← Κύπρος

EVGENIEVICH FISENKO ν. NATIACO HOLDING LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2806/2021, 18/5/2022

EVGENIEVICH FISENKO ν. NATIACO HOLDING LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2806/2021, 18/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A185 Αρ. Αγωγής: 2806/2021 Μεταξύ: XXXXX EVGENIEVICH FISENKO, από την Ρωσία Ενάγοντος Και

  1. NATIACO HOLDING LIMITED, από την Λευκωσία
  2. XXXXX ΠΑΣΚΟΒΑ ΣΤΡΟΥΘΟΥ, από την Λευκωσία
  3. XXXXX ΚΟΡΩΝΗΣ, από την Λευκωσία
  4. XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, από την Λευκωσία
  5. XXXXX ΚΑΚΟΥΛΛΗ, από την Λευκωσία
  6. XXXXX ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, από την Λευκωσία
  7. ABACUS SECRETARIAL LIMITED, από την Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση ημερ. 29.11.21 υπό ενάγοντος - αιτητή για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 18 Μαΐου 2022 Για ενάγοντα - αιτητή: κος Μάρκος Δημοσθένους Για εναγομένη 1 - καθ' ης η αίτηση: κος Μάρκος Δράκος Για εναγομένους 2 έως 7 - καθ' ων η αίτηση: κος Κώστας Φιλίππου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Προκύπτει από την έκθεση απαίτησης ότι η παρούσα υπόθεση αφορά αυτοτελή αγωγή αποκάλυψης. Ο ενάγων που είναι Ρώσος υπήκοος και κάτοχος ποσοστού μετοχών της εναγομένης 1 Κυπριακής εταιρείας Natiaco Holding Limited (στο εξής Natiaco), ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα που αφορούν σε διαπραχθείσα αδικοπραξία εναντίον του, είναι σε μεγάλο βαθμό άγνωστα σε αυτόν. Ως εκ τούτου προωθεί την παρούσα αγωγή, προκειμένου να εντοπίσει το σύνολο των εμπλεκομένων φυσικών και νομικών προσώπων και των γεγονότων που σχετίζονται με την κατ' ισχυρισμό αδικοπραξία και να δικογραφήσει ειδικά τους ισχυρισμούς του, σε αστικές διαδικασίες που προτίθεται να εγείρει εντός και εκτός δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της αίτησης, ο ενάγων εργοδοτείτο στην DocDoc Holding Limited (στο εξής DocDoc) δια μέσου διαφόρων εμπλεκόμενων εταιρειών, η οποία είναι ρωσική πλατφόρμα παροχής ιατρικών υπηρεσιών που τα τελευταία χρόνια παρουσίασε τεράστια εξέλιξη. Για σκοπούς προώθησης και ανέλιξης της πλατφόρμας DocDoc, παραχωρήθηκαν ως εισοδηματικό κίνητρο σε 4 διευθυντικά στελέχη συμπεριλαμβανομένου και του ενάγοντα, μετοχές της DocDoc Holding Limited. Συγκεκριμένα στον ενάγοντα παραχωρήθηκαν 474 μετοχές. Η Natiaco είναι το όχημα μέσω του οποίου κατέχεται η DocDoc, αφού τα πνευματικά δικαιώματα της πλατφόρμας και η πλειοψηφία των υπαλλήλων της, είναι εγγεγραμμένα στις Ρωσικές εταιρείες Docdoc Limited Liability Company και Innovative Services Limited Liability Company, των οποίων δικαιούχος είναι η Natiaco. Συγκεκριμένα, η Natiaco κατέχει το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Docdoc Limited Liability Company ενώ η Docdoc Limited Liability Company κατέχει το 99.9% του μετοχικού κεφαλαίου της Innovative Services Limited Liability Company. Το υπόλοιπο 0.1% κατέχεται απευθείας από την Natiaco. Κατά η περί τα τέλη του 2016 τροχοδρομήθηκε η πώληση της DocDoc σε μια από της μεγαλύτερες Ρωσικές τράπεζες, την Sberbank PJSC δια μέσου της θυγατρικής της Ρωσικής εταιρείας, Digital Assets LLC. Για την ολοκλήρωση της πώλησης, μεταβιβάστηκε το σύνολο τον μετοχών της Natiaco που κατείχε η DocDoc Holding Ltd (1591 μετοχές) στην Digital Assets LLC. Η εργοδότηση του ενάγοντα στην Docdoc τερματίστηκε στην συνέχεια με τον ίδιο να ισχυρίζεται ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα της δημιουργίας ενός αβάστακτου εργασιακού περιβάλλοντος από τον ιδρυτή της Docdoc Dmitry Petrukhin. Κατά τον ενάγοντα, η εξώθηση του να αποχωρήσει από την εταιρεία, διαφάνηκε εκ των υστέρων, ότι αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου για να κατηγοριοποιηθεί ως κακώς/δυσμενώς αποχωρήσας (bad leaver) και να του αποστερηθεί το δικαίωμα πώλησης των μετοχών του σε δίκαιη τιμή, αντιπροσωπευτική της αξίας τους στην αγορά, δυνάμει της Συμφωνίας Προαίρεσης που υπέγραψαν οι Διευθυντές της Docdoc. Αυτό έγινε μετά την αντίθεση του σε πρόνοιες τις πιο πάνω συμφωνίας και συγκεκριμένα τον όρο που καθόριζε το χρονικό σημείο που ο ενάγων δικαιούτο να εξασκήσει το δικαίωμα πώλησης των μετοχών του. Σύμφωνα με την εκδοχή του ενάγοντα, χρειάζεται να λάβει στοιχεία, πληροφορίες και έγγραφα δια μέσου των οποίων να αναγνωρίζονται όλοι οι πραγματικοί αδικοπραγήσαντες εναντίον του για την πώληση των πιο πάνω μετοχών του στην Natiaco σε τιμή πολύ χαμηλότερη της αγοραίας αξίας τους, ως και να προσπαθήσει να εντοπίσει και περαιτέρω να αποδείξει την αλυσίδα των επιβλαβών γεγονότων, προκειμένου να δικογραφήσει την απαίτηση του καθώς και να την προωθήσει εναντίον όλων των συμμετεχόντων. Σύμφωνα δε με την τελική αγόρευση του συνηγόρου του ενάγοντα, τα στοιχεία αυτά είναι επίσης αναγκαία ώστε να διευκρινιστεί κατά πόσον ο ενάγων θα προχωρήσει σε δικαστικές διαδικασίες στην Κύπρο ή στην Ρωσία. Ο ενάγων σύμφωνα με τον συνήγορο του, εξ' αρχής δήλωσε την πρόθεση του να κινήσει διαδικασίες είτε εντός είτε εκτός δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Η επιλογή όμως της δικαιοδοσίας μπορεί να γίνει μόνο όταν ο ενάγων έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία για να μπορέσουν οι νομικοί του σύμβουλοι να τα αξιολογήσουν και να τον συμβουλεύσουν ανάλογα. Σημειώνεται ότι οι εναγόμενοι 2 - 6, είναι διευθυντές της Natiaco και η εναγομένη 7, γραμματέας της. Αποτελούν δηλαδή τα πρόσωπα που κατά τον ενάγοντα, έχουν τον πλήρη έλεγχο της. Επιπλέον, είναι τα πρόσωπα που παρείχαν υπηρεσίες διοικητικής και εταιρικής φύσης για τη σύσταση και διαχείριση της Natiaco. Στα πλαίσια αυτά, εξουσιοδοτούσαν ή ανακαλούσαν εξουσιοδοτήσεις για συμμετοχή στις Γενικές Συνελεύσεις και στα σώματα λήψης αποφάσεων της Natiaco. Είναι ως εκ τούτου, τα πρόσωπα που μπορούν να δώσουν τις αναγκαίες πληροφορίες για την κατ' ισχυρισμό αδικοπραξία που διαπράχθηκε εναντίον του ενάγοντα. Ταυτόχρονα με την αγωγή, ο ενάγων καταχώρησε μονομερώς ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων αποκάλυψης συγκεκριμένων στοιχείων και εγγράφων που αφορούν την εναγομένη 1 και σχετίζονται με την εκτίμηση και πώληση των μετοχών του αλλά και την κατηγοριοποίηση του ως κακώς και/ή δυσμενώς αποχωρήσαντα (bad leaver). Ζητά επίσης την έκδοση εναντίον όλων των εναγομένων, διαταγμάτων φίμωσης (gagging orders), τα οποία να εμποδίζουν τους εναγόμενους από το να πληροφορήσουν πλην των νομικών τους συμβούλων, καθ' οιονδήποτε τρόπο σε οποιοδήποτε πρόσωπο και ειδικά στα πρόσωπα στα οποία αφορά η παρούσα, την έγερση της παρούσας αγωγής από τον ενάγοντα μέχρι την αποκάλυψη και/ή την παράδοση των εγγράφων και/ή πληροφοριών που ζητούνται με την αίτηση και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι τελείας ακροάσεως της ενδιάμεσης αίτησης, περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου. Επιζητείται επίσης απαγορευτικό διάταγμα που να απαγορεύει και ή εμποδίζει τους εναγόμενους από το να καταστρέψουν και/ή αλλοιώσουν και/ή τροποποιήσουν και/ή αποκρύψουν τα έγγραφα και/ή τα στοιχεία και/ή τις πληροφορίες που επιζητούνται με την παρούσα αίτηση μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι τελείας ακροάσεως της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης, περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση της αίτησης που υπογράφεται από δικηγόρο του γραφείου των συνηγόρων του ενάγοντα, επισυνάπτεται γραπτή δήλωση του ενάγοντα (γραπτή δήλωση Fisenko), στην οποία παρατίθενται όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του για διάπραξη συγκεκριμένων αδικοπραξιών εναντίον του. Ο συνήγορος του ενάγοντα κατά την διαδικασία μονομερούς εξέτασης της αίτησης, περιόρισε το αίτημα του για μονομερή έκδοση, μόνο για διατάγματα φίμωσης και απαγόρευσης καταστροφής των αιτούμενων στοιχείων. Για τα υπόλοιπα αιτήματα αποκάλυψης, ζήτησε την επίδοση της αίτησης στην άλλη πλευρά. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, εξέδωσε μονομερώς τα διατάγματα φίμωσης και απαγόρευσης καταστροφής ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης. Αναφορικά με τα υπόλοιπα αιτήματα αποκάλυψης ως η παράγραφος Γ, διέταξε την επίδοση της αίτησης στους εναγομένους. Διέταξε επίσης για σκοπούς οριστικοποίησης, την επίδοση στους εναγομένους των διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς. Κατά την διαδικασία οριστικοποίησης, οι εναγόμενοι εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και αμφισβήτησαν, τόσον την συνέχιση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων, όσον και την έκδοση των αιτημάτων αποκάλυψης για τα οποία διατάχθηκε η επίδοση. Οι λόγοι ένστασης τόσο της εναγομένης 1 όσον και των εναγομένων 2-7 είναι πανομοιότυποι. Αναφέρεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας για την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης αφού δεν καταδεικνύεται καθόλου ή επαρκώς η ύπαρξη οποιασδήποτε αδικοπραξίας ή η ανάπτυξη των εναγομένων σε οποιαδήποτε αδικοπραξία. Αναφέρεται επιπλέον ότι ο ενάγων έχει τη δυνατότητα να ζητήσει τις αιτούμενες πληροφορίες στα πλαίσια διαιτητικής διαδικασίας δυνάμει ρήτρας διαιτησίας και/ή η παρούσα αίτηση είναι αντίθετη με τις πρόνοιες της ρήτρας διαιτησίας. Συγκεκριμένα στην επίδικη Συμφωνία Προαίρεσης αναφέρεται στον όρο 15.1 ότι οι διαφορές που προκύπτουν από αυτήν θα πρέπει να επιλυθούν δυνάμει του Αγγλικού Δικαίου, σε διαιτησία στο LCIA στο Λονδίνο μεταξύ του ενάγοντος και της Digital Assets LLC. Αναφέρεται επίσης ότι το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης δεν είναι αναγκαίο, με δεδομένο ότι η ταυτότητα των κατ' ισχυρισμό αδικοπραγούντων είναι ήδη γνωστή στον ενάγοντα και οι πληροφορίες που αυτός κατέχει είναι επαρκείς για να κινηθεί με διαιτητική διαδικασία εναντίον τους. Είναι επιπλέον η θέση των εναγομένων ότι η αίτηση είναι εξαιρετικά καταπιεστική, με την έννοια ότι η αποκάλυψη που ζητά ο ενάγων είναι ευρύτατη και επιζητεί εμπιστευτικά και εμπορικά ευαίσθητα έγγραφα και πληροφορίες. Εναλλακτικά, η αποκάλυψη που επιδιώκεται δεν είναι απαραίτητη και είναι δυσανάλογη προς τους σκοπούς για τους οποίους επιζητείται. Είναι συναφώς η θέση των εναγομένων ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal και η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  8. Αυτό γιατί οι κατ' ισχυρισμό αδικοπραξίες και οι βάσεις αγωγής κατά των κατ' ισχυρισμό αδικοπραγούντων, συνιστούν ζητήματα ή διαφορές που συνδέονται με τη Συμφωνία Προαιρέσεως και ως εκ τούτου, διέπονται από το Αγγλικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, ο ενάγων είχε υποχρέωση να προσκομίσει αποδεκτή μαρτυρία ως προς το εφαρμοστέο Αγγλικό δίκαιο που να καλύπτει και να σχετίζεται με οποιεσδήποτε κατ' ισχυρισμό αδικοπραξίες. Αναφορικά με τα αιτούμενα διατάγματα υπό παρ. Α (φίμωσης), Β (μη καταστροφής), Ε (παρουσίασης εγγράφων) και Στ (χρήσης), είναι η θέση των εναγομένων ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης τους και η συνέχιση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων. Επιπλέον, η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων φίμωσης δεν δικαιολογείται υπό τας περιστάσεις της παρούσας αφού δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε κίνδυνος για διασκορπισμό περιουσιακών στοιχείων ή καταστροφής μαρτυρίας και/ή κίνδυνος τέτοιας εμβέλειας που να καθιστά αναγκαία την έκδοση διατάγματος φίμωσης. Γίνεται επίσης αναφορά στους λόγους ένστασης, σε καθυστέρηση στην προώθηση της διαδικασίας από τον ενάγοντα. Κατά τους εναγομένους, τα ουσιαστικά γεγονότα που αφορούν τις κατ' ισχυρισμό αδικοπραξίες ήταν εις γνώση του ενάγοντα από την 1.7.2020 όταν παρέλαβε την επιστολή της Digital Assets με την οποία του αναφέρθηκε ότι είχε προηγηθεί γεγονός κακής αποχώρησης (bad leaver event) και ότι η αξία των μετοχών θα υπολογιζόταν στην τιμή των 150,000 RUB, όπως προνοούσε η Συμφωνία Προαιρέσεως. Για τους ιδίους λόγους, το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει κατά τους εναγομένους υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Στους λόγους ένστασης, γίνεται επίσης αναφορά σε απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων από τον ενάγοντα κατά την μονομερή διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα δεν αποκαλύφθηκε ότι η Συμφωνία Προαιρέσεως περιέχει αποκλειστική ρήτρα εφαρμοστέου δικαίου, η οποία προβλέπει μεταξύ άλλων, ότι οποιαδήποτε ζητήματα ή διαφορές που συνδέονται με την Συμφωνία Προαιρέσεως (είτε αυτές είναι συμβατικές ή μη συμβατικές κατά φύση, όπως απαιτήσεις στη βάση αστικών αδικημάτων ή παράβασης νόμου ή κανονισμού ή άλλως πως) θα διέπονται και θα ερμηνεύονται σύμφωνα με το Αγγλικό δίκαιο. Δεν αποκαλύφθηκε επίσης η ρήτρα διαιτησίας, η οποία προβλέπει μεταξύ άλλων, ότι όλες οι διαφορές που σχετίζονται με την Συμφωνία Προαιρέσεως, θα επιλύονται τελικώς με διαιτησία σύμφωνα με τους κανονισμούς διαιτησίας του LCIA (London Court of International Arbitration). Κατά τους εναγομένους, αποκρύφτηκε περαιτέρω από το Δικαστήριο ότι οι κανονισμοί διαιτησίας του LCIA, περιέχουν πρόνοιες δυνάμει των οποίων μπορεί να διαταχθεί αποκάλυψη πληροφοριών και εγγράφων, όπως αυτές που αιτείται ο ενάγων να αποκαλυφθούν στην παρούσα διαδικασία. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται τέλος ότι ο ενάγων δεν αποκάλυψε στην συμφωνία τερματισμού της εργοδότησης του (τεκμ. 10Β στην γραπτή δήλωση Fisenko), την δήλωση του ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του εργοδότη του. Είναι ως εκ τούτου η θέση των εναγομένων ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς να εξεταστούν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος, λόγω απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων κατά την μονομερή διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν καταθέτοντας με οδηγίες του Δικαστηρίου γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον μου, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους όπως προκύπτουν από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Δεν θεωρώ σκόπιμο στα στάδιο αυτό να αναφερθώ αναλυτικά στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη ανάλυση θα γίνει όπου χρειάζεται, στα στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  9. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
  10. Οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του πιο πάνω άρθρου, είναι οι εξής: · Απόδειξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση · Απόδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην απόδειξη της έννοιας του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, απαιτείται από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του, συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας του άρθρου 32, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου

(1994)1 ΑΑΔ 201). Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Από την άλλη, έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης, εκείνου του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, προκειμένου να αποφασιστεί στον απαιτούμενο βαθμό, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Λόρδος κ.α. ν. Σιακόλα κ.α., Πολ. Έφεση, Ε143/2015, ημ. 23/3/2017). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται γενικά σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179, 202). Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32, συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, εξετάζεται και τυχόν καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας από τον ενάγοντα και κατά πόσον αυτή επηρέασε την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων υπέρ του εναγομένου. Όπως έχει νομολογηθεί, η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατόν να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος. Σχετική είναι η απόφαση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 788, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «. Η καθυστέρηση εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία αν και τα Δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του Ενάγοντα να επιτύχει τελικά στην αγωγή του και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχαστεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα.» Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Αναφορικά με την απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, έχει νομολογηθεί ότι σε μονομερή αίτηση, επιβάλλεται στον αιτητή να αποκαλύψει στο Δικαστήριο, όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως. Ως εκ τούτου, ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε ουσιαστικά γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και τα οποία δυνατόν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Όπως τονίζεται τόσον στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου ο διάδικος καταχωρεί μονομερή αίτηση και αιτείται στην απουσία του αντιδίκου του, κάποια θεραπεία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη στο Δικαστήριο, όχι μόνον όλων των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης αλλά να αναφερθεί και σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής ενδεχομένως να έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά. Έτσι όπου ο αιτητής εξασφαλίσει όφελος από την απόκρυψη γεγονότων στην μονομερή του αίτηση, το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο θα ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει μονομερώς, σε μια προσπάθεια να του στερήσει αυτό το όφελος. Αυτό γιατί παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως εξαπάτηση του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη μονομερή διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα γεγονότα όμως, πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση (βλ. μεταξύ άλλων, Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. κ.α
(1992)1A Α.Α.Δ 360). Όπως παρατηρήθηκε στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Hold A.S. v. Daventree Resour Ltd κ.ά
(2008)1 Α.Α.Δ. 801: «Σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασίζεται στο περιεχόμενο των δηλώσεων του δικηγόρου και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του Αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων». Επαναλαμβάνω και για τους σκοπούς της παρούσας, την επισήμανση αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την προσθήκη ότι το Δικαστήριο σε αιτήσεις της εξεταζόμενης φύσεως όχι μόνο δεν έχει άλλη επιλογή, αλλά ούτε και την πολυτέλεια να διεξέλθει το περιεχόμενο των πολυάριθμων εγγράφων που συνήθως συνοδεύουν μια μονομερή αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία. Κατά συνέπεια σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να επισύρεται από τους συνηγόρους, η προσοχή του Δικαστηρίου σε καθετί που περιέχεται στα έγγραφα αυτά και τα οποία δυνατό να επηρεάσουν τη λήψη της απόφασης του. Σχετικές είναι κατ' αναλογία οι υποθέσεις Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Ιnterpartemental Concer "Uralmetrom" v. Besumo Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 557, από τις οποίες προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς ότι η αναφορά σε ένα ουσιώδες θέμα πρέπει να γίνεται στην ένορκο δήλωση της αίτησης και όχι να απαντάται στα τεκμήρια που τη συνοδεύουν και τα οποία πολλές φορές, είναι ογκωδέστατα. Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από πρόθεση εξαπάτησης. Ότι ανατρέπει την βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 και Ahmet Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ 606). Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Όσο δε πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης (βλ.Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κα ν. Adeona Holdings Limited κα, Πολ. Έφεση 6/14, ημ. 27.2.15 και CJSC "tv company stream" κ.α. Ν. Content Union SA, Πολ. Εφέσεις Ε34/2018, Ε35/2018, ημ. 8/4/2021). Ως προς το τί συνιστά ουσιώδες γεγονός, έχει νομολογηθεί ότι, οτιδήποτε δυνατόν να επηρεάσει την απόφαση του Δικαστηρίου ως προς τις προϋποθέσεις εξέτασης του αιτήματος θα πρέπει να αποκαλύπτεται. Ιδιαίτερα τα στοιχεία που άπτονται του βάσιμου της απαίτησης και του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας της αγωγής (βλ. Μ. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co of U.S.A
(1997)1 Α.Α.Δ 1791). Στα ουσιαστικά γεγονότα που πρέπει να αποκαλυφθούν, συμπεριλαμβάνονται και αυτά που σχετίζονται με το κατεπείγον της έκδοσης του διατάγματος μονομερώς (βλ. Αμβροσιάδου κα ν. Martin Coward κα
(2013)1 Α.Α.Δ 78) Στην Αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)3 ALL E.R 188 λέχθηκε ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Το Δικαστήριο κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό και αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή ή δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό. Τα πιο πάνω ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα όπου διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων (βλ. Commerzbank ανωτέρω). Στην ίδια υπόθεση Commerzbank (ανωτέρω) τονίστηκε ότι δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Έγινε αναφορά στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, όπου λέχθηκε ότι το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση 71/11, ημερ. 16.4.2014), ECLI:CY:AD:2014:A269. Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Σημαντικό είναι να παρατεθούν στο σημείο αυτό και δύο επισημάνσεις του Εφετείου όπως παρατέθηκαν στην υπόθεση Commerzbank (ανωτέρω) αναφορικά με την εκδίκαση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων και την εξέταση από το πρωτόδικο Δικαστήριο, του κατά πόσον τηρήθηκε από τον αιτητή η υποχρέωση για πλήρη αποκάλυψη κατά την μονομερή διαδικασία. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα: « Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg,The Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας.» Τελικά, το Δικαστήριο σύμφωνα με την υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe (ανωτέρω), έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη μη αποκάλυψης ουσιαστικών γεγονότων που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος, να διατάξει την συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα υπό όρους. Οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος αποκάλυψης Norwich Pharmacal και φίμωσης (gagging). Η υπό κρίση αίτηση αφορά μεταξύ άλλων και την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης (Norwich Pharmacal) και φίμωσης (gagging order). Η έκδοση διατάγματος αποκάλυψης βασίζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας και έχει καθιερωθεί μέσα από τις Αγγλικές αποφάσεις Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise
(1973)2 All E.R. 943 και Banker's Trust v. Shabira
(1980)1 W.L.R. 1274. Η πιο πάνω αγγλική νομολογία έχει υιοθετηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου σε αριθμό αποφάσεων, στις οποίες αναγνωρίστηκε ότι για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν τόσον οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όσον και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων αποκάλυψης (βλ. μεταξύ άλλων Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403). Στην πιο πάνω υπόθεση γίνεται λεπτομερής αναφορά στις εξουσίες του Δικαστηρίου για έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal και στην φιλοσοφία πίσω από την αναγκαιότητα διάπλασης και συνεχούς εξέλιξης του δικαίου, μέσα από τις αρχές της επιείκειας, για την αντιμετώπιση των απαιτήσεων της ραγδαία αναπτυσσόμενης επιχειρηματικής και οικονομικής δραστηριότητας, τόσον τοπικώς αλλά και διεθνώς. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Avila (ανωτέρω) που περιέχει αναλυτική σύνοψη των νομικών αρχών που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων: « Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan [1871] L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd [1997] 1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366).» Στην πιο πάνω απόφαση Avila, γίνεται επίσης αναφορά στην υπόθεση Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616, όπου η εν λόγω αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο που κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Στην συνέχεια στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, (2005 3 All ER 511), συνοψίστηκαν οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal ως ακολούθως: «(
