← Κύπρος

S.P. Securiton Alarm Systems Ltd ν. Elteco Electrical & Telecommunications Contractors Ltd, Αρ. Αγωγής: 7946/13, 29/4/2022

S.P. Securiton Alarm Systems Ltd ν. Elteco Electrical & Telecommunications Contractors Ltd, Αρ. Αγωγής: 7946/13, 29/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A219 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 7946/13 Μεταξύ: S.P. Securiton Alarm Systems Ltd από Λεμεσό Ενάγοντες και Elteco Electrical & Telecommunications Contractors Ltd από Λευκωσία Εναγόμενοι ---------------------------------------------- Ημερομηνία: 29 Απριλίου 2022 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κ. Κ. Π. Χ¨Κωστής Για εναγόμενους: κ. Μ. Παναγίδης για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων στην παρούσα υπόθεση είναι απλές και σε κάποιο βαθμό παραδεκτές. Τις παραθέτω. Οι ενάγοντες είναι εταιρεία που εδράζεται στη Λεμεσό και δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας, πώλησης, εγκατάστασης και συντήρησης συστημάτων ασφαλείας και συναφών ηλεκτρονικών συστημάτων. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή περί το 2012, οι εναγόμενοι, οι οποίοι επίσης δραστηριοποιούνται στον τομέα της εγκατάστασης ηλεκτρικών συστημάτων και την παροχή συναφών υπηρεσιών, είχαν αναλάβει ως υπεργολάβοι στο έργο που εκτελείτο τότε για την ανάπλαση της Πλατείας Ελευθερίας στη Λευκωσία (εφ' εξής το έργο), την εγκατάσταση διαφόρων ηλεκτρικών συστημάτων, μεταξύ των οποίων και το ασύρματο σύστημα πρόσβασης στο διαδίκτυο (Wi-Fi). Στα πλαίσια λοιπόν αναζήτησης εξωτερικών συνεργατών για σκοπούς εκπλήρωσης των υπεργολαβικών τους υποχρεώσεων, οι εναγόμενοι προέβηκαν σε διάφορες επιχειρηματικές συζητήσεις με τους ενάγοντες περί τον Μάρτιο - Απρίλιο 2012, τόσο προφορικά όσο και μέσω email. Εν τέλει οι τελευταίοι, δηλαδή οι ενάγοντες, ετοίμασαν και παρέδωσαν στους πρώτους, δηλαδή στους εναγόμενους, γραπτή προσφορά «για την προμήθεια και την εγκατάσταση του εν λόγω συστήματος Wi-Fi (στο έργο)» συνολικού ύψους €49.000 πλέον Φ.Π.Α., δηλαδή €57.330 στο σύνολο. Η εν λόγω προσφορά, η οποία έφερε αριθμό προσφοράς 02042012ACnm, ημερομηνία έκδοσης την 02/04/12 και ημερομηνία λήξης της ισχύος της την 30/05/12, αναφερόταν στο κόστος προμήθειας και εγκατάστασης διάφορων εξαρτημάτων και μηχανημάτων, και ειδικότερα, στην προμήθεια και εγκατάσταση 21 εξαρτημάτων με αρ. μοντέλου J9716A, 21 εξαρτημάτων με αρ. μοντέλου J9719A, 63 εξαρτημάτων με αρ. μοντέλου J8996A, 3 εξαρτημάτων με αρ. μοντέλου J9622A, 6 εξαρτημάτων με αρ. μοντέλου J9169A, 1 εξαρτήματος με αρ. μοντέλου J9421A, 5 εξαρτημάτων με αρ. μοντέλου JE008A και 10 εξαρτημάτων με αρ. μοντέλου JD1188 (Τεκ.1). Είναι δε κοινώς αποδεκτό και μη αμφισβητούμενο ότι αν και δεόντως εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι των διαδίκων έθεσαν την υπογραφή τους στο έγγραφο της προσφοράς πριν τις 30/05/12 που έληγε η ισχύς της, με το λόγο για τούτο να αποτελεί επίδικο θέμα, τελικά δεν παρασχέθηκαν στο έργο τα εξαρτήματα και οι υπηρεσίες που αναφέρονται στην προσφορά, για τους επίδικους λόγους βέβαια που ο κάθε διάδικος ισχυρίζεται. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Σύμφωνα τώρα με το δικόγραφο των εναγόντων, η προαναφερόμενη προσφορά τους, δόθηκε στους εναγόμενους στις 02/04/12 και την ίδια ημέρα αυτοί, οι εναγόμενοι δηλαδή, «.έκαμαν αποδοχή της εν λόγω προσφοράς ως είχε και υπέγραψε αυτήν αντιπρόσωπος τους ή και πρόσωπο του οποίου η υπογραφή μόνη τους εδέσμευε και με τον τρόπο αυτόν καταρτίστηκε εν μέρει γραπτή και εν μέρει προφορική εμπορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων...». Είναι η δικογραφημένη θέση των εναγόντων ότι αυτή η κατ' ισχυρισμό προφορική και γραπτή συμφωνία των διαδίκων περιείχε ως ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους της ότι οι ενάγοντες θα υποχρεούνταν να εξασφαλίσουν άμεσα το σύστημα και τα εξαρτήματα στα οποία αφορούσε η προσφορά τους και ότι οι εναγόμενοι θα υποδείκνυαν τον χώρο στον οποίο το σύστημα θα εγκαθίστατο μόλις ειδοποιούνταν από τους ενάγοντες για την ετοιμότητα εγκατάστασης του και θα πλήρωναν ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα με την παραλαβή του συστήματος. Παρά ταύτα, ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ενώ αυτοί ενήργησαν ως η συμβατική τους υποχρέωση και εξασφάλισαν άμεσα το σύστημα και τα εξαρτήματα από τρίτους, στους οποίους και κατέβαλαν το ποσό των €47.016,45 και ενημέρωσαν για τούτο γραπτώς τους εναγόμενους στις 30/01/13, εντούτοις οι τελευταίοι, αθετώντας τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, αρχικά δεν ανταποκρίθηκαν καθόλου στις ειδοποιήσεις των εναγόντων και εν τέλει, στις 04/02/13, αρνήθηκαν να παραλάβουν το σύστημα και να πληρώσουν το οποιοδήποτε ποσό, προβάλλοντας διάφορες ανυπόστατες δικαιολογίες και προφάσεις. Θεωρώντας λοιπόν οι ενάγοντες ότι οι εναγόμενοι παραβίασαν τη συμφωνία των μερών, κάλεσαν αρχικά τους τελευταίους μέσω δικηγόρου να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και όταν δεν το έπραξαν, καταχώρησαν την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνουν από τους εναγόμενους το ποσό των €49.000, είτε ως «πόσο οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας ή και σύμβασης ή και σαν αντίτιμο διά την παροχή εμπορευμάτων ή και προϊόντων ή και συστημάτων ή και παραγγελιών», είτε ως «ποσό οφειλόμενο σαν ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές ή και απώλειες ή και διαφυγόντα κέρδη που οφείλονται σε παραβίαση συμφωνίας ή και παράβαση όρων σύμβασης». Στην αντίπερα όχθη, με το δικό τους δικόγραφο οι εναγόμενοι παρουσιάζουν μια διαφορετική εικόνα των επίδικων γεγονότων. Σύμφωνα με τους εναγόμενους, ναι μεν στις 02/04/12 έλαβαν κάποια προσφορά από τους ενάγοντες σε σχέση με το επίμαχο σύστημα, όμως αυτή δεν ήταν η προσφορά που επικαλούνται οι τελευταίοι ως βάση για την παρούσα αγωγή. Αντιθέτως, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, η προσφορά στην οποία αναφέρονται οι ενάγοντες για το συνολικό ποσό των €57.330 είχε αποσταλεί μέσω email στις 25/05/12 και αφού είχε προηγηθεί η αποστολή δύο άλλων προσφορών στις 02/04/12, μια για το συνολικό ποσό των €56.451,56 και μια για €57.722,

  1. Το μόνο που κατέστη δια υπογραφής αποδεκτό από αυτή τη νέα προσφορά της 25/05/12, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ήταν το ποσό στο οποίο η προσφορά αυτή αφορούσε και αυτό διότι ήταν πάντοτε κοινώς αντιληπτό μεταξύ των μερών ότι για να συνομολογηθεί μεταξύ τους οποιαδήποτε συμφωνία για προμήθεια και εγκατάσταση οποιωνδήποτε προϊόντων για τις ανάγκες του έργου, οι προσφερόμενες αυτές υπηρεσίες και προϊόντα θα έπρεπε πρώτα να τύχουν της έγκρισης του αρχιτέκτονα και/ή του επιβλέποντα μηχανικού του έργου. Ως εκ τούτου, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, μετά την υποβολή της προσφοράς των εναγόντων έλαβαν χώρα διάφορες συναντήσεις με τον αρχιτέκτονα και τους επιβλέποντες μηχανικούς του έργου, με τη συμμετοχή ενίοτε και των εναγόντων, όταν και διαφάνηκε ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που προσέφεραν οι τελευταίοι δεν γίνονταν αποδεκτά και δεν λάμβαναν την έγκριση του αρχιτέκτονα και των συμβούλων. Για το λόγο αυτό τα μέρη αντάλλαξαν σωρεία ηλεκτρονικής αλληλογραφίας «σε σχέση με την οριστικοποίηση των προϊόντων και την καταλληλότητά τους» και εν τέλει οι ενάγοντες υπέβαλαν νέες προσφορές περί τον Σεπτέμβριο - Οκτώβριο 2012, οι οποίες είχαν μεν τον ίδιο αριθμό προσφοράς με την προσφορά της 25/05/12 αλλά αφορούσαν σε διαφορετικά προϊόντα και ποσά και οποίες όμως προσφορές δεν έγιναν ούτε εκείνες αποδεκτές με αποτέλεσμα να μην καταστεί ποτέ δυνατό να συνομολογηθεί οποιαδήποτε δεσμευτική και έγκυρη συμφωνία μεταξύ των μερών. Καμία λοιπόν υποχρέωση δεν είχαν οι εναγόμενοι να πληρώσουν στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό Με την απάντησή τους οι ενάγοντες απέρριψαν τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγομένων και ιδιαίτερα τους ισχυρισμούς ότι η συμφωνία τους τελούσε υπό την αίρεση ότι οι προσφερθείσες υπηρεσίες και προϊόντα θα έπρεπε να τύχουν της προηγούμενης έγκρισης και/ή της αποδοχής των αρχιτεκτόνων και συμβούλων του έργου και ότι οι ίδιοι γνώριζαν ότι οι εν λόγω αρχιτέκτονες και σύμβουλοι του έργου δεν αποδέχονταν τα επίδικα προϊόντα και υπηρεσίες. Κατά την ακρόαση οι διάδικοι κάλεσαν από δύο μάρτυρες προς υποστήριξη των θέσεων τους και συγκεκριμένα, η μεν πλευρά των εναγόντων κάλεσε το γενικό διευθυντή και τον νυν επιχειρησιακό διευθυντή των τελευταίων, ήτοι τους Π. Στατιώτη (ΜΕ1) και Κ. Πλακωτά (ΜΕ2) αντίστοιχα, η δε πλευρά των εναγομένων τον τότε διευθυντή των τελευταίων, Κ. Ξιναρή (ΜΥ1) και τον νυν διευθυντή Α. Ξιναρή (ΜΥ2). Στο σύνολο τους δε κατατέθηκαν 21 έγγραφα ως τεκμήρια, εκ των οποίων τα Τεκ.6 ως 15 και 20 και 21 αφορούν στην ηλεκτρονική αλληλογραφία και έγραφα που είναι παραδεκτό ότι ανταλλάχθηκαν μεταξύ των μερών μεταξύ 25/05/12 και 31/10/12 στην αγγλική γλώσσα, τα Τεκ. 4 και 5 αφορούν στην αλληλογραφία που είναι παραδεκτό ότι ανταλλάχθηκε μεταξύ των μερών και των δικηγόρων τους μεταξύ 04/02/13 και 8/10/13, ήτοι μετά που οι ενάγοντες απαίτησαν να πληρωθούν το αξιούμενο ποσό, το Τεκ. 1 είναι η προσφορά που αφορά στο συνολικό ποσό των €57.330 και τα Τεκ. 16 είναι δύο προσφορές των εναγόντων με ημερ. 26/9/12 και με ημερομηνία λήξης της ισχύος τους την 26/12/12, η μια με αρ. 26092012ACnm για το ποσό των €21.411, 28 και η άλλη με αρ. 02042012ACnm για το πόσο των €114.332,
  2. Ειδικότερη αναφορά στο περιεχόμενο των τεκμηρίων κάνω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου όπου κρίνεται αναγκαίο[1]. Το μεγαλύτερο μέρος της ακροαματικής διαδικασίας επικεντρώθηκε ουσιαστικά στο περιεχόμενο των εγγράφων που είναι παραδεκτό ότι ανταλλάχτηκαν μεταξύ των μερών και που περιέβαλλαν την επίδικη σχέση, ήτοι των τριών προσφορών και της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που αντάλλαξαν σχεδόν αποκλειστικά μεταξύ τους οι ΜΕ2 και ΜΥ2 μεταξύ 25/05/12 - 31/10/12, οι οποίοι ήταν και τα πρόσωπα που είχαν, σύμφωνα και με τις δύο πλευρές, την πιο άμεση και ενεργό εμπλοκή στο όλο θέμα, αντίθετα με τους ΜΕ1 και ΜΥ1 οι οποίοι ουσιαστικά περιορίστηκαν στην υπογραφή του Τεκ.1 και στην κατά καιρούς επίβλεψη και συντονισμό των υφισταμένων τους. Η ακρόαση ολοκληρώθηκε με την παράθεση εμπεριστατωμένης γραπτής επιχειρηματολογίας από πλευράς των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, στα πλαίσια της οποίας ο κάθε συνήγορος υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία έχουν αποδειχθεί πλήρως οι θέσεις των πελατών του. Ειδική αναφορά στις αγορεύσεις των συνηγόρων κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Σημειώνω τα εξής: Λαμβανομένου υπόψη του ότι συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι τα όσα περιβάλλουν την επίδικη σχέση αποτυπώνονται κυρίως στα όσα γραπτώς ανταλλάχθηκαν μεταξύ των μερών[2], ήτοι στα μη αμφισβητούμενα έγγραφα και αλληλογραφία που κατατέθηκαν ως Τεκ.1, 6 - 16, 20 και 21, της νομικής αρχής ότι η ερμηνεία εγγράφων, και δη εγγράφων των οποίων το περιεχόμενο δεν αμφισβητείται, συνιστά γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται αποκλειστικά από το Δικαστήριο χωρίς να τίθεται θέμα αξιολόγησης της υποκειμενικής ερμηνευτικής άποψης που τυχόν να έχει κάποιος εκ των διαδίκων ή των μαρτύρων στην υπόθεση[3] και του ότι κατά την πορεία της ακρόασης, αρκετοί από τους ισχυρισμούς των εναγομένων τελικά κατέστησαν αποδεκτοί από πλευράς εναγόντων, κρίνω, για τους λόγους που θα διαφανούν και πιο κάτω, ότι η παράθεση και αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας θα ήταν αχρείαστη και δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό (βλ. Ιωάννου κ.α. ν. Αληφαντή κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163/2017, 164/2017, 165/2017, 7/10/2019, ECLI:CY:AD:2019:B413). Εξηγώ. Κατά πρώτο, σύμφωνα με τον ΜΕ2, ο οποίος κατά τους ενάγοντες και το ΜΕ1 ήταν το πρόσωπο που χειριζόταν σχεδόν αποκλειστικά τα επίδικα θέματα εκ μέρους των εναγόντων, η προσφορά Τεκ.1 δεν στάληκε στους εναγόμενους στις 02/04/12 ως είναι η ημερομηνία έκδοσης της και η δικογραφημένη θέση που αρχικά προώθησαν οι ενάγοντες μέσω του ΜΕ1, αλλά στις 25/05/12, και αφού είχαν προηγηθεί άλλες δύο προσφορές, ως δηλαδή ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι έγινε. Η αναφορά στο ίδιο το Τεκ.1 δε, ότι πρόκειται για «Αναθεωρημένη» προσφορά καθώς και η αναφορά στο email με το οποίο ο ΜΕ2 δέχτηκε ότι στάληκε η εν λόγω προσφορά στους εναγόμενους, ήτοι το Τεκ.6, ότι πρόκειται για την «Τελική Αναθεωρημένη» προσφορά των εναγόντων («Offer for Wi-Fi system - option 2 Final Revision»), επιβεβαιώνει τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς των εναγομένων. Τα ίδια όμως προκύπτουν και από τα όσα ο ΜΕ2 ανέφερε στο συγκεκριμένο email του, ήτοι: «.παρακαλώ βρες επισυνημμένη την τελευταία αναθεώρηση της προσφοράς μας για το WiFi...αποφασίσαμε να στρογγυλέψουμε το ποσό προς τα κάτω στις €49.000 λαμβάνοντας υπόψη αποδοχή των πιο κάτω όρων πληρωμής... 10% με την αποδοχή της προσφοράς, το υπόλοιπο του κόστους των υλικών με την παράδοση του εξοπλισμού, το κόστος εγκατάστασης με την παράδοση του έργου... όσον αφορά τα δείγματα παρακαλώ σημειώστε ότι θα χρειαστούμε 3 με 4 εβδομάδες για την παράδοση από την ημέρα αποδοχής της πιο πάνω προσφοράς» Κατά δεύτερο, σύμφωνα με τον ΜΕ2, τη μη αμφισβητούμενη αλληλογραφία που ο τελευταίος αντάλλαξε με την πλευρά των εναγομένων από τις 25/05/12 μέχρι και τις 31/10/12 (Τεκ.6-15, 20 και 21) αλλά και τις υποβολές που τέθηκαν στους ΜΥ1 και ΜΥ2 κατά την αντεξέταση τους από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων, διαφάνηκε ότι παρά την αρχική αμφισβήτηση των τελευταίων, στο τέλος κατέστη αποδεκτό ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν κοινώς αντιληπτό ότι για την οποιαδήποτε συνεργασία μεταξύ των διαδίκων, βαρύνουσα και καθοριστική σημασία είχε η άποψη του αρχιτέκτονα και των συμβούλων του έργου. Emails από ΜΕ2 προς ΜΥ2 29/05/12 - «.το δείγμα θα είναι διαθέσιμο σε 3 - 4 εβδομάδες και επομένως θα το έχεις κατά την επόμενη επίσκεψη του αρχιτέκτονα!» 03/07/12 - «Παρακαλώ προσπάθησε να δουν το δείγμα και εξήγησε τους την δυσκολία να τηρηθεί απόθεμα (stocking) τέτοιας συσκευής στο παρόν στάδιο. Επίσης προσπάθησε να περάσεις το μήνυμα ότι επιλογές για διαφορετική «όψη» δεν υπάρχουν για εξωτερικές μονάδες». 11/09/12 - «.Σε συνέχεια της τηλεφωνικής μας επικοινωνίας παρακαλώ βρες επισυνημμένα τα σχετικά έγγραφα αναφορικά με το αναθεωρημένο σχέδιο για το WiFi της Πλατείας Ελευθερίας.εν τω μεταξύ αν εσύ ή η UNEMEC (σύμβουλοι μηχανικοί του έργου) χρειάζεστε περαιτέρω πληροφορίες θα ήμουν χαρούμενος να βοηθήσω» 24/09/12 - «Διαβάζοντας τα πιο κάτω σχόλια και απορίες (του αρχιτέκτονα προς τους συμβούλους) έχω και εγώ κάποιες απορίες. Μπορούμε να διευθετήσουμε μια συνάντηση και να συζητήσουμε αυτοπροσώπως. Θα πρέπει να δούμε τα σχέδια και θα χρειαστώ τη βοήθεια σας.» Email από ΜΥ2 στις ΜΕ2 08/10/12 - «Παρακαλώ στείλε μου την τελική λύση και την απάντηση στις ερωτήσεις που έθεσαν οι UNEMEC και ο Αρχιτέκτονας στο προηγούμενο email. Πρέπει να στείλουμε την τελική λύση.» Emails από ΜΕ2 στις ΜΥ2 09/10/12 - (Απάντηση στο ανωτέρω email της 08/10/12) - «Παρακαλώ βρες πιο κάτω την απάντηση μας (στα σχόλια και απορίες του αρχιτέκτονα και των συμβούλων) καθώς και τα έγγραφα και την προσφορά μας» 10/10/12 - «.ωστόσο φαίνεται από την επικοινωνία ότι η «όψη» δεν είναι πλέον θέμα αλλά ερχόμαστε σε λειτουργικά προβλήματα. Θεωρώ ότι το δείγμα μπορεί να μην διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην απόφαση τους τις επόμενες μέρες» 17/10/12 - «.(παρατίθενται τεχνικά χαρακτηριστικά διαφόρων αντενών).λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω θα εισηγούμουν στους Συμβούλους να εξετάσουν τέτοια ενδεχόμενα.μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν . όπως επιθυμούν.τέλος προτού στείλω την τελική εκτίμηση (quotation) θα ήθελα να έχω την τελική απόφαση από τους Συμβούλους.» Τεκ.10 - Επιστολή που ο ΜΕ2 ανέφερε ότι συνέταξε περί το Σεπτέμβριο 2012 «.Σε συνέχεια της τελευταίας μας συνάντησης για την παράδοση της πρώτης Φάσης του έργου για WiFi στην Πλατεία Ελευθερίας, συζητούσαμε πιθανές εναλλακτικές μεθόδους εγκατάστασης.η πρωτοβουλία ήρθε μετά από απαίτηση του αρχιτέκτονα να αλλαχτεί ο σχεδιασμός για αισθητικούς λόγους.αρχικά υπήρχε ανάγκη για εξωτερικές αντένες.αυτές οι αντένες φαίνεται να είναι (πιο) «ογκώδεις» από τι αρχικά πιστεύετο από τους μηχανικούς σας που σχεδίασαν το σύστημα.σημειώστε ότι το προσφερόμενο σύστημα WiFi ήταν σχεδιασμένο για να ανταποκριθεί στις αρχικές απαιτήσεις του συστήματος. θα ακολουθήσει αναθεωρημένη οικονομική πρόταση που να καλύπτει το κόστος του προαναφερόμενου απαιτούμενου επανασχεδιασμού..». Υποβολές προς τους ΜΥ1 και ΜΥ2 «.είχετε την έγκριση (του αρχιτέκτονα).Οι Ενάγοντες ήταν πάντοτε πρόθυμοι όποτε τα έθελε ο αρχιτέκτονας, εφόσον τα πληρώνετε εσείς, να σας τα φέρει (τον εξοπλισμό).Εγώ σας υποβάλλω ότι δεν ήταν καθόλου εναλλακτικές προσφορές. Ήταν η ίδια προσφορά με κάποιες διαφοροποιήσεις για να ικανοποιηθεί όπως είπετε ο αρχιτέκτονας.Οι Ενάγοντες ήταν πάντοτε έτοιμοι να δώσουν λύσεις σε αυτές τις αλλαγές που είτε δικαιολογημένα είτε αδικαιολόγητα ζητούσε ο αρχιτέκτονας., οι Ενάγοντες μπορούσαν άνετα να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις που έθετε εκ των υστέρων ο αρχιτέκτονας και οι οποίες επαναλαμβάνω ήταν πρόσθετες απαιτήσεις.» Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι μέσω της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2 και της αντεξέτασης των ΜΥ1 και ΜΥ2, επιχειρήθηκε να προωθηθεί από πλευράς εναγόντων η θέση ότι τα θέματα που είχαν εγείρει ο αρχιτέκτονας και οι σύμβουλοι του έργου αφορούσαν απλά σε «πρόσθετες» απαιτήσεις, οι οποίες κατ' ουδένα λόγο δεν μετέβαλλαν την «ουσία» των βασικών απαιτήσεων που αφορούσε η προσφορά Τεκ.1, η οποία και ικανοποιούσε πλήρως τις εν λόγω βασικές απαιτήσεις. Το εγχείρημα αυτό όμως, τουλάχιστο στο βαθμό που αφορά στο ποια ήταν κατά τους ενάγοντες η δική τους αντίληψη κατά τον ουσιώδη χρόνο, καταρρίπτεται από τις γραπτές παραδεκτές αναφορές του ίδιου του ΜΕ2, ο οποίος, στο Τεκ.10, έγγραφο το οποίο ο μάρτυρας δέχτηκε ότι συνέταξε εκ μέρους των εναγόντων περί το Σεπτέμβριο 2012, ήτοι μετά την προσφορά Τεκ.1, αναφέρεται σε τότε διαπίστωση του ιδίου και των εναγόντων ως προς το ότι ενόψει της «.απαίτηση(ς) του αρχιτέκτονα να αλλαχτεί ο σχεδιασμός για αισθητικούς λόγους.», υπήρχε ανάγκη να ετοιμαστεί και να υποβληθεί από μέρους των εναγόντων «.αναθεωρημένη οικονομική πρόταση που να καλύπτει το κόστος του προαναφερόμενου απαιτούμενου επανασχεδιασμού..» διότι «.το προσφερόμενο σύστημα WIFi ήταν σχεδιασμένο για να ανταποκριθεί στις αρχικές απαιτήσεις του συστήματος.». Το ότι όμως και οι ίδιοι οι ενάγοντες είχαν αντιληφθεί εξ' αρχής ότι «.το προσφερόμενο σύστημα WiFi.» δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στον «απαιτούμενο (από τον αρχιτέκτονα και τους συμβούλους) επανασχεδιασμό», επιβεβαιώνεται πλήρως και από τη μεταγενέστερη αναφορά που ο ΜΕ2 έκαμε στο email της 10/10/12 ως προς το ότι είχε καταστεί αντιληπτό στους ενάγοντες ότι «.φαίνεται από την επικοινωνία (με τον αρχιτέκτονα και τους συμβούλους) ότι η «όψη» δεν είναι πλέον θέμα αλλά ερχόμαστε σε λειτουργικά προβλήματα..». Αν τώρα στα πιο πάνω συνυπολογιστεί αφ' ενός το ότι μεταξύ 11/09/12 και 31/10/12, τα πλείστα email και έγγραφα που στέλλει ο ΜΕ2 φέρουν ως θέμα - τίτλο αναφορές του τύπου, «WiFi Πλατείας Ελευθερίας - Αναθεωρημένο», «Ανεπίσημη Πρόταση Συστήματος WiFi» και «Επανασχεδιασμένο Σύστημα Wifi» και αφ' ετέρου το ότι στο τέλος οι ενάγοντες, αφού έστειλαν στους εναγόμενους δύο άλλες προσφορές (Τεκ.16), τις οποίες διαχώρισαν ρητά σε «Ανάπλαση Πλατείας ελευθερίας - Πρόσθετη Προσφορά» και σε προσφορά για «Σύστημα WiFi - Ανάπλαση Πλατείας Ελευθερίας», και για τις οποίες ανέφεραν ότι πρόκειται για τις εναλλακτικές επιλογές, ήτοι «Προσφορά για σύστημα Wi-Fi - Τελική Εκτίμηση (Quotation) Επιλογή Α» και «Προσφορά για σύστημα Wi-Fi - Τελική Εκτίμηση (Quotation) Επιλογή Β» (email 09/10/12), ενημέρωσαν τους εναγόμενους ότι «.προτού στείλω την τελική εκτίμηση (quotation) θα ήθελα να έχω την τελική απόφαση από τους Συμβούλους.» (email 31/10/12), δεν αφήνεται θεωρώ καμία αμφιβολία να πλανάται ότι ήταν πάντοτε κοινώς αντιληπτό ότι οι απαιτήσεις του αρχιτέκτονα δεν ήταν απλές και τυπικές αλλά επηρέαζαν καθοριστικά και σημαντικά την «ουσία» όλων των προσφερόμενων από τους ενάγοντες μηχανημάτων και υπηρεσιών. Κατά τρίτο, από την ίδια μαρτυρία που αναφέρεται ανωτέρω, ήτοι το περιεχόμενο των email και των άλλων εγγράφων που είναι παραδεκτό ότι ανταλλάχτηκαν μεταξύ των μερών, προκύπτει ότι από τις 25/05/12 που στάληκε το Τεκ.1 και μέχρι και τις 31/10/12 που ο ΜΕ2, αφού είχε ήδη στείλει τις δύο «νέες» προσφορές Τεκ.16, ανέφερε στους εναγόμενους ότι «.προτού στείλω την τελική εκτίμηση (quotation) θα ήθελα να έχω την τελική απόφαση από τους Συμβούλους.», οι διάδικοι, και ιδιαίτερα οι ενάγοντες, απασχολούνταν αποκλειστικά με τα θέματα και τα ερωτήματα που ο αρχιτέκτονας και οι σύμβουλοι μηχανικοί του έργου πρόβαλλαν σε σχέση με την καταλληλότητα των μηχανημάτων και των υπηρεσιών που προσφέρονταν από τους ενάγοντες και ουδέποτε οι εναγόμενοι πρόβαλαν ως δικά τους τα εν λόγω θέματα και ερωτήματα. Το αναφέρω τούτο διότι κατά τη μαρτυρία του ο ΜΕ2 προσπάθησε, εμμέσως πλην σαφώς, να παρουσιάσει την επικοινωνία των μερών ως ανεξάρτητη και άσχετη με τις θέσεις που ο αρχιτέκτονας και οι σύμβουλοι του έργου εξέφραζαν για την καταλληλότητα των επίδικων υπηρεσιών και προϊόντων καθώς και ως άσχετη και με την ανάγκη να ικανοποιηθεί ο αρχιτέκτονας και οι σύμβουλοι του έργου για την καταλληλότητα των όσων προσέφεραν οι ενάγοντες. Βεβαίως, λαμβανομένου υπόψη ότι στα έγγραφα που ο ΜΕ2 συνέταξε, αναφέρθηκε γραπτώς σε συναντήσεις που αυτός είχε για τα θέματα καταλληλότητας που απασχολούσαν τον αρχιτέκτονα και τους συμβούλους του έργου καθώς και σε απαντήσεις και λύσεις που έδιναν οι ενάγοντες για να ικανοποιήσουν αυτά τα θέματα καταλληλότητας που απασχολούσαν τον αρχιτέκτονα και τους συμβούλους, η προσπάθεια του μάρτυρα δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί επιτυχής. Άλλωστε, όταν κατά την αντεξέταση του ΜΕ2 του υποδείχτηκαν οι γραπτές αναφορές που ο ίδιος έκαμε στα διάφορα παραδεκτά έγγραφα που είχε συντάξει, αυτός δέχτηκε, μη έχοντας βέβαια άλλη επιλογή, ότι όντως μπορεί τα πράγματα να έγιναν ως προκύπτει από τα δικά του έγγραφα να έγιναν, αν και επικαλέστηκε αδυναμία να επιβεβαιώσει τα εν λόγω γεγονότα λόγω της παρέλευσης του χρόνου. Οι γραπτές όμως αναφορές στις οποίες είχε ο ίδιος προβεί κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι θεωρώ αρκετές για να επιβεβαιώσουν και τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι μέχρι και τις 31/10/12, τους διάδικους τους απασχολούσαν έντονα τα ζητήματα και τα ερωτήματα που πρόβαλλαν ο αρχιτέκτονας και οι σύμβουλοι του έργου σε σχέση με το κατά πόσο τα εξαρτήματα και οι υπηρεσίες που αναφέρονταν στις προσφορές των εναγόντων ήταν κατάλληλα και αποδεκτά για τις ανάγκες του έργου. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω και τα εξής. Μέσω των ΜΕ1 και ΜΕ2, οι ενάγοντες προώθησαν τη θέση ότι μέχρι τις 31/10/12, αυτοί, ενεργώντας στη βάση της συμβατικής υποχρέωσης που ισχυρίστηκαν ότι ανέλαβαν μετά την υπογραφή της προσφοράς Τεκ.1, κατέβαλαν περί τις €47.000 και παρέλαβαν όλα τα εκεί αναφερόμενα μηχανήματα (Τεκ.2) και ότι προσπάθησαν ανεπιτυχώς για τους επόμενους τρεις μήνες να επικοινωνήσουν με τους εναγόμενους για να τους ενημερώσουν σχετικά (Τεκ.3). Όπως όμως εύστοχα υπέδειξε στους ΜΕ1 και ΜΕ2 ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, ο ισχυρισμός τους αυτός δεν συνάδει καθόλου με τη στάση και συμπεριφορά που φαίνονται να επεδείκνυαν οι ενάγοντες καθ' όλη την παραδεκτή αλληλογραφία που είχαν με τους εναγόμενους, αφού ενώ οι διάδικοι αντάλλασσαν συνεχώς email για πέντε περίπου μήνες, εντούτοις ουδέποτε, ούτε και για τρεις μήνες μετά τις 31/12/12, ανέφεραν στα email τους οι ενάγοντες οτιδήποτε το σχετικό, ως εύλογα θα αναμένετο ν' αναφέρουν. Αντιθέτως, ακόμη και στο τελευταίο email που έστειλε ο ΜΕ2 προς το ΜΥ2 στις 14:42 της 31/10/12, την ημέρα δηλαδή που φέρεται να εκδόθηκε το τιμολόγιο Τεκ.2 που κατά τους ενάγοντες επιμαρτυρεί την πληρωμή και παραλαβή των επίδικων μηχανημάτων από μέρους τους, οι τελευταίοι παρουσιάζονται να ενημερώνουν τους εναγόμενους ότι «.αναμένουμε για τα δικά σας σχόλια και την τελική απόφαση προτού ολοκληρώσουμε τα πάντα.». Αν όμως μέχρι εκείνη την ημέρα «τα πάντα» είχαν ήδη «ολοκληρωθεί», ως ήταν ουσιαστικά και η θέση που προώθησαν οι ενάγοντες στη βάση του τιμολογίου Τεκ.2, τότε προς τι η ανάγκη για αναμονή «.για τα δικά σας σχόλια και την τελική απόφαση προτού ολοκληρώσουμε τα πάντα.»; Και βεβαίως δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί εδώ ότι όχι μόνο δεν φαίνεται να πληρώθηκε ποτέ το «10%» που οι ενάγοντες έθεσαν ως όρο στις 25/05/12 να πληρωθεί αν θα υπήρχε όντως συμφωνία στη βάση της προσφοράς Τεκ.1 (βλ. email 25/05/12), αλλά και οι νέες προσφορές που στάληκαν μέσω του ΜΕ2 τον Οκτώβρη 2012 (Τεκ.16), ήτοι μετά την προσφορά Τεκ.1, οι οποίες περιλάμβαναν μεταξύ άλλων και τα όσα περιέχονταν στην προσφορά Τεκ.1, αυτές είχαν σταλεί στους εναγόμενους ως διαθέσιμες τότε εναλλακτικές επιλογές, με δικαίωμα μάλιστα αποδοχής τους μέχρι τις 26/12/12. Γιατί όμως τον Οκτώβριο 2012 να δώσουν οι ενάγοντες δικαίωμα στους εναγόμενους να συμφωνήσουν μέχρι τις 26/12/12 για την προμήθεια και εγκατάσταση και των όσων είχαν προηγουμένως αναφερθεί στο Τεκ.1, αν είχε από τις 25/05/12 συναφθεί σχετική συμφωνία μεταξύ των μερών στη βάση εκείνης της προσφοράς; Αναφέρω τα πιο πάνω όχι τόσο για να καταδείξω έλλειψη πειστικότητας σε σχέση με τον ισχυρισμό των ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι σε κάποια στιγμή οι ενάγοντες αγόρασαν και παρέλαβαν τα επίδικα μηχανήματα, όσο για να καταδείξω ότι σύμφωνα με τις δικές τους γραπτές αναφορές, οι ενάγοντες, είτε παρήγγειλαν και παρέλαβαν τα μηχανήματα ως ισχυρίστηκαν είτε όχι, ούτε εκείνοι θεωρούσαν ότι είχαν συνάψει ποτέ οποιαδήποτε νομικά δεσμευτική συμφωνία με τους εναγόμενους στη βάση του Τεκ.1 ώστε να υποχρεούνταν συμβατικά να παραγγείλουν τα επίδικα μηχανήματα. Αν μη τι άλλο, οι ίδιοι οι ενάγοντες παρουσιάζονται να είχαν ενημερώσει τους εναγόμενους στις 31/10/12 ότι ακόμη «.αναμένουμε για τα δικά σας σχόλια και την τελική απόφαση προτού ολοκληρώσουμε τα πάντα.». Ακόμη λοιπόν και αν οι ενάγοντες παρήγγειλαν τα επίδικα μηχανήματα διότι θεώρησαν από μόνοι τους ότι οι εισηγήσεις και οι λύσεις που είχαν πρότεινει προς τον αρχιτέκτονα και τους συμβούλους του έργου εν τέλει θα έπειθαν τους τελευταίους, οπόταν σ' ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα έπρεπε, ως σωστοί επαγγελματίες, να ήταν έτοιμοι να προχωρήσουν άμεσα με την παράδοση των μηχανημάτων, ως ήταν και η θέση του ΜΕ1, αυτό δεν σημαίνει και ότι οι εναγόμενοι ήταν συμβατικά υποχρεωμένοι να τους αποζημιώσουν για την καθαρά αυτόβουλη ενέργεια τους αυτή. Υπενθυμίζω και επισημαίνω εδώ ότι η παρούσα αγωγή εδράζεται αποκλειστικά σε κατ' ισχυρισμό «παραβίαση συμφωνίας ή και παράβαση όρων σύμβασης» και όχι σε κατ' ισχυρισμό παραπλάνηση ή κατ' ισχυρισμό επιζήμιες αλλά μη συμβατικές παραστάσεις από πλευράς εναγομένων. Αναφέρω εδώ ότι δεν έχει διαφύγει της προσοχής μου ότι στο email της 02/07/12 (Τεκ. 21), ο ΜΥ2 παρουσιάζεται να ζητά από το ΜΕ2 να «παραγγείλει από την ποσότητα της προσφοράς» δείγμα των προσφερόμενων μηχανημάτων ώστε αυτό να υποδειχθεί στον αρχιτέκτονα. Το αίτημα όμως αυτό του ΜΥ2 δεν μπορεί να δώσει κανένα έρεισμα στις θέσεις των εναγόντων. Αυτό αφ' ενός διότι ήταν ξεκάθαρο ότι το δείγμα χρειαζόταν ώστε να μπορέσει ο αρχιτέκτονας να εξετάσει και να αποφασίσει επί της καταλληλότητας των προσφερόμενων μηχανημάτων και υπηρεσιών, άρα αμφότεροι γνώριζαν ότι έπρεπε ακόμη να εξασφαλιστεί η έγκριση του αρχιτέκτονα, και αφ' ετέρου διότι την επόμενη μέρα, δηλαδή στις 03/07/12, ο ΜΕ2, αναφέροντας ότι είχε εξασφαλίσει ένα δείγμα, ζήτησε από τον ΜΥ2 να επιδειχθεί προσοχή κατά το χειρισμό του διότι συνιστούσε καινούριο προϊόν, άρα το δείγμα δεν θα παραδιδόταν μόνιμα στους εναγόμενους, αλλά και να εξηγήσει στον αρχιτέκτονα «την δυσκολία να τηρηθεί απόθεμα (stocking) τέτοιας συσκευής στο παρόν στάδιο» (Τεκ. 8). Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον ίδιο το ΜΕ2, στο στάδιο εκείνο που βρίσκονταν τότε τα μέρη δεν τίθετο θέμα να εξασφαλιστούν και να αποθηκευτούν τα μηχανήματα που προσφέρονταν από τους ενάγοντες. Πώς λοιπόν θα μπορούσε να θεωρηθεί βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι είχαν συμφωνήσει με τους εναγόμενους από τον Απρίλιο - Μάιο 2012 όπως αγοράσουν και εξασφαλίσουν τα μηχανήματα που αναφέρονταν στο Τεκ.1, όταν τον Ιούλιο 2012 οι ίδιοι δεν θεωρούσαν ότι έπρεπε να είχαν τα εν λόγω μηχανήματα; Το ερώτημα αυτό προβάλλει εντονότερο αν ληφθεί υπόψη και το ότι τρεις μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο 2012 δηλαδή, οι ενάγοντες ενημέρωσαν τους εναγόμενους ότι θ' «.αναμένουμε για τα δικά σας σχόλια και την τελική απόφαση προτού ολοκληρώσουμε τα πάντα.». Είναι τέλος κοινώς αποδεκτό ότι ουδέποτε δόθηκε από πλευράς του αρχιτέκτονα και των συμβούλων του έργου οποιαδήποτε έγκριση αναφορικά με την καταλληλότητα οποιωνδήποτε εξαρτημάτων ή υπηρεσιών προσέφεραν οι ενάγοντες. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω λοιπόν, πρόσθετα των όσων ευρημάτων έχω ήδη κάμει, βρίσκω επίσης ότι κατά το χρόνο που οι ενάγοντες έστειλαν στους εναγόμενους την προσφορά τους Τεκ.1 και οι τελευταίοι την υπέγραψαν, ήταν κοινώς αντιληπτό και αποδεκτό ότι για την επίτευξη οποιασδήποτε συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων στη βάση του Τεκ.1 ή στη βάση οποιασδήποτε άλλης προσφοράς των εναγόντων, βαρύνουσα και καθοριστική σημασία θα είχε η άποψη που θα εξέφραζε στη συνέχεια ο αρχιτέκτονας και οι σύμβουλοι του έργου αναφορικά με την καταλληλότητα των προσφερόμενων μηχανημάτων και υπηρεσιών και ειδικότερα κατά πόσο ο εν λόγω αρχιτέκτονας και σύμβουλοι θα ενέκριναν και θα αποδέχονταν τα προσφερόμενα μηχανήματα. Αυτό άλλωστε υποδηλούν και οι επίμονες προσπάθειες που έκαμναν οι ενάγοντες μέχρι και τις 31/12/12 για να «ικανοποιήσουν» τις απαιτήσεις του αρχιτέκτονα και των συμβούλων του έργου, ιδιαίτερα μετά και που τους κοινοποιήθηκε στις 20/09/12 η θέση του αρχιτέκτονα και των συμβούλων του έργου ότι «.ενδιαφερόμαστε να καταλάβουμε καλύτερα τις προτάσεις (των εναγόντων).(και).κατά πόσο, πέραν από την πρόταση της προαναφερόμενης εταιρείας (των εναγόντων), υπάρχουν οποιεσδήποτε άλλες ιδέες που μπορούμε να εφαρμόσουμε και οι οποίες θα είναι από πλευράς κόστους πιο ουδέτερες.» (βλ. email ΜΥ2 20/09/12 και ΜΕ2 09/10/12) και αυτοί έστειλαν το Τεκ.10 όπου αναφέρθηκαν στην ανάγκη να ετοιμάσουν «.αναθεωρημένη οικονομική πρόταση που να καλύπτει το κόστος του προαναφερόμενου απαιτούμενου επανασχεδιασμού..» διότι υπήρξε «.απαίτηση του αρχιτέκτονα να αλλαχτεί ο σχεδιασμός για αισθητικούς λόγους.» και «.το προσφερόμενο σύστημα WIFi ήταν σχεδιασμένο για να ανταποκριθεί στις αρχικές απαιτήσεις του συστήματος.». Των πιο πάνω λεχθέντων, υπενθυμίζω την πάγια νομική αρχή ότι «A condition precedent to the formation of a contract is a conditional promise.(and).no contract comes into existence until the contingency occurs.» (βλ. Halsburys Laws of England, 4η έκδοση (reissue), τόμος 9
(1)σελ. 702). Ότι δηλαδή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει συνομολογηθεί μια έγκυρη και νομικά δεσμευτική σύμβαση αν θα πρέπει να ληφθούν περαιτέρω διεργασίες για να ολοκληρωθεί η συνομολόγηση της ή αν στην ουσία τα μέρη απλά συμφώνησαν ότι θα συμφωνήσουν (βλ. επίσης Electricity Authority of Cyprus vs Petrolina
(1971)1CLR 19 και ΑΒΑΡΑΤΖΗΣ ν. MELNYK κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2012, 13/11/2018, ECLI:CY:AD:2018:A495). Στην Mamidoil-Jetoil Greek Petroleum Company SA v Okta Crude Oil Refinery AD [2001] EWCA Civ 406 (22 March 2001) μάλιστα, στην οποία παραπέμπει η Αβαρατζής σε σχέση με τη συγκεκριμένη νομική αρχή, λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα εξής: «In my judgment the following principles relevant to the present case can be deduced from these authorities, but this is intended to be in no way an exhaustive list:
  1. i)Each case must be decided on its own facts and on the construction of its own agreement. Subject to that,
  2. ii)Where no contract exists, the use of an expression such as "to be agreed" in relation to an essential term is likely to prevent any contract coming into existence, on the ground of uncertainty. This may be summed up by the principle that "you cannot agree to agree". iii) Similarly, where no contract exists, the absence of agreement on essential terms of the agreement may prevent any contract coming into existence, again on the ground of uncertainty.
  3. iv)However, particularly in commercial dealings between parties who are familiar with the trade in question, and particularly where the parties have acted in the belief that they had a binding contract, the courts are willing to imply terms, where that is possible, to enable the contract to be carried out.
  4. v)Where a contract has once come into existence, even the expression "to be agreed" in relation to future executory obligations is not necessarily fatal to its continued existence.
  5. vi)Particularly in the case of contracts for future performance over a period, where the parties may desire or need to leave matters to be adjusted in the working out of their contract, the courts will assist the parties to do so, so as to preserve rather than destroy bargains, on the basis that what can be made certain is itself certain. Certum est quod certum reddi potest. vii) This is particularly the case where one party has either already had the advantage of some performance which reflects the parties' agreement on a long term relationship, or has had to make an investment premised on that agreement. viii) For these purposes, an express stipulation for a reasonable or fair measure or price will be a sufficient criterion for the courts to act on. But even in the absence of express language, the courts are prepared to imply an obligation in terms of what is reasonable.» Όπως λοιπόν εξηγείται στην Αβαρατζής, αυτό που ξεκάθαρα προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι όταν απλά τα μέρη «συμφώνησαν ότι θα συμφωνήσουν» ή όταν υπάρχει αοριστία και ασάφεια διότι τα μέρη δεν συμφώνησαν ως προς τους ουσιώδεις όρους της σύμβασης, τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία - «Στην περίπτωση που η κατ' ισχυρισμόν σύμβαση είναι ασαφής ή ατελής ή σαφώς προνοεί τη λήψη περαιτέρω διεργασιών για να ολοκληρωθεί η συνομολόγηση της, τότε δεν υπάρχει δεσμευτική νομικά σύμβαση και το Δικαστήριο θα αρνηθεί να την εφαρμόσει.» - (βλ. και Petrolina ανωτέρω αλλά και αρ.29 Κεφ 149). Αν όμως διαφανεί ότι τα μέρη, θεωρώντας καλόπιστα ότι είχαν μια δεσμευτική και έγκυρη συμφωνία μεταξύ τους, άφησαν να «ρυθμιστούν» στο μέλλον μόνο κάποιες πτυχές μιας κατά τ' άλλα συνηθισμένης γι' αυτά εμπορικής συνεργασίας, τότε το Δικαστήριο θα αναγνωρίσει την ύπαρξη σύμβασης και θα «βοηθήσει» τα μέρη να «συμπληρώσουν τα κενά» στη συμφωνία τους, «διαβάζοντας» στην εν λόγω συμφωνία εκείνους τους εξυπακουόμενους όρους που χρειάζεται να υπάρχουν ώστε η συνεργασία να διατηρηθεί και όχι να καταστραφεί, ιδιαίτερα όταν το ένα μέρος έχει επωφεληθεί από την εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεων από πλευράς του άλλου μέρους. Όπως περαιτέρω αναφέρεται στην Okta ανωτέρω και υπενθυμίζεται στην Αβαρατζής, «.ακόμη και στην περίπτωση της υπό επιφύλαξης συμφωνίας είναι δυνατόν στην κατάλληλη περίπτωση το Δικαστήριο να αποδώσει θεραπεία είτε του τύπου quantum meruit σε σχέση με τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν από το ένα μέρος στο άλλο είτε του τύπου αποκατάστασης (restitution) για επιστροφή χρημάτων ή αντικειμένων που μεταβιβάστηκαν από το ένα μέρος στο άλλο παρά την απουσία συμβατικής σχέσης...». Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές λοιπόν, κρίνω, στη βάση όλων των ανωτέρω ευρημάτων μου, ότι είτε η παρούσα περίπτωση ήθελε ιδωθεί ως περίπτωση όπου η νομική ισχύς των όσων συμφωνήθηκαν μεταξύ των μερών όταν υπογράφτηκε το Τεκ.1 τελούσε υπό την προϋπόθεση ότι τα συμφωνηθέντα θα εγκρίνονταν και από τον αρχιτέκτονα και τους συμβούλους του έργου, κάτι όμως το οποίο δεν έγινε ποτέ, είτε ως περίπτωση όπου η συμφωνία των μερών τελούσε «υπό επιφύλαξη» ή υπό την αίρεση καταρτισμού δεσμευτικής σύμβασης μόλις θα είχαν την έγκριση του αρχιτέκτονα, ότι δηλαδή τα μέρη απλά συμφώνησαν ότι θα συμφωνήσουν[4], η ουσία παραμένει η ίδια. Ότι δηλαδή ούτε στις 02/04/12, ούτε στις 25/05/12 αλλά ούτε και μέχρι τις 31/12/12 συνομολογήθηκε ποτέ οποιαδήποτε νόμιμη, έγκυρη και δεσμευτική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων για προμήθεια και εγκατάσταση των όσων αναφέρονταν στην προσφορά των εναγόντων Τεκ.1 ώστε οι εναγόμενοι να υποχρεούνται σήμερα να πληρώσουν στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό στη βάση «παραβίασης συμφωνίας ή και παράβαση όρων σύμβασης». Άλλωστε, με τις προσφορές που έστειλαν στους εναγόμενους τον Οκτώβριο 2012 (Τεκ.16), οι οποίες περιλάμβαναν μεταξύ άλλων και τα όσα είχαν προηγουμένως προσφερθεί με το Τεκ.1, οι ίδιοι οι ενάγοντες παρουσίασαν στους εναγόμενους ότι είχαν μέχρι και τις 26/12/12 για να αποφασίσουν αν τελικά θα αποδέχονταν ή όχι τα επίδικα μηχανήματα και υπηρεσίες ώστε να συναφθεί και η σχετική συμφωνία μεταξύ τους, και ουδέποτε οι τελευταίοι κοινοποίησαν οποιαδήποτε αποδοχή εντός της ταχθείσας προθεσμίας[5]. Υπενθυμίζω εδώ ότι σύμφωνα με το email των ίδιων των εναγόντων, με το οποίο στάληκαν οι δύο προσφορές τον Οκτώβρη του 2012, οι εναγόμενοι είχαν το δικαίωμα, αν ήθελαν να προχωρήσουν, να επιλέξουν μέχρι και τις 26/12/12 μεταξύ δύο εναλλακτικών επιλογών, ήτοι μιας «Πρόσθετης Προσφοράς» και μιας νέας συνολικής προσφοράς για «Σύστημα WiFi - Ανάπλαση Πλατείας Ελευθερίας». Ούτε όμως και διαπιστώνεται οι εναγόμενοι να έχουν αποκομίσει οποιοδήποτε όφελος από τους ενάγοντες ώστε να τίθεται θέμα να πρέπει να αποζημιωθούν οι τελευταίοι στη βάση του «quantum meruit σε σχέση με υπηρεσίες που προσφέρθηκαν από το ένα μέρος στο άλλο» ή στη βάση των αρχών της «αποκατάστασης (restitution) για επιστροφή χρημάτων ή αντικειμένων που μεταβιβάστηκαν από το ένα μέρος στο άλλο παρά την απουσία συμβατικής σχέσης» (βλ. Αβαρατζής ανωτέρω). Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς κρίνω ότι η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Επειδή η αλληλογραφία των μερών Τεκ.6-15, 20 και 21, το Τεκ.10 και οι προσφορές Τεκ.1 και 16 είναι στην αγγλική γλώσσα, τα αποσπάσματα που θα παραθέτω από τα εν λόγω έγγραφα θα είναι σε ελεύθερη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα (βλ. κατ' αναλογία τις επισημάνσεις στην Παύλου Μιχαλάκης ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη, γραμματέα του Ταμείου Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστού της Αιγίς Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1006) [2] βλ. ισχυρισμό στην Ε/Α ότι «.καταρτίστηκε εν μέρει γραπτή και εν μέρει προφορική εμπορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων.» και ισχυρισμούς των εναγομένων αναφορικά με ανταλλαγή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας και εγγράφων «σε σχέση με την οριστικοποίηση των προϊόντων και την καταλληλότητά τους» [3] (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168 Χατζησωτηρίου Γιολάντα ν. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1406, Εθνική Τράπεζα Eλλάδος A.E. v. Χατζηνέστορος
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 204, Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φούτας v. Εταιρεία Βάσος Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 168, Λάμπρου v. Παράσχου κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 397 και Οικονόμου κ.ά. v. Ττοφίνη κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 436) και ΛΙΠΕΡΗ ν. ECCLESIASTICAL INSURANCE OFFICE PLC κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A329, Πολιτική Έφεση Αρ. 42/2013, 19/7/2019) [4] Βλ. Αβαρατζής ανωτέρω [5] Αρ.6(β) Κεφ.149 - «Η πρόταση ανακαλείται.με την πάροδο της προθεσμίας που καθορίστηκε στην πρόταση για αποδοχή ή σε περίπτωση που δεν καθορίστηκε τέτοια προθεσμία, με την πάροδο εύλογου χρόνου από τη διενέργεια της πρότασης, χωρίς κοινοποίηση της αποδοχής» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.