ΚΟΡΑΗ ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ (ΡΙΚ), Αρ. Αγωγής: 3442/2018, 17/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A183 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3442/2018 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX ΚΟΡΑΗ ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ Eνάγουσα και ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ (ΡΙΚ) Εναγόμενοι Αίτηση εκ μέρους των Εναγομένων ημερομηνίας 17/11/2021 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 17 Μαΐου 2022 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Γ. Τ. Χριστοφίδης για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για την Καθ' ης η Αίτηση: κ. Κ. Νικολαΐδης για Κ. Ν. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση η οποία καταχωρίστηκε στις 17/11/2021, επιδιώκεται εκ μέρους των Εναγομένων η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης ως ακολούθως: «. δια της προσθήκης της παραγράφου 6 (στ) ως κατωτέρω αναφέρεται:
- (στ) Στις 27/10/2020 οι Εναγόμενοι μαζί με τις Συνδικαλιστικές Οργανώσεις κατέληξαν σε τελικό διακανονισμό ο οποίος αφορούσε το Ταμείο Περιθωριακών Ωφελημάτων και μεταξύ άλλων αποφασίσθηκε ότι η συμφωνία για την καταβολή Περιθωριακών Ωφελημάτων όπως είχε συμφωνηθεί στη Συλλογική Σύμβαση του 1990 καταργείται και αντικαθίσταται από την παρούσα.» Η νομική βάση της υπό κρίση Αίτηση παρατίθεται αυτολεξεί: Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 Θ.1 και Δ.48 Θ. 1 - 4, στις γενικές και συμφυείς εξουσίας του Δικαστηρίου και στη Νομολογία του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, η υπό κρίση Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Δέσποινας Γεωργούλα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους (στο εξής η ΔΓ και η Ένορκη Δήλωση Γεωργούλα). Η ΔΓ αναφέρεται στον χρόνο καταχώρισης της Έκθεσης Υπεράσπισης, ήτοι 26/6/2019 λέγοντας ότι στις 13/5/21 το δικηγορικό γραφείο στο οποίο εργάζεται ανέλαβε την εκπροσώπηση των Εναγομένων. Σύμφωνα με τη ΔΓ, κατόπιν μελέτης του φακέλου που τους παραδόθηκε με τον διορισμό τους και μετά από διάθεση και παρουσίαση νέων στοιχείων από τους πελάτες τους, έγινε, σύμφωνα πάντα με τη ΔΓ, αντιληπτό ότι είχαν προκύψει κάποια νέα δεδομένα τα οποία επιδιώκονται με την υπό κρίση Αίτηση να δικογραφηθούν. Σύμφωνα με τη ΔΓ, η αιτούμενη τροποποίηση είναι καλόπιστη και αναγκαία ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και σε περίπτωση έγκρισης της, η Ενάγουσα δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά ή αδικία που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Η πλευρά της Ενάγουσας καταχώρισε στις 18/2/2022 ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση (στο εξής η Ένσταση της Ενάγουσας). Προβάλλονται 6 λόγοι ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως: - Η αίτηση είναι αντικανονική και παράτυπη επειδή δεν εξηγείται με ποιο τρόπο έχουν προκύψει νέα δεδομένα ως προς την αναγκαιότητα τροποποίησης, αφού δεν γίνεται αναφορά στις επιπτώσεις της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας στην ουσία της υπόθεσης. - Η Αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη καθώς οι Εναγόμενοι επέδειξαν υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και τυχόν έγκριση της θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα της Ενάγουσας. - Επιχειρείται προσθήκη νέας γραμμής υπεράσπισης που έρχεται σε αντίθεση με άλλους ισχυρισμούς της Έκθεσης Υπεράσπισης τους και είναι παντελώς άσχετη με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, με σκοπό την παραπλάνηση του σεβαστού Δικαστηρίου. Η Ένσταση της Ενάγουσας συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της ίδιας (στο εξής η ΕΓ και η Ένορκη Δήλωση Γερολέμου ). Η ΕΓ επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους ένστασης. Επισημαίνει ότι η προτιθέμενη τροποποίηση έρχεται σε αντίθεση με άλλο ισχυρισμό