Παπαγιάννη ν. Χειμωνίδου, Αρ. Αγωγής: 3393/13, 30/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A174 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 3393/13 Μεταξύ: XXXXX Παπαγιάννη Ενάγουσα και XXXXX Χειμωνίδου Εναγόμενη ---------------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Μαΐου 2022 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κ. Σ. Σάββα για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ Για εναγόμενη: κ. Σ.Α. Αγγελίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Ενάγουσα και εναγόμενη στην παρούσα αγωγή ήταν, κατά τον Οκτώβρη του 2012, μέλη της δημόσιας εκπαιδευτικής υπηρεσίας και υπηρετούσαν, η πρώτη ως «Επιθεωρήτρια Μέσης Εκπαίδευσης Αγγλικών» και η δεύτερη ως Βοηθός Διευθύντρια στο Λύκειο XXXXX με ειδικότητα στα αγγλικά. Η ουσία δε της επίδικης διαφοράς τους έχει συνοψιστεί σε ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 03/02/15 υπό άλλη σύνθεση: «Με την αγωγή η Ενάγουσα αξιοί εναντίον της Εναγόμενης αποζημιώσεις για λίβελο και ψευδολογία που κατ' ισχυρισμό περιέχεται σε επιστολή δικηγόρων της Εναγόμενης με τίτλο «Ένσταση για τη βαθμολογία της κυρίας XXXXX Χειμωνίδου». Όπως φαίνεται από την Έκθεση Απαιτήσεως, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είναι Επιθεωρήτρια Μέσης Εκπαίδευσης Αγγλικών, και η Εναγόμενη Βοηθός Διευθύντρια με ειδικότητα στα Αγγλικά στο Λύκειο XXXXX. Στα πλαίσια των κριτηρίων αξιολόγησης, η Ενάγουσα βαθμολόγησε την Εναγόμενη με αντικειμενική κρίση. Η Εναγόμενη συνέγραψε και κυκλοφόρησε μια επιστολή στην οποία ψευδώς, κακόβουλα και κακόπιστα δυσφημεί και εξευτελίζει την Ενάγουσα. Με την Υπεράσπιση της η Εναγόμενη αρνείται την απαίτηση της Ενάγουσας και εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα κατά της εναγόμενης και δεν αποκαλύπτει εύλογη βάση αγωγής. Εγείρεται και δεύτερη Προδικαστική Ένσταση ότι η αγωγή είναι επιπόλαια, ενοχλητική, καταπιεστική και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Παραδέχεται ότι έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο της για σύνταξη επιστολής/ Ένστασης υπό τη μορφή Ιεραρχικής Προσφυγής, άλλα αρνείται ότι αυτό έγινε κακόβουλα ή ψευδώς, ή ότι αυτή περιέχει οτιδήποτε δυσφημιστικό για την Ενάγουσα ή μπορεί να εκληφθεί ως τέτοια. Ισχυρίζεται ότι η επιστολή περιέχει αληθή γεγονότα, ότι είναι προνομιούχα και αρνείται ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε οποιανδήποτε θεραπεία.. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα, υπό την ιδιότητα της Επιθεωρήτριας Μέσης Εκπαίδευσης Αγγλικών, αξιολόγησε την Εναγόμενη κατά τρόπο άδικο, εκδικητικό και μη αντικειμενικό λόγω ύπαρξης προκατάληψης. Η υποβολή ένστασης από μέρους της εναγόμενης προς το αρμόδιο όργανο με βάση τον Κανονισμό 22 της ΔΚΔ 73/2011 και το αρ. 33 του Ν. 158
(1)/99 αποτελεί δικαίωμα της, και η επίδικη επιστολή στάληκε ακριβώς μέσα σ' αυτά τα πλαίσια. Κατόπιν δε εξέτασης της ένστασης αυτής, το αίτημα της για αναθεώρηση της βαθμολογίας πέτυχε. Όπως περαιτέρω αναφέρει η Εναγόμενη, η επίδικη επιστολή συντάχθηκε καλόπιστα και στα πλαίσια των δικαιωμάτων της, πράγματα τα οποία καθιστούν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή παντελώς αβάσιμη, η δε επιστολή είναι προνομιούχα, ούτε είχε περιεχόμενο δυσφημιστικό, και αφορά σε θέμα δημόσιου συμφέροντος..Είναι η θέση της (ενάγουσας) ότι βαθμολόγησε την Εναγόμενη με αντικειμενική κρίση στα πλαίσια των καθηκόντων της, και ότι η επίδικη επιστολή προκάλεσε σοβαρή ζημιά και βλάβη στην τιμή, την υπόληψη και τον χαρακτήρα της, την εξέθεσε σε εμπαιγμό και ζημιώθηκε στα πλαίσια της επαγγελματικής της απασχόλησης. Αρνείται τα όσα η Εναγόμενη ισχυρίζεται περί της καλόπιστης αποστολής τεκμηριωμένης ένστασης, αλλά και της επιτυχίας αυτής.» Σημειώνω εδώ ότι αναφορικά με την υπεράσπιση του προνομίου, αν και στο δικόγραφο της υπεράσπισης γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στην περίπτωση της υπό επιφύλαξη προνομιούχας δημοσίευσης του αρ.21
(1)(δ) Κεφ.148, εντούτοις, από το σύνολο των παραγράφων 19 και 20 της υπεράσπισης διαπιστώνεται ότι η εναγόμενη προβάλλει ως μέρος της υπερασπιστικής της γραμμής και τις άλλες περιπτώσεις που αναφέρει το αρ.21
(1)αλλά και την υπεράσπιση του απόλυτου προνομίου του αρ.20 Κεφ.148. Κατά την ακρόαση οι διάδικοι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους μέσω της δικής τους μαρτυρίας καθώς και μέσω δύο μαρτύρων που κάλεσε η πλευρά της εναγόμενης, ήτοι το Διευθυντή του Λυκείου XXXXX κατά το 2011 - 2012, Α. Ματσικάρη (ΜΥ1) και τη Διευθύντρια του Λυκείου XXXXX κατά το έτος 2006, Γ. Σέπου (ΜΥ2). Θα προβώ σε ειδικότερη αναφορά στην προσκομισθείσα μαρτυρία σε κατοπινό σημείο της απόφασης μου. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Σημειώνω τα εξής: Αν και η προσκομισθείσα μαρτυρία ήταν εκτενής, μεταξύ άλλων και διότι αμφότερες ενάγουσα και εναγόμενη αποφάσισαν κατά τη μαρτυρία τους να επεκταθούν και στο πόσο ικανή και εξαιρετική εκπαιδευτικό η κάθε μια θεωρούσε τον εαυτό της να ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, θέμα όμως άσχετο με τα επίδικα θέματα, εντούτοις στο τέλος φάνηκε ότι από τη προσκομισθείσα μαρτυρία αλλά και την ανταλλαγείσα δικογραφία, αρκετά από τα επίδικα γεγονότα ήταν ουσιαστικά κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα. Ενόψει τούτου αλλά και λαμβανομένης υπόψη της φύσης της υπόθεσης, ήτοι αγωγή για δυσφήμηση στην οποία προβάλλονται οι υπερασπίσεις της αλήθειας και του προνομίου, απόλυτου και υπό επιφύλαξη, κρίνω, για τους λόγους που θα διαφανούν και πιο κάτω, ότι η παράθεση και αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας δεν κρίνεται σκόπιμη ούτε και ότι εξυπηρετεί οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό (βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΑΛΗΦΑΝΤΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017, 164/2017, 165/2017, 7/10/2019 ECLI:CY:AD:2019:B413). Εξηγώ. Παραθέτω κατ' αρχή τα γεγονότα που κατέληξαν να είναι κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών και τα οποία συνιστούν σημαντικό μέρος των συνθηκών που αφορούν και περιβάλλουν την επίδικη δημοσίευση (βλ. ΕΚΔΟΤΙΚΟΥ ΟΙΚΟΥ ΔΙΑ ΛΤΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ, ECLI:CY:AD:2020:A107, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 339/2008, 24/3/2020 και τις αναφορές που εκεί γίνονται στις Dlugolecki v Poland, Αίτηση Αρ. 23806/03, 24 Φεβρουαρίου 2009 και Πετρίδη ν Εκδοτικού Οίκου Δίας Λτδ κ.ά
(2013)1 ΑΑΔ 1464)): Κατά τον ουσιώδη χρόνο η ενάγουσα είχε διοριστεί από τον Γενικό Επιθεωρητή Μέσης Εκπαίδευσης (ΓΕΜΕ) ως μέλος ενός τριμελούς κλιμακίου που ήταν επιφορτισμένο με το καθήκον της δια Νόμου επιβαλλόμενης αξιολόγησης καθηγητών όπως η εναγόμενη[1]. Σύμφωνα με τη σχετική διαδικασία που προνοούσαν οι Περί Εκπαιδευτικών Λειτουργών (Επιθεώρησις και Αξιολόγησις) Κανονισμοί ΚΔΠ 223/1976, ως αυτοί είχαν τροποποιηθεί με τη ΚΔΠ 73/2011 (εφ' εξής οι Κανονισμοί), η ενάγουσα, ως «οικείος Επιθεωρητής»[2], θα έπρεπε να επιθεωρήσει - παρακολουθήσει τον υπό αξιολόγηση καθηγητή εν ώρα διδασκαλίας στο σχολείο που αυτός υπηρετούσε και ακολούθως, αφού θα διαβουλεύετο και με το Διευθυντή του σχολείου, θα συνέτασσε έκθεση με τις παρατηρήσεις και διαπιστώσεις της (Έκθεση Β), την οποία και θα υπέβαλε στο κλιμάκιο μαζί με την εισήγηση της ως προς τη βαθμολογία που θεωρούσε ότι θα έπρεπε να λάβει ο συγκεκριμένος καθηγητής. Τα κριτήρια αξιολόγησης ενός καθηγητή ήταν τέσσερα, ήτοι «Επαγγελματική Κατάρτιση (Επιστημονική Παιδαγωγική)», Επάρκεια στην Εργασία, Οργάνωση - Διοίκηση - Ανθρώπινες Σχέσεις και Γενική Συμπεριφορά και Δράση και το κάθε ένα βαθμολογείτο στην κλίμακα 0 - 10, με τη συνολική βαθμολογία να είναι στην κλίμακα 0 -
- Σημειώνω εδώ ότι παρά το γεγονός ότι η αξιολόγηση των καθηγητών γινόταν στην κλίμακα 0 - 10 για το κάθε κριτήριο και στη συνολική κλίμακα 0 - 40, εντούτοις συνιστούσε «άγραφο» κανόνα της εκπαιδευτικής υπηρεσίας ότι κανένας καθηγητής δεν μπορεί να λάβει 10/10 στο πρώτο κριτήριο αξιολόγησης ή 40/40 στο σύνολο (βλ. μαρτυρία ενάγουσας 17/09/21 και μαρτυρία εναγόμενης 15/10/21). Το κλιμάκιο, αφού θα εξέταζε την έκθεση και την εισήγηση της ενάγουσας, θα λάμβανε απόφαση αναφορικά με τη βαθμολογία του αξιολογούμενου καθηγητή και την απόφαση του αυτή θα την προωθούσε στο ΓΕΜΕ ώστε ο τελευταίος να λάβει την επίσημη τελική απόφαση, η οποία έπρεπε στη συνέχεια να κοινοποιηθεί γραπτώς στον επηρεαζόμενο καθηγητή. Αν ο τελευταίος είχε παράπονο από τη βαθμολογία του, δικαιούτο, δυνάμει του Κ.22 της τροποποιητικής ΚΔΠ 73/2011, να υποβάλει «.τυχόν ένσταση(ς) προς τον Γενικό Επιθεωρητή.μέσα σε είκοσι ημέρες.», προσκομίζοντας και τα σχετικά δικαιολογητικά επί των οποίων βασίζει τις παραστάσεις του. Σε περίπτωση υποβολής μιας τέτοιας ένστασης, αυτή θα εξεταζόταν, δυνάμει των Κανονισμών, πρώτα από το ίδιο κλιμάκιο που είχε προβεί στην αρχική εισήγηση προς το ΓΕΜΕ και ακολούθως θα υποβάλλετο εκ νέου σχετική εισήγηση προς τον τελευταίο ώστε να ληφθεί τελική απόφαση επί της ένστασης. Υπό την ιδιότητα λοιπόν του «οικείου επιθεωρητή», η ενάγουσα επιθεώρησε δύο φορές την εναγόμενη εν ώρα διδασκαλίας στο Λύκειο XXXXX και ακολούθως συζήτησε τις διαπιστώσεις της με το Διευθυντή του σχολείου, το ΜΥ1 δηλαδή. Κατά τη συζήτηση αυτή, στην οποία συμμετείχε και η εναγόμενη, συζητήθηκε έντονα το θέμα της βαθμολογίας της τελευταίας και σε κάποια στιγμή ο ΜΥ1 ανέφερε στην ενάγουσα ότι θεωρούσε τη στάση της εκδικητική (βλ. μαρτυρία ενάγουσας 17/09/21)[3]. Ειδικότερη αναφορά στο πώς ακριβώς λέχθηκαν εκείνη τη μέρα τα επί του προκειμένου κάνω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου εφόσον πρόκειται για ένα από τα θέματα για τα οποία οι δύο πλευρές διαφωνούν. Η ενάγουσα στη συνέχεια συνέταξε την προβλεπόμενη έκθεση με τις παρατηρήσεις και απόψεις της αναφορικά με την επιθεώρηση της εναγόμενης και την υπέβαλε στο κλιμάκιο μαζί με τη βαθμολογία που αυτή έκρινε ότι έπρεπε να λάβει η τελευταία. Ειδικότερα, η ενάγουσα είχε βαθμολογήσει την εναγόμενη με 8/10 σε σχέση με το κριτήριο αξιολόγησης «Επαγγελματική Κατάρτιση (Επιστημονική Παιδαγωγική)» και με 10/10 στα άλλα τρία κριτήρια αξιολόγησης (Επάρκεια στην Εργασία, Οργάνωση - Διοίκηση - Ανθρώπινες Σχέσεις και Γενική Συμπεριφορά και Δράση), δίνοντας δηλαδή έτσι στην τελευταία συνολική βαθμολογία 38/40 και κατατάσσοντας την στην κατηγορία «Εξαίρετος». Η βαθμολογία αυτή ήταν η ίδια με τη βαθμολογία που η εναγόμενη είχε λάβει και την προηγούμενη χρονιά, τότε όμως συνιστούσε αύξηση της προηγούμενης της βαθμολογίας. Το κλιμάκιο αποδέχτηκε την εισήγηση της ενάγουσας και αφού έλαβε σχετική απόφαση την προώθησε στον ΓΕΜΕ ο οποίος την ενέκρινε/υιοθέτησε (Τεκ.11). Όταν στη συνέχεια η τελική απόφαση του ΓΕΜΕ κοινοποιήθηκε γραπτώς στην εναγόμενη, η οποία ενημερώθηκε και για το δικαίωμα που της παρείχε ο Κ.22 της τροποποιητικής ΚΔΠ 73/2011 για υποβολή «.τυχόν ένσταση(ς) προς τον Γενικό Επιθεωρητή.μέσα σε είκοσι ημέρες.» (Τεκ.11), οι δικηγόροι της τελευταίας, κατόπιν οδηγιών της πελάτιδος τους, της εναγόμενης δηλαδή, συνέταξαν την επίδικη επιστολή ημερ. 05/10/12 με θέμα «Ένσταση για τη βαθμολογία της κας XXXXX Χειμωνίδου για τη Σχολική Χρονιά 2011-2012», και την έστειλαν τόσο στον τότε ΓΕΜΕ και στην τότε Διευθύντρια Μέσης Εκπαίδευσης, όσο και στην Επαγγελματική Οργάνωση Καθηγητών (ΟΕΛΜΕΚ). Στην εν λόγω επιστολή, με την οποία οι δικηγόροι της εναγόμενης υποστήριξαν ότι η τελευταία δικαιούται «.να διεκδικήσει μία μονάδα στο πρώτο σημείο της αξιολόγησης της και το 8 να γίνει 9.», αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «.Έχω εντολή από την πελάτισσά μου κα XXXXX Χειμωνίδου, Π.Μ.Π XXXXX Βοηθό Διευθύντρια με ειδικότητα στα Αγγλικά, Λύκειο XXXXX, να αναφερθώ στο πιο πάνω θέμα και να σας μεταφέρω την ένσταση της με βάση τον Κανονισμό 22 σχετικά με τη βαθμολογία της για τη σχολική χρονιά 2011-2012, στο κριτήριο αξιολόγησης «Επαγγελματική Κατάρτιση» (Επιστημονική Παιδαγωγική), όπου έτυχε βαθμολογία 8/
- Παρακαλώ όπως τύχει επανεξέτασης γιατί η πελάτισσα μου θεωρεί άδικη σε σχέση με την καθ' όλα προσφορά της. H ένσταση της στηρίζεται στους πιο κάτω λόγους:
- Η πελάτισσά μου πιστεύει ότι έτυχε μη αντικειμενικής αξιολόγησης λόγω του ότι αξιολογών λειτουργός είναι η κα XXXXX Παπαγιάννη με την οποία η πελάτισσά μου είχε συνεργαστεί στο παρελθόν στο Λύκειο του XXXXX ως καθηγήτριες Αγγλικών και οι δύο. Η συνεργασία όμως δεν ήταν καλή και υπήρξαν προστριβές μεταξύ τους χωρίς ευθύνη της πελάτισσας μου, με αποτέλεσμα έκτοτε να υπάρχει προκατάληψη της κας Παπαγιάννη προς το πρόσωπο της πελάτισσας μου. Συνέπεια αυτής ακριβώς της προκατάληψης είναι και η χαμηλή βαθμολογία κατά την έκθεσή της για τη χρονιά 2011 -
- Υπήρξε μάλιστα και περιστατικό ενώπιον του Διευθυντή του σχολείου που καταδεικνύει ακριβώς ότι η έκθεσή της δεν είναι αμερόληπτη και αντιπροσωπευτική της αξίας της. Συγκεκριμένα, η κα Παπαγιάννη φρόντισε να ενημερώσει την πελάτισσά μου, μετά ακριβώς από τη δεύτερη επιθεώρηση ότι θα την αφήσει στάσιμη και θα επαναλάβει την προηγούμενη βαθμολογία της γιατί όπως της είπε είναι ευνοούμενη συγκριτικά με άλλους καθηγητές της ειδικότητας της, αφού στο παρελθόν έτυχε διπλής βαθμολογίας από 34 σε 36 και ότι η συνείδηση της, της επιβάλλει να μην δώσει βαθμό στο πρώτο σημείο αφού στα άλλα 3 σημεία οι βαθμοί είναι 10, για να άρει με αυτό τον τρόπο την αδικία που πιστεύει ότι έγινε εις βάρος άλλων συναδέλφων. Παρενέβη ο Διευθυντής και της είπε ότι αυτό είναι άδικο και ότι η πελάτισσά μου αξιολογείται για την τελευταία διετία και ότι o ίδιος θα έγραφε θετικά σχόλια και στα τέσσερα σημεία για να μπορέσει η πελάτισσα μου να τύχει βαθμού πάνω από 9 σ' όλα τα σημεία, όπως οι οδηγίες της προϊσταμένης αρχής. Τότε η κα Παπαγιάννη εισηγήθηκε στο Διευθυντή να δώσει μονάδα στο πρώτο σημείο, αλλά να αφαιρέσει μια μονάδα από οποιοδήποτε άλλο από τα τρία σημεία, για να παραμείνει το
- Αυτό και μόνο καταδεικνύει ότι η πελάτισσά μου δεν αξιολογήθηκε αμερόληπτα και αντικειμενικά. O Διευθυντής της είπε ότι αυτό δείχνει εκδικητική διάθεση απέναντι της και ότι είναι θέμα δικό της αν θα μειώσει επιμέρους βαθμολογία. Την ενημέρωσε ότι θα έπρεπε να γνωρίζει o Γ.Ε.Μ.Ε για τη διαφωνία τους και η κα Παπαγιάννη του είπε να κάνει ότι Θέλει και ότι η ίδια Θα έκανε ό,τι πίστευε ότι είναι σωστό. O Διευθυντής σας ενημέρωσε για όλα όσα συζητήθηκαν στο γραφείο του.
- Ειδικότερα για την αξιολόγηση τού πρώτου κριτηρίου λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα.(παρατίθενται διάφορα πιστοποιητικά που κατείχε η εναγόμενη καθώς και διάφορα σεμινάρια - προγράμματα που παρακολούθησε και/ή παρέδωσε).
- .Συνέπεια τούτου θεωρώ επιβεβλημένη την αναθεώρηση της βαθμολογίας της πελάτισσάς μου, ώστε να μη είναι προϊόν προκατάληψης αλλά αξιοκρατικής κρίσης.» Αναφέρω εδώ ότι το πλήρες κείμενο της επίδικης επιστολής, η οποία κατά την ακρόαση κατατέθηκε ως Τεκ.1, παρατίθεται αυτούσιο ως Παράρτημα Α στην παρούσα απόφαση και αυτό καθαρά λόγω της έκτασης της επιστολής, ως άλλωστε ήταν και η πρακτική που ακολουθήθηκε στην Α.Ι. κ.α. ν. Π.Φ. κ.α. ως Πολιτική Έφεση αρ.238/12, 27/9/2019 ECLI:CY:AD:2019:D
- Ολόκληρο βέβαια το περιεχόμενο της επιστολής, το οποίο έχει καταγραφεί στην Ε/Α της ενάγουσας, παραμένει να συνιστά αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης και το ίδιο ισχύει και σε σχέση με όλα τα έγγραφα που αναφέρονται ότι παρατίθενται ως Παραρτήματα στην παρούσα απόφαση. Στις 17/12/2012 και 28/12/12, η ενάγουσα και οι δικηγόροι της έστειλαν προς τον τότε ΓΕΜΕ, την τότε Διευθύντρια Μέσης Εκπαίδευσης, την ΟΕΛΜΕΚ και τον δικηγόρο της εναγόμενης, επιστολές με τις οποίες θέτονταν γραπτώς οι θέσεις της ενάγουσας αναφορικά με όλα όσα αναφέρονταν στην επίδικη επιστολή της εναγόμενης και ζήτησαν όπως οι επιστολές αυτές της ενάγουσας τεθούν και στον προσωπικό - διοικητικό φάκελο της εναγόμενης (Τεκ. 2 και 3) - Παράρτημα Β. Σημειώνω εδώ ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι αν και η εναγόμενη είχε διά των Κανονισμών δικαίωμα να υποβάλει στον ΓΕΜΕ ένσταση σε σχέση με τη βαθμολογία που είχε λάβει, εντούτοις κανένα δικαίωμα «απάντησης» δεν παρείχαν οι Κανονισμοί στον οικείο επιθεωρητή κατά τη διαδικασία εξέτασης μιας ένστασης που θα υπέβαλλε ένας καθηγητής (βλ Κ.22 ΚΔΠ 73/2011). Κοινώς αποδεκτό είναι επίσης και ότι αν και αμφότερες οι διάδικοι κοινοποίησαν τις αντίστοιχες θέσεις τους στην ΟΕΛΜΕΚ, εντούτοις ούτε η νομοθεσία αλλά ούτε και οι εφαρμοστέοι Κανονισμοί προνοούν ή επιτρέπουν την οποιαδήποτε εμπλοκή της ΟΕΛΜΕΚ στη διαδικασία αξιολόγησης ενός καθηγητή, ούτε και δίνουν στην εν λόγω οργάνωση οποιοδήποτε «λόγο» ή δικαίωμα έκφρασης άποψης σε οποιοδήποτε στάδιο της συγκεκριμένης διαδικασίας (βλ. και Κ.22 ανωτέρω). Η ένσταση της εναγόμενης εξετάστηκε από το κλιμάκιο σύμφωνα με τη προβλεπόμενη διαδικασία και αφού η απόφαση του κλιμακίου προωθήθηκε στο ΓΕΜΕ, ο τελευταίος ενημέρωσε την εναγόμενη στις 14/01/13 ότι «.αποφασίστηκε να αναβαθμολογηθεί το σημείο Ι (Επαγγελματική Κατάρτιση) από 8 σε 9 λόγω του ότι έχετε προσκομίσει νέα στοιχεία. Ως εκ τούτου η βαθμολογία σας διαμορφώθηκε σε 9-10-10-10 = 39» (Τεκ.14). Σύμφωνα με την ενάγουσα, η οποία δεν αμφισβητήθηκε ότι έλαβε και εκείνη μέρος κατά τη διαδικασία εξέτασης της ένστασης της εναγόμενης ως μέλος του κλιμακίου, αν και η ίδια «.δεν έχω δει κάποιο νέο στοιχείο που να δικαιολογούσε αύξηση της βαθμολογίας στον τομέα τον πρώτο.στην επαγγελματική κατάρτιση.Εγώ δεν έβρισκα λόγο να εισηγηθώ αύξηση.», τα άλλα μέλη του κλιμακίου αποφάσισαν, για λόγους που αυτή δε γνωρίζει, να «αναθεωρήσουν τη θέση τους». Στις 05/02/13 η ενάγουσα παραπονέθηκε γραπτώς προς την τότε Γενική Διευθύντρια Μέσης Εκπαίδευσης για τον τρόπο με τον οποίον η τελευταία και ο ΓΕΜΕ είχαν αντιμετωπίσει το όλο θέμα και ιδιαίτερα τα όσα αναφέρονταν στις προηγούμενες επιστολές της (Τεκ.6) - Παράρτημα Γ και στις 22/02/13 επανέλαβε το αίτημα της όπως οι προηγούμενες επιστολές της τεθούν στο φάκελο της εναγόμενης (Τεκ.10). Μεταξύ 07/01/13 και 27/03/13 ανταλλάχτηκαν μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων «άνευ βλάβης» επιστολές, με τις οποίες η μεν πλευρά της ενάγουσας καλούσε την εναγόμενη να ανακαλέσει τα όσα αναφέρονταν στην επίδικη επιστολή, η δε πλευρά της εναγόμενης αρνείτο να το πράξει (Τεκ. 4, 5 και 8). Όταν η εναγόμενη θα αξιολογείτο για την επόμενη σχολική χρονιά, ήτοι για το 2012 - 2013, αυτή, επικαλούμενη την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, ζήτησε μέσω των δικηγόρων της την εξαίρεση της ενάγουσας για λόγους αμεροληψίας. Αν και η Διεύθυνση Μέσης Εκπαίδευσης προτίθετο να αναθέσει και πάλι στην ενάγουσα τη συγκεκριμένη αξιολόγηση, εντούτοις, υπό το φως του εν λόγω αιτήματος, αποφάσισε να διορίσει άλλο Επιθεωρητή (Τεκ. 15 και 16) Μέχρι και το 2020 που αφυπηρέτησε η ενάγουσα δεν εκδόθηκε ποτέ οποιαδήποτε επίσημη οδηγία από την ΟΕΛΜΕΚ προς τα μέλη της για να μην δέχονται την πρώτη στις τάξεις τους για σκοπούς επιθεώρησης[4], ενώ μέχρι και την αφυπηρέτησή της, η ενάγουσα δεν υπεβλήθη σε καμιά πειθαρχική διαδικασία ή τιμωρία στη βάση των όσων αναφέρονταν στην επίδικη επιστολή, ούτε και το περιεχόμενο της επιστολής αποτέλεσε βάση για να στερηθεί η ενάγουσα οποιουδήποτε δικαιώματος είχε ως επιθεωρήτρια μέσης εκπαίδευσης. Αναφέρω τέλος ότι κατά την ακρόαση κατέστησαν κοινώς αποδεκτά και τα εξής. Κατά το 2006, όταν η ενάγουσα και η εναγόμενη υπηρετούσαν ως καθηγήτριες αγγλικών στο Λύκειο XXXXX υπό τη διεύθυνση της ΜΥ3, η εναγόμενη παραπονέθηκε στην τελευταία ότι η ενάγουσα απαιτούσε από αυτήν, την εναγόμενη δηλαδή, να προβαίνει σε λειτουργικό έλεγχο των ηλεκτρονικών υπολογιστών που υπήρχαν στην αίθουσα γλωσσών του σχολείου λόγω του ότι ήταν η υπεύθυνη της αίθουσας αυτής. Σύμφωνα με τη ΜΥ3, η οποία δεν αμφισβητήθηκε επί τούτου, αυτή δεν έκρινε αναγκαίο να ενημερώσει την ενάγουσα για το εν λόγω παράπονο ή να της ζητήσει να τοποθετηθεί επί αυτού και περιορίστηκε στο να αναφέρει στην εναγόμενη απλά ότι ο έλεγχος της λειτουργίας των ηλεκτρονικών υπολογιστών δεν ενέπιπτε στα καθήκοντα και στις υποχρεώσεις της οπόταν και το θέμα έληξε εκεί. Σε μια άλλη περίπτωση δε, κατά την ίδια περίοδο, οι διάδικοι έτυχε να εκφράσουν διαφορετικές απόψεις και θέσεις σε σχέση με κάποιο συνέδριο αγγλικών που είχε προγραμματιστεί τότε να γίνει αν και αυτό δεν απέτρεψε στο τέλος τη κανονική διεξαγωγή του συνεδρίου (βλ. σελ. 8 - 10 αντεξέτασης της εναγόμενης ημερ.15/10/21). Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Λαμβανομένων τώρα υπόψη των πιο πάνω, επιβάλλεται θεωρώ να γίνει από αυτό το στάδιο αναφορά στην υπόθεση Synomospondia Ergaton Kyprou and Others v. Cyprus Asbestos Mines Ltd and Another
(1965)1 C.L.R. 222, εφόσον τα εκεί επίδικα ζητήματα προσομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με τα εδώ επίδικα ζητήματα. Υπενθυμίζω ότι στην Synomospondia, όπως και στην παρούσα, αν και η επίδικη δημοσίευση αφορούσε σε υποβολή παραπόνου προς τη διοικητική αρχή που ήταν αρμόδια να επιληφθεί του εν λόγω παραπόνου, η δημοσίευση έγινε και προς τρίτα πρόσωπα και η υπεράσπιση που πρόβαλαν οι εκεί εναγόμενοι ήταν μεταξύ άλλων και η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη του αρ. 21 κεφ.148. Αφού λοιπόν το εκεί επίδικο δημοσίευμα θεωρήθηκε δυσφημιστικό, το Ανώτατο Δικαστήριο, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο που είχε εκδικάσει την υπόθεση στην Synomospondia, έκριναν ορθότερο να «διαχωρίσουν» τις επίδικες δημοσιεύσεις αναλόγως των προσώπων προς τα οποία αυτές έγιναν και αυτό γιατί το κατά πόσο παρείχετο έρεισμα για εφαρμογή της υπεράσπισης του αρ.21 θα εξαρτάτο από την ιδιότητα των συγκεκριμένων προσώπων καθώς και την αναγκαιότητα αυτά να λάβουν, λόγω της ιδιότητας τους, γνώση περί της επίδικης δημοσίευσης. Με άλλα λόγια, αν οι δημοσιεύσεις είχαν γίνει σε πρόσωπα για τα οποία, λόγω της ιδιότητας τους, υπήρχε κάποιο αμοιβαίο νομικό ή ηθικό καθήκον ενημέρωσης τους για τα όσα αναφέρονταν στο επίδικο δημοσίευμα, ως το άρθρο 21
(1)(α) προνοεί, τότε θα έπρεπε πλέον να εξεταστεί το κατά πόσο ο ενάγοντας είχε καταφέρει να αποδείξει ότι οι δημοσιεύσεις αυτές δεν είχαν γίνει «καλή τη πίστει» ως το αρ. 21
(2)προνοεί, ενώ αν οι δημοσιεύσεις είχαν γίνει καθ' υπέρβαση «κατ' έκταση και κατ' oυσία τoυ εύλoγα επαρκές υπό τις περιστάσεις», ως η επιφύλαξη του αρ.21
(1)(α) προνοεί, τότε θα σφραγίζετο η τύχη της υπεράσπισης του αρ.21
(1)(α) χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο. Για τους λόγους που θα προχωρήσω να εξηγήσω, λαμβανομένου υπόψη ότι στην υπό κρίση περίπτωση απασχολεί έντονα το γεγονός ότι η επίδικη επιστολή δημοσιεύτηκε σε πρόσωπα με διαφορετικές ιδιότητες και για διαφορετικούς λόγους, δηλαδή ενώ παρουσιάστηκε ως ένσταση δυνάμει του Κ. 22 εντούτοις «δημοσιεύτηκε» τόσο σε πρόσωπα που αναφέρονταν στον Κ.22 ότι ήταν αρμόδια να εξετάσουν μια τέτοια ένσταση, όπως ήταν ο ΓΕΜΕ, όσο και σε πρόσωπα που σύμφωνα με τους Κανονισμούς δεν εμπλέκονταν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία, όπως ήταν η ΟΕΛΜΕΚ, θεωρώ ότι είναι πρόσφορο ν' ακολουθηθεί παρόμοια προσέγγιση με αυτή που ακολουθήθηκε στη Synomospondia, ήτοι διαχωρισμός των επίδικων δημοσιεύσεων αναλόγως της ιδιότητας των προσώπων προς τα οποία η κάθε δημοσίευση έγινε. Σημειώνω εδώ ότι δεν έχω παραγνωρίσει ότι το «πρωταρχικό ερώτημα σε υποθέσεις δυσφήμισης είναι το κατά πόσον το υπό εξέταση κείμενο συνιστά πράγματι δυσφήμιση για το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται, στοιχείο που κρίνεται ως πραγματικό ζήτημα από το Δικαστήριο, το οποίο αποδίδει στις λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιούνται τη συνήθη και φυσική τους έννοια.» (βλ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ κ.α. v. ΠΟΜΗΛΟΡΙΔΗ, Πολιτική Εφεση Αρ. 106/2013, 7/9/2020, ECLI:CY:AD:2020:A311) και ότι ο διαχωρισμός των δημοσιευμάτων στη Synomospondia, η ουσία του λόγου της οποίας να σημειωθεί αναφέρθηκε με επιδοκιμασία και σε πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Πομηλορίδη), έγινε ώστε να εξεταστούν οι προβαλλόμενες υπερασπίσεις, αφού δηλαδή κρίθηκε δυσφημιστικό το εκεί επίδικο δημοσίευμα. Αντιθέτως, όπως έχει καταδειχθεί από τη νομολογία που εκδόθηκε μετά που η Κύπρος υιοθέτησε την ΕΣΔΑ το 1962[5], ήτοι μεταγενέστερα των γεγονότων της Synomospondia, η οποία αν και εκδόθηκε το 1965 αφορούσε σε αγωγή που καταχωρήθηκε το 1960, κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, το Δικαστήριο θα πρέπει να το απασχολήσει και το αντικείμενο του δημοσιεύματος αλλά και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό δημοσιεύτηκε, και αυτό διότι πρέπει να έχει κατά νου δύο ανθρώπινα δικαιώματα που πρέπει να προστατευθούν και να εξισορροπηθούν: «α) Το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 19 του Συντάγματος και από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και (β) Το δικαίωμα της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου, που προστατεύεται από το άρθρο 2 της Σύμβασης. Το δικαίωμα αυτό πιθανόν να περιλαμβάνεται και στο ευρύτερο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 15 του Συντάγματος και από το άρθρο 8 της Σύμβασης. Και τα δύο προαναφερόμενα δικαιώματα είναι εξίσου σημαντικά και κατά συνέπεια τα Δικαστήρια εξετάζοντας υποθέσεις όπως την παρούσα θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα και προσεκτικά ώστε να μην παραβιάζεται, στο βαθμό που είναι δυνατό, οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα δικαιώματα.» (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Νίκου Παπαευσταθίου,
(2007)1 Α.Α.Δ. 856) Άλλωστε, ήταν πάντοτε αναγνωρισμένη αρχή στο δίκαιο της δυσφήμησης ότι κάτω από ένα συγκεκριμένο πλαίσιο δημοσίευσης (context) ένα δημοσίευμα μπορεί να είναι δυσφημιστικό όμως την ίδια στιγμή, κάτω από ένα διαφορετικό πλαίσιο, το ίδιο δημοσίευμα μπορεί να μην είναι δυσφημιστικό (Βλ. π.χ. Θεμιστοκλέους Κώστας ν. Ζαχαρία Κουλία
(2012)1 ΑΑΔ 76 όπου το εκεί επίδικο δημοσίευμα κρίθηκε ως δυσφημιστικό καθαρά διότι απέδιδε στον ενάγοντα «Συμπεριφορά η οποία, στο πλαίσιο του περιβάλλοντος της Κύπρου, της τουρκικής εισβολής και κατοχής του βορείου τμήματος από τα τουρκικά στρατεύματα, μπορεί να δημιουργήσει στο μέσο λογικό αναγνώστη, στην απουσία άλλης αναφοράς, αισθήματα μίσους, περιφρόνησης και χλευασμού του εφεσείοντα.».[6] Ως προς τον τρόπο τώρα με τον οποίο το Δικαστήριο προχωρεί στην εξισορρόπηση των ανωτέρω δικαιωμάτων, η κυπριακή νομολογία είναι πλούσια (βλ. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ και Άλλος ν. Ανδρέα Αλωνεύτη
(2002)1 ΑΑΔ 1863, Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 CLR 63, Police V Ekdotiki Eteria
(1982)2 CLR, Κουτσού ν Αλήθεια κ.α Π.Ε. 11316, 24/09/03) και πολύ πρόσφατα οι επί του προκειμένου αρχές συνοψίστηκαν με περισσή επάρκεια στις υποθέσεις ΝΙΚΟΛΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α. v. ΛΟΥΚΑΙΔΗ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 103/2014, 18/12/2020 και Εκδόσεις «Αρκτίνος Λτδ» κ.ά. ν. Ανδρέας Σ. Αγγελίδης, Πολ. Εφεση 315/2013, ημερ. 3.12.2020. Στις αρχές αυτές θα προσθέσω και ότι: «.σε αγωγές για δυσφήμιση το θέμα κρίνεται από το Δικαστήριο ως πραγματικό ζήτημα αποδίδοντας στις λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιούνται τη συνηθισμένη και φυσική τους έννοια, χωρίς να ενέχει σημασία για την εξαγωγή του συμπεράσματος ως προς το δυσφημιστικό ή όχι του κειμένου είτε η γνώμη του ιδίου του ενάγοντος, είτε η τυχόν μαρτυρία που προσφέρεται από διάφορα άτομα ως προς την ερμηνεία, νόημα ή γενική έννοια του κειμένου. . Η θέση του Δικαστηρίου τεκμαίρεται ότι αποδίδει την αντίληψη του μέσου κοινού λογικού ανθρώπου . Στην Κύπρο βεβαίως ο Δικαστής προβαίνει σε μια νοητική εργασία που καλύπτει και τις δύο ανωτέρω λειτουργίες. Επομένως, η αξιολόγηση των μαρτύρων από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως προς αυτή την πτυχή, κατά πόσο, δηλαδή, το κείμενο ήταν ή όχι δυσφημιστικό δεν ήταν δόκιμη . (η) αξιολόγηση της μαρτυρίας, . θα είχε σημασία μόνο σε περίπτωση που παρίστατο ανάγκη να αποφασιστεί ζήτημα κακοβουλίας ή αποζημιώσεων.» (βλ. Γαληνιώτης Eλευθέριος ν. Eκδοτικός Oίκος Δίας Λτδ και Άλλης,
(2011)1 Α.Α.Δ. 474 και τη νομολογία και τα συγγράμματα στα οποία η εν λόγω αυθεντία παραπέμπει). «Το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο ενάγων ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά εξετάζει το κείμενο στην ολότητά του με αναφορά στον χρόνο και τον τόπο του δημοσιεύματος αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα.» (βλ. ΝΙΚΟΥ ΜΕΣΑΡΙΤΗ ν. ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΑΖΑΡΙΔΗ, ECLI:CY:AD:2018:A226, Πολιτική ΄Εφεση Αρ.470/2011, 14/5/2018, και την αναφορά που εκεί γίνεται στην Εκδόσεις Αρκτίνος ν. Γεωργιάδη
(2011)1 (Α) ΑΑΔ 407) Εξετάζοντας λοιπόν την κάθε επίδικη δημοσίευση στην παρούσα υπόθεση επισημαίνω κατ' αρχή τα εξής: Όσον αφορά τη «δημοσίευση» της επίδικης επιστολής προς το ΓΕΜΕ, είναι κοινώς αποδεκτό ότι η εναγόμενη είχε δια Νόμου δικαίωμα να υποβάλει στον τελευταίο ένσταση αναφορικά με τη βαθμολογία που της δόθηκε και δεν έχει αμφισβητηθεί ότι είναι τέτοια η φύση και ο χαρακτήρας της διαδικασίας αξιολόγησης ενός καθηγητή, που αν κάποιος καθηγητής θεωρεί ότι δεν αξιολογήθηκε με αμεροληψία και αντικειμενικότητα, τ΄τοε αυτός/αυτή δικαιούται με την ένσταση που θα καταχωρήσει δυνάμει του Κ.22 να προβάλει θέματα που αφορούν στην τήρηση των εχέγγυων αμερόληπτης κρίσης από τα πρόσωπα που ενεπλάκηκαν στην αξιολόγηση του. Άλλωστε, η ίδια ενάγουσα θέτει την αμεροληψία που πρέπει να περιβάλλει το πρόσωπο που αξιολογεί ένα καθηγητή ως βάση για να προβάλει τις δικές της θέσεις, ιδιαίτερα για να υποστηρίξει ότι η εναγόμενη θα μπορούσε, αν ήταν όντως γνήσιες οι προθέσεις της, να ζητήσει εξ' αρχής την εξαίρεση της για λόγους αμεροληψίας[7], όπως έπραξε αργότερα όταν θα αξιολογείτο για άλλη σχολική χρονιά. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι οι Κ.22 και Κ.23 των Κανονισμών επιβάλλουν σε καθηγητή που θα αποφασίσει να καταχωρήσει ένσταση για τη βαθμολογία του, να υποστηρίξει τις εκεί αναφερόμενες παραστάσεις του με «πλήρη δικαιολογητικά». Όσον αφορά τώρα τη «δημοσίευση» της επίδικης επιστολής προς την ΟΕΛΜΕΚ, οργάνωση καθαρά συνδικαλιστικού χαρακτήρα η οποία δεν αναφέρεται στους Κανονισμούς ότι εμπλέκεται με οποιοδήποτε τρόπο ή σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης ενός καθηγητή, η μόνη εξήγηση που δόθηκε από την εναγόμενη ως προς το γιατί δημοσίευσε την επίδικη επιστολή και προς εκείνη την κατεύθυνση ήταν «.διότι ήμουν μέλος της ΟΕΛΜΕΚ και... θεώρησα σωστό να γνωρίζουν το τι συμβαίνει, να γνωρίζουν τα δεδομένα και όπως πολλοί άλλοι συνάδελφοι κάνουν αυτό το πράγμα που είναι μέλη της ΟΕΛΜΕΚ...». Υπό το φως των πιο πάνω λοιπόν, διεξήλθα του περιεχομένου της επίδικης επιστολής[8] και διαπιστώνω ότι αυτή όντως περιέχει αρνητικές αναφορές αναφορικά με το ήθος, αμεροληψία και αντικειμενικότητα της ενάγουσας, και δη αρνητικές αναφορές σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο η τελευταία εκτέλεσε ένα θέσμιο καθήκον που έπρεπε να εκτελέσει με ήθος, αμεροληψία και αντικειμενικότητα, ως ήταν το καθήκον αξιολόγησης καθηγητών που αυτή είχε ως επιθεωρήτρια. Τούτου λεχθέντος λοιπόν και έχοντας προβεί στην αναγκαία εξισορρόπηση μεταξύ των εμπλεκόμενων αντιμαχόμενων δικαιωμάτων (βλ. Παπαευσταθίου), καταλήγω στα εξής συμπεράσματα. Στο βαθμό που η παρούσα αγωγή αφορά σε δημοσίευση της επίδικης επιστολής στα όργανα - πρόσωπα της εκπαιδευτικής υπηρεσίας που ήταν διά των Κανονισμών επιφορτισμένα με το καθήκον να εξετάζουν ενστάσεις δυνάμει του Κ.22, και δη ενστάσεις οι οποίες μπορούσαν να εδράζονται και σε θέματα αμεροληψίας των προσώπων που ενεπλάκηκαν στη διαδικασία αξιολόγησης, κρίνω ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ενάγουσα έχει δυσφημηθεί μέσω της συγκεκριμένης δημοσίευσης. Αυτό γιατί δεν θα ήταν ούτε ορθό, ούτε νόμιμο αλλά ούτε και συμβατό με την ΕΣΔΑ να επιτραπεί να χρησιμοποιηθεί το δίκαιο της δυσφήμισης κατά τρόπο που να «εμποδίζει» ουσιαστικά την ελεύθερη άσκηση του θέσμιου δικαιώματος που έχει ένας καθηγητής, στην προκειμένη περίπτωση η εναγόμενη, να υποβάλει ένσταση εναντίον μιας διοικητικής απόφασης που τον επηρεάζει άμεσα και καθοριστικά και δη ένσταση στη βάση αναγνωρισμένων λόγων όπως είναι η παραβίαση της αρχής της τήρησης των εχέγγυων αμερόληπτης κρίσης. Υπό αυτή την έννοια, στον βαθμό που η επίδικη επιστολή δεν αμφισβητείται ότι συνιστούσε μια νόμιμα και νομότυπα υποβληθείσα ένσταση προς τον ΓΕΜΕ δυνάμει του Κ. 22, η οποία εδραζόταν σε κατ' ισχυρισμό πράξεις και παραλείψεις στις οποίες προέβη ένα μέλος της διοίκησης κατά την διοικητική λειτουργία που οδήγησε στην προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως δυσφημιστική για την ενάγουσα, έστω και αν ήταν αυτή το εμπλεκόμενο μέλος που αναφέρεται εκεί. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και σε σχέση με τη δημοσίευση της επίδικης επιστολής προς την ΟΕΛΜΕΚ. Αυτό γιατί παρά τη θέση της εναγόμενης ότι θεώρησε «σωστό» όπως η εν λόγω οργάνωση γνωρίζει τι συνέβη, θέση η οποία ούτως η άλλως παρέμεινε γενική και αόριστη, τίποτα δεν έχει παρουσιαστεί από πλευράς εναγόμενης που να καταδεικνύει ότι η δημοσίευση προς την ΟΕΛΜΕΚ έγινε στα πλαίσια άσκησης κάποιου δικαιώματος ανάλογου με το δικαίωμα του Κ. 22, είτε ότι η ΟΕΛΜΕΚ συνιστούσε πρόσωπο που είχε κάποιο καθήκον ή εξουσία ή συμφέρον να ενημερωθεί ή να διερευνήσει τα όσα αναφέρονταν στην επίδικη επιστολή. Άλλωστε, θέση της ίδιας της πλευράς της εναγόμενης ήταν ότι η ΟΕΛΜΕΚ δεν ασχολήθηκε καθόλου και ούτε την απασχόλησαν τα όσα αναφέρονταν στην επίδικη επιστολή και ότι στο όλο θέμα ενεπλάκηκε μόνο όταν η ενάγουσα αποφάσισε να «απαντήσει» αντικανονικά και ν' απαιτήσει, και πάλι αντικανονικά, όπως η απάντηση της τεθεί στον φάκελο της εναγόμενης. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με την ίδια την εναγόμενη, μέχρι του σημείου που τα δικαιώματα της διασφαλίζονταν από την διαδικασία του Κ.22, δηλαδή με την υποβολή και εξέταση της ένστασης της από τα αρμόδια πρόσωπα, κανένα λόγο, δικαίωμα ή συμφέρον να επέμβει στη διαδικασία δεν είχε η ΟΕΛΜΕΚ, είτε για να προστατεύσει τα δικαιώματα της εναγόμενης είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο και ούτε ήταν υπό τις περιστάσεις αναγκαίο ή εύλογο να ενημερωθεί για το συγκεκριμένο θέμα. Αντιθέτως, ως και η ίδια η εναγόμενη ισχυρίστηκε, μόνο όταν η διαδικασία «ξέφυγε» των θεσμοθετημένων ορίων του Κ.22 κρίθηκε αναγκαία η επέμβαση της ΟΕΛΜΕΚ. Υπό αυτήν τη σκοπιά συνεπώς και λαμβανομένης υπόψη της ανωτέρω διαπίστωσης μου ως προς τα όσα αρνητικά αναφέρονται στην επίδικη επιστολή σε σχέση με το ήθος, την αμεροληψία και την αντικειμενικότητα της ενάγουσας, η δημοσίευση της επίδικης επιστολής προς την ΟΕΛΜΕΚ κρίνεται υπό αυτό το πλαίσιο δυσφημιστική για την ενάγουσα. Ενόψει των πιο πάνω καταλήξεων μου, επιβάλλεται πλέον, τόσο για σκοπούς της δημοσίευσης που κρίθηκε δυσφημιστική όσο και για σκοπούς πληρότητας σε σχέση με τη δημοσίευση που δεν κρίθηκε δυσφημιστική, να εξετάσω τις προβαλλόμενες υπερασπίσεις της εναγόμενης, ήτοι τις υπερασπίσεις της αλήθειας, του απόλυτου προνομίου και του προνομίου υπό επιφύλαξη. Υπεράσπιση του απόλυτου προνομίου - αρ.20 Κεφ.148 Ξεκινώντας πρώτα από την υπεράσπιση του απόλυτου προνομίου του αρ.20 Κεφ.148, η εν λόγω υπεράσπιση, με εξαίρεση την υποπαράγραφο 20
(1)(θ)[9], σχετίζεται με δημοσιεύσεις που αφορούν ουσιαστικά σε δικαστικές ή νομοθετικές διαδικασίες και σε δημοσιεύσεις προερχόμενες από τις τρεις εξουσίες του κράτους ή τις δυνάμεις ασφαλείας ή ακριβοδίκαιη αναδημοσίευση. Υπενθυμίζω εδώ ότι σύμφωνα με το αρ.20
(2), αν η δημοσίευση καλύπτεται από απόλυτο προνόμιο, είναι αδιάφορο κατά πόσο το δημοσίευμα ήταν αληθές ή όχι ή αν ο εναγόμενος γνώριζε ή όχι ότι ήταν αναληθές ή το αν ο τελευταίος ενήργησε καλόπιστα ή όχι. Λαμβανομένου λοιπόν υπόψη ότι η δημοσίευση που έγινε στην ΟΕΛΜΕΚ στην παρούσα περίπτωση δεν επιβαλλόταν δια Νόμου να γίνει, ως το αρ.20
(1)(θ) προνοεί και ότι ούτε τα όσα αναφέρονταν στην επίδικη επιστολή δεν αφορούν σε κάποια δικαστική, νομοθετική, στρατιωτική, ναυτική ή αστυvoμική διαδικασία ως οι άλλες παράγραφοι του αρ.20
(1)αναφέρουν, κρίνω ότι η συγκεκριμένη υπεράσπιση δεν μπορεί να επιτύχει σε σχέση με τη συγκεκριμένη δημοσίευση. Για τη δημοσίευση όμως που έγινε προς το ΓΕΜΕ, λαμβανομένου υπόψη αφ' ενός ότι η εναγόμενη είχε δια νομοθεσίας δικαίωμα να υποβάλει προς τον τελευταίο ένσταση με την οποία να εγείρει θέματα αμεροληψίας του επιθεωρητή που την αξιολόγησε, ήτοι της ενάγουσας και αφ' ετέρου ότι η ίδια νομοθεσία υποχρέωνε την εναγόμενη να δικαιολογήσει πλήρως προς τον ΓΕΜΕ τις επί του προκειμένου παραστάσεις της, θα μπορούσε θεωρώ να λεχθεί ότι η συγκεκριμένη δημοσίευση εμπίπτει στις πρόνοιες του αρ.20(θ) ώστε να καθίσταται απόλυτα προνομιούχα. Έστω δηλαδή και αν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ήταν δυσφημιστικά για την ενάγουσα τα όσα «δημοσιεύτηκαν» προς το ΓΕΜΕ με την επίδικη επιστολή, η εναγόμενη θα μπορούσε θεωρώ να επικαλεστεί επιτυχώς την υπεράσπιση του απόλυτου προνομίου του αρ.20
(1)(θ). Υπεράσπιση της αλήθειας - αρ.19(α) Κεφ.148 Όσον αφορά τώρα τις αρχές που διέπουν την άλλη «απόλυτη» υπεράσπιση που προβάλλεται από την εναγόμενη, ήτοι αυτήν της αλήθειας του αρ.19(α) Κεφ.148[10], οι αρχές αυτές έτυχαν σχολιασμού σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ως εκ τούτου περιορίζομαι να παραθέσω αυτούσια κάποια σχετικά αποσπάσματα τα οποία θεωρώ μιλούν από μόνα τους. «Όσον αφορά την υπεράσπιση της αλήθειας («justification») της οποίας το βάρος απόδειξης φέρει ο εναγόμενος, εφόσον δεν εναπόκειται στον ενάγοντα να αποδείξει το ψεύδος του κειμένου (Beevis v. Dawson [1957] 1 QBD 195), αυτή όπως το θέτει και το σύγγραμμα Salmond on the Law of Torts, - ανωτέρω - σελ. 160, είναι πάντοτε επικίνδυνη διότι τυχόν ανεπιτυχής προσπάθεια θεμελίωσης της αλήθειας του κειμένου, μπορεί να θεωρηθεί εν τέλει επιβαρυντική της αρχικής ζημιογόνας πράξης της δημοσίευσης. Αυτό, διότι αν το κείμενο είναι τελικώς ψευδές, δεν έχει σημασία για σκοπούς υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος έντιμα και εύλογα πίστευε ότι ήταν ορθό. Η αλήθεια κάθε λεπτομέρειας των γεγονότων στο δημοσιευμένο κείμενο δεν χρειάζεται να αποδειχθεί, υπό την αίρεση ότι η ουσία του δημοσιεύματος είναι αληθής, οι δε λεπτομέρειες που αποδεικνύονται αναληθείς δεν επιδεινώνουν τον δυσφημιστικό χαρακτήρα του κειμένου ή διαφοροποιούν τη φύση του. Όπως εξηγείται και στον Street on Torts - ανωτέρω - σελ. 502-503, οι δυσκολίες απόδειξης της υπεράσπισης της αλήθειας υπάρχουν για να εμποδίζεται η κατάχρησή της.» (βλ. Γαληνιώτης ανωτέρω). «Το κριτήριο το οποίο θέτει ο ίδιος ο νομοθέτης σε μια τέτοια περίπτωση είναι η διακρίβωση κατά πόσο το μέρος ή τα μέρη του δημοσιεύματος που δεν αποδείχτηκε ότι είναι αληθινά, βλάπτουν ουσιωδώς την υπόληψη του εφεσίβλητου, λαμβανομένου όμως υπόψη του αληθούς των υπόλοιπων κατηγοριών. Νομοθετική πρόνοια με παρόμοιο λεκτικό συναντάτο και στο Αγγλικό Defamation Act 1952, Αρθρο 5. Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Pamplin v. Express Newspapers Ltd (No. 2) [1998] 1 All E.R. 282, μια υπεράσπιση η οποία βασίζεται στη μερική αλήθεια των προβληθέντων ισχυρισμών, μπορεί να ευσταθήσει, εάν δε αυτό δεν καταστεί δυνατό, ο εναγόμενος μπορεί να βασισθεί στα αποδειχθέντα ως αληθή γεγονότα, έτσι ώστε να μειώσει και σχεδόν να εκμηδενίσει το ποσό των επιδικασθησόμενων αποζημιώσεων. Όπως δε τονίστηκε και στην υπόθεση Reynolds v. Times Newspapers Ltd and Others [1999] 4 All E.R. 609, η απόδειξη της αλήθειας συνιστά μια ολοκληρωμένη υπεράσπιση. Εάν ο εναγόμενος αποδείξει ουσιωδώς την αλήθεια των ισχυρισμών του αυτό είναι αρκετό. Στην απόφαση του House of Lords στην υπόθεση Grobbelaar v. News Group Newspapers Ltd and Another [2002] 4 All E.R. 732, τονίστηκε ότι είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι για να επιτύχει υπεράσπιση της αλήθειας, ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να αποδείξει την αλήθεια ενός εκάστου επιβλαβούς ισχυρισμού στον οποίο είχε προβεί. Είναι αρκετό εάν αποδείξει το κεντρί (sting) των ισχυρισμών του και οι ένορκοι (εδώ το Δικαστήριο) θα πρέπει να διακριβώσουν ποιο είναι το κεντρικό σημείο (sting) του δημοσιεύματος. Όπως περαιτέρω αναφέρεται και στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 6th Edition, para 1053, είναι επαρκές εάν η υπεράσπιση της αλήθειας καλύπτει την κύρια κατηγορία ή την ουσία της δυσφήμησης και ο εναγόμενος δεν χρειάζεται όπως δικαιολογήσει επουσιώδεις λεπτομέρειες ή καταχρηστικές εκφράσεις, οι οποίες δεν προσθέτουν στο κεντρί της δυσφήμησης, ή οι οποίες δεν προκαλούν στον αποδέκτη επίπτωση διαφορετική απ' εκείνη η οποία προκλήθηκε από το ουσιώδες μέρος το οποίο αποδεικνύεται αληθές. Είναι αρκετό εάν η ουσία της δυσφημιστικής δήλωσης δικαιολογείται.» (βλ. ΡΙΚ ν. Καψού
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1175) Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι στις παραγράφους 11 και 18 του δικογράφου της Υπεράσπισης αναφέρεται ότι με την επίδικη επιστολή η εναγόμενη παρουσίασε γεγονότα που «αποκαλύπτουν προβλήματα και/ή διαφορές στον επαγγελματικό χώρο που ίσως επηρέασαν τη συμπεριφορά της ενάγουσας, γεγονός το οποίο πιθανόν να οδήγησε στη μη αντικειμενική αξιολόγηση της εναγόμενης» (έμφαση δική μου). Η εναγόμενη όμως είναι την υπεράσπιση της αλήθειας που προβάλλει ως υπεράσπιση και όχι το έντιμο σχόλιο και απλή ανάγνωση της επίδικης επιστολής φανερώνει ότι αυτή δεν «μιλά» για πιθανή ή ενδεχόμενη προκατάληψη της ενάγουσας, ούτε και «εγείρει» το θέμα της προκατάληψης ως συμπερασματικό σχόλιο όπως αφήνεται να νοηθεί στο δικόγραφο της. Αντιθέτως, η επίδικη επιστολή αναφέρεται σε πραγματική προκατάληψη της ενάγουσας, ως γεγονός δηλαδή, και μάλιστα προκατάληψη η οποία, σύμφωνα με την επίδικη επιστολή, όχι μόνο οφείλεται σε «εκδικητική διάθεση» της ενάγουσας, αλλά και όπως δηλώνεται εκεί, «.υπάρχει.προς το πρόσωπο της πελάτισσας μου» και έχει καταδειχθεί «.ότι η πελάτισσά μου δεν αξιολογήθηκε αμερόληπτα και αντικειμενικά.». Αυτό είναι δε και το «κεντρί» της επίδικης δημοσίευσης που πρέπει να αποδείξει η εναγόμενη, ότι δηλαδή πραγματικά «δεν αξιολογήθηκε αμερόληπτα και αντικειμενικά» από την ενάγουσα διότι η τελευταία πραγματικά είχε «προκατάληψη... προς το πρόσωπο της...» και «εκδικητική διάθεση απέναντί της» και όχι ότι είναι «πιθανόν» να μην αξιολογήθηκε αντικειμενικά διότι οι διάδικοι είχαν συνεργαστεί στο παρελθόν σε λύκειο της Λευκωσίας όταν και έτυχε να υπάρξουν προστριβές μεταξύ τους ή απλά ότι σε κάποια συζήτηση που έλαβε χώρα, ο ΜΥ1 είπε στην ενάγουσα ότι θεωρούσε τη στάση της εκδικητική, αν και τα γεγονότα αυτά είναι, ως ανέφερα ανωτέρω, κοινώς αποδεκτά. Άλλωστε η εναγόμενη παρουσίασε τη μαρτυρία του ΜΥ1, ήτοι του προσώπου ενώπιον του οποίου η ενάγουσα έδειξε, σύμφωνα με την επίδικη δημοσίευση, την κατ' ισχυρισμό μεροληπτική και εκδικητική της στάση, ακριβώς ώστε να αποδείξει ότι η ενάγουσα όντως ενήργησε μεροληπτικά, προκατειλημμένα και εκδικητικά σε βάρος της. Ενόψει λοιπόν και της σημασίας που δόθηκε στην επί του προκειμένου μαρτυρία του ΜΥ1, την οποία η εναγόμενη ουσιαστικά υιοθέτησε, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω ως Παράρτημα Δ στην παρούσα αυτούσιο και σε κάποια έκταση το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω μαρτυρία, αν και σε διάφορα μέρη της απόφασης μου θα κάμνω ειδικότερη αναφορά στη μαρτυρία αυτή. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι τους ισχυρισμούς που πρόβαλε κατά τη μαρτυρία του ο ΜΥ1 ως προς τα όσα έλαβαν χώρα ενώπιον του, ο τελευταίος τους είχε εκθέσει και σε επιστολή που είχε συντάξει και αποστείλει στις 29/01/13 στον τότε ΓΕΜΕ (Τεκ.9), ήτοι μετά που εκδόθηκε η απόφαση επί της ένστασης της εναγόμενης. Σύμφωνα δε με τα όσα ο μάρτυρας ανέφερε στην επιστολή του αυτή αλλά και κατά την ακρόαση, ο λόγος που έστειλε τότε την επιστολή στο ΓΕΜΕ ήταν διότι «.έλαβα γνώση απαντητικής επιστολής της (ενάγουσας) σχετικά με την ένσταση που υπέβαλε η (εναγόμενη).όπου παρατήρησα να χρησιμοποιεί (η ενάγουσα) ασύστολα ψεύδη, με τα οποία διαστρεβλώνει τα πραγματικά γεγονότα και ειδικότερα τα όσα διαμείφθηκαν σε συνάντηση στο γραφείο μου στην παρουσία της (εναγόμενης).» και διότι, αν και αρχικά είχε αναφέρει τις θέσεις του αυτές προφορικά στο ΓΕΜΕ όταν ο τελευταίος του ζήτησε να τοποθετηθεί για τα όσα οι διάδικοι έγγραφαν στις παραστάσεις τους, στη συνέχεια ο ΓΕΜΕ του ζήτησε να του στείλει και κάτι γραπτώς ώστε «.να έχει κάτι στα χέρια του.». Η ενάγουσα τώρα, στην οποία υποδείχτηκε κατά την αντεξέταση της η προαναφερόμενη επιστολή του ΜΥ1, αμφισβήτησε τα όσα ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι έλαβαν χώρα στο γραφείο του και επανέλαβε τα όσα αυτή είχε προβάλει στις επιστολές που είχε στείλει κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ευνόητο είναι λοιπόν ότι όσον αφορά το υπό συζήτηση θέμα, είναι σημαντικό να εξεταστεί η επί του προκειμένου μαρτυρία της ενάγουσας και του ΜΥ
- Σημειώνω επομένως τα εξής. Κατά πρώτο, ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι το πρώτο πράγμα που του προκάλεσε «έκπληξη» σε σχέση με τη στάση της ενάγουσας και το οποίο του έδωσε εξ' αρχής την εντύπωση ότι αυτή δεν ήταν αμερόληπτη, ήταν το γεγονός ότι η ενάγουσα δήλωσε από την αρχή της συζήτησης ποια θεωρούσε ότι θα ήταν η τελική βαθμολογία της εναγόμενης, τη στιγμή όμως που σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία, η τελική απόφαση επί του θέματος θα έπρεπε να συζητηθεί και να αποφασιστεί από το κλιμάκιο και το ΓΕΜΕ. Η ενάγουσα τώρα, επικαλούμενη το ότι την απόφαση για τη βαθμολογία της εναγόμενης θα τη λάμβανε το κλιμάκιο και ο ΓΕΜΕ και όχι η ίδια, αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του ΜΥ1 ότι «έσπευσε» να ανακοινώσει οποιαδήποτε βαθμολογία και ισχυρίστηκε ότι «... δεν είπα την τελική βαθμολογία, συζητήσαμε το θέμα με τον διευθυντή προσπαθώντας να βρούμε τρόπο να την αυξήσουμε... διαφωνώ ότι καταλήξαμε σε βαθμολογία. Σε αυτό διαφωνώ. Ό,τι διαβουλευτήκαμε. Αλλά δεν καταλήξαμε. Γιατί ακριβώς ναι, έπρεπε να το δω με το Κλιμάκιο...". Πώς όμως μπορεί η ενάγουσα να ισχυρίζεται ότι συζητήθηκε «αύξηση της βαθμολογίας» με το ΜΥ1 αν δεν προηγήθηκε όντως κάποια «ανακοίνωση» από μέρους της αναφορικά με τη βαθμολογία που θα λάμβανε η εναγόμενη, ως ισχυρίστηκε ο ΜΥ1 ότι έγινε; Πώς γίνεται να ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι συζητήθηκε «.το 38, επειδή ακριβώς είχα την καλή προαίρεση, τον διευθυντή τον ρώτησα αν έχει κάποιο μεταπτυχιακό... για να δικαιολογήσουμε την αύξηση... και μιλήσαμε με την πρόθεση να βοηθήσουμε να γίνει
- Όμως δεν είχε (η εναγόμενη) τίποτα από όλα αυτά και εγώ ένιωθα άδικο να βάλω 9... σε μια καθηγήτρια που δεν είχε τίποτε από όλα αυτά.. την ουσία τη θυμάμαι πάρα πολύ καλά..», αν δεν είχε όντως αναφερθεί εξ' αρχής από μέρους της ότι θεωρούσε ότι η εναγόμενη θα έπρεπε να λάβει βαθμό κάτω από το 9 στο πρώτο κριτήριο και όχι πάνω από 38 στο σύνολο, ως ισχυρίστηκε ο ΜΥ1 ότι έγινε; Κατά δεύτερο, κατά τη μαρτυρία της η ενάγουσα δέχτηκε, εμμέσως πλην σαφώς, ότι στο γραφείο του ΜΥ1 είχε λάβει χώρα έντονη συζήτηση αναφορικά με το ότι αυτή θεωρούσε ότι η εναγόμενη δεν δικαιούτο να λάβει 9 στο πρώτο κριτήριο και έτσι να αυξηθεί η προηγούμενη βαθμολογία της. Μάλιστα δε, όπως περεταίρω δέχεται η ενάγουσα, σε κάποιο στάδιο της συζήτησης ο ΜΥ1 έφτασε σε σημείο να της αναφέρει ότι θεωρούσε την όλη στάση της εκδικητική. Προφανώς λοιπόν, υπό το φως και της εκδοχής της ίδιας της ενάγουσας, κατά τη συζήτηση που έλαβε χώρα στο γραφείο του ΜΥ1 αναφορικά με το κατά πόσο η εναγόμενη δικαιούτο ή όχι σε αύξηση βαθμολογίας, τα «αίματα άναψαν». Εξετάζοντας όμως τις δύο βασικές εκδοχές ως προς το πώς και γιατί εξελίχτηκαν έτσι τα πράγματα, τις εκδοχές της ενάγουσας και του ΜΥ1 δηλαδή, διαπιστώνεται ότι σε αντίθεση με την εκδοχή του δεύτερου, η εκδοχή της ενάγουσας δημιουργεί κάποια ουσιαστικά ερωτηματικά. Εξηγώ. Αν κάποιος διεξέλθει προσεκτικά της εκδοχής της ενάγουσας σε σχέση με το τι έγινε στο γραφείο του ΜΥ1, ήτοι τα όσα η πρώτη ανέφερε κατά τη μαρτυρία της αλλά και στις «απαντητικές» επιστολές που έστειλε στις 17/12/2012 και 28/12/12 (Τεκ.2 και 3), θα αποκομίσει την εντύπωση ότι η εναγόμενη, η οποία υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με την ίδια την ενάγουσα «.ήταν η ίδια μπροστά εκείνην την ώρα.», όχι μόνο παρέμεινε ουσιαστικά αμέτοχη καθ' όλη την έντονη συζήτηση που γινόταν αναφορικά με το πρόσωπο της - «.είπε τους λόγους που δεν έκανε μεταπτυχιακό.είπε κάποια πράγματα η κοπέλα τέλος πάντων.» - αλλά και ότι ο ΜΥ1 ουσιαστικά αποφάσισε να «προασπιστεί» την εναγόμενη χωρίς αυτή να είχε εκφράσει οποιοδήποτε παράπονο προς την ενάγουσα - «.κάλεσα την ίδια ενώπιον του διευθυντή να δηλώσει αν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο πίστευε ότι θα ήθελα να την εκδικηθώ αλλά αυτή δεν απάντησε» (Τεκ.2). Αν δεν είχε όμως προηγηθεί κάποιας μορφής αντιπαράθεση μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης ως προς το κατά πόσο ήταν δίκαιο ή άδικο για την τελευταία να λάβει «αύξηση» της βαθμολογίας της, ως ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι έγινε, τότε πώς μπορεί να εξηγηθεί λογικά η ιδιαίτερα έντονη συζήτηση που είναι παραδεκτό ότι έγινε στο γραφείο του ΜΥ1 αναφορικά με αυτό ακριβώς το θέμα και δη στην παρουσία της εναγόμενης. Άλλωστε, γιατί η ενάγουσα να νιώσει την ανάγκη να συζητήσει έντονα μπροστά από την εναγόμενη ότι «. εγώ ένιωθα άδικο να βάλω 9 σε έναν καθηγητή που έχει διδακτορικό, έχει συγγραφικό έργο, έχει δημοσιεύσεις, κάνει επιμορφωτικά σεμινάρια ο ίδιος και εφάρμοζε στην πράξη την παιδαγωγική και επιστημονική του κατάρτιση και να εισηγηθώ το ίδιο και σε μια καθηγήτρια που δεν είχε τίποτε από όλα αυτά.Εάν ήμουν άδικη κτλ, θα εισηγούμουν 9 στους εκπαιδευτικούς που έχουν...που πληρούν και τα 8 κριτήρια στον πρώτο τομέα, τα έχω μαζί μου τα 8 κριτήρια και θα εισηγούμουν και 9 στην Εναγόμενη που δεν πληρούσε κανένα από τα
- Θα ήταν αυτό έντιμο; Θα ήταν αυτό αξιοκρατικό; Δεν θα ήταν ισοπεδωτικό, ανέντιμο και μη αξιοκρατικό.», αν η εναγόμενη δεν είχε αναφέρει ποτέ ότι ένιωθε να αδικείται με το 8 και το 38 αλλά και το γιατί ένιωθε έτσι; Και πολύ περισσότερο όμως, πώς μπορεί να σταθεί στη βάσανο της λογικής ότι ενώ στην παρουσία της εναγόμενης λάμβανε χώρα μια έντονη συζήτηση με το ΜΥ1 για το τι ήταν δίκαιο και τι άδικο αυτή να λάβει ως βαθμολογία, εντούτοις αυτή, η εναγόμενη δηλαδή, δεν είχε τίποτα «να δηλώσει» προς υποστήριξη των όσων έλεγε εκ μέρους της ο ΜΥ1 παρά μόνο «.τους λόγους που δεν έκανε μεταπτυχιακό.είπε κάποια πράγματα η κοπέλα τέλος πάντων.». Ποιο λόγο άλλωστε είχε ο ΜΥ1 να υποστηρίξει ότι η ενάγουσα αδικούσε την εναγόμενη αν η τελευταία δεν είχε κανένα τέτοιο παράπονο; Η θέση ότι «.ένας διευθυντής σε ένα σχολείο θα προτιμήσει να τα έχει καλά και να βοηθήσει τη βοηθό διευθύντρια παρά την επιθεωρήτρια σε μια υπόθεση.» που υπεβλήθη στο ΜΥ1 κατά την αντεξέταση του δεν μπορεί να σταθεί στη βάσανο της λογικής, ιδιαίτερα όταν ο ισχυρισμός που πρόβαλε η ενάγουσα ήταν ότι ενώπιον του ΜΥ1 η εναγόμενη δεν είχε κανένα παράπονο να δηλώσει. Με άλλα λόγια, από την επί του προκειμένου εκδοχή της ενάγουσας προκύπτουν τέτοια ουσιώδη ερωτηματικά που δεν μπορεί παρά να δημιουργείται μια έντονη αμφιβολία για το αξιόπιστο της εκδοχής αυτής. Αντιθέτως, η εκδοχή που πρόβαλε ο ΜΥ1 σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα ήταν και λεπτομερής αλλά και λογική και πιστευτή υπό τις περιστάσεις. Την υπενθυμίζω: «.ελέχθηκαν πάρα πολλά μεταξύ των δύο κυρίων για την υπηρεσία που είχαν στο λύκειο XXXXX, ελέχθηκαν πράγματα που δεν έπρεπε να λεχθούν κατά την ταπεινή μου άποψη και αναγκάστηκα να παρέμβω και να πω στην κυρία Παπαγιάννη ότι δεν έπρεπε να ασχοληθούν με όλα αυτά και να δουν την αξιολόγηση της συνάδελφου την τελευταία διετία που ήταν το επίμαχο θέμα.να λέει η κυρία Παπαγιάννη ότι "Ήσουν η ευνοούμενη της Σέπου.Μετά η κυρία Χειμωνίδου είπε στην κυρία Παπαγιάννη ότι συνέχεια της έκανε επιθέσεις στο σχολείο.Ελέχθηκαν και γεγονότα που γίναν σε ένα συνέδριο. Αυτά τα άκουα από τις δύο..Στην παρουσία μου, στο γραφείο μου. Αναγκάστηκα να πω στην κυρία Παπαγιάννη ότι δεν έπρεπε να αναφέρει το γεγονός ότι θα άφηνε 38 τη βαθμολογία.» Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι δεν μπορώ να αποδεχτώ ούτε τη θέση της ενάγουσας ότι όταν ο ΜΥ1 τη χαρακτήρισε ως εκδικητική, αυτό το είχε πράξει κάτω από συνθήκες που στη συνέχεια τον έκαμαν να της πει ότι είχε λάθος και να της απολογηθεί. Αυτό όχι μόνο γιατί, όπως εξήγησα, η εκδοχή της ενάγουσας επί της ουσίας της προβάλλει τρωτή, αλλά και διότι την περί του αντιθέτου κατηγορηματική θέση του ως προς το ότι η κατ' ισχυρισμό απολογία του συνιστά «.βάναυση παραποίηση και διαστρέβλωση της αλήθειας.» και ότι «.απολογείται κάποιος όταν αναγνωρίζει ότι διέπραξε σφάλμα. Στην περίπτωση αυτή δεν τίθεται καθόλου έτσι ζήτημα για τον εαυτό μου», ο ΜΥ1 την εξέφρασε ευθύς εξ' αρχής και γραπτώς σύντομα μετά τα επίδικα γεγονότα (Τεκ.9) αλλά και την επανέλαβε και κατά την ακρόαση, όταν δηλαδή είχε ήδη αφυπηρετήσει από την υπηρεσία και κανένα λόγο δεν είχε πλέον για να βοηθήσει την εναγόμενη. Το αναφέρω αυτό διότι η θέση που είχε υποβληθεί στο ΜΥ1 κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της ενάγουσας ήταν ότι επειδή κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτός ήταν διευθυντής της εναγόμενης, «.προτιμούσατε σε εισαγωγικά "να έχετε την κκελέ σας ήσυχη" με τη βοηθό σας διευθύντρια παρά να την κακοφανίσετε.» Κοντολογίς, στα βάση των πιο πάνω αποδέχομαι ως πλήρως αξιόπιστη την εκδοχή του ΜΥ1 ως προς το τι έλαβε χώρα στο γραφείο του κατά τον ουσιώδη χρόνο και στη βάση αυτής της αξιόπιστης εκδοχής προβαίνω σε περαιτέρω ανάλογα ευρήματα. Των πιο πάνω λεχθέντων, επισημαίνω ότι τα ευρήματα στα οποία προβαίνω στη βάση της εκδοχής του ΜΥ1 αφορούν μόνο στα γεγονότα της υπόθεσης και όχι ότι το συμπέρασμα του τελευταίου ότι η ενάγουσα ήταν προκατειλημμένη και εκδικητική απέναντι στην ενάγουσα, ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αυτό γιατί η αποδοχή της εκδοχής του ΜΥ1 ως προς τα γεγονότα καταδεικνύει απλά το ποια ήταν η εντύπωση που ο μάρτυρας είχε αποκομίσει από την επίμονη άρνηση της ενάγουσας ν' αυξήσει τη βαθμολογία της εναγόμενης επικαλούμενη ουσιαστικά λόγους αδικίας, εντύπωση η οποία, αν και λαμβάνεται υπόψη, δεν συνεπάγεται αυτόματα και ότι η εναγόμενη απέδειξε ότι πραγματικά «δεν αξιολογήθηκε αμερόληπτα και αντικειμενικά» διότι η ενάγουσα είχε «προκατάληψη...προς το πρόσωπο της...» και «εκδικητική διάθεση απέναντί της». Άλλωστε, όπως και ο ίδιος ο ΜΥ1 ανέφερε, «Αυτό εννοώ ότι είδα μια μεγάλη διαφορά αντισυναδελφική αλληλεγγύη.δες τι έκανε τις δύο επισκέψεις σου στο μάθημα και κρίνε τη συνάδελφο, τη διδακτική της ικανότητα και όλα τα σχετικά. Το τι προηγήθηκε και αν ήταν ευνοούμενη ας το κρίνουν, δεν ξέρω εγώ.Εκείνοι που ήταν οι προηγούμενοι.» Και δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει εδώ ότι τη δεδομένη στιγμή, τόσο ο ΜΥ1 όσο και η εναγόμενη είχαν την άποψη ότι αν και οι εκπαιδευτικοί βαθμολογούνται για την εικόνα που έδειξαν κατά τη συγκεκριμένη σχολική χρονιά που αξιολογούνται, εντούτοις, εφόσον ένας εκπαιδευτικός μόνο καλύτερος μπορεί να είναι σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά αξιολόγησης του και ποτέ ο ίδιος ή λιγότερο καλός, η βαθμολογία ενός εκπαιδευτικού μόνο «προς τα πάνω» μπορεί να πηγαίνει κάθε χρονιά[11]. Συνεπώς, έστω και αν ένας σημαντικός αριθμός εκπαιδευτικών μπορεί να συμμερίζεται τη γενικότερη άποψη που η εναγόμενη και ο ΜΥ1 είχαν για το θέμα της αξιολόγησης καθηγητών και έστω και αν η άποψη αυτή δικαιολογεί το γιατί ο ΜΥ1 και η εναγόμενη απεκόμισαν την εντύπωση ότι η ενάγουσα αξιολογούσε την τελευταία με προκατάληψη και εκδικητική διάθεση επειδή αρνείτο επίμονα ν' αυξήσει τη βαθμολογία επικαλούμενη λόγους αδικίας, αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι καταδεικνύεται άνευ ετέρου και ως γεγονός, ότι η ενάγουσα όντως αξιολόγησε την εναγόμενη μεροληπτικά. Άλλωστε, κανένας δεν θεώρησε ως ένδειξη προκατάληψης το ότι η αξιολόγηση της εναγόμενης «ξεκίνησε» με δεδομένο ότι κανένας εκπαιδευτικός δεν μπορεί να είναι τόσο εξαίρετος ώστε να δικαιούται να λάβει 40/40, κάτι το οποίο στα μάτια οποιουδήποτε άλλου μέσου λογικού ανθρώπου θα πρόβαλλε να είναι κάτι το εντελώς αυθαίρετο. Το ερώτημα λοιπόν που προχωρώ να εξετάσω είναι το αν για σκοπούς της υπεράσπισης της αλήθειας, η εντύπωση που διαπιστώθηκε να είχε δημιουργήσει η στάση της ενάγουσας, όπως τη στάση αυτή την περιέγραψε ο ΜΥ1, αντικατοπτρίζεται ως γεγονός, όπως δηλαδή δηλώνεται στην επίδικη επιστολή, και στον τρόπο με τον οποίο αυτή βαθμολόγησε την εναγόμενη. Αν δηλαδή η ενάγουσα όντως δεν βαθμολόγησε την εναγόμενη με τον τρόπο που και ο ΜΥ1 επεσήμανε - «.δες τι έκανε τις δύο επισκέψεις σου στο μάθημα και κρίνε τη συνάδελφο, τη διδακτική της ικανότητα και όλα τα σχετικά. Το τι προηγήθηκε και αν ήταν ευνοούμενη ας το κρίνουν, δεν ξέρω εγώ.οι προηγούμενοι.». Για το θέμα αυτό η πλευρά της εναγόμενης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι εν τέλει η ένσταση της τελευταίας έγινε αποδεχτή από το ΓΕΜΕ οπόταν και αυξήθηκε η βαθμολογία που της είχε δοθεί στη βάση της κατ' ισχυρισμό προκατειλημμένης εισήγησης της ενάγουσας (Τεκ.14). Παρά όμως το ότι η εναγόμενη υποστήριξε μέσω της Γ/Δ που υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της ότι «.η δικαίωση αυτή.φανερώνει το αληθές των ισχυρισμών μου και παράλληλα αποδεικνύει ότι η στάση και η συμπεριφορά της ενάγουσας προς το πρόσωπο μου ήταν και εξακολουθεί να είναι άδικη και εσφαλμένη.» (βλ. παρ.43 Έγγραφο Β), εντούτοις τα όσα αναφέρονται στη συγκεκριμένη απόφαση του ΓΕΜΕ δεν υποστηρίζουν ένα τέτοιο συμπέρασμα. Αυτό γιατί σύμφωνα με τη σχετική απόφαση Τεκ.14, η ένσταση της εναγόμενης δεν πέτυχε γιατί διαπιστώθηκε ότι η εναγόμενη «.έτυχε μη αντικειμενικής αξιολόγησης.», ως ήταν ο «λόγος ένστασης» υπ.αρ.1 στην επίδικη επιστολή, αλλά διότι «.αποφασίστηκε να αναβαθμολογηθεί το σημείο Ι (Επαγγελματική Κατάρτιση) από 8 σε 9 λόγω του ότι έχετε προσκομίσει νέα στοιχεία..» (έμφαση δική μου), ως ήταν δηλαδή οι «λόγοι ένστασης» 2 -
- Με άλλα λόγια, έστω και αν κατά την ακρόαση η ενάγουσα αμφισβήτησε την ορθότητα της επί του προκειμένου κρίσης του κλιμακίου και του ΓΕΜΕ, η πραγματικότητα είναι ότι ο λόγος που πέτυχε η ένσταση της εναγόμενης είναι διότι κρίθηκε, καλώς ή κακώς, ότι με την ένσταση παρουσιάστηκαν «νέα στοιχεία», δηλαδή στοιχεία που δεν είχαν τεθεί ούτε ενώπιον του ΓΕΜΕ αλλά ούτε και ενώπιον του κλιμακίου στο οποίο συμμετείχε η ενάγουσα κατά την πρώτη βαθμολόγηση της εναγόμενης. Ούτε λίγο ούτε πολύ δηλαδή, από την απόφαση που η ίδια η εναγόμενη επικαλείται, καταδεικνύεται ότι ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένο με βάση τα δεδομένα που υφίσταντο τότε ενώπιον της ενάγουσας και του κλιμακίου, να βαθμολογηθεί η εναγόμενη με 8 αντί 9 στο πρώτο κριτήριο, έστω και αν η ενάγουσα θεωρούσε την επί του προκειμένου εισήγηση της σωστή και για διάφορους άλλους δικούς της λόγους, όπως π.χ. ότι άδικα μέχρι τότε η εναγόμενη λάμβανε τις βαθμολογίες που λάμβανε. Υπενθυμίζω εδώ ότι το ζητούμενο με βάση το περιεχόμενο της επίδικης επιστολής δεν είναι το αν η ενάγουσα είχε ή όχι τις δικές της προσωπικές απόψεις για την εναγόμενη ή το αν η κατάσταση πραγμάτων που υφίστατο τη δεδομένη στιγμή τύχαινε να «ικανοποιεί» ταυτόχρονα και αυτές τις προσωπικές απόψεις που είχε η ενάγουσα. Αντιθέτως, το ζητούμενο με βάση το περιεχόμενο της επίδικης επιστολής είναι το κατά πόσο ήταν αποκλειστικά στη βάση των προσωπικών της απόψεων που η ενάγουσα αξιολόγησε την εναγόμενη και αυτό είναι κάτι που δεν προκύπτει να ισχύει με βάση την απόφαση της 14/01/13 που η ίδια η εναγόμενη επικαλέστηκε. Κρίνω συνεπώς ότι από τη προσκομισθείσα μαρτυρία, έστω και αν διαπιστώνεται ότι η στάση της ενάγουσας κατά την αξιολόγηση της εναγόμενης ήταν τέτοια που όντως έδινε την εντύπωση προκατειλημμένου και εκδικητικού προσώπου, εντούτοις δεν έχει καταδειχθεί από την εναγόμενη στον απαιτούμενο βαθμό ότι είναι αλήθεια ότι η ενάγουσα δεν την αξιολόγησε «αμερόληπτα και αντικειμενικά.» λόγω προκατάληψης και εκδικητικής διάθεσης «προς το πρόσωπο της», ως δηλώνεται στην επίδικη επιστολή ότι έγινε ως γεγονός. Υπενθυμίζω ότι η εναγόμενη δεν προβάλλει την υπεράσπιση του έντιμου σχολίου αλλά της αλήθειας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους επομένως, κρίνω ότι η υπεράσπιση της αλήθειας δεν μπορεί να επιτύχει για οποιαδήποτε από τις δημοσιεύσεις της επίδικης επιστολής. Παραμένει τώρα να εξεταστεί η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη του αρ.21 Κεφ.
- Υπεράσπιση Προνομίου υπό επιφύλαξη - αρ.21 Κεφ.148 Επί του συγκεκριμένου θέματος δεν προτίθεμαι να επεκταθώ ιδιαίτερα, διότι με βάση τα όσα έχω διαπιστώσει ανωτέρω αναφορικά με τους λόγους και την αναγκαιότητα δημοσίευσης της επίδικης επιστολής, αφ' ενός στο ΓΕΜΕ και αφ' ετέρου στην ΟΕΛΜΕΚ, προκύπτει ότι σε αντίθεση με την πρώτη περίπτωση, όπου η συγκεκριμένη δημοσίευση δύναται να ενταχθεί σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που προνοούνται στις υποπαραγράφους (α), (β), (γ) και (δ) του αρ.21
(1)Κεφ.148[12], η δημοσίευση προς την ΟΕΛΜΕΚ, και «υπερβαίvει τo εύλoγα επαρκές υπό τις περιστάσεις» αλλά και κανένα αμοιβαίο ηθικό, νομικό ή κοινωνικό καθήκον δεν εξυπηρετούσε, ούτε και η εν λόγω Οργάνωση είχε οποιαδήποτε εξουσία ή καθήκον να επιληφθεί των όσων αναφέρονταν στην επίδικη επιστολή. Ενόψει λοιπόν της διαπίστωσης ότι μόνο για τη δημοσίευση προς το ΓΕΜΕ θα μπορούσε η εναγόμενη να επικαλεστεί την υπεράσπιση του αρ.21, το επόμενο ερώτημα θα ήταν αν για τη συγκεκριμένη δημοσίευση η ενάγουσα έχει καταδείξει ότι η εναγόμενη δεν ενήργησε με καλή πίστη, ως το αρ.21
(2)προνοεί[13]. Και γι' αυτό το θέμα όμως δεν προτίθεμαι να επεκταθώ ιδιαίτερα διότι υπό το φως του ότι με τη συγκεκριμένη δημοσίευση η εναγόμενη άσκησε νόμιμα και νομότυπα ένα δικαίωμα που της παρείχε η νομοθεσία, ενώ την ίδια στιγμή τελούσε, για τους λόγους που έχω εξηγήσει κατά τη συζήτηση της υπεράσπισης της αλήθειας ανωτέρω, υπό την εντύπωση ότι δεν είχε αξιολογηθεί αμερόληπτα και αντικειμενικά, καμία από τις περιπτώσεις του αρ.21
(2)δεν καταδεικνύεται να ισχύει στον απαιτούμενο βαθμό. Η υπεράσπιση επομένως του προνομίου υπό επιφύλαξη θα πετύχαινε μόνο σε σχέση με τη δημοσίευση της επίδικης επιστολής προς το ΓΕΜΕ. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω λοιπόν, το καταληκτικό συμπέρασμα είναι ότι στο βαθμό που η αγωγή εδράζεται στην αποστολή της επίδικης επιστολής στα μέλη της εκπαιδευτικής υπηρεσίας που ο Κ.22 αναφέρει αυτή δεν μπορεί να επιτύχει διότι η συγκεκριμένη δημοσίευση δεν κρίνεται δυσφημιστική για την ενάγουσα ενώ ακόμη και να ήταν δυσφημιστική, θα καλύπτετο πλήρως από τις υπερασπίσεις του απόλυτου και του υπό επιφύλαξη προνομίου, όχι όμως και της αλήθειας. Στο βαθμό τώρα που η αγωγή εδράζεται στην αποστολή της επίδικης επιστολής προς την ΟΕΛΜΕΚ, η συγκεκριμένη δημοσίευση κρίνεται ότι έχει δυσφημήσει την ενάγουσα και καμία από τις προβαλλόμενες υπερασπίσεις δεν μπορεί να την καλύψει. Δικαιούται λοιπόν η ενάγουσα σε κάποια μορφή αποζημίωσης από την εναγόμενη σε σχέση με τη δυσφήμηση που της έγινε προς την ΟΕΛΜΕΚ. Αποζημιώσεις Οι αρχές που περιβάλλουν το θέμα των αποζημιώσεων σε υποθέσεις δυσφήμησης έχουν πρόσφατα συνοψιστεί με περισσή επάρκεια από το Ανώτατο Δικαστήριο στο ότι «.το μέτρο των αποζημιώσεων σε υποθέσεις δυσφήμισης συναρτάται με τη συμπεριφορά του ενάγοντα, τη θέση του στην κοινωνία, τη φύση της δυσφήμισης και τον τρόπο και την έκταση της. Λαμβάνεται επίσης υπόψιν η συμπεριφορά του εναγομένου από την ώρα που το λιβελλογράφημα δημοσιεύθηκε μέχρι την ημέρα που εκδίδεται η υπόθεση. Η απόσυρση του λιβελλογραφήματα ή η απολογία συνιστούν επίσης παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν.» (βλ. ΚΟΥΛΙΑΣ v. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ, Πολιτική Έφεση αρ. 79/20, 16/11/2021 ECLI:CY:AD:2021:A513 και τις αναφορές που εκεί γίνονται μεταξύ άλλων στις Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Νικολάου
(1993)1 ΑΑΔ 285 και Χατζηπαναγιώτου ν. Δρουσιώτη κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 1321[14]). Επισημαίνω λοιπόν ότι στην παρούσα υπόθεση, όπως έχω ήδη αναφέρει, από τις 05/10/12 που δυσφημίστηκε η ενάγουσα και για τα επόμενα 8 περίπου χρόνια, ήτοι μέχρι και το 2020 που αυτή αφυπηρέτησε, καμιά πειθαρχική διαδικασία ή τιμωρία δεν υπέστη στη βάση των όσων αναφέρονταν στην επίδικη δυσφημιστική επιστολή, ούτε και στερήθηκε οποιουδήποτε δικαιώματος είχε ως επιθεωρήτρια μέσης εκπαίδευσης λόγω του δυσφημιστικού περιεχομένου της επίδικης επιστολής. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι «έχασε προαγωγές» λόγω του ότι «.. Μετά από το 2014 τα υπόλοιπα χρόνια δημιουργήθηκαν πάρα πολλές ευκαιρίες, γιατί άλλοι πρώτοι λειτουργοί, αν το θυμάστε είχαν φύγει πολύ πρόωρα και άλλοι λόγω ηλικίας και υπήρχαν πάρα πολλές κενές θέσεις. Έχοντας αυτό το πράγμα να επικρέμεται από πάνω μου ως αλώβητο σπαθί, έχοντας αυτήν την καταγγελία, την επιστολή, όπως θέλετε πείτε το, δεν μπορούσα να προχωρήσω σε πρώτο λειτουργό. Εκεί αυτοί που θα έκαναν τη συνέντευξη θα ήταν αυτοί που με δίκαζαν ας το πούμε..», όχι μόνο είναι ένας άστοχος ισχυρισμός εφόσον καμία πειθαρχική διαδικασία ή τιμωρία αυτή δεν υπέστη αλλά είναι ουσιαστικά και ένας καθαρά θεωρητικός ισχυρισμός, αφού ούτε καν μαρτυρία προσκομίστηκε που να υποδηλοί ότι υπό κανονικές συνθήκες αυτή θα δικαιούτο σε κάποια προαγωγή. Όσον αφορά τώρα την κατ' ισχυρισμό ζημιά στη φήμη και στην υπόληψη της ενάγουσας, η τελευταία ισχυρίστηκε τα εξής: «.Αυτό το πράγμα μου προκάλεσε μεγάλη ζημιά, γιατί η ΟΕΛΜΕΚ επικοινώνησε με τη διευθύντρια μέσης, όπως μου είπε η ίδια, με τη διευθύντρια στο γραφείο της, όταν με κάλεσε γι' αυτό το θέμα και μου ζήτησαν να αποσύρω την απαντητική επιστολή μου, τις απόψεις μου δηλαδή, που απαντούσαν ένα προς ένα τα σημεία που έθιγε η Εναγόμενη στην καταγγελία της. Γιατί μου είπαν σε διαφορετική περίπτωση εάν δεν απέσυρα τις απόψεις μου, η ΟΕΛΜΕΚ θα ζητήσει από την ειδικότητα των αγγλικών, τα μέλη της, μιλάμε για 500 άτομα, να μην με δέχονται για επιθεώρηση στην τάξη. Εγώ όπως ήταν φυσικό, αφού έλεγα την αλήθεια και μόνο την αλήθεια στην επιστολή μου, δεν απέστειλα την επιστολή, δεν απέσυρα τις απόψεις μου. Και επειδή υπήρχε κίνδυνος να μην μπουν στον φάκελο, γιατί όπως μου είπε η διευθύντρια δεν θα μπουν, την έστειλα ξανά την ίδια επιστολή μέσω δικηγόρου. Επειδή πάλι δεν μπορούσα να πείσω κανέναν ότι αυτά που λέω είναι αλήθεια αν δεν είχα κάποιο τεκμήριο στα χέρια μου, έστειλα επιστολή στη γενική διευθύντρια του Υπουργείου Παιδείας, πληροφορώντας την για την απειλή που δέχτηκα από τη διευθύντρια μέσης να αποσύρω τις απόψεις μου, γιατί δεν θα με δέχονταν οι καθηγητές στην τάξη. Εγώ φυσικά δεν την απέσυρα και είπα ό,τι κόστος και να έχω δεν μπορώ να αρνηθώ να λέω την αλήθεια.Σας διαβεβαιώ ότι η ζημιά που έχω υποστεί είναι δυστυχώς μη αναστρέψιμη, γιατί έχω αφυπηρετήσει και δεν θα έχω ποτέ μα ποτέ την ευκαιρία πια να αποκαταστήσω την υπόληψή μου.η ένσταση μόλυνε σε κάποιον βαθμό το περιβάλλον μου. Και στο Υπουργείο και στα σχολεία. Δεν ήταν πια παρθένο το έδαφος για εμένα ούτε στο Υπουργείο δεν ήταν παρθένο, γιατί εγώ έκανα τη δουλειά μου, όπως την έκανα πάντα σωστά. Αλλά σε σχέση με την ένσταση, ναι, κλήθηκα στα γραφεία και του γενικού επιθεωρητή και της διευθύντριας μέσης, για να τύχω εμπαιγμού και χλευασμού κατά την άποψη μου. Γιατί αυτά που μου έλεγαν ότι η ΟΕΛΜΕΚ δεν θα επιτρέπει στους καθηγητές να τους επιθεωρώ, τι να σας πω, ήταν η πιο τραυματική εμπειρία που είχα μετά την Τουρκική εισβολή.Περάσαν όλα αυτά τα χρόνια και εγώ να δίνω την προσωπική μου μάχη στα σχολεία καθημερινά, γιατί είχα την απειλή από την ΟΕΛΜΕΚ μέσω της διευθύντριας μέσης ότι δεν θα με δέχονται οι καθηγητές και έπρεπε να δικαιολογώ τον εαυτό μου καθημερινά στον κάθε διευθυντή, στον κάθε εκπαιδευτικό, δεν ήξερα ποτέ, ποτέ αυτά τα χρόνια τι θα αντιμετωπίσω. Θα με δεχτούν οι καθηγητές, δεν θα με δεχτούν, θα κάτσουν να με ακούσουν; Η ζημιά που έχω πάθει είναι πιστέψετε με μη αναστρέψιμη και είναι δύο ειδών και ψυχολογική και οικονομική. Αυτή είναι η ουσία του πράγματος και ας πάψουμε να διυλίζουμε τον κώνωπα.» Ενώ όμως το επί του προκειμένου παράπονο της ενάγουσας εδράζεται ουσιαστικά στην αντίδραση που κατά την τελευταία είχαν σε σχέση με το όλο θέμα η Διευθύντρια Μέσης Εκπαίδευσης (ΔΜΕ) και η ΟΕΛΜΕΚ, από τη μαρτυρία της ιδίας, της ενάγουσας δηλαδή, προκύπτει ότι οι συγκεκριμένες αντιδράσεις δεν ήταν απόρροια των όσων αναφέρονταν στην επίδικη επιστολή αλλά αποκλειστικά της ενέργειας της να «απαντήσει» στην επίδικη επιστολή χωρίς να της παρέχεται τέτοιο δικαίωμα από τους Κανονισμούς και της επίσης αντικανονικής επίμονης απαίτησης της όπως η απάντηση της τεθεί μόνιμα στο φάκελο της εναγόμενης - «.η ΟΕΛΜΕΚ επικοινώνησε με τη διευθύντρια μέσης . και μου ζήτησαν να αποσύρω την απαντητική επιστολή μου, τις απόψεις μου δηλαδή.Γιατί μου είπαν σε διαφορετική περίπτωση εάν δεν απέσυρα τις απόψεις μου, η ΟΕΛΜΕΚ θα ζητήσει από την ειδικότητα των αγγλικών, τα μέλη της.να μην με δέχονται για επιθεώρηση στην τάξη. Εγώ όπως ήταν φυσικό, αφού έλεγα την αλήθεια και μόνο την αλήθεια στην επιστολή μου, δεν απέστειλα την επιστολή, δεν απέσυρα τις απόψεις μου. Και επειδή υπήρχε κίνδυνος να μην μπουν στον φάκελο, γιατί όπως μου είπε η διευθύντρια δεν θα μπουν, την έστειλα ξανά την ίδια επιστολή μέσω δικηγόρου.Εγώ φυσικά δεν την απέσυρα και είπα ό,τι κόστος και να έχω δεν μπορώ να αρνηθώ να λέω την αλήθεια.». Και σίγουρα δεν θα μπορούσε εδώ ν' αγνοηθεί ότι στο τέλος, ούτε η ΔΜΕ αλλά ούτε και η ΟΕΛΜΕΚ φαίνεται να ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με το όλο θέμα και αυτό αφ' ενός διότι δεν φαίνεται να εκδόθηκε ποτέ οποιαδήποτε οδηγία προς τους καθηγητές αγγλικών να μην δέχονται την ενάγουσα στις τάξεις τους για σκοπούς επιθεώρησης[15] και αφ' ετέρου διότι αν δεν ήταν για το αίτημα που υπέβαλε η εναγόμενη για εξαίρεση της ενάγουσας από την αξιολόγηση της για την επόμενη σχολική χρονιά, η Διεύθυνση Μέσης Εκπαίδευσης φαίνεται ότι προτίθετο ν' αναθέσει και πάλι το εν λόγω καθήκον στην ενάγουσα (βλ. Τεκ.16). Κοντολογίς, από την προσκομισθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι όχι μόνο δεν έπαθε καμία ειδική ή ουσιαστική ζημιά η ενάγουσα συνεπεία της επίδικης δυσφημιστικής δημοσίευσης προς την ΟΕΛΜΕΚ, αλλά ακόμη και αυτή η ζημιά που ισχυρίζεται ότι υπέστη στη φήμη και στην υπόληψη της, η ζημιά αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο στις ενέργειες που η ίδια έκαμε μετά την επίδικη δημοσίευση και όχι σ' αυτή καθ' αυτή τη δημοσίευση. Το αναφέρω τούτο επισημαίνοντας ταυτόχρονα και το ότι στο τέλος της ημέρας, η συγκεκριμένη ζημιά που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι υπέστη, όχι μόνο δεν είναι ουσιαστική αλλά και φαίνεται να είναι περισσότερο θέμα προσωπικής υπερευαισθησίας της παρά οτιδήποτε άλλο. Στα πιο πάνω θα πρέπει τέλος να συνυπολογιστούν και τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω αναφορικά με την εντύπωση που έδωσε στην εναγόμενη η όλη στάση και η συμπεριφορά της ενάγουσας, στοιχείο το οποίο καταδεικνύει κατά την άποψη μου ότι η εναγόμενη δεν ενήργησε με κακοβουλία ή με πρόθεση να βλάψει την ενάγουσα ως αντίθετα ισχυρίστηκε η τελευταία και το αναφέρω τούτο μη παραγνωρίζοντας και ότι η εναγόμενη επικαλέστηκε ανεπιτυχώς την υπεράσπιση της αλήθειας (βλ. Γαληνιώτης ανωτέρω). Υπό το φως των πιο πάνω λοιπόν και με γνώμονα τις σχετικές νομικές αρχές, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις δικαιούται να λάβει (βλ. Τ.Μ.Ρ. Agents ν. Saba Co. (TMP),
(2007)1 Α.Α.Δ. 448). Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης για ονομαστικές αποζημιώσεις ανερχόμενες στο ποσό των €170 (βλ. T.M.P Agents ανωτέρω). Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, λαμβανομένου υπόψη ότι για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω, ένα σημαντικό μέρος των ισχυρισμών της ενάγουσας έχει απορριφθεί, ενώ για τους ισχυρισμούς της που πέτυχαν, μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις έχουν επιδικασθεί υπέρ της, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή (βλ. Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 1083, Χριστοφόρου Χαράλαμπος ν. Ευριπίδη Ρούμπα
(2010)1 ΑΑΔ 754) και Παπακόκκινου κ.ά. ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379). (Υπ.) ............ Πιστό Αντίγραφο Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α Θέμα: Ένσταση για τη βαθμολογία της κας XXXXX Χειμωνίδου για τη -Σχολική Χρονιά 2011-2012 Έχω εντολή από την πελάτισσά μου κα XXXXX Χειμωνίδου, Π.Μ.Π XXXXX Βοηθό Διευθύντρια με ειδικότητα στα Αγγλικά, Λύκειο XXXXX, να αναφερθώ στο πιο πάνω θέμα και να σας μεταφέρω την ένσταση της με βάση τον Κανονισμό 22 σχετικά με τη βαθμολογία της για τη σχολική χρονιά 2011-2012, στο κριτήριο αξιολόγησης «Επαγγελματική Κατάρτιση» (Επιστημονική Παιδαγωγική), όπου έτυχε βαθμολογία 8/
- Παρακαλώ όπως τύχει επανεξέτασης γιατί η πελάτισσα μου θεωρεί άδικη σε σχέση με την καθ' όλα προσφορά της. H ένσταση της στηρίζεται στους πιο κάτω λόγους:
- Η πελάτισσά μου πιστεύει ότι έτυχε μη αντικειμενικής αξιολόγησης λόγω του ότι αξιολογών λειτουργός είναι η κα XXXXX Παπαγιάννη με την οποία η πελάτισσά μου είχε συνεργαστεί στο παρελθόν στο Λύκειο του XXXXX ως καθηγήτριες Αγγλικών και οι δύο. Η συνεργασία όμως δεν ήταν καλή και υπήρξαν προστριβές μεταξύ τους χωρίς ευθύνη της πελάτισσας μου, με αποτέλεσμα έκτοτε να υπάρχει προκατάληψη της κας Παπαγιάννη προς το πρόσωπο της πελάτισσας μου. Συνέπεια αυτής ακριβώς της προκατάληψης είναι και η χαμηλή βαθμολογία κατά την έκθεσή της για τη χρονιά 2011 -
- Υπήρξε μάλιστα και περιστατικό ενώπιον του Διευθυντή του σχολείου που καταδεικνύει ακριβώς ότι η έκθεσή της δεν είναι αμερόληπτη και αντιπροσωπευτική της αξίας της. Συγκεκριμένα, η κα Παπαγιάννη φρόντισε να ενημερώσει την πελάτισσά μου, μετά ακριβώς από τη δεύτερη επιθεώρηση ότι θα την αφήσει στάσιμη και θα επαναλάβει την προηγούμενη βαθμολογία της γιατί όπως της είπε είναι ευνοούμενη συγκριτικά με άλλους καθηγητές της ειδικότητας της, αφού στο παρελθόν έτυχε διπλής βαθμολογίας από 34 σε 36 και ότι η συνείδηση της, της επιβάλλει να μην δώσει βαθμό στο πρώτο σημείο αφού στα άλλα 3 σημεία οι βαθμοί είναι 10, για να άρει με αυτό τον τρόπο την αδικία που πιστεύει ότι έγινε εις βάρος άλλων συναδέλφων. Παρενέβη ο Διευθυντής και της είπε ότι αυτό είναι άδικο και ότι η πελάτισσά μου αξιολογείται για την τελευταία διετία και ότι o ίδιος θα έγραφε θετικά σχόλια και στα τέσσερα σημεία για να μπορέσει η πελάτισσα μου να τύχει βαθμού πάνω από 9 σ' όλα τα σημεία, όπως οι οδηγίες της προϊσταμένης αρχής. Τότε η κα Παπαγιάννη εισηγήθηκε στο Διευθυντή να δώσει μονάδα στο πρώτο σημείο, αλλά να αφαιρέσει μια μονάδα από οποιοδήποτε άλλο από τα τρία σημεία, για να παραμείνει το
- Αυτό και μόνο καταδεικνύει ότι η πελάτισσά μου δεν αξιολογήθηκε αμερόληπτα και αντικειμενικά. O Διευθυντής της είπε ότι αυτό δείχνει εκδικητική διάθεση απέναντι της και ότι είναι θέμα δικό της αν θα μειώσει επιμέρους βαθμολογία. Την ενημέρωσε ότι θα έπρεπε να γνωρίζει o Γ.Ε.Μ.Ε για τη διαφωνία τους και η κα Παπαγιάννη του είπε να κάνει ότι θέλει και ότι η ίδια θα έκανε ό,τι πίστευε ότι είναι σωστό. O Διευθυντής σας ενημέρωσε για όλα όσα συζητήθηκαν στο γραφείο του.
- Ειδικότερα για την αξιολόγηση τού πρώτου κριτηρίου λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα: - Τα τυπικά προσόντα του καθηγητή. - Παρακολούθηση των εξελίξεων του ιδιαίτερου κλάδου του στον επιστημονικό και τον παιδαγωγικό τομέα - Ικανότητα και βαθμός αξιοποιήσεως στην πράξη της επιστημονικής και παιδαγωγικής του κατάρτισης. .
- Είναι εκπληκτικό το ότι κρίθηκε άξια για βαθμολογία για οκτώ σε θέματα που έχει καταδείξει εξαίρετη προσφορά και επαγγελματική κατάρτιση όπως φαίνεται πιο κάτω. H πελάτισσά μου (α) Συμμετείχε σε πάρα πολλά σεμινάρια προαιρετικά του κλάδου της π.χ. (α) «Sharing Best Practices Among Colleagues», (β) «The Impact of Extensive Reading on Students' Interest, Habit and Enjoyment in Reading», (γ) «Peer Assessment and Self — Assessment» στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. (β)Συμμετείχε σε άλλα σεμινάρια που τη βοήθησαν στη διδασκαλία της στην τάξη όσο πρακτικά όσο και Θεωρητικά. Μερικά παραδείγματα (α) «Pilot course of CALL (Computer Assisted Language Learning) activities implemented within the framework of POOLS-2 (Producing Open Learning Systems)», (β) «Κριτική Σκέψη», (γ) «Αντιμετώπιση εφήβων λόγω οικογενειακών προβλημάτων», (δ) «Βία στην οικογένεια», (ε) «Επιληψία και Πρώτες Βοήθειες». (γ) Παρακολούθησε το πρόγραμμα Επιμόρφωσης Βοηθών Διευθυντών στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. (δ) Παρακολούθησε διήμερο σεμινάριο για τη χρήση του διαδραστικού πίνακα που παρουσίασε o καθηγητής, Άρης Τίρκας.
- Έλαβε μέρος ως υπεύθυνη καθηγήτρια σε έξι ημερίδες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο με ομάδα 30 μαθητών την κάθε φορά (2003, 2004, 2005, 2007, 2009 και 2012). Αυτό επιτεύχθηκε κατόπιν του διαγωνισμού «Euroscola» που πραγματοποιήθηκε ανάμεσα σε εκαντοτάδες ομάδες μαθητών από όλη την Ευρώπη (από 1517 ομάδες το σχολείο κατέλαβε την Θέση). Στις ημερίδες αυτές, καθηγητές και μαθητές συζητούσαν διάφορα Θέματα αποκτώντας πολλές γνώσεις και εμπειρίες. H προετοιμασία των μαθητών απαιτούσε πολλές ώρες προσωπικής έρευνας και μελέτης εκ μέρους της. Εσωκλείω συγχαρητήρια επιστολή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Στρασβούργό ως παράρτημα Α.
- Έλαβε μέρος, αρκετές φορές, στο διαγωνισμό «European Language Label» «Ευρωπαϊκή Διάκριση για τη Διδασκαλία και Εκμάθηση Γλωσσών» στο οποίο προετοίμασε τους μαθητές για τις «καινοτόμες πρωτοβουλίες στη διδασκαλία και εκμάθηση γλωσσών». Οι καινοτόμες ιδέες που είχε ως συντονίστρια αυτού του Ευρωπαϊκού προγράμματος απέφεραν στο σχολείο της το πρώτο βραβείο του διαγωνισμού, όλες τις φορές που συμμετείχαν. Το υλικό του προγράμματος (CDs, DVDs, φυλλάδιο εργασίας) χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο εκμάθησης από καθηγητές του λυκείου καθώς και καθηγητές Ξένων Γλωσσών άλλων λυκείων. Επίσης, η κ. Κάρνου, Επαρχιακός Επιθεωρήτρια Λευκωσίας, ακούγοντας για την επιτυχία της πελάτισσάς μου ως συντονίστρια της ζήτησε να της δώσει όλα τα CDs του διαγωνισμού για να τα παρουσιάσει στην Αυστρία σε σεμινάριο Πολυγλωσσίας με εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εάν η πελάτισσά μου δεν ήταν σωστά καταρτισμένη και ενημερωμένη πάνω στην ειδικότητά της δεν θα μπορούσε να επινοήσει και να χρησιμοποιήσει καινοτόμες προσεγγίσεις για τη διδασκαλία των Ξένων Γλωσσών που έφεραν τόσες φορές την πρωτιά στα σχολεία όπου υπηρέτησε. Εκτιμώντας τα προσόντα και τις ικανότητες της, η τότε επιθεωρήτρια της κα Προδρόμου και η πρώην διευθύντρια της την επέλεξαν για να παρουσιάσει δειγματικές διδασκαλίες σε ξένους εμπειρογνώμονες και Διευθυντές. Μια από αυτές τις δειγματικές ήταν το «Arion Study Visit» (12-16 Μαρτίου 2007) με θέμα «Innovations in the Teaching of Englίsh as a Foreign Language in Secondary Education» όπου παρευρέθηκαν 30 καλεσμένοι εμπειρογνώμονες.
- Συμμετείχε τέσσερις φορές στο πρόγραμμα MEDIMUN (Mediterranean Model United Nations) το οποίο είναι ένα μοντέλο λειτουργίας των επιτροπών των Ηνωμένων Εθνών. Στο πρόγραμμα έλαβαν μέρος όλα τα ιδιωτικά σχολεία παγκυπρίως και δύο σχολεία από το εξωτερικό. Το λύκειο που διδάσκει η κα Χειμωνίδου ήταν από τα λίγα δημόσια (2 στο σύνολο) που πήρε μέρος και κατάφερε να κερδίσει πολύ καλές κριτικές για το υψηλό επίπεδο Αγγλικών που διαθέτουν οι μαθητές. Γι' αυτό το διαγωνισμό χρειάστηκε από την κα Χειμωνίδου μεγάλη έρευνα σχετικά με τις χώρες — μέλη των Ηνωμένων Εθνών και την πολιτική τους ώστε να καθοδηγήσει σωστά τους μαθητές της. Οι αποφάσεις που λήφθηκαν για τα διάφορα Θέμα που συζητήθηκαν στα συνέδρια, παρουσιάστηκαν από την πελάτισσά μου και τους μαθητές, εν ώρα μαθήματος και έτυχαν περαιτέρω ανάλυσης στην τάξη. Από αυτά τα συνέδρια του MEDIMUN αποκόμισε πάρα πολλές γνώσεις όχι μόνο πάνω στον κλάδο της αλλά και πάνω σε άλλα Θέματα γνώσεις τις οποίες αξιοποιεί στην πράξη κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας τού μαθήματος.
- Έλαβε μέρος σε τέσσερα προγράμματα «Comenius» (2005, 2009, 2010 και 2012): (α) Αγγλία, Γερμανία, Τσεχία και Κύπρος, (β) Ιταλία, Σουηδία, Φινλανδία, Λετονία και Κύπρος, (γ) Ισπανία, Πολωνία, Κύπρος, Γερμανία και Ιταλία, (δ) Φινλανδία, Ισπανία, Κύπρος και Πολωνία. Τα προγράμματα ήταν διετή και τριετή. Σε αυτά, προετοίμασε τους μαθητές ανάλογα με τα θέματα που τους είχαν ανατεθεί και ακολούθως αυτοί τα παρουσίασαν μπροστά στους εταίρους που τους φιλοξένησαν στις χώρες τους. Στην κάθε χώρα που φιλοξενήθηκαν, τους παρουσιάστηκε το εκπαιδευτικό τους σύστημα στη θεωρία και στην πράξη. H κα Χειμωνίδου απεκόμισε πρωτότυπες ιδέες παρουσίασης θεμάτων από τις επαφές της με τους συναδέλφους των άλλων χώρων και τις οποίες υιοθέτησε κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας της με πολύ μεγάλη επιτυχία. H Επαγγελματική Κατάρτιση (Επιστημονική — Παιδαγωγική) ήταν συνεχής, όπως φαίνεται από τα πιο πάνω και τα διπλώματα συμμετοχής της κυρίας Χειμωνίδου (αντίγραφα επισυνάπτονται). Όλα αυτά, πιστεύω ότι δείχνουν ένα εκπαιδευτικό που επιμορφωνόταν συνεχώς. Οι γνώσεις που απέκτησε από τα εκπαιδευτικά συστήματα πολλών χωρών που συνεργάστηκαν, η άριστη συνεργασία με Ευρωπαίους καθηγητές που συμμετείχαν στα προγράμματα, όπως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο, στο MEDIMUN (Mediterranean Model United Nations), στο «Comenius», οι εμπειρίες που αποκόμισε μέσα από αυτά, οι πληροφορίες που πήρε και μετάφερε στους μαθητές της για τον τρόπο διδασκαλίας και εκμάθησης στην κάθε χώρα που επισκέφτηκε, οι αμέτρητες ώρες προετοιμασίας που έκανε για το κάθε πρόγραμμα ξεχωριστά, σαφώς της δίνουν το δικαίωμα να διεκδικήσει μια μονάδα στο πρώτο σημείο της αξιολόγησής της και το 8 να γίνει
- Επισημαίνω ακόμη και το γεγονός της ανάληψης δειγματικών διδασκαλιών σε ξένους εμπειρογνώμονες, διευθυντές και αξιωματούχους του Υπουργείου Παιδείας. Οι δειγματικές ήταν οι εξής: (α) «Arion Study Visit», (β) Δειγματική σε διευθυντή σχολείου από το Liverpool της Αγγλίας και (γ) Δειγματική σε Επαρχιακό Υπουργό Παιδείας της Τσεχίας. Εξάλλου στον τομέα
- Επαγγελματική Κατάρτιση (Επιστημονική — Παιδαγωγική) δεν έχουν αξιολογηθεί με 9 ΜΟΝΟ καθηγητές που έχουν μετεκπαίδευση σε Πανεπιστήμιο αλλά και καθηγητές που έχουν δείξει ότι παρακολουθούν τις εξελίξεις του κλάδου τους στον επιστημονικό και τον παιδαγωγικό τομέα και αξιοποιούν στην πράξη την κατάρτισή τους. Σε αυτή την ομάδα καθηγητών, ανήκει ξεκάθαρα και η πελάτισσά μου.
- Είναι δε σε γνώση και των προϊσταμένων της σε όλη της την εκπαιδευτική σταδιοδρομία. ότι παρακολουθεί ανελλειπώς τις ευρύτερες εξελίξεις στον τομέα της ειδικότητος της, μέσω ανεξάντλητης ατομικής μελέτης, συμμετοχής σε συνεδρία, ευρωπαϊκά προγράμματα κ.λ.π. Οι γνώσεις που έχει αποκομίσει έχουν αξιοποιηθεί συνολικά στο μέγιστο βαθμό στην ενίσχυση .του διδακτικού έργου καθώς και στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του έργου της σχολικής μονάδας. Οι διδάσκοντες καθηγητές όχι μόνο της ειδικότητάς της αλλά και οι μαθητές της μπορούν να επιβεβαιώσουν την πλούσια παραγωγή του διδακτικού της έργου. Απόδειξη τούτου, ήταν ότι οι μαθητές της για τη σχολική χρόνιά 2011-2012 που παρακάθισαν στις Παγκύπριες εξετάσεις είχαν εξαιρετικά αποτελέσματα. Συνέπεια τούτου θεωρώ επιβεβλημένη την αναθεώρηση της βαθμολογίας της πελάτισσάς μου, ώστε να μη είναι προϊόν προκατάληψης αλλά αξιοκρατικής κρίσης. Παρακαλώ όπως ερευνηθούν τα προαναφερθέντα και υπό το πρίσμα των πιο πάνω, γίνει η σχετική επανεξέταση. Επιφυλάσσω πλήρως τα δικαιώματα της. Με εκτίμηση, (Υπογραφη - δικηγόροι ενάγουσας) ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β Επιστολή ενάγουσας 17/12/12 (ημερ. επιστολής 11/12/12) - Τεκ.2 ΘΕΜΑ: Ένσταση από την κα Χειμωνίδου για την Αξιολόγηση της που αφορά τη χρονιά 2011-2012 Αξιότιμε κύριε Αντωνίου, Με την παρούσα θα ήθελα να απαντήσω ένα προς ένα τα σημεία στην ένσταση της κας Χειμωνίδου για την αξιολόγησή της που αφορά τη χρονιά 2011-
- H κα Χειμωνίδου στην επιστολή της ισχυρίζεται ότι στο σημείο 1 (επαγγελματική κατάρτιση) θα έπρεπε να αξιολογηθεί με βαθμό 9 αντί 8 και θεωρεί ότι τεκμηριώνει την αξίωσή της αυτή παραθέτοντας κάποιους λόγους, μερικοί από τους οποίους είναι προσωπικά της σχόλια και ανυπόστατες κατηγορίες εναντίον μου. Φαίνεται ότι η κα Χειμωνίδου κατέφυγε στις κατηγορίες αυτές αφού ενημερώθηκε για την βαθμολογία της με επιστολή τον Σεπτέμβριο
- Είναι προφανές πως στόχος της κας Χειμωνίδου στην επιστολή της είναι να δημιουργήσει εντυπώσεις. Πως εξηγείται η καταγραφή της δράσης της για τα τελευταία 9 χρόνια, ενώ αποφεύγει να αναφερθεί συγκεκριμένα σε γεγονότα τα οποία ισχυρίζεται ότι δήθεν συνέβηκαν. Αποφεύγει ακόμα να αναφερθεί σε σημαντικές πληροφορίες όπως είναι π.χ. οι σχολικές χρονιές, το περιεχόμενο κάποιων δραστηριοτήτων ή «σεμιναρίων» που επικαλείται, η δική της συμβολή σε αυτά κ.ά. Οι λόγοι που παραθέτει καταδεικνύουν πως η κα Χειμωνίδου ορθά αξιολογήθηκε με 8 στο σημείο 1 αφού όλα επιβεβαιώνουν την ορθότητα της απόφασης του κλιμακίου όπως εξηγώ πιο κάτω:
- H κα Χειμωνίδου ισχυρίζεται ότι έτυχε μη αντικειμενικής αξιολόγησης λόγω του ότι αξιολογών λειτουργός είμουν εγώ επειδή εργαστήκαμε στο παρελθόν στο Λύκειο XXXXX ως καθηγήτριες Αγγλικών και οι δύο. Ισχυρίζεται ότι υπήρξαν προστριβές μεταξύ μας με αποτέλεσμα έκτοτε να υπάρχει προκατάληψη από μέρους μου προς το πρόσωπό της. Θα παρακαλούσα πάρα πολύ να διεξαχθεί έρευνα για να λάμψει η αλήθεια για όλα τα γεγονότα. H έρευνα έχει τη δυνατότητα να καταδείξει πως τα όσα μου καταλογίζει είναι ψευδή και να απαντήσει σε πολλά άλλα ερώτηματα όπως: (α) H κα Χειμωνίδου θα προέβαινε σε αυτήν την καταγγελία αν είχε αυξηθεί η βαθμολογία της; Εάν ναι, γιατί περίμενε να ενημερωθεί για τη βαθμολογία της πρώτα, και άφησε να περάσουν έξι χρόνια από τότε που εργαστήκαμε στο ίδιο σχολείο καθώς και πολλοί μήνες από τα δύο μαθήματα που επιθεώρησα για να προβεί σε καταγγελία; (β) Τι είδους συνεργασία είχαμε κατά τη σχολική χρονιά 2006-2007 όταν εργαζόμασταν και οι δύο ως καθηγήτριες στο Λύκειο XXXXX, ή σε οποιοδήποτε άλλο σημείο στο παρελθόν; (γ) Τι προστριβές υπήρξαν μεταξύ μας; (δ) Για ποιο πράγμα ευθύνομαι; (ε) Τι είδους προκατάληψη υπάρχει έκτοτε από μέρους μου προς το πρόσωπο της, συνέπεια της οποίας είναι όπως ισχυρίζεται και η βαθμολογία με 8 στο σημείο 1; H βαθμολογία της ήταν απόφαση τετραμελούς κλιμακίου. Όσο για τα σχόλια της κας Χειμωνίδου που αφορούν στη συνείδησή μου, δηλώνω πως το τι επιβάλλει η όχι η συνείδηση του κάθε ατόμου είναι αποκλειστικά προσωπική του υπόθεση. Ο Διευθυντής είναι αυτός ο οποίος εισηγήθηκε να χαμηλώσει η βαθμολογία της στο σημείο 3 - Οργάνωση - Διοίκηση - Ανθρώπινες Σχέσεις - και να αυξηθεί στο σημείο
- Ρώτησα για πιο λόγο να γίνει αυτό και ο Διευθυντής εξήγησε πως σε μια τέτοια περίπτωση η κα. Χειμωνίδου θα κάνει ένσταση και θα είναι πιο εύκολο να πάρει τη μονάδα στο σημείο 3 - στα διοικητικά παρά στο σημείο
- Εγώ δεν συμμερίστηκα αυτή την άποψη, γι' αυτό εξάλλου και δεν την εισηγήθηκα στο κλιμάκιο όταν θα παίρναμε από κοινού την απόφασή μας για τη βαθμολογία της. Όσο για το ότι ο διευθυντής διερωτήθηκε κατά πόσο δείχνω εκδικητική διάθεση απέναντί της - για το οποίο μου απολογήθηκε αργότερα - κάλεσα την ίδια ενώπιον του διευθυντή να δηλώσει αν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο πίστευε ότι θα ήθελα να την εκδικηθώ αλλά αυτή δεν απάντησε. Το ότι ο διευθυντής δήλωσε ότι θα γράψει κάτι στο σημείο 1 δεν αποδεικνύει ότι η κα Χειμωνίδου διακρίνεται σ'αυτό το σημείο. Ο διευθυντής, όπως μου δήλωσε, ανησυχούσε για τον τρόπο που θα αντιδρούσε η κα Χειμωνίδου σε περίπτωση επανάληψης της βαθμολογίας της, γι'αυτό αναρωτήθηκε πως θα της ζητούσε να αναλάβει επιτροπές η άλλα καθήκοντα με τη νέα σχολική χρονιά; Θα αρνείτο, όπως είπε ο διευθυντής να αναλάβει καθήκοντα και ευθύνες αν δεν αυξηθεί η βαθμολογία της. Από τα γραφόμενά της, η κα Χειμωνίδου δε φαίνεται να γνωρίζει τι περιλαμβάνει ο όρος επαγγελματική κατάρτιση αλλά και επιμελώς αγνοεί για ποιά περίοδο αξιολογήθηκε. Πιο συγκεκριμένα αναφέρω τα εξής: 2) Είναι γνωστό ότι τα μεταπτυχιακά προσόντα δεν είναι απαραίτητα για να πάρει κάποιος 9 στο σημείο
- Είναι όμως απαραίτητο να παρακολουθεί τις εξελίξεις του ιδιαίτερου κλάδου του στον επιστημονικό και παιδαγωγικό τομέα και να αξιοποιεί στην πράξη αυτή την επιστημονική και παιδαγωγική κατάρτιση, πράγμα το οποίο δεν φαίνεται να πράττει η κα Χειμωνίδου.
- Τι αξιοποίησης στην πράξη έτυχαν τα σεμινάρια στα οποία συμμετείχε όπως είναι π.χ. τα πιο κάτω; α) Sharing Best practices among Colleagues Ισχυρίζεται ότι συμμετείχε στο πιο πάνω σεμινάριο για το οποίο δε προσκομίζει πιστοποητικό ούτε αναφέρει πότε διεξήχθη. Σας ενημερώνω ότι αυτό δεν πρόκειται καν για σεμινάριο. Θα χρειαστεί όμως να εξηγήσει ποιά υπήρξε η συμβολή της. H συμμετοχή της δηλαδή περιορίστηκε στο να ακούσει κάποια καθηγήτρια να μιλά για ένα μάθημα; Πως διαδραμάτισε το ρόλο της ως συντονίστρια στην ανταλλαγή καλών πρακτικών; Πως αξιοποίησε τους καθηγητές/τριες τους οποίους συντόνιζε σε σχέση με τη προαναφερθείσα δραστηριότητα; β) The Impact of Extensive reading on Students' Interest, Habit and Enjoyment in Reading; Αυτό αφορούσε παρουσίαση από μέρους μου των αποτελεσμάτων μιας έρευνας μου, και είχε να κάνει με τα λογοτεχνικά βιβλία που παραχωρεί το Υπουργείο Παιδείας στούς μαθητές. Πως η κα Χειμωνίδου διαδραμάτισε το ρόλο της είτε ως καθηγήτρια ξένης γλώσσας είτε ως συντονίστρια του κλάδου σε σχέση με το συγκεκριμένο σεμινάριο και λογοτεχνικά βιβλία; γ) Pilot course of CALL activities implemented within the framework of POOLS Αυτό δε δικαιολογεί αύξηση της βαθμολογίας της, όχι μόνο γιατί δε προσκομίζει πιστοποιητικό και ούτε αναφέρει πότε διεξήχθη, αλλά γιατί και αν ακόμα αφορούσε τις συγκεκριμένες υπό αξιολόγηση χρονιές, η αποτελεσματική χρήση της τεχνολογίας (CALL) στο μάθημα των Αγγλικών απουσιάζει από τα μαθήματα της κας Χειμωνίδου. Επιπρόσθετα, η κα Χειμωνίδου δεν φαίνεται να είναι σε θέση να παρέχει στήριξη στο θέμα αυτό - CALL - στους καθηγητές/καθηγήτριες τους οποίους συντονίζει η σε άλλους. H επιστημονική και παιδαγωγική μου κατάρτιση όπως είναι π.χ. το Διδακτορικό μου που έχει να κάνει με την επιμόρφωση των καθηγητών και τη χρήση της τεχνολογίας στο μάθημα των Αγγλικών (CALL), με καθιστούν απόλυτα ικανή να μπορώ να αξιολογώ όχι μόνο το μάθημα των Αγγλικών και τη χρήση της τεχνολογίας, αλλά και τα σεμινάρια τα ίδια που έχουν να κάνουν με αυτά τα θέματα. Τα σεμινάρια στα οποία αναφέρεται όπως είναι Αντιμετώπιση εφήβων λόγω οικογενειακών προβλημάτων, Βία στην Οικογένεια και Επιληψία και πρώτες Βοήθειες, δεν αφορούν το σημείο
- Το πρόγραμμα Επιμόρφωσης Βοηθών Διευθυντών στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο ήταν υποχρεωτικό.
- Αυτά αφορούν τα τελευταία 9 χρόνια και επιπρόσθετα δεν αφορούν το σημείο
- Ενισχύεται όμως και πάλι η ορθότητα της αξιολόγησής της με
- H κα Χειμωνίδου έχει ρόλο συντονίστριας ο οποίος της επιβάλλει να αξιοποιεί την επαγγελματική της κατάρτιση με ενέργειες όπως είναι π.χ. η ενεργός εμπλοκή των καθηγητών/ριών τους οποίους συντονίζει σε δραστηριότητες όπως η προετοιμασία μαθητών για συμμετοχή σε ημερίδες, συνέδρια κτλ. Οι αδυναμίες που παρουσιάζει ως συντονίστρια φαίνονται και από το τρόπο που χειρίζεται αυτά τα θέματα. Πως διαδραμάτιζε το ρόλο της ως συντονίστρια σε σχέση με αυτές τις δραστηριότητες; 5) Δεν αφορά τις συγκεκριμένες υπό αξιολόγηση χρονιές. 6) Δεν αφορά το σημείο 1 ούτε και τις συγκεκριμένες υπό αξιολόγηση χρονιές. Επί πλέον, είναι παραπλανητικοί οι ισχυρισμοί αυτοί, γι' αυτό θεωρώ σημαντικό να αναφερθεί ότι το Λύκειο XXXXX στο οποίο εργάζεται η κα Χειμωνίδου τα δύο τελευταία χρόνια (2010-11, 2011-12), δεν έλαβε μέρος στο εν λόγω πρόγραμμα τις δύο αυτές χρονιές. Γι' αυτό θεωρώ ατόπημα την ενέργεια της κας Χειμωνίδου να επικαλείται τις καλές κριτικές που απέσπασε το σχολείο σε προηγούμενες χρονιές και να προσπαθεί να επωφεληθεί βαθμολογικά - και μάλιστα στο σημείο ένα - αφού η ίδια δούλευε σε άλλο σχολείο τη συγκεκριμένη περίοδο. 7) Δεν αφορά το σημείο
- Ισχυρίζεται η κα Χειμωνίδου ότι χρησιμοποιεί πρωτότυπες ιδέες κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας της με πολύ μεγάλη επιτυχία. Το βαθμό επιτυχίας ποιός τον έκρινε; H ίδια; Από τα δύο μαθήματά τα οποία παρακολούθησα, διαπίστωσα ότι παρουσιάζει αδυναμίες ως καθηγήτρια Αγγλικών οι οποίες αφορούν όχι μόνο το σημείο 1 «Επαγγελματική κατάρτιση» αλλά και το σημείο 2 «Επάρκεια στην Εργασία». Πόσο πρωτότυπο ή αποτελεσματικό είναι, για παράδειγμα, σε 6ωρο μάθημα Αγγλικών η καθηγήτρια να φωνάζει ονόματα μαθητών (δικής της επιλογής) και να διαβάζουν από μια παράγραφο ο καθένας από ένα κείμενο άγνωστο; Είναι προφανές, πως τόσο η έλλειψη επιστημονικής και παιδαγωγικής γνώσης και κατάρτισης όσο και οι αντιλήψεις της σε σχέση με τη διδασκαλία και εκμάθηση της Αγγλικής σαν ξένης γλώσσας και το ρόλο της ως συντονίστριας (όπως η ίδια τον αντιλαμβάνεται) επηρεάζουν τις πρακτικές της. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, από τη μια να μένει προσκολλημένη σε παραδοσιακές μη αποτελεσματικές μεθόδους στερώντας από τους μαθητές ευκαιρίες για μάθηση, και από την άλλη στερώντας από τους καθηγητές ευκαιρίες για επαγγελματική ανάπτυξη. Αναφορικά με τις ελλείψεις αυτές συζήτησα μαζί της κατ' ιδίαν όταν της έδινα ανατροφοδότηση, αλλά το ανέφερα και στο διευθυντή. Οι ελλείψεις της διαφάνηκαν και από την άρνηση της να την επιθεωρήσω σε τμήμα που είχε δίωρο Αγγλικά. Για την άρνησή της αυτή ειδοποιήθηκα από τη διεύθυνση μέσω της γραμματείας του σχολείου να ακυρώσω την προγραμματισμένη επίσκεψη και να την επιθεωρήσω μια άλλη μέρα σε 6ωρο Αγγλικών. Θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς πως μια εκπαιδευτικός/συντονίστρια μπορεί να παρέχει στήριξη σε νέους συναδέλφους της, αφού η ίδια αρνείται να επιθεωρηθεί σε μάθημα που δεν είναι 6ωρο, καθώς και τι είδους πρότυπο αποτελεί για αυτούς; Όπως έχω ήδη τονίσει πιο πάνω, δεν είναι απαραίτητο να έχει κάποιος μεταπτυχιακό για να πάρει 9 στο σημείο
- Είναι όμως απαραίτητο να παρακολουθεί τις εξελίξεις του ιδιαίτερου κλάδου του στον επιστημονικό και παιδαγωγικό τομέα και να αξιοποιεί στην πράξη αυτή την επιστημονική και παιδαγωγική κατάρτιση πράγμα το οποίο δεν φαίνεται να πράττει η κα Χειμωνίδου.
- Με τα γραφόμενά της σε αυτό το σημείο, είναι προφανές για άλλη μια φορά ότι η κα Χειμωνίδου φαίνεται να μην γνωρίζει τι περιλαμβάνει ο όρος επαγγελματική κατάρτιση αλλά και επιμελώς να αγνοεί για ποιά περίοδο αξιολογήθηκε. Σας διαβεβαιώνω ότι έχω αξιολογήσει τη κα Χειμωνίδου στα πλαίσια των κριτηρίων αξιολόγησης, με αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την επιστημονική και παιδαγωγική μου κατάρτιση, και των καθηκόντων και των υποχρεώσεων μου ως επιθεωρήτριας. Εξάλλου η βαθμολογία της κας Μουζουρίδου (εννοεί Χειμωνίδου) ήταν απόφαση τετραμελούς κλιμακίου. Παρακαλώ η παρούσα επιστολή να καταχωρηθεί στον φάκελο της κας Χειμωνίδου ως απάντησή μου στην ένστασή της. Επιστολή Δικηγόρων Ενάγουσας 28/12/12 - Τεκ.3 Θέμα: Απάντηση της κας. XXXXX Παπαγιάννη αναφορικά με όλα τα σημεία που θίγει η κα. Χειμωνίδου στην Ένσταση της που αφορά την χρονιά 2011 - 2012 Αναφερόμεθα στο πιο πάνω θέμα και κατ' εντολή της πελάτιδας μας κυρίας XXXXX Παπαγιάννη, σας πληροφορούμε τα ακόλουθα: Κατά τις 17/12/12 η πελάτιδα μας εξέφρασε γραπτώς την διαφωνία της όσον αφορά την αύξηση της βαθμολογίας της κας. Χειμωνίδου. Περαιτέρω, η πελάτιδα μας υποβάλλει την Απάντηση της και εκθέτει τις απόψεις της αναφορικά με όλα τα σημεία που θίγει στην Ένσταση της η κα. Χειμωνίδου, τα οποία καταδεικνύουν ότι η Ένσταση της δεν ευσταθεί καθόλου. Επισυνάπτεται η σχετική Απάντηση της πελάτιδας μας και παρακαλούμε όπως καταχωρηθεί στον προσωπικό φάκελο της κας. Χειμωνίδου Κατ' εντολήν (Υπογραφή δικηγόροι Ενάγουσας) Κοινοποίηση:
- Δρ. XXXXX Πουλλή, διευθύντρια Μέσης Εκπαίδευσης, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, Λευκωσία
- ΟΕΛΜΕΚ, (διεύθυνση)
- (Δικηγόροι Εναγόμενης) ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ Επιστολή ενάγουσας ημερ. 05/02/13 - Τεκ.6 Κα XXXXX Στυλιανού Γενική Διευθύντρια Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού Λευκωσία, 05 Φεβρουαρίου 2013 Θέμα: Απαίτηση απόσυρσης απάντησης μου Αξιότιμη κυρία Γενική Διευθύντρια, Με τη παρούσα θα ήθελα να σας ενημερώσω για το πιο πάνω θέμα. Στις 18/01/13 μου ζητήθηκε από τη Διευθύντρια Μέσης Εκπαίδευσης στη παρουσία και του Γενικού Επιθεωρητή Μέσης εκπαίδευσης να προβώ στις εξής ενέργειες: α) Να αποσύρω τις επιστολές μου με τις οποίες απαντώ ένα προς ένα τα σημεία στα οποία αναφέρονται δύο καθηγήτριες (Β.Δ.) στη Μέση Εκπαίδευση στις ενστάσεις τους σε σχέση με την αξιολόγηση τους για τη σχολική χρονιά 2011-
- Αξίζει να σημειωθεί ότι η μία ένσταση στάληκε και ως καταγγελία ενώ η άλλη στάληκε μέσω δικηγόρου. β) Να αποσύρω τις επιστολές μου με τις οποίες τους ζητώ να ανακαλέσουν μέρος των ενστάσεων τους αφού στις επιστολές τους έχουν προβεί σε προσωπικά τους σχόλια και ανυπόστατες κατηγορίες εναντίον μου. γ} Να συναινέσω ώστε η επιστολή από τον Διευθυντή του ενός σχολείου προς το ΥΠΠ με την οποία απολογείται, ανασκευάζει και διευκρινίζει ότι δεν επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της εκπαιδευτικού (όπως αρχικά είχε πράξει) να μην καταχωρηθεί στο προσωπικό φάκελο της. δ) Να συναινέσω ούτως ώστε στους προσωπικούς φακέλους των δύο εκπαιδευτικών να υπάρχουν καταχωρημένες οι επιστολές οι δικές τους οι οποίες περιλαμβάνουν τις κατηγορίες εναντίον μου αλλά χωρίς να παρουσιάζεται η δική μου απάντηση. Επίσης μου έχει λεχθεί ότι σε περίπτωση άρνησής μου να συναινέσω στα πιο πάνω, θα κινδυνεύσει η θέση μου ως επιθεωρήτρια αφού, όπως μου δήλωσε η ΔΜΕ, η ΟΕΛΜΕΚ θα καλέσει τα μέλη της να μην με δέχονται στη τάξη και το ΥΠΠ δεν θα μου παρέχει καμία στήριξη. Θεωρώ επίσης και πιστεύω ότι με βάση τα πιο πάνω γεγονότα ότι εκτελώ πλήρως τα καθήκοντα μου ως επιθεωρήτρια με αντικειμενικά κριτήρια προς όλους χωρίς επηρεασμό από οποιονδήποτε και με βάση στην επιστημονική μου γνώση, την πολύχρονη εμπειρία και την ευθυκρισία μου Θεωρώ ότι δεν τυγχάνω ισότιμης μεταχείρισης, καταπατούνται βασικά ανθρώπινα μου δικαιώματα και μένω ανεπανόρθωτα εκτεθειμένη στον επαγγελματικό και επιστημονικό μου χώρο. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Δ Απόσπασμα από τη μαρτυρία του ΜΥ1 ημερ. 02/11/21 «.ελέχθηκαν πάρα πολλά μεταξύ των δύο κυρίων για την υπηρεσία που είχαν στο λύκειο XXXXX, ελέχθηκαν πράγματα που δεν έπρεπε να λεχθούν κατά την ταπεινή μου άποψη και αναγκάστηκα να παρέμβω και να πω στην κυρία Παπαγιάννη ότι δεν έπρεπε να ασχοληθούν με όλα αυτά και να δουν την αξιολόγηση της συνάδελφου την τελευταία διετία που ήταν το επίμαχο θέμα..Δεν ήταν σωστό για παράδειγμα να μπλέξουν το όνομα της κυρίας Σέπου που ήταν η διευθύντρια του άλλου σχολείου και να λέει η κυρία Παπαγιάννη ότι "Ήσουν η ευνοούμενη της Σέπου, μπορούσαν και άλλοι να αναλάβουν ευρωπαϊκά προγράμματα, μπορούσαν και άλλοι να αναλάβουν εξάωρα, γιατί σου τα έδινε μόνο εσένα;". Μετά η κυρία Χειμωνίδου είπε στην κυρία Παπαγιάννη ότι συνέχεια της έκανε επιθέσεις στο σχολείο, απαιτούσε να της ετοιμάζει την αίθουσα γλωσσών αφού ήταν υπεύθυνη η κυρία Χειμωνίδου, πράγμα που δεν ενέπιπτε στις αρμοδιότητές της. Ελέχθηκαν και γεγονότα που γίναν σε ένα συνέδριο που είχαν και ο κλάδος των αγγλικών θα παρουσίαζε ένα θέμα και η κυρία Παπαγιάννη διαχώρισε τη θέση της και προχώρησε μόνη της. Αυτά τα άκουα από τις δύο..Στην παρουσία μου, στο γραφείο μου. Ήταν η πρώτη φορά που ήρθαν οι δύο κυρίες στο γραφείο μου, στη δεύτερη αξιολόγηση που ήρθε η κυρία Παπαγιάννη στο λύκειο XXXXX. Αναγκάστηκα να πω στην κυρία Παπαγιάννη ότι δεν έπρεπε να αναφέρει το γεγονός ότι θα άφηνε 38 τη βαθμολογία, γιατί αυτό είναι θέμα κλιμακίου και η αξιολόγηση έρχεται από τον ΓΕΜΕ γραπτώς μετά τη λήξη της σχολικής χρόνιας. Και είπαν μεταξύ τους από ό,τι θυμάμαι ότι δεν είναι ανάγκη να έχει κάποιος μεταπτυχιακό για να πάρει βαθμό στο σημείο
- Δεν είναι ανάγκη να έχει μεταπτυχιακό.Δεν έγιναν αναλυτικά, "Έχω εκείνο το πτυχίο, εκείνο το σεμινάριο παρακολούθησα" και όλα αυτά.Η εκδικητική θέση να παραμείνει το 38 με τον Α ή Β τρόπο δείχνει ότι ήθελε να καθηλώσει τη συνάδελφο.δεν μπήκε στην τάξη και να δει πώς λειτούργησε η εκπαιδευτικός, αλλά της είπε θα άρω την αδικία του 34 που έγινε 36 και το γεγονός ότι ήσουν η ευνοούμενη της Σέπου καθ' όλη τη διάρκεια που δουλεύατε μαζί σου έδινε τα ευρωπαϊκά προγράμματα, σου έδινε τα εξάωρα, σε αυτούς τους λόγους είπε ότι αξιολογεί και όχι για την παρουσία της στην τάξη. Όταν ήρθε η κυρία Παπαγιάννη με την κυρία Χειμωνίδου στο γραφείο μου είπε η κυρία Παπαγιάννη κατά λέξη "Μεγάλη διαφορά από την προηγούμενη επίσκεψη μου στην τάξη, βελτιώθηκε σημαντικά".Εγώ όταν έγινε και η συζήτηση της είπα " XXXXX μου, το να μειώσεις και να αυξήσεις είναι μπακαλίστικες δουλειές. Εγώ", της λέω, "επειδή ήμουν και συντονιστής, διευθυντής της επαρχίας Λευκωσίας με τον ΓΕΜΕ και με τον Επαρχιακό είχαμε κάνει και ορισμένα έντυπα τα οποία στέλναμε στους διευθυντές για να έχουν την άποψή τους και είχαμε συμφωνήσει ότι εάν γράψει δύο θετικά στοιχεία θα βάλει 9 ο επιθεωρητής, εάν βάλεις περισσότερα από 2, 3, 4 πάει στο 10.Η εκδικητική στάση ήταν τα όσα είπε για να αιτιολογήσει το 38.Όταν λέει ότι "Θα σου βάλω το 38 που είχες για αυτούς και για αυτούς τους λόγους, για να άρω την αδικία στο 34 και στο 36, για αυτούς και για αυτούς τους λόγους που ήσουν ευνοούμενη". Αυτό είναι για εμένα το εκδικητικό, το εχθρικό, η εμπάθεια. Απολογούμαι που λέω αυτές τις λέξεις, αλλά με αναγκάζετε να τις χρησιμοποιώ πάλι.μου εισηγήθηκε να βάλει το 8 να το κάμει 9 και το 10 να το κάμει 9, τα μπακαλίστικα,.Εγώ της είπα όταν το είπε αυτό «Θα είσαι η πρώτη και η μοναδική στον κλάδο που θα μειώσει βαθμολογία. Θα σου παίζουν τενέκα» της είπα. «Θα σου παίζουν τενέκα». Γιατί είχα το θάρρος ακόμα να της μιλώ με τον τρόπο που της μιλούσα.ήταν η απειρία, ήταν ο πρώτος χρόνος που πήγε να αξιολογήσει, ήταν αυτά που της είπα στην πρώτη επίσκεψη στο γραφείο μου τον Οκτώβριο και η ίδια με ευχαρίστησε και μου είπε ότι θα με παίρνει τηλέφωνο αν χρειάζεται οτιδήποτε. Και εκεί της είπα ότι ο καλύτερος επιθεωρητής είναι αυτός που ξέρει τη θέση του διευθυντή. Που ξέρει τα καθήκοντα του διευθυντή για να μπορεί να συνεργάζεται., η ίδια εισηγήθηκε να μειώσει ένα δεκάρι και να κάνει το 8 του τομέα του 1,
- Και εκεί της είπα ότι "Είναι πρωτάκουστο, πρωτόγνωρο, θα είσαι η πρώτη και μοναδική που θα κάμεις αυτό το πράγμα".ήταν η πρώτη χρονιά που αξιολογούσε η κυρία και γι' αυτό έκανε αυτές τις σκέψεις. Και της είπα ότι καταργείς και προηγούμενους διευθυντές, καταργείς και προηγούμενα κλιμάκια με αυτό το πράγμα εάν διανοηθείς.Εάν μου επιτρέπεται όμως, επειδή με φέρατε αμέσως, ήθελα να κάνω και μια εισαγωγή. Είναι με πόνους ψυχής που είμαι αυτή τη στιγμή εδώ και βλέπω δύο εκλεκτές συνάδελφους να είναι σε αυτήν την αντιπαράθεση. Πρόσφεραν και προσφέρουν ακόμα στην παιδεία του τόπου και είναι κρίμα. Να έρχονται μορφωμένοι εκπαιδευτικοί σε μια δικαστική διαμάχη. Την κυρία Παπαγιάννη την πρωτογνώρισα τη σχολική χρονιά 1993
- Στο μέσο της σχολικής χρονιάς μου ζητήθηκε να αναλάβω τη διεύθυνση του ΚΙΕ Στροβόλου. Λειτουργούσε σε απογευματινή βάση. Η κυρία Παπαγιάννη δίδασκε εκεί. Αναπτύξαμε άριστες σχέσεις, έκανε μάθημα στον γιο μου εγώ έκανα μάθημα στον γιο της, οι κόρες μας ήταν της ίδιας ηλικίας, έκαναν παρέα στα μαθηματικά τους χρόνια. Την κυρία Παπαγιάννη την βοήθησα σε μεγάλο βαθμό δίδοντας της παράλληλα τμήματα στο Κρατικό Ινστιτούτο για να κάνει λιγότερη προετοιμασία, έσπαζα τμήματα αριθμητικά και της έδινα αντί 2 3 τμήματα για να έχει μεγαλύτερη αντιμισθία και οι σχέσεις μας ήταν άριστες. Συναντούσα τον σύζυγο της κάθε Κυριακή στην εκκλησία του Αποστόλου Λουκά καλημεριζόμασταν, εκτελούσε χρέη ιεροψάλτη ο σύζυγος της εκεί, γενικά θέλω να δείξω ότι είχαμε άριστες σχέσεις.Στη συνέχεια πήρα προαγωγή βοηθού διευθυντή και τοποθετήθηκα στο λύκειο Εθνομάρτυρα Κυπριανού που λειτουργούσε σε πρωινή βάση, εκεί ήταν και η κυρία Παπαγιάννη. Και πάλι συνεργαζόμασταν άψογα.Όταν μετακινήθηκα από το Γυμνάσιο XXXXX στο λύκειο XXXXX το 2011 2012 πρωτογνώρισα την κυρία Χειμωνίδου όπου υπηρετούσε ως βοηθός διευθύντρια εκεί. Την ίδια σχολική χρονιά είχε αναλάβει, είχε προαχθεί και η κυρία Παπαγιάννη στη θέση του επιθεωρητή και ήρθε τον Οκτώβριο στο γραφείο για να γνωρίσει την ομάδα των αγγλικών. Ήρθε στο γραφείο μου, μιλήσαμε με άνεση, της είπα πολλά πράγματα, της εξήγησα, μου ζητούσε και πληροφορίες και της είπα ότι οι καλύτεροι επιθεωρητές είναι αυτοί που περνάνε και από τη θέση του διευθυντή, γιατί βλέπουν την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού και από το μάτι του διευθυντή. Χάρηκε η κυρία Παπαγιάννη με ευχαρίστησε και ήρθε μετά την πρώτη φορά πάλι για να αξιολογήσει τους συνάδελφους, έφυγε χωρίς να περάσει από το γραφείο μετά Απρίλιο, δεν θυμάμαι τώρα, δεν έχω το πρόγραμμα του σχολείου, ήρθε για να αξιολογήσει για δεύτερη φορά την κυρία Χειμωνίδου, ήρθαν μαζί στο γραφείο μου και έγιναν αυτά που έγιναν και εκεί είδα με λύπη μια κυρία Παπαγιάννη να είναι τελείως διαφορετική από τη XXXXX τη φίλη, τη συνάδελφο που γνώριζα τόσα χρόνια.Ήτανε πολύ εριστική, έδειχνε μια μανία, μια εχθρική διάθεση απέναντι στην κυρία Χειμωνίδου. Και το γεγονός ότι της είπε ότι "Εγώ θα άρω την αδικία στον κλάδο γιατί το 34 σου το κάνανε 36", αυτό δείχνει μια εμπάθεια. Μετά από 8 χρόνια για παράδειγμα έρχεσαι να άρεις την αδικία και όλοι εκείνοι οι διευθυντές, οι επιθεωρητές, τα κλιμάκια που το 36 το κάναν 37, το κάναν 38, δεν είδαν την αδικία και ήρθες εσύ; Αυτό εννοώ ότι είδα μια μεγάλη διαφορά αντισυναδελφική αλληλεγγύη. Εγώ 43 χρόνια εκπαιδευτικός ξέρω ότι ο επιθεωρητής είναι πρώτα από όλα σύμβουλος, φίλος, καθοδηγητής και όχι εκδικητής και όχι να κρατάει μανιάτικα γεγονότα που επεσυνέβηκαν σε μια άλλη σχολική μονάδα.Το ότι έγινε μια λεκτική αντιπαράθεση ανακαλώντας στη μνήμη τους γεγονότα του 2003 2004 δε θυμάμαι τώρα τις χρονολογίες και όλα αυτά, το ότι "Θα άρω εγώ τις αδικίες απέναντι στους άλλους συνάδελφους" δείχνουν μια εμπάθεια, μια εχθρική διάθεση. Όχι αντικειμενική αξιολόγηση. Δες τι έκανε τις δύο επισκέψεις σου στο μάθημα και κρίνε τη συνάδελφο, τη διδακτική της ικανότητα και όλα τα σχετικά. Το τι προηγήθηκε και αν ήταν ευνοούμενη ας το κρίνουν, δεν ξέρω εγώ.Εκείνοι που ήταν οι προηγούμενοι.Επαναλαμβάνω, πιστεύω η απειρία της (της ενάγουσας) και η εξέλιξη των γεγονότων έφεραν τα πράγματα εδώ που τα έφεραν. Πιστεύω ότι αν έκανε την ένσταση χωρίς τη μεσολάβηση δικηγορικού γραφείου δεν θα έφτανε η κυρία Παπαγιάννη εδώ που έφτασε.» [1] Βλ. περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμος Ν. 10/1969 και συναφείς Κανονισμούς [2] ΚΔΠ 223/1976, Οι Περί Εκπαιδευτικών Λειτουργών (Επιθεώρησις και Αξιολόγησις) Κανονισμοί 1976, EE Παρ.ΙΙΙ
(1), Αρ. 1310, Σελ. 731, 5/11/1976 [3] - «..Αρχικά ήταν ο διευθυντής, από το μέσο και μετά ήταν και η ίδια η Εναγόμενη.και τη ρώτησα την ίδια, έχει κάτι το οποίο δεν έχει γράψει.και λέω, "Ωραία, αφού δεν έχει μάθημα ας τη φωνάξουμε να μας πει κατά πόσο έχει κάνει μεταπτυχιακό ή κάτι άλλο, το οποίο δεν έχει γράψει στο ατομικό της, για να δικαιολογήσουμε την αύξηση..Όμως δεν είχε τίποτε από όλα αυτά και εγώ ένιωθα άδικο να βάλω 9 σε έναν καθηγητή που έχει διδακτορικό, έχει συγγραφικό έργο, έχει δημοσιεύσεις, κάνει επιμορφωτικά σεμινάρια ο ίδιος και εφάρμοζε στην πράξη την παιδαγωγική και επιστημονική του κατάρτιση και να εισηγηθώ το ίδιο και σε μια καθηγήτρια που δεν είχε τίποτε από όλα αυτά.Ο διευθυντής ναι, όταν η Εναγόμενη είπε.τους λόγους που δεν έκανε μεταπτυχιακό, .λέει μου "Τι λέτε να μειώσουμε έναν άλλο τομέα, να αυξήσουμε τον πρώτο να μείνει 38, αλλά όταν θα κάμει ένσταση είναι πιο εύκολο" λέει "να αυξηθεί ένας τομέα όπως είναι η οργάνωση, διοίκηση, που είναι ο τρίτος τομέας, παρά να αυξηθεί ο πρώτος, γιατί ο πρώτος... και άφησε λίγα πιο χειροπιαστά, πώς τα λέμε, σημεία, προσόντα τέλος πάντων". Εγώ δεν συμμερίστηκα. Και αυτήν την εκδίκηση, ναι λέει μου είναι εκδικητικό και εγώ ζήτησα εξηγήσεις και απολογήθηκε σε εμένα ο διευθυντής..Και επειδή όταν δεν συμμερίστηκα τη θέση εγώ να χαμηλώσω βαθμολογία παρακάτω κτλ, είπε αυτή τη φράση. Τότε είπα εγώ "τι να κάνουμε;", λέει "Μα ξέρεις, θα είναι εκδικητικό να της αφήσουμε το 38".» [4] Βλ. μαρτυρία ενάγουσας 29/09/21 - «..(Ερ.Γνωρίζετε αν έδωσε οδηγίες η ΟΕΛΜΕΚ ποτέ προς τα μέλη της γι' αυτό το πράγμα;).Δεν ξέρω.» και μαρτυρία ΜΥ2 - «Η ΟΕΛΜΕΚ δεν αποστέλλει επιστολές ατομικά στους διευθυντές. Βγάζει ένα δελτίο τύπου και το παίρνουν όλοι.δελτίο τύπου της ΟΕΛΜΕΚ για το συγκεκριμένο θέμα δεν ήρθε στο γραφείο μου.» [5] Βλ. Ν. 39/1962 - Ο περί Ευρωπαϊκής Συμβάσεως δια την προάσπισίν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικός) Νόμος του 1962 [6] Βλ. επίσης Berkoff v. Burchill [1996] 4 All ER 1008 όπου αν και αναφορές στην άσχημη εμφάνιση κάποιου δεν μπορούν, ως θέμα αρχής, να θεωρηθούν ως δυσφημιστικές, επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση το πρόσωπο για το οποίο έγιναν ήταν ηθοποιός που βασιζόταν στην εμφάνιση του για να κερδίζει τα προς το ζειν, οι αναφορές αυτές θεωρήθηκαν δυσφημιστικές [7] «.εάν πράγματι είχα κάποια προκατάληψη εναντίον της ή κάποια εμπάθεια ή τέλος πάντων υστερούσα στα καθήκοντά μου ή στην κατάρτισή μου γιατί δεν ζήτησε να αξιολογηθεί από άλλον επιθεωρητή; Πράγμα το οποίο έκανε δύο χρόνια μετά, μετά δηλαδή από την αξιολόγηση που έτυχε από εμένα, όταν πέρασαν δύο χρόνια ζήτησε μετά να αξιολογηθεί από άλλον επιθεωρητή. Και να φανταστείτε ότι δεν υπήρχε άλλος επιθεωρητής των αγγλικών και ζήτησε να αξιολογηθεί από άλλη ειδικότητα. Ενώ αν το ζητούσε από την αρχή, την πρώτη φορά δηλαδή που θα τη βαθμολογούσα εγώ, υπήρχαν τρεις επιθεωρητές στη θέση αυτή. Υπήρχε δηλαδή μια ευχέρεια. Οπότε, γιατί δεν ζήτησε να την αξιολογήσει κάποιος άλλος, αφού είχα όλη αυτή την εμπάθεια και όλη αυτή την εκδικητικότητα εναντίον της; Πράγμα το οποίο έκανε μετά από δύο χρόνια.» [8] Το ίδιο το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό και μόνο από την ανάγνωση του κειμένου (βλ. Tassos Papadopoullos v. Kyria Publishing Co Ltd and Others
(1963)2 CLR 290) [9] 20.-
(1)Η δημoσίευση δυσφημηστικoύ δημoσιεύματoς είvαι απόλυτα πρovoμιoύχα. αv τo πρόσωπo πoυ δημoσιεύει είvαι κατά vόμo υπόχρεo vα δημoσιεύει τo δημoσίευμα͘ [10] Σε αγωγή για δυσφήμηση απoτελεί υπεράσπιση.(α) ότι τo δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή ήταv αληθές: Νoείται ότι, όταv τo δυσφημηστικό δημoσίευμα περιέχει δυo ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγoρίες κατά τoυ εvάγovτα, υπεράσπιση βάσει της παραγράφoυ αυτής δεv καταρρίπτεται για μόvo τo λόγo ότι δεv απoδεικvύεται τo αληθές κάθε μιας κατηγoρίας, αv τo μέρoς τoυ δημoσιεύματoς πoυ δεv απoδείχτηκε ως αληθές δεv βλάπτει oυσιωδώς τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα, αφoύ ληφθεί υπόψη τo αληθές τωv υπόλoιπωv κατηγoριώv͘ [11] βλ. μαρτυρία ΜΥ1 - «.Θα είσαι η πρώτη και η μοναδική στον κλάδο που θα μειώσει βαθμολογία.. Είναι πρωτάκουστο, πρωτόγνωρο, θα είσαι η πρώτη και μοναδική που θα κάμεις αυτό το πράγμα» - και επίδικη επιστολή Τεκ.1 - « Παρενέβη ο Διευθυντής και της είπε.ότι o ίδιος θα έγραφε θετικά σχόλια και στα τέσσερα σημεία για να μπορέσει η πελάτισσα μου να τύχει βαθμού πάνω από 9 σ' όλα τα σημεία, όπως οι οδηγίες της προϊσταμένης αρχής.») [12] 21.-
(1)- «Η δημoσίευση δυσφημηστικoύ δημoσιεύματoς είvαι πρovoμιoύχα, υπό τηv επιφύλαξη ότι έγιvε καλή τη πίστει, στις ακόλoυθες περιπτώσεις, δηλαδή- (α) αv η σχέση μεταξύ τoυ πρoσώπoυ από τo σώπαπoίo και τoυ πρoσώπoυ πρoς τo σώπαπoίo έγιvε η δημoσίευση είvαι τέτoια ώστε τo πρόσωπo πoυ δημoσίευσε vα τελεί υπό voμικό, ηθικό ή κoιvωvικό καθήκov vα δημoσιεύσει αυτό πρoς τo πρόσωπo πρoς τo σιτεύσειπoίo έγιvε η δημoσίευση και o τελευταίoς έχει αvτίστoιχo συμφέρov στη λήψη τoυ δημoσιεύματoς ή τo πρόσωπo πoυ δημoσίευσε έχει έvvoμo πρoσωπικό συμφέρov πoυ χρειάζεται πρoστασία, και τo πρόσωπo πρoς τo στασιμάπoίo έγιvε η δημoσίευση τελεί υπό αvτίστoιχo voμικό, ηθικό ή κoιvωvικό καθήκov vα πρoστατεύσει τo εv λόγω συμφέρov: Νoείται ότι η δημoσίευση δεv υπερβαίvει είτε κατ' έκταση είτε κατ' oυσία τo εύλoγα επαρκές υπό τις περιστάσεις. (β) αv τo δημoσίευμα είvαι μoμφή η oπoία πρoσάπτεται από κάπoιo κατά της συμπεριφoράς άλλoυ, ως πρoς oπoιoδήπoτε θέμα σε σχέση με τo oπoίo o πρώτoς έχει εξoυσία, συμβατικά ή άλλως πως, επί τoυ άλλoυ, ή ως πρoς τo χαρακτήρα τoυ άλλoυ στo μέτρo πoυ εκδηλώvεται στη συμπεριφoρά αυτή͘ (γ) αv τo δημoσίευμα είvαι καταγγελία ή κατηγoρία από πρόσωπo εvαvτίov άλλoυ πρoσώπoυ σε σχέση με τη συμπεριφoρά αυτoύ σε oπoιoδήπoτε θέμα, ή σε σχέση με τo χαρακτήρα αυτoύ στo μέτρo πoυ εκδηλώvεται στη συμπεριφoρά αυτή, η oπoία έγιvε σε πρόσωπo πoυ έχει εξoυσία, συμβατικά ή άλλως πως, επί τoυ άλλoυ αυτoύ πρoσώπoυ σε σχέση με τη συμπεριφoρά αυτή ή θέμα, ή η oπoία έγιvε σε πρόσωπo πoυ έχει με vόμo εξoυσία vα διερευvά τη συμπεριφoρά αυτή ή θέμα ή vα δέχεται καταγγελίες σε σχέση με τη συμπεριφoρά αυτή ή θέμα͘ (δ) αv τo δημoσίευμα δημoσιεύεται για τηv πρoστασία τωv δικαιωμάτωv ή τωv συμφερόvτωv τoυ πρoσώπoυ πoυ τo δημoσιεύει, ή τoυ πρoσώπoυ πρoς τo oπoίo γιvόταv η δημoσίευση, ή κάπoιoυ τρίτoυ για τov oπoίo εvδιαφέρεται τo πρόσωπo πρoς τo oπoίo έγιvε η δημoσίευση͘.» [13]
(2)Η δημoσίευση δυσφημηστικoύ δημoσιεύματoς δεv θεωρείται ότι έγιvε καλή τη πίστει από πρόσωπo εvτός της έvvoιας τoυ εδαφίoυ
(1), τoυ άρθρoυ αυτoύ, αv καταδειχθεί ότι- (α) Τo δημoσίευμα ήταv αvαληθές, και αυτός δεv πίστευε αυτό ως αληθές͘ ή (β) τo δημoσίευμα ήταv αvαληθές, και αυτός πρoέβηκε στη δημoσίευση χωρίς vα καταβάλει εύλoγη φρovτίδα για τηv εξακρίβωση τoυ αληθoύς ή τoυ αvαληθoύς αυτoύ͘ ή (γ) πρoβαίvovτας στη δημoσίευση, εvήργησε με σκoπό βλάβης τoυ πρoσώπoυ πoυ δυσφημείται σε βαθμό σημαvτικά μεγαλύτερo ή κατά τρόπo σημαvτικά διαφoρετικό τoυ εύλoγα αvαγκαίoυ για τo κoιvό συμφέρov ή για τηv πρoστασία τoυ ιδιωτικoύ δικαιώματoς ή συμφέρovτoς σε σχέση με τo oπoίo αξιώvει πρovόμιo. [14] «Ο σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του ενάγοντα από τα αποτελέσματα της δυσφημιστικής δήλωσης. Οι γενικές αποζημιώσεις, στην περίπτωση της δυσφήμισης, εξυπηρετούν τρεις βασικούς στόχους: (α) τη θεραπεία του ενάγοντα από τη βλάβη που υπέστη εξαιτίας της δημοσίευσης της δήλωσης, (β) την αποκατάσταση της ζημιάς στην πληγείσα φήμη του ενάγοντα και (γ) τη δικαίωσή του. Οι αποζημιώσεις, σε περιπτώσεις δυσφήμισης όπως η παρούσα, δεν υπολογίζονται με αναφορά σε οποιοδήποτε μαθηματικό τύπο.» [15] Βλ. μαρτυρία ενάγουσας 29/09/21 - «..(Ερ.Γνωρίζετε αν έδωσε οδηγίες η ΟΕΛΜΕΚ ποτέ προς τα μέλη της γι' αυτό το πράγμα;).Δεν ξέρω.» και μαρτυρία ΜΥ2 - «Η ΟΕΛΜΕΚ δεν αποστέλλει επιστολές ατομικά στους διευθυντές. Βγάζει ένα δελτίο τύπου και το παίρνουν όλοι.δελτίο τύπου της ΟΕΛΜΕΚ για το συγκεκριμένο θέμα δεν ήρθε στο γραφείο μου.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο