← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (HE 1), Αίτηση Αρ. 1/2021, 31/5/2022

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (HE 1), Αίτηση Αρ. 1/2021, 31/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A189 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ, Π.Ε.Δ. Αίτηση Αρ. 1/2021 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟ 66(Ι)/1997 και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ 22(Ι)/2016 και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113 και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (HE 1) ------------------ Ημερομηνία: 31 Μαΐου, 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα Θ. Ραφτοπούλου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Για καθ' ης η Αίτηση: κ. Αλέξανδρος Αλεξάνδρου για Τορναρίτης και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εταιρεία Fulcrum Distressed Opportunities Fund III, LP: κ. Παρπαρίνος με κ. Ανδρέα Παπαχριστοδούλου (ασκούμενο) για Λούκας & Βίας Λ. Παρπαρίνος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για καταθέτη κ. Mahklouf και κατόχους αξιογράφων XXXXX Παρασκευά και για XXXXX Παρασκευά: κ. Ανδρέας Κασιανής για κ. Μαθηκολώνη Για καταθέτη/κάτοχο αξιογράφων και μέτοχο XXXXX Κάζανο: κ. Κώστας Χ" Ιωάννου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, με την παρούσα Αίτηση ζητά την εκκαθάριση της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (στο εξής η «Λαϊκή Τράπεζα») σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33Β του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 66

(1)/97, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και τον διορισμό του XXXXX Παπαθωμά ως Εκκαθαριστή της. Στο σώμα της Αίτησής της, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου αναφέρεται στα άρθρα του Συντάγματος και του Νόμου, με βάση τα οποία συστάθηκε επισημαίνει ότι είναι θεσμικά ανεξάρτητη και αφού επεξηγεί με λεπτομέρεια τις αρμοδιότητές της, που απορρέουν από τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι) του 2013, όπως τροποποιήθηκε, ο οποίος στην συνέχεια αντικαταστάθηκε από τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμο 22(Ι) του 2016, εναρμονιστικός ο οποίος υιοθετεί την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2014/59/ΕΕ, για την ανάκαμψη και εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων. Γίνεται επίσης αναφορά στο άρθρο 115
(1)του Νόμου 22(Ι)/2016 στο οποίο προνοείται ότι όλα τα μέτρα εξυγίανσης που λήφθηκαν δυνάμει του Νόμου 17(Ι)/2013 και ήταν σε ισχύ κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Νόμου 22(Ι)/2016, θεωρούνται ότι είναι μέτρα που λήφθηκαν δυνάμει του Νόμου 22(Ι)/
  1. Στο σώμα της Αίτησης της, περιγράφει επίσης τη σύσταση της Λαϊκής Τράπεζας, την εγγραφή της ως Εταιρεία στην παραχωρηθείσα άδεια για άσκηση τραπεζικών εργασιών, ημερομηνίας 08/09/1939, στις τροποποιήσεις αυτής στις 21/09/1939, 17/07/1942, 25/03/1946, 6/05/1993 και 28/05/
  2. Αναφέρεται επίσης στο εγκεκριμένο ονομαστικό μετοχικό κεφάλαιο της Λαϊκής Τράπεζας στις 31/12/2012, το οποίο ανερχόταν στα €2.8δις διαιρεμένο σε 28 δις συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €0,10 έκαστη μετοχή και το εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο σε €2.202.608.000 διαιρεμένο σε 22.026.081.000 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €0,10 έκαστη μετοχή και ότι τον Μάρτιο του 2013 ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα στην Κύπρο σε ότι αφορά καταθέσεις και χορηγήσεις. Οι κύριες τραπεζικές εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας, κατά τον εν λόγω χρόνο, διεξάγονταν στην Κύπρο ενώ παράλληλα, δραστηριοποιείτο μέσω υποκαταστημάτων σε Ελλάδα και Ηνωμένο Βασίλειο. Επιπρόσθετα η Λαϊκή Τράπεζα διατηρούσε θυγατρικές τράπεζες σε έξι χώρες, ήτοι Ελλάδα, Ρουμανία, Σερβία, Ουκρανία, Μάλτα και Ρωσία. Αναφέρεται επίσης στα μέτρα εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας κατά τις 25/03/2013 στα πλαίσια του Νόμου 17(Ι)/2013 όπου λήφθηκε από κοινού απόφαση της Αρχής Εξυγίανσης και του Υπουργού Οικονομικών για εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης στην Λαϊκή Τράπεζα, λόγω σειράς γεγονότων τα οποία περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, εκδίδοντας σειρά Διαταγμάτων με βάση το Νόμο 17(Ι)/2013, για την εφαρμογή του μέτρου εξυγίανσης της πώλησης εργασιών στη Λαϊκή Τράπεζα. Περαιτέρω, στις 25/03/2013 διορίστηκε από την Αρχή Εξυγίανσης, ενεργώντας με βάση το Νόμο 17(Ι)/2013, Ειδικός Διαχειριστής της Λαϊκής Τράπεζας η XXXXX Αντωνιάδου σύμφωνα με την Α.Δ.Π.197/
  3. Η Άντρη Αντωνιάδου αντικαταστάθηκε στις 06/04/2015 από τον Κρις Παύλου, ο οποίος στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από τον Κλεόβουλο Αλεξάνδρου που συνεχίζει μέχρι σήμερα να ενεργεί ως Ειδικός Διαχειριστής της Λαϊκής Τράπεζας. Αναφορά στην Αίτηση γίνεται και στο διορισμό του ανεξάρτητου ελεγκτικού οίκου KPMG UK LLP κατά ή περί τον Μάιο του 2013, για να αποτιμήσει στην εύλογη αξία (fair value) (α) τα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας τα οποία μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου με βάση το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα Κ.Δ.Π.104/2013, το οποίο εκδόθηκε στις 29/03/2013 και (β) τα περιουσιακών στοιχεία και υποχρεώσεις που παρέμειναν στην Λαϊκή Τράπεζα, μετά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης της πώλησης των εργασιών σε Κύπρο, Ελλάδα και Ηνωμένο Βασίλειο με βάση τα σχετικά Διατάγματα εξυγίανσης που εκδόθηκαν από την Αρχή Εξυγίανσης, ήτοι το περί της Πώλησης Εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Κ.Δ.Π. 97/2013, το πιο πάνω αναφερόμενο Διάταγμα Κ.Δ.Π.104/2013, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών στο Ηνωμένο Βασίλειο της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα Κ.Δ.Π.105/
  4. Αναφέρονται επίσης στο σώμα της Αίτησης οι Εκθέσεις Αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων που αφορούσαν τα στοιχεία και υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου, ημερομηνίας 26/07/2013 καθώς και των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που παρέμειναν στην Λαϊκή, ημερομηνίας 16/08/
  5. Σύμφωνα με την Έκθεση ημερομηνίας 26/07/2013, η εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου υπολογίστηκε στα €15.999 εκ. και η εύλογη αξία των υποχρεώσεων στα €15.617 εκ.. Η διαφορά των €382 εκ. στην αποτίμηση της εύλογης αξίας των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου με την εύλογη αξία των υποχρεώσεων, εξοφλήθηκε με την έκδοση μετοχών ισόποσης αξίας από την Τράπεζα Κύπρου προς τη Λαϊκή Τράπεζα. Σύμφωνα με την ΄Εκθεση Αποτίμησης της KPMG UK LLP, ημερομηνίας 16/08/2013, κατά τις 31/03/2013, η εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας ανερχόταν σε €769 εκατομμύρια (πριν από το συμψηφισμό δανείων ύψους €106 εκ. περίπου με καταθέσεις στο όνομα ιδίου προσώπου), ενώ οι υποχρεώσεις της, οι οποίες αφορούσαν κυρίως ανεξασφάλιστους καταθέτες, σε €4,9 δισεκατομμύρια. Η εύλογη αξία (fair value) των επενδύσεων της Λαϊκής Τράπεζας σε θυγατρικές τράπεζες και άλλες εταιρείες στο εξωτερικό (Ελλάδα, Ρουμανία, Σερβία, Ουκρανία, Μάλτα και Ρωσία) ανερχόταν περίπου στα €184εκ. Αναφορά σ΄ αυτή γίνεται και στην τροποποίηση της τραπεζικής άδειας της Λαϊκής Τράπεζας ημερομηνίας 28/5/2013, ώστε να απαγορεύεται σε αυτή να προβαίνει σε ανάληψη νέων υποχρεώσεων έναντι του κοινού, υπό τη μορφή καταθέσεων, αξιογράφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικών οφειλής. Επίσης αναφέρεται στην ολοκλήρωση της πώλησης της Επενδυτικής Τράπεζας της Ελλάδος Ανώνυμη Εταιρεία, θυγατρική της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα, τον Ιούλιο του 2019, η οποία αποτελούσε και το τελευταίο κύριο περιουσιακό στοιχείο της αφού γίνεται αναφορά και σε άλλες πωλήσεις των θυγατρικών τραπεζών στη Σερβία, Ουκρανία, Ρουμανία και Μάλτα, καθώς και το ήμισυ της επένδυσης της Λαϊκής Τράπεζας στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Κύπρου. Η πώληση της θυγατρικής της Λαϊκής Τράπεζας στην Ρωσία, δεν τελεσφόρησε, λόγω της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, κατά τον Σεπτέμβριο του 2015, από την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας, η οποία στη συνέχεια έθεσε τη θυγατρική σε εκκαθάριση. Γίνεται επίσης αναφορά στα περιουσιακά στοιχεία που παραμένουν εγγεγραμμένα στα λογιστικά βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας, στις 30/9/2020, που περιλαμβάνουν μετρητά, την εναπομείνασα επένδυση στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Κύπρου, επενδύσεις σε μικρού μεγέθους θυγατρικές εταιρείες στην Ουκρανία και φόρους εισπρακτέους και άλλα εισπρακτέα από τις Ελληνικές Αρχές. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη Κατάσταση Περιουσιακών Στοιχείων και Υποχρεώσεων (Statement of Assets and Liabilities) που ετοιμάστηκε από τον Ειδικό Διαχειριστή της Λαϊκής Τράπεζας, κατά τις 30/09/2020 τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας ανέρχονται στα €232 εκατομμύρια, ενώ οι κύριες υποχρεώσεις της παρέμειναν αμετάβλητες, ως παρουσιάζονται στην Έκθεση Αποτίμησης της KPMG UK LLP, ημερομηνίας 16/08/2013 και αποτελούνται από καταθέσεις πελατών ύψους €3,8 δισεκατομμυρίων, οι οποίες υπερβαίνουν το ασφαλισμένο ποσό των €100 χιλιάδων, ομόλογα χαμηλής εξασφάλισης και δανειακό κεφάλαιο ύψους €915 εκατομμυρίων και άλλες υποχρεώσεις ύψους €69 εκατομμυρίων. Καμία εκ των υποχρεώσεων της δεν αποπληρώθηκε από τον Μάρτιο του 2013 και εντεύθεν. Αποπληρωμή υποχρεώσεων της θα πραγματοποιηθεί από τον εκκαθαριστή κατά την εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας, βάσει της σειράς προτεραιότητας των πιστωτών που ρητά προβλέπεται στο άρθρο 331 του Νόμου 66(Ι)/
  6. Στο σώμα της Αίτησης γίνεται επίσης λεπτομερής περιγραφή των συνεδριών της Αρχής Εξυγίανσης, ημερομηνίας 30/10/2019, 07/11/2019, 25/11/2019, 20/12/2019, καθώς και στις εισηγήσεις της προς την Αιτήτρια καθώς και σε επιστολή της Αιτήτριας προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την απάντηση αυτής, στη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την ανάκληση της τραπεζικής άδειας της Λαϊκής Τράπεζας, όπως και τη σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της Αιτήτριας. Περιγράφει την εισήγηση της Αιτήτριας για έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης, ζητώντας την συγκατάθεση της Αρχής Εξυγίανσης, την οποία εξασφάλισε μετά από έκτακτη συνεδρίαση της Αρχής Εξυγίανσης, ημερομηνίας 12/06/2020 καθώς και την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Αιτήτριας για καταχώρηση Αίτησης στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισής της, ενημερώνοντας προς τούτο την 01/09/2020 τον Ειδικό Διαχειριστή της Λαϊκής. Επίσης γίνεται αναφορά στη διαδικασία επιλογής του προσώπου που προτάθηκε για διορισμό στη θέση Εκκαθαριστή. Η Αίτηση στηρίζεται στον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο 66(Ι)/1997, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, περιλαμβανομένων αλλά χωρίς περιορισμό, των άρθρων 2, 2Α, 4, 4Α, 26, 30, 31, 32ΙΔ, 33Α, 33Β, 33Ε, 33Ο και του Μέρους ΧΙΙΙ, στον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμο 22(Ι)/2016 περιλαμβανομένων αλλά χωρίς περιορισμό των άρθρων 2, 3, 41, 44, 45, 46, 48, 49, 65, 74, 83, 87, 115, στον περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο 138(Ι)/2002, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, περιλαμβανομένων αλλά χωρίς περιορισμό των άρθρων 2, 3, 5, 6 και 15Α, στον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι)/2013, στους περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμους του 2016 και 2018, Ν. 5(Ι)/2016, στους περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμούς του 2016 και 2018, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό για τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου ημερ. 15/10/2013, στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 2014/59/ΕΕ για την ανάκαμψη και εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014 περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, περιλαμβανομένων αλλά χωρίς περιορισμό των άρθρων 2, 211, 213, 214, 226, 233, 259, 300, 347, 352, 362, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς περιλαμβανομένων των Κανονισμών 2, 3, 4, 8 και 92, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας περιλαμβανομένων των Δ.48 θ.1-13, Δ.64, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, περιλαμβανομένων των άρθρων 4-9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, περιλαμβανομένων των άρθρων 29 και 32, στους περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμούς του 1933, περιλαμβανομένου του Κανονισμού 92, στους Αγγλικούς Companies (Winding up Rules) του 1949, στις αρχές του Κοινοδικαίου και της επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την Αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του XXXXX Στυλιανού, Βοηθού Διευθυντή, (ΕΔΜΣ) στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, στην οποία αφού αναφέρει τα προσόντα και την πείρα του, ως Λειτουργού της Αιτήτριας, καθώς και την εξουσιοδότηση να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση, αναφέρει με λεπτομέρεια τα γεγονότα της παρούσης Αίτησης, επισυνάπτοντας επίσης 38 Τεκμήρια που αφορούν την υπόθεση. Ειδικότερα σ΄ αυτήν γίνεται αναφορά στη σύσταση της Αιτήτριας στα άρθρα του Συντάγματος και του Νόμου με βάση τον οποίο συστάθηκε αλλά και τις εξουσίες που κατά καιρούς είχε με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι) του 2013, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, ο οποίος στην συνέχεια αντικαταστάθηκε από τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμο 22(Ι) του
  7. Επίσης αναφέρθηκε στη σύσταση της Καθ΄ης η αίτηση, στο εγκεκριμένο ονομαστικό κεφάλαιο κατά τις 31/12/
  8. Περαιτέρω αναφέρθηκε στα διάφορα διατάγματα που εκδόθηκαν για την Εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας, αφού έκανε αναφορά σε σειρά γεγονότων τα οποία προηγήθηκαν αυτών των μέτρων. Σημειώνω ότι μεγάλο μέρος αυτών των γεγονότων δεν αμφισβητούνται στην παρούσα διαδικασία. Αναφέρθηκε επίσης με λεπτομέρεια στις διάφορες εκθέσεις αποτίμησης της αξίας των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής καθώς και των θυγατρικών τραπεζών και άλλων εταιρειών στο εξωτερικό, διαδικασία πώλησης αυτών, τις διάφορες εκθέσεις αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων της. Αναφέρθηκε στις διάφορες συνεδρίες της Αρχής Εξυγίανσης, στην απόφαση για αναστολή του μέτρου πώλησης εργασιών, την εισήγηση της Αρχής Εξυγίανσης για ανάκληση της τραπεζιτικής άδειας της Λαϊκής Τράπεζας καθώς και στην απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Αιτήτριας ημερομηνίας 27/10/2020, την ενημέρωση του Ειδικού Διαχειριστή της Λαϊκής Τράπεζας καθώς και τη Συμφωνία αυτού για ανάκληση της άδειας, τη σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου για την ανάκληση της τραπεζιτικής άδειας. Αναφέρθηκε στις αποφάσεις που λήφθηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο της Αιτήτριας στις 12/06/2020 καθώς και την έκτακτη συνεδρία της Αρχής Εξυγίανσης της ίδιας ημερομηνίας στην οποία δόθηκε η σύμφωνη γνώμη και λήψη συγκατάθεσης της Αρχής Εξυγίανσης για έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας. Την ίδια ημέρα μετά τα πιο πάνω το Διοικητικό Συμβούλιο της Αιτήτριας αποφάσισε την καταχώρηση της Αίτησης Εκκαθάρισης της Λαϊκής στο Δικαστήριο και διορισμό Εκκαθαριστή. Την 01/09/2020 απεστάλη στον Ειδικό Διαχειριστή επιστολή κοινοποιώντας του την πιο πάνω απόφαση για ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Λαϊκής. ΄Εγινε αναφορά επίσης στη διαδικασία διαγωνισμού που ακολουθήθηκε για διορισμό στη θέση Εκκαθαριστή καθώς και την απόφαση να ζητηθεί ο διορισμός στη θέση Εκκαθαριστή του κ. XXXXX Παπαθωμά. Καταληκτικά ανέφερε ότι τα αιτούμενα με την παρούσα Αίτηση διατάγματα μπορούν να εκδοθούν για τους λόγους που προσδιορίζει ως ακολούθως: «Α. Η Λαϊκή Τράπεζα εμπίπτει στον όρο «ΑΠΙ-Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ίδρυμα» του Νόμου 66(Ι)/
  9. Β. Η άδεια λειτουργίας της Λαϊκής Τράπεζας ανακλήθηκε δυνάμει του άρθρου 4Α του Νόμου 66(Ι)/
  10. Γ. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου άσκησε τη διακριτική ευχέρεια της και αποφάσισε την εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους 40-44 της ΕΔΜΣ. Δ. όπως ορίζεται στο άρθρο 45
(6)(α) του Νόμου 22(Ι)/2016, στις περιπτώσεις που χρησιμοποιείται το μέτρο πώλησης εργασιών και χρησιμοποιούνται για τη μεταβίβαση μόνο μέρους των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του υπό εξυγίανση ιδρύματος, όπως στην προκειμένη περίπτωση, το εναπομείναν ίδρυμα εκκαθαρίζεται σύμφωνα με τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Ε. Η εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας διασφαλίζει τη διανομή των εναπομεινάντων περιουσιακών στοιχείων της στους πιστωτές της, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας που ρητά προβλέπεται στο άρθρο 33Ο του Νόμου 66(Ι)/1997.». Με τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση (ΣΕΔΜΣ) αρνήθηκε όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις οι οποίες επισυνάπτονται στις τρεις Ενστάσεις που καταχωρίστηκαν στην Κυρίως Αίτηση εκτός όπου ρητά γίνονται παραδεχτοί. Απαντά επίσης στους διάφορους ισχυρισμούς των ενόρκως δηλούντων που συνοδεύουν τις ενστάσεις, θέτοντας τις δικές του θέσεις και γεγονότα. ΄Ηταν δε η θέση του ότι η FULCRUM DISTRESSED OPPORTUNITIES FUND III LP εξ ΗΠΑ (στο εξής «η FULCRUM») δεν έχει το απαραίτητο locus standi και δεν νομιμοποιείται να καταχωρεί Ένσταση στην παρούσα διαδικασία, καθότι δεν είναι «πιστωτής» της Λαϊκής Τράπεζας, αφού τελεί υπό αμφισβήτηση η οποιαδήποτε απαίτηση της ίδιας εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας, αναφέροντας τους λόγους που δικαιολογούν την πιο πάνω θέση του. Η παρούσα Αίτηση επιδόθηκε στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε και καταχώρησε ένσταση. Δόθηκαν οδηγίες για δημοσίευσή της, τόσο στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, όσο και σε δύο εφημερίδες ημερήσιας κυκλοφορίας. Στις 05/02/21, ειδοποίηση της Αίτησης, δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και την ίδια ημέρα, στις καθημερινές εφημερίδες «Πολίτης» και «Ο Φιλελεύθερος». Κατά την πρώτη δικάσιμο, παρουσιάστηκαν εκτός από τους Αιτητές και τον Ειδικό Διαχειριστή της Λαϊκής Τράπεζας, αριθμός δικηγόρων, οι οποίοι εμφανίζονται για πιστωτές της Λαϊκής Τράπεζας, για εξ αποφάσεως πιστωτές της Λαϊκής Τράπεζας, για πρόσωπα που είχαν καταθέσεις στη Λαϊκή Τράπεζα και έχουν καταχωρήσει εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας διάφορες αγωγές και άλλες δικαστικές διαδικασίες, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον διαφόρων δικαστηρίων ανά το παγκύπριο. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για καταχώρηση ένστασης για όσους από τους δικηγόρους που εμφανίστηκαν ενώπιόν του, είχαν δηλώσει πρόθεση να καταχωρήσουν ένσταση. ΄Ενσταση καταχωρήθηκε από την Fulcrum Distressed Opportunities Fund III, LP στην οποία προσδιορίζει, στο σώμα της, 18 λόγους ένστασης. Υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Στέλιου Παρπαρίνου, με την οποία εξειδικεύει και αναλύει τους λόγους ένστασης, οι οποίοι παρατίθενται αυτούσιοι πιο κάτω. Επίσης καταχώρησε συμπληρωματική ένορκο δήλωση στην οποία απαντά στους ισχυρισμούς της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως του Μ. Στυλιανού. Οι λόγοι ένστασης έχουν ως ακολούθως: «
  1. Η υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη λήψη οποιωνδήποτε ενδεδειγμένων μέτρων και/η στην υποβολή της παρούσας αίτησης για την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, κατέστησε την παρούσα αίτηση άνευ αντικειμένου και εξέλιπε ο λόγος εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας και δεν εξυπηρετεί κανένα ουσιαστικό σκοπό που να μην μπορεί να γίνει από τον σημερινό Ειδικό Διαχειριστή και την πώληση της ελάχιστης περιουσίας η οποία έχει απομείνει.