των Εναγομένων στην Έκθεση Υπεράσπισης τους, συγκεκριμένα αυτόν στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης, τον οποίο δεν επιχειρούν να αντικαταστήσουν. Τούτο διότι, σύμφωνα πάντα με τα όσα προβάλλονται στην Ένορκη Δήλωση Γερολέμου, ενώ στην Έκθεση Υπεράσπισης δικογραφείται ότι η Ενάγουσα σήμερα είναι συνταξιούχος και δεν είναι μέλος οποιασδήποτε Συντεχνίας των Υπαλλήλων των Εναγομένων, στην παράγραφο 5 της Ένορκης Δήλωσης Γεωργούλα που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα ανήκει στις Συνδικαλιστικές Οργανώσεις με τις οποίες έχει κατ' ισχυρισμό επέλθει συμφωνία σε σχέση με τη διευθέτηση με τελικό τρόπο των οφειλών που αφορούν το Ταμείο Περιθωριακών Ωφελημάτων. Περαιτέρω, η ΕΓ υποστηρίζει ότι η οποιαδήποτε συμφωνία και/ή συλλογική σύμβαση τυχόν επήλθε μεταξύ των Αιτητών και οποιασδήποτε Συνδικαλιστικής Οργάνωσης μετά την αφυπηρέτηση της Ενάγουσας από τους Εναγόμενους και την αποχώρηση της από όλες τις Συνδικαλιστικές Οργανώσεις, ουδόλως αφορά την Ενάγουσα και/ή την συμβατική της σχέση με τους Εναγόμενους και/ή τις συμβατικές υποχρεώσεις των Εναγομένων προς την Ενάγουσα και, κατ' επέκταση, είναι παντελώς άσχετη με την παρούσα υπόθεση. Ανατρέχοντας στον φάκελο της δικογραφίας, προκύπτει ότι το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρίστηκε στις 14/12/
- Ακολούθησε στις 26/6/2019 η καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης εκ μέρους των Εναγομένων. Στη συνέχεια, και αφού οι συνήγοροι της Ενάγουσας εξασφάλισαν, με τη σύμφωνη γνώμη των Εναγομένων, άδεια από το Δικαστήριο για παράταση του χρόνου καταχώρισης της Απάντησης στην Έκθεση Υπεράσπισης, στις 2/10/2019 καταχωρίστηκε η Απάντηση στην Έκθεση Υπεράσπισης. Την ίδια μέρα, ήτοι 2/10/2019 καταχωρίστηκε η κλήση για οδηγίες. Ακολούθησε η καταχώριση στις 5/10/20 αίτηση εκ μέρους της Ενάγουσας για ειδική αποκάλυψη εγγράφων η οποία, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, απορρίφθηκε στις 2/3/
- Από την πιο πάνω σύντομη αναδρομή στον φάκελο της δικογραφίας καθίσταται σαφές ότι η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε στο στάδιο μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες και ως εκ τούτου τυγχάνει εφαρμογής η Δ.25 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως έχει τροποποιηθεί. Η ρηθείσα διάταξη διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» (οι υπογραμμίσεις και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Από το λεκτικό της Δ.25 θ.3 προκύπτει ότι η τροποποίηση δικογράφου μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, δεν επιτρέπεται, με εξαίρεση τις ακόλουθες δύο περιπτώσεις:
(1)την τροποποίηση που σκοπεί στη διόρθωση εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας και
(2)στην περίπτωση που η τροποποίηση είναι αναγκαία, λόγω του ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα που δεν ήταν υπαρκτά κατά τον χρόνο καταχώρισης του δικογράφου του οποίου σκοπείται η τροποποίηση. Η νομολογία σε σχέση με τη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίηση της, καθιέρωσε μία φιλελεύθερη προσέγγιση επιτρέποντας τροποποιήσεις δικογράφων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και όταν η όποια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι αφενός, είναι αναγκαία για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και αφετέρου, ότι δεν τίθεται ζήτημα κακοπιστίας και ζημιάς ή αδικίας η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. [1] Είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι η φιλελεύθερη προσέγγιση που καθιέρωσε η Νομολογία πριν την τροποποίηση της Δ.25, δεν μπορεί να υιοθετηθεί πλήρως στο πλαίσιο εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης αφού το λεκτικό της νέας Δ.25 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαφοροποιείται ουσιωδώς από το λεκτικό της προηγούμενης Διαταγής 25. Αυτό το οποίο καλείται το