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» 21 Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι για να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal θα πρέπει να τηρούνται οι πιο κάτω τρεις προϋποθέσεις: · να έχει λάβει χώρα ή κατ' ισχυρισμό πιθανόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, · να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και · το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος αποκάλυψης πρέπει: - να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και - να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος. Υπενθυμίζεται όμως στην υπόθεση Avila Management (ανωτέρω) ότι η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος, τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Η νομική αρχή που καθιερώθηκε στην υπόθεση Norwich Pharmacal (ανωτέρω), αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής, Τέτοια αγωγή στρέφεται εναντίον των προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και αν οι ίδιοι δεν έχουν προσωπική ευθύνη (βλ. British Steel Corp. v. Granada Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417 & Harrington v. North Polytechnic
(1984)3 All E.R. 666). Στην υπόθεση Ashworth Hospital Authority v MGN Ltd [2002] 4 All ER 193, λέχθηκε ότι η αρχή επεκτείνεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ακόμη και αναφορικά με την αποκάλυψη της πηγής δημοσιογράφου, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Αναφορικά με τα διατάγματα φίμωσης (gagging orders), και την σχέση τους με τα διατάγματα τύπου Norwich, σχετική είναι η απόφαση Page Directors Limited κ.α., Πολ. Αίτηση 118/15, ημ. 12.10.2015, ECLI:CY:AD:2015:D
  1. Λέχθηκε ότι τα Δικαστήρια της Κύπρου, λειτουργούν με βάση την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/
  2. Τα δε διατάγματα της φύσης Norwich, καθώς και το διάταγμα φίμωσης, εμπίπτουν στην εμβέλεια του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  3. Λέχθηκε επίσης ότι είναι συνήθης πρακτική, σε αιτήσεις για διατάγματα τύπου Norwich, συχνά αυτά να συνοδεύονται από διατάγματα φίμωσης που στοχεύουν στην αποτροπή κινδύνου μετακίνησης ή καταστροφής στοιχείων. Τονίστηκε ταυτόχρονα ότι θα πρέπει το Δικαστήριο σε κάθε περίπτωση να ικανοποιηθεί ότι ο κίνδυνος εξαφάνισης των στοιχείων ήταν τέτοιας εμβέλειας, ώστε πραγματικά να υπάρχει η αναγκαιότητα έκδοσης μονομερώς του διατάγματος φίμωσης. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Abyzov Πολ. Αίτηση 217/2019 ημ. 20.1.2020, ECLI:CY:AD:2020:D19, λέχθηκαν τα πιο κάτω, αναφορικά με την φύση των διαταγμάτων τύπου Norwich σε συνδυασμό με τα διατάγματα φίμωσης. «Θα πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι διαδικασίες τύπου Norwich Pharmacal δεν είναι συνηθισμένη διαδικασία αντιπαλότητας αλλά διαδικασία που έχει ως σκοπό την αποκάλυψη σχετικών στοιχείων, με το ποιος θα εναχθεί, την αιτία αγωγής, την διαμόρφωση της τελικής θεραπείας εναντίον του αδικοπραγούντος, την τυχόν έκδοση προσωρινών θεραπειών (ενδιάμεσο διάταγμα) και ακόμη σε σχέση με την εφαρμογή/εκτέλεση τυχόν μελλοντικής απόφασης. Χωρίς αυτήν την αποκάλυψη δεν θα υπάρξει δίκη. Αυτούς τους σκοπούς εξυπηρετεί η καταχώρηση της επίδικης αγωγής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού απ' ότι φαίνεται από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, (βλ. μεταξύ άλλων το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο, τεκμ. 4 στην ένορκη δήλωση Λαμπριανού ημερ. 10.12.19). Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι το Δικαστήριο όταν εκδίδει Διάταγμα Φίμωσης (gagging order) όπως συνέβηκε εδώ, εξετάζει μεταξύ άλλων, κατά πόσο ενυπάρχει οιαδήποτε προσβολή εμπιστευτικότητας ή ιδιωτικής ζωής στην κλήση προς τους τρίτους να αποκαλύψουν τα ζητούμενα στοιχεία. Θα πρέπει δε το Δικαστήριο να ισοζυγίζει τα δικαιώματα του Αιτητή και την όποια δυνατή βλάβη στους τρίτους στους οποίους απευθύνεται το Διάταγμα (βλ. Arab Monetary Fund v. Hashim (No.5)
(1992)2 All E.R. 911, 919). Το Διάταγμα Φίμωσης εμποδίζει τον "αδικοπραγούντα" από του να γνωρίζει τι συμβαίνει ευρισκόμενος σε κατάσταση άγνοιας ώστε να προφυλαχθούν και διατηρηθούν τα αποδεικτικά στοιχεία ή η περιουσία.» Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει, είναι οι ισχυρισμοί των εναγομένων για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων. Είναι δεδομένο δυνάμει της προαναφερθείσας νομολογίας ότι αν οι ισχυρισμοί αυτοί ευσταθούν, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς να εξεταστούν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος. Οι εναγόμενοι επί της ουσίας, ισχυρίζονται ότι ο ενάγων απέκρυψε κατά την μονομερή διαδικασία, τα πιο κάτω σημαντικά για την υπόθεση γεγονότα: · Την Ρήτρα Διαιτησίας που καθορίζει ότι όλες οι διαφορές που σχετίζονται με την Συμφωνία Προαιρέσεως, θα επιλύονται σύμφωνα με τους κανονισμούς διαιτησίας του LCIA (London Court of International Arbitration). · Ότι οι κανονισμοί διαιτησίας του LCIA, περιέχουν πρόνοιες, δυνάμει των οποίων μπορεί να διαταχθεί αποκάλυψη πληροφοριών και εγγράφων, όπως αυτές που αιτείται ο ενάγων να αποκαλυφθούν στην παρούσα διαδικασία. · Ότι η Συμφωνία Προαίρεσης διέπεται από το Αγγλικό Δίκαιο. Ως αποτέλεσμα, ο ενάγων όφειλε να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με το αγγλικό δίκαιο αδικοπραξιών. · Τον όρο 7 της Συμφωνίας Τερματισμού Εργοδότησης, σύμφωνα με τον οποίο ο ενάγων δηλώνει ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο λόγω του τερματισμού εργοδότησης. Ο ενάγων αντιτείνει ότι η παράληψη ειδικής αναφοράς στην Ε.Δ της αίτησης στην ρήτρα διαιτησίας και εφαρμογής του Αγγλικού Δικαίου στην Συμφωνία Προαίρεσης, αλλά και στον όρο 7 της Συμφωνίας Τερματισμού της Εργοδότησης, ποσώς μπορούν να θεωρηθούν ως μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων από πλευράς του. Ειδικότερα όταν ο ενάγοντας έχει αποκαλύψει και καταχωρήσει ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση της αίτησης, τις συγκεκριμένες συμφωνίες. Η Συμφωνία Προαίρεσης επισυνάπτεται ως τεκμήριο 6 στην γραπτή δήλωση Fisenko ενώ στην ίδια δήλωση, επισυνάπτεται και η συμφωνία τερματισμού ως τεκμήριο
  1. Ο συνήγορος του ενάγοντα ισχυρίστηκε στην αγόρευση του, ότι η Συμφωνία Προαίρεσης αφορά και δεσμεύει μόνο τον ενάγοντα, την εναγομένη 1 και την Digital Assets Ltd και δεν καλύπτει το πλήθος τον αγώγιμων δικαιωμάτων που φαίνεται να έχει ο ενάγων. Επομένως, είναι λανθασμένη κατά τον ενάγοντα, η μεταχείριση της ρήτρας διαιτησίας από τους εναγομένους ως να ήταν συμβαλλόμενα μέρη συμφωνίας διαιτησίας κι ως ο ενάγων να έχει κινήσει αστική αγωγή αντί διαιτησίας δίχως να έχει αποκαλύψει την σχετική ρήτρα. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι ρητή αναφορά σε συγκεκριμένο όρο διαιτησίας που δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα θα ήταν αχρείαστη και δεν ήταν καθήκον του ενάγοντα να παραπέμψει το Δικαστήριο ρητά σε αυτήν. Εξ' άλλου, ο ενάγων εξ' αρχής δήλωσε την πρόθεση του να κινήσει διαδικασίες είτε εντός είτε εκτός δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Η επιλογή της δικαιοδοσίας και των προσώπων εναντίον των οποίων θα κινηθεί, μπορεί να γίνει κατά τον ενάγοντα, μόνο όταν έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία για να μπορέσουν οι νομικοί του σύμβουλοι να τα αξιολογήσουν και να τον συμβουλέψουν ανάλογα. Παρομοίως, δεν ήταν υποχρέωση του ενάγοντα σύμφωνα με τον συνήγορο του, να παραπέμψει το Δικαστήριο στον όρο 7 της Συμφωνίας Τερματισμού της Εργοδότησης. Ο ενάγων αποκάλυψε και έχει επισυνάψει την Συμφωνία Τερματισμού ως τεκμήριο στην Ε.Δ. της αίτησης, και ως ένδειξη της ετοιμότητας του να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη. Η συγκεκριμένη συμφωνία, διέπεται από το Ρωσικό Δίκαιο και οι πρόνοιες της όπως εμφαίνεται από την αλληλογραφία των δικηγόρων του ενάγοντα, αμφισβητούνται. Κατά τον συνήγορο του ενάγοντα, η παρούσα δεν είναι δυνατόν να μετατραπεί σε διαδικασία ελέγχου της νομιμότητας των όρων της συγκεκριμένης συμφωνίας, ειδικότερα όταν αυτή διέπεται από το Ρωσικό Δίκαιο αφού κάτι τέτοιο θα σήμαινε τον εκτροχιασμό της υπό κρίση αίτησης, σε διαδικασία μιας πολύ διαφορετικής φύσης. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε τέλος ότι είναι σημαντικό το γεγονός ότι μόνο τα διατάγματα φίμωσης και μη καταστροφής εγγράφων, έχουν εκδοθεί σε μονομερή βάση. Σε ότι αφορά τα υπόλοιπα ζητούμενα διατάγματα αποκάλυψης της υπό κρίση αίτησης δεν ήταν η πρόθεση του ενάγοντα να εκδοθούν σε μονομερή βάση, εξ' ου και δεν ζητήθηκε η έκδοση τους κατά την πρώτη δικάσιμο. Έχω μελετήσει με προσοχή τις πιο πάνω θέσεις των διαδίκων περί μη αποκάλυψης σημαντικών γεγονότων όπως προκύπτουν από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αλλά και τις ένορκες δηλώσεις της αίτησης και ένστασης αντίστοιχα. Κατ' αρχάς, αυτό που εντοπίζω είναι ότι δεν υπάρχει απόκρυψη των εν λόγω στοιχείων με την στενή έννοια του όρου. Ο ενάγων στην ένορκη δήλωση της αίτησης, επισυνάπτει και κάνει αναφορά τόσο στην Συμφωνία Προαίρεσης η οποία περιέχει την ρήτρα διαιτησίας και εφαρμοστέου δικαίου (τεκμ. 6 της γραπτής δήλωσης Fisenko), όσο και στην συμφωνία τερματισμού της εργοδότης του (τεκμ. 10 της γραπτής δήλωσης Fisenko). Αυτό που καταλογίζεται από τους εναγομένους στον ενάγοντα, είναι ότι δεν γίνεται ειδική αναφορά στην Ε.Δ. της αίτησης στις εν λόγω συμφωνίες και ειδική παραπομπή στο περιεχόμενο τους, αναφορικά με το εφαρμοστέο δίκαιο, την ρήτρα διαιτησίας και το άρθρο 7 της σύμβασης τερματισμού της εργοδότησης του ενάγοντα. Είναι σαφώς η θέση των εναγομένων ότι η συμπερίληψη των εν λόγω συμφωνιών ως τεκμήρια στην Ε.Δ της αίτησης δεν είναι αρκετή. Αντιθέτως θα έπρεπε να γίνει σαφής αναφορά στην Ε.Δ της αίτησης στις πιο πάνω πρόνοιες των συμφωνιών, στις οποίες θα έπρεπε να παραπεμφθεί το Δικαστήριο ώστε να μην παραπλανηθεί ως προς το περιεχόμενο τους. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω άποψη. Μπορεί να μην υπήρξε ειδική παραπομπή από τον ενάγοντα στις εν λόγω συμφωνίες, όμως αυτές αποκαλύφθηκαν στην ένορκη δήλωση της αίτησης και παρουσιάστηκαν ως σχετικά τεκμήρια. Δεν υπήρξε ως εκ τούτου καμία παραπλάνηση του Δικαστηρίου στην μονομερή διαδικασία αφού όλο το σχετικό με την υπόθεση υλικό, συμπεριλήφθηκε στην Ε.Δ της αίτησης. Από την άλλη, είναι ορθή η θέση του συνηγόρου για τον ενάγοντα ότι το κύριο μέρος της αιτούμενης ενδιάμεσης θεραπείας, ήτοι τα αιτήματα αποκάλυψης, με επιλογή του ενάγοντα δεν εξετάστηκαν μονομερώς. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν θα ήταν λογικό και δίκαιο να απορριφθεί η αιτούμενη ενδιάμεση θεραπεία χωρίς εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων έγκρισης της, λόγω μη ειδικής αναφοράς στην Ε.Δ της αίτησης στις πιο πάνω συμφωνίες, την στιγμή που αυτές έχουν επισυναφθεί ως τεκμήρια και επιπλέον, σημαντικές θεραπείες της αίτησης, επιζητούνται δια κλήσεως. Επαναλαμβάνεται ότι στην παρούσα δεν υπήρξε ουσιαστική απόκρυψη σημαντικών γεγονότων που να επηρέασαν την κρίση του Δικαστηρίου στην μονομερή διαδικασία. Αλώστε σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια επί του θέματος και δύναται να εξετάσει την αίτηση ακόμα και αν διαπιστωθεί απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν εντοπίζεται στην παρούσα. Οι εναγόμενοι επικαλούνται επίσης μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης από τον ενάγοντα. Στον 9ο λόγο των ενστάσεων, αναφέρεται ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που αφορούν τις κατ' ισχυρισμό αδικοπραξίες, ήταν εις γνώση του ενάγοντα τουλάχιστο από την 1.7.2020 (αν όχι νωρίτερα) όταν παρέλαβε την επιστολή της Digital Assets με την οποία του αναφέρθηκε ότι είχε προηγηθεί γεγονός κακής αποχώρησης (bad leaver event) και ότι η αξία των μετοχών του θα υπολογιζόταν στην τιμή των 150,000 RUB όπως προνοούσε η Συμφωνία Προαιρέσεως. Ο συνήγορος του ενάγοντα απαντώντας στον πιο πάνω ισχυρισμό, παραπέμπει στην ένορκη δήλωση της αίτησης όπου αναφέρεται ότι ο χρόνος που ακολούθησε του τερματισμού εργοδότησης, αναλώθηκε σε διαπραγματεύσεις και μόλις στις 20.9.2021 έγινε ξεκάθαρα αντιληπτή, η προσπάθεια των αδικοπραγήσαντων να τον εξαπατήσουν, παροτρύνοντας τον να υπογράψει μια νέα Συμφωνία Αποποίησης Δικαιωμάτων. Αναφέρεται ενδεικτικά στην αγόρευση του συνηγόρου για τον ενάγοντα ότι ο ενάγων, ακόμη και σήμερα προσπαθεί να αντιληφθεί το εύρος τις αδικοπραξίας εναντίον του, γι' αυτό και καταχώρησε την παρούσα. Ως εκ τούτου κατά τον συνήγορο του ενάγοντα, οι ισχυρισμοί για καθυστέρηση είναι παραπλανητικοί και άδικοι αφού η παρούσα καταχωρήθηκε αμέσως μετά, ήτοι στις 29.11.21 δηλαδή σε διάστημα μόλις 2 μηνών από τις 20.9.21, οπόταν και σταμάτησαν οι διαπραγματεύσεις με τους πρώην εργοδότες του. Εξετάζοντας το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, παρατηρώ ότι πέραν της αναφοράς στο 9ο λόγο των ενστάσεων δεν γίνεται περαιτέρω ανάλυση στις ενόρκους δηλώσεις των ενστάσεων για τον ισχυρισμό καθυστέρησης ούτε και πως αυτή μετέβαλε την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων υπέρ των εναγομένων. Επιπλέον ούτε στις αγορεύσεις των συνηγόρων για τους εναγομένους, εντοπίζεται σχετική επιχειρηματολογία. Εν πάση περιπτώσει, ο ενάγων δικαιολόγησε επαρκώς τον χρόνο που διέρρευσε από την 1.7.2020 μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας, ο οποίος αναλώθηκε σε διαπραγματεύσεις και ανταλλαγή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Υπό τας περιστάσεις ο διαρρεύσας χρόνος από την τελευταία επαφή στις 20.9.2021 όπου του ζητήθηκε να υπογράψει Συμφωνία Αποποίησης Δικαιωμάτων μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας στις 29.11.21 δεν δικαιολογεί ισχυρισμό για αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης. Ανεξαρτήτως τούτου δεν υπάρχει όπως προαναφέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, κανένα στοιχείο που να καταδεικνύει ότι ο χρόνος που διέρρευσε από την 1.7.2020 μέχρι την καταχώρηση της παρούσας, μετέβαλε στην ουσία την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων υπέρ των εναγομένων ώστε να δικαιολογείται απόρριψη της αίτησης, λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην προώθηση της. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων μου θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος. Από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, έχω ικανοποιηθεί ότι έχουν αποδειχθεί οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Χωρίς να αποφασίζεται στο στάδιο αυτό η ουσία της αγωγής, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προ εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Υπενθυμίζεται ότι η αγωγή στρέφεται εναντίον της των εναγομένων για παροχή πληροφοριών αναφορικά με κατ' ισχυρισμό αδικοπραξίες εναντίον του ενάγοντα. Ειδικότερα για τους εναγομένους 2 μέχρι 7, υποστηρίζεται ότι ως παροχείς υπηρεσιών, είναι τα πρόσωπα που παρείχαν υπηρεσίες διοικητικής και εταιρικής φύσης για τη σύσταση και διαχείριση της εναγομένης 1 εταιρείας Natiaco. Στα πλαίσια αυτά, εξουσιοδοτούσαν ή ανακαλούσαν εξουσιοδοτήσεις για συμμετοχή στις Γενικές Συνελεύσεις και στα σώματα λήψης αποφάσεων της Natiaco. Είναι ως εκ τούτου, τα πρόσωπα που μπορούν να δώσουν τις αναγκαίες πληροφορίες για την κατ' ισχυρισμό αδικοπραξία που διαπράχθηκε εναντίον του ενάγοντα. Είναι δε η θέση του ενάγοντα ως προκύπτει από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι 2 έως 7 πιθανόν να συμμετείχαν και να υποβοήθησαν και διευκόλυναν με τις υπηρεσίες που παρείχαν, στην διάπραξη των υπό κρίση αδικοπραξιών από τρίτα πρόσωπα σε βάρος του. Τα ζητήματα ρήτρας δικαιοδοσίας, εφαρμοστέου δικαίου και αποποίησης δικαιωμάτων του ενάγοντα που επικαλούνται οι εναγόμενοι όπως αυτά προκύπτουν από την Συμφωνία Προαίρεσης και την Συμφωνία Τερματισμού Εργοδότησης (τεκμ. 6 και 10 της γραπτής δήλωσης Fisenko) δεν επηρεάζουν το δικαίωμα του ενάγοντα να ζητήσει την αιτούμενη με την παρούσα αγωγή θεραπεία. Υπενθυμίζεται ότι δυνάμει της προαναφερθείσας νομολογίας, η διαδικασία για διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal (ανωτέρω), συνιστά αυτοτελή αιτία αγωγής, Τέτοια αγωγή στρέφεται εναντίον των προσώπων που κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και αν οι ίδιοι δεν έχουν προσωπική ευθύνη. Οι ρήτρες δικαιοδοσίας και εφαρμοστέου δικαίου, πιθανόν να εφαρμόζονται στα δικαιώματα που προκύπτουν άμεσα από αυτές και να αφορούν την ουσιαστική διαδικασία που θα κινηθεί για την κατ' ισχυρισμό αδικοπραξία εναντίον του ενάγοντα. Κατά την κρίση μου όμως δεν επεκτείνονται και στην αγωγή για διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, η οποία διατηρεί την αυτοτέλεια της και στην οποία δεν θα αποφασιστεί η ουσιαστική θέση του ενάγοντα για την διάπραξη αδικοπραξιών εναντίον του. Μπορεί για την έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης να πρέπει να παρουσιαστεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία για την διάπραξη αδικοπραξιών αλλά δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι η παρούσα διαδικασία αποσκοπεί στην λήψη πληροφοριών από τα πρόσωπα που πιθανόν να συμμετείχαν ή να διευκόλυνα την αδικοπραξία και όχι στην εκδίκαση κατά πόσον ευσταθούν επί της ουσίας οι ισχυρισμοί του ενάγοντα για την διάπραξη αδικοπραξίας εναντίον του. Εξ' άλλου, όπως πολύ σωστά επεσήμανε ο συνήγορος για τον ενάγοντα, η ρήτρα διαιτησίας δεσμεύει μόνο τον ενάγοντα, την εναγομένη 1 και την Digital Assets Ltd και αφορά διαφορές που προκύπτουν από την Συμφωνία Προαίρεσης και τους συμβαλλομένους σε αυτήν. Δεν επεκτείνεται στην απαίτηση του ενάγοντα στην παρούσα για παροχή πληροφοριών και στοιχείων αναφορικά με αδικοπραξίες που κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκαν εναντίον του. Ιδιαίτερα δεν επεκτείνεται στους εναγομένους 2 έως 7 που δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στην Συμφωνία Προαίρεσης και η απαίτηση εναντίον τους στην παρούσα, περιορίζεται στην παροχή στοιχείων και πληροφοριών για την κατ' ισχυρισμό αδικοπραξία. Το ίδιο ισχύει και για την κατ' ισχυρισμό αποποίηση του δικαιωμάτων του ενάγοντα δυνάμει της συμφωνίας τερματισμού της εργοδότησης του (τεκμ. 10 στη γραπτή δήλωση Fisenko). Οι εναγόμενοι στην παρούσα δεν ήταν συμβαλλόμενοι στην εν λόγω συμφωνία. Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα αυτό μπορεί να τεθεί με ευχέρεια στην διαδικασία που θα ακολουθήσει την παρούσα με την οποία ο ενάγων θα επιδιώξει θεραπεία για τις κατ' ισχυρισμό αδικοπραξίες εναντίον του. Δεν μπορεί να εξεταστεί όμως στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, η οποία συνιστά αγωγή με αυτοτελή βάση και περιορίζεται στην έκδοση διαταγμάτων για λήψη πληροφοριών από πρόσωπα που δεν υπέγραψαν την εν λόγω σύμβαση. Ο ίδιος εξ' άλλου ο συνήγορος του ενάγοντα ανέφερε στην αγόρευση του ότι μόνο μετά την λήψη των πληροφοριών που επιζητούνται στην παρούσα υπόθεση, θα μπορεί να αποφασιστεί η διαδικασία που θα ακολουθήσει ο ενάγων και εναντίον ποιων προσώπων αναφορικά με τις κατ' ισχυρισμό αδικοπραξίες που διαπράχθηκαν εναντίον του. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου ότι ο ενάγων απέδειξε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας των θεραπειών που επιζητεί στην παρούσα αγωγή. Έχει επίσης αποδειχθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 αφού οι εν λόγω πληροφορίες κρίνονται ως απολύτως αναγκαίες στο παρόν στάδιο, προκειμένου ο ενάγων να λάβει όλα τα αναγκαία νομικά διαβήματα εναντίον των προσώπων που κατά τους ισχυρισμούς του, προέβησαν στις υπό κρίση παράνομες πράξεις. Κρίνω επί του προκειμένου ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ο ενάγων δεν θα είναι σε θέση να προχωρήσει στα νομικά μέτρα που προτίθεται να λάβει, αφού δεν θα έχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία που χρειάζεται για να καταδείξει τις κατ' ισχυρισμό παράνομες πράξεις εναντίον του. Ιδιαίτερα δεν θα έχει πληροφορίες αναφορικά με την εκτίμηση των μετοχών του αλλά και τις συνθήκες κατηγοριοποίησης του ως κακώς και/ή δυσμενώς αποχωρήσαντα (bad leaver). Επιπλέον, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Θεωρώ από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου ότι η ζημιά που θα υποστεί ο ενάγων από την απόρριψη του αιτήματος θα είναι πολύ μεγαλύτερη από την ταλαιπωρία που επικαλούνται ότι θα υποστούν οι εναγόμενοι στην περίπτωση έγκρισης του αιτήματος. Όσον αφορά τις τρεις προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί στο σύνολο τους. Συγκεκριμένα: • Έχει δοθεί μαρτυρία ότι έχουν κατ' ισχυρισμό λάβει χώραν αδικοπραξίες και συνομωσία εναντίον του ενάγοντα με την κατηγοριοποίηση του ως κακώς και/ή δυσμενώς αποχωρήσαντα (bad leaver) με τελικό στόχο, την παράνομη πώληση των μετοχών του σε χαμηλότερη τιμή. • Έχει αποδειχθεί η ανάγκη για την έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων, προκειμένου ο ενάγων να λάβει νομικά μέτρα εναντίον των προσώπων που κατά τους ισχυρισμούς του, προέβησαν στις υπό κρίση παράνομες πράξεις. • Οι εναγόμενοι εναντίον των οποίων επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος αποκάλυψης, έχουν αναμειχθεί κατά τρόπο που έχει διευκολύνει τις κατ' ισχυρισμό παράνομες πράξεις. Οι εναγόμενοι 2 έως 7, συμμετείχαν στην διαχείριση της εναγομένης 1 κατά τη διάρκεια των πιο πάνω κατ' ισχυρισμό αδικοπραξιών και παράνομων δραστηριοτήτων. Για τον ίδιο λόγο, οι εναγόμενοι είναι οι μόνοι που κατέχουν τις πληροφορίες αυτές και δεν υπάρχει άλλος τρόπος απόκτησης των αναγκαίων πληροφοριών. Για τους ιδίους λόγους, κρίνω δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης ως οι παράγραφοι Γ, Δ, Ε και ΣΤ της αίτησης. Ο εναλλακτικός τρόπος λήψης των εγγράφων μέσω της διαιτητικής διαδικασίας στο Λονδίνο που εισηγούνται οι εναγόμενοι δεν είναι δυνατός στο παρόν στάδιο αφού ο ενάγων δεν έχει ακόμη αποφασίσει αν θα κινηθεί μέσω αυτής της διαδικασίας. Εξ' άλλου, η νομολογιακή αρχή που καθορίζει ότι δεν εκδίδεται το διάταγμα αποκάλυψης αν υπάρχει εναλλακτικός τρόπος απόκτησης των εγγράφων, σαφώς αναφέρεται σε υπαρκτές διαδικασίες όπου εύκολα μπορούν να αποκτηθούν τα έγγραφα και όχι σε δυνητικές δικαστικές διαδικασίες που δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει. Η θέση που προβλήθηκε με την ένσταση των εναγομένων για καθήκον εμπιστευτικότητας, επίσης δεν ευσταθεί. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, σε διατάγματα αυτής της φύσης υπερισχύσει η αναγκαιότητα αποκάλυψης που αποσκοπεί στην ανίχνευση παράνομων και δόλιων συμπεριφορών, έναντι οποιασδήποτε εμπιστευτικής σχέσης πελάτη - παροχέα υπηρεσιών και των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Ακόμη και στην περίπτωση των πηγών δημοσιογράφου, μπορεί σε εξαιρετικές συνθήκες σύμφωνα με την υπόθεση Ashworth Hospital Authority v MGN Ltd (ανωτέρω), να δοθεί διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal. Για τους ιδίους λόγους θα πρέπει να οριστικοποιηθούν τα διατάγματα φίμωσης αλλά και προφύλαξης και απαγόρευσης καταστροφής και αλλοίωσης όλων των εγγράφων και πληροφοριών, των οποίων επιζητείται η αποκάλυψη με την παρούσα αίτηση ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης. Τελική κατάληξη Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι ο ενάγων έχει αποδείξει όλες τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 αλλά και η προαναφερθείσα νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ως εκ τούτου, τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στις 1.12.2021 υπό παραγράφους Α και Β της αίτησης καθίστανται οριστικά. Επιπλέον εκδίδονται ενόψει όλων των πιο πάνω, διατάγματα αποκάλυψης ως οι παράγραφοι Γ, Δ, Ε και ΣΤ της αίτησης. Αναφορικά με τα έξοδα, κρίνω ότι αυτά θα πρέπει να τα επιβαρυνθούν στο σύνολο τους οι εναγόμενοι. Η πρακτική της κάλυψης των εξόδων των εναγομένων στις υποθέσεις τύπου Norwich Pharmacal, για τυχόν δαπάνες και απώλειες που θα υποστούν για την εξασφάλιση των υπό κρίση εγγράφων και πληροφοριών, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που οι εναγόμενοι θεωρούνται αμέτοχοι της αδικοπραξίας (blameless defendants). Στην παρούσα όμως περίπτωση, οι εναγόμενοι θεωρούνται για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί ανωτέρω, ενδεχόμενοι συμμέτοχοι στις κατ' ισχυρισμό αδικοπραξίες εναντίον του ενάγοντα. Ως αποτέλεσμα δεν ενδείκνυται η επιδίκαση οιωνδήποτε εξόδων ή δαπανών προς όφελος τους (βλ. Avila ανωτέρω). Ενόψει τούτου, τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.