← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΣΤΑΥΡΟΥ κ.α., Αριθμός Αίτησης: 900/2008, 13/5/2022

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΣΤΑΥΡΟΥ κ.α., Αριθμός Αίτησης: 900/2008, 13/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A180 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αριθμός Αίτησης: 900/2008 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ΚΑΙ

  1. XXXXX ΣΤΑΥΡΟΥ
  2. XXXXX ΣΤΑΥΡΟΥ
  3. XXXXX ΧΑΠΑΣΙΗ
  4. XXXXX ΛΑΜΠΡΟΥ
  5. XXXXX ΚΟΡΤΑ
  6. XXXXX ΧΑΠΑΣΙΗ
  7. XXXXX ΖΑΝΤΗΣ
  8. XXXXX ΑΝΔΡΕΟΥ
  9. XXXXX ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ
  10. XXXXX ΣΤΕΛΙΟΥ
  11. XXXXX ΜΙΧΑΗΛ Αίτηση ημερομηνίας 17/11/2021 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης Ημερομηνία: 13 Μαΐου 2022 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Α. Ευαγγέλου για Κ. ΜΑΥΡΟΚΩΣΤΑΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κα Ε. Γιασουμή για ΚΟΥΣΙΟΣ ΚΟΡΦΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκεται η έκδοση Διατάγματος που να αναστέλλει την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 3/4/2008 η οποία εγγράφηκε ως απόφαση Δικαστηρίου στις 11/12/2008 (στο εξής η Διαιτητική Απόφαση) μέχρι να καταδείξουν οι Καθ' ων η Αίτηση στην υπό κρίση Αίτηση ότι «έχουν προβεί σε όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα εκτέλεσης σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή μέχρι να αποδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η εκτέλεση της απόφασης εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν είναι εφικτή και/ή ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 στερείται κινητής και ακίνητης περιουσίας».[1] Επιδιώκεται επίσης ο παραμερισμός της Αίτησης Έρευνας ημερομηνίας 25/6/2020 που καταχωρίστηκε εναντίον των Αιτητών στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτησης (η Αίτηση Έρευνας) μέχρι να καταδείξουν οι Καθ' ων η Αίτηση στην υπό κρίση Αίτηση ότι «έχουν προβεί σε όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα εκτέλεσης σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή μέχρι να αποδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η εκτέλεση της απόφασης εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν είναι εφικτή και/ή ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 στερείται κινητής και ακίνητης περιουσίας».[2] Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση 4, 5 και 7 στην Αίτηση Έρευνας (στο εξής οι Αιτητές). Η νομική βάση της αίτησης παρατίθεται αυτολεξεί: Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικά στη Δ.40, Δ.48, θθ.1, 2, 3, 4

(1), 4
(2), 4
(3), στον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003 (Ν. 197(Ι)/03) και ειδικότερα στα Άρθρα 9, 10, 12, 13 και 15, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Λάμπρου, ενός εκ των αιτητών (στο εξής η Ένορκη Δήλωση Λάμπρου και ο ΣΛ). Σε αυτήν, συνοπτικά, ο ΣΛ αναφέρεται στη Διαιτητική Απόφαση και στη νομική συμβουλή που έλαβε σε σχέση με τις πρόνοιες του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν. 197(Ι)/03) λέγοντας ότι εξ όσων τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία να διατάξει αναστολή εκτέλεσης της Διαιτητικής Απόφασης σε σχέση με τους εγγυητές παραθέτοντας τις περιπτώσεις που, σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που έλαβε, κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Λάμπρου οι Καθ' ων η Αίτηση απέτυχαν να δείξουν στους Αιτητές κατά πόσο έχουν προβεί στις δέουσες ενέργειες για την εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης σε σχέση με την Πρωτοφειλέτιδα (Καθ' ης η Αίτηση 1 στην Αίτηση Έρευνας). Οι Καθ' ων η Αίτηση και Αιτητές στην Αίτηση Έρευνας (στο εξής οι Καθ' ων η Αίτηση) καταχώρισαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στις 28/1/