Δικαστήριο να διαπιστώσει είναι το κατά πόσο η υπό εξέταση περίπτωση εμπίπτει σε μια εκ των δυο εξαιρέσεων που καθιερώνει η Δ.25 θ.3, ώστε να είναι εφικτή η τροποποίηση. Εν προκειμένω, είναι σαφές ότι επιδιώκεται να δικογραφηθεί ένα γεγονός το οποίο, όπως προκύπτει τόσο από την Ένορκη Δήλωση Γεωργούλα όσο και από το περιεχόμενο της παραγράφου που επιδιώκεται να εισαχθεί στην Έκθεση Υπεράσπισης, έχει επισυμβεί μετά την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης με τρόπο ώστε η υπό εξέταση περίπτωση να εμπίπτει εντός των δύο εξαιρέσεων που περιοριστικά απαριθμούνται στη Δ.25 θ.3 ως έχει τροποποιηθεί. Ειδικότερα, ενώ η Έκθεση Υπεράσπισης καταχωρίστηκε στις 26/6/2019, στις 27/10/2020 επήλθε η συμφωνία που επιδιώκεται να δικογραφηθεί. Αυτό βεβαίως, λαμβανομένων υπόψη και των λόγων ένστασης που προβάλλονται, δεν οδηγεί δίχως άλλο σε έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης. Σε ότι αφορά τους λόγους ένστασης που συναρτώνται ουσιαστικά με την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης κρίνω σκόπιμο να προβώ σε μία συνοπτική αναφορά στις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων αφού έτσι θα καταστεί ευκολότερα αντιληπτή η προσέγγιση του Δικαστηρίου επί του επίμαχου ζητήματος. Με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων το ποσό των €31.400 πλέον τόκο το οποίο, σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, οφείλεται σε αυτήν ως δικαιούχος στο Ταμείο Περιθωριακών Ωφελημάτων που οι Εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στους υπαλλήλους και δικαιούχους του εν λόγω Ταμείου κατά την αφυπηρέτηση τους, δυνάμει συμφωνίας και/ή συμφωνιών μεταξύ των Εναγομένων και των Συντεχνιών των Εναγομένων. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, με βάση συμφωνία (πρακτικό) που υπογράφηκε στις 22.6.1990 μεταξύ της διεύθυνσης των Εναγομένων και των Συντεχνιών των υπαλλήλων των Εναγομένων και αφορούσε την ανανέωση της συλλογικής σύμβασης που έληξε στις 31/12/1988 και άρχιζε από την 1/1/1989, για πρώτη φορά παραχωρούντο από τους Εναγόμενους ποσά σε ειδικό ταμείο με το όνομα «Ταμείο Περιθωριακών Ωφελημάτων μονίμων υπαλλήλων του ΡΙΚ» με βάση το μισθολόγιο των μόνιμων υπαλλήλων των Εναγομένων, δηλαδή σύμφωνα με το μισθολόγιο ενός εκάστου υπαλλήλου μέχρι την αφυπηρέτησή του (στο εξής το Ταμείο). Είναι περαιτέρω η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι επειδή το μισθολόγιο αποτελείται από διαφορετικό μισθό ενός εκάστου υπαλλήλου έτσι και η απόδοση του πληρωτέου ποσού στον κάθε δικαιούχο υπάλληλο θα πρέπει να γίνει με τα επί τοις εκατό ποσοστά του μισθού κάθε μόνιμου υπαλλήλου από το 1989 μέχρι την ημέρα αφυπηρέτησης του και πρέπει να είναι μέσα στα χρονικά περιθώρια λειτουργίας του Ταμείου, με αποτέλεσμα, κατά την Ενάγουσα, να μην συντρέχει κανένας λόγος διαμάχης προς εξεύρεση του πληρωτέου ποσού στην Ενάγουσα. Επιπρόσθετα, στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα γίνεται αναφορά σε ανεπίσημη και με άκρα μυστικότητα παραχώρηση Περιθωριακών Ωφελημάτων σε οκτώ
(8)Τμηματάρχες/Διευθυντές των Εναγομένων εκ των οποίων οι 5 έχουν αφυπηρετήσει και που ήταν ανάλογη με τα έτη υπηρεσίας τους σε συνάρτηση με τα έτη λειτουργίας του Ταμείου και επί τοις εκατό αναλογίας του μισθού τους. Προσθέτει η Ενάγουσα ότι περί το έτος 2016 είχε λεχθεί ότι υπήρχε απόφαση της Κυβέρνησης για παραχώρηση του ποσού που ήταν κατατεθειμένο στο λογαριασμό του ταμείου Περιθωριακών Ωφελημάτων στους δικαιούχους πλην όμως δεν έγινε τίποτα επειδή οι Συντεχνίες διαφωνούν μεταξύ τους αναφορικά με τον τρόπο διαμοιρασμού του ποσού. Με την Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι εγείρουν διάφορες προδικαστικές ενστάσεις. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι η συλλογική σύμβαση δεν είναι νομικά εφαρμόσιμη και δεν δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα ενώπιον αστικού Δικαστηρίου. Αναφέρουν επίσης ότι δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα επειδή δεν έχει ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση διαμοιρασμού και/ή διάθεσης του ποσού που έχει συγκεντρωθεί επ' ονόματι των Εναγομένων ως Περιθωριακά Ωφελήματα. Προβάλλεται επίσης, προδικαστικά, η θέση ότι οι αξιώσεις της Ενάγουσας αντιτίθενται στη συλλογική σύμβαση εργασίας βάσει της οποίας αποφασίστηκε η καταβολή περιθωριακών ωφελημάτων ως ποσοστό επί του μισθολογίου από τους Εναγόμενους. Τέλος, προβάλλεται η θέση ότι σε περίπτωση ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος τότε τέτοιας φύσεως διαφορά αποτελεί εργατική διαφορά με το παρόν Δικαστήριο να στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε καταχρηστικά αφού έχει εκπνεύσει η προθεσμία καταχώρησης αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Άνευ βλάβης των προδικαστικών τους ενστάσεων, οι Εναγόμενοι απορρίπτουν τις θέσεις της Ενάγουσας και τις αξιώσεις που αυτή προβάλλει. Ισχυρίζονται ότι στο πλαίσιο συλλογικής σύμβασης που συνομολογήθηκε μεταξύ των Εναγομένων και των Συντεχνιών που εκπροσωπούσαν τους υπαλλήλους των Εναγομένων, συμφωνήθηκε όπως οι Εναγόμενοι αρχίσουν να καταβάλλουν ως εισφορά προς όφελος των μόνιμων υπαλλήλων τους περιθωριακά ωφελήματα στη βάση ποσοστού επί του συνόλου του μισθολογίου χωρίς να αποκόπτουν τα εν λόγω ποσά από τον μισθό κάθε υπαλλήλου, αλλά να τα καταβάλλουν επιπρόσθετα. Οι Εναγόμενοι επισημαίνουν ότι δεν έχει ακόμα ληφθεί απόφαση αναφορικά με τη διάθεση και/ή τον τρόπο διάθεσης του ποσού των περιθωριακών ωφελημάτων. Καθίσταται λοιπόν σαφές, ότι η ίδια η Ενάγουσα, δικογραφικά, θέτει ως βάση της απαίτησης της εναντίον των εναγομένων τη συμφωνία ημερομηνίας 22/6/1990 μεταξύ των Εναγομένων και των Συντεχνιών των υπαλλήλων των Εναγομένων καθώς και τις «επόμενες συλλογικές συμβάσεις» που προνοούσαν την αύξηση του ποσοστού που θα καταβαλλόταν ως περιθωριακά ωφελήματα με το ύψος του ποσού που αξιώνει η Ενάγουσα να φαίνεται να έχει υπολογιστεί με τον τρόπο που κατά τη θέση της Ενάγουσας θα πρέπει να γίνει ο διαμοιρασμός των περιθωριακών ωφελημάτων, στους δικαιούχους τους, μεταξύ των οποίων και η Ενάγουσα σύμφωνα με τη δικογραφημένη της θέση.[2] Επιδιώκεται με την προτεινόμενη τροποποίηση να δικογραφηθεί ότι έχει επέλθει κατάργηση της συλλογικής σύμβασης του 1990 στην οποία η ίδια η Ενάγουσα, δικογραφικά, φαίνεται να στηρίζει την αξίωση της, μέσω μίας νέας συμφωνίας που έχει κατ' ισχυρισμό συναφθεί στις 27/10/2020, αντικείμενο της οποίας, σύμφωνα με τη θέση που επιδιώκεται να δικογραφηθεί, είναι ο τελικός διακανονισμός των επίδικων περιθωριακών ωφελημάτων για τον διαμοιρασμό των οποίων, σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγομένων, δεν είχε, κατά τον χρόνο καταχώρισης της Έκθεσης Υπεράσπισης, ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση εκ μέρους των Εναγομένων. Υπό αυτές τις περιστάσεις, είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι η αιτούμενη τροποποίηση σχετίζεται άμεσα με την επίδικη συλλογική σύμβαση του 1990, στην οποία άλλωστε, δικογραφικά φαίνεται να στηρίζεται η Ενάγουσα, με τρόπο ώστε το γεγονός που επιδιώκεται να δικογραφηθεί να καθίσταται σχετικό με τα επίδικα θέματα και αναγκαίο για τον ακριβή προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων. Η θέση που προβάλλεται στην Ένορκη Δήλωση Γερολέμου προς υποστήριξη της ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση ότι η οποιαδήποτε συμφωνία ή συλλογική σύμβαση τυχόν επήλθε μεταξύ των Εναγομένων και των Συνδικαλιστικών οργανώσεων ουδόλως αφορά τη συμβατική σχέση της Ενάγουσας με τους Εναγόμενους και/ή τις συμβατικές υποχρεώσεις των Εναγομένων με την Ενάγουσα είναι προβληματική για τους ακόλουθους λόγους: Πέραν του ότι δεν φαίνεται να δικογραφείται ότι η Ενάγουσα έχει καταστεί δικαιούχος των επίδικων περιθωριακών ωφελημάτων