← Κύπρος

Χριστοδούλου ν. Ασφαλιστική Εταιρεία «Η Κεντρική» Λτδ, Αρ. Αγωγής: 7882/13, 31/5/2022

Χριστοδούλου ν. Ασφαλιστική Εταιρεία «Η Κεντρική» Λτδ, Αρ. Αγωγής: 7882/13, 31/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A203 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7882/13 Μεταξύ: XXXXX Χριστοδούλου Ενάγοντας - και - Ασφαλιστική Εταιρεία «Η Κεντρική» Λτδ (ΗΕ 19119) Εναγόμενη ---------------------------------- Ημερομηνία: 31 Μαΐου, 2022 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κα Π. Σάββα Για εναγόμενη: κ. Α. Κλεάνθους Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις συνεπεία ατυχήματος. Μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας αυτές συμφωνήθηκαν.[1] Παρέμεινε το θέμα της ευθύνης. Ο ενάγοντας οδηγούσε μοτοσυκλέτα σε λεωφόρο. Στα αριστερά ως η πορεία του υπάρχει πάροδος. Συγκρούστηκε στο όχημα του ΜΥ1 (ασφαλισμένο στην εναγόμενη), όταν ο ΜΥ1 εξερχόταν από την πάροδο με στροφή δεξιά. 72 μέτρα πριν την πάροδο (ως η πορεία του ενάγοντα) υπάρχει κύρτωμα, ακολουθεί στροφή με αριστερή κλίση και, όταν ο δρόμος γίνεται ευθεία, υπάρχει διάβαση πεζών. Ακολουθεί η πάροδος. Στη μέση υπάρχει συνεχής άσπρη γραμμή. Σε κάποιο σημείο, πριν τη σύγκρουση, ο ενάγοντας προσπέρασε προπορευόμενο λεωφορείο. Κύρια διαφορά μεταξύ των εκδοχών που προβλήθηκαν είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ενάγοντας προσπέρασε το λεωφορείο. Είναι δικογραφημένη θέση του ενάγοντα ότι προσπέρασε σε «μεγάλη απόσταση» από το σημείο σύγκρουσης, ότι το προσπέρασμα δεν σχετίζεται με το ατύχημα και ότι οδηγούσε σύμφωνα με τις οδικές σημάνσεις. Η ευπαίδευτη συνήγορός του στην αγόρευσή της αναφέρει ότι: «[Ο ενάγοντας] παραδέχτηκε ότι παράνομα προσπέρασε το λεωφορείο που κινείτο μπροστά του. Παραδέχτηκε ότι κατά τον χρόνο που προσπερνούσε το λεωφορείο, υπερέβη το όριο ταχύτητας. Τα εν λόγω λάθη όμως έγιναν σε χρόνο άσχετο με τον κρίσιμο για τα επίδικα θέματα χρόνο. Αμέσως πριν μεν, αλλά και πάλι, τα λάθη του ενάγοντα ουδεμία σχέση έχουν με την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος». Είναι δικογραφημένη θέση της εναγόμενης ότι ο ενάγοντας προσπέρασε παράνομα και επικίνδυνα, αδιαφορώντας για τους υπόλοιπους χρήστες του δρόμου. Προς απόδειξη της απαίτησης κατέθεσαν ο ενάγοντας και ο Αστ. XXXXX (ΜΕ2). Για την εναγόμενη κατέθεσαν ο οδηγός του οχήματος (ΜΥ1) και ο οδηγός του λεωφορείου (ΜΥ2). Η μαρτυρία τους μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: O ενάγοντας υιοθέτησε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α). Οδηγούσε μοτοσυκλέτα στη λεωφόρο. Μπροστά του κινείτο λεωφορείο και -λόγω του μεγέθους του- δεν είχε ορατότητα πίσω απ' αυτό. 90 μέτρα περίπου πριν την πάροδο, το λεωφορείο ετοιμαζόταν να περάσει πάνω από το κύρτωμα. Τότε ο ενάγοντας εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα για να το προσπεράσει. Επανήλθε στη λωρίδα του 70 μέτρα περίπου πριν την πάροδο. Δύο με τρία μέτρα περίπου πριν την πάροδο αντιλήφθηκε το όχημα του ΜΥ1 να εισέρχεται στη λεωφόρο με στροφή δεξιά. Κινήθηκε αριστερά (ο ενάγοντας) για να αποφύγει τη σύγκρουση. Η μοτοσυκλέτα έπεσε στο έδαφος και κτύπησε στο όχημα (δεν θυμάται σε ποιο σημείο). Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι προσπέρασε σε σημείο με συνεχή άσπρη γραμμή: «Επάτησα την ώρα που ήταν να προσπεράσω και όταν ήρτα στη λωρίδα μου ελάττωσα». Η συνεχής άσπρη γραμμή, το κύρτωμα και η διάβαση επιβάλλουν στους οδηγούς να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί. Ο ΜΕ2 είναι ο εξεταστής. Ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 20). Ο δρόμος κοντά στο κύρτωμα και τη στροφή είναι «πολύ στενός». Γι' αυτό οι οδηγοί οφείλουν να κινούνται με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Το προσπέρασμα, λόγω της συνεχούς άσπρης γραμμής και της διάβασης πεζών, απαγορεύεται. Ο ενάγοντας προσπέρασε λεωφορείο μήκους 12.20 μέτρων. Το όχημα, με βάση την τελική του θέση (σημείο Α), κάλυψε 6-7 μέτρα εντός της λεωφόρου πριν τη σύγκρουση. Η μοτοσυκλέτα κτύπησε στο δεξιό πλαϊνό πίσω μέρος του οχήματος. Το σημείο σύγκρουσης (σημείο Χ) είναι 1.10 μέτρα από τη διαχωριστική γραμμή εντός της λωρίδας του ενάγοντα. 55 εκατοστά πριν το σημείο σύγκρουσης εντοπίστηκε γδάρσιμο μήκους 15 εκ. (σημείο Β2) το οποίο προκλήθηκε από τη μοτοσυκλέτα. Δεν γνωρίζει αν προκλήθηκε πριν ή μετά τη σύγκρουση. Δεν γνωρίζει, όταν το όχημα ήταν στο αλτ, σε ποιο σημείο ήταν η μοτοσυκλέτα: «.δεν μπορώ να ξέρω σε ποιο ακριβώς σημείο ήταν η μοτοσυκλέτα. Δεν μπορώ να το μετρήσω σε σχέση με τις διαστάσεις, δεν μπορώ να προσδιορίσω σε σχέση με το γδάρσιμο των 15 εκατοστών. Για την ταχύτητα, για την απόσταση δεν μπορώ να πω κάτι». Τοποθέτησε στο σχέδιο την πορεία του ενάγοντα (σημείο Β1) χωρίς να μετρήσει την απόσταση: «Εξηγώ ότι το Β1 τοποθετήθηκε από εμένα χωρίς μέτρηση απλά για να δείξω την πορεία της μοτοσυκλέτας. Θα μπορούσε να μπει πιο μπροστά ή πιο πίσω». Ο ΜΥ1 υιοθέτησε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β). Σταμάτησε στο αλτ της παρόδου. Έλεγξε το δρόμο. Στα δεξιά του κινείτο μόνο το λεωφορείο με πολύ χαμηλή ταχύτητα σε απόσταση 50-60 μέτρων. Εισήλθε στη λεωφόρο με στροφή δεξιά, κοιτάζοντας δεξιά. Ενώ κινείτο και το μπροστινό μέρος του οχήματος μπήκε σχεδόν στη λωρίδα του, είδε ξαφνικά σε απόσταση δύο μέτρων μια μοτοσυκλέτα να σέρνεται στο έδαφος στη μέση περίπου του δρόμου, στην άκρη της δεξιάς λωρίδας (ως η πορεία του ΜΥ1). Ο οδηγός της ήταν ήδη στο έδαφος στην αριστερή λωρίδα (ως η πορεία του ΜΥ1) κοντά στην άκρη του δρόμου. Εφάρμοσε τα φρένα του οχήματός του και ακινητοποιήθηκε. Η μοτοσυκλέτα κτύπησε στην πίσω δεξιά πλευρά του οχήματος (πίσω δεξιά πόρτα και προφυλακτήρα). Τη στιγμή της σύγκρουσης σχεδόν ολόκληρο το όχημα ήταν στη αριστερή λωρίδα. Είχε ορατότητα μόνο μέχρι τη στροφή. Αν η μοτοσυκλέτα ήταν μπροστά από το λεωφορείο, «βεβαίως» θα την έβλεπε. Ο ΜΥ2 σταμάτησε σε στάση λεωφορείου μετά το κύρτωμα, περίπου 30 μέτρα, κοντά στη διάβαση πεζών. Το όχημα του ΜΥ1 βγήκε από την πάροδο «αργά και κανονικά». Τότε ο ενάγοντας άρχισε να προσπερνά το λεωφορείο από τα δεξιά με «φόρα» και «βούρος», με αποτέλεσμα να συγκρουστούν. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν γραπτώς και προφορικώς. Η συνήγορος του ενάγοντα υποστήριξε ότι μόνος υπεύθυνος για το ατύχημα είναι ο ΜΥ1. Ο συνήγορος της εναγόμενης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ΜΥ1 ήταν αμελής. Παρακολούθησα τους μάρτυρες έχοντας υπόψη τις σχετικές αρχές (Πατάτσου ν. Χιλμί κ.ά., Πολιτική Έφεση 300/11, ημερ. 31.5.17, Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.ά.

(2015)1 Α.Α.Δ. 2755). Η μαρτυρία συναρτάται με τα επίδικα θέματα και τις δικογραφημένες θέσεις (Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1924, Μοδέστου κ.ά. v. Δημητρίου κ.ά., Πολιτική Έφεση 339/13, ημερ. 26.7.21). Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας (Χριστοφόρου v. Γερμανού, Πολιτική Έφεση 247/13, ημερ. 7.4.20). Η μαρτυρία του ενάγοντα παρουσιάζει αδυναμίες. Πρώτο, δικογραφείται στην Απάντηση ότι οδηγούσε «εντός των πλαισίων που καθορίζει ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας και οι οδικές σημάνσεις». Αντεξεταζόμενος όμως παραδέχθηκε ότι προσπέρασε παραβιάζοντας συνεχή άσπρη γραμμή και πλησίον διάβασης πεζών (Καν. 58
(4)(α), ΚΔΠ 66/1984). Δεύτερο, δικογραφείται ότι «ο τόπος που έλαβε χώρα το πιο πάνω προσπέρασμα απέχει περί τα 70 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης» και ότι, αφού προσπέρασε, «αμέσως επανήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του περί τα 60 μέτρα πριν από το σημείο σύγκρουσης» (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Αντίθετα, στη μαρτυρία του ανέφερε ότι άρχισε να προσπερνά το λεωφορείο 90 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης και ότι επανήλθε στη λωρίδα του 70 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης. Οι διαφορές είναι εμφανείς (Παπά v. D. Stavrinos Constructions Ltd, Πολιτική Έφεση 217/08, ημερ. 21.2.17). Τρίτο, στη γραπτή δήλωση αναφέρει ότι «γνωρίζει πολύ καλά» ότι το κύρτωμα, από όπου άρχισε να προσπερνά, βρίσκεται περίπου 75 μέτρα πριν τη συμβολή. Αντίθετα, ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι βρίσκεται περίπου 90 μέτρα πριν τη συμβολή. Όταν του υποδείχθηκαν οι αντιφάσεις του, παρά την αρχική διαβεβαίωση ότι γνωρίζει πολύ καλά την απόσταση, απάντησε ότι δεν τη γνωρίζει. Ερωτηθείς ποια εκδοχή του να λάβει υπόψη το Δικαστήριο, απάντησε: «Ξέρω 'γω; Θα πω του Προέδρου τι θα κάμει;». Τέταρτο, στη γραπτή δήλωση αναφέρει ότι αντιλήφθηκε το όχημα «περί τα 2 με 3 μέτρα πριν τη συμβολή». Αντεξεταζόμενος, ερωτηθείς πότε αντιλήφθηκε το όχημα, ανέφερε: «Το αυτοκίνητο ήταν στα 5 μέτρα περίπου. 2, 3 μέτρα». Σε άλλο σημείο ρωτήθηκε: «Και είδετε τον σε μια απόσταση 3 μέτρα». Απάντησε: «Όχι, λίγο πιο πίσω. Ήταν περίπου 5 μέτρα». Όταν του υποδείχθηκαν οι παλινδρομήσεις στη μαρτυρία του, απάντησε: «Άμαν οδηγάς, τωρά πριν 10 χρόνια.εντάξει». Πέμπτο, αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε γιατί δεν χρησιμοποίησε τα φρένα του όταν είδε το όχημα. Απάντησε -κατ' επανάληψη- ότι δεν είχε περιθώριο να το πράξει. Όταν του υποδείχθηκε ότι αν οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα, ως ο ισχυρισμός του, θα μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει, ισχυρίστηκε -για πρώτη φορά- ότι ίσως να τα χρησιμοποίησε. Έκτο, στη γραπτή δήλωση αναφέρει ότι προσπέρασε το λεωφορείο με ταχύτητα 30 χλμ. και, αφού επανήλθε στη λωρίδα του, αύξησε την ταχύτητά του σε 40 χλμ. Αντίθετα, αντεξεταζόμενος ανέφερε: «Επάτησα την ώρα που ήταν να προσπεράσω και όταν ήρτα στη λωρίδα μου ελάττωσα». Έβδομο, στη γραπτή δήλωση αναφέρει ότι η μοτοσυκλέτα έπεσε στο έδαφος κάποια εκατοστά πριν τη σύγκρουση. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι η μοτοσυκλέτα δεν έπεσε στο έδαφος πριν τη σύγκρουση. Όταν του υποδείχθηκαν οι αντιφάσεις του, απάντησε: «Εντάξει, λαλώ του τι εγίνηκε». Όταν και πάλι του υποδείχθηκαν οι αντιφάσεις του, απάντησε: «Δεν ξέρω πώς το διαβάζεις εσύ. Είπα το με δικά μου λόγια. Εγώ ξέρω την ώρα που είδα το αυτοκίνητο μπροστά μου έκανα ελιγμό αριστερά να αποφύγω, έγειρε η μοτόρα, ναι έγειρα την εγώ, να αποφύγω τέλια το αυτοκίνητο και έγινε η σύγκρουση που εκτινάχθηκα». Οι αδυναμίες στη μαρτυρία του δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να βασιστεί σ' αυτή για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Ο ΜΕ2 μου έκανε καλή εντύπωση. Περιέγραψε το συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 20). Επεξήγησε λεπτομερώς τη διαμόρφωση του δρόμου και τις σημάνσεις. Το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στις μετρήσεις ως αυτές απεικονίζονται στα συμμετρικά σχέδια που ετοίμασε, με τις οποίες οι συνήγοροι δήλωσαν ότι συμφωνούν. Εκεί όπου το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του είναι στις αναφορές του ως προς τον τρόπο με τον οποίο έγινε το ατύχημα. Θέση του ήταν ότι ο ενάγοντας, μετά το προσπέρασμα, επανήλθε στη λωρίδα του «αρκετά μέτρα» πριν το σημείο σύγκρουσης και ότι «προφανώς ήταν στο δεξί μέρος της λωρίδας». Απέκλεισε το ενδεχόμενο να οδηγούσε στην αντίθετη λωρίδα πριν τη σύγκρουση. Ερωτηθείς σε ποια ευρήματα βασίζει τις θέσεις του, απάντησε: «.το σημείο σύγκρουσης είναι περίπου ένα μέτρο έτσι όπως το θωρώ προς τα μέσα από την κεντρική λωρίδα του δρόμου και το γδάρσιμο που υπάρχει πριν το σημείο σύγκρουσης είναι παράλληλα περίπου με την πορεία της μοτοσυκλέτας. Για εμένα είναι απίθανο να ήταν στη δεξιά λωρίδα, να έκανε κλίση να αποφύγει, να έμπαινε στην αριστερή και να έκανε σημάδι παράλληλα μέσα στην πορεία του, μέσα στη λωρίδα του. Το σημάδι θα ήταν διαγώνια, πολύ διαγώνια». Όμως, δεν γνωρίζει αν το γδάρσιμο προκλήθηκε πριν ή μετά τη σύγκρουση. Δεν γνωρίζει σε ποιο σημείο ήταν η μοτοσυκλέτα όταν το όχημα ήταν στο αλτ. Δεν γνωρίζει τις αποστάσεις μεταξύ τους σε κάθε χρονική στιγμή. Δεν γνωρίζει πόσα μέτρα διένυσε η μοτοσυκλέτα μέχρι να προσπεράσει το λεωφορείο. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στο «συμπέρασμά» του ως προς τον τρόπο με τον οποίο έγινε το ατύχημα. Ο ΜΥ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με πληρότητα. Παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του παρά την (επίμονη σε ορισμένα σημεία) αντεξέταση. Ουδεμία τάση παραποίησης γεγονότων ή καταφυγής στο ψέμα διαπιστώθηκε. Θεωρώ ότι ανέφερε με ειλικρίνεια αντεξεταζόμενος ότι τα δέντρα δεξιά και αριστερά της λεωφόρου δεν εμπόδιζαν την ορατότητά του. Το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του σχετικά με τα όσα έπραξε και είδε. Εκεί όπου το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του είναι στις εικασίες του («σενάρια» όπως τα χαρακτήρισε ο ίδιος) για τις ενέργειες του ενάγοντα πριν τη σύγκρουση. Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι στη γραπτή δήλωσή του αναφέρει ότι χρησιμοποίησε τα φρένα του «αμέσως μετά τη πτώση της μοτοσυκλέτας» ενώ αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πότε έγινε η πτώση. Δεν πρόκειται για ουσιώδη αντίφαση. Ήταν σταθερός στη θέση του ότι φρέναρε μόλις είδε για πρώτη φορά τη μοτοσυκλέτα να σέρνεται στο έδαφος: «Δεν γνωρίζω πότε ακριβώς έγινε η πτώση. Εγώ, όπως έχω πει και ξαναλέω, το μόνο που έχω δει ήταν τη μοτόρα να τρίφκεται στο έδαφος σε απόσταση δύο μέτρων από εμένα και αμέσως πάτησα στόπερ». Η διαπίστωση αυτή δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του, έχοντας υπόψη τη συνολική εικόνα του. Η μαρτυρία του ΜΥ2 παρουσιάζει αδυναμίες. Πρώτο, ανέφερε ότι ο ενάγοντας άρχισε να τον προσπερνά πριν πλησιάσει στη στάση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι άρχισε να τον προσπερνά όταν πέρασαν το κύρτωμα. Αντίθετα, σε άλλο σημείο της αντεξέτασης ανέφερε ότι άρχισε να τον προσπερνά αφού το λεωφορείο είχε ήδη σταματήσει στη στάση. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης ανέφερε: «Όχι, μετά μόλις πέρασα το κύρτωμα και ένεψα εγώ, ήταν να σταματήσω στη στάση εκείνη την ώρα, άρκεψε να με προσπερνά». Οι παλινδρομήσεις είναι εμφανείς. Δεύτερο, ερωτηθείς σε ποιο σημείο του δρόμου άρχισε να προσπερνά το λεωφορείο ο ενάγοντας, ανέφερε πριν να δείξει ότι θα σταματήσει στη στάση λεωφορείου. Αντίθετα, σε άλλο σημείο ανέφερε ότι όταν έδειχνε με το δείκτη του ο ενάγοντας τον ακολουθούσε. Τρίτο, ανέφερε ότι η μοτοσυκλέτα συγκρούστηκε στο μπροστινό μέρος του οχήματος, θέση στην οποία επέμενε. Η θέση αυτή είναι αντίθετη με την (κοινή) θέση του ΜΕ2 και του ΜΥ1 (η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί) ότι η μοτοσυκλέτα συγκρούστηκε στο πλαϊνό πίσω μέρος του οχήματος. Τέταρτο, αρχικά ανέφερε ότι είδε τη σύγκρουση. Ακολούθως ανέφερε ότι δεν είδε τη σύγκρουση και ότι απλώς είδε τη μοτοσυκλέτα στο έδαφος μετά τη σύγκρουση. Σε άλλο σημείο ανέφερε (ξανά) ότι είδε τη σύγκρουση. Ακολούθως ανέφερε: «Όχι τέλεια καθαρά-καθαρά. Απλώς είδα που κτυπήσαν, τίποτε άλλο». Όταν του υποδείχθηκαν οι αντιφάσεις του, απάντησε: «Είδα την, όσον τζαι είδα την». Οι αμφιταλαντεύσεις και οι αδυναμίες στη μαρτυρία του δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να βασιστεί σ' αυτή. Πριν την καταγραφή των ευρημάτων του Δικαστηρίου, σημειώνω τα ακόλουθα: Ο ΜΕ2, παρόλο που οι καταθέσεις καταστράφηκαν, ανέφερε: «Θυμούμαι ότι [ο ΜΥ2 στην κατάθεσή του] μου είχε πει για τους πισινούς τροχούς του λεωφορείου, όταν κατέβηκαν από το κύρτωμα, είχε προσπεράσει η μοτοσυκλέτα το λεωφορείο». Σε άλλο σημείο ανέφερε: «μου περιέγραψε ότι όταν οι πισινοί τροχοί κατέβηκαν από το κύρτωμα η μοτοσυκλέτα προσπέρασε και τούτο με οδήγησε να μετρήσω το μήκος του λεωφορείου». Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι του είχε πει: «μέχρι να κατέβουν οι πισινοί τροχοί του λεωφορείου η μοτόρα τον είχε προσπεράσει». Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι του είχε πει ότι όταν οι πισινοί τροχοί του λεωφορείου κατέβαιναν από το κύρτωμα, «είχε ήδη προσπεράσει». Ο ΜΕ2, ερωτηθείς τι εννοούσε ο ΜΥ2, απάντησε: «Πιθανόν να ήταν δεξιά μπροστά του [λεωφορείου] ή στο πλάι του». Σε άλλο σημείο ανέφερε: «Πιθανόν να ήταν και διαγώνια δεξιά του προς μπροστά του. Υποθέτω όταν μου είπε "μέχρι να κατέβουν οι πισινοί τροχοί" είχε ήδη προσπεράσει όταν ήταν οι πισινοί πάνω στο κύρτωμα, επειδή κινείτουν με πολύ χαμηλή ταχύτητα πάνω στο κύρτωμα. Πιθανόν να ήταν και δίπλα του». Στην επανεξέταση, ερωτηθείς εκ νέου από τη συνήγορο του ενάγοντα, απάντησε: «Ναι. Είπα ότι πιθανόν να ήταν διαγωνίως δεξιά μπροστά του είτε στο πλάι του. Δεν μπορώ να προσδιορίσω πού ακριβώς ήταν». Η βαρύτητα που θα δοθεί στην εξ ακοής μαρτυρία επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις (Haji κ.ά. v. Adonis Baths Mavrokolimbos Waterfalls Ltd κ.ά., Πολιτική Έφεση 192/14, ημερ. 10.5.22). Εδώ δεν μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο επακριβώς (επί λέξει). Ούτε είναι σαφές τι εννοούσε ο ΜΥ2. Ακόμη και ο ΜΕ2 απαντούσε με εικασίες περί τούτου. Περαιτέρω, η εξ ακοής μαρτυρία μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο κατ' απομόνωση από την υπόλοιπη κατάθεση του ΜΥ2. Ουδεμία αναφορά έγινε από τον ΜΕ2 στην υπόλοιπη κατάθεση του ΜΥ2 ώστε να γίνει αντιληπτό τι εννοούσε. Υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία. Η αστυνομική έκθεση (Τεκμήριο 2) δεν είναι βοηθητική. Αναφέρεται μόνο ότι ο ΜΥ1 «ανέκοψε την πορεία και συγκρούστηκε» με τη μοτοσυκλέτα του ενάγοντα. Δεν αναφέρονται οι συνθήκες του ατυχήματος, ούτε περιγράφονται οι ζημιές. Ο ΜΕ2 εξήγησε ότι «δεν ήταν ατύχημα που έπρεπε να εξεταστεί. Ήταν ατύχημα που απλώς καταχωρήθηκε στον αστυνομικό σταθμό. Πέραν των καταθέσεων και του σχεδιαγραφήματος, δεν έγιναν άλλες εξετάσεις». Το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο έγινε ένα ατύχημα (Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 307). Η συνήγορος του ενάγοντα εισηγήθηκε ότι το γδάρσιμο μήκους -μόλις- 15 εκατοστών (σημείο Β2) δείχνει την πορεία του ενάγοντα. Με κάθε σεβασμό, σύμφωνα με τον ΜΕ2, είναι άγνωστο κατά πόσον το γδάρσιμο έγινε πριν ή μετά τη σύγκρουση. Είναι άγνωστο επίσης αν προκλήθηκε πριν την πτώση της μοτοσυκλέτας ή μετά την πτώση της (με το «σώμα» της και με ποια πλευρά της). Ο ενάγοντας δεν ρωτήθηκε επί τούτου. Οι φωτογραφίες (Τεκμήριο 21) που κατέθεσε η πλευρά της εναγόμενης δεν υποδείχθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς. Επομένως θα αγνοηθούν. Από τις δικογραφημένες θέσεις, τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα και την αξιόπιστη μαρτυρία, αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι στις 14.7.12 ο ενάγοντας οδηγούσε μοτοσυκλέτα. Ο δρόμος έχει δύο λωρίδες με συνεχή άσπρη διαχωριστική γραμμή. Ως η πορεία του ενάγοντα, υπάρχει κύρτωμα και μετά στροφή (αριστερόστροφη). Στο σημείο κυρτώματος και της στροφής, ο δρόμος είναι πολύ στενός και οι οδηγοί πρέπει να οδηγούν με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Μετά τη στροφή ο δρόμος γίνεται ευθεία. 40-45 μέτρα μετά το κύρτωμα είναι η διάβαση πεζών. 72 μέτρα μετά το κύρτωμα υπάρχει πάροδος στα αριστερά ως η πορεία του ενάγοντα. Το όριο ταχύτητας είναι 50 χλμ. Κοντά στη διάβαση πεζών το όριο μειώνεται στα 30 χλμ. Μπροστά από τον ενάγοντα, κινείτο λεωφορείο μήκους 12.20 μέτρων. Ο ΜΥ1 οδηγούσε όχημα, ασφαλισμένο στην εναγόμενη. Σταμάτησε στο αλτ της παρόδου με πρόθεση να εισέλθει στη λεωφόρο. Έλεγξε την τροχαία κίνηση. Είχε ορατότητα μέχρι το σημείο που αρχίζει η στροφή. Είδε στα δεξιά του το λεωφορείο σε απόσταση 50-60 μέτρων να κινείται με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Για το λόγο αυτό εισήλθε στη λεωφόρο κοιτάζοντας δεξιά. Ενώ το όχημα κινείτο και το μπροστινό μέρος μπήκε στην αριστερή λωρίδα, είδε ξαφνικά σε απόσταση δύο μέτρων μια μοτοσυκλέτα -χωρίς τον οδηγό της- να σέρνεται στο έδαφος περίπου στη μέση του δρόμου, στην άκρη της δεξιάς λωρίδας (ως η πορεία του ΜΥ1). Ο οδηγός της ήταν ήδη στο έδαφος στην αριστερή λωρίδα (ως η πορεία του ΜΥ1) κοντά στην άκρη του δρόμου. Αμέσως εφάρμοσε τα φρένα και ακινητοποιήθηκε. Η μοτοσυκλέτα κτύπησε στην πίσω δεξιά πλευρά του οχήματος (πίσω δεξιά πόρτα και προφυλακτήρα). Το όχημα είχε καλύψει 6-7 μέτρα εντός της λεωφόρου (σημείο Α, Τεκμήριο 20) πριν τη σύγκρουση. Το σημείο σύγκρουσης (σημείο Χ) είναι 1.10 μέτρα από τη διαχωριστική γραμμή εντός της λωρίδας του ενάγοντα. 55 εκατοστά πριν το σημείο σύγκρουσης εντοπίστηκε γδάρσιμο στο δρόμο μήκους 15 εκ. (σημείο Β2) το οποίο προκλήθηκε από τη μοτοσυκλέτα είτε πριν είτε μετά τη σύγκρουση. Λόγω της σύγκρουσης το πίσω μέρος του οχήματός του μετακινήθηκε ελάχιστα λοξώς προς τα αριστερά. «Αμέσως πριν τη σύγκρουση» (ως αναφέρει η συνήγορος του ενάγοντα στην αγόρευσή της) ο ενάγοντας προσπέρασε από τα δεξιά το λεωφορείο. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του ενάγοντα να αποδείξει ότι ο ΜΥ1 ήταν αμελής στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αν δεν το αποδείξει, δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από εκείνη της άλλης πλευράς (Σοφοκλέους ν. Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665). Η αμέλεια, ως πραγματικό γεγονός, συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής, υπό το φως των συγκεκριμένων σε κάθε περίπτωση γεγονότων (Arabani κ.ά. v. Αριστείδου κ.ά., Πολιτική Έφεση 139/2014, ημερ. 18.4.22). Οι οδηγοί σε κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα. Κατά κανόνα αποδίδεται αποκλειστική ευθύνη στους οδηγούς που εισέρχονται σε κύριο δρόμο από πάροδο, οι οποίοι ανακόπτουν τη νόμιμη πορεία τους, εκτός αν συντρέχουν λόγοι για το αντίθετο (Χρίστου v. Χρίστου
(2015)1 Α.Α.Δ. 1527). Ο ΜΥ1, προτού εισέλθει στη λεωφόρο, έλαβε τις ενδεικνυόμενες προφυλάξεις. Σταμάτησε στο αλτ. Έλεγξε την τροχαία κίνηση. Μόνο το λεωφορείο κινείτο στο δρόμο. Αφού βεβαιώθηκε ότι αυτό κινείτο σε αρκετή απόσταση και με πολύ χαμηλή ταχύτητα, εισήλθε στη λεωφόρο. Το όχημα πριν τη σύγκρουση κάλυψε 6-7 μέτρα. Η συνήγορος του ενάγοντα υποστήριξε ότι ο ΜΥ1, όταν βρισκόταν στο αλτ, «μπορούσε να δει τον ενάγοντα και το δυστύχημα θα είχε αποφευχθεί αν ο ΜΥ1 είχε επιδείξει την πρέπουσα επιμέλεια». Η υποχρέωση ενός οδηγού να αντιληφθεί άλλα οχήματα κρίνεται υπό το φως των πραγματικών περιστατικών και των οδικών συνθηκών της κάθε περίπτωσης (Παύλου v. Παπακυπριανού
(2000)1 Α.Α.Δ. 974). Η ορατότητα του ΜΥ1 δεν ήταν απεριόριστη· μπορούσε να δει μόνο μέχρι τη στροφή. Είναι άγνωστο σε ποιο σημείο του δρόμου βρισκόταν ο ενάγοντας όταν ο ΜΥ1 ήταν στο αλτ. Ο ενάγοντας αρχικά κινείτο πίσω από το λεωφορείο. Ακολούθως προσπέρασε. Δεν υπάρχει (αξιόπιστη) μαρτυρία σε ποιο σημείο του δρόμου εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα για να προσπεράσει και σε ποιο σημείο επανήλθε -αν επανήλθε- στη λωρίδα του. Ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι ο ΜΥ1 είχε οποιαδήποτε προειδοποίηση ή ένδειξη ότι ο ενάγοντας κινείτο στο δρόμο και τον αγνόησε (Χριστοφίνη v. Φραντζή, Πολιτική Έφεση 328/11, ημερ. 31.5.17). Συνεπώς, δεν έχει αποδειχθεί ότι ο ΜΥ1, όταν βρισκόταν στο αλτ, όφειλε να τον δει και παρέλειψε αμελώς να το πράξει. Σε κάθε περίπτωση, ο ΜΥ1, προτού εισέλθει στη λεωφόρο, έλαβε όλες τις ενδεικνυόμενες προφυλάξεις. Ο ενάγοντας, αντίθετα, προσπέρασε λεωφορείο μήκους 12.20 μέτρων, χωρίς να έχει ορατότητα, όπως παραδέχθηκε, και ενώ η διαμόρφωση του δρόμου επέβαλλε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός. Δεν αναμενόταν από τον ΜΥ1 να λάβει προληπτικά μέτρα έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από τους άλλους οδηγούς. Αυτό «θα έθετε ανυπόφορο βάρος στο νομιμόφρονα οδηγό και θα παρείχε αδικαιολόγητη συγχώρεση σε εκείνον ο οποίος παραβαίνει το καθήκον του και το νόμο» (Νικολάου v. Ιωάννου, Πολιτική Έφεση 358/13, ημερ. 17.2.21). Εν ολίγοις, δεν αποδείχθηκε στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο ΜΥ1 ήταν αμελής. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα, αφού δεν εντοπίζεται λόγος γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, επιδικάζονται εναντίον του ενάγοντα. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Επί πλήρους ευθύνης συμφωνήθηκαν γενικές αποζημιώσεις €5.450 με νόμιμο τόκο από 29.9.15 και ειδικές αποζημιώσεις €4.550 με νόμιμο τόκο μειωμένο κατά το ήμισυ από 14.7.12 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.