομένους - καθ' ου η αίτηση: κος Σωκράτης Κόκκινος για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα δραστηριοποιείται στο τομέα των υπεραγορών και ασχολείται μεταξύ άλλων με το λιανικό εμπόριο. H εναγόμενη 1 δραστηριοποιείται στον τομέα των συστημάτων πληρωμών με τραπεζικές κάρτες και/ή ασχολείται με την αποδοχή εμπόρων για διαχείριση, διεκπεραίωση και αποπληρωμή των συναλλαγών με κάρτες και άλλες συναφείς εργασίες. Η εναγόμενη 2 είναι τραπεζικός χρηματοπιστωτικός οργανισμός και διεξάγει τραπεζικές εργασίες υπό τον έλεγχο και την εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Είναι η θέση της ενάγουσας όπως εκφράζεται στο κλητήριο ένταλμα, ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημ. 22.11.2011, η εναγόμενη 1 συμφώνησε να παρέχει προς την ενάγουσα, υπηρεσίες διεκπεραίωσης και αποπληρωμής συναλλαγών μέσω συγκεκριμένων συστημάτων επεξεργασίας καρτών, έναντι συμφωνηθείσας και/ή εύλογης αμοιβής. Μεταξύ άλλων συμφωνήθηκε όπως οι πληρωμές των καταθέσεων που παραλαμβάνονταν από τα τερματικά της ενάγουσας θα γίνονταν εντός μιας εργάσιμης ημέρας από την ημερομηνία λήψης της κατάθεσης. Ως «εργάσιμη ημέρα» ορίστηκε η οποιαδήποτε ημέρα πλην των τραπεζικών αργιών, όπως καθορίζονται στο περί Τραπεζικών Αργιών Νόμο. Η πιο πάνω Συμφωνία τροποποιήθηκε στις 19.7.2012 για να υλοποιηθεί η συμφωνηθείσα μείωση στα Δικαιώματα Εξυπηρέτησης Πελατών της εναγομένης 1, μέσω επιστολής της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα. Στην εν λόγω επιστολή σύμφωνα με το κλητήριο, επαναλαμβανόταν ο όρος της αρχικής συμφωνίας ότι ο τραπεζικός λογαριασμός της ενάγουσας θα πιστωνόταν με τα ποσά των συναλλαγών που διεκπεραίωνε σε μια
(1)εργάσιμη ημέρα. Για την πραγματοποίηση των σκοπών της ως άνω συμφωνίας, η ενάγουσα διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό επ' ονόματι της, στην εναγόμενη 2 τράπεζα. Ο εν λόγω λογαριασμός έφερε κυμαινόμενο επιτόκιο επί των καταθέσεων. Στην συνέχεια όπως αναφέρεται στο κλητήριο ένταλμα, λόγω της έκρυθμης κατάστασης που είχε διαμορφωθεί αμέσως μετά από την απόφαση του Eurogroup ημερομηνίας 16.03.13 και την μετέπειτα απόρριψη της ψήφισης του νομοσχεδίου για την επιβολή τέλους επί των καταθέσεων από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, κατά τη περίοδο μεταξύ 16ης Μαρτίου 2013 και 27ης Μαρτίου 2013 τηρήθηκε τραπεζική αργία. Στις πιο πάνω τραπεζικές αργίες, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου απαγόρευε και/ή εμπόδιζε προσωρινά την εισαγωγή εντολών πληρωμής ή μεταφοράς κεφαλαίων σε οιοδήποτε σύστημα πληρωμών, εκκαθάρισης ή και διακανονισμού συναλλαγών που λειτουργεί εντός ή εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων εντολών εντός του ιδίου πιστωτικού ιδρύματος. Αναφέρεται περαιτέρω στο κλητήριο ένταλμα ότι κατά την περίοδο των πιο πάνω τραπεζικών αργιών, η ενάγουσα που δραστηριοποιείται στο τομέα των υπεραγορών και λιανικών πωλήσεων, διεξήγαγε κανονικά τις εργασίες της. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι μετά από διαβεβαιώσεις της εναγόμενης 1 ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε κίνδυνος να υποστεί ζημιά, η ενάγουσα εισέπραττε μεγάλα ποσά μέσω των συστημάτων καρτών της εναγομένης 1. Ακολούθως, η ενάγουσα, τηρώντας τους όρους της συμφωνίας και κατόπιν οδηγιών της εναγόμενης 1, προέβαινε σε εκτέλεση εντολής κατάθεσης των ποσών που προέκυπταν από όλα τα τερματικά τους, καθημερινώς προς την εναγόμενη 1. Είναι περιατέρω η θέση της ενάγουσας ότι κατά τη περίοδο των πιο πάνω τραπεζικών αργιών, η εναγόμενη 1 κατά παράβαση της συμφωνίας και των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας, προχωρούσε σε μεταφορές των καταθέσεων της ενάγουσας στο λογαριασμό της, σε ημέρες κατά τις οποίες τηρείτο τραπεζική αργία. Επιπλέον, η εναγόμενη 2 επέλεξε να