← Κύπρος

Ανδρέου κ.α. ν. G. Paraskevaides Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 506/2020, 11/5/2022

Ανδρέου κ.α. ν. G. Paraskevaides Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 506/2020, 11/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A178 Αρ. Αγωγής: 506/2020 Μεταξύ:

  1. XXXXX Ανδρέου, εκ Λευκωσίας
  2. XXXXX Παρασκευαΐδου, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και G. Paraskevaides Ltd, εκ Λευκωσίας Εναγομένης Αίτηση ημερ. 3.11.2020 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για παρεμπίπτον διάταγμα Ημερομηνία: 11 Μαΐου 2022 Για ενάγοντες - αιτητές: κος Π. Σπανός με κο Κ. Κουλουμπρή Για εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: κος Γ. Μούντης με κα Ν. Πετρίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγοντες αιτούνται από την εναγομένη το ποσόν £1.220.000,00 ή €2.084.493,76 δυνάμει δανείων και/ή επιταγών και ή ως χρήματα had and received και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Αιτούνται επίσης συμφωνηθέντα τόκο και τα έξοδα της παρούσας αγωγής. Είχε προηγηθεί αίτηση εκκαθάρισης της εναγομένης στο Ε.Δ Λευκωσίας υπ' αρ. 432/11, η οποία όμως απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, το οποίο υπέδειξε ότι θα έπρεπε να καταχωρηθεί αγωγή, αφού το χρέος αμφισβητείται. Για παρόμοιους λόγους, απορρίφθηκε στις 23.12.2020, αίτηση για συνοπτική απόφαση στην παρούσα αγωγή αφού κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι η εναγομένη εγείρει με την υπεράσπιση της, ένα ευρύτερο πλέγμα γεγονότων, στοιχείο που καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται για περίπτωση όπου αναμφισβήτητα δεν υπάρχει καθόλου υπεράσπιση. Μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση δια κλήσεως ημ. 3.11.2020 με την οποία ζητούν την έκδοση ενδιάμεσου συντηρητικού διατάγματος που να απαγορεύει στην εναγόμενη όπως αποξενώσει ή/και επιβαρύνει με οιονδήποτε τρόπο, ένα ακίνητο ιδιοκτησίας της, το οποίο βρίσκεται στην οδός Κασταλίας 20 στην Λευκωσία επί του Δήμου Αγλαντζιάς, μέχρι την αποπεράτωση και τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Είναι η θέση των εναγόντων σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της αίτησης ότι έχουν καλές βάσεις αγωγής και ισχυρές πιθανότητες επιτυχίας της απαίτησης τους. Περαιτέρω με αναφορά στην κακή οικονομική κατάσταση της εναγομένης, θεωρούν ότι σε περίπτωση που το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδοθεί θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Έγινε στην ένορκη δήλωση της αίτησης αναφορά σε διευθετήσεις μεγάλων απαιτήσεων εναντίον της εναγομένης από την Άλφα Τράπεζα Κύπρου Λτδ και την Τράπεζα Κύπρου (Δημόσια) Εταιρεία Λτδ, στις οποίες η εναγόμενη έχει ήδη μεταβιβάσει περιουσιακά της στοιχεία μεγάλης αξίας, προς αναδιάρθρωση των οφειλών της. Αναφορά έγινε και σε περαιτέρω επιβαρύνσεις της εναγομένης με υποθήκες προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ αλλά και της Εθνικής Τράπεζας (Κύπρου) Λτδ που ανέρχονται στο ποσόν των €3.600.
