← Κύπρος

Limited Liability Company "Advalor-Consult" ν. Zoneline Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 3151/21, 13/5/2022

Limited Liability Company "Advalor-Consult" ν. Zoneline Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 3151/21, 13/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A194 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3151/21 Μεταξύ: Limited Liability Company "Advalor-Consult" Ενάγουσας και 1. Zoneline Limited 2. Mr XXXXX Vladimirovich Zyuzin 3. Public Joint-Stock Company "Mechel" 4. Limited Liability Company "Mechel-Energo" 5. Public Joint-Stock Company "Yuzhno-Kuzbasskaya GRES" 6. Skyblock Limited 7. Public Joint-Stock Company "Kuzbassenergosbyt" Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 16.12.21, υπό Ενάγουσας, για Ενδιάμεσα Διατάγματα Ημερομηνία: 13 Μαΐου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Α. Χαβιαράς για ΧΑΒΙΑΡΑΣ & ΦΙΛΙΠΠΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1-6: κ. Π. Γ. Πολυβίου με κ. Γ. Μίτλετον και κ. Χ. Ιωσήφ για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΒΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν μονομερούς αίτησης, στις 17.12.21 η Ενάγουσα εξασφάλισε εις βάρος των Εναγομένων 1-6 διάταγμα παγοποίησης περιουσίας παγκόσμιας εμβέλειας ύψους €79.920.000, καθώς και υποστηρικτικά διατάγματα εναντίον τραπεζών αλλά και των ίδιων ως άνω Εναγομένων για πληροφορίες σε σχέση με λογαριασμούς και περιουσιακά στοιχεία. Η αγωγή έχει εγερθεί τόσο ως παράγωγη (derivative) προς όφελος της Εναγομένης 7, η οποία είναι Ρωσική δημόσια εταιρεία δραστηριοποιούμενη στη διανομή ενέργειας όσο και προς όφελος της ίδιας της Ενάγουσας η οποία είναι μέτοχος μειοψηφίας στην εν λόγω εταιρεία. Η Εναγόμενη 7 ανήκει στον όμιλο εταιρειών Mechel του οποίου η μητρική εταιρεία είναι η Εναγόμενη 3, η οποία κατέχει κατά 100% την Εναγόμενη 4 και την Εναγόμενη 6. Η Εναγόμενη 4 με τη σειρά της κατέχει κατά 98% την Εναγόμενη 5 και κατά 72% την Εναγόμενη 7. Στην τελευταία απέκτησε και κατέχει από τον Μάρτιο του 2021 το 25% των μετοχών η Ενάγουσα, καθιστάμενη έτσι μέτοχος μειοψηφίας, έχουσα δικαίωμα διορισμού δύο εκ των επτά διοικητικών συμβούλων. Η Εναγόμενη 1 είναι επίσης θυγατρική μιας άλλης εταιρείας του ομίλου, ήτοι της Joint Stock Company Mechel Mining, η οποία ανήκει στην Εναγόμενη 3 και στον Εναγόμενο 2. Ο Εναγόμενος 2 είναι ο ιδρυτής του ομίλου, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της μητρικής (Εναγόμενης 3) της οποίας κατέχει προσωπικά το 26,47% των μετοχών της και, μέσω συνδεδεμένων εταιρειών και μελών της οικογένειάς του, ελέγχει συνολικά το 51,54% των μετοχών της εν λόγω μητρικής εταιρείας. Ας σημειωθεί πως οι Εναγόμενες 1 και 6 είναι Κυπριακές εταιρείες των οποίων οι δραστηριότητες περιλαμβάνουν την κατοχή μετοχών και την παροχή χρηματοδότησης σε άλλες εταιρείες του ομίλου Mechel. Στην υποστηρικτική Ένορκη Δήλωση ο εκ των δικηγόρων της Ενάγουσας κ. Καϊλής αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο όμιλος αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει διάφορα οικονομικά προβλήματα και ότι εξαιτίας αυτών η Ενάγουσα, αμέσως μετά την απόκτηση του 25%, προσέλαβε τον οίκο Alvarez & Marsal CIS (Α & Μ) για να αναλύσει τις δραστηριότητες της Εναγόμενης 7, οπότε διεφάνη ότι κεφάλαιά της υπεξαιρούντο διά της συμμετοχής της σε διάφορες δυσμενείς συναλλαγές με οντότητες συνδεδεμένες με τον Εναγόμενο 2 και συγκεκριμένα με δάνεια προς εταιρείες ελεγχόμενες από αυτόν. Ειδικότερα