ενεργήσει έξω από τα πλαίσια και κατά παράβαση των Νόμων και/ή των Διαταγμάτων που καθόριζαν τις Τραπεζικές Αργίες και/ή των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας που απαγόρευαν και/ή εμπόδιζαν προσωρινά την εισαγωγή εντολών πληρωμής ή μεταφοράς κεφαλαίων σε οιοδήποτε σύστημα πληρωμών, και επέτρεψε στην εναγόμενη 1 να προβαίνει σε πληρωμές των καταθέσεων της ενάγουσας στο λογαριασμό της ενώ τηρείτο τραπεζική αργία. Επιπρόσθετα, οι πιο πάνω ενέργειες και/ή παραλείψεις των εναγομένης 1 συνιστούσαν κατά την ενάγουσα αμέλεια, αφού δεν είχε επιδείξει τη δέουσα λογική φροντίδα και/ή προσοχή και/ή επιδεξιότητα, η οποία θα έπρεπε να επιδειχθεί υπό τις περιστάσεις προς την ενάγουσα, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί ζημιά. Τους ίδιους ισχυρισμούς για αμέλεια προβάλλει η ενάγουσα και για την εναγομένη 2 Τράπεζα. Σύμφωνα με την ενάγουσα, δυνάμει των όρων της συμφωνίας και την συνήθη πρακτική, η εναγόμενη 1 όφειλε να κρατήσει τις καταθέσεις της ενάγουσας στους λογαριασμούς της εναγόμενης 1, οι οποίοι είχαν εξαιρεθεί από το σχετικό κούρεμα (bail in), και να προβεί στις εν λόγω πληρωμές στο λογαριασμό της ενάγουσας την επόμενη εργάσιμη ημέρα, ήτοι στις 28 Μαρτίου 2013. Αντιθέτως, η εναγομένη 1 κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας, μετέφερε τα ποσά των συναλλαγών, στον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας στην εναγομένη 2, κατά την περίοδο των πιο πάνω τραπεζικών αργιών ο οποίος όμως είχε απομειωθεί ως αποτέλεσμα των μέτρων διάσωσης της εναγομένης 2. Βάσει του Διατάγματος περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ 2013 (Κ.Δ.Π. 103/2013), η ημερομηνία εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα (bail
- in)στις καταθέσεις της ενάγουσας ήταν η 26.03.2013. Ως εκ των ανωτέρω, τα ποσά ήτοι €936,431.18, τα οποία εισπράχθηκαν και απεστάλησαν από τα τερματικά της ενάγουσας προς την εναγόμενη 1 για επεξεργασία κατά την περίοδο των πιο πάνω τραπεζικών αργιών και στην συνέχεια μεταφέρθηκαν από την εναγόμενη 1 στον λογαριασμό της ενάγουσας ενώ τηρούντο συνεχόμενες Τραπεζικές Αργίες, αποτέλεσαν αντικείμενο κουρέματος (bail
- in)της τάξεως του 47.5%, μαζί με τα υπόλοιπα ποσά που ήταν κατατεθειμένα στο λογαριασμό της ενάγουσας. Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι παρά το γεγονός ότι οι εναγόμενοι κατ' επανάληψη κλήθηκαν να εξαιρέσουν το ποσό των €936,431.18 από το συνολικό ποσό των καταθέσεων της, ως όφειλαν βάσει των συμφωνηθέντων, μέχρι σήμερα παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν να το πράξουν. Ως εκ τούτου, είναι η θέση της ενάγουσας ότι ένεκα της αντισυμβατικής, αμελούς και παράνομης συμπεριφοράς των εναγομένων, η ενάγουσα έχει υποστεί ζημιές ύψους €444,804.81, τις οποίες διεκδικεί με την παρούσα αγωγή της. Διεκδικεί επίσης αποζημιώσεις λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς των εναγομένων και επιπρόσθετα αποζημιώσεις για τόκους που η ενάγουσα έχει απωλέσει λόγω των πράξεων και/ή παραλείψεων των εναγομένων και/ή στα πλαίσια της παράβασης της πιο πάνω συμφωνίας. Οι εναγόμενοι με τις υπερασπίσεις τους αρνούνται οποιανδήποτε ευθύνη για αμέλεια ή παράβαση σύμβασης. Υποστηρίζουν μεταξύ άλλων ότι η μεταφορά από την εναγομένη 1, των υπό κρίση ποσών στον λογαριασμό της ενάγουσας που τηρούσε στην εναγομένη 2 τράπεζα, έγινε κατόπιν οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Επιπλέον, σε περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες της υπεράσπισης της εναγομένης 1, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η Κεντρική Τράπεζα με προφορικές και γραπτές οδηγίες, επέτρεπε στην εναγομένη 1 να διεξάγει συναλλαγές από 16 μέχρι 26.3.13. Οι γραπτές οδηγίες κοινοποιήθηκαν στην εναγομένη 1 μέσω email ή τηλεομοιότυπου ενώ οι προφορικές οδηγίες