  1. Προβάλλουν 10 λόγους ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως: - Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και δεν πληρούνται οι απαραίτητες από τον νόμο και νομολογία προϋποθέσεις για τη χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών. - Οι ισχυρισμοί των Αιτητών είναι γενικοί και αόριστοι και οι Αιτητές δεν έχουν θέσει οποιαδήποτε ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς τους. - Οι Καθ' ων η Αίτηση προχώρησαν σε διάφορα μέτρα εκτέλεσης της Δικαστικής Απόφασης εναντίον της Πρωτοφειλέτιδας, μεταξύ των οποίων ένταλμα εκτέλεσης κινητής περιουσίας που επιστράφηκε ανεκτέλεστο. - Η πρωτοφειλέτιδα δεν έχει την οικονομική δυνατότητα και/ή περιουσία προς ικανοποίηση της Δικαστικής Απόφασης και δεν υπάρχει υποθηκευμένη ακίνητη ιδιοκτησία προς εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους της. - Οι Αιτητές κωλύονται εκ της συμπεριφοράς και πράξεων τους να εγείρουν την υπό κρίση Αίτηση. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Στεφάνου (στο εξής ο ΧΣ και η Ένορκη Δήλωση Στεφάνου) ο οποίος είναι υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd η οποία, ως ο ΧΣ αναφέρει, δυνάμει συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων που έχει συνάψει με τους Καθ' ων η Αίτηση στην υπό κρίση Αίτηση έχει αναλάβει τη χρηματοπιστωτική διευκόλυνση για την οποία εκδόθηκε η Διαιτητική Απόφαση. Σύμφωνα με τον ΣΧ, η Καθ' ης η Αίτηση 1 στην Αίτηση Έρευνας (πρωτοφειλέτιδα) δεν έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία ικανοποιητική για να καλύψει την εξ αποφάσεως οφειλή, ούτε υπάρχει υποθηκευμένη ακίνητη ιδιοκτησία της Καθ' ης η Αίτηση 1 στην Αίτηση Έρευνας προς όφελος της Αιτήτριας η οποία να εξασφαλίζει το εξ αποφάσεως χρέος της. Ο ΣΧ αναφέρει επίσης ότι έχουν ληφθεί εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 1 διάφορα μέτρα εκτέλεσης χωρίς αποτέλεσμα. Παρουσιάζει πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας από το περιεχόμενο του οποίου, ως αναφέρει ο ΣΧ, προκύπτει ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν διαθέτει ακίνητη ιδιοκτησία ούτε έχει προβεί σε οποιεσδήποτε αποξενώσεις. Περαιτέρω, αναφέρει ότι στις 15/4/2009 καταχωρίστηκε εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 1 ένταλμα εκτέλεσης κινητής περιουσίας το οποίο έχει επιστραφεί ανεκτέλεστο και παρουσιάζει στο Δικαστήριο τη σχετική προς τούτο ειδοποίηση του Δικαστικού Επιδότη. Ο ΣΧ λέγει επίσης ότι εναντίον της πρωτοφειλέτιδας λήφθηκαν και άλλα μέτρα εκτέλεσης στο πλαίσιο άλλης διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της και συγκεκριμένα, καταχωρίστηκε αίτησης έρευνας η οποία οδήγησε στην έκδοση διατάγματος εναντίον της. Η πρωτοφειλέτιδα, σύμφωνα με τον ΣΧ, παρέλειψε να συμμορφωθεί με το εν λόγω διάταγμα με αποτέλεσμα να καταχωριστεί ποινική υπόθεση εναντίον της στο πλαίσιο της οποίας κρίθηκε ένοχη και εκδόθηκε διάταγμα για καταβολή συγκεκριμένου ποσού το οποίο, σύμφωνα πάντα με τον ΣΧ, εξακολουθεί να οφείλει μέχρι σήμερα. Κατά την ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκαν στις πρόνοιες του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν. 197(Ι)/2003 (στο εξής ο Νόμος), σε συνάρτηση με τα γεγονότα που παρατίθενται στις δύο ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της εκατέρωθεν επιχειρηματολογίας τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[3] Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος αναστολής δικαστικής απόφασης εναντίον εγγυητή παρέχεται με βάση τις πρόνοιες των Άρθρων 9 και 10 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν. 197(Ι)/2003 Νόμου (στο εξής ο Νόμος). Το άρθρο 9 του Νόμου διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα υπό τον τίτλο «Αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης»: «
  2. Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ Νόμου, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου παρέχεται εξουσία σε δικαστήριο να διατάξει καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, αναστολή της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εναντίον του στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του ή αίτηση καταβολής μηνιαίων δόσεων όπως προβλέπεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ή αίτηση έκδοσης διατάγματος παραλαβής όπως προβλέπεται στον περί Πτώχευσης Νόμο, ως ακολούθως: . (β) σε περίπτωση έκδοσης απόφασης και τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 10, οποτεδήποτε μετά την έκδοση της απόφασης με τη συγκατάθεση του πιστωτή και του πρωτοφειλέτη ή χωρίς τέτοια συγκατάθεση·» (οι υπογραμμίσεις και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Έχοντας κατά νου το πραγματικό υπόβαθρο της υπό κρίση Αίτησης ως αυτό συνοψίσθηκε πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των προνοιών του άρθρου 10
(1)(α1) και 10
(1)(γ) του Νόμου. Το άρθρο 10
(1)(α1) διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα υπό τον τίτλο «Έκδοση διατάγματος αναστολής»: «10.
(1)Δικαστήριο διατάσσει δυνάμει του άρθρου 9, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή, στις πιο κάτω περιπτώσεις - . (α1) Σε περίπτωση που πιστωτής, στα πλαίσια εκδίκασης αγωγής ή στα πλαίσια διαδικασίας μέτρων εκτέλεσης ή διαδικασίας αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής από τον πιστωτή έναντι του εγγυητή σε σχέση με τη σύμβαση εγγύησης, δεν αποδείξει ότι έχει εξαντλήσει τις διαθέσιμες στον ίδιο διαδικασίες έναντι του πρωτοφειλέτη για την είσπραξη της οφειλής: Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ο πιστωτής θεωρείται ότι απέδειξε ότι έχει εξαντλήσει τις διαθέσιμες σε αυτόν διαδικασίες έναντι του πρωτοφειλέτη για την είσπραξη της οφειλής, εάν αποδείξει- (i) ότι έχει λάβει ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητή περιουσία· ή . Περαιτέρω, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 10
(1)(γ) του Νόμου, το Δικαστήριο διατάσσει δυνάμει του άρθρου 9 του Νόμου την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό και στην ακόλουθη περίπτωση: «(γ) όταν υποβληθεί από τον εγγυητή αίτηση για αναστολή οποτεδήποτε μετά την έκδοση απόφασης και το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης: . Νοείται έτι περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, το δικαστήριο δύναται να ικανοποιηθεί με βάση την ενώπιόν του μαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο σύμβασης εγγύησης, εάν ο πιστωτής δεν αποδείξει- (i) ότι έχει λάβει ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητή περιουσία· ή .» Περαιτέρω σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 10 του Νόμου ο όρος «απόφαση δικαστηρίου» στα πιο πάνω άρθρα περιλαμβάνει διαδικασία και διαιτητική απόφαση με βάση τις διατάξεις του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι οι Αιτητές είναι «εγγυητές» εν τη εννοία του Νόμου. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο παρέχεται υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης πεδίο εφαρμογής οποιασδήποτε εκ των ως άνω αναφερόμενων προνοιών του Νόμου έχοντας κατά νου το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ως αυτό συνοψίσθηκε πιο πάνω, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των σχετικών με την υπό κρίση Αίτηση προνοιών του Νόμου. Θα πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι ο τρόπος με τον οποίο έχει διατυπωθεί μέρος των αιτούμενων θεραπειών δεν βρίσκει έρεισμα στον Νόμο. Τούτο γιατί στον Νόμο προνοούνται οι περιπτώσεις υπό τις οποίες το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή και δεν παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης σε σχέση με τον εγγυητή «μέχρι να καταδειχθεί» από τον πιστωτή «ότι έχει προβεί σε όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα εκτέλεσης» σε σχέση με τον Πρωτοφειλέτη όπως το θέτουν οι Αιτητές στα αιτητικά της υπό κρίση Αίτησης. Αναστολή μπορεί να διαταχθεί από το Δικαστήριο στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που καταγράφονται στα άρθρα 9 και 10 του και νοουμένου ότι το Δικαστήριο κρίνει κάτι τέτοιο ορθό και δίκαιο. Δεν έχει εν προκειμένω αμφισβητηθεί ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν ήδη προωθήσει εναντίον της πρωτοφειλέτιδας ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έλαβαν ειδοποίηση από τον δικαστικό επιδότη ότι η πρωτοφειλέτιδα δεν έχει κινητή περιουσία (Τεκμήριο 2 στην Ένορκη Δήλωση Στεφάνου). Όπως προκύπτει από την παράθεση των σχετικών με την υπό κρίση Αίτηση άρθρων του Νόμου, η λήψη ειδοποίησης από Δικαστικό Επιδότη ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητή περιουσία, όπως έγινε στην υπό εξέταση περίπτωση, συνιστά μία εκ των περιπτώσεων που θεωρείται, σύμφωνα πάντα με τις πρόνοιες του Νόμου, ότι ο πιστωτής απέδειξε, για τους σκοπούς του συγκεκριμένου άρθρου, ότι έχει εξαντλήσει τις διαθέσιμες σε αυτόν διαδικασίες έναντι του πρωτοφειλέτη για την είσπραξη της οφειλής, με τρόπο ώστε να μην παρέχεται έδαφος έκδοσης διαταγής αναστολής εκτέλεσης της απόφασης σε αυτή τη βάση αφού, δεν μπορεί υπό αυτές τις περιστάσεις να θεωρηθεί ότι οι Καθ' ων η Αίτηση απέτυχαν να αποδείξουν ότι έχουν εξαντλήσει τις διαθέσιμες στους ίδιους διαδικασίες έναντι της πρωτοφειλέτιδας για την είσπραξη της οφειλής, ως απαιτεί η ρηθείσα διάταξη προκειμένου να τύχει ενεργοποίησης. Ως εκ τούτου, είναι η κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν υπάρχει έδαφος αναστολής εκτέλεσης της Διαιτητικής Απόφασης στη βάση του άρθρου 10
(1)(α1) του Νόμου. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο υπάρχει έδαφος έκδοσης διαταγής αναστολής της Διαιτητικής Απόφασης στη βάση του άρθρου 10
(1)(γ) του Νόμου. Είναι προφανές από το περιεχόμενο του ρηθέντος εδαφίου, ότι μία από τις περιπτώσεις όπου επίσης παρέχεται προστασία στον εγγυητή αποτελεί εκείνη όπου καταδεικνύεται ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης. Η αιτούμενη δε αναστολή εκτέλεσης της απόφασης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και ασκείται στη βάση συγκεκριμένων γεγονότων που τίθενται ενώπιον του. Εναπόκειται δε στον αιτητή να παρουσιάσει τα οικονομικά στοιχεία ή να προσδιορίσει την περιουσία που ανήκει στον πρωτοφειλέτη ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να θέσει σε εφαρμογή τα όσα διαλαμβάνονται στο εδάφιο
(1)(γ) και ειδικότερα να είναι σε θέση το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εναντίον του εγγυητή να αναφέρει τα οικονομικά στοιχεία ή και να προσδιορίσει την περιουσία για την οποία το δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι είναι δυνατόν εκ πρώτης όψεως να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή και να είναι επίσης σε θέση να απαγορεύσει στον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει την προσδιοριζόμενη στο διάταγμα περιουσία ή τα οικονομικά στοιχεία, ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η εξ' αποφάσεως οφειλή ή οποιοδήποτε μέρος της. Περαιτέρω, παρέχεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου
(1)(γ) του άρθρου 10 του Νόμου, η δυνατότητα στο Δικαστήριο να ικανοποιηθεί και καταλήξει σε συμπέρασμα ότι ο πρωτοφειλέτης έχει, για τους σκοπούς της συγκεκριμένης παραγράφου, την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο σύμβασης εγγύησης εάν ο πιστωτής δεν αποδείξει μία από τις περιπτώσεις που εκεί απαριθμούνται, μεταξύ των οποίων και η λήψη ειδοποίησης από δικαστικό επιδότη ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητή περιουσία. Εν προκειμένω, είναι προφανές ότι η ύπαρξη από μέρους του πρωτοφειλέτη περιουσίας τέτοιας αξίας που να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος όχι μόνο δεν έχει υποδειχθεί από τους Αιτητές αλλά επιπρόσθετα, με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έχει καταδειχθεί ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έλαβαν ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη ότι η πρωτοφειλέτιδα στερείται κινητής περιουσίας. Σε σχέση με το τελευταίο αυτό γεγονός, από το λεκτικό του άρθρου 10
(1)(γ) του Νόμου συνάγεται ότι ενώ η αποτυχία του εξ αποφάσεως πιστωτή να αποδείξει μία από τις περιπτώσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 10
(1)(γ), μεταξύ των οποίων και η λήψη ειδοποίησης από δικαστικό επιδότη ότι ο πρωτοφειλέτης στερείται περιουσίας, παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή, η απόδειξη μίας εκ των ίδιων περιπτώσεων μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στο αντίθετο συμπέρασμα, ήτοι ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει, για τους σκοπούς της ρηθείσας παραγράφου, την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή του. Υπό τα δεδομένα λοιπόν της παρούσας υπόθεσης, είναι η κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν παρέχεται έδαφος αναστολής εκτέλεσης της Διαιτητικής Απόφασης ούτε στη βάση του άρθρου 10
(1)(γ) του Νόμου. Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω κρίνω ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στα Άρθρα 9 και 10 του Νόμου. Ως εκ τούτου, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν δικαιολογείται και η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Καθ' ων η Αίτηση δικαιούνται στα έξοδα τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται σε βάρος των Αιτητών και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αιτητικό 1της υπό κρίση Αίτησης. [2] Αιτητικό 2 της υπό κρίση Αίτησης. [3] Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.