η έρευνα κατέδειξε ότι μεταξύ των ετών 2012-2020 η Εναγόμενη 7 χορήγησε 106 δάνεια προς τις Εναγόμενες 1, 4, 5 για τα οποία από το 2016 και εντεύθεν δεν έχουν διενεργηθεί πληρωμές σε κανένα από αυτά και ότι κατά την 31.12.20 τα οφειλόμενα υπόλοιπα ήταν EUR80.000.000 περίπου. Το πιο πρόσφατο είναι στις 25.9.20 ένα δάνειο ύψους EUR7.140.000 προς την Εναγόμενη 1, η οποία δεν φαίνεται να είναι ένας υγιής οργανισμός. Σύμφωνα με την Ενάγουσα οι ζημιές που προκλήθηκαν από τη συνωμοτική αυτή δράση του Εναγομένου 2 ανέρχονται στο ποσό των EUR79.920.000 οι οποίες αναλύονται σε τρία άλλα ποσά (
  2. i)για οικειοποίηση χρημάτων της Εναγομένης 7, (
  3. ii)για πληρωθέντες τόκους σε τραπεζικά δάνεια που εξασφάλισε η Εναγόμενη 7 για τη δική της ρευστότητα και (iii) για φόρο εισοδήματος επί τεκμαιρόμενων τόκων για τα δάνεια τα οποία χορήγησε (71.860.000 + 5.430.000 + 2.630.952 περίπου). Ας σημειωθεί ότι ο Ενόρκως Δηλών επισυνάπτει σειρά πολυσέλιδων εγγράφων ως Τεκμήρια 1-62, στα οποία θα γίνεται κατωτέρω αναφορά εάν και όπου απαιτείται. Ένσταση Σημειώνεται πως στις 24.1.22 οι Εναγόμενες 1 και 6, καταχώρισαν τις διαταχθείσες ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων και τραπεζικών λογαριασμών ενώ στις 28.3.22 έπραξαν το ίδιο και οι Εναγόμενοι 2-5 μέσω άλλης κοινής Ένορκής τους Δήλωσης. Με την ένστασή τους οι Εναγόμενοι 1-6 προέβαλαν 10 λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ή το ισοζύγιο της ευχέρειας ή το κατεπείγον, ότι παρατηρείται καθυστέρηση, ότι οι αξιώσεις έχουν παραγραφεί, ότι δεν υπήρξε αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και ότι η Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας είναι άκυρη. Η ένσταση συνοδεύεται από δύο Ένορκες Δηλώσεις. Η μία είναι στα αγγλικά, ήτοι αυτή της κας Metelina, η οποία είναι ανώτερη δικηγόρος στην Εναγομένη 3, διευθύντρια στην Εναγομένη 6 και εξουσιοδοτημένη από τους Εναγόμενους 1-6. Η δεύτερη Ένορκη Δήλωση είναι της δικηγόρου κας Κουδουνάρη η οποία επισυνάπτει μετάφραση της πιο πάνω Ένορκης Δήλωσης (της κας Metelina). Στην Ένορκη Δήλωσή της η κα Metelina δέχεται ότι χορηγήθηκαν δάνεια και προβάλλει ότι ο όμιλος λαμβάνει μέτρα για τη μείωση των οφειλόμενων υπολοίπων και ότι έχει ήδη αποφασιστεί αφενός η αποπληρωμή του πρόσφατου δανείου της Εναγομένης 1 και αφετέρου οι τροποποιήσεις των δανείων των Εναγομένων 4 και 5, πράγμα που γνωρίζει η Ενάγουσα, η οποία έλαβε νομικά μέτρα και στη Ρωσία. Η θέση της δηλούσας είναι ότι τα δάνεια είναι συνήθης ενδοομιλικός δανεισμός μεταξύ θυγατρικών της Εναγομένης 3, ότι αυτά ήδη ευρίσκονται σε ισχύ για περίοδο 10 ετών σχεδόν, ότι έχουν αποκαλυφθεί σε δημοσίως προσβάσιμες εκθέσεις και ότι για αυτά, πριν από την καταχώριση της αγωγής, έχει συμφωνηθεί πως η Εναγομένη 1 θα αποπλήρωνε πριν τη λήξη του δανείου ενώ οι Εναγόμενες 4 και 5 θα συνάψουν τροποποιητικές συμφωνίες για καταβολή τόκων. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη 7 είχε οικονομικό συμφέρον στην παραχώρηση των δανείων, ότι τα δάνεια παραχωρήθηκαν με συνήθεις όρους αγοράς, ειδικότερα σε ό,τι αφορά τα ποσοστά επιτοκίων και τέλος ότι τα κεφάλαια που παραχωρήθηκαν στις Εναγόμενες 1, 4 και 5 δεν μπορούν να θεωρηθούν ζημιές λόγω του ότι οι δανειολήπτες δεν είναι υπερήμεροι και ο κίνδυνος μη αποπληρωμής δεν είναι υψηλός, ειδικότερα από τη στιγμή που οι δανειολήπτες αποτελούν μέρος του ομίλου. Περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα εξηγεί ότι η δυνατότητα των Εναγομένων 1, 4 και 5 να παράσχουν εξασφαλίσεις επί των περιουσιακών τους στοιχείων περιορίστηκε σοβαρά από τα Έγγραφα Αναδιάρθρωσης με τις Ρωσικές Τράπεζες ενώ και η παράταση των ημερομηνιών λήξης των δανείων μέχρι τον Μάιο του 2030 κατέστη αναγκαία λόγω της συμμόρφωσης των εταιρειών του ομίλου με τους όρους αυτών των Εγγράφων Αναδιάρθρωσης, αφού τα ενδοομιλικά δάνεια έπρεπε να παραταθούν ούτως ώστε να μην καθίστανται απαιτητά πριν από τις ημερομηνίες αποπληρωμής των τραπεζικών διευκολύνσεων (§136, 138, 139). Προσθέτει επίσης ότι οι Εναγόμενοι μαζί με άλλες εταιρείες του ομίλου Mechel λαμβάνουν μέτρα αναδιάρθρωσης εντός του ομίλου παράλληλα με τη συνολική αναδιάρθρωση σε σχέση με τις τράπεζες από τις οποίες και έλαβαν σχετική εξουσιοδότηση (§150-152). Στα πλαίσια της αναδιάρθρωσης εντός του ομίλου η Εναγόμενη 1 αφενός, μετά από διαδοχικές αυξήσεις κεφαλαίου, έχει εξοφλήσει πρόωρα κάποια εκκρεμή ποσά προς εταιρείες του ομίλου και αφετέρου έχει προβλεφθεί ότι μετά που θα εισπράξει κατά τους μήνες Φεβρουάριο-Ιούνιο του 2022 δικές της αξιώσεις (από τη Littel Echo) θα προχωρήσει και σε πρόωρη αποπληρωμή της δικής της οφειλής τόσο προς την Εναγόμενη 7, για την οποία παραπονείται η Ενάγουσα όσο και προς την Εναγομένη 6 η οποία με τα χρήματα αυτά θα αποπλήρωνε άλλα ενδοομιλικά υπόλοιπα. Επαναλαμβάνει δε ότι οι Εναγόμενες 4 και 5 συμφώνησαν προκαταρκτικά με την Εναγόμενη 7 ότι θα συνάψουν συμπληρωματικές συμφωνίες δανείων ούτως ώστε να καταβάλουν τους δεδουλευμένους τόκους μέχρι τις 31.12.21. Για αυτό, με δεδομένη την έκδοση των διαταγμάτων, οι Εναγόμενες 1, 6 και οι Εναγόμενες 4, 5 ενημέρωσαν σχετικά την πλευρά της Ενάγουσας με επιστολές τους ημερομηνίας 4.2.22, ήτοι τα Τεκμήρια 1, 2 αντίστοιχα. Σημειώνεται ότι και η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει σειρά πολυσέλιδων εγγράφων ως Τεκμήρια 1-58, στα οποία επίσης θα γίνεται αναφορά κατωτέρω, εάν και όπου κρίνεται αναγκαίο. Συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις Εκ συμφώνου και κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου τόσον η Ενάγουσα όσον και οι Εναγόμενοι 1-6 καταχώρισαν Συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις (εφεξής «ΣΕΔ»). Στη δική του ΣΕΔ εκ μέρους της Ενάγουσας ο κ. Καϊλής προβαίνει κυρίως σε σχόλια επί των θέσεων, τις οποίες είχαν εκφράσει οι Εναγόμενοι 1-6 στην ένστασή τους και οι οποίες αφορούν εν πολλοίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την έκδοση και διατήρηση των διαταγμάτων. Στη δική της ΣΕΔ εκ μέρους των Εναγομένων 1-6 η κα Metelina προβάλλει μεταξύ άλλων ότι το περιεχόμενο της ΣΕΔ της Ενάγουσας καταδεικνύει ότι είχαν παραπλανήσει με την αρχική δήλωση τους και ότι η οριστικοποίηση θα πρέπει να εξεταστεί με βάση την αρχική δήλωση της Ενάγουσας. Σε σχέση με το ζήτημα της δικής της αρχικής δήλωσης προβάλλει ότι δεν απαιτείτο μετάφραση αλλά εν πάση περιπτώσει επισυνάπτει πιστοποιημένο έλεγχο από ορκωτό μεταφραστή ως Τεκμήριο 1. Στη συνέχεια η δηλούσα απορρίπτει τις θέσεις της Ενάγουσας σχετικά με το ζήτημα του κατεπείγοντος, της ανεπανόρθωτης ζημιάς, του ισοζυγίου της ευχέρειας, του καθήκοντος αποκάλυψης και καταλήγει λέγοντας ότι στις 17.3.22 σε μια από τις Ρωσικές διαδικασίες ακυρώθηκαν κατ' έφεσιν οι αμφισβητούμενες συμφωνίες δανείου με την Εναγόμενη 4, οπότε η τελευταία αμέσως (στις 25.3.22) πλήρωσε στην Εναγόμενη 7 τα ποσά (και προτίθεται να καταχωρίσει έφεση). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε σχέση με τη νομική πτυχή προέχει η εξέταση της εισήγησης ότι η δικηγόρος κα Κουδουνάρη δεν είναι αδειούχος μεταφραστής και ότι ενόψει του άρθρου 14

(2)του Περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Ν.45(Ι)/19 δεν μπορούσε να προβεί σε μετάφραση της Ένορκης Δήλωσης της κας Metelina, οπότε η ένσταση παραμένει χωρίς υποστήριξη. Σημειώνεται πως το πιο πάνω άρθρο αφορά και ρυθμίζει το θέμα αποδοχής μεταφράσεων δικηγόρου, ο οποίος δεν είναι ορκωτός μεταφραστής, ως πιστοποιημένων μεταφράσεων υπό την έννοια που αυτές ορίζονται στο άρθρο 15 του πιο πάνω Νόμου. Στην παρούσα περίπτωση η μετάφραση της κας Κουδουνάρη δεν είναι αλλά ούτε και προβλήθηκε ως πιστοποιημένη μετάφραση. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει ισχυρισμός ούτε ότι έγινε είτε από ορκωτό μεταφραστή είτε από δικηγόρο ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση ή ο οποίος εργάζεται στο γραφείο το οποίο τη χειρίζεται ούτε ότι υπάρχει εξαιρετικός λόγος για τον οποίο διενεργήθηκε η συγκεκριμένη μετάφραση. Είναι προφανές πως ακολουθήθηκε η παλαιά τακτική της επισύναψης Ένορκης Δήλωσης ενός απλού μεταφραστή (υπόθεση Αναφορικά με Saab Nazar
(2003)1(B) Α.Α.Δ. 772). Θα πρέπει όμως να σημειωθεί πως η Ενάγουσα παραλαμβάνοντας την ένσταση όχι μόνο δεν ήγειρε οποιοδήποτε ζήτημα και δεν υπέβαλε αίτημα σε σχέση με τη μετάφραση ή την ένορκη δήλωση αλλά αντιθέτως στηρίχθηκε στο κείμενο και μάλιστα υπέβαλε αίτηση για καταχώριση ΣΕΔ, εις απάντηση των ισχυρισμών που είχαν εκεί προβληθεί, εξασφαλίζοντας προς τούτο άδεια από το Δικαστήριο. Αυτό κατά τη γνώμη μου την εμποδίζει από το να προβάλει εκ των υστέρων οποιοδήποτε θέμα για την απουσία πιστοποιημένης μετάφρασης ή για το νομότυπο της ένστασης. Προϋποθέσεις Έκδοσης Διαταγμάτων Είναι καλώς νομολογημένο ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ενδιάμεσα απαγορευτικά (παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά) διατάγματα δύνανται να εκδοθούν όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and others
(1982)1 C.L.R.557 και Ιερά Μονή Κύκκου v. White Moon Services Ltd
(2013)1(Α) Α.Α.Δ.354). Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263 και Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ.248). Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. (βλ. Νικόλα v. Κεφάλα κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ.1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ.1572). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Σοβαρό Ζήτημα Ως προς το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σημειώνεται πως αυτό διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ.598). Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (βλ. American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Το επίπεδο απόδειξης για αυτή την προϋπόθεση δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ.Ε7/18, ημερ.21.3.19). Σε σχέση με την κατάδειξη της πρώτης προϋπόθεσης στην παρούσα υπόθεση αρκεί να λεχθεί ότι η Ενάγουσα επικαλείται στη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου και στην Ένορκη Δήλωσή της, την συνωμοσία όλων των Εναγομένων 1-6 προς εξαπάτηση της Εναγόμενης 7 και ή προς οικειοποίηση χρημάτων της δια της μεταφοράς κεφαλαίων της στις Εναγόμενες 1, 4 και 5, ήτοι δια της κατάρτισης 73 εικονικών δανειακών συμβάσεων χωρίς πρόθεση αποπληρωμής. Στην πραγματικότητα πρόκειται περί ισχυρισμού συμμετοχής σε αδικοπραξία η οποία σαφώς συνιστά αναγνωρισμένη στον Νόμο αιτία αγωγής και ασφαλώς εάν η Ενάγουσα επιτύχει θα δικαιούται σε θεραπεία προς όφελος της Εναγομένης 7 ή και του εαυτού της. Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η οποία χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο», θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αυτή η προϋπόθεση δεν πρέπει να συγχέεται με την πρώτη προϋπόθεση διότι η δεύτερη αφορά την εκτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του αιτητή με βάση το μαρτυρικό υλικό που τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, Πολ. Έφ.10/20, ημερ. 15.10.20). Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ.201). Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ.253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Ο αιτητής σε τέτοιου είδους αιτήσεις έχει το βάρος να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση με πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Trafalgar Developments Ltd κ.ά. ν. Uralchem Holdings P.L.G., Πολ. Έφ.331/17, ημερ.21.2.19). Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ, ανωτέρω). Υπενθυμίζεται ότι όπως έχει αναφερθεί στη Recnex Trading Ltd ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ
(2014)1(Α) Α.Α.Δ.866, ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων, ειδικά επί θεμάτων τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν σε βάθος. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση είναι σαφές από τα προηγηθέντα ότι η Ενάγουσα στηριζόμενη στην προβαλλόμενη αδικοπραξία οικειοποίησης ή υπεξαίρεσης κεφαλαίων, αξιώνει αποζημιώσεις για ζημιές προκληθείσες αφενός στην Εναγόμενη 7 και αφετέρου στην ίδια (την Ενάγουσα). Δεν παραγνωρίζεται ότι το δεύτερο είδος ζημιών ενδεχομένως να εγείρει ζητήματα αντανακλαστικής ζημιάς (Reflecting Loss) την οποία η Ενάγουσα να μην δικαιούται να αξιώσει και τούτο στη βάση των αρχών της υπόθεσης Prudential Assurance Co Ltd v. Newman Industries Ltd (No 2) 1 All E.R.354 και της υπόθεσης Johnson v. Gore Wood & Co
(2001)1 All E.R.
  1. Όμως, από την άλλη πλευρά, το ζήτημα της αντανακλαστικής ζημιάς απαιτεί λεπτομερή εξέταση της υπόθεσης και όπως έχει λεχθεί, είναι από τα θέματα τα οποία το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να αποφασίζει τελεσίδικα σε διαδικασίες προσωρινών διαταγμάτων (βλ. Trafalgar Developments Ltd κ.α. ν. Uralchem Holdings P.L.G. κ.ά.). Αυτό το οποίο δύναται να λεχθεί στην παρούσα είναι πως απαραίτητη προϋπόθεση, για συζήτηση τέτοιου θέματος στο τελικό στάδιο, είναι σίγουρα όχι μόνον η επιτυχία της Ενάγουσας σε ό,τι αφορά τη θέση της για την Εναγόμενη 7 αλλά και η επιτυχία της στη θέση ότι υπέστη ζημιές και η ίδια η Ενάγουσα τις οποίες να δύναται να ανακτήσει. Όπως και να έχουν τα πράγματα το ουσιώδες δηλαδή ερώτημα σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον στη βάση του μαρτυρικού υλικού έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας στη θέση ότι οι αναφερόμενες δοσοληψίες δεν συνιστούν γνήσιες ή συνήθεις εμπορικές συμβάσεις δανεισμού αλλά μια ενορχηστρωμένη προσπάθεια υπεξαίρεσης ή οικειοποίησης χρημάτων της Εναγομένης
  2. Έχω την άποψη πως τα επιμέρους στοιχεία από την προσαχθείσα μαρτυρία δικαιολογούν τη διαπίστωση ότι διακρίνεται ορατό ενδεχόμενο να γίνει δεκτή η θέση της Ενάγουσας κατά την ακρόαση. Τα επί μέρους αυτά στοιχεία είναι: - Ο μεγάλος αριθμός δανείων που φέρεται να χορήγησε η Εναγόμενη
  3. - Η μακρά περίοδος κατά την οποία ακολουθείται η πρακτική αυτή, ήτοι από το 2012 έως το
  4. - Η μαρτυρία περί του ότι τα δάνεια ανανεώνονται συνεχώς κατά τις ημερομηνίες λήξης τους. - Η μαρτυρία περί απουσίας οποιωνδήποτε εξασφαλίσεων. - Η μαρτυρία περί απουσίας οποιωνδήποτε πληρωμών για τόκους. - Η μαρτυρία περί απουσίας οποιωνδήποτε πληρωμών έναντι κεφαλαίου από το
  5. Τα πιο πάνω στοιχεία σωρευτικά και συνδυαζόμενα με τις σχέσεις και την αλληλεξάρτηση μεταξύ των Εναγομένων 1-6 τείνουν να δείξουν και εκτιμάται ότι πιθανόν να γίνει δεκτό στο τέλος ότι υπάρχει μια ομοιόμορφη συντονισμένη δράση η οποία στοχεύει στην οικειοποίηση χρηματικών πόρων από την Εναγόμενη 7 χωρίς σαφή πρόθεση παροχής εξασφαλίσεων και κυρίως επιστροφής των χρημάτων αυτών. Η ισχύς των ενδείξεων αυτών δεν αποδυναμώνεται ούτε από κάποιες δηλώσεις περί αποπληρωμής μέχρι τον Ιούνιο του 2022 του πρόσφατου δανείου προς την Εναγόμενη 1 ούτε από πρόσφατες αποφάσεις περί καταβολής δεδουλευμένων τόκων από τις Εναγόμενες 4 και 5, ούτε και από την πρόσφατη άμεση συμμόρφωση με τη Ρωσική απόφαση (η οποία ούτως ή άλλως δεν έγινε δεκτή και θα εφεσιβληθεί) αλλά ούτε γενικά από όποιες προτάσεις έχουν υποβάλει οι Εναγόμενοι 1-6 στις 4.2.22, ήτοι μετά την έναρξη της παρούσας αγωγής. Άλλωστε, δεν διαφαίνεται να συνάδουν τέτοιες δηλώσεις ή ενέργειες με τις έντονες εισηγήσεις των Εναγομένων 1-6 ότι, με εξαίρεση τα δύο δάνεια του 2020, όλα τα υπόλοιπα δόθηκαν κατά τα έτη 2012-2016 με αποτέλεσμα να έχει παραγραφεί η αξίωση της Ενάγουσας λόγω της τριετούς περιόδου παραγραφής που ισχύει στη Ρωσία. Η εκτίμηση του παρόντος Δικαστηρίου στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο είναι ότι στο τελικό στάδιο κατά την εξέταση της ουσίας το εκδικάζον Δικαστήριο θα εστιάσει την προσοχή του κυρίως στη γένεση των συμβάσεων ή δοσοληψιών και όχι σε επιμέρους μέτρα τα οποία προωθήθηκαν πρόσφατα και κάποια πάντως μετά τις δικαστικές διαδικασίες στη Ρωσία. Στη βάση αυτής της εκτίμησης διακρίνεται ορατό ενδεχόμενο να γίνει δεκτή η εκδοχή της Ενάγουσας με ανάλογες συνέπειες ως προς την έκβαση της αγωγής και των αξιώσεων της. Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση γενικά απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ.2015). Όπως έχουν συνοψιστεί οι σχετικές αρχές στην υπόθεση Αρκτίνος Εκδόσεις Λτδ (ανωτέρω): «Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις». Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση προστίθεται πως στην περίπτωση του διατάγματος παγοποίησης (freezing ή mareva), ακριβώς λόγω της φύσης του, η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται με τον σκοπό του που είναι η χρήση του κυρίως ως «βοήθημα στη διαδικασία εκτέλεσης» και στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών οι οποίες τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας (Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd
(1987)1 C.L.R.583). Αυτό που εξετάζεται είναι ουσιαστικά η τυχόν ύπαρξη κινδύνου μετακίνησης ή αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και κατά συνέπειαν κινδύνου μη ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης ή τέλος η ανάγκη διευκόλυνσης της εκτέλεσης («ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ», Ερωτοκρίτου & Αρτέμης, 2016, σελ.215). Η Ενάγουσα έχει δίκαιο στην εισήγηση της ότι δεν απαιτείται κατάδειξη πρόθεσης αποξένωσης και ότι εκείνο που μετρά είναι η επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση στην ικανοποίηση της πιθανής μελλοντικής απόφασης, δηλαδή ο κίνδυνος μη ικανοποίησης της εάν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Έχει προς τούτο ιδιαίτερη σημασία πως ένα τέτοιο διάταγμα (freezing ή mareva) εκδίδεται ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο επιτυχών ενάγων. Εξ ου και το βασικό κριτήριο είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση της απόφασης (β. Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ.54), Τσολάκκη κ.ά. ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ.782, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd
(2001)1(Β) Α.Α.Α.785). Δεν είναι λοιπόν κάθε κίνδυνος αποξένωσης ή κάθε κίνδυνος επιβάρυνσης που επιφέρει την έκδοση διατάγματος αλλά μόνον η αποξένωση η οποία θα καταστήσει αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης. Καθίσταται προφανές πως οι Εναγόμενοι 1-6 σφάλλουν όταν επιμένουν στη θέση ότι επειδή η αξίωση είναι χρηματική αποκλείεται εκ προοιμίου η έκδοση παγοποιητικού διατάγματος. Δεδομένου ότι το όλο θέμα στην παρούσα διασυνδέεται με το στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, έπεται ότι εξετάζεται υπό άλλη οπτική. Είναι όμως ορθή η εισήγηση των Εναγομένων ότι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί περί ανεπανόρθωτης ζημιάς δεν αρκούν. Απαιτείται όπως επεξηγηθούν και αιτιολογηθούν με σαφή και θετική μαρτυρία ούτως ώστε να πειστεί το δικαστήριο και να τους αποδεχθεί (βλ. «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ», Ερωτοκρίτου και Αρτέμης, 2016, σελ.136). Στην παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα ήγειρε την αγωγή κυρίως για το ισόποσο 73 φερομένων δανείων τα οποία και επισύναψε ως Παράρτημα Α στο καταχωρισθέν κλητήριο αγωγής. Στα 53 εξ αυτών παρουσιάζεται ως δανειολήπτης η Εναγόμενη
  1. Στο στάδιο των αγορεύσεων δηλώθηκε ως παραδεκτό ότι στις 17.3.22 το Εμπορικό Εφετείο Kemerovo Ρωσίας ακύρωσε τα δάνεια που αφορούσαν την Εναγόμενη 4 διατάσσοντας τη να καταβάλει στην Εναγόμενη 7 τα ποσά που αναφέρονται στην απόφαση (Έγγραφο Α στις αγορεύσεις). Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό ότι αμέσως μετά την έκδοση της οι Εναγόμενοι πλήρωσαν στο ακέραιο κάθε ποσό της απόφασης με αποτέλεσμα πλέον το δεσμευθέν ποσό στη βάση των εκδοθέντων διαταγμάτων να πρέπει να τροποποιηθεί ούτως ώστε να περιορίζεται σε RUB2.830.873.314 και ή το ισόποσο σε ευρώ (πράγμα για το οποίο συμφώνησαν οι συνήγοροι). Ευλόγως λοιπόν θα μπορούσε να λεχθεί ότι στην πραγματικότητα, μετά την ως άνω εξέλιξη, η αξίωση περιορίζεται στα 20 εναπομείναντα φερόμενα δάνεια των Εναγομένων 1 και
  2. Η θέση των Εναγομένων ότι το ποσόν που έχει καταβληθεί ως ανωτέρω είναι περίπου EUR45,7 εκατομμύρια, ήτοι το 57% του αρχικού ποσού της αξίωσης επίσης δεν αμφισβητείται. Απομένουν δηλαδή περί τα EUR34,2 εκατομμύρια, ήτοι το 43% της αρχικής αξίωσης και κατ' ουσίαν αυτό αφορά τα ποσά που έλαβαν οι Εναγόμενες 1 και 5 με τα 20 εναπομείναντα δάνεια. Το ουσιώδες είναι ότι η Ενάγουσα απέτυχε με την ένορκη δήλωση της να αιτιολογήσει με σαφή και θετική μαρτυρία τις ανησυχίες της περί κινδύνου αποξένωσης τέτοιας (ή τόσης) περιουσίας που δεν θα επέτρεπε στο μέλλον να εισπραχθεί η όποια τυχόν εκδοθησομένη απόφαση. Το θέμα έτυχε χειρισμού κυρίως στις §§71-80 της αρχικής ένορκης δήλωσης της και αντίστοιχης ανάλυσης στην αγόρευση της (σελ.16-21). Πέραν της γενικότητας και της ασάφειας, το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι το ότι η Ενάγουσα φαίνεται να ασχολείται βασικά με τον κίνδυνο αποξένωσης κεφαλαίων της ίδιας της Εναγομένης 7 ενώ βέβαια το ζητούμενο είναι αν τέτοιος κίνδυνος έχει καταδειχθεί σε σχέση με τους Εναγόμενους 1-6 τους οποίους και αφορούν τα διατάγματα παγοποίησης. Αρκεί η παράθεση του καταληκτικού επιχειρήματος της §52 (το οποίο ως νόημα διαπνέει και τα προηγούμενα) και το οποίο έχει ως εξής: «(v) Συνεχιζόμενη μεταφορά κεφαλαίων εκτός της εταιρείας 52.Το τελικό στοιχείο της θέσης της Advalor σχετικά με τον κίνδυνο μεταφοράς κεφαλαίων εκτός της εταιρείας ήταν τα στοιχεία από δημόσιες πηγές τον Νοέμβριο του 2021 που φέρνουν στο φως και νέες συναλλαγές με μέρη που αποτελούν αντικείμενο ενδιαφέροντος, και οι οποίες εγκρίθηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο της KES (ΤΟ Διοικητικό Συμβούλιο στο οποίο δεν κατέστη δυνατό να διορίσει μέλη η Advalor). Έτσι αποκρυσταλλώθηκε το γιατί πιστεύει η Advalor ότι η μεταφορά κεφαλαίων ήταν όχι μόνον πιθανή αλλά και διαρκής, πράγμα που έδωσε το έναυσμα για την υποβολή της άιτησης αποκάλυψης, και, λίγο αργότερα, το αίτημα για το επίδικο διάταγμα.» (έμφαση δοθείσα) Σε άλλα προηγούμενα σημεία προβάλλεται γενικά και ατεκμηρίωτα ως προς τον συσχετισμό με τον κίνδυνο αποξένωσης (i)ότι η φύση της αξίωσης είναι τέτοιου είδους ώστε προκαλεί ανησυχίες ότι οι Εναγόμενοι ίσως προτίθενται να προβούν σε περαιτέρω ανέντιμες ενέργειες, (ii)ότι η σύνθετη δομή των εταιρειών του ομίλου είναι αδιαφανής και δημιουργεί τη βάση μιας πραγματικής πιθανότητας να προβούν οι Εναγόμενοι σε ενέργειες μεταφοράς κεφαλαίων εκτός της «εταιρείας», (iii)ότι τον Αύγουστο του 2021 η Εναγομένη 1 μεταβιβάστηκε από την Κυπριακή μέτοχο εταιρεία σε Ρωσική εταιρεία την οποία ελέγχει ο Εναγόμενος 2 και (iv)ότι η Ενάγουσα παρεμποδίστηκε από το να επιβλέψει τις δραστηριότητες της Εναγόμενης 7 και από το να διορίσει τους δυο δικούς της συμβούλους στο επταμελές Συμβούλιο της. Είναι κατά τη γνώμη μου εμφανές αφενός πως μέρος των καταγραφέντων (επιχειρημάτων βασικά) δεν αφορά καν το ζήτημα αποξένωσης περιουσίας και αφετέρου ότι ακόμα και κάποια ψήγματα τέτοιων αναφορών (περί αποξένωσης) δεν αναφέρονται σε κίνδυνο αποξένωσης ή μεταφοράς περιουσίας εκτός των Εναγομένων 1-6 τους οποίους αφορά το διάταγμα ή έστω εκτός του ομίλου, αλλά αφορούν την ίδια την Εναγομένη 7 υπέρ της οποίας ασκήθηκε η αγωγή. Ας σημειωθεί πως πράγματι μέσα από τις τρεις ένορκες Δηλώσεις Αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1, 6 και 2-5, επιβεβαιώνεται η θέση πως οι Εναγόμενοι 1-6 κατέχουν περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας δισεκατομμυρίων (κατά τους Εναγόμενους είναι πέραν των EUR3,6)δισεκατομμυρίων). Τα διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία του Ομίλου και κάποιων εκ των Εναγομένων παρατίθενται στην §240β της αρχικής ένορκης δήλωσης στην ένσταση και δεν έχουν αμφισβητηθεί. Προς την ίδια κατεύθυνση αξίζει να σημειωθεί επίσης πως η Ενάγουσα δέχεται ουδέτερα και τη θέση ότι ακόμα και η προσωπική διαθέσιμη περιουσία του Εναγομένου 2 (ιθύνοντος του ομίλου και θεωρούμενου υπεύθυνου για την οικειοποίηση) ανέρχεται σε ποσό άνω των €190.000.000 (§61 της Σ.Ε.Δ. της Ενάγουσας). Στη βάση όλων των πιο πάνω συνιστά κατάληξη μου ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί στον απαιτούμενο βαθμό κίνδυνος να μην μπορεί να ικανοποιηθεί το υπόλοιπο μέρος της αξίωσης σε περίπτωση επιτυχίας στην αγωγή. Κατάληξη Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος, καθότι κρίνεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις οριστικοποίησης των εκδοθέντων μονομερώς διαταγμάτων τα οποία και ακυρώνονται. Επιδικάζονται έξοδα €2.000 συν ΦΠΑ εις βάρος της Ενάγουσας Αιτήτριας και υπέρ των Εναγομένων 1-6 Καθ' ων. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.