στη βάση σύμβασης μεταξύ της ίδιας και των Εναγόμενων (αλλά στη βάση συλλογικής σύμβασης μεταξύ των Εναγομένων και των συνδικαλιστικών οργανώσεων των υπαλλήλων των Εναγομένων), ένα τέτοιο επιχείρημα, το οποίο φαίνεται να συναρτάται με τον επηρεασμό των όποιων δικαιωμάτων της Ενάγουσας από τη νέα συμφωνία που έχει επέλθει δεν επιδρά στο ζητούμενο στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, ήτοι, την αναγκαιότητα και σχετικότητα της προτεινόμενης τροποποίησης με τα επίδικα θέματα, η οποία έχει, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, καταδειχθεί. Άλλωστε, η πλευρά της Ενάγουσας θα έχει την ευκαιρία να τοποθετηθεί δικογραφικά σε σχέση με το ζήτημα αυτό μέσω της τροποποιημένης απάντησης της στην Έκθεση Υπεράσπισης. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τους λόγους ένστασης που συναρτώνται με τη θέση της Ενάγουσας περί υπέρμετρης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης, δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων της Ενάγουσας και κατάχρησης της διαδικασίας. Η Ενάγουσα παραπονείται ότι το γεγονός το οποίο επιδιώκεται να δικογραφηθεί έλαβε χώρα ένα έτος πριν την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης και 6 μήνες μετά την ανάληψη και μελέτη της υπόθεσης από τους νέους δικηγόρους των Εναγομένων οι οποίοι καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση. Αδιαμφισβήτητα, ο χρόνος καταχώρισης μίας αίτησης για τροποποίηση είναι παράγοντας σχετικός αλλά όχι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα καθοριστικής σημασίας με τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να ασκείται αφού συνυπολογισθούν όλα τα σχετικά δεδομένα στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης με κυρίαρχο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου την ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, τη διατύπωση των θέσεων των διαδίκων και τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης.[3] Εν προκειμένω, είναι γεγονός ότι από την ημερομηνία που επισυνέβη το γεγονός που επιδιώκεται να δικογραφηθεί μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης έχει παρέλθει χρονικό διάστημα ενός έτους και 20 ημερών. Δεν είναι όμως χωρίς σημασία και το γεγονός ότι σε αυτό το διάστημα μεσολάβησε η αλλαγή στην εκπροσώπηση των Εναγομένων με τους νέους συνήγορους των Εναγομένων να καταχωρούν την υπό κρίση Αίτηση 6 περίπου μήνες μετά τον διορισμό τους και αφού είχαν την ευκαιρία στο διάστημα αυτό να μελετήσουν την υπόθεση που τους ανατέθηκε, μελέτη η οποία έκανε αντιληπτό το γεγονός ότι είχαν προκύψει νέα δεδομένα τα οποία δεν δικογραφήθηκαν επειδή δεν είχαν λάβει χώρα κατά τον χρόνο της καταχώρισης της Έκθεσης Υπεράσπισης και τα οποία, ως αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση Γεωργούλα, έκριναν σημαντικά για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, δεν μπορώ να διαγνώσω την ύπαρξη τέτοιας υπέρμετρης καθυστέρησης εκ μέρους των Εναγομένων που να ισοδυναμεί με πρόθεση πρόκλησης καθυστέρησης στη διαδικασία. Επισημαίνεται ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν δημιουργείται με την αιτούμενη τροποποίηση οποιοδήποτε ανυπέρβλητο εμπόδιο ή τέτοια ζημιά στα συμφέροντα της Ενάγουσας ή τέτοιος δυσμενής επηρεασμός που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα τη στιγμή μάλιστα που η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα αρχίσει. Δυσμενής επηρεασμός, αν δεν καταδειχθεί με στοιχεία, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα ύπαρξής του. Ούτε διαπιστώνεται από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε σκόπιμη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, οι σχετικοί λόγοι ένστασης είναι απορριπτέοι και απορρίπτονται. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τα όσα τέθηκαν σε σχέση με το ζήτημα της κακοπιστίας. Έχει νομολογηθεί ότι για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη.[4] Στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχω εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας περί ύπαρξης κακοπιστίας. Συνακόλουθα, οι σχετικοί λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Τέλος, σε ότι αφορά τη θέση περί προσθήκης νέας γραμμής υπεράσπισης, η θέση αυτή είναι, για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια, προδήλως αβάσιμη και κατ' επέκταση απορριπτέα. Υπενθυμίζεται η καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής ή υπεράσπισης δεν οδηγεί δίχως άλλο σε απόρριψη της αίτησης αλλά αποτελεί παράγοντα που συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης τροποποίησης.[5] Εν προκειμένω όμως δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα. Σύμφωνα με τη θέση της Ενάγουσας, επειδή στην Ένορκη Δήλωση Γεωργούλα γίνεται αναφορά στο ότι η συμφωνία που έχει επέλθει και επιδιώκεται να δικογραφηθεί έγινε μεταξύ των Εναγομένων και των Συνδικαλιστικών Οργανώσεων στις οποίες ανήκει η Ενάγουσα (χρησιμοποιώντας ενεστώτα χρόνο), αυτό έρχεται σε αντίθεση με την παραδοχή των Εναγομένων στο δικόγραφο τους ότι η Ενάγουσα είναι σήμερα συνταξιούχος και δεν είναι μέλος οποιασδήποτε συντεχνίας των υπαλλήλων των εναγομένων. Είναι ξεκάθαρο από την πιο πάνω σύνοψη του υπόβαθρου που στηρίζει τη θέση αυτή ότι δεν επιδιώκεται η δικογράφηση οποιουδήποτε ισχυρισμού που έρχεται σε αντίθεση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγομένων, ως διατείνεται η Ενάγουσα, παρά μόνο το γεγονός της νέας συμφωνίας η οποία έχει επέλθει. Υπό το φως όλων των ανωτέρω και συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ των Αιτητών. Συνεπώς, εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης ως η παράγραφος 1 της υπό κρίση Αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωριστεί εντός 20 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος Διατάγματος και τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση εντός 20 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης. Η σύνταξη του διατάγματος να ζητηθεί εντός δύο ημερών από σήμερα. Λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα της παρούσας Αίτησης αλλά και του κανόνα ότι ο διάδικος που ζητά την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης (costs thrown away), τα έξοδα της παρούσας Αίτησης καθώς επίσης και όσα έξοδα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation
(2013)1 (Α) Α.ΑΔ 543, Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 33, 36, 37, Μάκης Σαββίδης ν Αυγής Π. Μαθηκολώνη - Πουργουρίδου, ΄Εφεση Αρ. 5/2016, 15/2/2018, Λάμπη v. Alpha Bank Limited, Πολιτική Έφεση Αρ.: 372/2012, ημερ. 26/3/2019, Forcan v. Hemslade Trading Ltd, Πολιτική Εφεση Αρ. 43/2013, ημερ. 6/11/2018 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016, ECLI:CY:AD:2016:A87), Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ 934) στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd. v. Associated Newspapers Ltd
(1970)1 All E.R. 754 [2] Σχετικές είναι οι παράγραφοι 5, 6, 7 και 18 Α της Έκθεσης Απαίτησης. [3] Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά., Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014, Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 817, Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24, Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11 [4] Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν ΓΕ
(2012)1Α ΑΑΔ 745, 751 και Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A. & G. Leventis & Company
(1993)1 Α.Α.Δ. 726), Astor Co κ.ά. v. A & G Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). [5] Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745 Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707, Ετήσια Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) του 1958 στη σελ. 624. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο