← Κύπρος

SAULITE ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 3359/13, 30/5/2022

SAULITE ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 3359/13, 30/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A173 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 3359/13 Μεταξύ: XXXXX SAULITE εκ Λετονίας Ενάγουσα και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγόμενος ---------------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Μαΐου 2022 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κα Ρ. Πεκρή για Νικολέττα Χαραλαμπίδου ΔΕΠΕ Για εναγόμενο: κα Π. Χαραλάμπους ΑΠΟΦΑΣΗ Τα πλείστα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι είτε παραδεκτά είτε συνιστούν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Τα παραθέτω. Η ενάγουσα είναι Λετονή υπήκοος η οποία εισήλθε στη Δημοκρατία περί το 2005 για να εργαστεί ως Ευρωπαία πολίτης. Αν και μέχρι και τον Αύγουστο του 2007 η ενάγουσα έτυχε σε διάφορες περιπτώσεις να αποχωρήσει από τη Δημοκρατία ώστε να μεταβεί σε άλλη χώρα για σκοπούς εξεύρεσης εργασίας, εντούτοις, όταν οι προσπάθειες της αυτές δεν καρποφορούσαν, επέστρεφε στη Δημοκρατία. Περί τον Αύγουστο του 2007, η ενάγουσα, η οποία την τότε περίοδο βρισκόταν και εργαζόταν στην Κύπρο από τον Φεβρουάριο του 2006, είχε καταγγείλει στις διωκτικές αρχές της χώρας ότι υπήρξε θύμα απόπειρας βιασμού, τραυματισμού, πρόκλησης σωματικής βλάβης, επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβη και άσεμνης επίθεσης από συγκεκριμένο Κύπριο υπήκοο και αφού οι αρχές διερεύνησαν την καταγγελία της, προχώρησαν και καταχώρησαν το 2008 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας την ποινική υπόθεση 6540/08, με την οποία κατηγόρησαν το συγκεκριμένο κύπριο που είχε καταγγείλει η ενάγουσα. Η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση ολοκληρώθηκε στις 08/12/09 με την καταδίκη του εκεί κατηγορούμενου για τ' αδικήματα που αντιμετώπιζε και με την επιβολή σε αυτόν ποινής φυλάκισης τεσσάρων χρόνων. Στις 03/08/2010, δηλαδή σε λιγότερο από έναν χρόνο μετά την προαναφερόμενη καταδικαστική απόφαση, η ενάγουσα καταχώρησε μέσω των νυν δικηγόρων της την πολιτική αγωγή 2138/10 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, με την οποία αξίωνε αποζημιώσεις από το θύτη της για τα όσα αυτός διαπιστώθηκε δικαστικά ότι είχε πράξει σε βάρος της τον Αύγουστο 2007. Η αγωγή αυτή τελικά δεν προωθήθηκε διότι η πλευρά της ενάγουσας αποφάσισε να την αποσύρει περί τον Μάρτιο 2011 και προτού αυτή εκδικαστεί. Σημειώνω εδώ ότι αν και κατά τη μαρτυρία της η ενάγουσα δήλωσε άγνοια για το ότι η αγωγή της αυτή είχε αποσυρθεί[1] και αν και στην Ε/Α της παρούσας αγωγής αναφέρεται ότι η αγωγή 2138/10 είχε αποσυρθεί περί το Μάιο 2011, εντούτοις, κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε εγγράφως ως παραδεκτό γεγονός ότι η συγκεκριμένη αγωγή της ενάγουσας αποσύρθηκε το Μάρτιο 2011 (Τεκ.Α) και ως τέτοιο παραδεκτό γεγονός εγκρίθηκε από το Δικαστήριο στην παρουσία και με τη σύμφωνο γνώμη της ίδιας της ενάγουσας[2]. Στις 10/06/11, ήτοι τρεις μήνες μετά την απόσυρση της αγωγής 2138/10, οι νυν δικηγόροι της ενάγουσας έστειλαν επιστολή με ημερομηνία 07/06/11 προς το Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (εφ' εξής ο Διευθυντής), με την οποία υπέβαλαν εκ μέρους της πελάτιδος τους, ως θέμα βίαιου εγκλήματος, αίτημα για λήψη αποζημίωσης από το κράτος «.σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 51(Ι)/1997 - περί Αποζημίωσης Θυμάτων Βίαιων Εγκλημάτων Νόμος του 1997 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί.» (βλ. Τεκ.Β επιστολή 07/06/11). Ειδικότερα, οι δικηγόροι της ενάγουσας ανέφεραν μεταξύ άλλων τα εξής: «.Τον Αύγουστο του 2007, η Κας Saulite έπεσε θύμα απόπειρας βιασμού από Κύπριο υπήκοο, γεγονός που της προκάλεσε ιδιαίτερα σοβαρά σωματικά και ψυχολογικά προβλήματα τα οποία δεν της επέτρεπαν να επιστρέψει στη φυσιολογική της ζωή και να εξεύρει νέα απασχόληση για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμα και μέχρι σήμερα. Η κα Saulite αναφέρει ότι αποτάθηκε σε διάφορους δικηγόρους για να διερευνήσει κατά πόσο δικαιούτο σε αποζημιώσεις εναντίον του θύτη αλλά δυστυχώς δεν κατάφερε να λάβει σαφή νομική συμβουλή ως προς το δικαίωμά της αυτό σύμφωνα με τους νόμους της Δημοκρατίας. Περί τον Σεπτέμβριο του 2010, αποτάθηκε στο Γραφείο μας και μετά από σχετική νομική συμβουλή η κα Saulite αποφάσισε να εγείρει αγωγή για αποζημιώσεις εναντίον του (θύτη). Στις 15/9/2010 καταχωρήθηκε η αγωγή 2138/10 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας εναντίον του καταδικασθέντος (θύτη). Μετά την καταχώρηση της αγωγής για αποζημιώσεις, η Αιτήτρια ενημερώθηκε μέσω των δικηγόρων της ότι το πρόσωπο που αποπειράθηκε να τη βιάσει, είναι πτωχεύσαντας και συνεπώς η κα Saulite είναι αδύνατο να αποζημιωθεί για την ζημία που υπέστη εξαιτίας της απόπειρας βιασμού της. Η κα Saulite εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας μετά την απόπειρα βιασμού της, πάσχει από κατάθλιψη και έχει άμεση ανάγκη για ψυχολογική και ψυχιατρική στήριξη. Παράλληλα, η κα Saulite, δεν μπόρεσε να εξεύρει εργασία, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές της και παρά το ότι αποτάθηκε κατά καιρούς στο Γραφείο Εργασίας λόγω του ότι αντιμετωπίζει σοβαρά Ψυχολογικά και σωματικά προβλήματα και ως εκ τούτου αδυνατεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της ως εργαζόμενη. Υπό το φως των πιο πάνω, και υπό το φως του ότι η πελάτισσα μας δεν μπορεί να αποζημιωθεί για τη ζημιά που υπέστη από το πρόσωπο το οποίο αποπειράθηκε να τη βιάσει λόγω του ότι είναι πτωχεύσαντας, παρακαλώ όπως η πελάτισσα μας αποζημιωθεί για τη ζημιά που υπέστη σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 51(Ι)/1997 - περί Αποζημίωσης Θυμάτων Βίαιων Εγκλημάτων Νόμος του 1997 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, σύμφωνα με τον οποίο η Δημοκρατία ως συμβαλλόμενο μέρος της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την αποζημίωση Θυμάτων Βίαιων εγκλημάτων οφείλει να εξασφαλίσει το ελάχιστο όριο αποζημίωσης σε θύματα βίαιων εγκλημάτων που διαπράττονται στην επικράτεια της, εφόσον δεν εφόσον δεν παρέχεται πλήρης αποζημίωση από άλλες πηγές. Ο εν λόγω Νόμος αποτελεί επίσης προϊόν εναρμόνισης με την Οδηγία 2004/80/ΕΚ της 29ης Απριλίου 2004 για την αποζημίωση των θυμάτων εγκληματικών πράξεων αναφορικά με εγκλήματα διασυνοριακού χαρακτήρα και ως εκ τούτου, το δικαίωμα της πελάτισσας μας θα πρέπει να εξετασθεί και υπό το πρίσμα του ευρωπαϊκού δικαίου.Επιθυμούμε να σημειώσουμε ότι παρά το γεγονός ότι ο Νόμος προβλέπει ότι αίτηση για αποζημίωση πρέπει να υποβάλλεται το συντομότερο δυνατό και εν πάση περιπτώσει εντός δύο χρόνων αφότου προκλήθηκε η σωματική βλάβη ή ο κλονισμός της υγείας, θεωρώ ότι η διάταξη αυτή αφαιρεί από την αποτελεσματικότητα τόσο της Σύμβασης όσο και της Οδηγίας, αφού το θύμα εγκληματικής πράξης μπορεί να αποταθεί για αποζημίωση από το κράτος μόνο εφόσον δεν μπορεί να αποζημιωθεί από τον θύτη ή από άλλη πηγή. Ως εκ τούτου, η προθεσμία θα έπρεπε να υφίσταται από τη στιγμή που το θύμα γνωρίζει ότι δεν μπορεί να αποζημιωθεί από το θύτη μέσω αγωγής για αποζημιώσεις, οι οποίες ως γνωστόν διαρκούν πολλά χρόνια και σίγουρα πέραν των δύο ετών. Η πελάτισσά μας στη συγκεκριμένη περίπτωση, έχει πληροφορηθεί ότι ουσιαστικά δεν μπορεί να αποζημιωθεί από τον θύτη, μόλις τον Μάρτιο του 2011 μετά από την έγερση αγωγής αποζημιώσεων στο πλαίσιο της οποίας ενημερώθηκε ότι ο θύτης είναι πτωχεύσας. Εν πάση όμως περιπτώσει, τα αποτελέσματα και οι συνέπειες της εγκληματικής ενέργειας εις βάρος της εξακολουθούν να υπάρχουν μέχρι σήμερα, αφού αναφέρει ότι υποφέρει από σωματικές και Ψυχολογικές διαταραχές, ως εκ τούτου παρακαλώ όπως θεωρήσετε ότι δεν έχει εκπνεύσει η προθεσμία που προβλέπει ο σχετικός Νόμος.» Επειδή μέχρι και τις 15/02/12 δεν υπήρξε καμία απάντηση από πλευράς Διευθυντή, οι δικηγόροι της ενάγουσας έστειλαν νέα επιστολή, αυτή τη φορά προειδοποιώντας το Διευθυντή ότι «.σε περίπτωση που δεν μας αποσταλεί απάντηση (στο αίτημα της 07/06/11) εντός 15 ημερών, θα καταχωριστεί προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για παράλειψη της διοίκησης εξέτασης του αιτήματος.»[3]. Στις 12/04/12 ο Διευθυντής ενημέρωσε γραπτώς τους δικηγόρους της ενάγουσας μέσω της ΜΥ1, ότι το αίτημα για αποζημίωση δυνάμει των προνοιών του Ν.51(Ι)/97 είχε απορριφθεί διότι «...η προαναφερόμενη νομοθεσία, άρθρο 7

(1), προνοεί την υποβολή αίτησης για αποζημίωση στον Διευθυντή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και εν πάση περιπτώσει όχι μετά την παρέλευση 2 χρόνων αφότου προκλήθηκε η σωματική βλάβη ή ο κλονισμός της υγείας ή επήλθε ο θάνατος, ανάλογα με την περίπτωση. Στην περίπτωση της (ενάγουσας) παρήλθε το εν λόγω χρονικό διάστημα» (βλ. Τεκ.Β επιστολή 12/04/12). Όπως δηλώθηκε εγγράφως από τους συνηγόρους των διαδίκων, συνιστά παραδεκτό γεγονός ότι «εναντίον της απόφασης (αυτής) της διοίκησης δεν καταχωρήθηκε προσφυγή» (βλ.Τεκ. Α). Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι κατά τη μαρτυρία της η ενάγουσα δήλωσε ότι η ίδια δεν γνώριζε ότι οι δικηγόροι της είχαν υποβάλει εκ μέρους της αίτημα στις 07/06/11 για λήψη αποζημίωσης με βάση το Ν.51(Ι)/97 ούτε και ότι το αίτημα της αυτό είχε απορριφθεί[4]. Όπως όμως και σε σχέση με την απόσυρση της αγωγής 2138/10, τα γεγονότα αυτά δηλώθηκαν εγγράφως ως παραδεκτά γεγονότα στην παρουσία και με τη σύμφωνο γνώμη της ενάγουσας και αφού η τελευταία συμβουλεύτηκε τη δικηγόρο της[5]. Αναφέρω επίσης ότι κατά την ακρόαση, και συγκεκριμένα πριν την ολοκλήρωση της αντεξέτασης της ΜΥ1, η οποία είναι κοινώς αποδεκτό ότι ήταν η λειτουργός που εξέτασε εκ μέρους του Διευθυντή το αίτημα της 07/06/11 για καταβολή στην ενάγουσα του «ελάχιστου ορίου αποζημίωσης» «σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 51(Ι)/1997», το Δικαστήριο ζήτησε από τη μάρτυρα αλλά και από τους δικηγόρους της ενάγουσας να διευκρινίσουν κατά πόσο η αναφορά στο αίτημα σε «ελάχιστο όριο αποζημίωσης» αφορούσε σε κάποιο συγκεκριμένο ποσό που προέκυπτε από το Ν.51(Ι)/
  1. Αφού λοιπόν η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας δήλωσε ότι θα προτιμούσε να τοποθετηθεί πρώτα η μάρτυς επί του συγκεκριμένου θέματος, η τελευταία ανέφερε ότι «.για την περίπτωση της Αιτήτριας ο νόμος αναφέρεται σε επίδομα προσωρινής ανικανότητας για εργασία και καταβάλλεται για περίοδο μέχρι 6 μηνών αποχής από την εργασία.Και υπολογίζεται με βάση το επίδομα ασθενείας του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων που για τον ουσιώδη χρόνο, τον Αύγουστο του 2007, ισούτο με € 364,89 τον μήνα.». Τη θέση αυτή της ΜΥ1 ως προς το ότι το συνολικό ποσό που ζήτησαν οι δικηγόροι της ενάγουσας στις 07/06/11 και το οποίο ποσό θα λάμβανε η τελευταία αν το αίτημα γινόταν αποδεκτό, ήταν €2,189.34, η δικηγόρος της ενάγουσας τελικά δεν την αμφισβήτησε.[6] Είναι τέλος κοινώς αποδεκτό ότι η ενάγουσα αποχώρησε μόνιμα από τη Δημοκρατία το 2012 και ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 29/05/13, δηλαδή μετά την αποχώρηση της ενάγουσας και αφού παρήλθαν δύο χρόνια από την ημερομηνία που το αίτημα για παροχή αποζημίωσης δυνάμει των προνοιών του Ν.51(Ι)/97 είχε απορριφθεί. Όσον αφορά τώρα τα γεγονότα που σχετίζονται με τη νομική πτυχή της υπόθεσης, είναι παραδεκτό ότι ο Ν.51(Ι)/97 που επικαλέστηκε η ενάγουσα στις 07/06/11 συνιστά Νόμο που έχει θεσπιστεί, ως αναφέρεται και στο προοίμιο του, «ΕΠΕΙΔΗ η Δημοκρατία έχει υπογράψει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Αποζημίωση Θυμάτων Βίαιων Εγκλημάτων (24 Νοεμβρίου 1983), με την οποία τα Κράτη-Μέρη της Σύμβασης αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εξασφαλίσουν ελάχιστο όριο αποζημίωσης σε θύματα εγκλημάτων βίας, που διαπράττονται στην επικράτεια τους, στις περιπτώσεις όπου δεν παρέχεται πλήρης αποζημίωση από άλλες πηγές..» καθώς και ότι o εν λόγω Νόμος τροποποιήθηκε στις 28/07/06 με τον Ν.126(Ι)/2006, με αναδρομική ισχύ από την 01/01/06, ώστε να εναρμονιστεί η κυπριακή Νομοθεσία και με την Οδηγία 2004/80/ΕΚ, η οποία αφορά στα πρόσωπα που δικαιούνται να αιτηθούν να αποζημιωθούν «δυνάμει του παρόντος νόμου». Ως προς το συγκεκριμένο θέμα στο οποίο αφορά η εν λόγω Οδηγία, σχετική είναι και η απόφαση στην Presidenza del Consiglio dei Ministri v BV, Case C-129/19, 16 July 2020, ECLI:EU:C:2020:
  2. Αδιαμφισβήτητο είναι επίσης και ότι από της θέσπισης του στις 13/06/97, το αρ. 7 του Ν.51(Ι)/97 αναφέρει ότι η αίτηση για αποζημίωση ενός θύματος βίαιου εγκλήματος θα πρέπει να υποβληθεί στον Διευθυντή «.εvτός εύλoγoυ χρovικoύ διαστήματoς και εv πάση περιπτώσει όχι μετά τηv παρέλευση δύo χρόvωv αφότoυ πρoκλήθηκε η σωματική βλάβη ή o κλovισμός της υγείας ή επήλθε θάvατoς, αvάλoγα με τηv περίπτωση». Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Με την παρούσα αγωγή τώρα προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι με εξαίρεση την παροχή δωρεάν νοσηλείας στα κρατικά νοσοκομεία για έναν μήνα τον καιρό του εγκλήματος, ήτοι τον Αύγουστο 2007, η Δημοκρατία, κατά παράβαση των υποχρεώσεων και των καθηκόντων που της επιβάλλονταν από το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο σε σχέση με τον τρόπο αντιμετώπισης των θυμάτων βίαιων εγκλημάτων, δεν παρείχε στην ενάγουσα καμία άλλη βοήθεια ή στήριξη, με αποτέλεσμα αυτή, η ενάγουσα δηλαδή, να «.εξακολουθεί να υποφέρει από σωματικές και/ή ψυχολογικές διαταραχές και/ή κατάθλιψη και/ή κρίσεις πανικού και μέχρι σήμερα δεν μπορεί να εργαστεί σε πλήρες ωράριο και/ή καθόλου.». Είναι ειδικότερα η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ότι: «20.Α. Η Δημοκρατία παραβίασε και/ή δεν εφάρμοσε και/ή δεν ενσωμάτωσε ορθά ή/και καθόλου την Απόφαση Πλαίσιο του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2001 υπ' αριθμό 2001/220/ΔΕΥ σε σχέση με τη θέση των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες αφού μεταξύ άλλων. (παρατίθενται οι πρόνοιες της Απόφασης Πλαίσιο που αφορούν σε καθήκον πληροφόρησης, αποζημίωσης και υποστήριξης.).Β. Παραβίασε και/ή δεν εφάρμοσε και/ή αρνήθηκε να εφαρμόσει και/ή δεν ενσωμάτωσε σωστά και/ή καθόλου την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την αποζημίωση των θυμάτων βίαιων Εγκλημάτων ημερομηνίας 24.11.1983 η οποία έχει υπογραφεί και κυρωθεί από την Δημοκρατία, αφού μεταξύ άλλων.(παρατίθενται οι πρόνοιες της Σύμβασης αναφορικά με το καθήκον πληροφόρησης)
  3. Η Ενάγουσα εξαιτίας της ως άνω περιγραφόμενης εις την παράγραφο 20 συμπεριφοράς της Δημοκρατίας και/ή λόγω της παρατεταμένης παραβίασης των δικαιωμάτων της από την Δημοκρατία και/ή της αμέλειας και/ή της παράληψης και/ή της αποτυχίας και/ή της άρνησης της Δημοκρατίας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις και/ή τα καθήκοντα της με τον τρόπο που ρητώς ορίζουν και/ή αποσκοπούν η Απόφαση Πλαίσιο του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2001 υπ' αριθμό 2001/220/ΔΕΥ και/ή η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την αποζημίωση των θυμάτων βίαιων Εγκλημάτων ημερομηνίας 24.11.1983, αποστερήθηκε αυτών και/ή σημαντικών ωφελημάτων που θα έπρεπε να της παρέχονταν και τα οποία θα καθιστούσαν την όλη αντιμετώπιση της κατάστασης της καλύτερη και/ή θα καθιστούσαν και/ή θα βοηθούσαν να γίνει καλύτερη η διαβίωση της Ενάγουσας ως θύμα και/ή ως θύμα βίαιου εγκλήματος.» Στη βάση λοιπόν των πιο πάνω, με την παρούσα αγωγή αξιώνονται: «Α. Αποζημιώσεις για παράβαση του δικαιώματος της ενάγουσας σε πληροφόρηση και/ή σε πρόσβαση στην πληροφόρηση ως προνοείται από το Αρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την αποζημίωση των Θυμάτων βίαιων εγκλημάτων και/ή τα Άρθρα 4 και 13 της Απόφασης Πλαίσιο 2001/220/JHA σχετικά με το σχέδιο αποζημίωσης και/ή για οποιασδήποτε φύσης πληροφόρηση δικαιούτο ως θύμα και/ή ως θύμα βίαιου εγκλήματος. B. Αποζημιώσεις για παράβαση του δικαιώματος της Ενάγουσας σε υποστήριξη και/ή σε βοήθεια και/ή σε πρόσβαση στην υποστήριξη και/ή στην βοήθεια ως προνοείται από τα Άρθρα 9 και 13 της Απόφασης Πλαίσιο 2001/220/JΗA, σχετικά με το σχέδιο υποστήριξης θυμάτων και/ή για οποιασδήποτε φύσης βοήθεια δικαιούτο ως θύμα και/ή ως θύμα βίαιου εγκλήματος. Γ. Αποζημιώσεις για παράβαση και/ή λανθασμένη και/ή καθόλου εφαρμογή και/ή λανθασμένη και/ή καθόλου ενσωμάτωση και/ή λανθασμένη και/ή καθόλου εκτέλεση και/ή λανθασμένη και/ή καθόλου εκπλήρωση του περιεχομένου, ολικώς ή μερικώς, των διατάξεων της Απόφασης Πλαισίου του Συμβουλίου υπ' αριθμό 2001/220/JHA. Δ. Αποζημιώσεις για παράβαση και/ή λανθασμένη και/ή καθόλου εφαρμογή και/ή λανθασμένη και/ή καθόλου ενσωμάτωση και/ή λανθασμένη και/ή καθόλου εκτέλεση και/ή λανθασμένη και/ή καθόλου εκπλήρωση του περιεχομένου, ολικώς ή μερικώς, των προνοιών της της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την αποζημίωση των Θυμάτων βίαιων εγκλημάτων ημερομηνίας 24.11.
  4. Ε. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα αποζημιώσεις για άρνηση της Δημοκρατίας να εφαρμόσει και/ή να εφαρμόσει σωστά και/ή να εκτελέσει σωστά τις πρόνοιες της της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την αποζημίωση των Θυμάτων βίαιων εγκλημάτων και/ή τα Άρθρα 4 και 13 της Απόφασης Πλαίσιο 2001/220/JHA. Στ. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα αποζημιώσεις για παράβαση Θέσμιου Καθήκοντος από την Δημοκρατία» Με την υπεράσπιση που καταχώρησε η Δημοκρατία απορρίπτονται ουσιαστικά όλες οι αξιώσεις της ενάγουσας, τόσο σε πραγματικό όσο και σε νομικό επίπεδο, και προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο όλες οι υποχρεώσεις που οφείλονταν απέναντι στην ενάγουσα είχαν εκπληρωθεί και αν αυτή έπαθε οποιαδήποτε ζημιά ως ισχυρίζεται, τότε η ευθύνη για τούτο βαραίνει αποκλειστικά την ίδια. ΑΚΡΟΑΣΗ - ΜΑΡΤΥΡΙΑ Κατά την ακρόαση της υπόθεσης μαρτυρία προσφέρθηκε μόνο από την ενάγουσα και τη Μ. Κρίγκου (ΜΥ1), οι οποίες ουσιαστικά «συμπλήρωσαν» με τη μαρτυρία τους όσα θέματα δεν είχαν ήδη καταστεί παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα. Λόγω της φύσης και της ιδιομορφίας της υπόθεσης όμως, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια και σε κάποια έκταση διάφορα αποσπάσματα από τη μαρτυρία που αμφότερες έδωσαν, επισημαίνοντας ταυτόχρονα και ότι σε κάποια σημεία η μαρτυρία τους επεκτάθηκε και στα διάφορα «προβλήματα» που αντιμετώπιζε η ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο στο να εξασφαλίσει άδεια παραμονής στη Δημοκρατία, θέμα βέβαια το οποίο δεν δικογραφείται να συνιστά μέρος των επίδικων υποχρεώσεων που κατ' ισχυρισμό παραβιάστηκαν. Ξεκινώντας λοιπόν με τη μαρτυρία της ενάγουσας, η τελευταία ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής κατά την κυρίως εξέταση της: «.Εκείνη την περίοδο (μετά το βίαιο έγκλημα) είχα την εντύπωση ότι δεν θα ζήσω, ότι θα είμαι με πολύ σοβαρό ελάττωμα, δηλαδή ένα είδος αναπηρίας και νόμιζα ότι θα πεθάνω.Μου είπαν οι γιατροί στο νοσοκομείο πριν να φύγω από το νοσοκομείο ότι "θα σου δώσουμε ένα τηλέφωνο της κοινωνικής λειτουργού η οποία θα σε βοηθήσει από εδώ και πέρα και θα σου πει τι πρέπει να κάνεις".Την πρώτη φορά, μετά μόλις ήρθα στο σπίτι και μάζεψα όσες δυνάμεις μου είχαν απομείνει με βοήθεια κάποιων τρίτων προσώπων πήγα και βρήκα αυτή τη λειτουργό. Αποτάθηκα δίπλα της με παράκληση να με βοηθήσει επειδή δεν ήξερα τι θα έκανα από εκεί και πέρα και τι βοήθεια θα μπορούσα να τη έχω.Της εξήγησα το πρόβλημα μου, μου ανέφερε "Για να μπορέσω να σας βοηθήσω πρέπει να είσαστε νόμιμα εγγεγραμμένη στις Αρχές Μετανάστευσης, στο Immigration".Εκείνη τη στιγμή βρισκόμουν σε πάρα πολύ άσχημη κατάσταση και από αυτά που θυμάμαι και αντιλήφθηκα ήταν ότι, δεν μπορούσαν να βοηθήσουν σε πρόσωπα τα οποία δεν είναι δεόντως εγγεγραμμένα στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης.Μου είπαν πως από τη στιγμή, εάν βρείτε εργασία μόνο τότε, με βάση τη νομοθεσία που έχουμε, θα είμαστε σε θέση να σας γράψουμε κανονικά. Της εξήγησα το τραύμα μου, της εξήγησα ότι δεν είμαι σε θέση να εργαστώ για λόγους υγείας, της εξήγησα ότι είμαι υποχρεωμένη στο παρόν στάδιο να βρίσκομαι στο σπίτι μου λόγω του ότι μου είπε ο γιατρός ότι "Για έναν μήνα πρέπει να κάνεις συγκεκριμένες κομπρέσες και σε έναν μήνα θα αφαιρέσουμε τις ραφές". Εγώ προσπάθησα με κάθε τρόπο να βρω όποια μπορώ εργασία και κατάφερα να βρω μια εργασία σε ένα κομμωτήριο το οποίο βρισκόταν δίπλα από το σπίτι μου και μπορούσα να πηγαίνω και να κάνω αυτές τις διαδικασίες που μου είπε ο γιατρός να κάνω, όμως, δεν μπορούσε, δεν ήταν σε θέση το κομμωτήριο να με προσλάβει κανονικά, να με εγγράψει, για να έχω Κοινωνικές Ασφαλίσεις.Περίπου ενάμιση μήνα μετά επισκέφθηκα έναν δικηγόρο, επειδή ενώ βρισκόμουνα στο νοσοκομείο μου είχε αναφερθεί από δικηγόρο πως, "Δεν είναι τόσο σημαντικό κατά πόσο ο δράστης, ο Κατηγορούμενος δηλαδή στην ποινική υπόθεση, έχει ή δεν έχει οικονομικούς πόρους. Υπάρχει και ένας ευρωπαϊκός σύνδεσμος εδώ που εσύ με κάθε τρόπο δικαιούσαι να πάρεις την αποζημίωσή σου". Με βοήθησε ένας γείτονας μου, με πήρε από το χέρι γιατί δεν μπορούσα να περπατήσω και με πήγε στον δικηγόρο μου για να του το θυμίσω αυτό που μου είχε πει. Όμως, ο ίδιος μου ανέφερε πως "Εμείς θα μπορέσουμε να πράξουμε οτιδήποτε εφόσον πρώτα τελειώσει η ποινική σου υπόθεση η οποία δικάζεται αυτή τη στιγμή στο Δικαστήριο".Ο μόνος που μου είχε αναφέρει, καμιά αρχή κυβερνητική, μόνο ο δικηγόρος αυτός που είπα προηγουμένως, μου είχε αναφέρει να μην ανησυχώ, ότι με καλύπτει ο νόμος και θα πάρω την αποζημίωση γι' αυτό που είχα πάθει. Και αυτό έγινε ενάμιση μήνα αμέσως μετά από το τραύμα που πήρα. Το τι έπραξα μετά είναι, επικοινώνησα με το Δικαστήριο για να μάθω πότε θα ξεκινήσει να εκδικάζεται η ποινική μου υπόθεση. Μου ανέφεραν στην αρχή ότι δεν γνωρίζουν τίποτα όσον αφορά τέτοια ποινική υπόθεση και ότι δεν είναι σε θέση να μου δώσουν οποιεσδήποτε πληροφορίες. Πήγαινα στην Αστυνομία και τους ρωτούσα γιατί δεν με καλεί κανένας στο Δικαστήριο. Επειδή εγώ όταν ήρθε και με επισκέφθηκε η εξεταστής της υπόθεσής μου, ρώτησα εγώ, "Πότε θα βρεθεί ενώπιον Δικαστηρίου αυτή η υπόθεση;". Και μου ανέφερε η εξεταστής ότι "ενάμιση μήνα περίπου μετά, εφόσον βγεις από το νοσοκομείο και νοιώθεις καλύτερα".Εγώ επισκέφθηκα αρκετούς δικηγόρους και προσπάθησα να βρω έστω και έναν ο οποίος θα μπορούσε να μου εξηγήσει τα δικά μου δικαιώματα εδώ στην Κύπρο, αλλά όταν εγώ κέρδισα στην ποινική υπόθεση όπου τιμωρήθηκε ο δράστης, αυτοί οι δικηγόροι δεν θέλαν πλέον να έχουν μαζί μου επαφές. Δεν ήμουνα σε θέση ούτε να βγω μόνη από το σπίτι, ούτε να πάω να κάνω τα απαραίτητα ψώνια, ούτε να πάω να πληρώσω είτε λογαριασμούς είτε ενοίκιο δεν ήμουν σε θέση, απλά με βοηθούσαν οι γείτονες και οι άνθρωποι που δεν ήταν αδιάφοροι.όταν εγώ αποτάθηκα στις αρχές μου ανέφεραν όλοι ότι "για να μπορείς να πάρεις οποιανδήποτε βοήθεια πρέπει να είσαι εγγεγραμμένη, δεν είσαι εγγεγραμμένη πουθενά ". .Με υποστήριξε η KISA, μου μιλούσαν. Αποτάθηκα σε πάρα πολλούς δικηγόρους από το 2007 και η μόνη που δέχτηκε να με ακούσει και να με βοηθήσει ήταν η κυρία XXXXX Χαραλαμπίδου και οι συνάδελφοι της στο γραφείο της που τους βρήκα μέσω αυτής της οργάνωσης. αποτάθηκα σε πάρα πολλές αρχές. Και στην πρεσβεία της χώρας μου στην Ελλάδα τους ρωτούσα να μου πουν πού πρέπει να αποταθώ.Στη Λευκωσία, στο Υπουργείο Υγείας αποτάθηκα και τους εξήγησα το τι είδος τραύμα είχα, αυτό ήταν αμέσως μετά που έπαθα το τραύμα, περίπου δύο μήνες μετά.Προσπαθούσα με κάθε τρόπο να εξηγήσω ότι χρειάζομαι βοήθεια. Μου εξήγησαν ότι "μπορείς να παλέψεις για τα δικαιώματα σου, επειδή λόγω του τραύματος που έπαθες έχεις μείνει ανάπηρη για το υπόλοιπο της ζωής σου".Γυναίκα αστυνομικός, η οποία εργάζεται στη Λευκωσία. Ήταν μια ξένη γυναίκα που δεν έχει μαζί μου καμιά σχέση, απλά δούλευε στην Αστυνομία και επειδή μου έδωσε το τηλέφωνο της ο γείτονας μου την πήρα τηλέφωνο και με συμβούλευε.Μου έλεγε "να πηγαίνεις παντού, να πηγαίνεις στο Γραφείου Ευημερίας, να πηγαίνεις στο Immigration στη Λευκωσία, πρέπει να σε βοηθήσουν, πρέπει να σε γράψουν, δεν γίνεται να μην έχεις βοήθεια. Και εγώ με κάθε τρόπο προσπαθούσα να αποταθώ παντού.Ήρθα στα κεντρικά γραφεία Migration στη Λευκωσία.όμως, μου επανέλαβε επανειλημμένα "πρέπει να βρεις εργασία, πρέπει να δουλέψεις". Όμως δεν καταλάβαινε ότι δεν είμαι σε θέση να εργαστώ επειδή δεν μπορώ ούτε να περπατήσω, ούτε να κοιμάμαι και δεν νοιώθω γενικά καλά.Ήμουνα στο Δικαστήριο όταν έβγαλε το Δικαστήριο, έδωσε ποινή όταν καταδικάστηκε αυτός για 4 χρόνια ήμουν παρούσα.Εγώ από την αρχή όταν αποτάθηκα σε δικηγόρο για υποστήριξη, μου ανέφερε ο δικηγόρος ότι "θα αναλάβω την υπόθεση σου, δηλαδή όσον αφορά την αποζημίωση, όταν και εφόσον ολοκληρωθεί η ποινική υπόθεση". Εγώ του είπα "Δεν γίνεται να το κάνουμε αυτό παράλληλα; Δηλαδή ταυτόχρονα για να είστε και εσείς μαζί μου να δείτε πώς προχωρά η υπόθεση μου η ποινική και να μου δώσετε και κατάλληλες συμβουλές;" μου είπε όχι.Η κατάσταση της υγείας μου αυτή τη στιγμή και για τα τελευταία χρόνια είναι πάρα πολύ άσχημη, δηλαδή συνεχώς πρέπει να έχω κάποιον δίπλα μου, παθαίνω συνέχεια κρίσεις πανικού, η αριστερή μου πλευρά δεν την νιώθω, είναι μουδιασμένη, για τον λόγο αυτόν και επειδή βρέθηκα στο αεροδρόμιο μόνη μου έχασα την πτήση μου. Δεν καταλαβαίνω τι μου γίνεται, αναγκάστηκα να αγοράσω δεύτερο εισιτήριο για να μπορέσω να παρευρεθώ εδώ σήμερα στο Δικαστήριο. Είναι άσχημη η κατάστασή μου.Στην αρχή έψαχνα μόνη μου να βρω γιατρούς που να μπορούσαν να μου δώσουν κάποια φάρμακα για να μπορέσω να κοιμηθώ, γιατί δεν κοιμόμουνα καθόλου και για να μπορέσω να ηρεμήσω γιατί έτρεμα. Κάπου έχω ένα χαρτί που φαίνεται ότι μετά την έγγραφη μου για να επισκεφτώ κυβερνητικό γιατρό, πρέπει να έχετε κάποιο χαρτί που να δείχνει κάποιον γιατρό.Βρήκα μόνη μου γιατρό για να μπορέσει να μου γράψει φάρμακα για να μπορέσω να ηρεμήσω και να κοιμηθώ.» Αντεξεταζόμενη επί των πιο πάνω ισχυρισμών της, η ενάγουσα ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: Όσον αφορά τις ενέργειες που έκαμε μετά το έγκλημα του 2007 (Ερ. .από το 2008 είχατε δικηγόρο, κάποιον κύριο XXXXX Γεωργίου, σωστά;).Απ. Δύο φορές πήγα στο γραφείο του, ναι. Αποτάθηκα κοντά του για να με βοηθήσει να εγγραφώ και το πρώτο πράγμα που έκανε, επικοινώνησε με το Immigration γιατί του είπα ότι θέλω να γίνει αυτή η εγγραφή μετά το τραύμα που είχα υποστεί..(Ερ.Δεν σας συμβούλευσε αν δικαιούστε να κάνετε κάποιο αίτημα στις αρχές της Δημοκρατίας για να λάβετε κάποια αποζημίωση; Μας είπατε ότι σας συμβούλευσε ότι μπορούσατε να λάβετε τέτοια αποζημίωση μετά το πέρας της ποινικής υπόθεσης, σωστά;).Απ. Όχι, αυτά είχε πει άλλος δικηγόρος. Μου είπε ότι μπορούμε να το πολεμήσουμε, θα κοστίσει τόσα. Και εγώ ενώ βρισκόμουνα στο γραφείο του, μπροστά μου.του Γεωργίου. Επικοινώνησε με το Immigration και του είπαν πως "Δεν μπορούμε να βοηθήσουμε" και δεν είχε λάβει υπόψη κανένας το τραύμα μου. "Επειδή πέρασε πολύς καιρός δεν μπορώ να πω με σιγουριά ποιος ακριβώς μου είχε προτείνει, αν ήταν αυτός ο δικηγόρος ή κάποιος άλλος, αλλά θυμάμαι ότι ο ένας από τους δικηγόρους μου είχε πει, "πάρε 10.000 από τον Κατηγορούμενο και μην προχωράς παρακάτω με αυτήν την υπόθεση. Ξέχασέ το, πάρε 10.000"..Να μην εγείρει(ς) καν ποινική υπόθεση εναντίον του. Επειδή μου είπαν ότι "Για εσένα θα είναι πολύ πιο εύκολο, οι δικαστικές διαδικασίες είναι μια πολύ οδυνηρή διαδικασία, πολύ δύσκολη".. εγώ αμέσως έναν μήνα μετά το τραύμα πήγα αμέσως σε δικηγόρους: Δεν μπορούσα να περπατήσω, μόλις μπόρεσα να σηκωθώ, ο γείτονας μου κρατώντας το χέρι μου με πήγε σε δικηγόρο και μίλησα με τους δικηγόρους και τους είπα τι έγινε.(Ερ. Το 2010 αποταθήκατε στον οργανισμό KISA και λέτε στην αγωγή σας ότι σας εξήγησε τα δικαιώματά σας και σας βρήκε δικηγόρο, σωστά;).Απ. Ήμουν πάρα πολύ χαρούμενη που αυτή η οργάνωση η KISA μου βρήκε τη δικηγόρο, το γραφείο της κυρίας XXXXX Χαραλαμπίδου..Η XXXXX μου ανέφερε ότι μπορώ να κάνω την αίτησή μου και να ζητήσω αποζημίωση τρία χρόνια, κατά τη διάρκεια τριών ετών από την ημέρα που έπαθα αυτό το τραύμα. Αλλά μου είπε ότι το 2009 άλλαξε ο νόμος και από τρία χρόνια έγιναν εντός δύο ετών θα μπορούσα να αποταθώ..Ήταν Άνοιξη του 2010, αλλά η XXXXX Χαραλαμπίδου ήταν πάρα πολύ απασχολημένη και περίμενα πότε θα έχει την ευκαιρία να με δεχτεί και έτσι πέρασε ένα ακόμα χρονικό διάστημα μέχρι να τη δω..Είπε ότι θα εξετάσει το θέμα, είπε ότι αυτή η αλλαγή, η τροποποίηση που έγινε το 2009 με τον συγκεκριμένο Νόμο δεν μας βοηθά γι' αυτό θα προσπαθήσει να βρει άλλους τρόπους να με βοηθήσει.Η κυρία XXXXX μου εξήγησε ότι λόγω του ότι "Έχει τροποποιηθεί ο νόμος και ότι δεν μπορούμε με τέτοιο τρόπο να διεκδικήσουμε αυτά που δικαιούσαι να κάνουμε με άλλον τρόπο, δηλαδή να πάμε μέσω Δικαστηρίου και θα δείξουμε ότι πλέον δεν ήσουνα αυτή που ήσουνα πριν να πάθεις αυτό το τραύμα και με τέτοιο τρόπο θα δείξουμε ότι δεν έχεις πάρει καμιά βοήθεια από τη στιγμή που είσαι σε τέτοια κατάσταση μετά το τραύμα"..Είναι δικηγόρος μου και βασίζομαι πάνω της. Ελπίζω ότι κάνει ό,τι πρέπει, τι μπορώ να πω εγώ;.Έχω γράψει σε παρά πολλούς οργανισμούς, αποτάθηκα στις διάφορες αρχές, έπαιρνα απαντήσεις αλλά δεν ήξερα τι λένε αυτές οι απαντήσεις. Έγραψα και στον Επίτροπο Διοικήσεως, έγραψα και εκεί όλη την ιστορία μου. Έχω γράψει από την πρώτη μέρα που έπαθα το τραύμα. Μια εβδομάδα έγραφα μου πήρε για να γράψω σε ποιους δικηγόρους πήγα και τι έχω κάνει.Περίμενα απάντηση για πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και έπαιρνα και τηλέφωνο. Έφυγα μια εβδομάδα προηγουμένως και ο γείτονας μου ο Άγγλος με ενημέρωσε ότι "Έχεις εδώ ένα γράμμα το οποίο δεν μπορώ να βγάλω, να διαβάσω εγώ", όμως δεν μπορούσα να επιστρέψω μόνο και μόνο για να διαβάσω τι λέει το γράμμα. Εγώ τους έπαιρνα τηλέφωνο και τους εξηγούσα ότι είμαι σε τέτοια κατάσταση που δεν μπορώ καν να πάρω ανάσα, πέθαινα και μου είπαν ότι "Ακόμα δεν βγάλαμε απόφαση" και κάθε φορά "ακόμη δεν έχουμε καμιά απάντηση". Μα τι περίμεναν, να πεθάνω και να πάρουν μετά την απόφαση;» Όσον αφορά τις προσπάθειες της για εξεύρεση εργασίας: «Έχω αλλάξει πάρα πολλές εργασίες, έχω αλλάξει πάνω από 9 τόπους δουλειάς και έφευγα λόγω του ότι δεν ήταν σε θέση οι εργοδότες να με γράψουν κανονικά.Εμένα η δουλειά μου είναι, ράβω ρούχα. Και επειδή μου ταίριαξε το κλίμα εδώ, μου αρέσει ο ήλιος της Κύπρου, μου αρέσει η Κύπρος και ήθελα με κάθε δύναμη, προσπαθούσα να είμαι νόμιμη, να ανοίξω δική μου επιχείρηση, ένα μικρό ατελιέ να ράβω ρούχα.όταν ήρθα στο Golden Bay
(2005)είχα την εντύπωση ότι θα διευθετηθούν όλα στο Golden Bay, κάτι που δεν έγινε. Μετά όταν πήγα να δουλέψω στο κατάστημα Bidi και επιδιόρθωνα ρούχα εκεί παραμονή Χριστουγέννων έγινε ένα σοβαρό θέμα στο σπίτι μου στην πατρίδα μου και έπρεπε να αποχωρήσω, ενώ ήταν έτοιμος να με γράψει κανονικά ο ιδιοκτήτης του καταστήματος, ωστόσο στεναχωρήθηκε, δηλαδή ήταν μαζί μου θυμωμένος ότι παραμονή γιορτών που είχε πολλή δουλειά το κατάστημα εγώ αναχώρησα και έτσι δεν κατάφερα ούτε μέσω αυτής της εργασίας να εγγραφώ. μετά από το συμβάν με το τραύμα το οποίο δεν μου επέτρεπε να βρω κάποια σταθερή εργασία κάπου λόγω του ότι έπρεπε 24 ώρες να έχω δίπλα μου τουαλέτα και δεν θα μπορούσα να πάω κάπου να εργαστώ φορώντας πάνες. Βρήκα μόλις έναν άντρα ο οποίος συμφώνησε να με βοηθήσει να ανοίξουμε ένα μικρό μαγαζάκι. Κάναμε και τα σχέδια, αλλά δεν μπορώ να βρίσκομαι κάπου μόνη μου γιατί, δεν το καταλαβαίνετε ότι ο εγκέφαλος μου δεν είναι όπως ήταν παλιά; Δεν λειτουργώ, φοβάμαι συνέχεια, έχω κρίσεις, δεν είμαι εντάξει..(Ερ.Το 2005 κυρία μάρτυς, επισκεφθήκατε την Υπηρεσία Απασχόλησης της Δημοκρατίας και.σας δόθηκε εργασία αλλά εσείς δεν τη δεχτήκατε, σωστά;).Απ. Δεν θυμάμαι καν τι εργασία ήταν αυτή. Ίσως ήταν κάτι που ήταν πάρα πολύ μακριά από εκεί που έμενα και δεν είχα μέσο να πάω.(Ερ.Και τον Αύγουστο του 2010 ζητήσατε εργασία;).Απ. Δεν υπήρχε κάτι για εμένα. Δεν υπήρχε κάτι που αρμόζει στην υγεία μου.Είχα ζητήσει το 2010 να βρεθεί κάπου στην περιοχή Μακένζυ που να είναι δίπλα από τον τόπο της κατοικίας μου για να μπορέσω να κάνω κάποιες ώρες δουλειάς μέσα στο σπίτι και κάποιες ώρες κάπου, είτε σε ένα κομμωτήριο, είτε σε ένα μπαρ restaurant να είμαι σαν σερβιτόρα, όμως δεν μπορούσα, επειδή φοβάμαι τους ανθρώπους, επειδή δεν μπορώ να επικοινωνώ με τους ανθρώπους, η υγεία μου δεν μου επιτρέπει, δεν μπορώ να ανταπεξέλθω σε καμιά δουλειά πλέον..(Ερ..τον Νοέμβριο του 2010 και σας δόθηκε εργασία, ανευρέθηκε εργασία στην περιοχή Κίτι στην υπεραγορά Ορφανίδη και εσείς την απορρίψατε.).Απ. Ίσα ίσα που περπατούσα, με το ζόρι. Ήθελα να πάω εκεί. Επειδή εγώ προσπάθησα κιόλας να βρω κάποιον που θα μπορούσε να με παίρνει και να με φέρνει και να μοιραζόμαστε και τα έξοδα, τη βενζίνη.Εγώ βρήκα μόνη μου δουλειά και εγώ πλήρωνα μόνη μου Κοινωνικές Ασφαλίσεις επειδή δεν υπήρχε άλλη λύση. Εγώ τρεις φορές την εβδομάδα εργαζόμουνα ως οικιακή βοηθός στο σπίτι ενός άντρα. Συμφώνησε μαζί μου ότι θα με γράψει εκείνος, να πληρώσω εγώ Κοινωνικές Ασφαλίσεις, αλλά να γράψει ότι εγώ θα δουλεύω κοντά του ως part time. Το κάναμε αλλά μετά όταν ήρθαμε στο Immigration μου είπαν ότι «δεν καλύπτεσαι από τον Νόμο, δηλαδή δεν πρέπει η εργασία σου να είναι part time, πρέπει να είναι full time»..Είμαι μόνη μου στην Κύπρο και η εργασία που μου πρότειναν να πάω, δεν λέω ότι δεν ήθελα να πάω, είτε για λόγους υγείας δεν ήμουν σε θέση να κάνω αυτή τη δουλειά είτε ήταν πάρα πολύ μακριά και δεν είχα μέσο να πηγαινοέρχομαι.» Όσον αφορά την υγεία της: (Ερ.Κυρία μάρτυς, το 2007 όταν έγινε το περιστατικό εσείς νοσηλευτήκατε για έναν μήνα στο νοσοκομείο, σωστά. Ήταν δωρεάν η περίθαλψη σας;).Απ. Πλήρωσα μόνο για να πάρω τη βεβαίωση από τον γιατρό.(Ερ. Σε μια από τις βεβαιώσεις που προσκομίσατε στο Δικαστήριο ο θεράπων γιατρός σας αναφέρει ότι σας ζητήθηκε να ξαναπάτε για επανεξέταση. Σωστά; Η αναφορά που γίνεται στο πιστοποιητικό είναι ότι δεν προσήλθατε για επανεξέταση, όμως υπάρχει σχετική ιατρική βεβαίωση που σας ζητήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου του 2007 να προσέλθετε στο ιατρείο για επανεξέταση. (Δίδεται το Τεκμήριο 2 στη μάρτυρα))..Απ. Να απαντήσω τώρα γιατί δεν πήγα. Ήρθα την πρώτη φορά και ρώτησα πόσα ράμματα έχω γιατί μου είχαν κάνει ραφές και ρώτησα πόσες. Μου είπε ο γιατρός ότι "Δεν μπορώ να θυμάμαι τον κάθε ασθενή πόσα ράμματα έχω κάνει" και του ζήτησα να δει μέσα στην κάρτα μου όπου αναγράφεται. Επειδή εγώ θεωρούσα ότι πρέπει να έχω αυτές τις λεπτομέρειες γιατί ήξερα ότι θα αποταθώ, ανεξαρτήτως αν ο Κατηγορούμενος είχε ή δεν είχε χρήματα, με άλλον τρόπο ήταν να ζητήσω αποζημίωση. Η συμπεριφορά του ήταν απαίσια, μου μιλούσε λες και είμαι ένα σκυλί, εγώ ίδρωνα, έτρεμα, δεν μπορούσα να περπατήσω ήμουν χάλια και μου συμπεριφερόταν πάρα πολύ άσχημα γι' αυτό είπα δεν θα ξαναπάω και πήγα σε άλλο γιατρό. Ο δεύτερος γιατρός μου είπε τι ακριβώς πρέπει να κάνω, ότι πρέπει να ηρεμήσω, ότι πρέπει να παραμείνω σπίτι, ότι δεν πρέπει να εργάζομαι για ορισμένο χρονικό διάστημα και πρέπει να κάνω αυτές τις κομπρέσες για να γιατρευτώ πιο γρήγορα. Και μου είπε να μην φοβάμαι ότι θα αφαιρέσω εγώ αυτές τις ραφές. Εγώ καταρχήν δεν είχα καν χρήματα για να πάω στην άλλη άκρη της πόλης για να επισκεφτώ τον γιατρό και ήμουν και χάλια και είδα και τέτοια συμπεριφορά γι' αυτό δεν ξαναπήγα. Και όταν του ζήτησα του πρώτου γιατρού αυτού να μου δώσει βεβαίωση ότι μου έκανε και δεύτερη χειρουργική επέμβαση αρνήθηκε να μου δώσει και είπε σε έναν άλλο γιατρό να μου δώσει εκείνος, που εκείνος δεν είχε ιδέα τι μου συνέβη.(Ερ.Πήγατε σε κάποιον γιατρό στο δημόσιο νοσοκομείο και ζητήσατε ψυχολογική στήριξη ή ψυχιατρική βοήθεια;).Απ. Ναι, πήγα και μου έδωσαν βιταμίνες. Και μου έδωσαν και αντικαταθλιπτικά..Αυτή είναι η κάρτα του γιατρού, αλλά υπάρχει και ένα πιστοποιητικό από τον γιατρό σε Α4 που μου έδωσε ο ψυχίατρος. (Δείχνει τη δεύτερη κάρτα στο Τεκμήριο 1, η οποία φέρεται να είναι η επαγγελματική κάρτα της Δόκτωρ XXXXX Θεόδωρου, βοηθού διευθύντριας στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας στο Κοινοτικό Κέντρο Λάρνακας).Μου έδωσε αντικαταθλιπτικά, μετά ξαναπήγα να την επισκεφτώ και ενώ ο αριθμός μου ήταν ένας, δεχόταν τους ασθενείς που ήταν μετά από εμένα και εγώ περίμενα για ώρες και όταν ρώτησα "Γιατί φωνάζετε αυτούς που ήταν μετά από εμένα" δεν μου απάντησε τίποτα και αρνήθηκε να με δεχτεί να με δει, γι' αυτό έφυγα και δεν μπορούσα να πηγαίνω ξανά να περιμένω από τη στιγμή που δεν με δεχόταν..Πλήρωσα €2..(Ερ. οι επισκέψεις γίναν μετά από το 2011;).Απ. Ναι, μετά την εγγραφή μου.(Ερ.Γιατί δεν πήγατε από το 2007 μέχρι το 2011;). Επειδή έπρεπε να πληρώσω € 20 για να επισκεφτώ γιατρό. Δεν μπορούσα τότε δεν ήμουν εγγεγραμμένη και ήταν € 20 για να με δει γιατρός και εγώ για να καταλάβετε με € 20 ζω μια εβδομάδα. Επειδή είχα γνωρίσει και μια γιατρό ψυχίατρο η οποία ήταν Ρωσίδα και η οποία αντιλήφθηκε την κατάστασή μου και μου έφερνε αντικαταθλιπτικά στο σπίτι χωρίς να με χρεώνει και μου εξηγούσε πώς πρέπει να παίρνω αυτά τα φάρμακα γιατί με λυπήθηκε.» Αναφέρω εδώ ότι μεταξύ των εγγράφων που κατατέθηκαν κατά την ακρόαση χωρίς ένσταση (Τεκ.Β), περιέχεται και μία επιστολή του Διευθυντή ημερ. 10/01/11, με την οποία η συνήγορος της ενάγουσας ενημερώνεται ότι το 2005 η πελάτιδα της είχε εγγραφεί στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως άνεργη και είχε τότε παραπεμφθεί σε τρεις διαφορετικές εργασίες με βάση τα προσόντα που δήλωσε, ότι το 2010 επανεγγράφηκε στις Υπηρεσίες και αν και αρχικά δεν παραπέμφθηκε σε οποιαδήποτε εργασία λόγω περιοριστικών όρων που είχε θέσει η ίδια σε σχέση με την εργοδότηση της, εντούτοις στη συνέχεια παραπέμφθηκε σε συγκεκριμένη εργασία την οποία όμως απέρριψε λόγω τοποθεσίας και ωραρίου και τέλος ότι για ένα μήνα το 2005 και από την 01/07/10 και εντεύθεν, το μητρώο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων την παρουσίαζε να εργαζόταν ως μισθωτή υπάλληλος σε ιδιωτική απασχόληση (βλ. και Τεκ.6). Στρεφόμενος τώρα στη ΜΥ1, η μαρτυρία της αφορούσε κυρίως στα όσα περιέβαλλαν το αίτημα που είχε υποβληθεί εκ μέρους της ενάγουσας στις 07/06/11 για αποζημίωση με βάση τις πρόνοιες του Ν.51(Ι)/
  1. Αντεξεταζόμενη λοιπόν η μάρτυς από την ευπαίδευτη συνήγορο της ενάγουσας, ρωτήθηκε κατά πόσο είχε διερευνηθεί τότε από το Διευθυντή το «γιατί η ενάγουσα ήρθε το 2011, δηλαδή 4 χρόνια μετά να υποβάλει το αίτημα της» και της υπεβλήθη ότι «.ο λόγος της καθυστέρησης να υποβάλει το αίτημα της είναι ότι δεν ενημερώθηκε από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους για τα δικαιώματα της ως θύμα βίαιου εγκλήματος.». Η μάρτυς απέρριψε την υποβολή και ισχυρίστηκε τα εξής: «.Δεν ξέρω αν είχαμε υποχρέωση να το διερευνήσουμε. Δεν προκύπτει από την νομοθεσία υποχρέωση να διερευνούμε τον λόγο της καθυστέρησης. Σύμφωνα με το άρθρο 7 της νομοθεσίας το αίτημα υποβάλλεται στον διευθυντή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και όχι πέραν των δύο ετών από το βίαιο έγκλημα.Με βάση τα στοιχεία που είχα ενώπιον μου και πάλι αναφέρομαι στην επιστολή της δικηγόρου της, η ίδια λέει ότι αποτάθηκε σε διάφορους δικηγόρους. Αυτό που γνωρίζω σίγουρα είναι ότι η πρώτη της επαφή μαζί μας ήταν στις 7 Ιουνίου το
  2. Παρόλα αυτά θα ήθελα, εφόσον με ρωτάτε, να σας ενημερώσω ότι η νομοθεσία αυτή είναι αναρτημένη στην ιστοσελίδα των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων όπου καταγράφεται ξεκάθαρα ότι το αίτημα πρέπει να υποβληθεί εντός καθορισμένης προθεσμίας. Επίσης, η πληροφόρηση αυτή καταγράφεται και στην ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το European Justice, είναι η ηλεκτρονική πύλη της Ευρωπαϊκής Δικαιοσύνης όπου εκεί καταγράφονται τα διαβήματα και οι αποζημιώσεις και στα ελληνικά και στα αγγλικά. Επίσης, η πληροφόρηση για τον σχετικό Νόμο και για την υποχρέωση υποβολής αιτήματος στον διευθυντή διατίθεται προς κάθε ενδιαφερόμενο τόσο από τα επαρχιακά μας γραφεία των Κοινωνικών Ασφαλίσεων όσο από τα κεντρικά μας γραφεία όπου εργάζομαι και εγώ.» Η μάρτυς τέλος αντεξετάστηκε και ως προς το πότε δύναται ένα πρόσωπο που εργάζεται στην Κύπρο να εγγραφεί στο μητρώο Κοινωνικών Ασφαλίσεων οπόταν και της υπεβλήθη ότι στην περίπτωση της ενάγουσας δεν μπόρεσε να γίνει τέτοια εγγραφή κατά τον ουσιώδη χρόνο, αφ' ενός διότι οι εκάστοτε εργοδότες της τελευταίας δεν την ενέγραφαν στον μητρώο ως οφείλαν και αφ' ετέρου διότι όταν η ενάγουσα εργαζόταν ως αυτοτελώς εργαζόμενη, λάμβανε μόλις €200 τον μήνα και συνεπώς «ήταν αδύνατο να εγγραφεί ως αυτοτελώς εργαζόμενη... (διότι)... αν ασφαλιζόταν δεν θα της επέτρεπε να κερδίζει τα προς το ζην...». Η μάρτυς ανέφερε ότι τα στοιχεία των Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκ. 6) αλλά και όπως η ίδια η ενάγουσα και οι δικηγόροι της είχαν αναφέρει στο αίτημα της 07/06/11, αυτή, η ενάγουσα δηλαδή, εργαζόταν άλλοτε ως μισθωτή υπάλληλος σε ιδιωτική απασχόληση και άλλοτε ως αυτοεργοδοτούμενη. Η υποχρέωση εγγραφής της στο μητρώο επομένως, ανέφερε η μάρτυς, πάντοτε υφίστατο και δεν επηρεαζόταν από το εισόδημα που λάμβανε αφού το ποσό της συνεισφοράς της στο Ταμείο θα υπολογιζόταν με βάση τα δικαιολογητικά που θα παρουσίαζε σε σχέση με το εισόδημα της αυτό. Μπορεί λοιπόν, ισχυρίστηκε η μάρτυς, η ενάγουσα να είχε πραγματικό εισόδημα μόλις €200 μηνιαίως, αυτό όμως δεν συνιστούσε ούτε νομικό αλλά ούτε και πραγματικό κώλυμα για να εγγραφεί στο μητρώο κοινωνικών ασφαλίσεων ως όφειλε να πράξει. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι ευπαίδευτες συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, στα πλαίσια των οποίων αμφότερες παρέπεμψαν τόσο στην επίμαχη ευρωπαϊκή και κυπριακή Νομοθεσία όσο και σε πληθώρα αποφάσεων του ΔΕΕ. Αναφέρω εδώ ότι κατά το στάδιο των αγορεύσεων ζήτησα από αμφότερες τις συνηγόρους ν' ασχοληθούν και με τον προβληματισμό που το Δικαστήριο είχε εκφράσει από την αρχή της υπόθεσης σε σχέση με τη δικαιοδοσία του και συγκεκριμένα ως προς το κατά πόσο προέκυπτε οποιοδήποτε δικαιοδοτικό κώλυμα στο να εξεταστούν οι επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας από τη στιγμή που οι αξιώσεις αυτές παρουσιάζονταν να είχαν σε κάποιο σημαντικό βαθμό αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενης διοικητικής απόφασης η οποία δεν ακυρώθηκε από οποιοδήποτε Δικαστήριο που ασκεί διοικητική δικαιοδοσία. Η κα Πεκρή λοιπόν υποστήριξε ότι σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία: «.Η Ενάγουσα δεν έτυχε καμίας πληροφόρησης για τα δικαιώματα της ως θύμα βίαιης εγκληματικής ενέργειας. Καμία Υπηρεσία και/ή Κυβερνητική Αρχή δεν πληροφόρησε την Ενάγουσα για το δικαίωμα της να αποταθεί εναντίον του δράστη με αγωγή για αποζημιώσεις και στην περίπτωση μη ικανοποίησης τους δικαιώματος της είχε το δικαίωμα να αποταθεί εντός 2 ετών από την ημερομηνία του αδικήματος στη Δημοκρατία για να αποζημιωθεί. Η πληροφόρηση που έλαβε από τον τότε δικηγόρο της για το δικαίωμα της να αποζημιωθεί από τον δράστη, σε καμία περίπτωση δεν αντικαθιστά και απαλλάσσει τη Δημοκρατία από την υποχρέωση της να πληροφορήσει η ίδια την Ενάγουσα για τα δικαιώματα της. Εξάλλου, για το δικαίωμα της Ενάγουσας να αποταθεί στη Δημοκρατία για αποζημίωση στην περίπτωση που δεν αποζημιωνόταν από τον δράστη και τη χρονική περίοδο στην οποία μπορούσε να ενεργήσει επί αυτού, κανένα πρόσωπο (ούτε δημόσια αρχή ούτε ο τότε δικηγόρος της) δεν την πληροφόρησε παρά μόνο το πληροφορήθηκε αυτό για πρώτη φορά 4 χρόνια μετά τη διάπραξη του αδικήματος ήτοι το 2011 από τους νέους δικηγόρους της, όταν ήδη ο χρόνος με βάση τη σχετική νομοθεσία είχε εκπνεύσει. Περαιτέρω, η Δημοκρατία παρέλειψε να λάβει μέτρα για να ενθαρρύνει το δράστη να αποζημιώσει την Ενάγουσα, ως ήταν η υποχρέωση της με βάση την Απόφαση Πλαίσιο. Περαιτέρω, δεν πληροφορήθηκε για το είδος των υπηρεσιών και οργανισμών στους οποίους μπορούσε να αποταθεί για να λάβει βοήθεια, στήριξη και φροντίδα. Η Ενάγουσα πάλευε μόνη της να βρει οικονομική, κοινωνική, ψυχολογική και ιατρική στήριξη και φροντίδα, την οποία έλαβε από τους γείτονες της και από ιδιώτες γιατρούς που την βοηθούσαν αφιλοκερδώς λόγω της άθλιας οικονομικής κατάστασης της που δεν είχε χρήματα να τους πληρώσει. Παρά την άσχημη κατάσταση της σωματικής και ψυχολογικής υγείας της, που δεν της επέτρεπε να εργαστεί, η Ενάγουσα έκανε προσπάθειες να εξεύρει εργασία αλλά ακριβώς λόγω αυτής της άσχημης κατάστασης της υγείας της ήταν συγκεκριμένες οι εργασίες οι οποίες μπορούσε να εξεύρει και περιορισμένες οι ώρες μπορούσε να εργαστεί. Πάρα ταύτα, οι εργοδότες στους οποίους αποτάθηκε η Ενάγουσα αρνούνταν να της καταβάλουν Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Η Ενάγουσα, καθότι δεν είχε καμία πληροφόρηση ως προς τα δικαιώματα της και τους οργανισμούς/υπηρεσίες στις οποίες μπορούσε να αποτεθεί, αυτό είχε ως αποτέλεσμα επί 5 χρόνια να βρίσκεται στη Δημοκρατία χωρίς να λαμβάνει οποιαδήποτε οικονομική, κοινωνική, ιατρική και ψυχολογική κρατική στήριξη. Συνέπεια αυτού ήταν η Ενάγουσα να μη λάβει την αναγκαία επούλωση των τραυμάτων της, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά, που θα την βοηθούσε να ανταπεξέλθει πρακτικά και συναισθηματικά στο τραυματικό γεγονός που είχε βιώσει, το οποίο έχει αρνητικές επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική της υγεία μέχρι σήμερα. Η Δημοκρατία παρέλειψε να εκτιμήσει και να αντιμετωπίσει σφαιρικά και συντονισμένα τις ανάγκες της Ενάγουσας ως θύμα. Επίσης, η Ενάγουσα δεν πληροφορήθηκε από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας για τις διαδικασίες που θα ακολουθούνταν μετά από την καταγγελία της και ποιος ήταν ο ρόλος της σε σχέση με τις διαδικασίες αυτές. Τουναντίον η ίδια η Ενάγουσα προσπάθησε να επικοινωνήσει με το Δικαστήριο και την Αστυνομία για να πληροφορηθεί για την πορεία της υπόθεσης της και ποια ήταν η διαδικασία.Καμία μαρτυρία δεν έχει προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς αντίκρουση των ισχυρισμών της Ενάγουσας. Ο ισχυρισμός της ΜΥ1 ότι η νομοθεσία (περί Αποζημίωσης Θυμάτων Βίαιων Εγκλημάτων) ήταν αναρτημένη στην ιστοσελίδα Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το European Justice στα ελληνικά και αγγλικά, κατά την ταπεινή μας άποψη, δεν απαλλάσσει τη Δημοκρατία από την υποχρέωση της να διασφαλίσει ότι η Ενάγουσα έλαβε γνώση αυτών των πληροφοριών, έχοντας ιδιαίτερα κατά νου τις προσπάθειες της Ενάγουσας που αποτάθηκε με διάφορους τρόπους (με αλληλογραφία, επίσκεψης, τηλεφωνικές επικοινωνίες) προς τις διάφορες κρατικές υπηρεσίες στις οποίες ζητούσε να λάβει καθοδήγηση και ενημέρωση ως προς τα δικαιώματα της και κανένας λειτουργός δεν την ενημέρωσε ότι μπορούσε να βρει τις πληροφορίες που αναζητούσε αναρτημένες στο διαδίκτυο στις συγκεκριμένες ιστοσελίδες. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 4 της Απόφασης Πλαίσιο «Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι τα θύματα έχουν Ιδίως πρόσβαση, από την πρώτη τους επαφή με τις υπηρεσίες επιβολής του νόμου, με τα μέσα που το ίδιο κρίνει πρόσφορα και, κατά το δυνατόν, στις συνήθως κατανοητές γλώσσες, στις πληροφορίες που χρειάζονται για την προστασία των συμφερόντων τους (υπογράμμιση δική μας). Επίσης, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της Ενάγουσας την οποία ο Εναγόμενος δεν αμφισβήτησε, η ψυχική και σωματική υγεία της Ενάγουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν σε άθλια κατάσταση και λάμβανε πρακτική και ψυχολογική βοήθεια από τρίτα πρόσωπα..» Στην αντιπέρα όχθη, η κα Χαραλάμπους βάσισε την επιχειρηματολογία της σε τρεις άξονες, οι οποίοι αφορούν στη δικαιοδοσία, στη δικονομία και στην ουσία της υπόθεσης. Κοινός παρονομαστής των θέσεων της συνηγόρου είναι ότι συνιστά αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι από τον Αύγουστο 2007 και μέχρι και τις 12/04/12 τουλάχιστον, υπήρχε ειδικός Νόμος στην Κύπρο για το θέμα της αποκατάστασης θυμάτων βίαιων εγκλημάτων ως ήταν η ενάγουσα, ήτοι ο Ν. 51(Ι)/97, ο οποίος Νόμος, όχι μόνο συνιστούσε την εναρμόνιση της κυπριακής νομοθεσίας με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 1983 που επικαλείται τώρα η ενάγουσα, αλλά και ήταν μάλιστα και ο Νόμος που η ίδια η ενάγουσα χρησιμοποίησε στις 07/06/11 για να λάβει την αποκατάσταση που με την παρούσα αγωγή παραπονείται ότι δεν έλαβε ποτέ. Επομένως, υποστήριξε η συνήγορος, εφόσον η οποιαδήποτε αξίωση για αποκατάσταση ενός θύματος βίαιου εγκλήματος, ως ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι ήταν, μόνο στη βάση των προνοιών του Ν.51(Ι)/97 θα μπορούσε να εγερθεί και να εξεταστεί, και η ενάγουσα αναγνώρισε την ύπαρξη της συγκεκριμένης ημεδαπής νομοθεσίας ως άμεσα εφαρμοστέας στην περίπτωση της και προχώρησε και άσκησε πλήρως το δικαίωμα της να χρησιμοποιήσει τη διοικητική διαδικασία που εκεί προνοείται ώστε να λάβει την αποκατάσταση που θεωρούσε ότι δικαιούτο να λάβει, δεν μπορεί τώρα, επειδή η αρμόδια διοίκηση απέρριψε το αίτημα της για τους συγκεκριμένους λόγους που αναφέρονται στη νομοθεσία, να προσπαθεί, μέσω της παρούσας αγωγής και χωρίς να έχει καταχωρήσει προσφυγή εναντίον της απορριπτικής απόφασης της διοίκησης, να εξασφαλίσει με «άλλο τρόπο», ως η ίδια ανέφερε κατά τη μαρτυρία της, την αποκατάσταση που ζήτησε και δεν έλαβε τότε από τη διοίκηση. Αυτό κατά την κα Χαραλάμπους, όχι μόνο γιατί το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να ελέγξει την ορθότητα ή τη νομιμότητα μιας απορριπτικής εκτελεστής διοικητικής απόφασης και δη μιας απόφασης την οποία η ενάγουσα ουδέποτε επεδίωξε να ακυρώσει με το δέοντα τρόπο, ήτοι καταχωρώντας προσφυγή και προβάλλοντας εκεί τα επίδικα παράπονα της, αλλά και διότι, από τη στιγμή που ούτε η Απόφαση Πλαίσιο αλλά ούτε και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 1983 παράγουν άμεσα αποτελέσματα (direct effect) ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως βάση για την έγερση και προώθηση μιας πολιτικής αγωγής όπως η παρούσα, κανένα αγώγιμο δικαίωμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ενεργοποιηθεί προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον της Δημοκρατίας. Σημειώνω εδώ ότι στην αγόρευση της η κα Χαραλάμπους κάνει, για σκοπούς πληρότητας, αναφορά και στην Οδηγία 2004/80/ΕΚ, η οποία αφορά στα δικαιώματα θυμάτων βίαιων εγκλημάτων και η οποία έχει ενσωματωθεί στον N.51(I)/97 με τον τροποποιητικό Ν.126 (Ι)/2006, επισημαίνοντας όμως ταυτόχρονα ότι η ενάγουσα ούτε επικαλείται αλλά ούτε και δικογραφεί την εν λόγω Οδηγία ως βάση για οποιοδήποτε παράπονο προβάλλει με την παρούσα αγωγή. Έχω εξετάσει με προσοχή όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Δοθέντος ότι η παρούσα αγωγή στρέφεται εναντίον της Δημοκρατίας για κατ' ισχυρισμό παραβίαση του ευρωπαϊκού δικαίου, το πρώτο ζήτημα που θεωρώ ότι θα πρέπει να εξεταστεί, το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο και με το θέμα της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, είναι το ποια ακριβώς είναι η φύση των επίδικων αξιώσεων της ενάγουσας καθώς και ποιο ακριβώς είναι το νομικό πλαίσιο που περιβάλλει τις εν λόγω αξιώσεις. Παρατηρώ λοιπόν τα εξής. Ξεκινώντας κατ' αρχή από την ειδική οπισθογράφηση της έκθεσης απαίτησης, οπισθογράφηση η οποία υπενθυμίζω ότι νομολογιακά θεωρείται ως o «πυρήνας» της αγωγής (βλ. Vasilico Cement Works Limited and Others ν. World Tide Shipping Corporation and Others
(1996)1 ΑΑΔ 389), προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι άξονες επί των οποίων εδράζονται οι επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας είναι τρεις. Ο πρώτος άξονας αφορά στη θέση ότι η Δημοκρατία έχει παραβιάσει τα δικαιώματα που η ενάγουσα θεωρεί ότι της παρείχε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Αποζημίωση Θυμάτων Βίαιων Εγκλημάτων της 24 Νοεμβρίου 1983 (εφ' εξής η Σύμβαση) και η Απόφαση Πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ (εφ' εξής η Απόφαση), με έμφαση να δίνεται στις πρόνοιες του αρ.11 της Σύμβασης[i] και των Αρ. 4, 9 και 13 της Απόφασης[ii]. Ο δεύτερος άξονας της αγωγής αφορά στη θέση της ενάγουσας ότι υπέστη ζημιά συνεπεία του ότι η Δημοκρατία προέβη σε «λανθασμένη και/ή καθόλου ενσωμάτωση» της Σύμβασης και/ή της Απόφασης στην κυπριακή έννομη τάξη και ο τρίτος άξονας αφορά στη θέση ότι η Δημοκρατία δεν «εκτέλεσε σωστά τις πρόνοιες» των συγκεκριμένων κανόνων ευρωπαϊκού δικαίου στην περίπτωση της. Σημειώνω εδώ ότι αν και σε κάποιο βαθμό οι τρεις αυτοί άξονες αλληλοκαλύπτονται, για τους λόγους που θα διαφανούν σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου, κρίνω ορθότερο όπως εξετάσω τον κάθε άξονα ξεχωριστά. Ο λόγος τώρα που έχω προβεί στον πιο πάνω «διαχωρισμό των επίδικων αξιώσεων - θέσεων της ενάγουσας, είναι διότι συνιστά πάγια νομική αρχή και μάλιστα καλά εδραιωμένη στην ευρωπαϊκή νομολογία, ότι όπου ένα ευρωπαϊκό νομοθέτημα δεν είναι ικανό να παράγει άμεσα αποτελέσματα (direct effect), τότε δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνο του βάση για να ζητηθεί από ένα εθνικό Δικαστήριο να το εφαρμόσει κατά τρόπο άμεσο και δη ώστε να προσδώσει ατομικά δικαιώματα προς όφελος κάποιου ιδιώτη-πολίτη (βλ. αντίθετα NV Algemene Transport- en Expeditie Onderneming van Gend & Loos v Netherlands Inland Revenue Administration,
(1963)Case 26/62 ECLI:EU:C:1963:1). Σε μια τέτοια περίπτωση, ήτοι όπου το ευρωπαϊκό νομοθέτημα δεν παράγει άμεσα αποτελέσματα, ο ιδιώτης - πολίτης που θέλει να επικαλεστεί τους συγκεκριμένους κανόνες του ευρωπαϊκού δικαίου προς όφελος του, μπορεί να το πράξει με δύο τρόπους. Ο ένας τρόπος είναι ο πολίτης να επιδιώξει όπως δοθεί έμμεσο αποτέλεσμα στους συγκεκριμένους ευρωπαϊκούς κανόνες (indirect effect), ήτοι όπως η εθνική νομοθεσία που αφορά στην περίπτωση του «διαβαστεί» και εφαρμοστεί με γνώμονα την υποχρέωση «των εθνικών δικαστηρίων για ερμηνεία του εθνικού νόμου, κατά τρόπο που να συνάδει με το.(ευρωπαϊκό νομοθέτημα που). αφορά το αντίστοιχο αντικείμενο. όπως ήταν η περίπτωση της υπόθεσης Marleasing SA v. La Comercial International de Alimentacion SA (Case C-106/89) [1990] ECRI - 4135.» (βλ. μεταξύ άλλων Sigma Radio TV Public Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Α.Ε. 56/10, ημερ. 3/4/15). Ο άλλος τρόπος, ο οποίος αφορά στην περίπτωση όπου κάποιος πολίτης θεωρεί ότι η «ευρωπαϊκή παράβαση» συνίσταται στο ότι το κράτος δεν έχει ενσωματώσει σωστά και/καθόλου στο εθνικό δίκαιο τους συγκεκριμένους ευρωπαϊκούς κανόνες με αποτέλεσμα αυτός να υποστεί ζημιά, είναι να κινηθεί εναντίον του ίδιου του κράτους για ν' αποζημιωθεί για αυτή την κατ' ισχυρισμό ζημιά, αξίωση η οποία είναι γνωστή ως αξίωση «τύπου Francovich» (βλ. Francovich v Italy
(1991)C-6/90, ECLI:EU:C:1991:428, Brasserie du Pecheur SA v Federal Republic of Germany; R v Secretary of State for Transport, ex parte Factortame Ltd (No 4) (Joined Cases C-46/93 and C-48/93 [1996] ECR I 01029, ECLI:EU:C:1996:79[7]). Όταν πρόκειται όμως για μια τέτοια αξίωση, η οποία έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία του ΔΕΕ ότι συνιστά μια αυτόνομη και αυτοτελής βάση αγωγής που δύναται να προβληθεί ενώπιον των εθνικών Δικαστηρίων (βλ. Francovich και Brasserie du Pecheur ανωτέρω), θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πιο κάτω αρχές. Κατά πρώτο, όπως λέχθηκε και στην Francovich (παρ. 34-43), ο λόγος που το ΔΕΕ αναγνώρισε τη διαθεσιμότητα της συγκεκριμένης βάσης αγωγής εναντίον του κράτους, είναι διότι: «.Η δυνατότητα αποκαταστάσεως της ζημίας από το κράτος μέλος είναι ιδιαίτερα απαραίτητη όταν, όπως εν προκειμένω, η πλήρης αποτελεσματικότητα των κοινοτικών διατάξεων εξαρτάται από ενέργεια του κράτους και, κατά συνέπεια, οι ιδιώτες δεν μπορούν, ελλείψει της ενέργειας αυτής, να επικαλεστούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τα δικαιώματα που τους αναγνωρίζει το κοινοτικό δίκαιο. Από αυτό προκύπτει ότι η αρχή της ευθύνης του κράτους για ζημίες που προκαλούνται στους ιδιώτες από παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου οι οποίες του καταλογίζονται είναι σύμφυτη προς το σύστημα της Συνθήκης. Η υποχρέωση των κρατών μελών να αποκαταστήσουν τις ζημίες αυτές μπορεί να στηριχθεί επίσης στο άρθρο 5 της Συνθήκης, κατά το οποίο τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχουν από το κοινοτικό δίκαιο. Μεταξύ των υποχρεώσεων αυτών περιλαμβάνεται και η υποχρέωση εξαλείψεως των παρανόμων συνεπειών της παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου.Ενώ η ευθύνη του κράτους επιβάλλεται έτσι από το κοινοτικό δίκαιο, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες γεννάται το δικαίωμα αποζημιώσεως εξαρτώνται από τη φύση της παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου στην οποία οφείλεται η προκληθείσα ζημία. Όταν, όπως εν προκειμένω, ένα κράτος μέλος παραβαίνει την υποχρέωση που υπέχει δυνάμει του άρθρου 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, να θεσπίσει όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκεται από μια οδηγία, η πλήρης αποτελεσματικότητα της διατάξεως αυτής του κοινοτικού δικαίου επιβάλλει την αναγνώριση δικαιώματος αποζημιώσεως, εφόσον συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις. Κατά την πρώτη προϋπόθεση το επιδιωκόμενο από την οδηγία αποτέλεσμα πρέπει να περιλαμβάνει χορήγηση δικαιωμάτων στους ιδιώτες. Κατά τη δεύτερη προϋπόθεση, το περιεχόμενο των δικαιωμάτων αυτών πρέπει να μπορεί να προσδιοριστεί βάσει των διατάξεων της οδηγίας. Τρίτον, κατά την τρίτη προϋπόθεση, πρέπει να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραβάσεως της υποχρεώσεως του κράτους και της ζημίας που υπέστησαν οι ζημιωθέντες. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι επαρκείς για να γεννήσουν υπέρ των ιδιωτών δικαίωμα αποζημιώσεως που στηρίζεται απευθείας στο κοινοτικό δίκαιο. Υπό την επιφύλαξη αυτή, το κράτος υποχρεούται να αποκαταστήσει τις συνέπειες της προκληθείσας ζημίας στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου της ευθύνης. Ελλείψει κοινοτικής νομοθεσίας, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους απόκειται ο καθορισμός των αρμοδίων δικαστηρίων και η ρύθμιση των δικονομικών λεπτομερειών σχετικά με τα ένδικα βοηθήματα που έχουν ως σκοπό την εξασφάλιση της πλήρους προστασίας των δικαιωμάτων που αντλούν οι ιδιώτες από το κοινοτικό δίκαιο.Πρέπει να παρατηρηθεί, εξάλλου, ότι οι ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις που ορίζουν οι διάφορες εθνικές νομοθεσίες σχετικά με την αποκατάσταση των ζημιών δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις στηριζόμενες στο εσωτερικό δίκαιο ούτε μπορούν να είναι τέτοιες ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερή τη χορήγηση αποζημιώσεως». Σημειώνω εδώ ότι οι προαναφερόμενες αρχές της Francovich έχουν πιο πρόσφατα συνοψιστεί στην υπόθεση C-129/19 ανωτέρω ως εξής: «.Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι ζημιωθέντες ιδιώτες έχουν δικαίωμα αποζημιώσεως για ζημίες που υπέστησαν από παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης καταλογιστέες σε κράτος μέλος εφόσον συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις, συγκεκριμένα δε εφόσον ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου της Ένωσης αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, εφόσον η παράβαση του κανόνα αυτού είναι κατάφωρη και εφόσον υφίσταται άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραβάσεως αυτής και της ζημίας που υπέστησαν οι εν λόγω ιδιώτες (πρβλ. αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du p?cheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 51, της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, K?bler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 51, και της 28ης Ιουλίου 2016, Tom??ov?, C‑168/15, EU:C:2016:602, σκέψη 22). Η εφαρμογή αυτών των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση της ευθύνης των κρατών μελών για ζημίες που προκαλούνται σε ιδιώτες από παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης πρέπει, κατ' αρχήν, να διενεργείται από τα εθνικά δικαστήρια, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που παρέχει το Δικαστήριο για τη θέση τους σε εφαρμογή (αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2007, Test Claimants in the Thin Cap Group Litigation, C‑524/04, EU:C:2007:161, σκέψη 116, και της 4ης Οκτωβρίου 2018, Kantarev, C‑571/16, EU:C:2018:807, σκέψη 95).» (βλ. παρ. 34 και 35) Κατά δεύτερο, κατά την ενασχόληση με τις προϋποθέσεις «για τη θεμελίωση της ευθύνης των κρατών μελών», το ΔΕΕ έχει αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ενώ η εσφαλμένη ενσωμάτωση ενός κανόνα ευρωπαϊκού δικαίου (misimplementation) δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και ότι το κράτος παραβίασε κατάφορα τις υποχρεώσεις του (βλ. R v H. M. Treasury, ex parte British Telecommunications plc. Case C-392/93, [1996] ECR I-1631, ECLI:EU:C:1996:131 και Denkavit International BV v Bundesamt f?r Finanzen, C-283/94, C-291/94 and C-292/94 [1996] ECR I-5063, ECLI:EU:C:1996:387) εντούτοις, η μη έγκαιρη και/ή καθόλου ενσωμάτωση δύναται να θεωρηθεί αρκετή για να ικανοποιήσει τη σχετική προϋπόθεση (βλ. Dillenkofer a.o v Federal Republic of Germany, C-178/94, C-179/94, C-188/94, C-189/94 and C-190/94, [1996] ECR I-4845, ECLI:EU:C:1996:375). Παρομοίως, η ενσωμάτωση ενός κανόνα ευρωπαϊκού δικαίου με την επιβολή όμως, σε εθνικό επίπεδο, χρονικής προθεσμίας εντός της οποίας θα μπορούσαν να διεκδικηθούν τα δικαιώματα που το ευρωπαϊκό δίκαιο παρέχει μέσω της εθνικής νομοθεσίας, αν και ενδεχομένως να μην παραβιάζει την «αρχή της αποτελεσματικότητας - effectiveness» εντούτοις θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως της αρχής της «ισοδυναμίας - equivalence», ήτοι κατά πόσο οι πρόνοιες «. σχετικά με την αποκατάσταση των ζημιών.είναι.(ή όχι).λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις στηριζόμενες στο εσωτερικό δίκαιο.(ή αν). είναι τέτοιες ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερή τη χορήγηση αποζημιώσεως.». Και σύμφωνα με το ΔΕΕ, αποκλειστικά αρμόδιο να αποφασίσει το θέμα αυτό είναι το εθνικό Δικαστήριο (βλ. Palmisani v INPS [1997] ECR I-4025, ECLI:EU:C:1997:351). Κατά τρίτο και πάνω στις ίδιες γραμμές, στις υποθέσεις Stockholm Lind?park AB v Swedish State, C-150/99 [2001] ECR I-493, ECLI:EU:C:2001:34 και R v Secretary of State for Social Security, ex parte Eunice Sutton, C-66/95 [1997] ECR I-2163, ECLI:EU:C:1997:207), το ΔΕΕ απέρριψε το επιχείρημα ότι «η διαθεσιμότητα» του δικαιώματος για έγερση αγωγής «τύπου Francovich» εξαρτάται από το αν παρέχεται στον ενάγοντα κάποια άλλη θεραπεία με βάση το εθνικό δίκαιο ή από το αν το ευρωπαϊκό νομοθέτημα που έχει κατ' ισχυρισμό παραβιαστεί έχει άμεσο αποτέλεσμα και μπορεί να τύχει απευθείας επίκλησης στα πλαίσια μιας αγωγής εναντίον του «πραγματικά υπεύθυνου». Στην μεταγενέστερη όμως υπόθεση Wells v Secretary of State for Transport, C-201/02 [2004] ECR I-723, ECLI:EU:C:2004:12, το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι εφόσον στο τέλος της ημέρας η υποχρέωση των κρατών μελών είναι να φροντίσουν ώστε ν' αρθούν με κάποιο τρόπο οι συνέπειες που συνεπάγεται η παραβίαση ενός κανόνα ευρωπαϊκού δικαίου, είναι αφ' ενός στις «.αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους (που) εναπόκειται να λάβουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, κάθε αναγκαίο γενικό ή ειδικό μέτρο.προκειμένου να θεραπεύσουν.(την παράβαση)» και αφ' ετέρου, εφόσον «.οι εφαρμοστέοι δικονομικοί κανόνες συνιστούν θέμα της εσωτερικής έννομης τάξης εκάστου κράτους μέλους, δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών.», εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφασίσει και να καθορίσει, με βάση το εσωτερικό του δίκαιο, ποια είναι η καταλληλότερη μορφή θεραπείας υπό τις περιστάσεις, ήτοι αν θα πρέπει η παράβαση να «θεραπευτεί» μέσω της διοικητικής διαδικασίας ή μέσω της δικαστικής απόδοσης αποζημιώσεων[8]. Αυτό που θα πρέπει να έχει κατά νου το εθνικό Δικαστήριο όταν αποφασίζει το συγκεκριμένο θέμα, είναι, τόνισε το ΔΕΕ, ότι οι εσωτερικοί δικονομικοί κανόνες που θα εφαρμοστούν, δεν θα πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που διέπουν παρόμοιες καταστάσεις εσωτερικής φύσεως (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν θα καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί η κοινοτική έννομη τάξη (αρχή της αποτελεσματικότητας) - (βλ. παρ. 65-70 C-201/02 ανωτέρω). Επισημαίνω εδώ ότι στη Wells, το ερώτημα ήταν κατά πόσο θα συνιστούσε πιο αρμόζουσα θεραπεία για τον εκεί παραπονούμενο πολίτη να ακυρωθεί η επίδικη πράξη/παράλειψη του κράτους στα πλαίσια της διοικητικής διαδικασίας αντί να του επιδικασθούν αποζημιώσεις και η κατάληξη του ΔΕΕ ήταν ότι εναπόκειται αποκλειστικά στους εθνικούς δικονομικούς κανόνες και στο εθνικό Δικαστήριο να καθορίσουν κατά πόσο η «άρση της παρανομίας» είναι καλύτερο και ορθότερο να επιτευχθεί με την επιδίκαση αποζημιώσεων ή με την ακύρωση της επίδικης πράξης/παράλειψης μέσω της σχετικής ακυρωτικής νομοθετικής, διοικητικής και δικαστικής διαδικασίας. Τέλος, συνιστά πάγια αρχή του εθνικού δικαίου ότι ο οποιοσδήποτε θεωρεί ότι έχει επηρεαστεί δυσμενώς από μια εκτελεστή απόφαση που λαμβάνει η διοίκηση της Δημοκρατίας, τότε, προτού να μπορέσει ν' αξιώσει αποζημιώσεις για την οποιαδήποτε ζημιά ισχυρίζεται ότι του προκάλεσε η απόφαση αυτή της διοίκησης, θα πρέπει να αποταθεί με προσφυγή στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο ώστε ν' ακυρώσει την εν λόγω απόφαση. Αυτό όχι μόνο διότι «Η ζημία για την οποία εγείρεται αξίωση, προέκυψε από την έκδοση αυτοτελούς εκτελεστής διοικητικής πράξης ή απόφασης.η αναθεώρηση της οποίας ανάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του (αρμόδιου διοικητικού Δικαστηρίου) βάσει του Άρθρου 146» (και) «. Η ακύρωση εκτελεστής διοικητικής πράξης από το (αρμόδιο διοικητικό Δικαστήριο) αποτελεί προϋπόθεση για τη διεκδίκηση ζημίας η οποία προκύπτει από την έκδοσή της.» αλλά και διότι «.Στην απουσία αμφισβήτησης πράξης ή απόφασης βάσει του Άρθρου 146.1, και ακύρωσης στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εκτελεστή διοικητική πράξη τεκμαίρεται ως νόμιμη με όλες τις συνέπειες που ενέχει αυτή η διαπίστωση στα δικαιώματα των επηρεαζομένων.»[9]. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω λοιπόν, προχωρώ να εξετάσω τους άξονες επί των οποίων εδράζεται η παρούσα αγωγή και επισημαίνω από αυτό το στάδιο ότι για την εν λόγω εξέταση, όπως θα διαφανεί και πιο κάτω, δεν παρίσταται η ανάγκη για αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας[10]. Πρώτος Άξονας - Παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων που παρέχονται από τη Σύμβαση και/ή την Απόφαση Όπως ανέφερα πιο πάνω, εφόσον τα επί του προκειμένου παράπονα της ενάγουσας αφορούν σε άμεση ουσιαστικά επίκληση των προνοιών της Σύμβασης και της Απόφασης, άκρως σημαντικό και καθοριστικό είναι να εξεταστεί το αποτέλεσμα που μπορούν να παράγουν οι συγκεκριμένοι κανόνες ευρωπαϊκού δικαίου. Έχοντας λοιπόν διεξέλθει των συγκεκριμένων ευρωπαϊκών κανόνων που επικαλείται η ενάγουσα, διαπιστώνεται ότι ο ευρωπαίος νομοθέτης κατέστησε εξ' αρχής ρητό και ξεκάθαρο ότι κανένας από τους κανόνες αυτούς δεν συνιστά νομοθέτημα που δύναται να παράγει άμεσα αποτελέσματα ή τουλάχιστον νομοθέτημα που θα μπορούσε κάποιος πολίτης να το επικαλεστεί ενώπιον των εθνικών Δικαστηρίων ως χωριστή και ανεξάρτητη πηγή αγώγιμων δικαιωμάτων και ως αυτόνομη βάση αγωγής. Προς επίρρωση τούτου παραπέμπω αφ' ενός στις Επεξηγηματικές Σημειώσεις της Σύμβασης, όπου στη σημείωση 12 αναφέρεται ρητά ότι «Αυτή η συνθήκη δεν είναι άμεσα εφαρμοστέα. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να θέσουν τη νομική βάση, το διοικητικό πλαίσιο και τις μεθόδους εφαρμογής των σχεδίων αποζημίωσης (που προνοούνται στη συνθήκη) με γνώμονα τις σχετικές αρχές» και αφ' ετέρου στις πρόνοιες του Αρ. 34 (πρώην Αρ. Κ6) της συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (TEU), ως τροποποιήθηκε από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, οι οποίες αποτελούν τη νομική βάση για την εξουσία έκδοσης Αποφάσεων Πλαίσιο, και στις οποίες αναφέρεται ρητά στο Αρ. 34
(2)(b) ότι οι Αποφάσεις Πλαίσιο «.Θα είναι δεσμευτικές για τα κράτη μέλη ως προς το αποτέλεσμα που επιδιώκουν, αλλά θα εναπόκειται στις εθνικές αρχές η επιλογή του τρόπου εφαρμογής τους. Δεν θα έχουν άμεσο αποτέλεσμα...». Μάλιστα δε, όσον αφορά τις Αποφάσεις Πλαίσιο ειδικότερα αλλά και την επίμαχη Απόφαση, το ΔΕΕ ανέφερε στις παρ.33 - 47 της υπόθεσης Case C-105/03 Maria Pupino [2005] ECR I-5285, ECLI:EU:C:2005:386 ότι αν και το στοιχείο του άμεσου αποτελέσματος απουσιάζει από τις Αποφάσεις Πλαίσιο λόγω του Αρ34(β) ΕΕ, εντούτοις, όπως και τα διάφορα άλλα ευρωπαϊκά νομοθετήματα που δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα, οι Αποφάσεις αυτές θα πρέπει να εφαρμόζονται από τα εθνικά Δικαστήρια με την αρχή της «σύμφωνης ερμηνείας», ήτοι κατά τρόπο που παράγουν «έμμεσα αποτελέσματα» (indirect effect)[11]. Αναφέρω εδώ παρενθετικά ότι η εξουσία έκδοσης Αποφάσεων Πλαίσιο έχει από το 2009 καταργηθεί με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, ενώ όσον αφορά την Απόφαση 2001/220/ΔΕΥ, αυτή, αν και ήταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, έχει από τις 25/10/12, ήτοι πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, καταργηθεί και αντικατασταθεί από την Οδηγία 2012/29/ΕΕ. Εφόσον λοιπόν διαπιστώνεται ότι κανένα από τα ευρωπαϊκά νομοθετήματα που επικαλείται η ενάγουσα δεν είναι ικανό να παράγει άμεσα αποτελέσματα, το ερώτημα είναι πλέον το αν η παρούσα συνιστά περίπτωση όπου θα μπορούσαν οι εν λόγω ευρωπαϊκές πρόνοιες να εφαρμοστούν ώστε να έχουν «έμμεσο αποτέλεσμα». Προσεκτική όμως ανάγνωση του συνόλου της Ε/Α καταδεικνύει ότι η πλευρά της ενάγουσας δεν προβάλλει καμία συγκεκριμένη εθνική νομοθεσία ως βάση για τα επίδικα παράπονα της, ούτε προβάλλει οποιοδήποτε παράπονο για την «επάρκεια» κάποιας συγκεκριμένης εθνικής νομοθεσίας αλλά ούτε και παρουσιάζει την παρούσα υπόθεση ως περίπτωση όπου επιχειρείται να εφαρμοστεί κάποια εθνική νομοθεσία, είτε προς όφελος είτε εναντίον της ενάγουσας ώστε να μπορεί και να πρέπει πλέον να «διαβαστεί» η εθνική νομοθεσία με βάση την αρχή της «σύμφωνης ερμηνείας», ήτοι ώστε οι συγκεκριμένοι επίμαχοι κανόνες ευρωπαϊκού δικαίου να εφαρμοστούν κατά τρόπο που θα παράγουν «έμμεσα αποτελέσματα» προς όφελος της ενάγουσας (indirect effect). Με άλλα λόγια, αυτό που διαπιστώνεται εξ' αρχής σε σχέση με το υπό συζήτηση άξονα της παρούσας αγωγής, είναι ότι ναι μεν η ενάγουσα επικαλείται προς όφελος της την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων ευρωπαϊκού δικαίου, όμως την ίδια στιγμή, ούτε οι εν λόγω ευρωπαϊκοί κανόνες δύνανται να παράγουν άμεσα αποτελέσματα προς όφελος της ώστε να μπορούν να τύχουν της επίκλησης που η τελευταία κάνει αλλά ούτε και οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της ενάγουσας παρουσιάζουν την υπόθεση της ως περίπτωση όπου δύναται να τεθεί θέμα εφαρμογής των συγκεκριμένων ευρωπαϊκών κανόνων κατά τρόπο που να παράγονται έμμεσα αποτελέσματα προς όφελος της. Δεύτερος Άξονας - Ζημιές λόγω πλημμελούς και/ή καθόλου ενσωμάτωσης της Σύμβασης και της Απόφασης στο εθνικό δίκαιο Α. Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Αποζημίωση των Θυμάτων Βίαιων Εγκλημάτων της 24/11/1983 Στον βαθμό που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Δημοκρατία δεν έχει ενσωματώσει ορθά και/ή καθόλου στο εθνικό δίκαιο τη Σύμβαση, ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί παρά να απορριφθεί, εφόσον όπως κατέστη αδιαμφισβήτητο κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης αλλά και η ίδια η πλευρά της ενάγουσας αναγνώρισε εγγράφως στις 07/06/11, η συγκεκριμένη Σύβαση έχει ενσωματωθεί στην εθνική έννομη τάξη με τον Ν.51(Ι)/97. Μάλιστα δε, ο εν λόγω Νόμος καθορίζει και «Το διοικητικό πλαίσιο και τις μεθόδους εφαρμογής του (σκοπούμενου από τη Σύμβαση) σχεδίου αποζημίωσης» αλλά και εκτείνεται ώστε να καλύπτει τουλάχιστο την ιατρoφαρμακευτική περίθαλψη, τα επιδόματα ασθενείας και εργασίας, τη σύνταξη προς εξαρτωμέvoυς και τα έξοδα κηδείας (αρ.6 Νόμου) ως η Σύμβαση απαιτεί (Αρ. 4). Το ότι ο Νόμος καθορίζει κάποιο μέγιστο ποσό αποζημίωσης για συγκεκριμένα θέματα καθώς επίσης και προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει να υποβληθεί η σχετική αίτηση για λήψη της προβλεπόμενης αποζημίωσης, αυτό είναι κάτι που συνάδει πλήρως και με το πνεύμα αλλά και με το γράμμα της Σύμβασης (Αρ. 5 και 6) και επισημαίνω εδώ ότι κανένα παράπονο δεν έχει προβληθεί από πλευράς ενάγουσας σε σχέση με το ότι ο Ν.51(Ι)97 θέτει τους εν λόγω περιορισμούς. Ούτε λίγο ούτε πολύ δηλαδή, από μια απλή αντιπαραβολή του Ν.51(Ι)/97 με το κείμενο της Σύμβασης, η θέση της ενάγουσας ότι η Δημοκρατία δεν έχει συμμορφωθεί με την υποχρέωση της να ενσωματώσει πλήρως και ορθά στο εθνικό δίκαιο τις ουσιαστικές πρόνοιες της Σύμβασης κρίνεται αβάσιμη. Αναφέρω εδώ ότι δεν έχω παραγνωρίσει ότι κατά την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της ενάγουσας, υποστηρίχθηκε μεταξύ άλλων και η θέση ότι ο Νόμος δεν περιέχει οποιανδήποτε πρόνοια που να αντανακλά την υποχρέωση που επιβάλλει στη Δημοκρατία το Αρ. 11 της Σύμβασης, ήτοι την υποχρέωση να λάβει «τα κατάλληλα διαβήματα ώστε να εξασφαλίσει ότι οι πληροφορίες σχετικά με το σχέδιο (αποζημίωσης) είναι διαθέσιμες στους πιθανούς αιτητές». Αν και η θέση αυτή προβάλλει εκ πρώτης όψεως σωστή, υπό την έννοια ότι όντως δεν υπάρχει πρόνοια στο Νόμο που να επιβάλλει την παροχή πληροφοριών για το συγκεκριμένο θέσμιο σχέδιο αποζημίωσης, εντούτοις, επί της ουσίας της και η συγκεκριμένη θέση κρίνεται αβάσιμη. Εξηγώ. Όπως αναφέρεται στη σημείωση 42 των Επεξηγηματικών Σημειώσεων της Σύμβασης, οι πρόνοιες του Αρ.11 αποσκοπούσαν απλά στο να αντιμετωπιστεί το γεγονός ότι «σε κράτη μέλη με συστήματα πληρωμής αποζημίωσης από δημόσια ταμεία διαπιστώνεται συχνά ότι αυτά (τα σχέδια) σπάνια χρησιμοποιούνται. Αυτό οφείλεται κυρίως στην άγνοια που έχει το κοινό για την ύπαρξη των σχεδίων αποζημίωσης και επομένως δημιουργείται η ανάγκη αυτά (τα σχέδια) να δημοσιοποιούνται καλύτερα». Για το λόγο αυτό, όπως προχωρεί να εξηγήσει ο ευρωπαίος νομοθέτης, αν και η κύρια ευθύνη για την ενημέρωση των θυμάτων για τα σχέδια αποζημίωσης βαραίνει τις εμπλεκόμενες αρχές, εντούτοις στο έργο αυτό δύναται να συνδράμουν και τα ΜΜΕ, ήτοι ο τύπος, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση[12]. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον ίδιο τον ευρωπαίο νομοθέτη, οι πρόνοιες του Αρ.11 δεν αποσκοπούσαν στο καθορισμό κάποιου συγκεκριμένου ή ειδικού τρόπου πληροφόρησης για το προβλεπόμενο σχέδιο αποζημίωσης ώστε να έπρεπε τα κράτη να θεσπίσουν κάποια ειδική πρόνοια στην εθνική νομοθεσία τους. Αντιθέτως, αυτό που πραγματικά επιδίωκαν οι εν λόγω πρόνοιες ήταν όπως τα κράτη διασφαλίσουν απλά ότι οι πληροφορίες για τα σχέδια αποζημίωσης τους θα μπορούσαν να περιέλθουν σε γνώση των ενδιαφερόμενων θυμάτων με κάθε δυνατό τρόπο. Λαμβανομένων των πιο πάνω υπόψη συνεπώς και με δεδομένο αφ' ενός το ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός της ΜΥ1 ότι το σχέδιο που προνοεί ο Ν. 51(Ι)/97 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο δημοσιευμένο και ελεύθερα προσβάσιμο στο διαδίκτυο και αφ' ετέρου ότι σύμφωνα με την ίδια την ενάγουσα, η ύπαρξη του σχεδίου ήταν σε τέτοιο βαθμό δημοσιοποιημένη που μπόρεσε να περιέλθει σε γνώση της αμέσως μετά το έγκλημα του 2007 και μάλιστα πριν την εκπνοή της καθοριζόμενης προθεσμίας, ήτοι «έναν μήνα μετά το τραύμα (που) πήγα αμέσως σε δικηγόρους», δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Δημοκρατία δεν ενσωμάτωσε ορθά και/ή καθόλου τις πρόνοιες της Σύμβασης. Β. Απόφαση Πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ Όσον αφορά το παράπονο της ενάγουσας ότι υπέστη ζημιά λόγω πλημμελούς και/ή εσφαλμένης ενσωμάτωσης της Απόφασης Πλαίσιο, σημειώνω τα ακόλουθα: Από την έρευνα που έκαμε το Δικαστήριο δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί οποιαδήποτε κυπριακή νομοθεσία που να ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο (2007- 2012) και στην οποία να αναφέρεται ρητά ότι πρόκειται για ενσωμάτωση της συγκεκριμένης Απόφασης στην κυπριακή έννομη τάξη. Ούτε όμως η ευπαίδευτη συνήγορος της Δημοκρατίας με παρέπεμψε σε οποιαδήποτε τέτοια νομοθεσία. Ο Ν.51(I)/2016 στον οποίο έκαμε αναφορά η συνήγορος, πέραν του ότι δεν είχε θεσπιστεί κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, δεν είναι την συγκεκριμένη Απόφαση που ενσωμάτωσε στην κυπριακή νομοθεσία αλλά την Οδηγία 2012/29/ΕΕ, η οποία, ως αναφέρεται και στο προοίμιο του Ν.51(I)/2016, είχε καταργήσει και αντικαταστήσει την εν λόγω Απόφαση[13]. Λαμβανομένου επομένως υπόψη του τι προνοεί η Απόφαση σε σχέση με τα δικαιώματα που πρέπει να έχουν τα θύματα βίαιων εγκλημάτων όπως η ενάγουσα και του ότι παρά τη δεσμευτική φύση του περιεχομένου της Απόφασης αυτής, εξαιρουμένου βέβαια του προοιμίου της[14], δεν υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο στην Κύπρο οποιαδήποτε εθνική νομοθεσία που να αφορούσε ρητά σε εναρμόνιση του εθνικού δικαίου με την εν λόγω Απόφαση, οι πρώτες δύο προϋποθέσεις που έθεσε το ΔΕΕ για τη θεμελίωση αγώγιμης αξίωσης «τύπου Francovich» φαίνεται εκ πρώτης όψεως να ικανοποιούνται. Επισημαίνω εδώ ότι τα όσα ανέφερα πιο πάνω αναφορικά με το ότι η συγκεκριμένη Απόφαση δεν παράγει άμεσα αποτελέσματα, δεν μπορούν, σύμφωνα με το ΔΕΕ, να επηρεάσουν αυτή την πτυχή της αγωγής, εφόσον οι αξιώσεις «τύπου Francovich» μπορούν να εγερθούν και σε σχέση με άμεσα αποτελεσματικούς κανόνες ευρωπαϊκού δικαίου αλλά και σε σχέση με κανόνες που δεν παράγουν άμεσα αποτελέσματα[15]. Το ερώτημα όμως που προκύπτει τώρα είναι το αν καταδεικνύεται και ότι «.υφίσταται άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος» μεταξύ της μη ενσωμάτωσης της Απόφασης στην κυπριακή έννομη τάξη και της ζημίας που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη. Η σχετική θέση που προβλήθηκε στην Ε/Α και στην τελική αγόρευση της πλευράς της ενάγουσας είναι ότι η ζημία που υπέστη η τελευταία συνίσταται ουσιαστικά στην αποστέρηση όλων ανεξαιρέτως των δικαιωμάτων που προνοούνται στην Απόφαση, περιλαμβανομένου δηλαδή και του δικαιώματος όπως ο θύτης «ενθαρρυνθεί» από τη Δημοκρατία ώστε να καταβάλει αποζημίωση στην ενάγουσα. Παρά ταύτα, με βάση τη μαρτυρία της ίδιας της ενάγουσας προκύπτουν τα εξής. Πρώτο, η πρόσβαση της ενάγουσας στις διωκτικές αρχές της Δημοκρατίας για σκοπούς καταγγελίας του θύτη της δεν εμποδίστηκε ούτε και περιορίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Αντιθέτως, η καταγγελία της εξετάστηκε δεόντως από τις αρμόδιες αρχές και στη συνέχεια προωθήθηκε στο Δικαστήριο εντός χρονικού διαστήματος που δεν έχει καταδειχθεί να είναι υπέρμετρο ή αδικαιολόγητο. Ακολούθως, όπως η ίδια η ενάγουσα ανέφερε, έστω και με κάποια καθυστέρηση ο αστυνομικός εξεταστής της ποινικής υπόθεσης είχε τελικά επαφή με την τελευταία για να την ενημερώσει για την εξέλιξη της ποινικής υπόθεσης, ενώ στη ίδια είχε επιτραπεί και να είναι παρούσα κατά τη διαδικασία αλλά και κατά την έκδοση της απόφασης του ποινικού Δικαστηρίου. Δεύτερο, από τα αρχικά στάδια και μάλιστα σύντομα μετά το έγκλημα που διαπράχθηκε σε βάρος της το 2007, η ενάγουσα τύγχανε εκπροσώπησης από διάφορους δικηγόρους της επιλογής της - «.εγώ αμέσως έναν μήνα μετά το τραύμα πήγα αμέσως σε δικηγόρους.» - οι οποίοι τη συμβούλευαν συνεχώς, όχι μόνο σε σχέση με τα δικαιώματα της σε αποζημίωση αλλά και σε σχέση με όλα της τα δικαιώματα. Μάλιστα δε, ένας εκ των δικηγόρων της φαίνεται, σύμφωνα πάντα με την ίδια, να προσπαθούσε τότε να «τροχιοδρομήσει» και την επίτευξη κάποιας συμφωνίας με τον θύτη της ώστε να της δοθεί αποζημίωση απευθείας από τον τελευταίο[16], ενώ άλλος δικηγόρος της την ενημέρωσε και για το συγκεκριμένο σχέδιο αποζημίωσης που προνοεί ο Ν.51(Ι)/97 αλλά και για το ότι «Υπάρχει και ένας ευρωπαϊκός σύνδεσμος εδώ που εσύ με κάθε τρόπο δικαιούσαι να πάρεις την αποζημίωσή σου». Άλλωστε, όπως η ίδια η ενάγουσα ανέφερε αλλά και επιβεβαιώνουν και τα έγγραφα του Τεκ.2 που αυτή παρουσίασε, όταν αυτή είχε αποταθεί μέσω δικηγόρου στα δημόσια νοσηλευτήρια το 2008 για επανεξέταση της κατάστασης της, το είχε πράξει αυτό γιατί «.θεωρούσα ότι πρέπει να έχω αυτές τις λεπτομέρειες γιατί ήξερα ότι θα αποταθώ, ανεξαρτήτως αν ο Κατηγορούμενος είχε ή δεν είχε χρήματα, με άλλον τρόπο ήταν να ζητήσω αποζημίωση.». Σε κάθε περίπτωση όμως, ουδέποτε στερήθηκε στην ενάγουσα η πρόσβαση σε δικηγόρο ή στα Δικαστήρια για οποιοδήποτε λόγο ούτε όμως και προβάλλεται, έστω έμμεσα, οποιοδήποτε σχετικό παράπονο από πλευράς ενάγουσας. Ως αποτέλεσμα, η ενάγουσα μπόρεσε και άσκησε πλήρως και ελεύθερα κάθε δικαίωμα που είχε για να καταχωρήσει μέσω δικηγόρου της επιλογής της, πολιτική αγωγή εναντίον του θύτη της ώστε να λάβει από αυτόν αποζημιώσεις και με τον ίδιο ελεύθερο τρόπο άσκησε και το δικαίωμα της ν' αποσύρει την εν λόγω αγωγή αλλά και να υποβάλει αίτημα στη Δημοκρατία για αποζημίωση. Τρίτο, μετά το έγκλημα του 2007, μέλος της αστυνομικής δύναμης, έστω και αυτόβουλα, συμβούλευε κατά διαστήματα την ενάγουσα για τις διάφορες κρατικές υπηρεσίες στις οποίες αυτή θα μπορούσε να αποταθεί για βοήθεια, ενώ την ίδια στιγμή, διάφορες υπηρεσίες της Δημοκρατίας κατέβαλλαν συνεχώς προσπάθειες για να εξεύρουν στην τελευταία κατάλληλη εργασία. Τέταρτο, όπως η ίδια η ενάγουσα ανέφερε αλλά και επιβεβαιώνουν τα έγγραφα που αυτή παρουσίασε ως Τεκ.1 και 2, τα δημόσια νοσηλευτήρια δεν αρνήθηκαν ποτέ να της παράσχουν την οποιαδήποτε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη χρειαζόταν, περιλαμβανομένης και της ψυχιατρικής περίθαλψης (Τεκ.1 και 2). Επισημαίνω εδώ ότι όταν κατά την αντεξέταση της ενάγουσας υποδείχθηκαν στην τελευταία οι ιατρικές βεβαιώσεις των 26/10/07 και 29/10/08 που η ίδια προσκόμισε ως Τεκ.2 και οι οποίες την παρουσιάζουν να μην είχε προσέλθει στα κρατικά νοσοκομεία για την ιατρική επανεξέταση που της είχε συστηθεί, αυτή, η ενάγουσα δηλαδή, δέχτηκε ότι συνειδητά επέλεξε να μην προσέλθει για την εν λόγω επανεξέταση, αποδίδοντας την επιλογή της αυτή αποκλειστικά στο ότι δεν της άρεσε η συμπεριφορά του πρώτου γιατρού που θα την εξέταζε καθώς και στο κόστος που θα έπρεπε να επωμιστεί για να μεταβεί στο νοσοκομείο. Τελικά όμως, όπως επίσης επιβεβαιώνεται από το Τεκ.2, η επανεξέταση έγινε και η ενάγουσα εφοδιάστηκε με τη σχετική ιατρική βεβαίωση που ήθελε. Ο λόγος που αναφέρω τα πιο πάνω δεν είναι σε καμία περίπτωση, τονίζω, για να απορρίψω ή για να μειώσω το τι ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι βίωσε συνεπεία του βίαιου εγκλήματος που έγινε σε βάρος της, έγκλημα άλλωστε το οποίο, λόγω και της φύσης του, σίγουρα προκάλεσε στην ενάγουσα σοβαρές και ίσως ανεπανόρθωτες σωματικές και ψυχολογικές βλάβες, κάτι για το οποίο η ενάγουσα έχει όλη τη συμπάθεια του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, ο λόγος που αναφέρω τα πιο πάνω είναι διότι σύμφωνα πάντα με το τι η ίδια η ενάγουσα ανέφερε, καταδεικνύονται δύο ουσιαστικά στοιχεία σε σχέση με την υπόθεση που προωθείται με την παρούσα αγωγή. Το πρώτο στοιχείο είναι ότι στο τέλος της ημέρας, η μόνη ζημιά που παρουσιάζεται να έχει υποστεί η ενάγουσα και κατ' επέκταση το μόνο παράπονο που αυτή φαίνεται να έχει εναντίον της Δημοκρατίας, έγκειται αποκλειστικά στην οικονομική βοήθεια που αυτή ήθελε να λάβει και δεν έλαβε σε σχέση με την ιατροφαρμακευτική της περίθαλψη και την προσωρινή ή μόνιμη ανικανότητα για εργασία που της προκάλεσε το έγκλημα του 2007, ήτοι ό,τι ακριβώς αφορούσε το πεδίο εμβέλειας του Ν.51
(1)/97 και το αίτημα που υπεβλήθη στο Διευθυντή εκ μέρους της ενάγουσας στις 07/06/11 για λήψη της οικονομικής βοήθειας που ο εν λόγο Νόμος προνοούσε. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι τα όσα προβλήθηκαν στην παρούσα αγωγή αναφορικά με τις συνέπειες που το έγκλημα του 2007 συνεπάγετο για την ενάγουσα, αυτά είχαν προβληθεί και προς τη διοίκηση στις 07/06/11 ώστε να δικαιολογήσουν τότε το αίτημα για λήψη του «ελάχιστου ορίου αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 51(Ι)/1997» Το δεύτερο στοιχείο, το οποίο αφορά σε αυτό καθ' αυτό το δικαίωμα της ενάγουσας σε λήψη αποζημίωσης, είναι ότι η πραγματική αιτία που δεν καταβλήθηκε στην τελευταία η οικονομική βοήθεια που προνοεί ο Ν.51(Ι)/97 ή η οποιαδήποτε άλλη αποζημίωση, δεν ήταν ότι το κράτος δεν ενσωμάτωσε στο εθνικό δίκαιο την επίμαχη Απόφαση Πλαίσιο ή ότι το κράτος δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις που η εν λόγω Απόφαση του επέβαλλε να εκπληρώσει απέναντι στην ενάγουσα. Αντιθέτως, σύμφωνα με το τι ισχυρίστηκε η ενάγουσα, η αποκλειστική αιτία που αυτή δεν έλαβε ποτέ οποιαδήποτε αποζημίωση για τα όσα της προκάλεσε, όχι η Δημοκρατία τονίζω αλλά ο θύτης της, ήταν ουσιαστικά το ότι ακολούθησε τις νομικές συμβουλές που της έδωσαν τρίτα πρόσωπα και δη οι ιδιώτες δικηγόροι που η ίδια επέλεξε να την εκπροσωπήσουν και σίγουρα το κράτος, μη δυνάμενο να επέμβει με οποιοδήποτε τρόπο στη σχέση δικηγόρου - πελάτη, δεν μπορεί με κανένα τρόπο να θεωρηθεί υπεύθυνο για τις συμβουλές αυτές. Υπενθυμίζω συναφώς ότι σύμφωνα με τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο η ίδια η ενάγουσα, αυτή αρχικά είχε λάβει νομική συμβουλή να περιμένει να ολοκληρωθεί η ποινική υπόθεση εναντίον του θύτη της και ύστερα να ζητήσει αποζημιώσεις από τη Δημοκρατία, τη στιγμή όμως που ο Ν.51(Ι)/97 ρητά αναφέρει ότι «.απoζημίωση δυvάμει τoυ παρόvτoς Νόμoυ καταβάλλεται ακόμη και αv o δράστης δε δύvαται vα διωχθεί ή τιμωρηθεί.» (αρ. 4). Ακολούθως η ενάγουσα έτυχε συμβουλής ότι επειδή η προθεσμία που καθόριζε ο Ν.51(Ι)/97 είχε δια πρόσφατης τότε τροποποίησης μειωθεί στα δύο χρόνια, έπρεπε να «.διεκδικήσουμε αυτά που δικαιούσαι (με βάση το Ν.51(Ι)/97)).με άλλο τρόπο». Ως εκ τούτου καταχωρήθηκε εκ μέρους της πρώτα πολιτική αγωγή εναντίον του θύτη της, η οποία όμως απεσύρθη σύντομα μετά την έγερση της και χωρίς να επιχειρηθεί να εξασφαλιστεί έστω κάποια δικαστική απόφαση, ενώ ακολούθως υπεβλήθη εκ μέρους της συνειδητά εκπρόθεσμο αίτημα στη Δημοκρατία για αποζημίωση, με τη δικαιολογία ότι «.παρά το γεγονός ότι ο Νόμος προβλέπει ότι αίτηση για αποζημίωση πρέπει να υποβάλλεται το συντομότερο δυνατό και εν πάση περιπτώσει εντός δύο χρόνων.η προθεσμία θα έπρεπε να υφίσταται από τη στιγμή που το θύμα γνωρίζει ότι δεν μπορεί να αποζημιωθεί από το θύτη μέσω αγωγής για αποζημιώσεις.Η πελάτισσά μας στη συγκεκριμένη περίπτωση, έχει πληροφορηθεί ότι ουσιαστικά δεν μπορεί να αποζημιωθεί από τον θύτη, μόλις τον Μάρτιο του 2011 μετά από την έγερση αγωγής αποζημιώσεων.». Στην πραγματικότητα όμως, η προθεσμία των δύο χρόνων που έτασσε ο Ν.51(Ι)/97 ήταν πάντοτε η ίδια και δεν είχε ποτέ τροποποιηθεί, ενώ αν όντως ο θύτης της ενάγουσας τελούσε υπό πτώχευση, αυτό ήταν κάτι που για να διαπιστωθεί δεν χρειαζόταν να καταχωρηθεί οποιαδήποτε αγωγή αλλά απλά να επιθεωρηθεί το ελεύθερα και δημόσια προσβάσιμο μητρώο πτωχευσάντων που τηρείται στη Δημοκρατία κατ' εφαρμογή του σχετικού Νόμου (Κεφ.5). Όταν δε το αίτημα της ενάγουσας για λήψη αποζημίωσης από τη Δημοκρατία απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμο που ήταν, δεν επιδιώχθηκε ούτε ν' ασκηθεί προσφυγή εναντίον της απορριπτικής αυτής απόφασης της διοίκησης, ως είχε εκ του Συντάγματος δικαίωμα η ενάγουσα να πράξει, αλλά ούτε και επιχειρήθηκε να ελεγχθεί από οποιοδήποτε αρμόδιο διοικητικό Δικαστήριο η νομιμότητα και η ορθότητα της απόφασης αυτής «υπό το πρίσμα του ευρωπαϊκού δικαίου», ως ήταν η θέση που προωθήθηκε κατά την υποβολή του αιτήματος της 07/06/11 από πλευράς των δικηγόρων της ενάγουσας. Ενόψει όμως της μη προσβολής και ακύρωσης της απορριπτικής απόφασης της διοίκησης, η ορθότητα και η νομιμότητα της εν λόγω απόφασης κατέστη τελεσίδικη και μη δυνάμενη πλέον ν' ανατραπεί από οποιοδήποτε Δικαστήριο και ιδιαίτερα από Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία[17]. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζω και επισημαίνω ότι υπό το φως της νομολογίας του ΔΕΕ[18], το δικαίωμα αλλά και συνάμα η υποχρέωση που προνοείται στους κυπριακούς δικονομικούς κανόνες για προσβολή μιας διοικητικής εκτελεστής πράξης με προσφυγή στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο προτού επιχειρηθεί η αξίωση οποιωνδήποτε αποζημιώσεων εναντίον της διοίκησης για την εν λόγω απόφαση της, συνιστά θεμιτή και επιτρεπτή πρακτική, όχι μόνο κατ' εφαρμογή «της αρχής της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών» αλλά και διότι αυτή είναι η δικονομική και νομολογιακή υποχρέωση που επιβάλλεται σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες που θεωρούν ότι έχουν επηρεαστεί δυσμενώς από κάποια εκτελεστή απόφαση της διοίκησης της Δημοκρατίας (αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας). Κοντολογίς, έστω και αν η Απόφαση που επικαλείται η ενάγουσα δεν είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο ενσωματωθεί στην κυπριακή νομοθεσία με κάποιο ειδικό Νόμο, εντούτοις φαίνεται ότι αυτή, η ενάγουσα δηλαδή, είχε πάντοτε στη διάθεση της όλα τα δικαιώματα που η εν λόγω Απόφαση επέβαλλε στη Δημοκρατία να διασφαλίσει ότι θα είχε[19], και πλην του δικαιώματος σε αποζημίωση, το οποίο δικαίωμα η ενάγουσα, με βάση τα δικά της λεγόμενα, απώλεσε αποκλειστικά λόγω των συμβουλών που της έδωσαν οι εκάστοτε σύμβουλοι της, όλοι οι άλλοι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην Ε/Α αναφορικά με απώλεια των δικαιωμάτων που απορρέουν από την Απόφαση, παρέμειναν στο τέλος να συνιστούν απλά γενικούς και in abstracto ισχυρισμούς. Τίποτα συνεπώς δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι στην περίπτωση της ενάγουσας πληρούνται οι προϋποθέσεις της ευρωπαϊκής νομολογίας για επιτυχή θεμελίωση αγωγής εναντίον της Δημοκρατίας για παραβίαση του ευρωπαϊκού Δικαίου, είτε σε σχέση με τη Σύμβαση είτε σε σχέση με την Απόφαση. Σε κάθε περίπτωση, και το αναφέρω αυτό καθαρά για σκοπούς πληρότητας, αν διαπιστωνόταν ότι η ενάγουσα όντως υπέστη ζημιά συνεπεία της μη ενσωμάτωσης της Απόφασης στην εθνική νομοθεσία, τότε, λαμβανομένου υπόψη του ότι η ζημιά αυτή συνίστατο ουσιαστικά στη μη εξασφάλιση της αποζημίωσης που ο Ν.51(Ι)/97 προνοεί, θα έκρινα, κατ' εφαρμογή του λόγου της Wells ανωτέρω αλλά και με βάση τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, ότι ο ορθότερος τρόπος για ν' «αρθεί» η συγκεκριμένη συνέπεια της παράβασης της Δημοκρατίας, δεν θα ήταν η επιδίκαση αποζημιώσεων στην ενάγουσα αλλά η ακύρωση της διοικητικής απόφασης με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της 07/06/11, όπως άλλωστε επιβάλλεται να γίνει για όλους όσους θεωρούν ότι έχουν επηρεαστεί δυσμενώς από μια εκτελεστή απόφαση της διοίκησης της Δημοκρατίας. Τέτοια ακύρωση όμως μπορεί να διαταχθεί μόνο από το αρμόδιο διοικητικό Δικαστήριο, στο οποίο η ενάγουσα δεν έχει μέχρι σήμερα αποταθεί. Τρίτος Άξονας - Εσφαλμένη εκτέλεση των επίμαχων κανόνων ευρωπαϊκού δικαίου στην περίπτωση της ενάγουσας Όσον αφορά τον επί του προκειμένου άξονα της αγωγής, επισημαίνω ότι στη δικογραφία που καταχωρήθηκε εκ μέρους της τελευταίας, το σχετικό παράπονο που προβάλλεται αφορά μόνο στον τρόπο με τον οποίο εκτελέστηκαν στην περίπτωση της ενάγουσας οι πρόνοιες της Σύμβασης και της Απόφασης και καμία αναφορά δεν γίνεται σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής ή την επάρκεια του Ν.51(Ι)/97. Αυτό ενδεχομένως να έγινε συνειδητά από πλευράς ενάγουσας, ήτοι ώστε να αποφευχθεί η έγερση κάποιας δικαιοδοτικής ή άλλης νομικής ένστασης, είτε στη βάση της διοικητικής διαδικασίας που ο εν λόγω Νόμος επιβάλλει να ακολουθηθεί ώστε να εξασφαλιστεί η εκεί προβλεπόμενη αποζημίωση είτε στη βάση του ότι η ενάγουσα είχε ήδη προσπαθήσει ανεπιτυχώς να χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο Νόμο και την εκεί προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία για να λάβει αποζημίωση «.σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 51(Ι)/1997.» και παρά ταύτα δεν προσέβαλε ποτέ με προσφυγή την απορριπτική απόφαση της διοίκησης. Παρά όμως την απουσία οποιουδήποτε παραπόνου στην Ε/Α αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο ο Ν.51(Ι)/97 εφαρμόστηκε στην περίπτωση της ενάγουσας, κατά την αντεξέταση της ΜΥ1 αλλά και κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, η πλευρά της πρώτης προσπάθησε ουσιαστικά να «εξηγήσει» το γιατί θεωρούσε εσφαλμένη την απόφαση της διοίκησης να απορρίψει το αίτημα για αποζημίωση δυνάμει του Ν.51(Ι)/97 καθώς και το γιατί είχε καθυστερήσει τότε η ενάγουσα να υποβάλει το αίτημα της. Πέραν όμως του ότι μια τέτοια προσπάθεια είναι νομολογιακά ανεπίτρεπτη[20], αν το εγχείρημα αυτό ήθελε ιδωθεί υπό το φως του ότι κατά τη μαρτυρία της η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι η συμβουλή που είχε λάβει από τους νυν δικηγόρους της πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, ήταν ότι "Έχει τροποποιηθεί ο (Ν.51(Ι)/97) και ότι δεν μπορούμε με τέτοιο τρόπο να διεκδικήσουμε αυτά που δικαιούσαι να κάνουμε με άλλον τρόπο, δηλαδή να πάμε μέσω Δικαστηρίου και θα δείξουμε ότι πλέον δεν ήσουνα αυτή που ήσουνα πριν να πάθεις αυτό το τραύμα και με τέτοιο τρόπο θα δείξουμε ότι δεν έχεις πάρει καμιά βοήθεια.», τότε ολόκληρη η υπόθεση της τελευταίας τίθεται επί μιας εντελώς διαφορετικής διάστασης. Εξηγώ. Μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής στις 29/05/13, η πλευρά της ενάγουσας προωθούσε μια εντελώς διαφορετική θέση από αυτή που πρόβαλε στην παρούσα αγωγή αναφορικά με το εθνικό δίκαιο και τα επίδικα δικαιώματα της τελευταίας. Αυτό γιατί όταν υπεβλήθη στις 07/06/11 αίτημα στη διοίκηση εκ μέρους της ενάγουσας για να «.αποζημιωθεί για τη ζημιά που υπέστη.», οι δικηγόροι της τελευταίας υποστήριξαν σθεναρά ότι όχι μόνο η «ζημιά που υπέστη» η πελάτιδα τους καλυπτόταν πλήρως από την αποζημίωση που παρέχει η εθνική νομοθεσία και δη ο συγκεκριμένος τρόπος αποζημίωσης που προβλέπεται στο Ν.51(Ι)97, εξ' ου και το αίτημα εκείνο είχε υποβληθεί ρητά ως αίτημα «.σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 51(Ι)/1997.» αλλά και ότι ήταν «σύμφωνα με τον.(εν λόγω Νόμο).(που η) Δημοκρατία ως συμβαλλόμενο μέρος της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την αποζημίωση Θυμάτων Βίαιων εγκλημάτων οφείλει να εξασφαλίσει το ελάχιστο όριο αποζημίωσης σε θύματα βίαιων εγκλημάτων που διαπράττονται στην επικράτεια της.». Προχώρησαν μάλιστα οι συνήγοροι της ενάγουσας και υποστήριξαν και ότι «.ο εν λόγω Νόμος (Ν.51(Ι)/97) αποτελεί επίσης προϊόν εναρμόνισης με την Οδηγία 2004/80/ΕΚ της 29ης Απριλίου 2004. και ως εκ τούτου το δικαίωμα της πελάτισσας μας θα πρέπει να εξετασθεί και υπό το πρίσμα του ευρωπαϊκού δικαίου.». Με άλλα λόγια, στις 07/06/11, η πλευρά της ενάγουσας, εντελώς αντίθετα με το τι υποστήριξε στην παρούσα αγωγή, αναγνώρισε και αποδέχτηκε εγγράφως ότι υπήρχε συγκεκριμένη εθνική νομοθεσία που ήταν άμεσα σχετική και εφαρμοστέα στην περίπτωση της τελευταίας αλλά και ότι η συγκεκριμένη εθνική νομοθεσία συνιστούσε πλήρη και επαρκή εναρμόνιση με τη σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία. Δέον να σημειωθεί εδώ ότι η πλευρά της ενάγουσας δεν επικαλέστηκε τότε ως πηγή δικαιωμάτων την Απόφαση Πλαίσιο που αναφέρει στην παρούσα αγωγή αλλά άλλη ευρωπαϊκή νομοθεσία, για την οποία όμως κανένα παράπονο δεν προβάλλει τώρα. Αν λοιπόν ο πραγματικός σκοπός για τον οποίο στην παρούσα αγωγή γίνεται επίκληση της Σύμβασης και της Απόφασης και προβάλλονται παράπονα για κατ' ισχυρισμό παραβίαση από τη Δημοκρατία των εν λόγω κανόνων δικαίου, είναι αυτός που η ίδια η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι αντιλήφθηκε από τα όσα της εξήγησαν οι δικηγόροι της, ήτοι ώστε να παρακαμφθούν οι πρόνοιες του Ν.51(Ι)/97 και η εκεί προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία εξασφάλισης αποζημίωσης καθώς και για να αποφευχθεί η απορριπτική απόφαση της διοίκησης αλλά και οι συνέπειες που συνεπάγεται η παράλειψη προσβολής της εν λόγω απόφασης με το δέοντα τρόπο, ήτοι με προσφυγή στο αρμόδιο διοικητικό Δικαστήριο, τότε, όλες οι προβαλλόμενες θέσεις της ενάγουσας δεν μπορούν παρά ν' απορριφθούν, αν όχι ως συνιστούσες κατάχρηση της διαδικασίας, και το λέω τούτο έχοντας κατά νου το δόγμα της επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας της επάρκειας της εθνικής νομοθεσίας (βλ. Ηλία κ.ά. ν. Δημοκρατία
(1999)3 Α.Α.Δ. 884, Μιχαλάκης Ραφτόπουλος ν. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 241 και Σκώττης κ.α. ν. Χατζηκωνσταντή κ.α.
(2005)3 Α.Α.Δ. 140, 145), τότε σίγουρα ως εκφεύγουσες των ορίων της αστικής δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω λοιπόν, κρίνω ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει απ' όποια σκοπιά και αν ήθελε προσεγγισθεί. Αυτό, γιατί στο βαθμό που η ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις για ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία παραβίασης των προνοιών της Σύμβασης και της Απόφασης, καθώς και συνεπεία εσφαλμένης και/ή καθόλου ενσωμάτωσης των συγκεκριμένων ευρωπαϊκών προνοιών στο εθνικό δίκαιο, ο ισχυρισμός αυτός, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, στερείται κάθε νομικού και πραγματικού ερείσματος. Στο βαθμό δε που η ενάγουσα παραπονείται ότι η διοίκηση, δηλαδή η Δημοκρατία, δεν εφάρμοσε/εκτέλεσε ορθά τη συγκεκριμένη ευρωπαϊκή νομοθεσία, ουσιαστικά διότι απέρριψε το αίτημα της για αποζημίωση δυνάμει του Ν.51(Ι)/97 στη βάση εσφαλμένης ερμηνείας ως προς το πότε «.η προθεσμία θα έπρεπε να υφίσταται.»[21] και στη βάση πλημμελούς έρευνας σε σχέση με το εκπρόθεσμο της αίτησης[22], τα παράπονα αυτά, ενόψει και της μη προσβολής της απόφασης της διοίκησης ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού Δικαστηρίου, δεν μπορούν παρά να απορριφθούν ως παράπονα που εκφεύγουν των ορίων της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και αυτό πέραν και ανεξάρτητα του ότι ενδεχομένως να συνιστούν και περίπτωση ανεπίτρεπτης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας της νομοθεσίας και της διαδικασίας. Η αγωγή συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της ενάγουσας και υπέρ του εναγόμενου ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Προτού εγκαταλείψω την απόφαση μου όμως θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω και το εξής. Όπως φάνηκε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, ο μόνος λόγος που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή και που προωθείτο για 9 χρόνια, ήταν διότι το 2012 η Δημοκρατία δεν έδωσε στην ενάγουσα το ποσό των €2190 περίπου που αυτή ζήτησε ως το «ελάχιστο όριο αποζημίωσης» που προνοούσε ο Ν.51(Ι)/97. Σίγουρα, το κατά πόσο τελικά «άξιζε» για τη Δημοκρατία να επιμένει στην ορθότητα των επί του προκειμένου θέσεων της ώστε η υπόθεση να πρέπει να οδηγηθεί μέχρι αυτό το σημείο θα πρέπει να προβληματίσει σοβαρά τις αρμόδιες οικονομικές και ελεγκτικές αρχές της χώρας. Παρά ταύτα, έστω και αν το αποτέλεσμα της αγωγής είναι υπέρ της Δημοκρατίας, θεωρώ ότι οι ιδιόμορφες περιστάσεις της υπόθεσης, τις οποίες έχω συνειδητά αναλύσει πιο πάνω με ιδιαίτερη λεπτομέρεια, ίσως να δικαιολογούν όπως η περίπτωση της ενάγουσας προσεγγιστεί από μια καθαρά ανθρωπιστική σκοπιά πλέον, αν μη τι άλλο ώστε να απαλυνθούν, έστω και τώρα, όλες οι ατυχίες που αυτή αντιμετώπισε από τότε που διαπράχθηκε σε βάρος της και επί κυπριακού εδάφους το έγκλημα του 2007, ατυχίες βεβαία που δεν επήλθαν εξ' υπαιτιότητας της Δημοκρατίας αλλά εξ' υπαιτιότητας τρίτων προσώπων. Το αναφέρω αυτό όχι μόνο διότι η ενάγουσα είναι αδιαμφισβήτητα θύμα βίαιου εγκλήματος και σίγουρα θα λάμβανε το ποσό που προνοεί ο Ν.51(Ι)/97 αν το αίτημα της για αποζημίωση δεν κρινόταν εκπρόθεσμο για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, και δεν έχουν αμφισβητηθεί ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου, αλλά και διότι, παρά τη μη προβολή οποιουδήποτε παραπόνου από πλευράς ενάγουσας για την επάρκεια των αποζημιώσεων που προνοεί ο εν λόγω Νόμος, η Δημοκρατία, ενόψει της Οδηγίας 2004/80/ΕΚ και της πρόσφατης σχετικής νομολογίας του ΔΕΕ, ίσως θα πρέπει πλέον να αναθεωρήσει το ύψος των αποζημιώσεων που προβλέπονται από τον εν λόγω Νόμο (βλ. παρ.57-69 C‑129/19 ανωτέρω). Προβαίνω λοιπόν σε εισήγηση προς τον έντιμο Γενικό Εισαγγελέα όπως αφ' ενός εξεταστεί το ενδεχόμενο να μην επιχειρηθεί η είσπραξη των επιδικασθέντων εξόδων από την ενάγουσα και αφ' ετέρου όπως εξεταστεί κατά πόσο θα μπορούσε να δοθεί στην τελευταία κάποια μορφή οικονομικής βοήθειας, έστω και χαριστικώς, χωρίς βεβαίως η εισήγηση αυτή να σημαίνει ότι η ενάγουσα δεν έχει κάθε δικαίωμα να αμφισβητήσει την παρούσα απόφαση με σχετική έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο. ( Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. πρακτικά 14/12/21 - «Πότε εγώ είχα αποσύρει αγωγή, τρελάθηκα; Εμένα μου είχαν εξηγήσει ότι υπάρχει ένας σύνδεσμος εδώ στην Κύπρο ευρωπαϊκός ο οποίος βοηθάει τους Ευρωπαίους πολίτες και τους αποζημιώνει όταν παθαίνουν τέτοιους είδους τραύματα. Εγώ νόμιζα ότι από εκείνους θα ζητήσω αποζημίωση.» [2] Βλ. πρακτικά 14/12/21 - «.Δικαστήριο: Αυτά είναι τα γεγονότα που οι δικηγόροι συμφωνούν ότι είναι μέρος των παραδεκτών γεγονότων της υπόθεσης. Συμφωνείτε;.Μάρτυρας: Ναι. Αν υπάρχουν μέσα στον φάκελο μου και η δικηγόρος μου λέει ότι υπάρχουν αυτά τα έγγραφα, σημαίνει έτσι είναι.» [3] βλ. Τεκ.Β επιστολή 15/02/12 [4] Βλ. πρακτικά 14/12/21 - «Eρ. Στην αγωγή σας λέτε ότι υποβάλατε εν τέλει αίτημα αποζημίωσης. Το γνωρίζετε; Aπ. Δεν ήξερα εγώ τι κάνει η XXXXX, δεν μπορούσα να επικοινωνώ μαζί της συχνά, ξέρω ότι προσπαθούσε να κάνει ό,τι είναι δυνατό..Ερ.: Κυρία μάρτυς, να σας αναφέρω ότι υποβλήθηκε αίτημα για αποζημίωση από τη δικηγόρο σας, από την κυρία Χαραλαμπίδου, στον διευθυντή κοινωνικών ασφαλίσεων και το αίτημα σας απορρίφθηκε. Το γνωρίζετε; Aπ. Όχι. Eρ.Άρα δεν γνωρίζετε ούτε για ποιον λόγο απορρίφθηκε το αίτημα σας. Aπ.Δεν ξέρω, δεν θέλω να πω ψέματα.» [5] Βλ. Τεκ.Α και υποσημείωση 2 ανωτέρω [6] Βλ. πρακτικά 01/02/22 - «Δικαστήριο: Κυρία Πεκρή, αν θέλετε να τοποθετηθείτε επί του θέματος ή αν θέλετε να ρωτήσετε οτιδήποτε άλλο προς τη μάρτυρα, παρακαλώ. κα Πεκρή: Βλέποντας την επιστολή κύριε Πρόεδρε, είναι με βάση νομοθεσία σίγουρα αυτό που ήθελε να πει η δικηγόρος που απέστειλε αυτήν την επιστολή. Δεν έχω κάτι να ρωτήσω την μάρτυρα, ευχαριστώ» [7] Βλ. επίσης Craig & de B?rca EU Law: Text, Cases, and Materials, 4η εκ., σελ.341 [8] Βλ. επίσης Craig & de B?rca EU Law: Text, Cases, and Materials, 4η εκ., σελ.341 [9] βλ. Takis P Markides Ltd. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 ΑΑΔ 1424 καθώς και Λανίτη Λτδ και Άλλοι v. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, Συμβ. Εγγρ. Αρχ. & Πολιτικών Μηχανικών v. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453 και ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ
  1. ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
  2. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ, v. ΜΑΡΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ κ.α.
(2003)3 Α.Α.Δ 87) [10] βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΑΛΗΦΑΝΤΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017, 164/2017, 165/2017, 7/10/2019 ECLI:CY:AD:2019:B413). [11] «.το άρθρο 34, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΕΕ προσδίδει δεσμευτικό χαρακτήρα στις αποφάσεις-πλαίσια, καθόσον οι αποφάσεις αυτές «δεσμεύουν» τα κράτη μέλη «ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών την επιλογή του τύπου και των μέσων». Ο δεσμευτικός χαρακτήρας των αποφάσεων-πλαισίων.συνεπάγεται ότι οι εθνικές αρχές, και ιδίως τα εθνικά δικαστήρια, υπέχουν την υποχρέωση σύμφωνης ερμηνείας του εθνικού δικαίου.η αρχή της σύμφωνης ερμηνείας ισχύει για τις αποφάσεις-πλαίσια .» [12] «The main responsibility for informing the victim of his compensation rights should lie with the authorities and agencies dealing with him immediately after the offence.The mass media (press, radio, television) could also help» publicise such arrangements.» [13] Προοίμιο - «Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2012/29/ΕΕ. και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου», [14] Βλ. Case C-105/03 ανωτέρω και Gueye and S?nchez, Joined cases C-483/09 and C-1/10, [2011] ECR I-8263, ECLI:EU:C:2011:583 [15] Βλ. Craig & de B?rca ανωτέρω σελ. 340 - «.The action for compensation is available for breach of directly effective as well as non directly effective community rights.» [16] «.ένας από τους δικηγόρους μου είχε πει, "πάρε 10.000 από τον Κατηγορούμενο και μην προχωράς παρακάτω με αυτήν την υπόθεση. Ξέχασέ το, πάρε 10.000.» [17] Βλ. Markides και υποσημείωση 9 ανωτέρω [18] Βλ. Wells ανωτέρω [19] Βλ. μεταξύ άλλων Maurizio Giovanardi and Others, Case C‑79/11, 12/07/12, ECLI:EU:C:2012:448, par.44 [20] Βλ. Markides ανωτέρω - «Το Άρθρο 146.1 αποκλείει την εξέταση, άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως, από οποιοδήποτε δικαστήριο άλλο από το (αρμόδιο διοικητικό Δικαστήριο), της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης» [21] Βλ. Αίτημα για αποζημίωση ημερ. 07/06/11 - Τεκ.2 [22] Βλ. Υποβολή που τέθηκε στη ΜΥ1 [i] Αρ.11 Συνθήκης 1983 - «Κάθε Μέρος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει ότι οι πληροφορίες σχετικά με το σχέδιο (αποζημίωσης) είναι διαθέσιμες στους πιθανούς αιτητές.» (ελεύθερη μετάφραση). [ii]Απόφαση Πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ Άρθρο 4 - Δικαίωμα λήψης πληροφοριών 1. Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι τα θύματα έχουν ιδίως πρόσβαση, από την πρώτη τους επαφή με τις υπηρεσίες επιβολής του νόμου, με τα μέσα που το ίδιο κρίνει πρόσφορα και, κατά το δυνατόν, στις συνήθως κατανοητές γλώσσες, στις πληροφορίες που χρειάζονται για την προστασία των συμφερόντων τους. Οι πληροφορίες αυτές είναι τουλάχιστον οι ακόλουθες: α) το είδος των υπηρεσιών ή οργανώσεων στις οποίες τα θύματα μπορούν να προσφεύγουν για να τους δοθεί υποστήριξη· β) το είδος της υποστήριξης που μπορούν να λαμβάνουν· γ) πού και με ποιο τρόπο μπορούν να υποβάλλουν μήνυση· δ) τις διαδικασίες που έπονται της μήνυσης και ποιος είναι ο ρόλος του θύματος στα πλαίσια των διαδικασιών αυτών· ε) πώς και υπό ποιους όρους μπορούν τα θύματα να απολαύουν προστασίας· στ) σε ποιο βαθμό και υπό ποιους όρους τα θύματα έχουν πρόσβαση σε:
  1. i)νομικές συμβουλές, ή
  2. ii)νομική συνδρομή, ή iii) συμβουλές κάθε άλλου είδους, και, εάν, στις περιπτώσεις
  3. i)και
  4. ii)τα θύματα έχουν το σχετικό δικαίωμα· ζ) ποιες προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν για να δικαιούνται αποζημιώσεως· η) εάν κατοικούν σε άλλο κράτος, ποιοι ιδιαίτεροι μηχανισμοί είναι διαθέσιμοι για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους. 2. Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι τα θύματα που εξεδήλωσαν τη σχετική βούληση ενημερώνονται: α) για τη συνέχεια που δόθηκε στη μήνυσή τους· β) για τα στοιχεία που τους επιτρέπουν, αν ασκηθεί δίωξη, να πληροφορηθούν την εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας σχετικά με τον διωκόμενο για τις εγκληματικές πράξεις που τα αφορούν, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων κατά τις οποίες είναι δυνατόν να διαταραχθεί η ομαλή διεξαγωγή της υπόθεσης· γ) για την απόφαση που εξέδωσε το δικαστήριο. 3. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζουν, τουλάχιστον στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπάρχει κίνδυνος για τα θύματα, ότι κατά την απόλυση του διωχθέντος ή καταδικασθέντος για την εγκληματική πράξη μπορεί να αποφασισθεί η ενημέρωση του θύματος, εάν αποδειχθεί αναγκαίο. 4. Εφόσον ένα κράτος μέλος διαβιβάζει εξ ιδίας πρωτοβουλίας τις πληροφορίες που αναφέρουν οι παράγραφοι 2 και 3, πρέπει να εξασφαλίζει στο θύμα το δικαίωμα να επιλέγει να αποποιηθεί τη λήψη τους, εκτός εάν η αποστολή των πληροφοριών είναι υποχρεωτική σύμφωνα με τους όρους της σχετικής ποινικής διαδικασίας. Άρθρο 9 - Δικαίωμα αποζημίωσης στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας 1. Κάθε κράτος μέλος κατοχυρώνει το δικαίωμα του θύματος να εξασφαλίζει, σε εύλογο χρονικό διάστημα, απόφαση σχετικά με την εκ μέρους του δράστη ανόρθωση της ζημίας, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, εκτός αν, για ορισμένες περιπτώσεις, το εθνικό δίκαιο προβλέπει ότι η αποζημίωση λαμβάνει χώρα με διαφορετικό τρόπο. 2. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να ενθαρρύνεται η παροχή επαρκούς αποζημίωσης στα θύματα εκ μέρους του δράστη. 3. Τα αποδοτέα αντικείμενα που ανήκουν στο θύμα και κατασχέθηκαν κατά την ποινική διαδικασία, του επιστρέφονται αμελλητί, εκτός αν αυτό αντιβαίνει στις επιταγές της ποινικής διαδικασίας. Άρθρο 13 - Υπηρεσίες ειδικευμένου προσωπικού και οργανώσεις υποστήριξης των θυμάτων 1. Κάθε κράτος μέλος υποστηρίζει, στα πλαίσια της διαδικασίας, την παρέμβαση συστημάτων υποστήριξης των θυμάτων, τα οποία είναι υπεύθυνα για την οργάνωση της αρχικής υποδοχής των θυμάτων και για την περαιτέρω υποστήριξη και συνδρομή τους, είτε θέτοντας στη διάθεση των δημοσίων υπηρεσιών του ειδικά καταρτισμένο προσωπικό, είτε αναγνωρίζοντας και χρηματοδοτώντας τις οργανώσεις υποστήριξης των θυμάτων. 2. Κάθε κράτος μέλος ενθαρρύνει την ανάληψη δράσης από τα εν λόγω πρόσωπα ή οργανώσεις υποστήριξης των θυμάτων κατά τη διαδικασία, ειδικότερα όσον αφορά: α) την παροχή πληροφοριών στα θύματα· β) την παροχή υποστήριξης στα θύματα ανάλογα με τις άμεσες ανάγκες τους· γ) τη συνοδεία των θυμάτων, σε περίπτωση ανάγκης και εφόσον είναι δυνατό, κατά την ποινική διαδικασία· δ) την παροχή συνδρομής στα θύματα, εφόσον το ζητήσουν, μετά την περάτωση της ποινικής διαδικασίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.