κατόπιν καθημερινής τηλεφωνικής επικοινωνίας. Αναφέρεται επίσης ότι η εναγομένη 1 απέστελλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην Κεντρική Τράπεζα την αναλυτική εικόνα των ημερήσιων συναλλαγών και η Κεντρική Τράπεζα έδιδε την έγκριση της. Στην συνέχεια η εναγομένη 1 είτε προφορικά είτε γραπτώς, ενημέρωνε τους πελάτες της για την κανονική λειτουργία των συναλλαγών με κάρτες. Στις λεπτομέρειες υπεράσπισης και των δύο εναγομένων αναφέρεται ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου στις 27.3.2013 εξέδωσε ανακοίνωση για την επανέναρξη λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς επίσης, και τα περιοριστικά μέτρα τα οποία θα ισχύουν από την επανέναρξη. Οι εν λόγω οδηγίες για τα capital controls, ανανεώνονταν κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Στις 29.3.2013, δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η ΚΔΠ 103/2013. Οι εναγόμενοι ακολουθούσαν και συμμορφώνονταν με την κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ισχύουσα Νομοθεσία. Άλλωστε, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου είναι η εποπτική αρχή των πιστωτικών ιδρυμάτων σύμφωνα με την Νομοθεσία εξ' ου και οι εναγόμενοι δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να ακολουθούν τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας. Οι οδηγίες αυτές ήταν γραπτές και κοινοποιήθηκαν στους εναγομένους, μετά την έναρξη επαναλειτουργίας τους και κατά την δημοσίευση τους. Στην συνέχεια και μετά από την προδικαστική εκατέρωθεν καταχώρηση ενόρκων αποκάλυψης εγγράφων, ακολούθησε από πλευράς ενάγουσας η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία ζητά ειδική αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων. Η παρούσα αίτηση Η ενάγουσα αιτείται συγκεκριμένα τα πιο κάτω: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους όπως εντός 10 ημερών από την έκδοση του παρόντος διατάγματος, ετοιμάσουν και καταχωρήσουν ένορκη δήλωση, δηλώνοντας κατά πόσο, έχουν ή είχαν σε οποιοδήποτε στάδιο στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο τους (possession, custody or power) την οδηγία και/ή εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου προς τους Εναγόμενους και/ή τους αντιπροσώπους αυτών και/ή προς όλες τις τράπεζες και υποκαταστήματα στην Κύπρο, με ημερομηνία 16.3.2013 και θέμα «Λήψη μέτρων δυνάμει των περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμων του 2002 έως 2007» και/ή οποιαδήποτε άλλη οδηγία και/ή εγκύκλιο από την Κεντρική Τράπεζα η οποία στάλθηκε στους Εναγόμενους μεταξύ 15.03.2013-27.03.2013 και η οποία σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στην Δ.28 Θ.Θ 1-15 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου, από το γραφείο των συνηγόρων της ενάγουσας. Αναφέρεται στην πιο πάνω ένορκη δήλωση ότι η ανάγκη για καταχώρηση της παρούσας αίτησης, προέκυψε περί τον Μάρτιο του 2021 όταν οι δικηγόροι της ενάγουσας κατά τη μελέτη της υπόθεσης, διαπίστωσαν ότι στις ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων των εναγομένων ημερομηνίας 27.9.2017 και 31.8.2017, δεν συμπεριλήφθηκαν έγγραφα στα οποία γίνεται εκτενής αναφορά στα δικόγραφα, τα οποία καταχωρήθηκαν από πλευράς τους. Συγκεκριμένα, στις υπερασπίσεις ημερομηνίας 7.5.2015 καθώς και στις περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες των εναγομένων ημερομηνίας 24.8.2016, γίνονται πολλαπλές αναφορές σε αποφάσεις, εγκρίσεις, εγκύκλιους, πρόνοιες και οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, στη βάση των οποίων οι εναγόμενοι λάμβαναν αποφάσεις. Δεν έγινε όμως αποκάλυψη των εν λόγω εγγράφων από τους εναγομένους ούτε και παρουσίαση τέτοιων εγγράφων στην ενάγουσα κατά το στάδιο επιθεώρησης των εγγράφων. Η ενάγουσα προέβηκε σε έρευνα αναφορικά με οδηγίες και εγκύκλιους της Κεντρικής Τράπεζας, οι