  2. Η Αιτήτρια δεν δικαιολόγησε καθόλου και/ή επαρκώς την υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης και εσκεμμένα ανέμεινε μέχρι να εκποιήσει όλα τα σημαντικά περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας και όταν δεν απέμεινε σχεδόν τίποτε για να πληρωθούν οι πιστωτές, τότε μόνο καταχώρησε την παρούσα Αίτηση.
  3. Μετά την έκδοση του Διατάγματος ΚΔΠ 94/2013 και τον τερματισμό των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας την 25/3/2013, έπαψε να είναι εποπτευόμενη Τράπεζα εδώ και 8 χρόνια και η Αιτήτρια, με τις ενέργειες της, έχει απωλέσει και δεν έχει πλέον αγώγιμο δικαίωμα και/ή δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα Αίτηση.
  4. Οι πράξεις και παραλείψεις της Αιτήτριας έχουν προκαλέσει τεράστια οικονομική ζημιά στους πιστωτές της Λαϊκής Τράπεζας, οι οποίοι σήμερα είναι σε δυσμενέστερη θέση απ' ότι θα ήταν εάν η Λαϊκή Τράπεζα τίθετο αμέσως σε εκκαθάριση κατά την έκδοση των Διαταγμάτων τον Μάρτιο
  5. Η Αιτήτρια δεν έχει προβεί σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη των γεγονότων (full and frank disclosure) που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ειδικότερα γεγονότων τα οποία βρίσκονται εν γνώσει της και/ή παρουσίασε τα γεγονότα με παραπλανητικό τρόπο, ώστε να δημιουργηθούν λανθασμένες εντυπώσεις στο Δικαστήριο ως προς τα πραγματικά γεγονότα.
  6. Η παρούσα Αίτηση κατατέθηκε κατά παράβαση και χωρίς να τηρηθούν οι πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου και ιδιαίτερα του άρθρου 212 για επιβεβαίωση του οπουδήποτε οφειλόμενου ποσού.
  7. Η Αιτήτρια προωθεί την παρούσα αίτηση χωρίς να απαιτεί και χωρίς να αναφέρεται σε συγκεκριμένο οφειλόμενο ποσό και/ή αναφέρεται αόριστα και σε μη συγκεκριμένα αμφισβητούμενα ποσά.
  8. Η αίτηση δεν στηρίζεται σε πραγματικό υπόβαθρο και μαρτυρία, ούτε φέρει τα απαιτούμενα προς απόδειξη των προβαλλόμενων ισχυρισμών της, μεταξύ άλλων, με τις απαραίτητες εκθέσεις και προϋποθέσεις, όπως αναφέρεται και προβλέπεται στα άρθρα 49 και 76 του Περί Εξυγίανσης Νόμου 22 (Ι)
  9. Τα αιτούμενα διατάγματα, εάν δοθούν, θα εμποδίσουν τους πιστωτές της Λαϊκής Τράπεζας από του να εφαρμόσουν πρόνοιες και να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους όπως αυτά πηγάζουν από τον Περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149 και Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και τις αρχές και θα προκαλέσουν επιπλέον τεράστιες και/ή ανεπανόρθωτες ζημιές στους πιστωτές της Λαϊκής Τράπεζας.
  10. Όλες οι Αποφάσεις σχετικά με την παρούσα Αίτηση ελήφθησαν παράτυπα χωρίς την απαραίτητη ανεξαρτησία κρίσεως και αξιολόγησης των Αρχών Εποπτείας και Εξυγίανσης, θέτοντας σε σοβαρή αμφισβήτηση την εγκυρότητα των αποφάσεων των δύο Αρχών Εποπτείας και Εξυγίανσης και την αξιοπιστία των λειτουργιών τους.
  11. Η παρούσα διαδικασία είναι άκυρη ή/και παράτυπη ή/και αντικανονική ή/και δεν μπορεί να επιφέρει νόμιμα αποτελέσματα, εφόσον έχει κινηθεί κατά παράβαση ρητών προνοιών της νομοθεσίας.
  12. Η Αιτήτρια, ως Αρχή Εξυγίανσης από κοινού με τον Υπουργό Οικονομικών, αποφάσισαν από τις 25/03/2013 να εφαρμόσουν μέτρα εξυγίανσης στην Λαϊκή Τράπεζα, χωρίς την οποιαδήποτε προηγούμενη έρευνα για τη δυνατότητα εφαρμογής αυτού του μέτρου και/ή χωρίς να διαπιστώσουν έγκαιρα το προφανές, ότι αυτό αποτελούσε ακατάλληλο μέτρο στην προκειμένη περίπτωση, και αφήνοντας να παρέλθει διάστημα 8 ετών μέχρι να αποφασίσουν την έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης, με αποτέλεσμα να μειωθούν δραστικά οι πιθανότητες ανάληψης οποιουδήποτε ποσού από τους καταθέτες και πιστωτές της Λαϊκής Τράπεζας.
  13. Η Εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας σε καμία περίπτωση δεν διασφαλίζει τη δίκαιη αποζημίωση των πιστωτών της όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια στην παράγραφο 25.2 (iii) της Αίτησης για εκκαθάριση. Τουναντίον, η εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας στο παρόν στάδιο, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους πιστωτές και καταθέτες της.
  14. Η Αίτηση είναι εξ' υπαρχής άκυρη, καθότι λανθασμένα ή/και παράτυπα ή/και κατά παράβαση ρητών προνοιών του Νόμου (17(I)/2013) με βάση τον οποίο η Λαϊκή Τράπεζα τέθηκε υπό εξυγίανση από την Αιτήτρια, χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η εν λόγω νομοθεσία, και συγκεκριμένα το άρθρο 22 του ρηθέντος νόμου, το οποίο προνοεί την διενέργεια αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων του Ιδρύματος, προτού η Αρχή Εξυγίανσης αναλάβει δράση εξυγίανσης, και η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης για την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης.
  15. Εις επίμετρον, η αίτηση είναι εξ' υπαρχής άκυρη, καθότι λανθασμένα ή/και παράτυπα ή/και κατά παράβαση ρητών προνοιών του Νόμου 22(I)/2016, στον οποίο βασίζεται η παρούσα αίτηση, δεν διενεργήθηκε αποτίμηση όπως προνοεί το άρθρο 76
(1)(α) του προαναφερθέντος νόμου, σύμφωνα με το οποίο με την πραγματοποίηση δράσεων εξυγίανσης σε ίδρυμα, είναι απαραίτητο να διενεργείται αποτίμηση από ανεξάρτητο πρόσωπο το συντομότερο δυνατόν, προκειμένου να αποτιμηθεί κατά πόσον οι μέτοχοι και οι πιστωτές θα τύγχαναν καλύτερης μεταχείρισης εάν το ίδρυμα υπό εξυγίανση είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. 16. Η ακύρωση της Άδειας δεν αποτελεί δικαιολογία για Αίτηση εκκαθάρισης. 17. Η Λαϊκή Τράπεζα διεκδικεί και έχει ανείσπρακτα χρέη για τα οποία δεν ελήφθησαν τα δέοντα μέτρα κατά την περίοδο της Εξυγίανσης και διεκδικεί μεγάλα χρηματικά ποσά αποζημιώσεις που εκκρεμούν ενώπιον των Δικαστηρίων και τα οποία θα χρησιμοποιηθούν για πληρωμή των υποχρεώσεων της. 18. Η παρούσα Αίτηση, εάν εγκριθεί και εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα, θα έχει ως αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των πιστωτών της Λαϊκής Τράπεζας, σε ανεπανόρθωτο βαθμό και/ή κατά τρόπο ώστε να βρεθούν σε ακόμη δυσμενέστερη θέση και/ή κατά τρόπο που η εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας, δεν θα τους αποζημιώσει ούτε και εις το ελάχιστον υπό τις περιστάσεις.» Επίσης ένσταση καταχωρήθηκε από τον Πιστωτή και μέτοχο XXXXX Κάζανο στην οποία προσδιορίζονται στο σώμα της 21 λόγοι ένστασης. Υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του XXXXX Κάζανου στην οποία αναλύει και εξειδικεύει επίσης τους λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι: «1. Ο XXXXX Κάζανος (στο εξής «Γ.Κ») είναι μέτοχος της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (στο εξής η Εταιρεία). 2. Ο Γ.Κ είναι ταυτόχρονα πιστωτής της Εταιρείας ήτοι διαθέτει καταθέσεις ύψους €1.283.886,69 και είναι κάτοχος Αξιογράφων της Εταιρείας ύψους €1 εκατομμυρίου. 3. Ο Γ.Κ. αρνείται την ορθότητα και/ή τη νομιμότητα των γεγονότων που εκτίθενται στις παραγράφους 2, 7 μέχρι και 29 της αίτησης. 4. Η Εταιρεία ουδέποτε ήταν ΑΠΙ με την έννοια του τροποποιηθέντος την 09/09/2013 Ν.66(Ι)/97. 5. Η Εταιρεία κατείχε άδεια άσκησης Τραπεζικών Εργασιών ήτοι σύμφωνα με το Νόμο που ίσχυε ««τραπεζικές εργασίες» σημαίνει εργασίες οι οποίες διεξάγονται στη /Δημοκρατία ή στο εξωτερικό από τη Δημοκρατία και συνίστανται στο δανεισμό χρημάτων που προέρχονται από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό μορφή καταθέσεων, αξιογράφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικών οφειλής» και ήταν ως εκ τούτου Τράπεζα σύμφωνα με το Νόμο. 6. Την 28/05/2013 οι αιτητές ουσιαστικά ανακάλεσαν και/ή αναίρεσαν και/ή ακύρωσαν την άδεια της Εταιρείας για διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών με τροποποίηση της άδειας με την προσθήκη του ακόλουθου όρου: «Η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd απαγορεύεται να προβαίνει στην ανάληψη νέων υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό μορφή καταθέσεων, αξιογράφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικών οφειλής». 7. Η Εταιρεία έπαυσε να είναι Τράπεζα την 28/05/2013 και πριν τη θέσπιση του Ν.102(Ι)/13 που θεσπίστηκε την 09/09/2013. 8. Δεν εκδόθηκε νέα άδεια ΑΠΙ στην Εταιρεία μετά την 09/09/2013 και μέχρι σήμερα. 9. Οι αιτητές δολίως προέβησαν σε δήθεν προσθήκη στην άδεια της Εταιρείας ως η παράγραφος 6 ανωτέρω αντί ρητής ανάκλησης της άδειας για να μπορούν να προφασίζονται ψευδώς ότι η Εταιρεία είναι Τράπεζα και ότι ευρίσκεται υπό εξυγίανση ούτως ώστε να μπορούν υπό τον μανδύα της Αρχής Εξυγίανσης που είχαν παράνομα και καθ' υπέρβαση εξουσιών να διαχειρίζονται τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας και να τα εξανεμίζουν ενεργώντας δολίως και/ή με βαριά αμέλεια. 10. Οι αιτητές είτε ως Κεντρική Τράπεζα είτε ως Αρχή Εξυγίανσης προκάλεσαν ζημιές στην Εταιρεία πέραν των €9 δις ήτοι: € (i Απώλεια από απομείωση ελληνικών Ομολόγων 2.000.000.000 (
  1. ii)Απώλεια από πώληση υποκαταστημάτων στην Ελλάδα 2.500.000.000 (iii) Απώλεια από πώληση υποκαταστημάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο 1.000.000.000 (
  2. iv)Απώλεια από πώληση των εις Κύπρο εργασιών της στην Τράπεζα Κύπρου 2.000.000.000 (
  3. v)Απώλεια από αλόγιστη επένδυση σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. 1.000.000.000 (
  4. vi)Απώλεια από πώληση ή απώλεια άλλων επενδύσεων 1.000.000.000 ΣΥΝΟΛΟ €9.500.000.000 Με την αίτηση τους επιδιώκουν να αποφύγουν τις διεκδικήσεις της εταιρείας εναντίον τους για τα πιο πάνω. 11. Οι αιτητές δεν είναι πιστωτές της Εταιρείας ούτε μέτοχοι, η δε Εταιρεία δεν είναι ΑΠΙ. 12. Οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται να επιδιώκουν τα αιτούμενα διατάγματα. Δεν έχουν locus standi. 13. Η αίτηση είναι ελλιπής μεταξύ άλλων διότι δεν αποκαλύπτει το συμφέρον των αιτητών στην εκκαθάριση της Εταιρείας, αλλά ούτε και την αμοιβή του προτεινόμενου εκκαθαριστή, ούτε την περιουσία που παρέλαβαν, ούτε τις λεπτομέρειες διάθεσης της ούτε την περιουσία κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης. 14. Η αίτηση είναι κακόπιστη διότι επιδιώκει να εμποδίσει την Εταιρεία απαλλαγμένη από το καθεστώς εξυγίανσης να επιδιώξει να ανακτήσει τις ζημιές που της προκάλεσαν οι αιτητές, οι αιτητές ως Αρχή Εξυγίανσης και άλλοι και να συνεχίσει να επιχειρεί. 15. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε νομική υποχρέωση όπως η Εταιρεία διεξάγει τραπεζικές εργασίες. Υπάρχουν και άλλες εργασίες τις οποίες η Εταιρεία μπορεί να διεξάγει επικερδώς με τα όσα κεφάλαια της απέμειναν. 16. Οι αιτητές τελούν υπό πλάνη ή ηθελημένη πλάνη διότι νομίζουν και ισχυρίζονται ψευδώς ότι: (
  5. i)η Εταιρεία δεν μπορεί να διαχειριστεί την περιουσία της πλην μέσω του Ειδικού Διαχειριστή ενώ μπορεί η Εταιρεία να εκλέξει Διοικητικό Συμβούλιο. (
  6. ii)ο τερματισμός του καθεστώτος εξυγίανσης θα άφηνε την Εταιρεία χωρίς Διοίκηση. (iii) η Εταιρεία δεν μπορεί να διεξάγει οποιαδήποτε άλλη εργασία πλην τραπεζικών εργασιών. (
  7. iv)η Εταιρεία είναι ΑΠΙ ενώ δεν είναι. (
  8. v)η υπαγωγή της Εταιρείας σε καθεστώς εξυγίανσης και οι ενέργειες τους ως Αρχή Εξυγίανσης ή ως Κεντρική Τράπεζα αναφορικά με την Εταιρεία είναι νόμιμες ενώ δεν είναι ως εκτίθεται στην ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης. (
  9. vi)η ανάκληση της άδειας της Εταιρείας έγινε την 01/09/20 ενώ στην πραγματικότητα ουσιαστικά ανακλήθηκε ή ακυρώθηκε στις 28/05/2013. (vii) η εκκαθάριση της Εταιρείας διασφαλίζει τη δίκαιη αποζημίωση των πιστωτών της. (viii) το αρ. 33Β του Ν.66(Ι)/97 έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. 17. Η αίτηση δεν προσδιορίζει επακριβώς τα άρθρα του Νόμου και τα εδάφια αυτών επί των οποίων στηρίζεται. 18. Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και οι λόγοι που προβάλλονται δεν δικαιολογούν την καταχώρηση της. 19. Η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και/ή της Δικονομίας και/ή των κανονισμών και/ή της νομολογίας. 20. Η αίτηση δεν συγκεκριμενοποιεί τους λόγους για τους οποίους οι αιτητές αιτούνται το αιτούμενο διάταγμα ως επιτάσσει η νομολογία. 21. Δεν είναι ορθό ούτε και δίκαιο (just and equitable) να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.» ΄Ενσταση καταχωρήθηκε επίσης από τα Ενδιαφερόμενα Μέρη XXXXX Mahklouf, XXXXX Παρασκευά και XXXXX Παρασκευά στην οποία εγείρονται 37 λόγοι ένστασης. Υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση Ανδρέα Μαθηκολώνη δικηγόρου των εν λόγω Ενδιαφερόμενων Μερών, στην οποία αφού αρνείται τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Στυλιανού, εξειδικεύει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι: «1. Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή αστήριχτη, και/ή 2. Η Αιτήτρια Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δεν νομιμοποιείται στην καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση και/ή η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση καταχωρήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου χωρίς οποιαδήποτε εξουσία και νομιμοποίηση, και/ή 3. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση καταχωρήθηκε από την Αιτήτρια Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη και/ή νομότυπη απόφαση του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας και/ή του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και κατά συνέπεια η καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση είναι χωρίς νομιμοποίηση και εξουσία, και/ή 4. Το εκδικάζον την Αίτηση Σεβαστό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα σύμφωνα με το δικαιοδοτικό άρθρο 33Β του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 66(Ι)/1997 ως έχει τροποποιηθεί, που επικαλείται η Αιτήτρια Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, και/ή 5. Το εκδικάζον την Αίτηση Σεβαστό Δικαστήριο δεν έχει και/ή στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση και να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, και/ή 6. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση και/ή τα αιτούμενα διατάγματα αντίκεινται στην σχετική Ευρωπαϊκή Νομοθεσία και ειδικότερα στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 2014/59/ΕΕ για την ανάκαμψη και εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, και/ή 7. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση και/ή τα αιτούμενα διατάγματα και/ή γενικά η παρούσα διαδικασίας είναι άκυρη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή δεν μπορεί να επιφέρει νόμιμα αποτελέσματα εφόσον έχει εκκινηθεί κατά παράβαση των ρητών προνοιών της σχετικής νομοθεσίας και/ή της Ευρωπαϊκή Οδηγία 2014/59/ΕΕ για την ανάκαμψη και εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, και/ή 8. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομοθεσία του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 66(Ι)/1997 και/ή του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμο 22(Ι)/2016 και/ή της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2014/59/ΕΕ για την ανάκαμψη και εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων που αφορά την εκκαθάριση της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και τα αιτούμενα διατάγματα, και/ή 9. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 66(Ι)/1997 και ειδικά των άρθρων 33Α και 33Β του Νόμου 66(Ι)/1997 ως έχει τροποποιηθεί για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, και/ή 10. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση στερείται νομιμότητας και εγκυρότητας καθ' όσον το έναυσμα της αποτελεί η δήθεν νόμιμη και/ή νομότυπη ανάκληση της τραπεζικής άδειας της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, η οποία πράξη είναι παντελώς ανυπόστατη και στερείται οποιουδήποτε νομικού υποβάθρου και/ή έγινε χωρίς εκ του Νόμου εξουσία και συμπαρασύρει σε ακυρότητα κατά συνέπεια και την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται νομιμοποίηση στην καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης, και/ή 11. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση στερείται νομιμότητας και εγκυρότητας καθ' όσον αποτελεί αποτέλεσμα της δήθεν εξυγίανσης στην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd σύμφωνα με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμο 22(Ι)/2016, η οποία διαδικασία εξυγίανσης πρόκειται για μια εξ' υπαρχής παράνομη και άκυρη διαδικασία καθότι αντιστρατεύεται την βασική αρχή εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 44Α, ότι δηλαδή κανένας πιστωτής ιδρύματος το οποίο υπόκειται σε εξυγίανση δεν περιέρχεται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης σε σύγκριση με τη θέση που θα είχε περιέλθει, εάν το εν λόγω ίδρυμα ετίθετο υπαλλακτικά σε εκκαθάριση, και εφόσον νομικό και/ή δικαιοδοτικό υπόβαθρο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης αποτελεί η διαδικασία εξυγίανσης κατά συνέπεια η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση συμπαρασύρεται στην ακυρότητα, και/ή 12. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση αποτελεί καταφανή και καινοφανή κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process) και/ή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, και/ή 13. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση καταχωρήθηκε από την Αιτήτρια Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου με αλλότριους σκοπούς και/ή με κακή πίστη, και/ή 14. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση η οποία ως αποτέλεσμα είχε τον κατάφωρα δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων και/ή συμφερόντων των πιστωτών της Τράπεζας Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, στο σύνολο τους, και/ή 15. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση και η τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι καταπιεστική και/ή εκδικητική και/ή καταφανώς ενάντια στα συμφέροντα και δικαιώματα των πιστωτών της Τράπεζας Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, στο σύνολο τους, και/ή 16. Η Αιτήτρια Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δεν νομιμοποιείται στην καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης διότι από το έτος 2013 μέχρι και σήμερα και συγκεκριμένα αλλά χωρίς περιορισμό, εν σχέση με τους χρόνους που τροχιοδρομήθηκε η καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης, βρίσκεται υπό καθεστώς πρωτοφανούς σύγκρουσης συμφερόντων (conflict of interest) σε
(3)τρία επίπεδα και υπό
(3)τρείς ιδιότητες, ήτοι του Επόπτη, του Πιστωτή και της Αρχής Εξυγίανσης, και/ή
  1. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή κακόβουλη και/ή καταχρηστική και/ή καταχωρήθηκε με αλλότρια κίνητρα και σίγουρα όχι προς το συμφέρον των πιστωτών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στο σύνολο τους, και/ή
  2. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση δεν υποστηρίζεται από αρμόδιο πρόσωπο και/ή πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας, εφόσον η Αίτηση καταχωρείται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Εποπτική Αρχή και όχι υπό την ιδιότητα της ως Αρχή Εξυγίανσης και ενώ ο κ. XXXXX Στυλιανού αποτελεί τον Προϊστάμενο της Μονάδας Εξυγίανσης, και/ή
  3. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση δεν συνοδεύεται από συγκατάθεση του προτεινόμενου εκκαθαριστή και/ή οποιοδήποτε αποδεικτικό των προσόντων και ικανοτήτων αυτού σε θέματα εκκαθάρισης ΑΠΙ, και/ή
  4. Ο προτεινόμενος εκκαθαριστής από την Αιτήτρια Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ο οποίος έχει επιλεγεί από την Αιτήτρια δεν είναι αμερόληπτος και/ή βρίσκεται σε σύγκρουση συμφερόντων εφόσον επιλέχθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου η οποία ταυτόχρονα αποτελεί και την Αρχή Εξυγίανσης και την οποία θα οφείλει να ελέγξει και/ή να ελέγξει τις ενέργειες και/ή τις πράξεις και/ή της παραλείψεις της και/ή σε κάθε περίπτωση ο προτεινόμενος εκκαθαριστής δεν επιλέχθηκε από τους πιστωτές σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου - Κεφ. 113 και δεν θα προβεί στις κατάλληλες και/ή δέουσες ενέργειες προς όφελος των συμφερόντων των πιστωτών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στο σύνολο τους και/ή δεν θα προβεί σε μεγιστοποίηση της αξίας του ενεργητικού της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd προς όφελος των πιστωτών της ως σύνολο και/ή δεν θα στραφεί εναντίον της Αιτήτριας Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου εφόσον ξεκάθαρα βρίσκεται σε σύγκρουση συμφερόντων, και/ή 21.Ο προτεινόμενος εκκαθαριστής δεν πληροί τα κριτήρια του Νόμου για διορισμό και/ή δεν έχει την απαιτούμενη πείρα και προσόντα για να ενεργήσει ως εκκαθαριστής και/ή δεν παρατίθεται συγκεκριμένος βάσιμος λόγος για τον διορισμό του κ. XXXXX Παπαθωμά που να τον καθιστά το κατάλληλο και/ή ικανό άτομο για να διοριστεί ως εκκαθαριστής και/ή δεν έχει τη νομιμοποίηση και/ή τη συγκατάθεση από τους πιστωτές της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στο σύνολο τους για να διοριστεί ως εκκαθαριστής, και/ή
  5. Η Αιτήτρια Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ένεκα πρωτοφανούς σύγκρουσης συμφερόντων η οποία ανάγεται σε 3 επίπεδα αλλά και διότι προέβη σε μια άνευ προηγουμένου λεηλασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων των πιστωτών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, κωλύεται να εκφέρει απόψεις ως προς το πρόσωπο που δύναται να διοριστεί ως εκκαθαριστής στην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, και/ή
  6. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση αποτελεί κατάχρηση και/ή υπέρβαση εξουσίας από την Αιτήτρια Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου εφόσον επιζητείται η εκκαθάριση της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στην βάση ουσιαστικά του επίπλαστου υποβάθρου της ανάκλησης της τραπεζικής της άδειας και ενώ η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ουσιαστικά δεν πληρούσε καμία απαίτηση για να έχει τραπεζική άδεια σε ισχύ, ωστόσο η τραπεζική της άδειας δεν ανακλήθηκε αλλά τροποποιήθηκε για να κρατηθεί «εν ζωή» και στην δήθεν διαδικασία εξυγίανσης για να συνεχιστεί η λεηλασία εις βάρος των πιστωτών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στο σύνολο τους στον βωμό της δήθεν εξυγίανσης, και/ή
  7. Η Αιτήτρια Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κακόπιστα και/ή λόγω αλλότριων σκοπών και/ή συμφερόντων καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, καθότι κακόπιστα και χωρίς οποιαδήποτε νομιμότητα και/ή εξουσία από την σχετική νομοθεσία ανακάλεσε την άδεια της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, και/ή
  8. Δεν τηρούνται και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 4Α του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου του 1997 (Ν. 66(Ι)/1997) ως έχει τροποποιηθεί και/ή η ανάκληση της τραπεζικής άδειας της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd έλαβε χώρα χωρίς καμία εκ του Νόμου εξουσία και/ή υπόβαθρο και που σε κάθε περίπτωση καταδεικνύεται ότι η ανάκληση της τραπεζικής άδειας αποτελεί την αφορμή και την επίπλαστη αιτιολογία για να καταχωρηθεί η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, γεγονός που αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, και/ή
  9. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση καθώς και η όλη τροχιοδρόμηση της διαδικασίας εκκαθάρισης της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, με την δήθεν εισήγηση της Αρχής Εξυγίανσης προς εκκαθάριση της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και/ή με την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου προς ανάκληση της τραπεζικής άδειας της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και/ή την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας για την εκκαθάριση της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd αποτελούν καινοφανή κατάχρηση της διαδικασίας και χρησιμοποιήθηκαν και/ή χρησιμοποιούνται τεχνηέντως προς παράκαμψη της νομιμότητας και της δικαιοδοσίας του Σεβαστού Δικαστηρίου, δημιουργώντας τεχνικά το υπόβαθρο προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, και/ή
  10. Η Αιτήτρια Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου τροχιοδρόμησε την καταχώριση της υπό τον ως άω αριθμό και τίτλο Αίτησης κατά τρόπο κακόπιστο και με πρόθεση να θέσει υπό τους όρους που η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου επιθυμεί την εκκαθάριση της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και ακολούθησε μια κατά τύποις διαδικασία σύμφωνα με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμο 22(Ι)/2016 και απέρριψε αδικαιολόγητα την πρόταση της AstroBank Cyprus Ltd και/ή δεν προέβη σε διαδικαστικές διασφαλίσεις ως όφειλε σύμφωνα με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμο 22(Ι)/2016 για να εκπληρώσει την προειλημμένη απόφαση της προς καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης, και/ή
  11. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική και δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και/ή το συμφέρον των πιστωτών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd καθώς αποτελεί προσχεδιασμένη ενέργεια της Αιτήτριας για συγκάλυψη των παράνομων και/ή παράτυπων και/ή δόλιων και/ή αμελών πράξεων και/ή παραλείψεων της Αιτήτριας στο πλαίσιο της διαδικασίας της δήθεν εξυγίανσης της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd που ως αποτέλεσμα είχε να απεκδυθεί η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd από περιουσιακά στοιχεία του Ενεργητικού τους προς εξυπηρέτηση πολιτικών και/ή άλλων συμφερόντων και/ή συμφερόντων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ως πιστωτής ύψους €9 δις και πάντα ενάντια των συμφερόντων των πιστωτών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στο σύνολο τους, και/ή
  12. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση αντίκεται στο δημόσιο συμφέρον και συγκεκριμένα στα συμφέροντα των πιστωτών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στο σύνολο τους και εξυπηρετεί μόνον τα συμφέροντα της Αιτήτριας Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, και/ή
  13. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποσκοπεί στο να πλήξει την απονομή της Δικαιοσύνης, την Λογοδοσία και τον Έλεγχο αλλά και της μεγιστοποίησης του μερίσματος που δύναται να λάβουν οι πιστωτές της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στο σύνολο τους και/ή η έκδοση τους δεν θα ήταν ορθή και δίκαιη δεδομένου ότι επηρεάζονται δυσμενώς και άμεσα τα συμφέροντα των πιστωτών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στο σύνολο τους, οι οποίοι εδώ και 8 έτη έχουν υποστεί καταστροφικές συνέπειες από τις πράξεις και/ή ενέργειες και/ή παραλείψεις της Αιτήτριας Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου καθώς και έχουν υποστεί μια άνευ προηγουμένου, κατάφωρη ταλαιπωρία και αδικία, και/ή
  14. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση είναι καταχρηστική και ενάντια στο συμφέρον της Δικαιοσύνης, και/ή
  15. Στη Ένορκο Δήλωση που συνοδεύει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση υπάρχει ουσιώδης απόκρυψη και/ή μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και/ή αναφέρονται γεγονότα τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και/ή είναι παραπλανητικά, και/ή
  16. Τυχόν έγκριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης και έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους πιστωτές της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στο σύνολο τους, και/ή
  17. Είναι πρόσφορο και δίκαιο στην παρούσα περίπτωση όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της απόρριψης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης, και/ή
  18. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση είναι εξ' υπαρχής άκυρη και στερείται οποιασδήποτε νομιμότητας και εγκυρότητας καθότι δεν στηρίζεται σε νομίμως ληφθείσα απόφαση αρμοδίου οργάνου στο πλαίσιο των Νόμων Ν. 66(Ι)/97 και/ή Ν. 22(Ι)/2016 και/ή Ν. 138(Ι)/2002 και/ή της Ευρωπαικής Οδηγίας 2014/59/ΕΕ από την Αιτήτρια Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για να τεθεί η Τράπεζα Cyprus Popular Bank Public Co Ltd σε εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 33Β του Ν. 66(Ι)/1997 και προς διορισμό του προεπιλεγμένου και προτεινόμενου από την Αιτήτρια εκκαθαριστή, και/ή
  19. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση είναι εξ' υπαρχής άκυρη καθότι η εξουσιοδότηση στους δικηγόρους της Αιτήτριας Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για έναρξη της διαδικασίας και καταχώρησης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης δόθηκε από αναρμόδιο πρόσωπο και/ή από πρόσωπο το οποίο δεν νομιμοποιείται βάσει της σχετικής νομοθεσίας να δώσει τέτοιες οδηγίες και/ή να υπογράψει διοριστήριο δικηγόρου και/ή δόθηκε καθ' υπέρβαση και/ή νόσφιση εξουσίας.
  20. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν είναι ορθή, δίκαιη και εύλογη ως η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση και η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση ημερομηνίας 08/01/2021 της Αιτήτριας Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου δέον όπως απορριφθεί από το Δικαστήριο.» Στην πορεία της υπόθεσης κάποιοι από τους δικηγόρους που εμφανίστηκαν, δήλωσαν ότι δεν θα καταχωρήσουν ενστάσεις και θα παρακολουθήσουν απλά τη διαδικασία, ενώ κάποιοι άλλοι δικηγόροι, υιοθέτησαν τις ενστάσεις που έχουν καταχωρηθεί από συναδέλφους τους. Πριν τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση, καταχωρήθηκε Ενδιάμεση Αίτηση, ημερομηνίας 28/05/2021, από Ενδιαφερόμενα Μέρη XXXXX Mahklouf, XXXXX Παρασκευά και XXXXX Παρασκευά, με την οποία ζητούσαν από το Δικαστήριο την έκδοση διαφόρων Διαταγμάτων, με τα οποία να διαγράφεται η κυρίως αίτηση που έχει καταχωριστεί από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 10/06/2021, στην οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρχε εξουσιοδότηση της Αιτήτριας για καταχώρηση της κυρίως Αίτησης και απέρριψε τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των Αιτητών λόγω κατάχρησης της διαδικασίας, αφού τα όσα ζητούσαν οι Αιτητές, αποτελούσαν και λόγους ένστασης στην κυρίως Αίτηση. Με τη σύμφωνη γνώμη όλων των πλευρών δόθηκαν οδηγίες για καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων τόσο από την Αιτήτρια όσο και από τους Ενιστάμενους καθώς και δικαίωμα αντεξέτασης όλων των ενόρκως δηλούντων. Κατά την ακροαματική διαδικασία αντεξετάσθηκαν όλοι οι ενόρκως δηλούντες. Πριν την ακροαματική διαδικασία καταχωρήθηκε Αίτηση για Παραπομπή νομικών ερωτημάτων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, η οποία ακούσθηκε και απερρίφθη, πριν την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης για τελικές αγορεύσεις. Κατά το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Στις επιμέρους εισηγήσεις τους, θα γίνει αναφορά όπου κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της απόφασης. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΄Εχοντας σκιαγραφήσει την υπόθεση, σημειώνω ότι μεγάλο μέρος της προσφερθείσας από την Αιτήτρια μαρτυρίας δεν αμφισβητείται ως εκ τούτου γι΄ αυτό το μέρος της μαρτυρίας της γίνονται ανάλογα ευρήματα. Προτού ασχοληθώ με οποιαδήποτε νομικά θέματα, προέχει η αξιολόγηση της αμφισβητούμενης μαρτυρίας για να αποφασισθεί το πλαίσιο γεγονότων που περιβάλλουν την διαφορά. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με μεγάλη προσοχή τους μάρτυρες ενώ αντεξετάζονταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους που περιέχεται στις ενόρκους δηλώσεις τους όσο και τα όσα ανέφεραν κατά την αντεξέτασή τους, με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκρισή τους με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως η προσωπική γνώση των γεγονότων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους σε συνδυασμό με τα κατατεθέντα εκ συμφώνου ή άλλως πως τεκμήρια. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας έγινε επίσης έχοντας υπόψη όχι μόνο το σύνολο της μαρτυρίας που δόθηκε, τόσο από πλευράς της Αιτήτριας όσο και των ενισταμένων, αλλά και όλες τις εισηγήσεις των ενισταμένων. Σημειώνω ότι σημαντικό μέρος από την προσαχθείσα από την Αιτήτρια, μαρτυρία, δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση και ως εκ τούτου παρέμεινε αναντίλεκτη. Αρχίζοντας από τη μαρτυρία του κ. Στυλιανού, ότι αφού εξέτασα το επάγγελμα του, την πείρα του και τα προσόντα του, έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας, είναι η κατάληξη μου ότι ο μάρτυρας αυτός είναι εμπειρογνώμονας, κατά συνέπεια, η μαρτυρία του θα προσεγγιστεί με βάση τις αρχές προσέγγισης μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Όπως έχει συναφώς νομολογηθεί, ο εμπειρογνώμονας κατ' εξαίρεση προς τον γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του. Σε τέτοια περίπτωση ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι που να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Ως προς τη μαρτυρία του, που αφορούσε τα γεγονότα της παρούσας, αυτή ήταν σαφής, θετική ενώ ως προς την εμπειρογνωμοσύνη του, επεξηγηματική και πλήρως διαφωτιστική. Μου έδωσε την εντύπωση προσώπου ο οποίος προσπάθησε να παραθέσει με ειλικρίνεια τη δική του γνώση για τα γεγονότα της παρούσας και επίσης ενός έμπειρου τεχνοκράτη και γνώστη των διαφόρων διαδικασιών που ακολουθήθηκαν σε ότι αφορά τη διαδικασία που προηγήθηκε και τις ενέργειες που λήφθηκαν από την Αιτήτρια πριν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Σημειώνω ότι σημαντικό μέρος από τη μαρτυρία του δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση και ως εκ τούτου παρέμεινε αναντίλεκτη. Ως προς το μέρος της μαρτυρίας του στο οποίο αντεξετάστηκε, σε κανένα σημείο αυτή δεν κλονίστηκε, παρέμεινε σταθερή και με τις απαντήσεις του έριξε περαιτέρω φως στα γεγονότα της υπόθεσης και απάντησε σε όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται από τους Ενιστάμενους μέσω των Ενστάσεων τους δίδοντας την ορθή διάσταση της υπόθεσης. Η μαρτυρία του συνάδει πλήρως με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως εκ των ανωτέρω, μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία του στο σύνολό της και γίνονται ανάλογα ευρήματα. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του κ. Κάζανου, ήταν ξεκάθαρο ότι τα όσα ανέφερε στις ενόρκους δηλώσεις του ως προς τα τεχνοκρατικά ζητήματα, δεν είχε ούτε τις γνώσεις ούτε την πείρα για να εκφέρει γνώμη γι΄ αυτά και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχτεί σε αυτά. Επίσης μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του που εμπεριέχονται στις ενόρκους δηλώσεις του, αφορούν νομικά επιχειρήματα τα οποία επίσης δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Τα όσα δε ανάφερε ως προς τις διεκδικήσεις του από τη Λαϊκή Τράπεζα και την Κεντρική Τράπεζα και τις Αγωγές που αφορούν αυτές, δεν μπορούν να απασχολήσουν το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Σημειώνω ότι το μεγαλύτερο μέρος των ισχυρισμών του, δεν τεκμηριώνονταν με υπόβαθρο γεγονότων. Ως εκ των ανωτέρω, δεν μπορώ να στηριχτώ στη μαρτυρία του, ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα, την οποία απορρίπτω στην ολότητά της. Προχωρώντας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. Μαθηκολώνη καθώς και του κ. Παρπαρίνου επισημαίνω ότι παρά το ανεπιθύμητο και το παράτυπο να στηρίζεται η ένσταση κυρίως Αίτησης (petition) από ένορκες δηλώσεις συνηγόρων και επί της ουσίας εξετάζοντας αυτές, διαπιστώνεται ότι τα γεγονότα που περιέχονται σ΄ αυτές, ήταν γεγονότα από πληροφορίες από τους πελάτες τους και όχι γεγονότα που είχαν από δική τους γνώση ενώ μεγάλο μέρος των όσων αναφέρονται στις ενόρκους δηλώσεις τους, αφορούν νομικά επιχειρήματα και στοιχεία, χωρίς το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων, κάτι το οποίο διαπιστώθηκε και ήταν εμφανές και κατά την αντεξέτασή τους. Ειδικότερα ο κ. Παρπαρίνος δέχθηκε σε πολλές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, κατά την αντεξέτασή του, ότι τα όσα ανέφερε ήταν από πληροφορίες από τους πελάτες του γραφείου του και όχι από δική του προσωπική γνώση ενώ δεν ήταν σε θέση να εξειδικεύσει τα γεγονότα στα οποία κάνει αναφορά στις ενόρκους δηλώσεις του. Ως εκ τούτου καμία βαρύτητα δεν μπορώ να στηριχτώ στη μαρτυρία του ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του κ. Μαθηκολώνη σημειώνω ότι κατά την αντεξέτασή του ήταν ξεκάθαρο ότι δεν θεωρούσε απαραίτητο να απαντά σε κάποιες από τις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο, αλλά εκφεύγοντας από αυτές αγόρευε επί άσχετων σημείων που δεν αφορούσαν τις υποβληθείσες ερωτήσεις, κάνοντας και παρατηρήσεις προς τη συνήγορο της Αιτήτριας για τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσής της. ΄Ηταν πρόδηλο για το Δικαστήριο ότι δεν ξεκαθάρισε σε κανένα στάδιο κατά την αντεξέτασή του ότι ήταν μάρτυρας που έδινε μαρτυρία επί γεγονότων και όχι δικηγόρος. ΄Εχοντας δε υπόψη ότι τα όσα γεγονότα αναφέρθηκαν τόσο στις ενόρκους δηλώσεις του, αλλά και κατά την αντεξέτασή του, τα οποία δεν αφορούν προσωπική του γνώση, αλλά πληροφορίες που έλαβε από τους πελάτες του, παρά τις αντίθετες θέσεις του ιδίου, ενώ τα νομικά του επιχειρήματα, δεν αφορούν το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης αυτής, δεν μπορώ να στηριχτώ στη μαρτυρία του, ούτε να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στα όσα αόριστα και γενικά ανέφερε για την υπόθεση ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Ως προς τα όσα ανέφερε για δηλώσεις του Κρις Παύλου, πρώην Ειδικού Διαχειριστή της Λαϊκής Τράπεζας, και το Τεκμήριο 9 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωσή του, που αφορά δηλώσεις σε συνέντευξη που είχε δώσει το πρόσωπο αυτό, επισημαίνω ότι για τους ισχυρισμούς αυτούς, έδωσε τις θέσεις του ο κ. Στυλιανού οι οποίες παρέμειναν αναντίλεκτες. Η θέση ότι ο κ. Παύλου θα έπρεπε να είχε κληθεί να αντεξετασθεί από την Αιτήτρια, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Το τι παρουσιάστηκε ήταν μια συνέντευξη του κ. Παύλου και μεταφορά αυτών που έλεγε από δημοσιογράφο και όχι ένορκη δήλωσή του στο Δικαστήριο. Τα όσα αναφέρθηκαν στην εν λόγω συνέντευξη αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία στην οποία δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. ΄Εχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  21. Επισημαίνω τέλος ότι ως προς τις πληροφορίες που εξέθεσαν ο κ. Παρπαρίνος και ο κ. Μαθηκολώνης, αυτά ήταν εξ ακοής. ΄Εχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, ως προς τη βαρύτητα που μπορεί να δοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, κρίνω ότι με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης και έχοντας υπόψη ότι αυτά αναφέρθηκαν από πελάτες σε συνηγόρους, και αυτά μεταφέρθηκαν διανθισμένα με νομικά επιχειρήματα και συμπεράσματα, κρίνω ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στα αμφισβητούμενα γεγονότα. Ως προς τα νομικά ζητήματα και επιχειρήματα που ακούστηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία από τους μάρτυρες, αυτά θα εξεταστούν στο κατάλληλο στάδιο πιο κάτω και δεν αφορούν το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης. ΄Εχοντας αξιολογήσει την προσφερθείσα μαρτυρία ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα προχωρώ στην καταγραφή των ευρημάτων του Δικαστηρίου συμπεριλαμβανομένων και των μη αμφισβητούμενων γεγονότων. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου είναι νομικό πρόσωπο που συστάθηκε σύμφωνα με τα Άρθρα 118 και 121 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και τον περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο 48 του 1963, ο οποίος αντικαταστάθηκε από το Νόμο 138(Ι) του 2002, όπως τροποποιήθηκε και είναι θεσμικά Ανεξάρτητη. Σύμφωνα με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι) του 2013, όπως τροποποιήθηκε, ο οποίος στην συνέχεια αντικαταστάθηκε από τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμο 22(Ι) του 2016, «αρχή εξυγίανσης» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)του Νόμου 22(Ι)/2016 τo Διοικητικό Συμβούλιο της Αιτήτριας έχει την ευθύνη για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών της Αρχής Εξυγίανσης σύμφωνα με τον πιο πάνω Νόμο και τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014 περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης. Ο Νόμος 17(Ι)/2013 καταργήθηκε μετά που τέθηκε σε εφαρμογή ο Νόμος 22(Ι)/2016, ο οποίος είναι εναρμονιστικός και υιοθετεί την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2014/59/ΕΕ για την ανάκαμψη και εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων. Με βάση το άρθρο 115
(1)του Νόμου 22(Ι)/2016 όλα τα μέτρα εξυγίανσης που λήφθηκαν δυνάμει του Νόμου 17(Ι)/2013 και ήταν σε ισχύ κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Νόμου 22(Ι)/2016, θεωρούνται ότι είναι μέτρα που λήφθηκαν δυνάμει του Νόμου 22(Ι)/
  1. Τέτοιο μέτρο είναι το μέτρο εξυγίανσης που λήφθηκε στη Λαϊκή Τράπεζα, για το οποίο γίνεται αναφορά πιο κάτω. H Λαϊκή Τράπεζα συστάθηκε στην Κύπρο το 1901 ως το «Λαϊκό Ταμιευτήριο Λεμεσού» και στις 20/05/1924 ενεγράφη ως η πρώτη εταιρεία στην Κύπρο υπό την ονομασία «Λαϊκή Τράπεζα Λεμεσού Λτδ». Στις 8/09/1939 παραχωρήθηκε στη Λαϊκή Τράπεζα άδεια για άσκηση τραπεζικών εργασιών, άδεια η οποία τροποποιήθηκε στις 21/09/1939, 17/07/1942, 25/03/1946, 6/05/1993 και 28/05/
  2. Κατά τις 31/12/2012 το εγκεκριμένο ονομαστικό μετοχικό κεφάλαιο της Λαϊκής Τράπεζας ανερχόταν στα €2.8δις διαιρεμένο σε 28 δις συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €0,10 έκαστη μετοχή και το εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο σε €2.202.608.000 διαιρεμένο σε 22.026.081.000 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €0,10 έκαστη μετοχή. Τον Μάρτιο του 2013 η Λαϊκή Τράπεζα ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα στην Κύπρο σε ότι αφορά καταθέσεις και χορηγήσεις. Οι κύριες τραπεζικές εργασίες της τράπεζας κατά τον εν λόγω χρόνο διεξάγονταν στην Κύπρο ενώ παράλληλα, δραστηριοποιείτο μέσω υποκαταστημάτων σε Ελλάδα και Ηνωμένο Βασίλειο και διατηρούσε θυγατρικές τράπεζες σε έξι χώρες, ήτοι Ελλάδα, Ρουμανία, Σερβία, Ουκρανία, Μάλτα και Ρωσία. Τον Μάρτιο του 2013 λήφθηκαν μέτρα για την εξυγίανση της Λαϊκής Τράπεζας, ενόψει σειράς γεγονότων, τα οποία αναφέρονται στις παραγράφους 9.1-9.20 της ένορκης δήλωσης του κύριου Μιχάλη Στυλιανού οι οποίες έγιναν αποδεκτές από το Δικαστήριο. Οι εν λόγω αναφορές του κ. Στυλιανού παρατίθεται αυτούσιες: «Στις 26/10/2011 επιτεύχθηκε συμφωνία μεταξύ των αρχηγών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «η ΕΕ») για λήψη μέτρων προς αντιμετώπιση των επιπτώσεων από την παγκόσμια οικονομική κρίση, τόσο στην ΕΕ, όσο και στην ευρωζώνη, καθώς και για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στον Ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα που είχε κλονιστεί (στο εξής «η Συμφωνία Αρχηγών Κρατών»). Αντίγραφο της Συμφωνίας Αρχηγών Κρατών κατατίθεται ως Τεκμήριο
  3. Τα μέτρα που προνοούσε η Συμφωνία Αρχηγών Κρατών για τον τραπεζικό τομέα αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τη διασφάλιση μεσοπρόθεσμης χρηματοδότησης των τραπεζών για αποφυγή πιστωτικής κρίσης και τη βελτίωση της ποιότητας και ποσότητας της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών, ούτως ώστε να είναι σε θέση να αντέξουν δυσμενείς επιπτώσεις από απρόσμενα γεγονότα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο συμφωνήθηκε από τους αρχηγούς των κρατών μελών της ΕΕ να απαιτηθεί από τις τράπεζες η επίτευξη δείκτη κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ύψους 9%, μετά την αφαίρεση των λογιστικών ζημιών που προέκυπταν από επενδύσεις σε κυβερνητικά ομόλογα κατά τις 30/09/2011, περιλαμβανομένων των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου (στο εξής «τα ΟΕΔ»). Επίσης, συμφωνήθηκε όπως, για τις τράπεζες των οποίων ο δείκτης κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων υστερούσε του πιο πάνω στόχου του 9%, ο εν λόγω δείκτης επιτευχθεί μέχρι τις 30/06/2012 στη βάση σχεδίων ανακεφαλαιοποίησης (capital plans) των τραπεζών που θα συμφωνηθούν με τις εθνικές εποπτικές αρχές υπό την αιγίδα και το συντονισμό της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (στο εξής «η ΕΑΤ»). Περαιτέρω, η Συμφωνία Αρχηγών Κρατών προνοούσε ότι η αύξηση κεφαλαίων για επίτευξη του ελάχιστου δείκτη κεφαλαίων του 9% θα χρηματοδοτείτο μέσω ιδιωτικών πόρων, περιλαμβανομένης, εάν κρινόταν αναγκαίο, της αναδιάρθρωσης και μετατροπής υφιστάμενου δανειακού κεφαλαίου (χρεογράφων και αξιογράφων) των τραπεζών σε μετοχές. Επιπλέον, η Συμφωνία Αρχηγών Κρατών προνοούσε ότι οι εθνικές κυβερνήσεις θα παρείχαν οικονομική στήριξη στις τράπεζες σε περίπτωση που αυτές δεν πετύχαιναν ανακεφαλαιοποίηση μέσω ιδιωτικών πόρων. Σε περίπτωση που μία κυβέρνηση δεν διέθετε τους αναγκαίους πόρους, η κρατική στήριξη για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα χρηματοδοτείτο, για τις χώρες της Ευρωζώνης, μέσω δανείου που θα χορηγείτο στην κυβέρνηση από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας («European Financial Stability Fund») το οποίο συστάθηκε από την ΕΕ τον Ιούνιο του 2010, με σκοπό την παροχή οικονομικής στήριξης σε κράτη μέλη της ΕΕ που αντιμετώπιζαν κρίση χρέους και σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα (τον Οκτώβριο του 2012 το εν λόγω Ταμείο διαδέχθηκε ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας («European Stability Mechanism»)). Στις 8/12/2011 η ΕΑΤ, ενεργώντας βάσει της Συμφωνίας Αρχηγών Κρατών εξέδωσε Σύσταση (Recommendation) ζητώντας από τις εθνικές αρχές να απαιτήσουν από τις τράπεζες να ενισχύσουν την κεφαλαιακή τους θέση με τη δημιουργία αποθέματος κεφαλαίων, ούτως ώστε ο δείκτης των κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων τους να φτάσει το 9% μέχρι τις 30/06/2012 και επιπρόσθετα να δημιουργήσουν προσωρινό απόθεμα κεφαλαίου, το οποίο να καλύπτει ζημιές από την αποτίμηση κυβερνητικών ομολόγων που βρίσκονται στην κατοχή τους, περιλαμβανομένων των ΟΕΔ. Η Ανακοίνωση και Σύσταση που εξέδωσε η ΕΑΤ στις 8/12/2011 κατατίθενται ως Τεκμήριο
  4. H ΕΑΤ είναι ανεξάρτητη αρχή της ΕΕ, επιφορτισμένη με το έργο της εξασφάλισης αποτελεσματικού και συνεκτικού επιπέδου προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας στο σύνολο του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα. Βασικοί στόχοι της είναι η διατήρηση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας στην ΕΕ και η διασφάλιση της ακεραιότητας, της αποδοτικότητας και της εύρυθμης λειτουργίας του τραπεζικού τομέα. Λόγω της απομείωσης των ΟΕΔ, καθώς επίσης λόγω των αυξημένων προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις ως αποτέλεσμα της επιδείνωσης της ποιότητας του δανειακού της χαρτοφυλακίου σε Κύπρο και Ελλάδα, η Λαϊκή Τράπεζα υπέστη σημαντικές ζημίες, οι οποίες οδήγησαν σε έλλειμα κεφαλαίων σε σχέση με τον ελάχιστο απαιτούμενο δείκτη με βάση την πιο πάνω Σύσταση της ΕΑΤ και τη Συμφωνία Αρχηγών Κρατών. Στις 2/03/2012 ο Υπουργός Οικονομικών απέστειλε επιστολή προς τον Διοικητή της Αιτήτριας επιβεβαιώνοντας τη δέσμευση της κυβέρνησης, με βάση τη Συμφωνία Αρχηγών Κρατών, για την παροχή οικονομικής στήριξης τόσο στη Λαϊκή Τράπεζα όσο και στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής «η Τράπεζα Κύπρου») σε περίπτωση που το σχέδια ανακεφαλαιοποίησης τους δεν υλοποιούντο πλήρως μέσω ιδιωτικών πόρων. Αντίγραφο της πιο πάνω επιστολής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  5. Επειδή η Λαϊκή Τράπεζα, παρά τις προσπάθειες της, απέτυχε να αντλήσει κεφάλαια από ιδιωτικούς πόρους για κάλυψη του κεφαλαιακού ελλείματος, αιτήθηκε κρατικής στήριξης, όπως προβλέπετο από τη Συμφωνία Αρχηγών Κρατών και στη βάση της πιο πάνω επιστολής του Υπουργού Οικονομικών ημερομηνίας 2/03/
  6. Σχετική είναι η επιστολή του Χρίστου Στυλιανίδη, Διευθύνοντα Συμβούλου του Ομίλου της Λαϊκής Τράπεζας, προς τον Υπουργό Οικονομικών και το Διοικητή της Αιτήτριας ημερομηνίας 11/04/2012, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  7. Στις 18/05/2012 η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε την παροχή κρατικής στήριξης στη Λαϊκή Τράπεζα ύψους €1.8 δισεκατομμυρίων με την έκδοση του περί της Αναδοχής των Δικαιωμάτων Προτίμησης της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διατάγματος Κ.Δ.Π. 182/2012, με σκοπό την κάλυψη του κεφαλαιακού ελλείμματος για συμμόρφωση με την πιο πάνω αναφερόμενη Σύσταση της ΕΑΤ ημερομηνίας 8/12/2011 και στη βάση της Συμφωνίας Αρχηγών Κρατών. Μέσα στα πλαίσια της κρατικής στήριξης, στις 28 Ιουνίου 2012, η κυβέρνηση προχώρησε σε ανάληψη των νέων μετοχών της τράπεζας με το αντίτιμο να καταβάλλεται με την έκδοση σχετικού κρατικού ομολόγου. Παρά την πιο πάνω κρατική στήριξη και τις προσπάθειες της διοίκησης της Λαϊκής Τράπεζας, δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη του στόχου του ελάχιστου δείκτη κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ύψους 9% μέχρι τις 30/06/2012 ως προνοούσε η Συμφωνία Αρχηγών Κρατών και η Σύσταση της ΕΑΤ. Εν τω μεταξύ, από το Μάιο του 2011 η Δημοκρατία, μετά από αλλεπάλληλες υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της από διεθνείς οίκους αξιολόγησης, αποκλείσθηκε από τις διεθνείς αγορές για σκοπούς δανειοδότησης. Λόγω της αδυναμίας της Κυπριακής Δημοκρατίας να αντλήσει χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές και στη βάση των προνοιών της Συμφωνίας Αρχηγών Κρατών, στις 25/06/2012 η Κυπριακή Δημοκρατία αποτάθηκε στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (στο εξής «το ΔΝΤ») για σύναψη δανείου και οικονομική στήριξη με σκοπό την αντιμετώπιση των χρόνια διαρθρωτικών και δημοσιονομικών προβλημάτων της οικονομίας και την χρηματοδότηση των αναγκών του χρηματοπιστωτικού τομέα. Ακολούθως, στις 2/07/2012, εκπρόσωποι της ΕΕ, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (στο εξής «η ΕΚΤ») και του ΔΝΤ (όλοι μαζί στο εξής «η ΤΡΟΪΚΑ») έφτασαν στην Κύπρο για έναρξη συνομιλιών με τις κυπριακές αρχές για την συνομολόγηση προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής και αναδιάρθρωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα. Κατά τις συζητήσεις με την ΤΡΟΪΚΑ που έγιναν με τις κυπριακές αρχές, τον Ιούλιο του 2012 συμφωνήθηκε ο διορισμός ανεξάρτητου εξωτερικού συμβούλου για εκτίμηση των κεφαλαιακών αναγκών του τραπεζικού τομέα. Ο υπολογισμός των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών μέσω ανεξάρτητου διαγνωστικού ελέγχου ήταν προϋπόθεση για τη σύναψη συμφωνίας προγράμματος οικονομικής βοήθειας με τους διεθνείς δανειστές. Για τον πιο πάνω σκοπό διορίστηκε η εταιρεία PACIFIC INVESTMENT MANAGEMENT COMPANY LLC, γνωστή ως PIMCO. Στις 23/11/2012 συμφωνήθηκε προκαταρτικό Μνημόνιο Συναντίληψης της Κυπριακής Δημοκρατίας με την ΤΡΟΪΚΑ. Στο προκαταρκτικό Μνημόνιο Συναντίληψης περιλαμβανόταν πρόνοια για παροχή χρηματοδότησης μέχρι €10δις για κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών, συμπεριλαμβανομένης της Λαϊκής Τράπεζας. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη το προκαταρτικό Μνημόνιο Συναντίληψης το οποίο συμφωνήθηκε με την ΤΡΟΪΚΑ , η Κυβέρνηση διασφάλισε ότι θα είχε στη διάθεση της επαρκείς πόρους για την ανακεφαλαιοποίηση τόσο της Λαϊκής Τράπεζας όσο και της Τράπεζας Κύπρου, η οποία είχε εν τω μεταξύ επίσης αιτηθεί κρατικής στήριξης. Την 1/02/2013 υποβλήθηκε η Έκθεση που εκπονήθηκε από τον οίκο PIMCO. Από τα αποτελέσματα του ανεξάρτητου διαγνωστικού ελέγχου προέκυπτε ότι η Λαϊκή Τράπεζα υπολειπόταν σημαντικά του ελάχιστου δείκτη βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων με βάση τα δύο σενάρια προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που είχαν διενεργηθεί (βασικό σενάριο και ακραίο σενάριο). Συγκεκριμένα, με βάση την Έκθεση, η Λαϊκή Τράπεζα παρουσίαζε έλλειμμα κεφαλαίων €2.782 εκατομμύρια στο βασικό σενάριο και €3.835 εκατομμύρια στο ακραίο σενάριο. Πέραν από τα ελλείματα κεφαλαίου που αντιμετώπιζε ως αναφέρονται πιο πάνω, κατά την ίδια περίοδο η Λαϊκή Τράπεζα αντιμετώπιζε και προβλήματα ρευστότητας που προκλήθηκαν αρχικά λόγω των εκροών καταθέσεων στην Ελλάδα εξαιτίας της επικρατούσας οικονομικής και πολιτικής κρίσης, και στη συνέχεια, λόγω της διάδοσης φημών για την φερεγγυότητα της τράπεζας στην Κύπρο. Λόγω του σταδιακού αποκλεισμού της Λαϊκής Τράπεζας από τις πηγές χρηματοδότησης από τις οποίες λάμβανε ρευστότητα προηγουμένως, η τράπεζα από τον Σεπτέμβριο του 2011 άρχισε να αιτείται και να λαμβάνει από την Αιτήτρια έκτακτη ενίσχυση ρευστότητας («Emergency Liquidity Assistance-ELA»). Συνολικά κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2011 - Μαρτίου 2013, η παροχή ELA αντικατέστησε κατά κύριο λόγο το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης που λάμβανε η Λαϊκή Τράπεζα από τις άλλες χρηματοδοτικές πηγές αγοράς χρήματος και την ΕΚΤ. Για τη χορήγηση ELA στη Λαϊκή Τράπεζα, η Αιτήτρια λάμβανε την εκ των προτέρων μη ένσταση (no objection) του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ. Πιο συγκεκριμένα, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, το οποίο ήταν πλήρως ενήμερο για όλες τις εξελίξεις και για όλες τις ενέργειες που γίνονταν για την ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας, σε 39 αιτήματα του Διοικητή της Αιτήτριας για παροχή ELA ανταποκρίθηκε με την χορήγηση της απαιτούμενης μη ένστασης (no objection). Εξάλλου, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 9.8 πιο πάνω, η ΕΚΤ ήταν ένας εκ των εμπλεκόμενων θεσμών που αποτελούσαν την ΤΡΟΪΚΑ και είχε γνώση της οικονομικής κατάστασης των πιστωτικών ιδρυμάτων της Κύπρου που είχαν ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης, περιλαμβανομένης της Λαϊκής Τράπεζας. Την 16/03/2013 η Κυβέρνηση κατέληξε σε πολιτική συμφωνία με το Eurogroup, σώμα αποτελούμενο από τους Υπουργούς Οικονομικών των χωρών της ζώνης του ευρώ, στη βάση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής που περιλάμβανε, αφ' ενός την παροχή χρηματοδότησης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας με ενδεχόμενη συνεισφορά και του ΔΝΤ, και αφ' ετέρου τη λήψη μέτρων από τη Δημοκρατία για άντληση πόρων από εσωτερικές πηγές, περιλαμβανομένου της επιβολής ενός one-off stability levy επί όλων των καταθέσεων, τόσο ανασφάλιστων όσο και ασφαλισμένων, σε όλες τις τράπεζες με σκοπό τη συγκέντρωση των απαιτούμενων κεφαλαίων για την ανακεφαλαιοποίηση τόσο της Λαϊκής Τράπεζας, όσο και της Τράπεζας Κύπρου. Αντίγραφο της Ανακοίνωσης που εξέδωσε το Eurogroup στις 16/03/2013 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  8. Ωστόσο, το σχετικό νομοσχέδιο που κατατέθηκε στις 16/03/2013 από την Κυβέρνηση στη Βουλή των Αντιπροσώπων απορρίφθηκε στις 19/03/
  9. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ στις 21/03/2013 αποφάσισε ότι θα διατηρούσε την παροχή ELA από την Αιτήτρια προς τις τράπεζες, περιλαμβανομένης της Λαϊκής Τράπεζας, στα μέχρι τότε επίπεδα έως τις 25/03/2013, αλλά στη συνέχεια, η παροχή ELA θα εξεταζόταν μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα τίθετο σε εφαρμογή πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής της ΕΕ/ΔΝΤ, το οποίο θα εξασφάλιζε τη φερεγγυότητα των επηρεαζόμενων τραπεζών. Αντίγραφο της Ανακοίνωσης της ΕΚΤ επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  10. Μετά την πιο πάνω απόφαση της ΕΚΤ, κατέστη ορατός ο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης των δύο τραπεζών, ένα ενδεχόμενο το οποίο, στη βάση των μεριδίων αγοράς και του μεγέθους των δύο τραπεζών, θα οδηγούσε σε πλήρη αποσταθεροποίηση του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας και εν τέλει στην κατάρρευση του συνόλου του χρηματοπιστωτικού τομέα. Αυτά με τη σειρά τους θα είχαν αλυσιδωτές και καταστροφικές συνέπειες στην οικονομία της χώρας, και την κοινωνία γενικότερα. Σε περίπτωση κατάρρευσης και επακόλουθης εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας τη δεδομένη στιγμή, θα προέκυπταν άμεσα, μεταξύ άλλων, δυσμενείς επιπτώσεις σε όλους τους καταθέτες της τράπεζας, τόσο ανασφάλιστους όσο και ασφαλισμένους, αφού το κράτος όχι μόνο δεν διέθετε, αλλά ούτε μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, να εξασφαλίσει τα απαιτούμενα ποσά για αποζημίωση των ασφαλισμένων καταθετών, δυνάμει του σχετικού Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων (καταθέσεις μέχρι €100.000 ανά πελάτη). Υπό το φως των πιο πάνω δραματικών εξελίξεων, την επόμενη ημέρα, 22/03/2013, η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε σειρά νομοθεσιών στα πλαίσια διάσωσης της κυπριακής οικονομίας, μεταξύ των οποίων, τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι)/
  11. Προς αποφυγή χρεοκοπίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και των αρνητικών συνεπειών μιας τέτοιας εξέλιξης για τη χώρα, στις 25/03/2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup νέα πολιτική συμφωνία με την Κυπριακή κυβέρνηση για την εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής και αναδιάρθρωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα. Σύμφωνα με την Ανακοίνωση του Eurogroup που εκδόθηκε στις 25/03/2013, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 8, μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε όπως η Λαϊκή Τράπεζα τεθεί άμεσα σε εξυγίανση με πλήρη συνεισφορά των μετόχων, ομολογιούχων και ανασφάλιστων καταθετών στη βάση απόφασης της Αιτήτριας, με την χρήση του νέου νομοθετικού πλαισίου για την εξυγίανση τραπεζών. Περαιτέρω, η πολιτική συμφωνία στο Eurogroup προνοούσε το διαχωρισμό της Λαϊκής Τράπεζας σε καλή και κακή τράπεζα, την απορρόφηση της καλής τράπεζας από την Τράπεζα Κύπρου και τη σταδιακή διάλυση της κακής τράπεζας (run down over time). Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι με την καλή τράπεζα θα μεταφέρονταν το ποσό της έκτακτης ρευστότητας (ELA) που χορηγήθηκε από την Αιτήτρια καθώς και όλες οι ασφαλισμένες καταθέσεις μέχρι του ποσού των €100.
  12. Επίσης, η απόφαση του Eurogroup προνοούσε ότι τα χρήματα του προγράμματος (μέχρι €10 δις) δεν θα χρησιμοποιούνταν για την ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου. Περαιτέρω, το Eurogroup απαιτούσε την άμεση εφαρμογή συμφωνίας μεταξύ Κύπρου και Ελλάδος για τα υποκαταστήματα των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα, περιλαμβανομένων αυτών της Λαϊκής Τράπεζας, με σκοπό την προστασία της σταθερότητας των χρηματοπιστωτικών συστημάτων τόσο της Κύπρου όσο και της Ελλάδος. Σύμφωνα με την πιο πάνω Ανακοίνωση, το Eurogroup απαιτούσε από τις κυπριακές αρχές και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε συνεργασία με την ΕΚΤ και το ΔΝΤ να οριστικοποιήσουν ένα Μνημόνιο Συναντίληψης μέχρι τις αρχές Απριλίου
  13. Στις 25/03/2013 στα πλαίσια του Νόμου 17(Ι)/2013 λήφθηκε η από κοινού απόφαση της Αρχής Εξυγίανσης και του Υπουργού Οικονομικών για εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης στην Λαϊκή Τράπεζα. Στη συνέχεια, η Αιτήτρια, ενεργώντας ως Αρχή Εξυγίανσης και ασκώντας τις εξουσίες που της είχαν παρασχεθεί από το Νόμο 17(Ι)/2013, και αφού έλαβε υπόψη τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, την Έκθεση της αρμόδιας εποπτικής αρχής για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση της Λαϊκής Τράπεζας και το Σχέδιο Εξυγίανσης που ετοιμάστηκε από την Μονάδα Εξυγίανσης της Αιτήτριας, και έχοντας διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 6
(1)του πιο πάνω Νόμου και ότι συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος και δημόσιας ωφέλειας, εξέδωσε με γνώμονα την καλύτερη επίτευξη των στόχων του άρθρου 3 του πιο πάνω Νόμου, Διατάγματα με βάση το Νόμο 17(Ι)/2013 για την εφαρμογή του μέτρου εξυγίανσης της πώλησης εργασιών στη Λαϊκή Τράπεζα. Σε σχέση με την εφαρμογή του μέτρου της πώλησης εργασιών και στη βάση της πολιτικής συμφωνίας που επιτεύχθηκε στο Eurogroup στις 25/03/2013, εκδόθηκαν τα πιο κάτω Διατάγματα: «(
  1. i)Με βάση το περί της Πώλησης Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα Κ.Δ.Π. 94/2013 ανακοινώθηκε η εφαρμογή του μέτρου της πώλησης εργασιών στην Λαϊκή Τράπεζα (Τεκμήριο 10 της ΕΔΜΣ). (
  2. ii)Με βάση το περί της Πώλησης Εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Κ.Δ.Π. 97/2013, το οποίο εκδόθηκε στις 26/03/2013, μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις, περιλαμβανομένων των εργασιών των υποκαταστημάτων της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα. (Τεκμήριο 11 της ΕΔΜΣ). (iii) Με βάση το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα Κ.Δ.Π.104/2013, το οποίο εκδόθηκε στις 29/03/2013, μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας και δικαιώματα εκτός από αυτά που προβλέπονται στο Παράρτημα Ι του εν λόγω Διατάγματος και οι υποχρεώσεις που ρητά αναφέρονται στην παράγραφο 5
(2)του εν λόγω Διατάγματος (Τεκμήριο 12Α της ΕΔΜΣ). Συγκεκριμένα, μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου οι εγχώριες εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας στην Κύπρο, δηλαδή το προσωπικό, τα υποκαταστήματα, αρχεία, λογισμικά συστήματα καθώς και οι ασφαλισμένες καταθέσεις, δηλαδή οι καταθέσεις που καλύπτονταν από το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων μέχρι του ποσού των €100.000, η πλειοψηφία των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας και ολόκληρο το ποσό των υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας έναντι της Αιτήτριας αναφορικά με την παροχή έκτακτης ρευστότητας. Το Διάταγμα Κ.Δ.Π.104/2013 τροποποιήθηκε στις 21/04/2013 με την Κ.Δ.Π. 133/2013, στις 14/05/2013 με την Κ.Δ.Π.156/2013, στις 30/07/2013 με την Κ.Δ.Π.276/2013, και στις 20/12/2013 με το Συμπληρωματικό Διάταγμα Κ.Δ.Π.462/2013 (Τεκμήρια 12Β-12Ε της ΕΔΜΣ). (
  1. iv)Με βάση το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών στο Ηνωμένο Βασίλειο της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα Κ.Δ.Π.105/2013, το οποίο εκδόθηκε στις 1/04/2013, ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση στην Bank of Cyprus (UK) Ltd, ορισμένων περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των υποκαταστημάτων της Λαϊκής Τράπεζας στο Ηνωμένο Βασίλειο (Τεκμήριο 13 της ΕΔΜΣ). (
  2. v)Με βάση το περί της Πώλησης της Επένδυσης της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στο Μετοχικό Κεφάλαιο της Marfin Bank A.D. Beograd Διάταγμα του 2017, Κ.Δ.Π. 68/2017, το οποίο εκδόθηκε στις 24/02/2017, ολοκληρώθηκε η πώληση της επένδυσης της Λαϊκής Τράπεζας στο μετοχικό κεφάλαιο της θυγατρικής Marfin Bank A.D. της Σερβίας (100% των κοινών και προνομιούχων μετοχών της θυγατρικής) προς την Expobank CΖ A.S. της Τσεχίας (Τεκμήριο 14 της ΕΔΜΣ). (
  3. vi)Με βάση το περί της Πώλησης Μετοχών που κατέχει η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στο Μετοχικό Κεφάλαιο της Bank of Cyprus Holdings Public Limited Company Διάταγμα του 2017, Κ.Δ.Π. 156/2017, το οποίο εκδόθηκε στις 12/05/2017, ολοκληρώθηκε η πώληση σε διάφορους αγοραστές 21.467.720 συνήθων μετοχών που κατείχε η Λαϊκή Τράπεζα στην Bank of Cyprus Holdings Public Limited Company, εταιρεία που συστάθηκε στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας και μητρική εταιρεία της Τράπεζας Κύπρου. Ο εν λόγω αριθμός μετοχών αντιστοιχεί με το ήμισυ του μεριδίου των μετοχών που κατείχε η Λαϊκή Τράπεζα στη μητρική εταιρεία της Τράπεζας Κύπρου (Τεκμήριο 15 της ΕΔΜΣ). (vii) Με βάση το περί της Πώλησης της Επένδυσης της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στο Μετοχικό Κεφάλαιο της Public Joint Stock Company «Marfin Bank» της Ουκρανίας Διάταγμα του 2017, Κ.Δ.Π. 189/2017, το οποίο εκδόθηκε στις 13/06/2017, ολοκληρώθηκε η πώληση της επένδυσης της Λαϊκής Τράπεζας στο μετοχικό κεφάλαιο της θυγατρικής Public Joint Stock Company «Marfin Bank» (43.440.840 συνήθεις μετοχές και 20.000 προνομιούχες μετοχές) προς την Saggarco Ltd (Τεκμήριο 16 της ΕΔΜΣ). (viii) Με βάση το περί της Πώλησης της Επένδυσης της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στο Μετοχικό Κεφάλαιο της Marfin Leasing IFN (Romania) S.A. Διάταγμα του 2018, Κ.Δ.Π. 66/2018, το οποίο εκδόθηκε στις 6/03/2018, ολοκληρώθηκε η πώληση της επένδυσης της Λαϊκής Τράπεζας στο μετοχικό κεφάλαιο της Ρουμανικής εταιρείας Marfin Leasing IFN (Romania) S.A (27.671.157 συνήθεις μετοχές) προς την Barniveld Enterprises Corp. Limited (Τεκμήριο 17 της ΕΔΜΣ). (
  4. ix)Με βάση το περί της Πώλησης της Επένδυσης της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στο Μετοχικό Κεφάλαιο της Marfin Bank (Romania) S.A. Διάταγμα του 2018, Κ.Δ.Π. 213/2018, το οποίο εκδόθηκε στις 13/07/2018, ολοκληρώθηκε η πώληση της επένδυσης της Λαϊκής Τράπεζας στο μετοχικό κεφάλαιο της Marfin Bank (Romania) S.A. (2.800.202.606 συνήθεις μετοχές) προς την Barniveld Enterprises Limited (Τεκμήριο 18 της ΕΔΜΣ). (
  5. x)Με βάση το περί της Πώλησης της Επένδυσης της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στο Μετοχικό Κεφάλαιο της Lombard Bank Malta plc Διάταγμα του 2018, Κ.Δ.Π. 244/2018, το οποίο εκδόθηκε στις 10/08/2018, ολοκληρώθηκε η πώληση στον κρατικό οργανισμό που συστάθηκε σύμφωνα με το δίκαιο της Δημοκρατίας της Μάλτας «The National Development and Social Fund», της επένδυσης της Λαϊκής Τράπεζας (21.651.746 συνήθεις μετοχές) στην Lombard Bank Malta plc (Τεκμήριο 19 της ΕΔΜΣ). (
  6. xi)Με βάση το περί της Πώλησης των Επενδύσεων της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στο Μετοχικό Κεφάλαιο της Επενδυτικής Τράπεζας Ελλάδος Ανώνυμη Εταιρεία, της CPB Asset Management Ανώνυμος Εταιρεία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων και της Laiki Factors & Forfaiters Ανώνυμος Εταιρεία Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων Διάταγμα του 2019, Κ.Δ.Π. 265/2019, το οποίο εκδόθηκε στις 30/07/2019, ολοκληρώθηκε η πώληση στην Ireon Investments Ltd των επενδύσεων της Λαϊκής Τράπεζας στο μετοχικό κεφάλαιο τριών θυγατρικών στην Ελλάδα και συγκεκριμένα, 3.652.724 συνήθων μετοχών στην Επενδυτική Τράπεζα Ελλάδος Ανώνυμη Εταιρεία, 270.095 συνήθων μετοχών στην CPB Asset Management Ανώνυμος Εταιρεία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων και 3.710.000 συνήθων μετοχών στην Laiki Factors & Forfaiters Ανώνυμος Εταιρεία Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων (Τεκμήριο 20 της ΕΔΜΣ)..» Στις 25/03/2013 διορίστηκε από την Αρχή Εξυγίανσης, ενεργώντας, με βάση το Νόμο 17(Ι)/2013, Ειδικός Διαχειριστής της Λαϊκής Τράπεζας η XXXXX Αντωνιάδου σύμφωνα με την Α.Δ.Π.197/2013. Η XXXXX Αντωνιάδου αντικαταστάθηκε στις 06/04/2015 από τον XXXXX Παύλου, ο οποίος στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από τον XXXXX Αλεξάνδρου. Τον Μάιο του 2013, η Αιτήτρια, διόρισε τον ανεξάρτητο ελεγκτικό οίκο KPMG UK LLP για να αποτιμήσει στην εύλογη αξία (fair value) (α) τα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας τα οποία μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου με βάση το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα Κ.Δ.Π.104/2013, το οποίο εκδόθηκε στις 29/03/2013 και (β) τα περιουσιακών στοιχεία και υποχρεώσεις που παρέμειναν στην Λαϊκή Τράπεζα, μετά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης της πώλησης των εργασιών σε Κύπρο, Ελλάδα και Ηνωμένο Βασίλειο με βάση Διατάγματα εξυγίανσης που εκδόθηκαν από την Αρχή Εξυγίανσης,
(1)το περί της Πώλησης Εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Κ.Δ.Π. 97/2013,
(2)το Διάταγμα Κ.Δ.Π.104/2013, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και
(3)το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών στο Ηνωμένο Βασίλειο της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα Κ.Δ.Π.105/2013. Στις 26/07/2013 η KPMG UK LLP εξέδωσε την Έκθεση Αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που μεταβιβάστηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου (βλ. Τεκμήριο 21 της ΕΔΜΣ). Σύμφωνα με την Έκθεση, η εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου υπολογίστηκε στα €15.999 εκ. και η εύλογη αξία των υποχρεώσεων στα €15.617 εκ.. Η διαφορά των €382 εκ. στην αποτίμηση της εύλογης αξίας των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου με την εύλογη αξία των υποχρεώσεων εξοφλήθηκε με την έκδοση μετοχών ισόποσης αξίας από την Τράπεζα Κύπρου προς τη Λαϊκή Τράπεζα, η Αρχή Εξυγίανσης, αφού καθόρισε την εύλογη αξία των καθαρών περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας, με βάση την πιο πάνω Έκθεση του ανεξάρτητου οίκου KPMG LLP UK και παρόμοια Έκθεση που ετοιμάστηκε από τον ίδιο οίκο αναφορικά με την εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της Τράπεζας Κύπρου, και λαμβάνοντας υπόψη τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, εξέδωσε το περί της Έκδοσης Μετοχικού Κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου προς Αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας Διάταγμα Κ.Δ.Π. 279/2013 (βλ. Τεκμήριο 35 της ΕΔΜΣ). Σύμφωνα με το Διάταγμα αυτό η Τράπεζα Κύπρου εξέδωσε και παραχώρησε στη Λαϊκή Τράπεζα τόσες Μετοχές Τάξης Α' ονομαστικής αξίας ένα
(1)ευρώ έκαστη, έτσι ώστε η Λαϊκή Τράπεζα να αποκτήσει το 18,056% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου ως αντίτιμο για την καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Στις 16/08/2013 η KPMG UK LLP εξέδωσε την Έκθεση Αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που παρέμειναν στη Λαϊκή Τράπεζα. Σύμφωνα με την αποτίμηση της KPMG UK LLP, κατά τις 31/03/2013, η εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας ανερχόταν σε €769 εκατομμύρια (πριν από το συμψηφισμό δανείων ύψους €106 εκ. περίπου με καταθέσεις στο όνομα ιδίου προσώπου), ενώ οι υποχρεώσεις της, οι οποίες αφορούσαν κυρίως ανεξασφάλιστους καταθέτες, σε €4,9 δισεκατομμύρια (βλέπε σελίδες 9-10 της Έκθεσης Αποτίμησης Τεκμήριο 23 της ΕΔΜΣ). Σύμφωνα με Έκθεση της KPMG ημερομηνίας 16/08/2013 η εύλογη αξία (fair value) των επενδύσεων της Λαϊκής Τράπεζας σε θυγατρικές τράπεζες και άλλες εταιρείες στο εξωτερικό (Ελλάδα, Ρουμανία, Σερβία, Ουκρανία, Μάλτα και Ρωσία) ανερχόταν περίπου στα €184εκ. (βλέπε σελίδα 27 της Έκθεσης Αποτίμησης). Στις 28/05/2013 η Αιτήτρια, για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 18 της ενόρκου δηλώσεως του Στυλιανού και επεξηγήθηκαν κατά την αντεξέτασή του, τροποποίησε την τραπεζική άδεια της Λαϊκής Τράπεζας, ούτως ώστε να απαγορεύεται σε αυτή να προβαίνει σε ανάληψη νέων υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό τη μορφή καταθέσεων, αξιογράφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικών οφειλής (βλ. Τεκμήριο 24 της ΕΔΜΣ). Προς ολοκλήρωση της εφαρμογής του μέτρου της πώλησης εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας, τόσο η Αιτήτρια όσο και ο Ειδικός Διαχειριστής αντιμετώπισαν δυσκολίες στην πώληση των επενδύσεων στο μετοχικό κεφάλαιο των θυγατρικών τραπεζών της Λαϊκής Τράπεζας. Ως προκύπτει από τη μαρτυρία Στυλιανού, προσπάθειες που έγιναν κατά το 2014 για τον διορισμό επενδυτικού συμβούλου με σκοπό την πώληση των θυγατρικών, ναυάγησαν καθότι, μετά από διαδικασία προσφορών, ο επικρατέστερος προσφοροδότης, ήτοι η κοινοπραξία των χρηματοοικονομικών οργανισμών Keefe, Bruyette & Woods/Exotix Partners LLP, αξίωνε από την Αρχή Εξυγίανσης, μετά από πολύμηνη διαπραγμάτευση, είτε να καταστεί συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία παροχής υπηρεσιών με τη Λαϊκή Τράπεζα, είτε πλήρη ανάληψη από την Αρχή Εξυγίανσης μέσω έκδοσης επιστολής αποζημίωσης (indemnity letter) τυχόν υποχρεώσεων, ζημιών και επιβαρύνσεων που τυχόν θα δημιουργούνταν. Αναφορικά με τη θυγατρική τράπεζα στη Σερβία, η Εθνική (Κεντρική) Τράπεζα της Σερβίας πίεζε για ανακεφαλαιοποίηση της τράπεζας ή για άμεση πώληση σε αξιόπιστο αγοραστή, αλλιώς σε αντίθετη περίπτωση θα προχωρούσε με ανάκληση της άδειας και εκκαθάριση. Το εν λόγω γεγονός σε συνδυασμό με την οικονομική κατάσταση της θυγατρικής οδήγησε στην λήψη ελάχιστων μη ικανοποιητικών προσφορών, με αποτέλεσμα να παραταθεί η διαδικασία μέχρις ότου οι προσφορές αναβαθμιστούν. Αναφορικά με την θυγατρική τράπεζα στην Ουκρανία, συμφωνία για την πώληση της θυγατρικής που επετεύχθη αρχές του 2014 ναυάγησε λίγους μήνες αργότερα λόγω της προσάρτησης της Κριμαίας από τη Ρωσία, περιοχή στην οποία η θυγατρική διατηρούσε 9 υποκαταστήματα. Σε διαδικασία πώλησης που ακολούθησε, το επενδυτικό ενδιαφέρον ήταν χαμηλό ενώ υπήρξαν και ζητήματα με την Ουκρανική εποπτική αρχή αναφορικά με απαιτήσεις για κεφαλαιακή ενίσχυση της θυγατρικής. Ως αποτέλεσμα των προαναφερθέντων δόθηκε παράταση προς τους ενδιαφερόμενους για την υποβολή δεσμευτικών προσφορών. Η διαδικασία πώλησης της θυγατρικής τράπεζας στη Ρουμανία χρειάστηκε να διενεργηθεί δύο φορές, καθότι η Κεντρική Τράπεζα του Λιβάνου απέρριψε αίτηση για την εξαγορά της θυγατρικής από την Λιβανέζικη τράπεζα Bank of Beirut, με την οποία η Λαϊκή Τράπεζα είχε αρχικά καταλήξει σε συμφωνία για πώληση της θυγατρικής στη Ρουμανία. Στη Μάλτα, πέραν της έλλειψης συνεργασίας εκ μέρους της τοπικής διοίκησης της εκεί θυγατρικής τράπεζας, οι εποπτικές αρχές της χώρας έθεταν δυσμενείς όρους και προϋποθέσεις αναφορικά με την διαδικασία πώλησης και αναφορικά με τον υποψήφιο αγοραστή, τα οποία τα οποία συγκρούονταν με τον ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο το οποίο εφαρμόζεται, με αποτέλεσμα να ζητηθεί από την Αιτήτρια η παρέμβαση (mediation process) της ΕΑΤ προς επίλυση της διαφοράς. Περαιτέρω, καταθέτες οι οποίοι είχαν επηρεαστεί από τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα προσέφυγαν στα δικαστήρια της Μάλτας και εξασφάλισαν δικαστικό διάταγμα δέσμευσης (garnishee order) των μετοχών που κατείχε η Λαϊκή Τράπεζα στη θυγατρική, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η πώληση της επένδυσης της Λαϊκής Τράπεζας στο μετοχικό κεφάλαιο της θυγατρικής. Για να καταστεί δυνατή η πώληση της θυγατρικής και η μεταβίβαση τους στον αγοραστή, η Λαϊκή Τράπεζα, μέσω του Ειδικού Διαχειριστή, αναγκάστηκε να προσφύγει στο Δικαστήριο της Μάλτας από το οποίο εξασφάλισε έγκριση για αποδέσμευση των μετοχών της θυγατρικής, αφού προηγουμένως κατέθεσε σε μετρητά στο Δικαστήριο ποσό ίσο με την αξία των μετοχών. Το εν λόγω ποσό παραμένει μέχρι σήμερα δεσμευμένο. Τον Ιούλιο του 2019, ολοκληρώθηκε η πώληση της Επενδυτικής Τράπεζας της Ελλάδος Ανώνυμη Εταιρεία, θυγατρική της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα, η οποία αποτελούσε και το τελευταίο κύριο περιουσιακό στοιχείο της. Προηγήθηκαν οι άλλες πωλήσεις των θυγατρικών τραπεζών στη Σερβία, Ουκρανία, Ρουμανία και Μάλτα, καθώς και το ήμισυ της επένδυσης της Λαϊκής Τράπεζας στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Κύπρου. Η πώληση της θυγατρικής της Λαϊκής Τράπεζας στην Ρωσία, δεν τελεσφόρησε, λόγω της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, κατά τον Σεπτέμβριο του 2015 από την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας η οποία στη συνέχεια έθεσε τη θυγατρική σε εκκαθάριση. Μετά την πώληση των πιο πάνω περιουσιακών στοιχειών της Λαϊκής Τράπεζας, παραμένουν εγγεγραμμένα ως περιουσιακά στοιχεία στα λογιστικά βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας, με ημερομηνία αναφοράς 30/9/2020, μετρητά, την εναπομείνασα επένδυση στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Κύπρου, επενδύσεις σε μικρού μεγέθους θυγατρικές εταιρείες στην Ουκρανία και φόρους εισπρακτέους και άλλα εισπρακτέα από τις Ελληνικές Αρχές. Σύμφωνα με πρόσφατη Κατάσταση Περιουσιακών Στοιχείων και Υποχρεώσεων (Statement of Assets and Liabilities) που ετοιμάστηκε από τον Ειδικό Διαχειριστή της Λαϊκής Τράπεζας, κατά τις 30/09/2020 τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας ανέρχονται στα €232 εκατομμύρια, ενώ οι κύριες υποχρεώσεις της παρέμειναν αμετάβλητες ως παρουσιάζονται στην Έκθεση Αποτίμησης της KPMG UK LLP, ημερομηνίας 16/08/2013 και αποτελούνται από καταθέσεις πελατών ύψους €3,8 δισεκατομμυρίων, οι οποίες υπερβαίνουν το ασφαλισμένο ποσό των €100 χιλιάδων, ομόλογα χαμηλής εξασφάλισης και δανειακό κεφάλαιο ύψους €915 εκατομμυρίων και άλλες υποχρεώσεις ύψους €69 εκατομμυρίων. Μετά την υπαγωγή της Λαϊκής Τράπεζας υπό καθεστώς εξυγίανσης, καμία από τις υποχρεώσεις της δεν αποπληρώθηκε από τον Μάρτιο του 2013 και μετά. Στις 30/10/2019 πραγματοποιήθηκε συνεδρία της Αρχής Εξυγίανσης στην οποία συζητήθηκε το ενδεχόμενο τερματισμού των μέτρων εξυγίανσης και η έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας. Εξετάσθηκε είτε η αναστολή του μέτρου πώλησης εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας, σύμφωνα με το άρθρο 45
(9)(α) του Νόμου 22(Ι)/2016 και, αφού εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης από το Δικαστήριο, τον τερματισμό της δράσης εξυγίανσης μετά από διαπίστωση της Αρχής Εξυγίανσης ότι έχουν ολοκληρωθεί τα μέτρα εξυγίανσης και έχουν εξυπηρετηθεί οι στόχοι εξυγίανσης και το δημόσιο συμφέρον, όπως καθορίζει το άρθρο 83
(2)(α) του Νόμου 22(Ι)/2016, είτε ο τερματισμός των μέτρων εξυγίανσης, βάσει του άρθρου 83
(2)(β) του Νόμου 22(Ι)/2016, καθότι αυτά είναι ευλόγως ανέφικτο να ολοκληρωθούν ή/και η συνέχιση τους δεν εξυπηρετεί τους στόχους εξυγίανσης όπως αυτοί καθορίζονται στο άρθρο 41 του Νόμου 22(Ι)/2016 ή/και το δημόσιο συμφέρον.» ΄Ηταν η θέση της Αρχής Εξυγίανσης ότι με τον τερματισμό των μέτρων εξυγίανσης, βάσει του άρθρου 83
(2)(β) του Νόμου 22(Ι)/2016, θα γινόταν και τερματισμός του διορισμού του Ειδικού Διαχειριστή της Λαϊκής Τράπεζας, αυτό θα είχε ως συνέπεια να παραμείνει η Λαϊκή Τράπεζα χωρίς διαχείριση. Η υλοποίηση αυτής της επιλογής κατά τη θέση της Αρχής Εξυγίανσης, θα σήμαινε ότι οι τρέχουσες εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας, περιλαμβανομένων των εκατοντάδων δικαστικών υποθέσεων που εκκρεμούν εναντίον της τράπεζας από κατόχους αξιογράφων και καταθέτες που επηρεάστηκαν από τα μέτρα εξυγίανσης, αλλά και δύο σημαντικών υποθέσεων που έχουν καταχωριστεί από την Λαϊκή Τράπεζα θα παρέμεναν χωρίς διαχείριση, γεγονός που θα άφηνε τα αρχεία, συστήματα, νομικές υποθέσεις και περιουσιακά στοιχεία εκτεθειμένα σε σοβαρούς κινδύνους μέχρι την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου η Αρχή Εξυγίανσης αποφάσισε ότι η ασφαλέστερη, υπό τις περιστάσεις, επιλογή ήταν η έναρξη διαδικασίας υποβολής προσφορών για την πώληση όλων των τότε υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας μαζί με ίσης αξίας υποχρεώσεων της (ανασφάλιστες καταθέσεις) (βλ. Τεκμήριο 26 της ΕΔΜΣ). Στις 07/11/2019 πραγματοποιήθηκε νέα συνεδρία της Αρχής Εξυγίανσης κατά την οποία συζητήθηκε η πώληση των εναπομεινάντων περιουσιακών στοιχείων και ορισμένων υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας. Κατά την πιο πάνω συνεδρία, η Αρχή Εξυγίανσης αποφάσισε όπως η διαδικασία πώλησης των εναπομεινάντων περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας μαζί με ίσης αξίας ανασφάλιστων καταθέσεων διενεργηθεί από το Τμήμα Εξυγίανσης και εξουσιοδότησε τον Προϊστάμενο του Τμήματος Εξυγίανσης, να αποστείλει σχετικές επιστολές προς τις Ελληνική Τράπεζα, Alpha Bank, Eurobank και Astrobank, οι οποίες είχαν κριθεί κατάλληλες για την απόκτηση των υπό πώληση περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας, για να υποβάλουν, εάν ενδιαφέρονταν, προσφορά (βλ. Τεκμήριο 27 της ΕΔΜΣ). Η μοναδική δεσμευτική προσφορά που υποβλήθηκε ήταν από την Astrobank ύψους €160 εκατομμυρίων για την εξαγορά των υπό πώληση περιουσιακών στοιχείων εκτιμημένης αξίας περίπου €200 εκ., μαζί με ίσης αξίας ανασφάλιστες καταθέσεις. Στις 25/11/2019 η Αρχή Εξυγίανσης σε νέα συνεδρία της αποφάσισε ότι η προσφορά που λήφθηκε από την Astrobank δεν είναι συμφέρουσα, και την απέρριψε, καθότι, σύμφωνα με την αποτίμηση που διενήργησε το Τμήμα Εξυγίανσης, η προσφορά ήταν χαμηλότερη τόσο από την εύλογη αξία πώλησης σε διαδικασία εξυγίανσης, όσο και την αξία ρευστοποίησης σε διαδικασία εκκαθάρισης των υπό πώληση περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας (βλ. Τεκμήριο 28 της ΕΔΜΣ). Στις 20/12/2019 η Αρχή Εξυγίανσης σε νέα συνεδρία της εξέτασε και αποφάσισε ότι ισχύουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή του μέτρου πώλησης εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας βάσει του πιο πάνω άρθρου 45
(9)(α) του Νόμου 22(Ι)/2016. Ακολούθως, αξιολόγησε κατά πόσο είναι αξιόπιστο και εφικτό να εφαρμοστεί κάποιο άλλο μέτρο εξυγίανσης, και κατέληξε στην απόφαση ότι, υπό τις περιστάσεις, κανένα άλλο μέτρο εξυγίανσης δεν επιτυγχάνει τους στόχους της εξυγίανσης. Για να καταλήξει στην απόφαση αυτή, η Αρχή Εξυγίανσης έλαβε υπόψη της, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: «α. Όλες οι κρίσιμες λειτουργίες της Λαϊκής Τράπεζας μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου ως αποτέλεσμα της μεταφοράς του μεγαλύτερου μέρους των περιουσιακών στοιχείων και όλων των ασφαλισμένων καταθέσεων. β. Η Λαϊκή Τράπεζα δεν έχει τραπεζικά συστήματα ούτε μηχανισμούς εταιρικής διακυβέρνησης, καθότι από το 2013, η Λαϊκή Τράπεζα λειτουργεί μέσω μιας μικρής ομάδας η οποία τελεί υπό τη διοίκηση του Ειδικού Διαχειριστή, ο οποίος βοηθούσε στην αποτελεσματική εφαρμογή του μέτρου εξυγίανσης της πώλησης των εργασιών. γ. Η αξία των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας είναι κατά πολύ χαμηλότερη από τις οφειλόμενες υποχρεώσεις της, αφού μόνο οι ανασφάλιστες καταθέσεις ανέρχονται σε €3,8 δισεκατομμύρια. δ. Η Λαϊκή Τράπεζα αντιμετωπίζει εκατοντάδες αγωγές από καταθέτες και κατόχους αξιογράφων. Σε περίπτωση που η Λαϊκή Τράπεζα επανερχόταν στη διεξαγωγή κανονικών τραπεζικών εργασιών με την εφαρμογή των πιο πάνω μέτρων εξυγίανσης (διάσωση με ίδια μέσα ή μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε μεταβατικό ίδρυμα) όλα τα έξοδα που προκύπτουν από τις πιο πάνω αγωγές θα τα αναλάμβανε το μεταβατικό ίδρυμα γεγονός το οποίο θα το καθιστούσε μη βιώσιμο.» Υπό το φως των πιο πάνω και της απόφασης για αναστολή του μέτρου της πώλησης εργασιών, η Αρχή Εξυγίανσης αποφάσισε να εισηγηθεί στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια εποπτική αρχή, την ανάκληση της τραπεζικής άδειας της Λαϊκής Τράπεζας σύμφωνα με το άρθρο 4(Α)
(1)του Νόμου 66(Ι)/1997 και να εισηγηθεί στο Διοικητικό Συμβούλιο της Αιτήτριας, υπό την εποπτική του ιδιότητα να προσφύγει στη διαδικασία εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας (βλ. Τεκμήριο 29 της ΕΔΜΣ). Η απόφαση για να γίνει η πιο πάνω εισήγηση προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) στηρίχτηκε στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου της 15ης Οκτωβρίου 2013, με βάση τον οποίο από τις 4/11/2014 έχουν ανατεθεί ειδικά καθήκοντα στην ΕΚΤ σχετικά με την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων στις χώρες της Ευρωζώνης. Με βάση το άρθρο 4
(1)(α) του εν λόγω Κανονισμού, η ΕΚΤ είναι η αρμόδια αρχή για τη χορήγηση και ανάκληση άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος στις χώρες της Ευρωζώνης, είτε με δική της πρωτοβουλία, είτε κατόπιν πρότασης της εθνικής αρμόδιας αρχής. Στις 10/01/2020, ο Διοικητής της Αιτήτριας απέστειλε επιστολή προς τον Πρόεδρο του Εποπτικού Συμβουλίου του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού της ΕΚΤ XXXXX Enria, με εισήγηση για ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Λαϊκής Τράπεζας (βλ. Τεκμήριο 30 της ΕΔΜΣ). ΄Ηταν θέση της ΕΚΤ με την απαντητική επιστολή της ημερομηνίας 20/02/2020 η ανάκληση της τραπεζικής άδειας της Λαϊκής Τράπεζας δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες της καθότι, η Λαϊκή Τράπεζα έπαυσε ουσιαστικά να διεξάγει τραπεζικές εργασίες από το 2013 και, συνεπώς, η ΕΚΤ δεν ασκούσε οποιαδήποτε προληπτική εποπτεία. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με την επιστολή, η Λαϊκή Τράπεζα δεν εμπίπτει στον ορισμό των πιστωτικών ιδρυμάτων βάσει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. ημερομηνίας 26/06/2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και η ανάκληση της άδειας της Λαϊκής Τράπεζας θα πρέπει να διεκπεραιωθεί με βάση την εθνική νομοθεσία. Μετά από την εν λόγω επιστολή η Αρχή Εξυγίανσης στη συνεδρία της, ημερομηνίας 18/03/2020 (βλ. Τεκμήριο 31 της ΕΔΜΣ) αποφάσισε, να εισηγηθεί στο Διοικητικό Συμβούλιο της Αιτήτριας, την ανάκληση της τραπεζικής άδειας της Λαϊκής Τράπεζας. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Αιτήτριας σε συνεδρία του ημερομηνίας 14/05/2020 (βλ. Τεκμήριο 32 της ΕΔΜΣ) αποφάσισε ότι εκ πρώτης όψεως ισχύουν οι προϋποθέσεις για ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Λαϊκής Τράπεζας και έδωσε τη σύμφωνη γνώμη του στο Διοικητή της Αιτήτριας, βάσει του άρθρου 15Α του Νόμου 138(Ι)/2002, να γνωστοποιήσει με επιστολή του στον Ειδικό Διαχειριστή της Λαϊκής Τράπεζας ότι η Αιτήτρια μελετά το ενδεχόμενο για ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Λαϊκής Τράπεζας, δίνοντας του προθεσμία 10 ημερών για να εκφράσει τις απόψεις του (βλ. Τεκμήριο 33 της ΕΔΜΣ). Στις 12/06/2020 το Διοικητικό Συμβούλιο της Αιτήτριας αποφάσισε να δώσει τη σύμφωνη γνώμη του δυνάμει του άρθρου 15Α του Νόμου 138(Ι)/2002, για την ανάκληση της τραπεζικής άδειας της Λαϊκής Τράπεζας. Επίσης αποφάσισε να εισηγηθεί την έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας σύμφωνα με το άρθρο 33Β του Νόμου 66(Ι)/97 και προς τούτο να ζητήσει τη συγκατάθεση της Αρχής Εξυγίανσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 32ΙΔ του Νόμου 66(Ι)/97 και στο άρθρο 87
(1)του Νόμου 22(Ι)/2016. Κατά τη λήψη της πιο πάνω απόφασης, το Διοικητικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη τα ακόλουθα: (
  1. i)οι πιστωτές της Λαϊκής Τράπεζας αναμένουν να αποζημιωθούν μέσω της διαδικασίας εκκαθάρισης και προς τούτο έχουν εκφράσει πολλές φορές τις απόψεις τους (
  2. ii)η Αρχή Εξυγίανσης στις 20/12/2019 είχε εισηγηθεί στο Διοικητικό Συμβούλιο την εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας (iii) η εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας διασφαλίζει τη δίκαιη αποζημίωση των πιστωτών του ιδρύματος (βλ. Τεκμήριο 35) της ΕΔΜΣ. Στη συνέχεια την ίδια ημέρα, συνήλθε σε έκτακτη συνεδρία η Αρχή Εξυγίανσης, η οποία, αποφάσισε όπως παραχωρήσει την συγκατάθεση της για την καταχώρηση αίτησης στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας. Μετά την πιο πάνω συνεδρία, την ίδια μέρα συνήλθε εκ νέου το Διοικητικό Συμβούλιο της Αιτήτριας, το οποίο αποφάσισε την καταχώρηση αίτησης στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας σύμφωνα με το άρθρο 33Β του Νόμου 66(Ι)/97, το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης και διορισμό εκκαθαριστή Αδειοδοτημένου Πιστωτικού Ιδρύματος (στο εξής «το ΑΠΙ») καταχωρείται από την Αιτήτρια (βλ. παράγραφοι 40-44 της ΕΔΜΣ). Στις 1/09/2020 ο Διοικητής της Αιτήτριας απέστειλε στον Ειδικό Διαχειριστή της Λαϊκής Τράπεζας την Απόφαση αρ. 44/2020 με την οποία ανακαλείτο η άδεια λειτουργίας της Λαϊκής Τράπεζας (βλ. Τεκμήριο 37 της ΕΔΜΣ). Κατόπιν διαγωνισμού ανάμεσα σε προεπιλεγμένους επαγγελματίες κατά την πιο πάνω συνεδρία του ημερομηνίας 12/06/2020, το Διοικητικό Συμβούλιο της Αιτήτριας αποφάσισε όπως προταθεί στο Δικαστήριο για διορισμό στη θέση εκκαθαριστή ο κύριος XXXXX Παπαθωμά, εγγεγραμμένος σύμβουλος αφερεγγυότητας (βλ. Τεκμήριο 38 της ΕΔΜΣ), ο οποίος υπέβαλε την πλέον συμφέρουσα από οικονομικής απόψεως προσφορά και ο οποίος δήλωσε πρόθυμος και έτοιμος να αναλάβει τα καθήκοντα του εκκαθαριστή της Λαϊκής Τράπεζας, σε περίπτωση που το Δικαστήριο εγκρίνει τα αιτούμενα με την υπό εξέταση Αίτηση διατάγματα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Προτού προχωρήσω στην εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος, προέχει η εξέταση της νομιμοποίησης των Ενδιαφερομένων Μερών να ακουστούν στην παρούσα Αίτηση. Από το αρχικό στάδιο εκδίκασης της παρούσας αίτησης η Αιτήτρια είχε εγείρει και επιφυλάξει το δικαίωμα να αγορεύσει στο τέλος της διαδικασίας ως προς το κατά πόσο δικαιούνται οι πιστωτές της Λαϊκής Τράπεζας να ενίστανται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. ΄Ηταν η θέση της ότι ο Νόμος 66(Ι)/1997 δεν παρέχει τη δυνατότητα στους πιστωτές του πιστωτικού ιδρύματος να ακουστούν επί του αιτήματος της Κεντρικής Τράπεζας για εκκαθάριση του εν λόγω ιδρύματος παραπέμποντας στην Πολιτική Αίτηση αρ.178/2015 Αναφορικά με την FBME Bank Ltd, ημερομηνίας 12 Ιανουαρίου 2016, στην οποία εγέρθηκε παρόμοιο ζήτημα σε άδεια για καταχώριση δια κλήσεως Αίτηση για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων certiorari και prohibition, στο βαθμό που αφορούσε την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου να επιτρέψει στους πιστωτές της τράπεζας (η εκκαθάριση της οποίας επιδιώκετο) να καταχωρήσουν ένσταση. Ως αναφέρεται από την κα Ραφτοπούλου τελικά δεν καταχωρίστηκε η αίτηση για έκδοση προνομιακών διαταγμάτων (Certiorari και Prohibition). Όπως προκύπτει από τα γεγονότα την εν λόγω υπόθεσης αντικείμενο της ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου διαδικασίας ήταν Αίτηση που είχε καταχωριθεί με βάση το άρθρο 33Βδις (και όχι με το άρθρο 33Β που αποτελεί αντικείμενο στην υπό εξέταση αίτησης), το οποίο επέτρεπε την έκδοση διατάγματος ειδικής εκκαθάρισης μονομερώς και ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 33Β. Ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου είχε εμφανιστεί η ίδια η τράπεζα η εκκαθάριση της οποίας ζητείτο, καθώς επίσης διάφοροι πιστωτές, οι οποίοι έφεραν ένσταση στην έκδοση διατάγματος για την έκδοση διατάγματος ειδικής εκκαθάρισης της τράπεζας. Στην πιο πάνω απόφαση αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Για να είναι καλύτερα κατανοητά τα όσα θα απασχολήσουν στη συζήτηση που θα ακολουθήσει, παραθέτω το άρθρο 33Βδις του Νόμου, στο βαθμό που ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης: «33Βδις.
(1)Ανεξάρτητα από το άρθρο 33Β, η Κεντρική Τράπεζα καταχωρεί αίτηση στο ∆ικαστήριο για έκδοση διατάγµατος ειδικής εκκαθάρισης και διορισµό ειδικού εκκαθαριστή τράπεζας ή ΣΠΙ αντίστοιχα ως το εδάφιο
(2)στις περιπτώσεις όπου - (α) έχει ανακληθεί άδεια λειτουργίας ΑΠΙ δυνάµει του άρθρου 30(1Α) ή δυνάµει του άρθρου 4Α ή έχει παραδοθεί άδεια λειτουργίας ΑΠΙ δυνάµει του άρθρου 4
(6)· και (β) το εν λόγω ΑΠΙ διατηρεί καταθέσεις που καλύπτονται σε περίπτωση που αυτό είναι τράπεζα από το Ταµείο Προστασίας Καταθέσεων Τραπεζών και σε περίπτωση που αυτό είναι ΣΠΙ από το Ταµείο Προστασίας Καταθέσεων ΣΠΙ όπως προβλέπονται από τον περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυµάτων Νόµο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· και (γ) η ειδική εκκαθάριση του εν λόγω ΑΠΙ εξυπηρετεί το δηµόσιο συµφέρον .. [..]
(2)(α) Το ∆ικαστήριο εκδίδει το προβλεπόµενο στο εδάφιο
(1)διάταγµα, εφόσον πεισθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο εν λόγω εδάφιο και διορίζει ειδικό εκκαθαριστή, και το ∆ικαστήριο διορίζει ειδικό εκκαθαριστή άλλο από τον Επίσηµο Παραλήπτη κατόπιν σύστασης της Κεντρικής Τράπεζας και αφού ακούσει τις απόψεις της, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 229 του περί Εταιρειών Νόµου. (β)(
  1. i)Το εν λόγω διάταγµα εκδίδεται από το ∆ικαστήριο µετά από µονοµερή (ex parte) αίτηση κατ' εφαρµογή, τηρουµένων των αναλογιών, του άρθρου 9 του περί Πολιτικής ∆ικονοµίας Νόµου και των περί Πολιτικής ∆ικονοµίας ∆ιαδικαστικών κανονισμών (
  2. ii)Για σκοπούς καταχώρησης ένστασης ή για να καταδειχθεί εκ µέρους του ΑΠΙ ο λόγος ώστε να παύσει το εκδοθέν διάταγµα να παραµένει σε ισχύ, η σχετική προθεσµία που δύναται να τεθεί από το οικείο ∆ικαστήριο καθορίζεται σε διάστηµα που δεν υπερβαίνει τις τρεις
(3)ηµέρες. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η παρούσα αίτηση, στο βαθμό και έκταση που αφορά στην Τράπεζα, δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και απορρίπτεται. Η περίπτωση των πιστωτών της Τράπεζας, στους οποίους επίσης επιτράπηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο να καταχωρήσουν ένσταση, είναι διαφορετική. Λόγω της διατύπωσης του άρθρου 33Βδις
(2)(β)(ιι), το οποίο εκ πρώτης όψεως ερμηνευμένο, παρέχει στο ΑΠΙ (αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα) τη δυνατότητα να καταχωρήσει ένσταση ή να καταδείξει λόγο γιατί το εκδοθέν διάταγμα να μη παραμείνει σε ισχύει, ανάλογα με την περίπτωση, κρίνω ότι αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση για συζήτηση και κατά συνέπεια παραχωρείται η αιτούμενη άδεια για την καταχώρηση αίτησης δια κλήσεως για την έκδοση προνομιακών ενταλμάτων certiorari και prohibition. Η περαιτέρω συνέχιση της διαδικασίας ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στο βαθμό και έκταση που αφορά τους εν λόγω πιστωτές της Τράπεζας, αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της δια κλήσεως αίτησης και την έκδοση απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η αίτηση να καταχωρηθεί εντός 3 ημερών από σήμερα και να οριστεί στις 18.1.2016 η ώρα 8.30 π.μ. για οδηγίες.» Σημειώνω ότι το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης, αφορά μια κατ΄ επείγουσα διαδικασία και συγκεκριμένα πρόνοιες του άρθρου 33Βδις, η οποία προβλέπει καταχώρηση αίτησης μονομερώς και καθορίζει, επίσης, προθεσμία καταχώρισης ένστασης για την Καθ΄ης η αίτηση μέχρι 3 ημέρες. Διαφωνώ ότι η διατύπωση του άρθρου 33Β έχει οποιαδήποτε σχέση με τη διατύπωση του άρθρου 33Βδις ούτε ότι αυτή δεν επιτρέπει να ακουστούν οι πιστωτές και άλλα Ενδιαφερόμενα Πρόσωπα, δυνατότητα η οποία πηγάζει από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Η διαδικασία του άρθρου 33Βδις έχει τα δικά της χαρακτηριστικά που διαφέρουν από το άρθρο 33Β. Ως εκ τούτου η εν λόγω ένσταση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Επίσης ούτε η θέση της Αιτήτριας για νομιμοποίηση της Fulcrum Distressed Opportunities Fund III LP εξ ΗΠΑ (FULRUM), ευσταθεί. ΄Εχουν προσκομιστεί οι εκχωρήσεις δικαιωμάτων οι οποίες στο στάδιο αυτό, είναι αρκετές για να δικαιολογήσουν συμφέρον αυτής στην εξέλιξη της παρούσας διαδικασία και καταχώρηση ενστάσεως. Δεν είναι το κατάλληλο στάδιο που το Δικαστήριο θα πρέπει να ενσκύψει σε αυτή την πτυχή του θέματος. Μετά την αντιμετώπιση των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, προχωρώ να εξετάσω εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και αν ορθά ακολουθήθηκε η διαδικασία του άρθρου 33Β του Ν.66
(1)/1997. Η Αιτήτρια στηρίζεται στο άρθρο 33Β του Νόμου 66(Ι)/1997 για την έκδοση Διατάγματος Εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας το οποίο έχει ως ακολούθως: 33Β. Ανεξαρτήτως των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου για την εκκαθάριση εταιρείας και των διατάξεων του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου αναφορικά με την εκκαθάριση συνεργατικής εταιρείας, η ανάκληση της άδειας λειτουργίας ΑΠΙ δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4Α, δεν αποτελεί λόγο εκκαθάρισης αυτού, παρά μόνο κατά τη διακριτική ευχέρεια της Κεντρικής Τράπεζας και μετά από απόφαση του Δικαστηρίου σε υποβληθείσα υπό της Κεντρικής Τράπεζας αίτηση, το οποίο για το διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή ή εκκαθαριστή ΑΠΙ άλλου από τον Επίσημο Παραλήπτη, ακούει προηγουμένως τις απόψεις της Κεντρικής Τράπεζας: Νοείται ότι, σε περίπτωση εκούσιας εκκαθάρισης, τα καταστατικά όργανα του ΑΠΙ ζητούν την γνώμη της Κεντρικής Τράπεζας προτού λάβουν τέτοια απόφαση, ενώ σε περίπτωση εκκαθάρισης, είτε από το Δικαστήριο, είτε υπό την επίβλεψη Δικαστηρίου, το Δικαστήριο ενημερώνει αμέσως την Κεντρική Τράπεζα για τη λήψη της εν λόγω απόφασης: Νοείται περαιτέρω ότι οποιαδήποτε απόφαση για εκκαθάριση ΑΠΙ τυγχάνει εφαρμογής και επιφέρει αμέσως αποτελέσματα σε όλα τα κράτη-μέλη, στα οποία το ΑΠΙ διατηρεί υποκαταστήματα, χωρίς άλλες διατυπώσεις: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ανεξαρτήτως των προνοιών οποιουδήποτε άλλου νόμου, και τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 33Η, 33Θ, 33Ι, 33Κ και 33Λ, σε περίπτωση υποκαταστήματος πιστωτικού ιδρύματος που έχει την έδρα του σε κράτος-μέλος άλλο από τη Δημοκρατία, οποιαδήποτε απόφαση για εκκαθάριση του πιστωτικού ιδρύματος που λαμβάνεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης, αναγνωρίζεται και επιφέρει αποτελέσματα χωρίς περιορισμούς στη Δημοκρατία από τη στιγμή που αναγνωρίζεται και επιφέρει αποτελέσματα στο κράτος-μέλος προέλευσης, και η διαδικασία εκκαθάρισης και όλα τα θέματα που αναφέρονται στο άρθρο 33Α διέπονται από τη νομοθεσία που ισχύει στο κράτος-μέλος προέλευσης, ενώ οι πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου ή του περί των Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, τυγχάνουν εφαρμογής στη Δημοκρατία στο βαθμό που δεν συγκρούονται με τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους-μέλους προέλευσης.» Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι οι εξειδικευμένες διατάξεις της πιο πάνω νομοθεσίας, σε συνδυασμό με τις εξειδικευμένες διατάξεις του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου 22(Ι)/2016, ο οποίος κατάργησε και αντικατέστησε τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι)/2013, εφαρμόζονται ειδικά και αποκλειστικά στις περιπτώσεις πιστωτικών ιδρυμάτων, και είναι οι διατάξεις που εφαρμόζονται και ρυθμίζουν το καθεστώς της Λαϊκής Τράπεζας. Ο Νόμος 22(Ι)/2016 είναι εναρμονιστικός και υιοθετεί την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2014/59/ΕΕ για την ανάκαμψη και εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων. Με βάση το άρθρο 115
(1)του Νόμου 22(Ι)/2016 όλα τα μέτρα εξυγίανσης που λήφθηκαν δυνάμει του Νόμου 17(Ι)/2013 και ήταν σε ισχύ κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Νόμου 22(Ι)/2016, θεωρούνται ότι είναι μέτρα που λήφθηκαν δυνάμει του Νόμου 22(Ι)/2016. Τέτοιο μέτρο είναι το μέτρο εξυγίανσης που λήφθηκε στη Λαϊκή Τράπεζα. Παρέπεμψε δε στην Πολ. ΄Εφεση αρ.60/2014, Αναφορικά με την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, ημερομηνίας 7 Μαΐου 2014, στην οποία αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Το ερώτημα που τίθεται προς απόφανση όπως ήταν και πρωτοδίκως, είναι κατά πόσο οι αιτητές, ως πιστωτές μιας υπό εξυγίανση εταιρείας δικαιούνται, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 198 του περί Εταιρειών Νόμου να αιτηθούν τη σύγκληση συνέλευσης των πιστωτών, έτσι ώστε να ζητηθεί ο προτεινόμενος από τους ίδιους διακανονισμός. ........ Παρατηρούμε περαιτέρω ότι η διαδικασία εκκαθάρισης με βάση το άρθρο 33Α, διέπεται από τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, στα ακολουθούντα άρθρα 33Β ή 33Β δις, παρατηρείται μια απόκλιση και προβλέπονται εξειδικευμένες διαδικασίες αναφορικά με εταιρείες ΑΠΙ. Τίθεται δε μια επιφύλαξη στο άρθρο 33Β δις, ότι «οι πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου ..... εφαρμόζονται στο μέτρο που δεν αντίκεινται στις πρόνοιες του παρόντος άρθρου». Παρατηρούμε συναφώς μια σημαντική απόκλιση από την εφαρμογή των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου. Παράλληλα, και κατ΄επέκταση των πιο πάνω, με τη θέσπιση του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και ΄Αλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν.17(Ι)/2013), επέρχεται ένα «νέο» νομικό καθεστώς που ρυθμίζει τα ΑΠΙ, ήτοι «΄Ιδρυμα υπό εξυγίανση». Ο εν λόγω Νόμος αναφορικά με την «εκκαθάριση» παραπέμπει στις πρόνοιες του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, που αναλύθηκε πιο πάνω. Το εδάφιο
(2)του άρθρου 3 του εν λόγω Νόμου, θέτει τις γενικές αρχές που εφαρμόζονται κατά τη λήψη των μέτρων εξυγίανσης, όπως η υποπαράγραφος (δ) που προνοεί ότι, οι πιστωτές δεν θα βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση, μετά τα μέτρα εξυγίανσης, παρά αν το ίδρυμα ετίθετο υπό εκκαθάριση. Με το άρθρο 5 του Νόμου παρέχεται στην Αρχή Εξυγίανσης η «αποκλειστική εξουσία» να λαμβάνει μέτρα που επηρεάζουν όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων του επηρεαζόμενου ιδρύματος περιλαμβανομένων των μετόχων, μελών, διοικητικών συμβούλων και πάντοτε υπό τον όρο ότι το εν λόγω ίδρυμα δεν είναι μεταξύ άλλων «βιώσιμο» ή να αδυνατεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως «δρώσα οικονομική μονάδα». (άρθρο 6
(1)και
(2). Σημειώνουμε περαιτέρω μια δυνατότητα που παρέχεται στην Αρχή Εξυγίανσης, να παίρνει μέτρα, έξω από το πλαίσιο του περί Εταιρειών Νόμου για αύξηση κεφαλαίου έκδοσης νέων μετοχών, (άρθρο 8) πώλησης εργασιών (άρθρο 9) περιλαμβανομένης της μεταβίβασης τίτλων ιδιοκτησίας που ισχύει έναντι τρίτων (άρθρο 9
(3)(β)). Ακόμη πιο καταλυτική επίδραση στα δικαιώματα τρίτων, είναι τα προβλεπόμενα στο ΜΕΡΟΣ VII του Νόμου, όπου επιβάλλεται η υποχρέωση στην Αρχή Εξυγίανσης να μεριμνά ώστε η απώλεια που θα υποστεί, εν προκειμένω ο πιστωτής, δεν θα είναι μεγαλύτερη αυτής που θα είχε υποστεί αν το ίδρυμα ετίθετο «στο σύνολο του, απευθείας σε εκκαθάριση» (αρ.25). Η δε απαίτηση του οικονομικά θιγόμενου προσώπου, με βάση το άρθρο 26, περιορίζεται στην «απαίτηση για καταβολή αποζημιώσεων» σε περίπτωση που η οικονομική του θέση έχει επιδεινωθεί «σημαντικά» σε σύγκριση με τη θέση που θα βρισκόταν αν το ίδρυμα τίθετο απ΄ευθείας σε εκκαθάριση. Και η κορύφωση των περιορισμών τέθηκε με το άρθρο 27 του Νόμου που προβλέπει: «27.-
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου ή των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985 έως 2013, κανένα πρόσωπο, εκτός της Αρχής Εξυγίανσης, δεν καταχωρεί αίτηση για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση.» Θεωρήσαμε, για τους λόγους που διαφαίνονται στη συνέχεια της απόφασης, απαραίτητο να προβούμε σ΄αυτή την ανάλυση των εξειδικευμένων, πλέον, διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας που διέπει το καθεστώς της υπό εξυγίανση Λαϊκής Τράπεζας. Επανερχόμενοι στο ερμηνευτικό πλαίσιο εξέτασης του εγειρόμενου θέματος, σημειώνουμε ότι η κεντρική επιδίωξη και οι στόχοι του ερμηνευτικού έργου, πρέπει να είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knights Error! Hyperlink reference not valid.. ΄Οπου το ζητούμενο είναι η ερμηνεία νομοθετήματος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το λεκτικό, το ιστορικό και οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του, οι ευρύτεροι σκοποί που επιχειρήθηκε να εξυπηρετηθούν καθώς και η πρόθεση του νομοθέτη. (βλ. Melios v. Nicolaou
(1963)2 C.L.R. και Krassimenos v. Hadjiyiannis Error! Hyperlink reference not valid.Error! Hyperlink reference not valid.). Στην προκείμενη περίπτωση, και παρά την απουσία εξειδικευμένης πρόνοιας για αποστέρηση από τους πιστωτές της δυνατότητας υποβολής αίτησης με βάση το άρθρο 198, του περί Εταιρειών Νόμου, παρατηρούμε ότι, η σχεδόν συνολική και καταλυτική κατάργηση των μέχρι πρότινος υφισταμένων δικαιωμάτων που πήγαζαν από τη σχέση ΑΠΙ υπό εξυγίανση και τρίτων όπως μετόχων, μελών, πιστωτών και άλλων, είναι πέραν από δεδομένη. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση ΕΥΡΗΚΑ ν. UNILEVER PLC. Error! Hyperlink reference not valid., μπορεί να θεωρηθεί ότι μεταγενέστερος νόμος κατάργησε σιωπηρά προηγούμενο, μόνο αν προκύπτει καθαρά ότι είναι τόσο αντιφατικός ή ασυμβίβαστος προς τον προηγούμενο αυτό νόμο ώστε να καθίσταται αδύνατο να συνυπάρχουν οι δυο νόμοι. (βλ. επίσης Χριστοφόρου ν. Χριστοφόρου Error! Hyperlink reference not valid.. ´Εχοντας στο μυαλό μας το σκοπό που επιδιώκεται να εξυπηρετήσει η αίτηση με βάση το εδάφιο
(1)του άρθρου 198 του περί Εταιρειών Νόμου, που δεν είναι άλλος παρά, η συζήτηση προτεινόμενου «συμβιβασμού ή διακανονισμού», θεωρούμε ότι, οι πρόνοιες του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου και του περί Εξυγίανσης Νόμου, όπως τις έχουμε αναλύσει πιο πάνω, έχουν θέσει εκ ποδών κάθε δυνατότητα υποβολής αίτησης για σύγκληση της συνέλευσης των πιστωτών στο υπό εξυγίανση ίδρυμα. Απλή και μόνο αναφορά στον ορισμό των μέτρων εξυγίανσης και τις επιπτώσεις που συνεπάγονται ως προς τα δικαιώματα τρίτων, απολήγει στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι οι εφεσείοντες, ως πιστωτές της Λαϊκής δεν έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης για σύγκληση πιστωτών με βάση το άρθρο 198 του περί Εταιρειών Νόμου. Αντίθετη κατάληξη θα αντιστρατευόταν τον ίδιο το σκοπό θέσπισης των πιο πάνω αναλυθέντων νομοθετημάτων. Όπως καταφαίνεται από τα πιο πάνω καταλήγουμε στο ίδιο αποτέλεσμα, όπως και το πρωτόδικο δικαστήριο αλλά διαφωνούμε με το σκεπτικό, όπως διατυπώθηκε. Ως εκ τούτου η έφεση έχει απορριπτική κατάληξη. Θεωρούμε, όμως, απαραίτητο να τονίσουμε ότι η αναφορά μας στα άρθρα 25 και 26 του περί Εξυγίανσης Νόμου έγινε με σκοπό να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα του νέου θεσμικού πλαισίου που διέπει ένα υπό εξυγίανση ίδρυμα, και της εξειδικευμένης προσέγγισης που αναιρεί την προσφερόμενη δυνατότητα σύγκλησης πιστωτών του άρθρου 198 του περί Εταιρειών Νόμου.» Ακολουθώντας την πιο πάνω Νομολογία, ορθή είναι η θέση της Αιτήτριας ότι η διαδικασία που θα ακολουθηθεί για την εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας είναι αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 33Β του πιο πάνω Νόμου. Οι ισχυρισμοί των Ενισταμένων ότι η Λαϊκή Τράπεζα θα πρέπει να εκκαθαριστεί με βάση τον Περί Εταιρειών Νόμο, είτε γιατί όπως ισχυρίζονται δεν είναι «τράπεζα» είτε γιατί δεν είναι «εποπτευόμενο ίδρυμα», δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε από το στάδιο που τέθηκε η Λαϊκή Τράπεζα σε εξυγίανση μέχρι το στάδιο που καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση είναι αυτή που προβλέπεται στην πιο πάνω εξειδικευμένη νομοθεσία των νόμων 17(Ι)/2013, 22(Ι)/2016 και 66(Ι)/1997 και οι αντίθετες θέσεις των Ενιστάμενων που αφορούν το παράτυπο της Αίτησης, των γεγονότων που τη στηρίζουν, τη Νομική Πτυχή της, αλλά και την ένορκο δήλωση που τη συνοδεύει, δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Το άρθρο 33Β του Νόμου 66(Ι)/1997, προβλέπει τη διαδικασία για την εκκαθάριση του πιστωτικού ιδρύματος, ανεξαρτήτως των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να εξεταστούν σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, για να εκδοθεί διάταγμα Εκκαθάρισης, είναι οι ακόλουθες:
(1)Kατά πόσο η Λαϊκή Τράπεζα εμπίπτει στον όρο «ΑΠΙ- Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ίδρυμα» του Νόμου 66(Ι)/1997.
(2)Κατά πόσο η άδεια λειτουργίας της Λαϊκής Τράπεζας ανακλήθηκε δυνάμει του άρθρου 4Α του Νόμου 66(Ι)/1997, και
(3)Κατά πόσο η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου άσκησε τη διακριτική ευχέρεια της και αποφάσισε την εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας. Εξετάζοντας το κατά πόσο η Λαϊκή Τράπεζα εμπίπτει στον όρο «ΑΠΙ-Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ίδρυμα του Νόμου 66(Ι)/1997, σχετική είναι η ερμηνεία της φράσης «αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα» που εμπεριέχεται στο άρθρο 2 του Νόμου 66(Ι)/1997 η οποία έχει ως ακολούθως: «"αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα" ή "ΑΠΙ" σημαίνει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα: (α) πιστωτικό ίδρυμα που συστάθηκε στη Δημοκρατία και στο οποίο χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, και περιλαμβάνει τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης ως διέπεται από τον περί Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης Νόμο, (β) υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας·» Προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι στην Λαϊκή Τράπεζα, η οποία συστάθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 8/09/1939 παραχωρήθηκε άδεια για άσκηση τραπεζικών εργασιών, άδεια η οποία τροποποιήθηκε στις 21/09/1939, 17/07/1942, 25/03/1946, 6/05/1993 και με τελευταία τροποποίηση αυτή της 28/05/2013 αφού τον Μάρτιο του 2013 λήφθηκαν μέτρα για την εξυγίανση της μετά από διάφορα γεγονότα, τα οποία αναφέρονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου και με βάση το Νόμο 17(Ι)/2013 αποφασίστηκε η εφαρμογή του μέτρου εξυγίανσης της πώλησης εργασιών στη Λαϊκή Τράπεζα. Μετά τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα, η Αιτήτρια στις 28/05/2013 προχώρησε σε τροποποίηση της τραπεζικής άδειας, ούτως ώστε να απαγορεύεται σε αυτή να προβαίνει σε ανάληψη νέων υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό τη μορφή καταθέσεων, αξιογράφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικών οφειλής (βλ. Τεκμήριο 24 στην ΕΔΜΣ). Με βάση τα πιο πάνω η Λαϊκή Τράπεζα είναι πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο συστάθηκε στη Δημοκρατία και στο οποίο το 1939 χορηγήθηκε άδεια γι

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.