  3. Η εναγομένη καταχώρησε ένσταση στην έκδοση του υπό κρίση συντηρητικού διατάγματος. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι επιτακτικές προϋποθέσεις που καθορίζει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την έκδοση απαγορευτικών ενδιάμεσων διαταγμάτων. Ειδικότερα δεν αποκαλύπτεται και δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε επαρκής μαρτυρία ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, υπάρχει πιθανότητα αδυναμίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Περαιτέρω, οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει την ύπαρξη ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος ούτε και καταδείχθηκε πραγματικός και/ή άμεσος κίνδυνος αποξένωσης του επίδικου ακινήτου. Αναφέρεται επιπλέον στους λόγους ένστασης ότι οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και εσκεμμένα παρέλειψαν να προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των γεγονότων και εγγράφων και/ή εσκεμμένα απέκρυψαν ουσιαστικά γεγονότα. Ως τέτοιο γεγονός, αναφέρεται η αίτηση εκκαθάρισης της εναγομένης εταιρείας υπ. αρ. 420/2019, που καταχώρησε η αιτήτρια 2 και την οποία δεν έχει αποκαλύψει στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με την εναγομένη, δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου δεν μπορεί να γίνει αποξένωση των περιουσιακών της στοιχείων χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης εκκαθάρισης έχει καταχωρηθεί και αίτηση για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων εναντίον της εναγόμενης όπως επίσης και αίτηση για διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή, η εκδίκαση των οποίων εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γεγονός αυτό όχι μόνον δεν έχει αποκαλυφθεί από τους ενάγοντες αλλά κατά την εναγομένη, αποτελεί επιπλέον και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η αιτητές δεν αποκάλυψαν ότι το επίδικο ακίνητο, αποτελεί οικία την οποία χρησιμοποιεί η ενάγουσα 2 για τις διακοπές της στην Κύπρο, χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε αντίτιμο προς την εναγομένη, παράνομα και χωρίς την έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου. Οι αιτητές δεν αποκάλυψαν επίσης ότι στα πλαίσια διαπραγμάτευσης για τον διαμοιρασμό των εναπομεινάντων περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης εταιρείας, η αιτήτρια 2 ζητά επιτακτικά να λάβει το συγκεκριμένο ακίνητο. Είναι η θέση της εναγομένης ότι η παρούσα αίτηση όπως και η αγωγή έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά και για αλλότριους σκοπούς όπως μεταξύ άλλων, την άσκηση αθέμιτης πίεσης για την αποδοχή της απαίτησης της αιτήτριας 2 να λάβει το επίδικο ακίνητο. Εξ' ου και το αιτητικό της παρούσας, το οποίο περιορίζεται μόνο στο συγκεκριμένο ακίνητο. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι η αίτηση για συντηρητικό διάταγμα έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση από τους ενάγοντες, γεγονός που δεικνύει αφενός τη μη αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος εφόσον δεν υπάρχει οποιοσδήποτε πραγματικός ή άμεσος κίνδυνος αποξένωσης του και αφετέρου την κακοπιστία στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της XXXXX Μαυρονικόλα Παρασκευαΐδου, Διοικητικής Συμβούλου και εκ των μετόχων της εναγόμενης, στην οποία επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρεται επίσης ότι όχι μόνο η εναγομένη δεν οφείλει οτιδήποτε στους ενάγοντες, αλλά είναι ο πατέρας της Γ. Παρασκευαΐδης, που έδωσε τεράστια οικονομική βοήθεια προς όφελος του ομίλου εταιρειών Α&Ρ (Andreou & Paraskevaides) και στους δύο ενάγοντες προσωπικά. Παρουσίασε μάλιστα και σχετικούς λογαριασμούς όπου καταδεικνύεται κατά την άποψη της ότι στις 30.6.2002 το υπόλοιπο των εν λόγω δανείων στους ενάγοντες και τις εταιρείες τους, ανερχόταν σε £13.326.000,
  4. Αναφέρεται επίσης στην ένορκη δήλωση ότι οι επιταγές που είχαν δοθεί από τους ενάγοντες και την εταιρεία τους A&P προς την εναγόμενη εταιρεία, δεν ήταν δάνειο όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αλλά επιστροφές για τις οφειλές που είχαν οι ενάγοντες προς τον Γ. Παρασκευαΐδη. Γίνεται στην συνέχεια, εκτενής αναφορά στις οικονομικές σχέσεις των διαδίκων όπου η ομνύουσα αρνείται την ύπαρξη οποιουδήποτε χρέους της εναγομένης προς τους ενάγοντες. Αρνείται επίσης τους ισχυρισμούς της αίτησης για αφερεγγυότητα της εναγομένης εταιρείας. Γίνεται αναφορά σε επιτυχή αναδιάρθρωση των δανείων της εναγομένης τόσο με την Alpha Bank όσο και με την Τράπεζα Κύπρου αλλά και σε προσπάθεια αναδιάρθρωσης των δανείων με την Ελληνική Τράπεζα. Η ομνύουσα αναφέρει στην συνέχεια ότι η εναγομένη έχει ένα μεγάλο αριθμό θυγατρικών εταιρειών, οι οποίες επίσης έχουν περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας, κάτι που δεν αναφέρουν οι ενάγοντες παρότι η ενάγουσα 2 είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης και θα μπορούσε με ευκολία να προσφέρει τις εν λόγω πληροφορίες στο Δικαστήριο. Γίνεται ενδεικτικά αναφορά στην θυγατρική εταιρεία Para Building Development Limited η οποία κατέχει κατά την ομνύουσα, ακίνητη ιδιοκτησία αξίας ύψους €2.146.
  5. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι κατέθεσαν με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, επεξηγώντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους και απαντώντας στην γραπτή επιχειρηματολογία της άλλης πλευράς. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο στάδιο αυτό στις θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη μνεία δυνατόν να γίνει αν χρειάζεται, στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 και στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60). Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του άρθρου 5 του Κεφ. 6, αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας εναγομένου προς το σκοπό εκτέλεσης απόφασης, την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και έτσι έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Το ίδιο συμβαίνει και με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, του οποίου οι πρόνοιες έχουν ευρύτερη εφαρμογή στην έκδοση συντηρητικού διατάγματος, σε σχέση με το άρθρο 5 του Κεφ.
  6. Ο πρώην Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κωνσταντινίδης σε μελέτη του που δημοσιεύτηκε στο COPRUS DE JURE CUPR. II Τεύχος 1, σελ.179, αναφέρει τα ακόλουθα στην σελ. 202 σε σχέση με την αλληλοεπίδραση των δύο άρθρων: « Το άρθρο 5 είναι ειδική πρόνοια που ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης, με παρεμπίπτον διάταγμα, της πώλησης ή αποξένωσης της περιουσίας του Εναγομένου, εφ' όσον η απαίτηση του Ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Το άρθρο 5, αφού με την πρώτη παράγραφο του προσδιορίζει την έκταση της εξουσίας και τον σκοπό που είναι ταγμένη να εξυπηρετήσει, θέτει τις δικές του προϋποθέσεις αναφορικά με την άσκηση αυτής της εξουσίας. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα έτσι που να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν καλύπτει και τις περιπτώσεις που καλύπτει το άρθρο
  7. Επομένως δεν αποκλείεται η επιζήτηση διατάγματος που καλύπτεται από το Άρθρο 5 με βάση το Άρθρο 32 ή με βάση και τα δύο άρθρα ταυτόχρονα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, για να εκδοθεί το διάταγμα, είναι απαραίτητο να συνυπάρχουν οι ειδικές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5, σε όποιο βαθμό δεν συμπίπτουν με τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32.» Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει εξ' άλλου καθορίσει ότι στην εξέταση αιτήματος για έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, το οποίο στηρίζεται και στο άρθρο 5 του Κεφ.6, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα ειδικά κριτήρια που καθορίζει το άρθρο 5 (βλ. μεταξύ άλλων Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδη

(1992)1 Α.Α.Δ 54). Οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 5 του Κεφ. 6 είναι οι εξής: · Καλή βάση αγωγής · Με την αποξένωση της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου, πιθανόν ο ενάγοντας να παρεμποδιστεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του. Αναφορικά με την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 αναφέρονται οι πιο κάτω τρεις βασικές προϋποθέσεις: · Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. · Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην απόδειξη της έννοιας της καλής βάσης αγωγής του άρθρου 5 του Κεφ. 6 και του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, απαιτείται από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας του άρθρου 32, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Από την άλλη, έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης, εκείνου του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, προκειμένου να αποφασιστεί στον απαιτούμενο βαθμό, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Κωνσταντίνος Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α., Πολ. Έφεση, Ε143/2015, ημ. 23/3/2017 & Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Στην εξέταση της 2ης προϋπόθεσης του άρθρου 5 του Κεφ. 6, έχει νομολογηθεί ότι δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί πρόθεση αποξένωσης της περιουσίας. Εκείνο που λαμβάνεται υπόψη, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί (βλ. Larticon co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ 1121 και C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία Λεωνίκ Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ 785. Στην υπόθεση Τσιολάκκης κ.α ν. Στυλιανίδης
(1992)1 Α.Α.Δ 782, 785, λέχθηκε ότι εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Θα πρέπει δηλαδή να αποδειχθεί κίνδυνος μη ικανοποίησης της απόφασης αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία του εναγομένου και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί πραγματική προσπάθεια αποξένωσης (βλ. επίσης Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α
(2006)1 Α.Α.Δ 281 και Rapp v. Sinder κα Πολ. Έφεση Ε191/14 ημ. 20.3.2020). Η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται γενικά σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179, 202). Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, εξετάζεται και τυχόν καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας από τον ενάγοντα και αν αυτή επηρέασε την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων υπέρ του εναγομένου. Όπως έχει νομολογηθεί, η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατόν να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος (βλ. μεταξύ άλλων Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 788). Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Αναφορικά με την απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, έχει νομολογηθεί ότι σε μονομερή αίτηση, επιβάλλεται στον αιτητή να αποκαλύψει, όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως. Ως εκ τούτου, ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε ουσιαστικά γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και τα οποία δυνατόν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Όπως τονίζεται τόσον στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου ο διάδικος καταχωρεί μονομερή αίτηση και αιτείται στην απουσία του αντιδίκου του, κάποια θεραπεία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όχι μόνον όλων των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης αλλά να αναφερθεί και σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής ενδεχομένως να έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά. Έτσι όπου ο αιτητής εξασφαλίσει όφελος από την απόκρυψη γεγονότων στην μονομερή του αίτηση, το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο θα ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει μονομερώς, σε μια προσπάθεια να του στερήσει αυτό το όφελος. Αυτό γιατί παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως εξαπάτηση του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα γεγονότα όμως, πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση (βλ. μεταξύ άλλων, Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. κ.α
(1992)1A Α.Α.Δ 360). Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από πρόθεση εξαπάτησης. Ότι ανατρέπει την βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 και Ahmet Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ 606). Τελικά, το Δικαστήριο σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη μη αποκάλυψης ουσιαστικών γεγονότων που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος, να διατάξει την συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα υπό όρους. Συμπεράσματα Το πρώτο ζήτημα που θα με απασχολήσει, είναι η θέση της εναγομένης για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων από τους ενάγοντες στην ένορκη δήλωση της αίτησης. Ο συνήγορος για την εναγομένη στην γραπτή αγόρευση του, υπέβαλε πως ανεξάρτητα του ότι η υπό εξέταση αίτηση έγινε δια κλήσεως, εντούτοις ως εκ της φύσεως των θεραπειών που αξιώνονται, η συμπεριφορά των εναγόντων έχει τον δικό της ρόλο και σημασία αφού ένας αιτητής που είναι ένοχος παραπλανητικής και καταχρηστικής συμπεριφοράς όχι μόνο έναντι του καθ' ου η αίτηση αλλά και έναντι του Δικαστηρίου δεν έχει δικαίωμα να αξιώνει θεραπεία που πηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας. Από την άλλη, ο συνήγορος των εναγόντων στην δική του αγόρευση ισχυρίστηκε ότι δεν εφαρμόζονται στην παρούσα οι αρχές της μη αποκάλυψης αφού η αίτηση προωθήθηκε από την αρχή διά κλήσεως και η εναγομένη είχε τη δυνατότητα και την ευκαιρία να παραθέσει η ίδια τα γεγονότα, τα οποία θεωρεί σχετικά με την παρούσα. Η πιο πάνω θέση του συνηγόρου για τους ενάγοντες είναι ορθή. Είναι σαφές από τις προαναφερθείσες αρχές ότι η απαίτηση της νομολογίας για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, αφορά αποκλειστικά και μόνον, τις μονομερείς αιτήσεις. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχουμε μονομερή αίτηση ούτως ώστε να δικαιολογείται ισχυρισμός για προσπάθεια εξαπάτησης του Δικαστηρίου, προκειμένου να εκδώσει συντηρητικό διάταγμα. Εξ' άλλου, η ίδια η φύση του καθήκοντος μη αποκάλυψης, αναφέρεται σε αποφυγή παραπλάνησης του Δικαστηρίου όταν απουσιάζει ο αντίδικος του αιτητή. Στις αιτήσεις δια κλήσεως όπου η εμφάνιση του αντιδίκου είναι δεδομένη δεν τίθεται θέμα απόκρυψης και εξαπάτησης του Δικαστηρίου, στην απουσία της άλλης πλευράς. Σχετική με το θέμα είναι η απόφαση Εθνική Τράπεζα ν. Κυριακίδης
(2011)1 Α.Α.Δ 816, στην οποία λέχθηκε ότι είναι στις μονομερείς διαδικασίες που εφαρμόζονται σε όλη τους την έκταση, οι νομολογιακές αρχές για πλήρη αποκάλυψη. Στην πιο πάνω υπόθεση, ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκονταν και οι δύο διάδικοι που είχαν δικαίωμα να αμφισβητήσουν κάθε στοιχείο που τέθηκε ενώπιον τους με αποτέλεσμα να μην τίθεται κατά το Εφετείο, ζήτημα παραπλάνησης (βλ. επίσης Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ 1895). Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην παρούσα αίτηση. Το γεγονός ότι η αίτηση καταχωρήθηκε όχι μονομερώς αλλά δια κλήσεως, έχει ως αποτέλεσμα να μην τυγχάνουν εφαρμογής, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη. Δεν έχουμε δηλαδή στην παρούσα περίπτωση, εξέταση μονομερούς αίτησης ούτως ώστε να δικαιολογείται ισχυρισμός για παραπλάνηση του Δικαστηρίου, σε μονομερή έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν ευσταθεί η θέση της εναγομένης ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς να εξεταστούν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος ενδιάμεσης θεραπείας, λόγω απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων από τους ενάγοντες. Τούτου λεχθέντος θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος δυνάμει του άρθρου 5 του Κεφ. 6 και του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  1. . Αφού μελέτησα όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις αλλά και τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  2. Υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Οι ενάγοντες προσκόμισαν επί του προκειμένου στην ένορκη δήλωση της αίτησης, μαρτυρικό υλικό για τους ισχυρισμούς τους ως προς την παροχή δανείου στην εναγομένη με την έκδοση και εξαργύρωση στο όνομα της εναγομένης, συγκεκριμένων επιταγών για το αιτούμενο με την παρούσα αγωγή ποσόν. Γίνεται επίσης εκτεταμένη αναφορά στους λόγους σύναψης του δανείου αλλά και σε κατ' ισχυρισμό συμφωνία, αναφορικά με τον τρόπο εξόφλησης του. Για τους ιδίους λόγους έχει αποδειχθεί η 1η προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6 για ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Πρέπει εδώ να σημειώσω ότι η πιο πάνω διαπίστωση μου για ικανοποίηση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και της 1ης προϋπόθεσης του άρθρου 5 του Κεφ. 6, σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν την τελική θέση του Δικαστηρίου ως προς την ουσία της αγωγής. Επιπλέον, το γεγονός ότι κρίθηκε σε προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες ότι η εναγομένη κατέδειξε συζητήσιμη υπεράσπιση δεν σημαίνει από μόνο του ότι δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής και πιθανότητα επιτυχίας της. Επαναλαμβάνω την προαναφερθείσα νομολογιακή αρχή ότι στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ευρήματα ως προς τις ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης. Το κατά πόσον η ενάγουσα δικαιούται στα αιτούμενα με την αγωγή ποσά ή κατά πόσον ευσταθούν επί της ουσίας οι υπερασπίσεις που προβάλει η εναγομένη θα κριθεί στο τέλος της αγωγής και μετά που το Δικαστήριο θα ακούσει και αξιολογήσει μαρτυρία και από τις δύο πλευρές και προβεί σε σχετικά ευρήματα. Για σκοπούς όμως της εξέτασης και έκδοσης παρεμπίπτοντος προσωρινού διατάγματος, κρίνω για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω ότι έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό, τα στοιχεία της καλής βάσης αγωγής, του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και της ορατής πιθανότητας επιτυχίας των εναγόντων. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι όχι μόνον έχουν αποδειχθεί τα δύο πρώτα κριτήρια του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 αλλά οι ενάγοντες απέδειξαν ταυτόχρονα και την 1η προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6 για τεκμηρίωση καλής βάσης αγωγής. Απομένει η εξέταση της 2ης προϋπόθεσης του άρθρου 5 ως προς τον κίνδυνο παρεμπόδισης εκτέλεσης τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί και του 3ου κριτηρίου του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, ως προς την αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι ενάγοντες υποστήριξαν επί του προκειμένου ότι η οικονομική κατάσταση της εναγομένης είναι τέτοια, που κινδυνεύουν, σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ τους, αυτή να παραμείνει ανικανοποίητη. Προς τούτο, παρέπεμψαν στο γεγονός ότι για διευθέτηση των μεγάλων απαιτήσεων της Alpha Bank και της Τράπεζας Κύπρου, η εναγόμενη έχει ήδη μεταβιβάσει περιουσιακά της στοιχεία μεγάλης αξίας, στα πλαίσια αναδιάρθρωσης των οφειλών της. Γίνεται επίσης αναφορά στην ένορκη δήλωση της αίτησης, σε μεγάλα δάνεια προς την Ελληνική Τράπεζα για τα οποία υποθηκεύτηκε περιουσία της εναγομένης ύψους €3.600.
  3. Η εναγομένη δεν αρνείται το γεγονός της αναδιάρθρωσης των οφειλών της στις τράπεζες Άλφα και Κύπρου. Στην γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της, δέχεται ότι η εναγόμενη έχει προβεί από τα έτη 2018-2019, σε αναδιάρθρωση των δανείων της, τόσο με την Alpha Bank, όσο και με την Τράπεζα Κύπρου. Υποστηρίζει επί του προκειμένου ότι οι όποιες οφειλές της εναγόμενης αλλά και των υπολοίπων εταιρειών του ομίλου Παρασκευαΐδη προς την Τράπεζα Κύπρου, έχουν διευθετηθεί πλήρως κατόπιν σχετικής αναδιάρθρωσης των δανείων τους με αποτέλεσμα να έχει επιτευχθεί και η διαγραφή ποσού περί των €37.000.000 που αφορούσε χρέος της εναγόμενης εταιρείας και του ομίλου εταιρειών Παρασκευαΐδη προς το εν λόγω τραπεζικό ίδρυμα. Αναφορικά με τα δάνεια στην Ελληνική Τράπεζα, η θέση της εναγομένης είναι, χωρίς να αρνείται την ύπαρξη τους, ότι έχουν γίνει στο παρελθόν προσπάθειες αναδιάρθρωσης, οι οποίες προσέκρουσαν στην αρνητική στάση της ενάγουσας
  4. Υποστηρίζεται επίσης στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της εναγομένης πως βρίσκεται σε εξέλιξη προσπάθεια να διαμορφωθεί σχετική συμφωνία αναδιάρθρωσης με την Ελληνική Τράπεζα, η οποία θα τεθεί ενώπιον του Δ.Σ για έγκριση ή εισηγήσεις διαφοροποίησης. Η θέση της εναγομένης είναι ότι ενόψει των πιο πάνω, δεν έχει αποδειχθεί η αφερεγγυότητα της, όπως υποστηρίζουν οι ενάγοντες. Ο συνήγορος της, ισχυρίζεται μάλιστα στην γραπτή αγόρευση του ότι οι εν λόγω προσπάθειες αναδιάρθρωσης, καταδεικνύουν ότι η εναγομένη μπορεί να εξοφλήσει τα χρέη της. Με όλο το σέβας προς τον συνήγορο δεν συμφωνώ με αυτή την άποψη. Η ύπαρξη τόσων μεγάλων υποχρεώσεων προς πιστωτικά ιδρύματα και η ανάγκη για αναδιάρθρωση τους, γεγονός που σημαίνει ότι δεν εξυπηρετούνταν τα δάνεια, καταδεικνύει από μόνη της, οικονομικές δυσκολίες στην εναγομένη. Ανεξαρτήτως τούτου, οι ενάγοντες επισύναψαν στην ένορκη δήλωση της αίτησης, τις οικονομικές καταστάσεις της εναγομένης για το 2012, σημειώνοντας ότι είναι οι τελευταίες που έχουν καταχωρηθεί στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών. Στις εν λόγω καταστάσεις, καταδεικνύεται η πολύ κακή οικονομική κατάσταση της εναγομένης εταιρείας. Ειδικότερα, φαίνεται κατά το οικονομικό έτος που έληξε στις 31.12.2012 να έχει συσσωρευμένες ζημιές ύψους €6.544.768, ενώ οφείλει στους μετόχους της ποσό που ανέρχεται σε €39.726.
  5. Αναφέρεται ενδεικτικά στην ένορκη δήλωση της αίτησης, η διαπίστωση του ελεγκτή της εναγομένης ότι υπάρχει ουσιαστική αβεβαιότητα ως προς την ικανότητα της να συνεχίσει ως δρώσα οικονομική μονάδα. Ο συνήγορος της εναγομένης, απαντώντας σε αυτούς τους ισχυρισμούς, ανέφερε στην αγόρευση του ότι η εναγομένη μέσω των θυγατρικών της, έχει ακίνητη περιουσία που μπορεί να καλύψει οποιαδήποτε απαίτηση των εναγόντων αν και εφόσον αυτή αποδειχθεί. Πέραν όμως του ότι οι θυγατρικές δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αγωγή δεν έχουν δοθεί περαιτέρω στοιχεία από την εναγομένη ως προς την γενικότερη οικονομική τους κατάσταση ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αξιολογήσει το στοιχείο αυτό. Εν πάση περιπτώσει, γεγονός παραμένει ότι από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει αβίαστα ότι η οικονομική κατάσταση της εναγομένης δεν είναι καθόλου καλή. Πέραν των τεράστιων δανειακών υποχρεώσεων προς τραπεζικά ιδρύματα και την ανάγκη αναδιάρθρωσης τους, καταδεικνύεται από τους ιδίου τους ελεγκτές της, ουσιαστική αβεβαιότητα ως προς την ικανότητα της να συνεχίσει ως δρώσα οικονομική μονάδα. Η διαπίστωση αυτή σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο είναι ελεύθερο παντός βάρους και έτσι μπορεί με ευκολία να αποξενωθεί, οδηγεί στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να μην μπορούν οι ενάγοντες να ικανοποιήσουν, τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ τους. Ο συνήγορος της εναγομένης εισηγήθηκε βέβαια ότι δεν έχει αποδειχθεί από τους ενάγοντες οιοσδήποτε κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας ούτε και υπάρχει τέτοια πρόθεση αποξένωσης. Υπενθυμίζεται όμως ότι σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, αρκεί να αποδειχθεί κίνδυνος μη ικανοποίησης της απόφασης αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία του εναγομένου και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί, πραγματική προσπάθεια αποξένωσης. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Για τους ιδίους λόγους, έχει αποδειχθεί και η 2η προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6 ότι σε περίπτωση αποξένωσης της υπό κρίση ακίνητης περιουσίας, πιθανόν οι ενάγοντες να παρεμποδιστούν να ικανοποιήσουν, τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ τους. Επιπλέον, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ των εναγόντων. Είναι σαφές για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω ότι η ταλαιπωρία που θα υποστούν οι ενάγοντες από την απόρριψη της αίτησης, είναι πολύ μεγαλύτερη από την ταλαιπωρία που θα υποστεί η εναγομένη από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Για τους ιδίους λόγους, κρίνω ότι είναι λογικό και δίκαιο όπως εκδώσω το αιτούμενο παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα. Τελική κατάληξη Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει όλες τις προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και του άρθρου 5 του Κεφ.
  6. Εκδίδω ως εκ τούτου, το πιο κάτω διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης: Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη δια των αντιπροσώπων ή/και αξιωματούχων ή/και υπαλλήλων ή/και εντολοδόχων ή/και υπηρετών αυτής από του να πωλήσουν ή/και διαθέσουν ή/και μεταβιβάσουν ή/και δωρίσουν ή/και επιβαρύνουν ή/και αποξενώσουν με οιονδήποτε τρόπο το πιο κάτω ακίνητο μέχρι την αποπεράτωση και/ή τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή/και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου: Ακίνητο εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Εναγόμενης με αριθμό εγγραφής 2/XXXXX Τμήμα 2, Φύλλο/Σχέδιο 21/55W2, Τεμάχιο XXXXX, μερίδιο όλον, το οποίο βρίσκεται στη Λευκωσία, Δήμος Αγλαντζιάς, Σπήλιος Του Καλόγηρου, οδός XXXXX
  7. Η εναγομένη να επιβαρυνθεί επίσης με τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.