οποίες στάλθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο προς όλες τις τράπεζες και υποκαταστήματα στην Κύπρο, μεταξύ των οποίων και στου εναγομένους. Εντοπίστηκε στο διαδίκτυο σχετικό δημοσίευμα στο οποίο παρατίθενται αποσπάσματα της οδηγίας ημερομηνίας 16.3.2013 από την Κεντρική Τράπεζα προς τον τότε Διευθύνων Σύμβουλο της εναγομένης 2. Στο εν λόγω δημοσίευμα γίνεται αναφορά μόνο σε αποσπάσματα της οδηγίας. Προς τούτο η ενάγουσα προέβη σε περαιτέρω έρευνα για να εντοπίσει αυτούσια την εν λόγω οδηγία. Εν τέλει εντοπίστηκε σε διάφορα δημοσιεύματα η οδηγία, η οποία, αν και με πανομοιότυπο λεκτικό, δεν αποκαλύπτει το όνομα του παραλήπτη. Από την έρευνα προκύπτει περαιτέρω ότι ο τέως πρόεδρος της Λαϊκής Τράπεζας, Ανδρέας Φιλίππου, καταθέτοντας ενώπιον της Ερευνητικής Επιτροπής, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η οδηγία αποστάλθηκε από τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας προς όλα τα τραπεζικά ιδρύματα. Το εν λόγω γεγονός, επιβεβαιώνεται από την ίδια την Κεντρική Τράπεζα σε ανακοίνωση της ημερομηνίας 29.7.2013. Σε αυτήν αναφέρεται ότι η Κεντρική Τράπεζα εξέδωσε εγκύκλιο με την οποία αναστέλλει προσωρινά, τον διακανονισμό εντολών που έχουν ήδη εισαχθεί προς εκτέλεση σε οιοδήποτε σύστημα, πληρωμών ή εκκαθάρισης ή και διακανονισμού συναλλαγών που λειτουργεί εντός ή εκτός της Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων εντολών εντός του ιδίου πιστωτικού ιδρύματος (intra-bank transactions). Αναφέρεται περαιτέρω ότι τα συστήματα πληρωμών για εμβάσματα εξερχόμενα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, δεν ήταν σε λειτουργία τις μη εργάσιμες ημέρες. Επομένως, οποιεσδήποτε πράξεις είχαν εισαχθεί προς εκτέλεση μετά το πέρας των εργασιών της Παρασκευής 15 Μαρτίου, υπόκεινται στην πιο πάνω εγκύκλιο και δεν επιτρεπόταν η εκτέλεση τους. Είναι η θέση του ομνύοντος ότι η πιο πάνω οδηγία καθώς και οποιαδήποτε άλλη οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας αφορά τα εν λόγω ζητήματα και στάλθηκε στους εναγομένους, σχετίζεται άμεσα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης εφόσον αποτελεί επίδικο ζήτημα το κατά πόσο οι εναγόμενοι νομιμοποιούντο να εκτελούν πληρωμές και μεταφορές χρημάτων κατά την περίοδο από 16.3.2013 έως 27.3.2013. Επιπρόσθετα, προκύπτει εκ πρώτης όψεως, ότι η εν λόγω οδηγία βρίσκεται ή σε κάποιο στάδιο στο παρελθόν βρισκόταν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο των εναγομένων και υπάρχει εύλογη υποψία ότι οι εναγόμενοι έχουν στην κατοχή τους και άλλες σχετικές οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, τις οποίες δεν έχουν αποκαλύψει. Σύμφωνα με τον εφεσείοντα, στις 31.3.2021, η ενάγουσα απέστειλε προς τους εναγομένους επιστολή με την οποία τους καλούσε να αποκαλύψουν τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου στις οποίες αναφέρονται στα δικόγραφα τους, μεταξύ των οποίων και την ανωτέρω οδηγία με ημερομηνία 16.3.2013 και με θέμα «Λήψη μέτρων δυνάμει των περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμων του 2002 ως 2007». Όμως οι εναγόμενοι δεν απάντησαν στην εν λόγω επιστολή. Ως εκ τούτου η ενάγουσα σύμφωνα με τον ομνύοντα, καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία αιτείται την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τους εναγόμενους να αποκαλύψουν τα πιο πάνω έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους. Η ειδοποίηση ένστασης Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης στην έγκριση του αιτήματος. Ως λόγους ένστασης, αναφέρουν τα πιο κάτω: α) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Τα διατάγματα που οι Ενάγοντες/Αιτητές προωθούν είναι διαζευκτικά στην φύση τους, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να προωθούν την παρούσα αίτηση καταχρηστικά, από την στιγμή που η έκδοση αυτών ζητείται διαζευκτικά κι επομένως καθιστά την παρούσα αίτηση άνευ αντικειμένου. (γ) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (δ) Τα αναφερόμενα εις το σώμα της αίτησης έγγραφα, που οι Αιτητές αιτούνται να αποκαλυφθούν, δεν συγκεκριμενοποιούνται αλλά ούτε και προσδιορίζονται με σαφήνεια και ακρίβεια, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατά πόσον αυτά σχετίζονται με τα επίδικα θέματα αλλά και το κατά πόσον οι διάδικοι (καθ' ων η αίτηση) από τους οποίους επιζητείται η αποκάλυψη, τα έχουν ή είχαν στην κατοχή τους. (ε) Τα έγγραφα που επιζητείται να αποκαλυφθούν και που αναφέρονται εις το σώμα της αίτησης, είναι γενικής και αόριστης φύσεως, με αόριστο και ασαφή προσδιορισμό αυτών, με συνεπακόλουθο αποτέλεσμα να μην καθίσταται εφικτός ο προσδιορισμός των εγγράφων με σαφήνεια και ακρίβεια. (στ) Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν απέδειξαν μία εκ πρώτης όψεως κατοχή των εγγράφων που αναφέρονται εις τη αίτησης από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Αντιθέτως παραδέχονται ότι τα έγγραφα αυτά αποστάλθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, κάτι το οποίο, θα μπορούσε να επιλυθεί κατά την Ακρόαση της αγωγής με σχετική προσκόμιση μαρτυρίας από λειτουργό της ΚΤΚ. (ζ) Οι ενάγοντες/αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, όπως αυτά καταγράφονται και διατυπώνονται στο αιτητικό τους. (η) Οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ακολούθησαν και ακολουθούν πάντα την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία. (θ) Η εν λόγω υπό κρίση αίτηση, επιδιώκει την αλίευση μαρτυρίας (fishing expedition), μαρτυρία την οποία οφείλουν να προσκομίσουν οι Ενάγοντες προς απόδειξη των δικογραφημένων ισχυρισμών τους. (ι) Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν προσδιορίζουν εις το σώμα της αίτησης αλλά ούτε και στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει αυτήν, την σχετικότητα των εγγράφων των οποίων επιζητείται η αποκάλυψη, με τα επίδικα θέματα που δικογραφούνται. (ια) Η παρούσα αίτηση αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης, καταχωρήθηκε καταχρηστικά και υποβάλλεται σε τέτοιο καθυστερημένο στάδιο εις την διαδικασία, με αποτέλεσμα και σκοπό όπως καθυστερήσει και να εκτροχιάσει την διαδικασία. (ιβ) Το αιτούμενο διάταγμα συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court). Οι Εναγόμενοι/Καθ'ων η αίτηση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, έχουν ήδη αποκαλύψει δυνάμει της Διαταγής 28, Θεσμό 1 με ένορκη δήλωσή τους, το σύνολο των εγγράφων που σχετίζονται με την εν λόγω υπόθεση και που αυτοί έχουν στην κατοχή τους (ιγ) Κάποια εκ των εγγράφων που περιγράφονται εις την αίτηση, με τον τρόπο που αναγράφονται ο οποίος δεν συγκεκριμενοποιεί τούτα, η αποκάλυψη τούτων πιθανόν να παραβιάζεται το άρθρο 29 του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997 (Νόμος 66
(1)/97) που αναφέρεται στο τραπεζικό απόρρητο. Την ειδοποίηση ένστασης, συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου από το γραφείο των συνηγόρων των εναγομένων. Σε αυτή, επαναλαμβάνονται και αναλύονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Επιπρόσθετα, η ομνύουσα αναφέρει ότι η παρούσα αίτηση για ειδική αποκάλυψη εγγράφων, έχει ως μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει και εκτροχιάσει την όλη διαδικασία. Οι εναγόμενοι κατά την ομνύουσα, έχουν ήδη αποκαλύψει δυνάμει της Δ.28, Θ.1 με ένορκη δήλωσή τους, το σύνολο των εγγράφων που σχετίζονται με την εν λόγω υπόθεση και που οι αυτοί έχουν στην κατοχή τους. Αγορεύσεις Αμφότεροι οι συνήγοροι κατέθεσαν με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, επεξηγώντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο στάδιο αυτό στις θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει όπου χρειάζεται, στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Η αποκάλυψη εγγράφων, στοχεύει στην προδικαστική παρουσίαση έγγραφης μαρτυρίας που σχετίζεται με την διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για τον σκοπό προετοιμασίας της ακρόασης. Αντίθετα με την γενική αποκάλυψη εγγράφων δυνάμει της Δ.28 Θ.1, ένας διάδικος μπορεί να ζητήσει την αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων (ειδική αποκάλυψη) δυνάμει της Δ.28 Θ.11 η οποία έχει ως εξής: 11. The Court or a Judge may, on the application of any party to a cause or matter at any time, and whether in affidavit of documents shall or shall not have already been ordered or made, make an order requiring any other party to state by affidavit whether any particular document or documents or any class or classes of documents specified or indicated in the application, is or are, or has or have at any time been, in his possession, custody or power; and, if not then in his possession, custody or power, when he parted with the same and what has become thereof. Such application shall be made on an affidavit stating that in the belief of the deponent the party against whom the application is made has, or has at some time had in his possession, custody or power, the particular document or documents or the class or classes of documents specified or indicated in the application, and that they relate to the matters in question in the cause or matter, or to some or one of them. Προκύπτει από το κείμενο της πιο πάνω διαταγής ότι το Δικαστήριο δύναται να διατάξει οιονδήποτε διάδικο να δηλώσει με ένορκη δήλωση κατά πόσον οιονδήποτε ειδικό έγγραφο ή τάξεις εγγράφων που εξειδικεύονται στην αίτηση, είναι ή ήταν καθ' οιονδήποτε χρόνο στην κατοχή του, φύλαξη ή έλεγχο του και αν δεν είναι, πότε τα αποξενώθηκε και τι απέγιναν. Τέτοια αίτηση πρέπει να συνοδεύεται με ένορκη δήλωση που να αναφέρει ότι εξ όσων κάλλιον πιστεύει ο ενόρκως δηλών, ο διάδικος εναντίον του οποίου γίνεται η αίτηση, έχει ή είχε σε κάποιο στάδιο στην κατοχή του, φύλαξη ή έλεγχο του αυτά τα έγγραφα που καθορίζονται στην αίτηση και ότι αυτά σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Αίτημα για ειδική αποκάλυψη μπορεί να γίνει μετά την γενική αποκάλυψη όταν υποστηριχθεί από διάδικο ότι συγκεκριμένα έγγραφα δεν αποκαλύφθηκαν από τον αντίδικο του. Μπορεί όμως να ζητηθεί και πριν από την ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης όπου ένας διάδικος κρίνει ότι η ειδική αποκάλυψη εγγράφων, είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και θα βοηθήσει την υπόθεση του. Το στοιχείο αυτό, προκύπτει από το λεκτικό της ίδιας της Δ.28 Θ.11 όπου αναφέρεται ότι η σχετική αίτηση μπορεί να καταχωρηθεί, ανεξάρτητα του αν έχει προηγηθεί ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης. Το διάταγμα ειδικής αποκάλυψης επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πρωταρχικό στοιχείο αποτελεί η σχετικότητα του εγγράφου με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Στην παλαιά υπόθεση The National Bank of Greece SA. v. Mitsides
(1962)C.L.R. 40, 42, υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από τo Annual Practice 1962, p.719: «Documents are relevant which may either directly or indirectly enable the party seeking discovery either to advance his own case or damage that of his adversary, or which may fairly lead to a train of enquiry which may have either of these two consequences.» Η Δ.28 Θ.11 που ρυθμίζει την ειδική αποκάλυψη εγγράφων, είναι πανομοιότυπη με την O.31 R.19 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών και ως εκ τούτου η Αγγλική νομολογία είναι καθοδηγητική επί του θέματος (βλ. TBF (Cyprus) Ltd v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου A.E κ.ά.
(2001)1Α Α.Α.Δ. 153, 159). Στην πιο πάνω υπόθεση, παρατέθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση Astra - Nat Productions v. Neo - Art Productions [1928] W.N.218. «The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient.» ........................................................................................................... In his Lordship's opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party's affidavit of documents» Ως εκ των πιο πάνω, είναι επίσης αναγκαίο να αποδειχθεί η ύπαρξη του συγκεκριμένου εγγράφου. Περαιτέρω προϋπόθεση έκδοσης του σχετικού διατάγματος πέραν της ύπαρξης των εγγράφων και της σχετικότητας με τα επίδικα θέματα, συνιστά η απόδειξη κατοχής του εγγράφου από τον διάδικο από τον οποίο επιζητείται η αποκάλυψη. Αναφέροντα τα εξής στο σύγγραμμα Annual Practice 1958 στην σελίδα 725, σε σχέση με τον κανόνα της O.31 R.19: «A prima facie case of relevancy and possession of the documents is sufficient to entitle the applicant to the order.» Προκύπτει από όλα τα πιο πάνω ότι στην περίπτωση που επιδιώκεται η αποκάλυψη συγκεκριμένου εγγράφου ή κατηγορίας εγγράφων δυνάμει της Δ.28 Θ.11, είναι αναγκαίο να αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως η ύπαρξη αυτών των εγγράφων όπως βέβαια και η σχετικότητα τους με τα επίδικα θέματα αλλά και εκ πρώτης όψεως ότι τα έγγραφα, είναι ή ήταν καθ' οιονδήποτε χρόνο στην κατοχή του καθ' ου η αίτηση. Στην Αγγλική απόφαση Vernon v. Bosley (No 2)
(1997)1 All E.R 614, γίνεται εκτενής ανάλυση της διαδικασίας αποκάλυψης εγγράφων. Συνάγεται από την πιο πάνω απόφαση, συνεχής και αδιάκοπη υποχρέωση των διαδίκων να αποκαλύπτουν έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους έστω και αν αυτά έχουν ξεχαστεί ή αγνοηθεί ή υποτίθεται ότι δεν υπήρχαν πριν την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης. Η ειδική αποκάλυψη παρόλα αυτά δεν είναι επιτρεπτή όταν στοχεύει στο "ψάρεμα" μαρτυρίας ή όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή μπορεί να θεωρηθεί ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της Δίκης (βλ. Τυλληρή ν. Λαϊκής Τράπεζας
(1998)1Δ Α.Α.Δ 2271). Στην ίδια υπόθεση λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με το αίτημα αποκάλυψης εγγράφων: « Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεσή του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς "ψαρέματος" μαρτυρίας ή όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη.» Συμπεράσματα Είναι η θέση των συνηγόρων των εναγομένων ότι η αίτηση είναι αόριστη και ασαφής γιατί δεν εξειδικεύονται τα έγγραφα, των οποίων επιζητείται η αποκάλυψη. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω άποψη. Είναι σαφές από το αιτητικό μέρος της αίτησης ότι επιζητείται η αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων. Ήτοι της οδηγίας/εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου με ημερομηνία 16.3.2013 και θέμα «Λήψη μέτρων δυνάμει των περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμων του 2002 έως 2007». Επιζητείται επίσης η αποκάλυψη οποιαδήποτε άλλης εγκυκλίου ή οδηγίας που στάλθηκε στους εναγόμενους από την Κεντρική Τράπεζα μεταξύ 15.3.2013 και 27.3.2013 και η οποία να σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Ως προς το πρώτο σκέλος της αίτησης, είναι σαφές ότι επιζητείται η αποκάλυψη συγκεκριμένης οδηγίας με καθορισμένο τίτλο και ημερομηνία. Να σημειωθεί δε ότι αναφορά ως προς την ύπαρξη της πιο πάνω οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας προς τα πιστωτικά ιδρύματα με την συγκεκριμένη ημερομηνία και τίτλο, γίνεται και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Hellenic Bank Public Company Limited που αφορούσε την αίτηση για προνομιακά εντάλματα 233/2020 ημ. 2.8.
- Ως προς το δεύτερο σκέλος της αίτησης, αναφέρονται οι ημερομηνίες κατά τις οποίες στάλθηκαν σχετικές με τα επίδικα θέματα οδηγίες. Δεν είναι επίσης ορθή η θέση των εναγομένων ότι δεν αποδείχθηκε μία εκ πρώτης όψεως κατοχή εκ μέρους τους, των εγγράφων που αναφέρονται στην αίτηση. Υπενθυμίζω ότι οι ίδιοι οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους, επικαλούνται οδηγίες και εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας με τις οποίες επιτρεπόταν στην εναγομένη 1 να διεξάγει συναλλαγές από 16 μέχρι 26.3.
- Ως εκ τούτου σύμφωνα με τους ιδίους τους εναγομένους, η μεταφορά από την εναγομένη 1 των υπό κρίση ποσών στον λογαριασμό της ενάγουσας που τηρούσε στην εναγομένη 2 τράπεζα, έγινε κατόπιν συγκεκριμένων οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Είναι τις ίδιες γραπτές οδηγίες που η ενάγουσα ζητά να αποκαλυφθούν με την παρούσα αίτηση της. Για τους ίδιους λόγους, προκύπτει σαφώς ότι τα εν λόγω έγγραφα σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αφού άπτονται της υπεράσπισης των εναγομένων να διεξάγουν τις επίδικες συναλλαγές από 16 μέχρι 26.3.
- Συναλλαγές για τις οποίες η ενάγουσα, ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν δικαίωμα να διεξάγουν. Είναι σαφές από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι όχι μόνο εξειδικεύονται τα έγγραφα των οποίων η ενάγουσα ζητά την αποκάλυψη αλλά επιπλέον προκύπτει μια εκ πρώτης όψεως κατοχή των εν λόγω εγγράφων από τους εναγομένους και επιπλέον ότι αυτά, σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Από την υπεράσπιση των ιδίων των εναγομένων, προκύπτει ότι υπήρχαν γραπτές οδηγίες από την Κεντρική Τράπεζα που αποστέλλονταν σε αυτούς με τις οποίες επιτρεπόταν η μεταφορά των επίδικων ποσών από την εναγομένη 1 στον λογαριασμό της ενάγουσας, στην εναγομένη 2 τράπεζα. Στοιχείο που είναι το κύριο επίδικο γεγονός της παρούσας αφού σύμφωνα με την ενάγουσα, κάτι τέτοιο δεν επιτρεπόταν από την συμφωνία που είχε υπογράψει με την εναγομένη
- Το ζήτημα δεν θα μπορούσε να επιλυθεί κατά την ακρόαση, με την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας από την Κεντρική Τράπεζα, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Υπενθυμίζεται ότι η αποκάλυψη εγγράφων, στοχεύει στην προδικαστική παρουσίαση έγγραφης μαρτυρίας που σχετίζεται με την διαφορά για τον σκοπό προετοιμασίας της ακρόασης και για να μην βρεθούν οι διάδικοι προ εκπλήξεων. Αποδοχή της πιο πάνω θέσης των εναγομένων θα εξουδετέρωνε στην ουσία τον σκοπό της προδικαστικής αποκάλυψης αφού όλα τα έγγραφα που αποκαλύπτονται προδικαστικά δυνάμει της Δ.28, μπορούν δυνητικά να προσκομιστούν στην ακρόαση. Ούτε τίθεται ζήτημα παραβίασης του άρθρου 29 του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66(Ι)/97 που αναφέρεται στο τραπεζικό απόρρητο όπως ισχυρίζεται ο συνήγορος των εναγομένων στην αγόρευση του. Από το υλικό που προσκομίστηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι μέρος της εγκυκλίου ημ.16.3.2013, δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο και ότι επιπλέον, η ίδια η Κεντρική Τράπεζα με ανακοίνωση της ημερομηνίας 29.7.2013 αναφέρεται στην συγκεκριμένη εγκύκλιο. Επιπλέον τα υπό κρίση έγγραφα δεν εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 29 του Νόμου 66(Ι)/97 αφού δεν αποτελούν λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη πιστωτικού ιδρύματος, που το άρθρο 29.1 προστατεύει. Αντιθέτως, συνιστούν οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας που σημειωτέον, οι ίδιοι οι εναγόμενοι επικαλούνται με την υπεράσπιση τους χωρίς να θέτουν ζήτημα τραπεζικού απορρήτου. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που τα εν λόγω έγγραφα συνιστούσαν τραπεζικό απόρρητο, αυτά εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρου 29.2 (γ) αφού αφορούν δικαστική διαδικασία μεταξύ του τραπεζικού ιδρύματος και του πελάτη, στην συγκεκριμένη περίπτωση της ενάγουσας εταιρείας. Να σημειωθεί επιπλέον ότι εκτενής αναφορά στην εγκύκλιο 16.3.2013 γίνεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Hellenic Bank (ανωτέρω). Ούτε είναι ορθή η θέση του συνηγόρου για τους εναγόμενους ότι η παρούσα αίτηση αποσκοπεί στην αλίευση μαρτυρίας. Όπως έχω προαναφέρει, προκύπτει από το υλικό που κατατέθηκε ενώπιον μου ότι η αιτούμενη αποκάλυψη, στοχεύει στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με την επίδικη διαφορά και κρίνονται αναγκαία για σκοπούς προετοιμασίας της ακρόασης από πλευράς ενάγουσας. Εκδίδεται ως εκ τούτου διάταγμα ως η παράγραφος Α της παρούσας αίτησης. Οι εναγόμενοι να επιβαρυνθούν επίσης με τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο