ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 578/22, 19/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A216 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 578/22 Μεταξύ: 1. ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ 2. [ ] ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ 3. [ ] ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ 4. [ ] ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ Εναγόντων -και- ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενου Αίτηση ημερομηνίας 4/4/2022 Ημερομηνία: 19/4/2022 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες-αιτητές: κ. Η. Στεφάνου Για εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση: κ. Λ. Κάρνος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή με κλητήριο ένταλμα γενικώς οπισθογραφημένο και αξιώνουν τις ακόλουθες θεραπείες: «Α) Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις λόγω παραβίασης από τον Αρχηγό Αστυνομίας και/ή τον Αστυνομικό Διευθυντή του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος Αρχηγείου Αστυνομίας και/ή Υπεύθυνο του υπαγόμενου σε αυτό Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (Ε) Αρχηγείου και/ή τους αστυνομικούς ανακριτές αυτού του Τμήματος και/ή την Αστυνομία Κύπρου ή τα μέλη αυτής:
- i)του Δικαιώματος της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής των Εναγόντων, το οποίο διασφαλίζεται από το αρ. 15 του Συντάγματος, από το αρ. 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από το αρ. 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών,
- ii)του Δικαιώματος του απορρήτου της αλληλογραφίας και πάσης άλλης επικοινωνίας των Εναγόντων η οποία διασφαλίζεται από το αρ. 17 του Συντάγματος και από το αρ. 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, iii) του Δικαιώματος της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν του Ενάγοντες, το οποίο διασφαλίζεται από το αρ. 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
- iv)του δικηγορικού απορρήτου που αφορά τους Ενάγοντες το οποίο αναγνωρίζεται ως θεμελιώδες δικαίωμα σύμφωνα με τον Κανονισμό 13 της ΚΔΠ 237/2002 (Περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμοί) και το αρ. 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
- v)του Δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας των Εναγόντων, το οποίο διασφαλίζεται από το αρ. 23 του Συντάγματος, το αρ. 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από το αρ. 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών,
- vi)του Δικαιώματος του απαραβίαστου της επαγγελματικής στέγης των Εναγόντων το οποίο διασφαλίζεται από το αρ. 16 του Συντάγματος, το αρ. 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών και το αρ. 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, vii) των Δικαιωμάτων των Εναγόντων τα οποία διασφαλίζονται και/ή προβλέπονται από τα αρ. 3-25 του Περί Προστασίας Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμου του 1996 (92 (I)/1996) και από τα αρ. 3 - 36 του Περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμος του 2018 (125(Ι)/2018). Β) Παραδειγματικές και/ή επιβαρυντικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, οι οποίες απορρέουν από τις παραβιάσεις του Αρχηγού Αστυνομίας και/ή του Αστυνομικού Διευθυντή του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος Αρχηγείου Αστυνομίας και/ή του Υπεύθυνου του υπαγόμενου σε αυτό Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (Ε) Αρχηγείου και/ή των αστυνομικών ανακριτών αυτού του Τμήματος και/ή της Αστυνομία Κύπρου ή μελών αυτής, οι οποίες περιέχονται στην Παράγραφο Α' ανωτέρω. Γ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσει τον Εναγόμενο και /ή τον Αρχηγό Αστυνομίας και/ή τον Αστυνομικό Διευθυντή του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος Αρχηγείου Αστυνομίας και/ή τον Υπεύθυνο του υπαγόμενου σε αυτό Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (Ε) Αρχηγείου και/ή τους αστυνομικούς ανακριτές αυτού του Τμήματος και/ή την Αστυνομία Κύπρου ή τα μέλη αυτής να επιστρέφουν στους Ενάγοντες τα τεκμήρια και/ή τα αντικείμενα τα οποία κατασχέθηκαν από το γραφείο των Εναγόντων, από τον Εναγόμενο και/ή την Αστυνομία Κύπρου και/ή μέλη της Αστυνομίας Κύπρου και για τα οποία απορρίφθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας το αίτημα κατακράτησής τους. Δ) Αναγνωριστικό Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η περαιτέρω κατακράτηση των τεκμηρίων και/ή αντικειμένων, τα οποία κατασχέθηκαν από το γραφείο της Ενάγουσας 1 και τους Εναγόμενους 2-4 κατά τη διάρκεια εκτέλεσης ενταλμάτων έρευνας, μεταξύ των ημερομηνιών 29/07/21 και 30/07/21, από τον Αρχηγό Αστυνομίας και/ή τον Αστυνομικό Διευθυντή του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος Αρχηγείου Αστυνομίας και/ή τον Υπεύθυνο του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Αρχηγείου και/ή από τους αστυνομικούς ανακριτές αυτού του Τμήματος και/ή την Αστυνομία Κύπρου ή τα μέλη αυτής και για τα οποία δεν υφίσταται, με Απόφαση του αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ 13/12/21, διάταγμα κατακράτησης αυτών των τεκμηρίων και/ή αντικειμένων, είναι παράνομη. Ε) Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία ήθελε κρίνει το Δικαστήριο ως εύλογη και/ή δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Στ) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Παράλληλα καταχώρησαν την παρούσα αίτηση μονομερώς και αξιώνουν την έκδοση του ακόλουθου προσωρινού διατάγματος: «Α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στον Εναγόμενο/ Καθ' ου η Αίτηση και σε εκπροσώπους του και/ή στον Αρχηγό Αστυνομίας και/ή τον Αστυνομικό Διευθυντή του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος Αρχηγείου Αστυνομίας και/ή Υπεύθυνο του υπαγόμενου σε αυτό Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (Ε) Αρχηγείου και/ή τους αστυνομικούς ανακριτές αυτού του Τμήματος και/ή την Αστυνομία Κύπρου ή τα μέλη αυτής, μέχρι την έκδοση απόφασης στην Έφεση 245/21 που καταχώρησε ο Εναγόμενος και/ή ο Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας, ενώ σε περίπτωση απόρριψης της έφεσης αυτής, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής με τον ως άνω τίτλο και αριθμό, να αποσφραγίσουν και/ή να επιθεωρήσουν και/ή αποκτήσουν πρόσβαση και/ή να μελετήσουν και/ή να αντιγράψουν και/ή να επεξεργαστούν με οποιοδήποτε τρόπο τα τεκμήρια και/ή αντικείμενα τα οποία κατασχέθηκαν από τα γραφεία της Ενάγουσας 1 και από τους Εναγόμενους 2-4, δυνάμει εκτέλεσης τριών ενταλμάτων έρευνας στις 29/07/21 και 30/07/21 και για τα οποία το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 13/12/21 στα πλαίσια της Αίτησης 109/21 απέρριψε το αίτημα κατακράτησής τους.» Η νομική βάση της αίτησης είναι τα άρθρα 4, 7, και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, τα άρθρα 7, 8, και 17 του Χάρτη Θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρώπης, τα άρθρα 15, 16, 17 και 23 του Συντάγματος, το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρώπινων δικαιωμάτων και Θεμελιωδών ελευθεριών, το άρθρο 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση ανθρώπινων δικαιωμάτων, τα άρθρα 3-5 του περί Προστασίας Απόρρητου Επικοινωνίας Ιδιωτικής Επικοινωνίας Νόμου 92
(1)/1996 τα άρθρα 3-36 του περί Προστασίας των Φυσικών Προσώπων έναντι επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα 125
(1)/2018 και τις διαταγές 48, 59 και 64 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Η αίτηση στηρίζεται σε γεγονότα που περιέχονται σε ένορκη δήλωση που έχει συντάξει ο Γιώργος Δημητριάδης, ενάγοντας 4 και δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Ανδρέας Δημητριάδης και Σία. Η ενάγουσα 1 είναι δικηγορική εταιρεία εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών στο μητρώο του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου και οι εναγόμενοι 2 και 3, δικηγόροι, διευθυντές και μέτοχοι της ενάγουσας
- Στις 29.7.2021 και 30.7.2021 εκτελέστηκαν διαδοχικά 3 εντάλματα έρευνας στα γραφεία της ενάγουσας 1 στην Πάφο. Επιδόθηκε στους αιτητές κατάλογος τεκμηρίων σε αίτηση κατακράτησης τεκμηρίων και αυτό περιλαμβάνει 57 τεκμήρια και ο κατάλογος επισυνάπτεται ως τεκμήριο
- Μεταξύ των τεκμηρίων αυτών είναι και το κινητό τηλέφωνο του ενάγοντα
- Τα εντάλματα ερεύνης εκτελέστηκαν στο πλαίσιο ποινικής έρευνας την οποία διεξάγει κλιμάκιο του τμήματος ανιχνεύσεως εγκλημάτων αρχηγείου αστυνομίας. Τα τρία εντάλματα προσβλήθηκαν με προνομιακά εντάλματα certiorari. Τα τρία εντάλματα έρευνας προσβλήθηκαν με προνομιακά εντάλματα (certiorari) στο Ανώτατο Δικαστήριο. Πρόκειται για τις Πολιτικές Αιτήσεις 186/21, 188/21 και 212/
- Σε ό,τι αφορά το πρώτο ένταλμα έρευνας η απορριπτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Αίτηση 212/21, εκδόθηκε στις 10 Μαρτίου
- Επισυνάπτεται η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 10/3/22 ως Τεκμήριο
- Ακόμα δεν έχει παρέλθει η προθεσμία έφεσης. Σε ό,τι αφορά το τρίτο κατά σειρά έκδοσης και εκτέλεσης ένταλμα έρευνας, το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφασή του ημερομηνίας 1 Νοεμβρίου 2021 απέρριψε την Πολιτική Αίτηση 186/
- Επισυνάπτεται η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 1/11/21 ως Τεκμήριο
- Εναντίον της εν λόγω απόφασης ασκήθηκε η έφεση 337/21 η οποία εκκρεμεί. Σε ό,τι αφορά το δεύτερο κατά σειρά ένταλμα έρευνας, η ακρόαση της Πολιτικής Αίτησης ολοκληρώθηκε και εκκρεμεί η έκδοση απόφασης η οποία επιφυλάχθηκε στις 20 Δεκεμβρίου
- Σημειώνεται ότι, σε σχέση με τα τεκμήρια τα οποία παραλήφθηκαν δυνάμει του δεύτερου εντάλματος έρευνας, υπάρχει διάταγμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου (απόφαση στην αίτηση για Άδεια καταχώρησης Αίτησης Certiorari 174/21) το οποίο έχει απαγορεύσει την αποσφράγισή τους εκκρεμούσης της διαδικασίας ενώπιόν του. Επισυνάπτεται η διαταγή του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 16/9/21 ως Τεκμήριο
- Μετά την εκτέλεση των ενταλμάτων έρευνας η αστυνομία αποτάθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο με αίτηση κατακράτησης τεκμηρίων δυνάμει των προνοιών των άρθρων 27 και 32 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου κεφ.155 και αυτό εξέδωσε διάταγμα κατακράτησης ημερομηνίας 2.8.2021 με οδηγίες για επίδοση στους ενάγοντες. Αυτή η διαταγή εφεσιβλήθηκε και η έφεση εκκρεμεί. Αναμένεται ο ορισμός της ακρόασης. Στο πλαίσιο ανανέωσης της κατακράτησης των τεκμηρίων ημερομηνίας 1.9.2021 παρουσιάστηκαν οι δικηγόροι και πρόβαλαν ένσταση. Μετά από ακρόαση της αίτησης το Επαρχιακό Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα κατακράτησης των τεκμηρίων αυτών. Ο εναγόμενος μέσω του αστυνομικού διευθυντή Λευκωσίας εφεσίβαλε την πιο πάνω απόφαση. Είναι η ποινική έφεση 205/2021 και αναμένεται ο ορισμός της ακρόασης. Ο υπεύθυνος ανακρίσεων ανώτερος υπαστυνόμος Ανδρέας Ανδρέου απέστειλε στις 30.3.2022 τηλεομοιότυπο στους ενάγοντες και δικηγόρους τους επιστολή με την οποία τους κοινοποίησαν ότι την 5.4.2022 θα προχωρούσαν με την αποσφράγιση και επιθεώρηση των τεκμηρίων που λήφθηκαν κατά την έρευνα ημερομηνίας 29.7.2021 παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου τεκμήριο 6 δεν δικαιούνται να κατέχουν τα τεκμήρια. Μετά την απόρριψη της Αίτησης κατακράτησης τεκμηρίων, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, αφού άκουσε τα μέρη, εξέδωσε απόφαση με την οποία διέτασσε την Αστυνομία και τους ανακριτές όπως επιστρέψουν τα τεκμήρια στους Ενάγοντες. Αυτή η μετέπειτα διαταγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου για επιστροφή των τεκμηρίων ακυρώθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Αίτηση με αρ. 15/2022, ημερομηνίας 23/2/22, αφού κρίθηκε ότι δυνάμει των προνοιών του Κεφ. 155, το Δικαστήριο δεν είχε τέτοια εξουσία. Η εν λόγω απόφαση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Εναντίον αυτής της απόφασης ασκήθηκε από τους Ενάγοντες Έφεση. Περαιτέρω, ακυρώθηκε, από το Ανώτατο Δικαστήριο, η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου με την οποία αποφάσισε την επιθεώρηση των τεκμηρίων 38-52, για τα οποία ήταν η θέση των αιτητών ότι καλύπτονται από δικηγορικό απόρρητο. Εν πάση περιπτώσει, για τα εν λόγω τεκμήρια, υπάρχει το απαγορευτικό διάταγμα του Ανωτάτου στο οποίο γίνεται αναφορά ανωτέρω. Συγκεκριμένα, έχει κριθεί, νομολογιακά, ότι η εκτέλεση εντάλματος έρευνας παρέχει στην Αστυνομία περιορισμένο δικαίωμα κατακράτησης - και κατ' επέκταση εξέτασης - τεκμηρίων. Σχετική είναι η υπόθεση Concrete Mix Limited ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α. Α.Δ. 360 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Το άρθρο 32
(3)του νόμου αποτελεί τμήμα των διατάξεων της ποινικής δικονομίας που διέπουν και ρυθμίζουν την κατάσχεση αντικειμένων για τους σκοπούς των αστυνομικών ανακρίσεων, και την προσαγωγή τους ως μαρτυρία σε ποινική δίκη. Οι διατάξεις που αφορούν την κατάσχεση και κράτηση αντικειμένων (για ανακριτικούς και αποδεικτικούς σκοπούς) είναι ταξινομημένες με χρονολογική σειρά η οποία αντανακλά τα τρία ξεχωριστά στάδια που οριοθετούνται και ρυθμίζονται από το νόμο. Το άρθρο 27 διέπει την εξουσία για την κατάσχεση αντικειμένων. Αυτά μπορεί να κατασχεθούν κατά την εκτέλεση εντάλματος ερεύνης εφόσον η εξέτασή τους κρίνεται αναγκαία για τους σκοπούς της αστυνομικής έρευνας. Η κατάσχεση αντικειμένου, βάσει του άρθρ. 27, παρέχει μόνο περιορισμένο δικαίωμα κράτησης, μέχρι την παρουσίασή του, το συντομότερο δυνατό, ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 32
(1)του νόμου. Κριτής της αναγκαιότητας της περαιτέρω κράτησης του αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας, είναι το Δικαστήριο. Οι πρόνοιες του άρθρ. 32
(1)παρέχουν διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη κατασχεθέντος αντικειμένου από τις αστυνομικές Αρχές μέχρι και την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις αστυνομικές έρευνες.» Το γεγονός λοιπόν ότι το πρώτο ένταλμα έρευνας - δυνάμει του οποίου προφανώς κατασχέθηκαν τα τεκμήρια, τα οποία η Αστυνομία προγραμματίζει να αποσφραγίσει - δεν έχει ακυρωθεί ουδόλως νομιμοποιεί την Αστυνομία να συνεχίζει να τα κατακρατεί, πόσω δε μάλλον να τα αποσφραγίσει και να τα επιθεωρήσει. Εξαίρεση, αποτελεί το κινητό τηλέφωνο του Ενάγοντα 3, για το οποίο δόθηκε διάταγμα κατακράτησης, υπό όρους, ως φαίνεται στο Τεκμήριο 6 ανωτέρω. Σημειώνεται ότι η Αστυνομία, με αίτησή της ημερομηνίας 24/2/22 αιτήθηκε την ανανέωση του Διατάγματος Κατακράτησης του εν λόγω Τεκμηρίου. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για επίδοσή του. Το σχετικό πρακτικό επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 9. Η υπόθεση είναι ορισμένη στις 12/4/21 και μέχρι τότε θα πρέπει να προβάλουν τυχόν ένσταση. Η απουσία διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίων, αφαιρεί από τον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση και τους εκπροσώπους του, ως και από τον Αρχηγό Αστυνομίας και/ή τον Αστυνομικό Διευθυντή του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος Αρχηγείου Αστυνομίας και/ή τον Υπεύθυνο του υπαγόμενου σε αυτό Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (Ε) Αρχηγείου και/ή τους αστυνομικούς ανακριτές αυτού του Τμήματος, το νομιμοποιητικό υπόβαθρο για οπωσδήποτε περαιτέρω ενέργεια. Η δε υποχρέωση των πιο πάνω για επιστροφή τους, πηγάζει και μέσα από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση, Ησαΐας Ανδρέας και Άλλος ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 669 λέχθηκαν τα εξής: «Μπορεί το διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων να έχει τη δική του αυτοτέλεια για τους λόγους που εξηγήσαμε, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η αστυνομία ενώ δεν καταχώρησε υπόθεση εναντίον των Εφεσειόντων, μπορεί να συνεχίσει να κατακρατεί τα αντικείμενα επ' άπειρον. Όταν το Δικαστήριο διέτασσε στις 27.9.2011 την κατακράτηση των αντικειμένων «μέχρι την αποπεράτωση οποιοσδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατόν να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά» ήταν υπό την προϋπόθεση καταχώρησης ποινικής υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου. Από τη στιγμή που η Εφεσίβλητη, για λόγους που η ίδια γνωρίζει καλύτερα, δεν κατάφερε να καταχωρήσει ποινική υπόθεση εντός ευλόγου χρόνου, όφειλε είτε να επιστρέφει τα αντικείμενα, είτε να αποταθεί εκ νέου στο Δικαστήριο για οδηγίες. Δεν το έπραξε με αποτέλεσμα η κατακράτηση των αντικειμένων μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα να αποτελεί ενδεχομένως κατάχρηση της διαδικασίας. Βέβαια και οι ίδιοι οι Εφεσείοντες θα μπορούσαν, ανεξάρτητα της έφεσης κατά του αρχικού διατάγματος, να αποταθούν στο πρωτόδικο δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 32
(3)του Νόμου, αιτούμενοι την επιστροφή των τεκμηρίων. Σύμφωνα με το Νόμο δεν είμαστε εμείς οι τελικοί κριτές, αλλά το πρωτόδικο δικαστήριο προς το οποίο είτε η Εφεσίβλητη είτε οι Εφεσείοντες θα πρέπει να αποταθούν για περαιτέρω οδηγίες. Όμως σε περίπτωση που η Εφεσίβλητη παραλείψει να αποταθεί εντός 15 ημερών από σήμερα στο πρωτόδικο Δικαστήριο με διά κλήσεως αίτηση για περαιτέρω οδηγίες, τότε θα είναι υπόχρεη να επιστρέψει τα τεκμήρια στους Εφεσείοντες.» Στην προκειμένη περίπτωση το καθήκον επιστροφής είναι ακόμη πιο επιβαλλόμενο αφού δεν υπάρχει καν διάταγμα κατακράτησης σε ισχύ. Στο κινητό τηλέφωνο του ομνύοντα και στο τηλέφωνο του Ενάγοντα - Αιτητή 3, υπάρχουν χιλιάδες αρχεία τα οποία αφορούν τόσο την επαγγελματική όσο και την προσωπική - οικογενειακή τους ζωή. Υπάρχουν, επίσης, καταγεγραμμένες επικοινωνίες (π.χ. emails, μέσα κοινωνικής δικτύωσης) στο πλαίσιο της προσωπικής, οικογενειακής και επαγγελματικής τους ζωής που καμία σχέση έχουν ή θα μπορούσαν να έχουν με τη διερευνώμενη υπόθεση. Περαιτέρω, στα έγγραφα που παραλήφθηκαν από τα γραφεία της Ενάγουσας - Αιτήτριας 1, υπάρχουν δεδομένα τα οποία καλύπτονται από το δικηγορικό απόρρητο. Διευκρινίζεται ότι τα Τεκμήρια 38-51, ως φαίνονται στο Τεκμήριο 1 ανωτέρω, αφορούσαν έγγραφα τα οποία οι Ενάγοντες προόριζαν για τους δικηγόρους τους Ηλίας Α. Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε. στο πλαίσιο της υπό εξέλιξη ποινικής έρευνας για την οποία ενημερώθηκαν προ πολλού μέσω του Τύπου. Όμως, έγγραφα τα οποία άπτονται του δικηγορικού απορρήτου υπάρχουν σχεδόν σε όλους τους φακέλους της Ενάγουσας 1, ανάμεσά τους και αυτά τα οποία παραλήφθηκαν δυνάμει των τριών ενταλμάτων έρευνας. Εν πάση περιπτώσει, η πρόθεση αποσφράγισης, επί του παρόντος, δεν φαίνεται να αφορά τα εν λόγω τεκμήρια, αφού υπάρχει άλλωστε και σχετικό απαγορευτικό διάταγμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως αναφέρεται πιο πάνω. Η κατακράτηση των συγκεκριμένων τεκμηρίων από τον Εναγόμενο/ Καθ' ου η Αίτηση και τους εκπροσώπους του και/ή τον Αρχηγό Αστυνομίας και/ή τον Αστυνομικό Διευθυντή του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος Αρχηγείου Αστυνομίας και/ή τον Υπεύθυνο του υπαγόμενου σε αυτό Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (Ε) Αρχηγείου και/ή τους αστυνομικούς ανακριτές αυτού του Τμήματος και/ή την Αστυνομία Κύπρου ή τα μέλη αυτής, από τις 23/01/22 και έπειτα είναι παράνομη. Η δε αποσφράγιση και η συνεπακόλουθη πρόσβαση στο περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων θα συνεπάγεται παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων των Αιτητών. Συγκεκριμένα θα αποτελεί παραβίαση: ί. Του Δικαιώματος της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής των Αιτητών το οποίο διασφαλίζεται από το αρ. 15 του Συντάγματος, από το αρ. 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από το αρ. 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. ίί. Του Δικαιώματος του απορρήτου της αλληλογραφίας και πάσης άλλης επικοινωνίας των Αιτητών η οποία διασφαλίζεται από το αρ. 17 του Συντάγματος και από το αρ. 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. iii) Του Δικαιώματος της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν του Ενάγοντες, το οποίο διασφαλίζεται από το αρ. 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ίν. Του δικηγορικού απορρήτου που αφορά τους Αιτητές και πελάτες τους, το οποίο αναγνωρίζεται ως θεμελιώδες δικαίωμα και το οποίο διασφαλίζεται από τα αρ. 15 και 17 του Συντάγματος, το αρ. 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, από το αρ. 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής 'Ένωσης και από τον Κανονισμό 13 της ΚΔΠ 237/2002 (Περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμοί). ν. Του Δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας των Αιτητών, το οποίο διασφαλίζεται από το αρ. 23 του Συντάγματος, το αρ. 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από το αρ, 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. νί. Του Δικαιώματος του απαραβίαστου της κατοικίας (κατ' αναλογία της επαγγελματικής στέγης) των Αιτητών το οποίο διασφαλίζεται από το αρ. 16 του Συντάγματος, το αρ. 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών και το αρ. 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. νΐί. Των Δικαιωμάτων των Αιτητών τα οποία διασφαλίζονται και/ή προβλέπονται από τα αρ. 3-25 του Περί Προστασίας Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμου του 1996 (92 (I)/1996) και από τα αρ. 3-36 του Περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμος του 2018 (125
(1)/2018). Η επικοινωνία μεταξύ δικηγόρου και πελάτη προστατεύεται από το δικηγορικό απόρρητο ώστε να μην είναι επιτρεπτή η κατάσχεση εγγράφων ή άλλων στοιχείων που εμπίπτουν στην έννοια τέτοιας προστατευόμενης επικοινωνίας. Στις ένορκες δηλώσεις που υποστήριζαν τα εν λόγω εντάλματα έρευνας ουδείς ισχυρισμός υπήρχε που να μπορούσε να θεμελιώσει εξαίρεση στον κανόνα προστασίας δικηγορικού απόρρητου αναφορικά με τους υπό διερεύνηση πελάτες και η επικοινωνία αυτή περιλαμβάνεται στα τεκμήρια 2-37 και 52-57. Η επιχειρούμενη πρόσβαση και παρακολούθηση και/ή πρόσβαση σε δεδομένα ιδιωτικής επικοινωνίας από το κινητό τηλέφωνο του ομνύοντα το οποίο περιλαμβάνεται στα τεκμήρια που κατασχέθηκαν στις 29.7.2021 μεταξύ των ωρών 12.10 μ.μ. - 15.45 μ.μ. αποτελεί αδίκημα σύμφωνα με τον νόμο 92
(1)/
- Επίσης, πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του αρ. 32 του Νόμου 14/60, καθότι η αποσφράγιση και/ή μελέτη και/ή επεξεργασία των τεκμηρίων συνεπάγεται αυτομάτως παραβίαση του δικηγορικού απορρήτου των Αιτητών και των δικαιωμάτων τους για προστασία της ιδιωτικής ζωής και του απορρήτου της αλληλογραφίας. Κάτι το οποίο δεν μπορεί να αρθεί σε μεταγενέστερο χρόνο ούτε και μπορούν οι παραβιάσεις να αποτιμηθούν σε χρήμα. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκριση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων. Η αποσφράγιση των τεκμηρίων παραβιάζει κατάφωρα τα δικαιώματα τους, τα οποία μπορούν να προστατευθούν μόνο μέσα από τη χορήγηση της επίδικης θεραπείας και αυτό μέχρι εκδίκασης και έκδοσης τελικής απόφασης στην καταχωρηθείσα έφεση από πλευράς του Εναγόμενου και του Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας. Σε περίπτωση αποτυχίας της Έφεσης, τότε το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Το ισοζύγιο της ευχέρειας το οποίο αποτελεί ένα από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, συνηγορεί υπέρ της χορήγησης της επίδικης θεραπείας για τους εξής λόγους: (α) Σε περίπτωση και δεν χορηγηθεί η επίδικη θεραπεία, η παραβίαση του δικηγορικού απορρήτου των Αιτητών και των δικαιωμάτων τους για προστασία της ιδιωτικής ζωής και του απορρήτου της αλληλογραφίας είναι βέβαιη. (β) Ο Καθ' ου η αίτηση και/ή η Αστυνομία δεν βλάπτεται και/ή επηρεάζεται αρνητικά αν χορηγηθούν οι αιτούμενες θεραπείες. (γ) Το Δικαστήριο έχει υποχρέωση προστασίας του Νομικού Απορρήτου και των κατοχυρωμένων από το Σύνταγμα δικαιωμάτων. (δ) Η αποσφράγιση των τεκμηρίων με τα δεδομένα ως έχουν συνιστά ποινικό αδίκημα. Έχει καταχωρηθεί ένσταση και έχουν προβληθεί οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: (α) Δεν πληρούνται σωρευτικά ή/και καθόλου οι προϋποθέσεις του Νόμου και της Νομολογίας και/ή του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14(Ι)/60, για την έκδοση του αιτούμενου ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος. (β) Η παρούσα Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη. (γ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Άρθρων 4, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 επί των οποίων οι Αιτητές βασίζουν, μεταξύ άλλων, την υπό κρίση αίτηση. (δ) Η παρούσα αίτηση διέπεται από κακοπιστία και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας καθότι αποτελεί ένα από τα πολλά διαφορετικά ένδικα μέσα που έχουν παράλληλα προωθήσει οι Αιτητές προς επιδίωξη του ίδιου σκοπού, ήτοι την αποτροπή και/ή παρεμπόδιση της Αστυνομίας από το να συνεχίσει απρόσκοπτα τη διεξαγωγή των ερευνών και εξετάσεων που έχει κληθεί να φέρει εις πέρας και/ή την πρόκληση αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην πλήρη και αποτελεσματική διεκπεραίωση της ανακριτικής έρευνας που βρίσκεται σε εκκρεμότητα. (ε) Δεν αποκαλύπτεται μέσα από την παρούσα αγωγή και/ή την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση οποιαδήποτε βάση αγωγής και/ή καλόπιστη συζητήσιμη αξίωση και/ή οποιαδήποτε ορατή και λογικοφανής πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με τις αξιώσεις που προβάλλονται στην παρούσα αγωγή εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση. (στ) Η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και προδήλως ανυπόστατη αφού δεν υφίσταται οποιαδήποτε παραβίαση οποιουδήποτε δικαιώματος των Αιτητών και/ή πρόκληση ζημιάς. (ζ) Δεν εγείρεται ζήτημα παραβίασης οποιοσδήποτε εκ των ανθρώπινων δικαιωμάτων και/ή του δικηγορικού απορρήτου που επικαλούνται οι Αιτητές εφόσον το σύνολο των κατασχεθέντων Τεκμηρίων και αντικειμένων στα οποία αυτοί αναφέρονται, παραλήφθηκαν και βρίσκονται νομίμως στην κατοχή της Αστυνομίας και/ή κατασχέθηκαν στα πλαίσια έγκυρων και/ή νομότυπων και/ή δεόντως αιτιολογημένων ενταλμάτων έρευνας, εκδοθέντων σύμφωνα με το Σύνταγμα και/ή το Νόμο και/ή τις σχετικές διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας (Κεφ. 155). (η) Ο επαναλαμβανόμενος ισχυρισμός των Αιτητών ότι η Αστυνομία δεν νομιμοποιείται να κατέχει και να διεξάγει οποιεσδήποτε έρευνες επί των τεκμηρίων που νομίμως κατασχέθηκαν στα πλαίσια εκτέλεσης των 3 ενταλμάτων έρευνας είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμος. (θ) Δεν αποκαλύπτεται μέσα από τα δεδομένα της Αίτησης και δεν υφίσταται στο παρόν στάδιο, οποιοδήποτε ζήτημα παραβίασης του δικηγορικού απορρήτου και/ή ζήτημα μη εξουσιοδοτημένης από το Νόμο πρόσβασης στο περιεχόμενο οποιοσδήποτε ιδιωτικής και/ή προστατευόμενης επικοινωνίας και/ή προσωπικών δεδομένων. Οι δικηγόροι είναι γνωστό πως δεν εξαιρούνται, ούτε και έχουν ασυλία από οποιαδήποτε διερεύνηση ποινικής φύσεως και εν πάση περιπτώσει, οποιαδήποτε τυχόν επεξεργασία ή πρόσβαση από την Αστυνομία στο περιεχόμενο οποιοσδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας/αλληλογραφίας και/ή προσωπικών δεδομένων, που πιθανόν να εντοπιστούν στο περιεχόμενο των κατασχεθέντων τεκμηρίων, θα γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος και του Νόμου και/ή στη βάση σχετικού διατάγματος ή διαταγμάτων πρόσβασης σε ιδιωτική επικοινωνία, ως ορίζει η σχετική επί του θέματος Νομοθεσία, τα οποία διατάγματα έχουν την δική τους αυτοτέλεια και νομική ισχύ την οποία οι Αιτητές θα έχουν το δικαίωμα να αμφισβητήσουν με τη χρήση των κατάλληλων ένδικων μέσων. (ι) Οποιοδήποτε ζήτημα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων και/ή αποδεκτότητας ή νομιμότητας μαρτυρίας, δεν μπορεί στο παρόν στάδιο να αποφασιστεί in abstracto αλλά είναι ζήτημα που μπορεί να εξεταστεί μόνο από το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την ουσία της ποινικής υπόθεσης, αν και εφόσον καταχωριστεί μια τέτοια υπόθεση εναντίον των Αιτητών, μετά την ολοκλήρωση της Αστυνομικής διερεύνησης η οποία θα πρέπει επί του παρόντος να συνεχίσει απρόσκοπτα. (κ) Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει εξουσία έκδοσης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος με διάρκεια ισχύος μέχρι την πλήρη εκδίκαση της υπ' αριθμό 245/21 έφεσης ως διαζευκτικά εξαιτούνται οι Αιτητές, αφού η ρηθείσα έφεση συνιστά μια εντελώς ξεχωριστή και αυτοτελή διαδικασία από αυτή της παρούσας αγωγής και δεν μπορεί στην παρούσα ενδιάμεση διαδικασία να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα που να καθορίζεται η συνολική περίοδος ισχύος του με αναφορά όχι στο συνολικό χρόνο εκδίκασης της κυρίως διαδικασίας εντός του πλαισίου της οποίας έχει υποβληθεί η υπό κρίση ενδιάμεση Αίτηση ήτοι της αγωγής αλλά στον απροσδιόριστο και/ή άγνωστο μέχρι σήμερα χρόνο που θα χρειαστεί για την αποπεράτωση μιας άλλης εν εξελίξει διαδικασίας ήτοι της πιο πάνω έφεσης. (λ) Τυχόν έκδοση του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος με ισχύ μέχρι και την πλήρη και/ή τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής ενδέχεται να οδηγήσει στην έκδοση αντιφατικών αποφάσεων αφού σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης που καταχώρισε ο Καθ' ου η Αίτηση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης για τη μη ανανέωση του διατάγματος κατακράτησης και η οποία εκκρεμεί στο ΑΔ, Θα υπάρχει αφενός μια απόφαση του ΑΔ που θα δικαιολογεί την ανανέωση της κατακράτησης των τεκμηρίων από πλευράς αστυνομίας και από την άλλη θα υπάρχει παράλληλα σε ισχύ ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα που παρά την εν λόγω ανανέωση δεν θα επιτρέπει στην Αστυνομία να προβεί σε οποιαδήποτε εξέταση επί των νομίμως κατακρατηθέντων τεκμηρίων, κάτι που ενδέχεται να έχει καταλυτικές δυσμενείς συνέπειες στο υπό εξέλιξη ανακριτικό έργο. (μ) Τυχόν έκδοση του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος θα δημιουργήσει επιπρόσθετα προβλήματα στο υπό εξέλιξη ανακριτικό έργο, εφόσον η αστυνομία δεν θα μπορεί νομίμως και στη βάση σχετικού διατάγματος ή διαταγμάτων πρόσβασης, να επιχειρήσει πρόσβαση επί του περιεχομένου οποιοσδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας πιθανόν να βρίσκεται καταχωρημένη στα κατασχεθέντα τεκμήρια. (ν) Οι Αιτητές δεν παρουσιάζονται ενώπιον της Δικαιοσύνης με 'καθαρά χέρια' (clean hands) καθότι αποκρύπτονται ή/και δεν αποκαλύπτονται στην ένορκη τους δήλωση ουσιώδη και/ή καθοριστικής σημασίας γεγονότα. (ξ) Η έκδοση του εν λόγω διατάγματος θα είχε ως αποτέλεσμα την ανατροπή και όχι τη διατήρηση του status quo και θα εμπόδιζε την Αστυνομία από την εκπλήρωση του δημόσιου καθήκοντος της που συναρτάται με την πλήρη διερεύνηση και/ή πάταξη του σοβαρού εγκλήματος. (ο) Επιπροσθέτως και άνευ επηρεασμού των ανωτέρω, η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα προκαλέσει στον Αιτητή οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή ζημιά που δεν θα μπορούσε εύκολα να αποτιμηθεί σε χρήμα, ούτε πρόκειται να καταστήσει δύσκολη και/ή αδύνατη την απονομή δικαιοσύνης στο τελικό στάδιο ακρόασης της πιο πάνω αγωγής. Αντιθέτως, τυχόν έκδοση του υπό κρίση απαγορευτικού διατάγματος Θα αποτελέσει, απαρεγκλίτως, αδικαιολόγητη υπό τις περιστάσεις επέμβαση στο υπό εξέλιξη ανακριτικό έργο και/ή θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην δυνατότητα της Αστυνομίας για πλήρη εξιχνίαση των υπό διερεύνηση σοβαρών ποινικών αδικημάτων, θα καταστρατηγήσει το δημόσιο συμφέρον για την πάταξη και εξιχνίαση του σοβαρού εγκλήματος και θα εμποδίσει την ορθή και ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. (π) Το ισοζύγιο της ευχέρειας («balance of convenience») και/ή της δικαιοσύνης («balance of justice»), είναι ξεκάθαρο ότι κλίνει προς όφελος του Καθ' ου η Αίτηση. Η δε θεραπεία των αποζημιώσεων που μεταξύ άλλων αξιώνουν οι Αιτητές μέσω της παρούσας αγωγής, ορίζεται σύμφωνα με τη Νομολογία ως η πλέον αρμόζουσα σε περίπτωση παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων. (ρ) Η έκδοση του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος δεν είναι δίκαιη και πρόσφορη (just and convenient) υπό τις περιστάσεις. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που έχει συντάξει ο Ανώτερος υπαστυνόμος Ανδρέας Ανδρέου, ως υπεύθυνος της ανακριτικής ομάδας, η οποία είναι επιφορτισμένη με τη διερεύνηση της διάπραξης των ποινικών αδικημάτων, πιο κάτω, τα οποία διαπράχθηκαν μεταξύ των ετών 2011-
- Ο Ανώτερος Υπαστυνόμος Ανδρέας Ανδρέου υπηρετεί στο ΤΑΕ(Ε) του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας και είναι υπεύθυνος της Β' Αλλαγής της ανακριτικής ομάδας η οποία είναι επιφορτισμένη με τη διερεύνηση της διάπραξης των ακόλουθων ποινικών αδικημάτων για τα οποία, υπάρχει μαρτυρία πως διαπράχθηκαν μεταξύ των ετών 2011-2021 στην Κυπριακή Δημοκρατία.
- Συνωμοσία προς διάπραξη Κακουργήματος, Κεφ. 154, Άρθρο
- Συνωμοσία προς διάπραξη Πλημμελήματος, Κεφ. 154, Άρθρο
- Κατάχρηση Εξουσίας, Κεφ.
- Άρθρο
- Παραμέληση Υπηρεσιακού Καθήκοντος, Άρθρο 134, Κεφ.
- Εξασφάλιση Εγγραφής με Ψευδείς Παραστάσεις, Κεφ. 154, Άρθρο
- Πλαστογραφία, Κεφ. 154, Άρθρο 331, 333,
- Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, Κεφ. 154, Άρθρο
- Ανυπακοή σε Διατάξεις Νόμων που επιβάλλουν καθήκον. Κεφ.
- Άρθρο
- [βλ. Περί Όρκων Νόμος, Κεφ. 18, Άρθρο 8].
- Αδικήματα κατά παράβαση του Περί Πρόληψης της Διαφθοράς Νόμου, Άρθρα 2, 3, 4 και 5, Κεφ.
- Αδικήματα Διαφθοράς που ορίζονται από το Νόμο που κυρώνει τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την ποινικοποίηση της Διαφθοράς Ν. 23(III)/
- Άρθρα 2, 3, 4, 7 και
- Αδικήματα κατά παράβαση του περί Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες (Νόμος 188(I)/2007, Ν. 58(I)/2010, Ν. 80(I)/2012, Ν. 192(I)/
- Άρθρα 3, 4 και 5 (ο οποίος αντικατέστησε τον περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμο του 1996, Ν. 61(Ι)/96). Την 2.8.2021 το Επαρχιακό Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων για περίοδο ενός μηνός. Αναφορικά με το τηλεομοιότυπο ημερομηνίας 30.3.2022 ενημέρωσε τους δικηγόρους των εναγόντων ότι την 5.4.2022 και ώρα 12.30 θα αποσφράγιζε τα τεκμήρια που είχαν κατασχεθεί στις 29.7.2022 στο γραφείο της δικηγορικής εταιρείας Ανδρέας Δημητριάδης και Σία ΔΕΠΕ που εδράζεται στην Πάφο. Η κατοχή των τεκμηρίων ένεκα της απόφασης 13.12.2021 τεκμήριο 6 στην αίτηση δεν είναι παράνομη εφόσον η ανάληψη της κατοχής των τεκμηρίων έγινε στην βάση έγκυρων ενταλμάτων έρευνας. Την 20.1.2022 το Δικαστήριο που εξέδωσε το τεκμήριο 6, ήτοι απόφαση ημερομηνίας 13.12.2021 αποφάνθηκε ότι τα εν λόγω τεκμήρια κρατούνταν παράνομα ένεκα απόφασης για μη ανανέωση της κατακράτησης. Όμως η διαταγή αυτή ακυρώθηκε με απόφαση ημερομηνίας 23.2.2022 που επισυνάπτεται ως τεκμήριο 8 στην αίτηση. Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε την επιθεώρηση των τεκμηρίων 38-51 για να διαπιστωθεί κατά πόσο καλύπτονταν από το δικηγορικό απόρρητο. Το θέμα ανανέωσης της κατακράτησης των τεκμηρίων 38-51 δεν αποφασίστηκε από το εν λόγω πρωτόδικο Δικαστήριο. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην πολιτική αίτηση 10/22 ημερομηνίας 17.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:D71 με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για επιθεώρηση των τεκμηρίων 38-51 κατατίθεται στην ένσταση ως τεκμήριο
- Κρίθηκε ότι το θέμα του δικηγορικού απόρρητου θα μπορούσε να κριθεί μόνο από το εκδικάζον Δικαστήριο της όποιας ποινικής υπόθεσης για να αξιολογήσει εκείνο το Δικαστήριο το περιεχόμενο των εγγράφων. Πανομοιότυπη προσέγγιση ή παρατηρήσεις γύρω από το θέμα της κατ' ισχυρισμόν παραβίασης του δικηγορικού απορρήτου που εγείρεται από πλευράς Αιτητών έγιναν και από τους Δικαστές του ΑΔ Δικαστηρίου στις αποφάσεις που εξέδωσαν στις Πολ. Αιτήσεις 186/21 και 212/21 με ημερομηνίες 1/11/21 και 10/3/22 αντίστοιχα (βλ. Τεκμήρια 2 και 3 ΕΔ Αίτησης) δια των οποίων αποφάσισαν ότι νομότυπα είχαν εκδοθεί των 2 εκ των 3 ενταλμάτων έρευνας που αμφισβητήθηκαν από τους Αιτητές. Παρατίθεται το εξής απόσπασμα της απόφασης ημερ. 10/3/2022 που εκδόθηκε στην Πολ. Αίτηση 212/21 ως απόλυτα σχετικό περί του θέματος παραβίασης του δικηγορικού απορρήτου που εγείρεται και στην παρούσα Αίτηση: «Οι αιτητές ήγειραν και ζήτημα παραβίασης του δικηγορικού απορρήτου, ήτοι επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρου-πελάτη. Δεν θα μπορούσε βεβαίως να αμφισβητηθεί η αρχή ότι η επικοινωνία μεταξύ δικηγόρου και πελάτη προστατεύεται από το δικηγορικό απόρρητο, ώστε να μην είναι επιτρεπτή η κατάσχεση εγγράφων ή άλλων στοιχείων που εμπίπτουν στην έννοια τέτοιας προστατευόμενης επικοινωνίας. Η προστασία όμως αυτή δεν αναγνωρίζεται σε περίπτωση που η επικοινωνία αποσκοπεί στη διάπραξη ποινικού ή άλλου αδικήματος (Εντάλματα Έρευνας και Κατάσχεση Πραγμάτων, Π. Πολυβίου, σελ. 268-269). Χαρακτηριστικό δείγμα της εξαίρεσης αυτής παρέχει το άρθρο 44 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νομού του 2007 (Ν. 188
(1)72007), το οποίο ρητά προβλέπει ότι η επικοινωνία μεταξύ δικηγόρου-πελάτη με σκοπό τη διάπραξη καθορισμένου αδικήματος δεν συνιστά προνομιούχα πληροφορία ώστε να προστατεύεται από το προνόμιο της εμπιστευτικότητας. Οι αιτητές όμως ισχυρίζονται ότι στην ένορκη δήλωση δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός ο οποίος θα μπορούσε να θεμελιώσει εξαίρεση στον κανόνα προστασίας του δικηγορικού απορρήτου. Η άλλη πλευρά απάντησε πως εάν προκληθεί σχετική αμφισβήτηση τούτο είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί από το δικαστήριο που θα δικάσει την ουσία της υπόθεσης, εάν και εφόσον καταχωριστεί ποινική υπόθεση. Στην υπόθεση Αντώνης Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ κ.α.
(2015)1Γ ΑΑΔ 2560, 2586 - 2587, λέχθηκαν τα ακόλουθα, τα οποία υιοθετήθηκαν και στην Πολιτική Αίτηση Αρ. 186/21 (ανωτέρω): «Τονίζεται εκ προοιμίου ότι η ιδιότητα των αιτητών ως δικηγόρων δεν αποτελεί αυτοτελώς έρεισμα για την κατάληξη του Δικαστηρίου. Η επαγγελματική αυτή ιδιότητα δεν μπορεί από την άλλη να παραμεριστεί από το όλο σκηνικό. Αντίθετα, επιτείνει την προσοχή που έπρεπε να επιδειχθεί πρωτοδίκως ιδιαιτέρως στα όλως ιδιάζοντα γεγονότα της υπόθεσης. Σαφώς και οι δικηγόροι δεν εξαιρούνται, ούτε και έχουν ασυλία από οποιαδήποτε διερεύνηση ποινικής φύσεως, αλλά θα πρέπει να υπάρχει σαφής, τεκμηριωμένη και ουσιαστική σύνδεση ενός καταλογιζομένου ή υπό διερεύνηση ποινικού αδικήματος με ενέργειες, πράξεις ή παραλείψεις δικηγόρου. Το δικηγορικό απόρρητο που είναι δεδομένο μέσα από πλειάδα αποφάσεων και σ' αυτό συμφωνεί και η Δημοκρατία, δεν πρέπει να τυγχάνει εύκολης παραβίασης διότι μετά καταστρατηγείται ο θεσμικός ρόλος του δικηγόρου και ιδιαιτέρως της προστασίας που πρέπει να τυγχάνουν οι εμπιστευτικές ή άλλες πληροφορίες που παρέχονται στον δικηγόρο από τον πελάτη αυτού. Είναι γι' αυτό το λόγο που στις υποθέσεις που παρέπεμψε ο κ. Πολυβίου, θεωρείται απαραίτητη η ένθεση στο οποιοδήποτε ένταλμα έρευνας τέτοιων ασφαλιστικών δικλείδων ώστε να αποφεύγεται η άνευ λόγου διείσδυση στο δικηγορικό απόρρητο ή να περιορίζεται αυτή η διείσδυση στο ελάχιστο δυνατό. Στο Σύγγραμμα του Τ. Ηλιάδη: Δικηγορική Δεοντολογία υπάρχει στις σελ. 77- 83, ανάλυση του δικηγορικού απορρήτου με αναφορά στις ιστορικές καταβολές του από το 1577 με την υπόθεση Berd ν. Lovelace
(1577)Cary 62. Μετέπειτα, η αρχή του απορρήτου εξετάστηκε και καθιερώθηκε στις Greenough ν. Gaskell και Bolton ν. Liverpool Corporation
(1833)Μ+Κ 88. Στην Κύπρο, η αρχή εξετάστηκε στην Δημοκρατία ν. Alan Ford (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232 και έχει περάσει και μέσα στη δικηγορική δεοντολογία με τον Κανονισμό 13 των Κανονισμών Δεοντολογίας του 2002.» Το κατώτερο δικαστήριο είχε ενώπιον του την πολυσέλιδη ένορκη δήλωση από την οποία εύλογα θα μπορούσε να προκύψει εκ πρώτης όψεως υποψία για επικοινωνίες μεταξύ των εμπλεκομένων, προς προώθηση παράνομων σκοπών. Πέραν τούτου, ο θεσμικός ρόλος του δικηγόρου μπορεί να διασφαλιστεί με την ένθεση ασφαλιστικών δικλείδων στο ένταλμα, όπως έγινε εν προκειμένω, όπου τέθηκαν ρητοί περιορισμοί «ώστε να διαφυλαχθεί η προσωπική και επαγγελματική αλληλογραφία/επικοινωνίες και ειδικότερα το επαγγελματικό και δικηγορικό/νομικό απόρρητο που αφορά και σχετίζεται με τη δικηγορική εταιρεία και δικηγόρους που κατέχουν το γραφείο σε σχέση με το οποίο το ένταλμα αυτό έχει εκδοθεί.» Εάν οι όροι αυτοί παραβιαστούν μπορεί να τεθεί ζήτημα μη αποδεκτής λόγω αθέμιτης παραβίασης του δικηγορικού απορρήτου.» Όσον αφορά το περιεχόμενο της παραγράφου 9 της ΕΔ αυτό απορρίπτεται στην ολότητά του αφού ουδέποτε η Αστυνομία επέδειξε στάση καταφρόνησης του Νόμου ή οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας. Η Αστυνομία κατέχει νόμιμα τα τεκμήρια. Σε κάθε περίπτωση, το κατά πόσο υφίσταται οποιαδήποτε παρανομία ή παραβίαση συνταγματικού δικαιώματος των Αιτητών και οι οποιεσδήποτε επιπτώσεις στο θέμα αποδεκτότητας της κατασχεθείσας μαρτυρίας, είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης που ενδεχομένως να καταχωριστεί εναντίον τους μετά το πέρας των ερευνών και όχι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Σύμφωνα με τη Νομολογία του ΑΔ ακόμα και η τυχόν παράλειψη της αστυνομίας να εξασφαλίσει διάταγμα κατακράτησης (κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση), δεν καθιστά μια μαρτυρία που κατάσχεται νομότυπα στα πλαίσια εκτέλεσης έγκυρου εντάλματος έρευνας ως μη αποδεκτή μαρτυρία σε ποινική διαδικασία (βλ. Χρήστος Αυξεντίου άλλως Μπίλλυς ν Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 5). Αποδέχεται την παράγραφο 10 της ΕΔ της Αίτησης και συγκεκριμένα απόσπασμα της αυθεντίας που παραθέτουν οι Αιτητές, προσθέτοντας ότι μετά την κατάσχεση των τεκμηρίων η Αστυνομία εξασφάλισε διάταγμα κατακράτησης των κατασχεθέντων τεκμηρίων, ως αναφέρουν και οι ίδιοι Αιτητές οι οποίοι μάλιστα εφεσίβαλαν την σχετική διαταγή. Το Άρθρο 32
(3)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την αποδέσμευση των κατασχεθέντων αντικειμένων από την αστυνομική φύλαξη, η άσκηση της οποίας, όμως, συναρτάται άμεσα με την προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο και τη διατύπωση κατηγορίας εναντίον του. Βασικό κριτήριο είναι το κατά πόσο η κράτηση και φύλαξή των αντικειμένων δεν απαιτείται για τους σκοπούς της εγερθείσας ποινικής δίωξης. Δεν έχει διαφανεί στην προκειμένη περίπτωση λόγω των αλλεπάλληλων προσπαθειών των Αιτητών να εμποδίσουν την αστυνομία από το να εξετάσει το περιεχόμενο των κατασχεθέντων τεκμηρίων και να αξιολογήσει τη σχετικότητα αυτών ως προς τα υπό διερεύνηση ζητήματα. Απορρίπτει την παράγραφο 11 της ΕΔ της Αίτησης πλην του ισχυρισμού ότι στις 12/4/2022 ενδέχεται όντως να αποφασιστεί το ζήτημα ανανέωσης της κατακράτησης του κινητού τηλεφώνου (Τεκμηρίου 1) για το οποίο είχε προηγουμένως διαταχθεί η ανανέωση της κατακράτησής του μέσω της απόφασης ημερ. 13/12/
- Απορρίπτει την παράγραφο 12 της ΕΔ της Αίτησης και ειδικότερα τη θέση των Αιτητών ότι στην απουσία ανανέωσης διατάγματος κατακράτησης η Αστυνομία δεν μπορεί να διεξάγει οποιεσδήποτε εξετάσεις επί των νομίμως κατασχεθέντων τεκμηρίων. Το θέμα πρόσβασης στο καταγεγραμμένο περιεχόμενο οποιασδήποτε προστατευόμενης ιδιωτικής επικοινωνίας που πιθανόν να εντοπιστεί στα κατασχεθέντα τεκμήρια, ρυθμίζεται από το Ν.92(Ι)/
- Πουθενά δεν θέτει ως προαπαιτούμενο για την έκδοση διατάγματος πρόσβασης σε περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας την ύπαρξη διατάγματος ανανέωσης κατακράτησης. Σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε τυχόν πρόσβαση από την Αστυνομία στο περιεχόμενο οποιοσδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας/ αλληλογραφίας ή προσωπικών δεδομένων, που πιθανόν να εντοπιστούν στο περιεχόμενο των κατασχεθέντων τεκμηρίων, θα γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος και του Νόμου και δη, στη βάση σχετικού διατάγματος ή διαταγμάτων πρόσβασης σε ιδιωτική επικοινωνία, ως ορίζει η σχετική επί του θέματος Νομοθεσία, τα οποία διατάγματα είναι γνωστό πως έχουν την δική τους αυτοτέλεια και νομική ισχύ την οποία οι Αιτητές θα έχουν κάθε δικαίωμα να αμφισβητήσουν με τη χρήση των κατάλληλων ένδικων μέσων. Αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο της παραγράφου 13 της ΕΔ και το κατά πόσο υπάρχουν τεκμήρια που εμπίπτουν στον ορισμό της προνομιούχας πληροφορίας και αφορούν αποκλειστικά επικοινωνίες δικηγόρου - πελάτη και που δεν σχετίζονται με τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, είναι ζήτημα που μπορεί να αποφασιστεί μόνο από το Δικαστήριο που θα κληθεί να εκδικάσει την οποιαδήποτε ποινική υπόθεση που πιθανόν θα καταχωριστεί εναντίον των Αιτητών και όχι από το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια μιας πολιτικής αγωγής. Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί μέσα από το Επαρχιακό Δικαστήριο της Αίτησης οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό περί εφαρμογής δικηγορικού απορρήτου. Πέραν τούτου, δεν υφίσταται στο παρόν στάδιο οποιαδήποτε επέμβαση στην ιδιωτική/οικογενειακή ζωή των Αιτητών ούτε και αποκαλύπτεται κάτι τέτοιο μέσα από το περιεχόμενο της ΕΔ της Αίτησης. Σε κάθε περίπτωση οι οποιεσδήποτε έρευνες της αστυνομίας επικεντρώνονται και θα επικεντρωθούν σε μαρτυρία που ασφαλώς μπορεί να είναι σχετική με τα υπό διερεύνηση ζητήματα και τη διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων και ουδόλως ενδιαφέρει την αστυνομία η λήψη μαρτυρίας που αφορά προσωπικές και οικογενειακές στιγμές των Αιτητών. Για να καταστεί ωστόσο δυνατός ο εντοπισμός, απομόνωση και επιλογή τέτοιας σχετικής με τα αδικήματα μαρτυρίας είναι αυτονόητο πως η αστυνομία θα πρέπει να μπορεί να αποσφραγίσει και να εξετάσει τα νομίμως κατασχεθέντα τεκμήρια. Είναι παραπλανητικός ισχυρισμός ότι υπάρχουν αποφάσεις που έχουν διατάξει την επιστροφή των τεκμηρίων καθότι η απόφαση από το Ανώτατο Δικαστήριο ημερομηνίας 23.2.2022 στην πολιτική αίτηση 15/2022 έχει ήδη ακυρώσει πρωτόδικη απόφαση για επιστροφή των τεκμηρίων λόγω έλλειψης, υπέρβασης εξουσίας. Περαιτέρω σε σχέση με το συγκεκριμένο τηλέφωνο που γίνεται αναφορά στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης βρίσκεται νόμιμα στην κατοχή της αστυνομίας και οποιεσδήποτε ενέργειες πρόσβασης θα γίνουν σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 92(Ι)/
- Απορρίπτει τους λοιπούς ισχυρισμούς των Αιτητών ως αυτοί εκτίθενται στις υπόλοιπες παραγράφους 20 - 27 της ΕΔ και οι οποίοι σχετίζονται με το κατά πόσο πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος. Καμία από τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Ν.14(Ι)/1960 ως έχουν νομολογιακά ερμηνευθεί στοιχειοθετείται και οι Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης της στοιχειοθέτησής τους μέσα από την παρούσα Αίτηση. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται και στους λόγους ένστασης που καταχώρισαν οι δικηγόροι του Καθ' ου η Αίτηση: (Α) Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και η παρούσα αγωγή στην οποία αξιώνονται θεραπείες αποκλειστικά και μόνο για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είναι έκδηλα πρόωρη και νομικά και πραγματικά ανυπόστατη αφού οι ίδιοι οι Αιτητές αναγνωρίζουν πως δεν έχει μέχρι σήμερα παραβιαστεί οποιοδήποτε δικαίωμα τους. Οποιοδήποτε τυχόν ζήτημα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων και/ή αποδεκτότητας ή νομιμότητας μαρτυρίας, δεν μπορεί στο παρόν στάδιο να αποφασιστεί σε αφηρημένο ή υποθετικό επίπεδο αλλά είναι ζήτημα που μπορεί να εξεταστεί μόνο από το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την ουσία της ποινικής υπόθεσης, αν και εφόσον καταχωριστεί μια τέτοια υπόθεση εναντίον των Αιτητών, μετά την ολοκλήρωση της Αστυνομικής διερεύνησης η οποία θα πρέπει να συνεχίσει απρόσκοπτα. (Β) Δεν έχει στο παρόν στάδιο καταδειχθεί η ύπαρξη ορατής ή οποιασδήποτε λογικοφανούς πιθανότητας επιτυχίας των Αιτητών σε σχέση με τις αξιώσεις που προβάλλουν στην παρούσα αγωγή. (Γ) Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος. Η επιδίκαση εύλογων και δίκαιων αποζημιώσεων σε περίπτωση που ήθελε στην πορεία αποδειχθεί ότι έχουν παραβιαστεί δικαιώματα των Αιτητών αποτελεί, σύμφωνα με τη Νομολογία του ΑΔ, την πρέπουσα ή αρμόζουσα θεραπεία. (Δ) Η έκδοση του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος δεν είναι δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Το δε ισοζύγιο της ευχέρειας ή δικαιοσύνης κλίνει ξεκάθαρα υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση εφόσον από τη μια, η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα προκαλέσει στον Αιτητή οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά που να μην μπορεί να αποτιμηθεί εύκολα σε χρήμα, αλλά ούτε πρόκειται να καταστήσει δύσκολη ή αδύνατη την απονομή δικαιοσύνης στο τελικό στάδιο ακρόασης της πιο πάνω αγωγής και από την άλλη, η τυχόν έκδοση του εν λόγω διατάγματος θα ορθώσει ένα τεράστιο εμπόδιο στη δυνατότητα της αστυνομίας να επιτελέσει το δημόσιο καθήκον της για τη διερεύνηση των σοβαρών ποινικών αδικημάτων που βρίσκεται σε εκκρεμότητα, θα καταστρατηγήσει το δημόσιο συμφέρον για την διαλεύκανση και πάταξη του εγκλήματος και θα παρεμποδίσει την ταχεία και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. (Ε) Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει εξουσία έκδοσης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος με διάρκεια ισχύος μέχρι την πλήρη εκδίκαση της υπ' αριθμό 245/21 έφεσης αφού η ρηθείσα έφεση συνιστά μια εντελώς ξεχωριστή και αυτοτελή διαδικασία ανεξάρτητη απ' αυτήν της παρούσας αγωγής και δεν μπορεί στην παρούσα ενδιάμεση διαδικασία να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα που να καθορίζεται η συνολική διάρκεια ισχύος του με αναφορά, όχι στο συνολικό χρόνο εκδίκασης της κυρίως διαδικασίας ήτοι της αγωγής, αλλά στον απροσδιόριστο ή άγνωστο μέχρι σήμερα χρόνο που θα χρειαστεί για την αποπεράτωση μιας άλλης εν εξελίξει διαδικασίας, ήτοι της πιο πάνω έφεσης. (ΣΤ) Τυχόν έκδοση του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος με χρονική ισχύ μέχρι και την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής ενδέχεται να οδηγήσει στην έκδοση αντιφατικών αποφάσεων αφού σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης που καταχώρισε ο Καθ' ου η Αίτηση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης για τη μη ανανέωση του διατάγματος κατακράτησης και η οποία εκκρεμεί στο ΑΔ, θα υπάρχει αφενός σε ισχύ μια απόφαση του ΑΔ που θα δικαιολογεί την ανανέωση της κατακράτησης των τεκμηρίων από πλευράς αστυνομίας και από την άλλη θα υπάρχει παράλληλα σε ισχύ ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα που (παρά την εν λόγω ανανέωση) δεν θα επιτρέπει στην Αστυνομία να προβεί σε οποιαδήποτε εξέταση επί των νομίμως κατακρατηθέντων τεκμηρίων, κάτι που ενδέχεται να έχει καταλυτικές δυσμενείς συνέπειες στο υπό εξέλιξη ανακριτικό έργο. (Ζ) Τυχόν έκδοση του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος θα δημιουργήσει επιπρόσθετα προβλήματα εφόσον η αστυνομία δεν θα μπορεί νομίμως και στη βάση οποιουδήποτε σχετικού διατάγματος ή διαταγμάτων πρόσβασης, να επιχειρήσει πρόσβαση επί του περιεχομένου οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας που πιθανόν να βρίσκεται καταχωρημένη στα κατασχεθέντα τεκμήρια. (Η) Πέραν των πιο πάνω, δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος εφόσον οι Αιτητές δεν έχουν προσέλθει στο Δικαστήριο με 'καθαρά χέρια' και η παρούσα αίτηση διέπεται από κακοπιστία και συνιστώ κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Αποτελεί ένα από τα πολλά διαφορετικά ένδικα μέσα που έχουν μέχρι σήμερα προωθήσει οι Αιτητές προς επιδίωξη του ίδιου σκοπού, ήτοι την αποτροπή ή παρεμπόδιση της Αστυνομίας από το να επιτελέσει το δημόσιο καθήκον της και να συνεχίσει απρόσκοπτα τη διεξαγωγή των πολύπλοκων ερευνών και εξετάσεων που έχει κληθεί να φέρει εις πέρας. (Θ) Επιπροσθέτως των πιο πάνω, αν οι Αιτητές θεωρούν πως έχει διαπραχθεί οποιοδήποτε αδίκημα εις βάρος τους από πλευράς οποιουδήποτε προσώπου ή έχει παραβιαστεί οποιοδήποτε διάταγμα Δικαστηρίου μπορούν να λάβουν τα απαραίτητα νομικά μέτρα. Κατά την ακρόαση της αίτησης τα μέρη ανέπτυξαν με σαφήνεια και συνοπτικά τις θέσεις τους παρόλο ότι τα χρονικά περιθώρια για να προετοιμαστούν ήταν ασφυκτικά στενά εξαιτίας του επείγοντος του ζητήματος. Εκείνο που απασχολούσε τον κ. Στεφάνου είναι η υπό εξέλιξη αστυνομική έρευνα ενόψει της εκκρεμοδικίας στην πολιτική έφεση 205/21 αλλά και της δικής του έφεσης κατά της απόφασης στην Πολιτική Αίτηση 212/2021 Αναφορικά με την Αίτηση των
- Ανδρέας Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ κ.ά. ημερομηνίας 10 Μαρτίου
- Επεξήγησε γιατί θεωρούσε την νέα εξέλιξη ως παράνομη ενόψει της εκκρεμοδικίας και δικαιολόγησε τους λόγους για τους οποίους αποτάθηκε στο Δικαστήριο με το παρόν δικονομικό διάβημα. Αντίθετα ο κ. Κάρνος υποστήριξε ότι δεν τίθεται ζήτημα παρανομίας και το όποιο αίτημα των εναγόντων στα πλαίσια της παρούσας αγωγής είναι πρόωρο και κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση. ΓΙΑΤΙ ΘΕΩΡΏ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΕΠΈΜΒΑΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΤΟΥ Η αξίωση της αγωγής αφορά αποζημιώσεις για την παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά παράβαση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών Ελευθεριών. Ως προκύπτει από το πραγματικό θεμέλιο της αίτησης που έχει τεθεί ενώπιον μου η παραβίαση εστιάζεται σε ενέργεια της αστυνομίας να αφαιρέσει σφραγίδα κατασχεθέντων τεκμηρίων για να τα επιθεωρήσει. Στοιχειοθετείται η παραβίαση στην περίπτωση που η έρευνα που οδήγησε στην κατάσχεση και κατοχή των τεκμηρίων υπήρξε παράνομη. Στην περίπτωση που η έρευνα, κατάσχεση και κατοχή των τεκμηρίων θεωρείται νόμιμη ενέργεια στην βάση νόμιμης έρευνας που διενεργήθηκε από τις ανακριτικές αρχές στα πλαίσια της ποινικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου το παρόν Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία είναι αναρμόδιο να αποφανθεί επί των επίδικων ζητημάτων της εγερθείσας αγωγής και το σωστό ένδικο μέσο είναι αμφισβήτηση της δικαστικής έγκρισης που έχει ληφθεί με αποτέλεσμα η αστυνομία να έχει εντοπίσει, να έχει κατάσχει και να έχει κατακρατήσει τα τεκμήρια που περιέχουν ιδιωτική επικοινωνία των εναγόντων ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει προσωρινά διατάγματα πηγάζει από το άρθρο 32 του Ν.14/
- H εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει τέτοια διατάγματα πηγάζει από την άσκηση πολιτικής δικαιοδοσίας. Με βάση το πιο πάνω άρθρο το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία σε σχέση με την έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με γνώμονα τις πιο κάτω προϋποθέσεις:
- Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση
- Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία
- Η διαπίστωση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι τα τεκμήρια που η αστυνομία πρόκειται να αποσφραγίσει κατασχέθηκαν κατόπιν εκτέλεσης δικαστικού εντάλματος έρευνας που εκδόθηκε δυνάμει των άρθρων 27 και 28 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου κεφ.155 στις 29.7.2021 μεταξύ των ωρών 1210 και
- Πρόκειται για 57 τεκμήρια ήτοι δύο κινητά τηλέφωνα των εναγόντων 3 και 4, 49 δέσμες εγγράφων (boxfiles), πύργο ηλεκτρονικού υπολογιστή, και USB που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι περιέχει ιδιωτική τους επικοινωνία. Η έρευνα που οδήγησε στον εντοπισμό των τεκμηρίων πιο πάνω ήταν νόμιμη και συνεπώς η κατάσχεση των τεκμηρίων ώστε αυτά να κατέχονται από την αστυνομία είναι νόμιμη πράξη. Περαιτέρω, η πράξη αυτή προσβλήθηκε με προνομιακό ένταλμα τύπου Certiorari και η νομιμότητα του εντάλματος βάσει του οποίου εξουσιοδοτήθηκε η έρευνα και κατάσχεση των εν λόγω τεκμηρίων επιβεβαιώθηκε. Συγκεκριμένα, επιβεβαιώθηκε ότι η κατάσχεση των τεκμηρίων ως πραγμάτων δεν ισοδυναμούσε με πρόσβαση σε ιδιωτική επικοινωνία και κατά συνέπεια η Αστυνομία θα μπορούσε να προχωρήσει με τις κατάλληλες διαδικασίες ώστε να εξασφαλίσει πρόσβαση σε τέτοια δεδομένα. Η απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση των
- Ανδρέας Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ κ.ά., Πολιτική Αίτηση 212/21, ημερομηνίας 10.3.2022 (βλ. τεκμήριο 2) επιβεβαίωσε ότι το ένταλμα το οποίο εν τέλει είχε εκτελεστεί δεν παραβίαζε τον νόμο ή το Σύνταγμα ή την ιδιωτική επικοινωνία ή ότι συνιστούσε υπέρβαση της εξουσίας του Επαρχιακού Δικαστή που είχε εκδώσει το ένταλμα βάση του οποίου είχε διεξαχθεί η έρευνα. Δεύτερο, με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι η έκδοση και εκτέλεση του εντάλματος στην βάση της εύλογης υποψίας για την διάπραξη ποινικών αδικημάτων δεν παραβίαζε το απόρρητο της επικοινωνίας του Δικηγόρου με τον πελάτη ενόψει του ότι η επικοινωνία του δικηγόρου με τον πελάτη του με σκοπό την διάπραξη ποινικού αδικήματος δεν συνιστά προνομιούχα πληροφορία που προστατεύεται από το προνόμιο. Τρίτο κρίθηκε ότι οι νομοθετικές προϋποθέσεις για την έκδοση του εντάλματος και της έρευνας που εξουσιοδοτήθηκε στην βάση του εντάλματος είχε εκπληρωθεί και το ένταλμα που εκδόθηκε στηρίχθηκε σε ικανοποιητικό αποδεικτικό υπόστρωμα με αποτέλεσμα να είναι αιτιολογημένο. Τέλος κρίθηκε και επιβεβαιώθηκε ότι στον βαθμό που κάποια θεμελιώδη δικαιώματα των εναγόντων είχαν παραβιασθεί ως αποτέλεσμα της έρευνας που εξουσιοδοτήθηκε στην βάση του εκδοθέντος εντάλματος το μέτρο αυτό ήταν ανάλογο και δικαιολογημένο σε σχέση με τον σκοπό που επιτράπηκε η έρευνα ήτοι την εξιχνίαση και την παρεμπόδιση σοβαρών ποινικών αδικημάτων. Το Δικαστήριο που εξέδωσε το ένταλμα είχε προβεί στην κατάλληλη εξισορρόπηση των πολυσύνθετων παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην βάση των άρθρων 27 και 28 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 με αποτέλεσμα να επιβεβαιωθεί ότι το μέτρο υπό τις περιστάσεις ήταν ανάλογο και αναγκαίο για την ποινική έρευνα σε σχέση με ποινικά αδικήματα για τα οποία υπήρχε μαρτυρία ότι εύλογα οι ενάγοντες είχαν γνώση και συμμετοχή σε σχέση με τα συγκεκριμένα τεκμήρια. Η έρευνα που οδήγησε στην κατάσχεση των τεκμηρίων που βρέθηκαν ως αντικείμενα που εύλογα κρίθηκε ότι είχαν σχέση με τα υπό διερεύνηση σοβαρά ποινικά αδικήματα ήταν νόμιμη. Εκείνο που προκύπτει από την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέα Δημητριάδη & Σία ΔΕΠΕ ημερομηνίας 13.12.2021 σε σχέση με την αίτηση 109/21 (τεκμήριο 6) είναι ότι κατόπιν εκτέλεσης του Δικαστικού εντάλματος έρευνας ημερομηνίας 29.7.2001 διατάχθηκε στις 5.8.2021 η κατακράτηση διαφόρων τεκμηρίων που παραλήφθηκαν μετά από εκτέλεση τριών διαφορετικών ενταλμάτων έρευνας. Στην συνέχεια εκδόθηκαν δύο δικαστικές αποφάσεις από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια ανανέωσης των διαταγμάτων κατακράτησης των τεκμηρίων. Η πρώτη απόφαση Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέα Δημητριάδη & Σία ΔΕΠΕ ημερομηνίας 13.12.2021 τεκμήριο 6 (αίτησης) είχε το αποτέλεσμα απόρριψης της αίτησης κατακράτησης σε σχέση με τα τεκμήρια 2-37, 52-57 (τεκμήριο 1 επί της αίτησης) επειδή θεωρήθηκε ότι δεν μπορούσε να διαταχθεί η κατακράτηση τους. Η δεύτερη απόφαση Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέα Δημητριάδη & Σία ΔΕΠΕ ημερομηνίας 20.1.2022 σε σχέση με την αίτηση κατακράτησης 109/21 και τελική επί της κρίσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου επί της ίδιας αίτησης (τεκμήριο 1 στην ένσταση) είχε ως αποτέλεσμα πέραν της απόρριψης του αιτήματος για κατακράτηση και το αποτέλεσμα να διαταχθεί η επιστροφή των τεκμηρίων 2-37, 52-57 με παράδοση εντός 48 ωρών στους δικηγόρους των καθ' ων η αίτηση. Εναντίον της πρώτης απόφασης καταχωρήθηκε έφεση που εκκρεμεί όμως επί της τελικής κρίσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου ως προς την δεύτερη απόφαση, πιο πάνω, που αφορούσε την διάθεση και επιστροφή των πιο πάνω τεκμηρίων αυτή έχει ακυρωθεί με προνομιακό ένταλμα Certiorari. Συγκεκριμένα, στην Πολιτική αίτηση 15/2022 Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Έκδοση Προνομιακών Ενταλμάτων Certiorari ημερομηνίας 22 Φεβρουαρίου 2022 (τεκμήριο 8 της αίτησης) ζητήθηκε η ακύρωση της απόφασης ημερομηνίας 20.1.2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με την οποία αποφασίστηκε η επιστροφή των τεκμηρίων 2-37 και 52-
- Σημειώνεται ότι στα πλαίσια της πιο πάνω διαδικασίας οι αιτητές-ενάγοντες είχαν εγείρει ζήτημα, το οποίο δεν έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο, ότι υπήρχε κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου ενόψει της καταχώρησης της έφεσης 205/2021 εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 13.12.2021 επειδή οι δύο διαδικασίες αποσκοπούσαν στον ίδιο σκοπό. Δηλαδή, οι αιτητές που προωθούν αυτό το δικονομικό διάβημα, πρόβαλαν την θέση ότι η πολιτική αίτηση 15/2022 και η πολιτική έφεση 205/2022 έχουν τον ίδιο σκοπό, ήτοι την απόρριψη της αίτησης. Επί της ουσίας, η απόφαση του Δικαστηρίου στα πλαίσια της πολιτικής αίτησης 15/2022, πιο πάνω, είχε ως αποτέλεσμα την ακύρωση της απόρριψης της αίτησης ανανέωσης κατακράτησης τεκμηρίων με ratio decidendi ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ενήργησε πέραν της δικαιοδοτικής του εμβέλειας της νομοθετικής ποινικής διάταξης, ήτοι το άρθρο 32(Α) του Κεφ. 155 που θεμελιώνει το αίτημα ανανέωσης κατακράτησης τεκμηρίων. Το Δικαστήριο, πιο πάνω, εστιάστηκε στις ρητές πρόνοιες των άρθρων 27 και 32 της Ποινικής δικαιοδοσίας που εξαντλητικά καθορίζουν τα όρια της εξουσίας του Δικαστηρίου να εξουσιοδοτήσει έρευνα για χάριν της διερεύνησης ποινικών αδικημάτων, την κατάσχεση αντικειμένων ως συνέπεια της έρευνας που οδηγεί στην κατακράτηση τους μέχρι να επιθεωρηθούν και της επιστροφής τους όταν αυτά δεν είναι πλέον ανάγκη να κατέχονται για σκοπούς διερεύνησης και απόδειξης ποινικής κατηγορίας. Η απόφαση Concrete Mix Limited v Αστυνομία 2 ΑΑΔ 360
(1991)αποτέλεσε η ραχοκοκαλιά του σκεπτικού του Δικαστηρίου της οποίας σχετικό απόσπασμα παρατίθεται πιο κάτω: «Το άρθρο 32
(3)του νόμου αποτελεί τμήμα των διατάξεων της ποινικής δικονομίας που διέπουν και ρυθμίζουν την κατάσχεση αντικειμένων για τους σκοπούς των αστυνομικών ανακρίσεων, και την προσαγωγή τους ως μαρτυρία σε ποινική δίκη. Οι διατάξεις που αφορούν την κατάσχεση και κράτηση αντικειμένων (για ανακριτικούς και αποδεικτικούς σκοπούς) είναι ταξινομημένες με χρονολογική σειρά η οποία αντανακλά τα τρία ξεχωριστά στάδια που οριοθετούνται και ρυθμίζονται από το νόμο. Το άρθρο 27 διέπει την εξουσία για την κατάσχεση αντικειμένων. Αυτά μπορεί να κατασχεθούν κατά την εκτέλεση εντάλματος ερεύνης εφόσον η εξέτασή τους κρίνεται αναγκαία για τους σκοπούς της αστυνομικής έρευνας. Η κατάσχεση αντικειμένου, βάσει του άρθρ. 27, παρέχει μόνο περιορισμένο δικαίωμα κράτησης, μέχρι την παρουσίασή του, το συντομότερο δυνατό, ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 32
(1)του νόμου. Κριτής της αναγκαιότητας της περαιτέρω κράτησης του αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας, είναι το Δικαστήριο. Οι πρόνοιες του άρθρ. 32
(1)παρέχουν διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη κατασχεθέντος αντικειμένου από τις αστυνομικές Αρχές μέχρι και την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις αστυνομικές έρευνες. Είμαστε της γνώμης, χωρίς να αποφασίζουμε οριστικά το θέμα εφόσο δεν εγείρεται προς απόφαση, ότι διάταγμα που εκδίδεται βάσει του άρθρ. 32
(1)μπορεί να εφεσιβληθεί για τους ίδιους λόγους που χωρεί έφεση εναντίον διατάγματος προσωποκράτησης. Και όπως κάθε άλλη δικαστική διαταγή, μπορεί επίσης να αναθεωρηθεί βάσει των προνομιακών ενταλμάτων αν συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις. Οι διατάξεις του άρθρ. 32
(1)παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη αντικειμένων από τις αστυνομικές Αρχές, που κατασχέθηκαν βάσει του άρθρ. 27 για καθορισμένο χρονικό διάστημα ή μέχρι την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις ανακρίσεις. Η εξουσία η οποία παρέχεται από το άρθρο 32
(3)για αποδέσμευση των αντικειμένων από την αστυνομική φύλαξη, συναρτάται άμεσα με την προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με τη διατύπωση κατηγορίας εναντίον του. Η πρόσοψη κατηγορίας οριοθετεί το τρίτο στάδιο της διαδικασίας για την κράτηση κατασχεθέντων αντικειμένων. Το εδάφιο 3 του άρθρ. 32 του νόμου, παρέχει εξουσία για επιστροφή του αντικειμένου στον κάτοχο ή ιδιοκτήτη του, νοουμένου ότι η κράτηση και φύλαξή του δεν απαιτείται για τους σκοπούς της εγερθείσας ποινικής δίωξης. Η ερμηνεία των προνοιών του άρθρ. 32
(3), η οποία υιοθετείται σ' αυτή την απόφαση, επιβάλλεται τόσο από το λεκτικό των διατάξεων του άρθρ. 32
(3), όσο και από την ταξινόμησή του στο πλαίσιο των σχετικών διατάξεων του Κεφ. 155. Η έννοια του όρου "criminal proceedings" (ποινικά μέτρα) προσδιορίζεται από τις διατάξεις του άρθρ. 2 του νόμου και περιλαμβάνει μόνο την κατηγορία ενώπιον του δικαστηρίου και τη διαδικασία που ακολουθεί. Επομένως, συναρτάται η εξουσία που παρέχεται με την πρόσοψη κατηγορίας ενώπιον του δικαστηρίου. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται και από τις διατάξεις των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου 3 του άρθρ. 32 με την αναφορά που γίνεται στον κατηγορούμενο. Ο όρος "charged" (κατηγορείται), που απαντάται στις δυο αυτές παραγράφους του άρθρ. 32
(3), αναφέρεται αποκλειστικά σε πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει προσαφθεί κατηγορία επί δικαστηρίω σύμφωνα με την ερμηνεία που αποδίδεται στον όρο "charge" στο άρθρο 2 του Κεφ. 155. Προς την ερμηνεία του άρθρ. 32
(3)που οριοθετεί η ορολογία του, συγκλίνει και η ταξινόμηση, στο πλαίσιο του Κεφ. 155, των διατάξεων που διέπουν την κατάσχεση και κράτηση αντικειμένων για τους σκοπούς των ανακρίσεων και της δίκης - άρθρα 27, 32
(1)και 32
(3)- καθώς και η σκοπιά των προνοιών κάθε μιας από αυτές τις νομοθετικές διατάξεις. Το άρθρο 27 διέπει και καθορίζει την κατάσχεση αντικειμένων στο προκαταρκτικό στάδιο της έρευνας, το άρθρο 32
(1)την κράτηση και φύλαξή τους από τις αστυνομικές Αρχές μετά την κατάσχεσή τους, και το άρθρο 32
(3)την αποδέσμευσή τους μετά την πρόσοψη κατηγορίας επί δικαστηρίω εάν η περαιτέρω κράτησή τους δεν απαιτείται για τους σκοπούς εγερθείσας ποινικής δίωξης. Προκύπτει από την πιο πάνω ανάλυση, ότι η αίτηση των εφεσειόντων, που αποτέλεσε το επίδικο θέμα της πρωτόδικης απόφασης, εδραζόταν σε ακροσφαλές βάθρο. Όπως έχουμε εξηγήσει, η κράτηση και φύλαξη των αντικειμένων μέχρι την αποπεράτωση των ανακρίσεων, και ενδεχομένως μέχρι την αποπεράτωση μελλοντικής ποινικής διαδικασίας, διατάχθηκε στις 14/11/90. Το διάταγμα εκείνο ίσχυε στις 8/12/90 όταν υποβλήθηκε η αίτηση για αποδέσμευσή τους χωρίς να είχαν προκύψει οι προϋποθέσεις που θα νομιμοποιούσαν τους εφεσείοντες να επικαλεσθούν τις πρόνοιες του άρθρ. 32
(3), δηλαδή ποινική δίωξη των κατηγορουμένων. Ενόψει αυτού το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ' δεν παρέχεται με βάση το άρθρο 32
(1)εξουσία στο Δικαστήριο να πράξει οτιδήποτε άλλο και σίγουρα δεν προκύπτει από το κείμενο του νόμου άλλα και την υπάρχουσα νομολογία τέτοια εξουσία όπως το κατώτερο Δικαστήριο την αντιλήφθηκε, ήτοι για επιστροφή ή αποδέσμευση των αντικειμένων που κατασχέθηκαν που ήταν εν προκειμένω η διαταγή του κατώτερου Δικαστηρίου. Τέτοια εξουσία για επιστροφή παρέχεται στο Δικαστήριο υπό όρους και προϋποθέσεις που τίθενται στο εδάφιο
(3)του άρθρου 32, ήτοι με την πρόσαψη της κατηγορίας εναντίον προσώπων και εφόσον η κράτηση των τεκμηρίων δεν απαιτείται για σκοπούς της εγερθείσας ποινικής δίωξης.» Εφόσον επισημάνθηκε ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου οριοθετείται νομοθετικά και κρίθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε υπερβεί της εξουσίας του απορρίπτοντας την αίτηση και διατάσσοντας την επιστροφή των τεκμηρίων, η πράξη της απόρριψης της αίτησης σε σχέση με τα συγκεκριμένα τεκμήρια για τους λόγους που το Δικαστήριο στην πολιτική αίτηση 15/22, πιο πάνω, ανέφερε οδηγούσε σε υπέρβαση εξουσίας, κρίνω ότι συμπαρασύρει και την απόφαση (τεκμήριο 6) για απόρριψη της αίτησης κράτησης για τους ίδιους λόγους. Υπό τέτοιες συνθήκες δεν ανοίγεται πεδίο εξέτασης του παρόντος Δικαστηρίου να διασκεδάσει νομικά επιχειρήματα του τύπου ότι η όποια αποσφράγιση των τεκμηρίων είναι παράνομη εξαιτίας της απόρριψης της αίτησης στα πλαίσια της απόφασης ημερομηνίας 13.12.2021 (τεκμήριο 6 της αίτησης). Το θέμα κρίθηκε και υπερκαλύφθηκε με την πολιτική αίτηση, πιο πάνω, ότι δεν υπήρχε παρανομία διαφορετικά θα επιβαλλόταν η επιστροφή των τεκμηρίων που ήταν στην κατοχή της αστυνομίας. Στην περίπτωση που δεν αποδεικνύεται παρανομία σε σχέση με την έρευνα και κατάσχεση τεκμηρίων στα πλαίσια διερευνώμενης ποινικής υπόθεσης δεν υπάρχει νομικό έρεισμα στο επιχείρημα των αιτητών ότι παραβιάζεται κάποιο θεμελιώδη τους δικαίωμα και το Δικαστήριο στα πλαίσια της αστικής του δικαιοδοσίας δεν έχει καμία δυνατότητα να επέμβει υπό τέτοιες συνθήκες. Η δε δεύτερη απόφαση στα πλαίσια της Πολιτικής αίτησης αρ. 10/22 Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Έκδοση Προνομιακού Εντάλματος της φύσης Prohibition ημερομηνίας 17.2.2022 που αφορούσε άλλη αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος prohibition στα πλαίσια ανανέωσης του διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίων 109/21 για να παρεμποδίσει το Δικαστήριο να επιθεωρήσει τα τεκμήρια προκειμένου να αποφασίσει την επιστροφή τους η Δικαστής Ψαρά-Μιλτιάδους επεξήγησε πως τα όρια δικαιοδοσίας του ΕΔ κατά την εξέταση της αίτησης ανανέωσης κατακράτησης τεκμηρίων είναι συνυφασμένη με την σχετική νομοθεσία της ποινικής δικονομίας Κεφ.
- Σημειώνεται ότι κατά την εξέταση της πολιτικής αίτησης 10/22 η διαδικασία που θα καθόριζε την νομιμότητα της έκδοσης του εντάλματος έρευνας που είχε προσβληθεί ακόμη εκκρεμούσε. Τα τρία στάδια για την έρευνα και κατάσχεση των τεκμηρίων είχαν προηγηθεί της έκδοσης αυτής της απόφασης, ήτοι, την έκδοση του εντάλματος έρευνας, την εκτέλεση του εντάλματος, τον εντοπισμό και συλλογή των τεκμηρίων και τη διαταγή κατακράτησης των τεκμηρίων ημερομηνίας 2.8.2021 ως επακόλουθο της εκτέλεσης του εντάλματος ερεύνης. Κρίθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στα πλαίσια της ανανέωσης του διατάγματος κατακράτησης έσφαλε προβαίνοντας σε ζητήματα αποδεκτότητας μαρτυρίας κρίνοντας τα έγγραφα ενώ στην βάση του άρθρου 32 η μόνη του εξουσία ήταν να αποφασίσει κατά πόσο τα τεκμήρια που είχαν κατασχεθεί δυνάμει της έρευνας που είχε εξουσιοδοτηθεί ήταν ανάγκη να κατακρατούνται προκειμένου να εγερθεί η ποινική υπόθεση και στην συνέχεια αφού εγερθεί τέτοια ποινική διαδικασία να αποφασίσει την κατακράτηση τους εάν αυτά απαιτούνται στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας. Στην περίπτωση που η διαδικασία αφορούσε την εξέταση άλλων κριτήριων για την συνέχιση της κατακράτησης των τεκμηρίων εκτός των ρητώς προβλεπόμενων κριτηρίων δυνάμει του άρθρου 32 του Κεφ. 155, συμπεριλαμβανομένου και την αξιολόγηση των τεκμηρίων ως προς το περιεχόμενο τους, υπήρχε εκτροπή στην διαδικασία που δεν καλύπτεται από την νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος. Κρίθηκε ότι είχε υπερβεί της δικαιοδοσίας του το πρωτόδικο Δικαστήριο όταν προσπάθησε να ερμηνεύσει το περιεχόμενο του εντάλματος έρευνας σε συνάρτηση με την εκτέλεση του για να κρίνει κατά πόσο τα συγκεκριμένα τεκμήρια έπρεπε να συνεχίζονται να κατακρατούνται όταν το μόνο του μέλημα θα έπρεπε να ήταν το στάδιο της έρευνας σε σχέση με την προώθηση της ποινικής κατηγορίας. Εν τέλει κρίθηκε ότι η 'έλλειψη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστή να κρίνει ως έπραξε καθώς και η εγγύτητα της επέλευσης της επιθεώρησης των τεκμηρίων εκ μέρους του για να αποφασίσει αξιολογώντας αυτά, δημιουργούν, κατά την κρίση μου, εξαιρετικές συνθήκες για παροχή της θεραπείας, αφού η αξιολόγηση αυτή δυνατόν να είχε ως αποτέλεσμα τη μεταφορά των τεκμηρίων εκτός ανακριτικού έργου με ενδεχόμενες καταλυτικές συνέπειες στην ολοκλήρωση του.' Οι δύο πιο πάνω αποφάσεις εξουδετερώνουν εκ του σκεπτικού τους το αποτέλεσμα της απόρριψης της αίτησης κατακράτησης 109/21 για άλλους λόγους από τους προβλεπόμενους του νόμου άρθρο 32 Κεφ.
- Καταπιάνονται με το ίδιο νομικό ζήτημα και έτσι οι αποφάσεις δεν αφήνουν περιθώριο στους αιτητές να ισχυριστούν ότι η πράξη της αστυνομίας που αφορά αποσφράγιση τεκμηρίων που έχουν κατασχεθεί, κατακρατηθεί νόμιμα στα πλαίσια εκτέλεσης νόμιμου εκδοθέντος εντάλματος έρευνας και που θα πραγματοποιηθεί ως συνέχεια ποινικής διερεύνησης που εκκρεμεί είναι εμποτισμένη στην παρανομία. Εφόσον το θέμα παρανομίας έχει αποφασισθεί ως αποτέλεσμα των πολλαπλών Δικαστικών διαδικασιών που έκαναν χρήση οι ενάγοντες για να αμφισβητήσουν την νομιμότητα της έρευνας, κατάσχεσης και κατακράτησης τεκμηρίων σε σχέση με υπό διερεύνηση ποινικό αδίκημα σε εξέλιξη το Δικαστήριο στα πλαίσια της πολιτικής του δικαιοδοσίας στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 δεν είναι το σωστό Δικαστήριο έναρξης δικαστικού διαβήματος για την αμφισβήτηση πράξεων που αφορούν την υπό εξέλιξη αστυνομική έρευνα. Δεν υπάρχει πεδίο επέμβασης εφόσον έχει κριθεί η νομιμότητα των ενεργειών της αστυνομίας από άλλο αρμόδιο Δικαστήριο και κάθε προσπάθεια αμφισβήτησης ζητημάτων που έχουν ήδη κριθεί, έστω και με έμμεσο τρόπο στα πλαίσια έκδοσης προσωρινού διατάγματος στα πλαίσια της πολιτικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Εκείνο που επιδιώκουν οι ενάγοντες με έμμεσο τρόπο είναι την αναστολή της ποινικής έρευνας σε σχέση με νόμιμα κατασχεθέντα τεκμήρια και νόμιμη έρευνα της αστυνομίας που έχει ήδη αμφισβητηθεί και τα δικαστικά διαβήματα των εναγόντων έχουν ήδη αποτύχει στην βάση άλλων δικαστικών αποφάσεων που ήταν αρμόδια να κρίνουν την νομιμότητα της έρευνας, κατάσχεση και κατακράτηση των τεκμηρίων. H παράλληλη προώθηση δύο διαδικασιών που στην ουσία επιζητούν την ίδια θεραπεία, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. (βλ. Κοζάκη ν Κοζάκη 1 ΑΑΔ 1710
(2002).) Από πολύ παλιά έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η προώθηση πέραν από τη μια διαδικασία για την επίτευξη στόχων που θα μπορούσαν να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. (Βλ. Williams v. Hunt [1905] 1 KB 512). Στην υπόθεση Beogradska D.D.
(1996)1 A.A.Δ. 911, όπου υπάρχει μια εκτενής ανάλυση του θέματος με ιδιαίτερη αναφορά στις αποφάσεις Δημοκρατία ν. Υψαρίδη
(1993)3 Α.Α.Δ. 280 και Τζεννάρο Περρέλλα ν. Διευθυντή των Φυλακών
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η Αγγλική νομολογία υποδεικνύει χωρίς τη διατύπωση οποιουδήποτε αυστηρού κανόνα το μέτρο της αναστολής της μιας από τις δύο διαδικασίες, κατά κανόνα της μεταγενέστερης. Αναφορικά με τις νομικές αρχές όπως αυτές εφαρμόζονται στην Κύπρο, ο Δικαστής Καλλής που εξέδωσε την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου τόνισε ότι: "Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε τη διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας." H ταύτιση δύο διαδικασιών δεν γίνεται αφηρημένα. Ένας διάδικος στερείται το δικαίωμα του να προσφύγει στο Δικαστήριο μόνο εάν αποδειχθεί ότι οι δύο διαδικασίες απολήγουν στον ίδιο στόχο. Στην Αγγλική υπόθεση Christou v Haringey London Borough Council [2014] 1 All ER το Εφετείο θεώρησε ότι πειθαρχική διαδικασία που είχε διεξαχθεί από τον εργοδότη εις βάρος του εργοδοτούμενου του δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ήταν προγενέστερη νομική διαδικασία ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της μεταγενέστερης πειθαρχικής διαδικασίας στην βάση ότι αυτό προκαλούσε την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η μία διαδικασία διέφερε από την άλλη σε ουσιαστικά ζητήματα διότι η εμβέλεια της πρώτης διαδικασίας είχε ως στόχο την πειθαρχία του εργοδοτούμενου από των ανώτερα ιεραρχικά προϊστάμενο του. Περαιτέρω, απουσίαζαν από την πρώτη πειθαρχική διαδικασία τα ελάχιστα εχέγγυα της δίκαιας δίκης ώστε να διασφαλιστούν τα δικαιώματα του επηρεαζόμενου εργοδοτούμενου. The doctrine of res judicata did not apply to the exercise of disciplinary power by an employer, which was far removed from the process of litigation or adjudication to which the doctrine applied. The critical question was not the formality of the procedures, but rather whether they operated independently of the parties such that it was appropriate to describe their function as an adjudication between the parties. In that regard, it was wrong to describe the exercise of disciplinary power by the employer as a form of adjudication. The purpose of the procedure was not a determination of any issue which established the existence of a legal right, nor was it properly regarded as determining a dispute. In the employment context, the disciplinary power was conferred on the employer by reason of the hierarchical nature of the relationship. The purpose of the procedures was not to allow a body independent of the parties to determine a dispute between them, but typically to enable the employer to inform himself whether the employee had acted in breach of contract or in some other inappropriate way and, if so, to determine how that should affect future relations between them. It was true that sometimes the procedures would have been contractually agreed, but that did not alter their basic function or purpose. Even where the disciplinary procedures provided for a panoply of safeguards of a kind typically found in adjudicative bodies, that did not alter their basic function (see [47]-[52], below); Mattu v University Hospitals of Coventry and Warwickshire NHS Trust [2012] 4 All ER 359. Το ζήτημα της παρανομίας ως το υπόστρωμα επί του οποίου στηρίζονται οι ενάγοντες για να αποδείξουν ότι έχουν παραβιασθεί τα θεμελιώδη τους δικαιώματα έχει ήδη αποφασισθεί από αρμόδιο Δικαστήριο. Στην απουσία παρανομίας οι ενέργειες της αστυνομίας είναι νόμιμες και δεν υπάρχει πεδίο αμφισβήτησης των πράξεων αυτών σε σχέση με νόμιμη ποινική έρευνα σε εξέλιξη. Αντίθετα, προκύπτει ότι η αίτηση των εναγόντων είναι προσπάθεια επέμβασης στην έρευνα της αστυνομίας εφόσον αυτό το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφασίσει την νομιμότητα της έρευνας και δεν έχει αρμοδιότητα να υποσκάπτει έστω με έμμεσο τρόπο άλλες δικαστικές αποφάσεις από αρμόδια Δικαστήρια που έχουν κρίνει την νομιμότητα των ενεργειών της αστυνομίας και στην ουσία αυτή η προσπάθεια παρουσιάζεται ως έσχατο διάβημα για να ματαιωθεί η αποσφράγιση των τεκμηρίων όταν όλα τα άλλα νόμιμα ένδικα μέσα έχουν αποτύχει. Η αρχή της διαφύλαξης της δικαστικής διαδικασίας από καταχρήσεις διαφέρει από την αρχή του δεδικασμένου. Σε αντίθεση με την αρχή του δεδικασμένου η οποία συνιστά ασπίδα εναντίον της έναρξης νέων δικαστικών διαδικασιών για το ίδιο θέμα η αρχή της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας εφαρμόζεται συνήθως στην καταστολή καταχρηστικών περιττών δικαστικών διαβημάτων που αναγκαστικά εμπερικλείουν την επίλυση του ιδίου θέματος με την προγενέστερη διαδικασία ή που να αφορούν την επίλυση θέματος συναφή με το προηγούμενο που να αποτελεί μέρος της διαφοράς ή προπαρασκευαστικό θέμα που πρέπει να επιλυθεί ως συνέπεια των θεραπειών που ζητούνται με την πρώτη νομική διαδικασία σε εξέλιξη (issue estoppel). Δεν είναι ανάγκη να έχει επέλθει οριστική ή τελική κατάληξη επί του θέματος στην προγενέστερη διαδικασία. Το Δικαστήριο δύναται να περιφρουρεί την δικαιοδοσία του για να εμποδίζει διάδικο από του να καταχράται την δικαστική διαδικασία σε σχέση με θέμα που εκδικάσθηκε ή θα μπορούσε να επιλυθεί στα πλαίσια μίας προγενέστερης διαδικασίας. Η εξουσία του Δικαστηρίου να περιφρουρεί την δικαιοδοσία του από καταχρήσεις θεωρείται επέκταση της εξουσίας του Δικαστηρίου να προβεί σε καταστολή διαδικασίας που αφορά την επίλυση διαφοράς που να έχει ήδη αποφασισθεί βάση της αρχής του δεδικασμένου (βλ. Henderson v Henderson
(1843)3 Hare 100.) Όταν το Δικαστήριο αποφασίσει να απορρίψει δικαστικό διάβημα επειδή αυτό καταχράται την εξουσία του Δικαστηρίου προβαίνει στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Ελέγχει για να επιβεβαιωθεί ότι οι αιτητές είχαν την ευκαιρία να θίξουν το θέμα και να ακουσθούν επί του θέματος που τους απασχολεί αφενός και αφετέρου ελέγχει και αξιολογεί τους σκοπούς που προωθούνται με τις δύο διαδικασίες και εάν κρίνει ότι οι δύο διαδικασίες έχουν τον ίδιο σκοπό προστατεύει τον άλλο διάδικο από το ενδεχόμενο καταπίεσης που είναι αναπόφευκτη συνέπεια της δεύτερης πολλαπλής διαδικασίας εάν έχει να αντιμετωπίσει πανομοιότυπες διαδοχικές δικαστικές διαδικασίες. Είμαι της άποψης ότι η απόφαση του Δικαστή Οικονόμου Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Ανδρέας Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ κ.ά. Πολιτική Αίτηση 212/2021 ημερομηνίας 10.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:D93 στην βάση της οποίας κρίθηκε νόμιμο το ένταλμα έρευνας ημερομηνίας 29.7.2021 και η κατάσχεση και κατακράτηση των τεκμηρίων, η απόφαση της Δικαστού Λένας Δημητριάδου-Ανδρέου Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Έκδοση Προνομιακών Ενταλμάτων Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Έκδοση Προνομιακών Ενταλμάτων Certiorari, Πολιτική Αίτηση 15/2022, ημερομηνίας 23 Φεβρουαρίου 2022, στην οποία κρίθηκε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε υπερβεί της εξουσίας του διατάσσοντας της επιστροφή νόμιμων κατασχεθέντων τεκμηρίων ενώ η ποινική έρευνα της αστυνομίας ήταν σε εξέλιξη, και η απόφαση της Δικαστού Τάσιας Ψαρά - Μιλτιάδους Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Έκδοση Προνομιακού Εντάλματος της φύσης Prohibition, Πολιτική αίτηση 10/22, ημερομηνίας 17 Φεβρουαρίου 2022, ECLI:CY:AD:2022:D71, στην οποία κρίθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε το δικαίωμα να επιθεωρήσει τα υπό κατάσχεση τεκμήρια για να αποφανθεί εάν υπήρχε παραβίαση στο απόρρητο με αποτέλεσμα να ερμηνεύσει το περιεχόμενο του εντάλματος έρευνας ως ενέργεια που εκφεύγει της δικαιοδοτικής εμβέλειας του άρθρου 32 του Κεφ. 155 στο οποίο εστιάζεται η εξουσία του Δικαστηρίου να ανανεώσει την κατακράτηση των τεκμηρίων ελέγχοντας μόνο κατά πόσο τα κατακρατηθέντα τεκμήρια δεν απαιτούνται πλέον για οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, υπερκαλύπτουν όλα τα θέματα που να αφορούν την νομιμότητα της έρευνας και της κατάσχεσης και της κατακράτησης των τεκμηρίων δυνάμει του εντάλματος που νομίμως έχει κριθεί ότι έχει εκδοθεί. Υπό τέτοιες συνθήκες δεν υπάρχει κανένα ζήτημα προς εξέταση στα πλαίσια αυτής διαδικασίας και δεν υπάρχει περιθώριο επέμβασης μου σε έρευνα που νόμιμα διεξάγεται από την αστυνομία. Όμως στην περίπτωση που ήθελε φανεί ότι υπάρχει κάποιο κατάλοιπο ή κενό στο πλέγμα των επίδικων θεμάτων ως προς το νόμιμο της έρευνας και της ακόλουθης κατακράτησης και κατάσχεσης τεκμηρίων που δεν καλύπτεται από τις πιο πάνω αποφάσεις κρίνω ότι επί της ουσίας δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ως είναι τουλάχιστον διαμορφωμένο το αιτητικό του διατάγματος. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στην Αγγλική υπόθεση American Cyanamid v Ethican Ltd
(1975)AC 396 το Δικαστήριο επεξήγησε ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από του να αποδείξει ο ενάγοντας ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα και του δικαιώματος που προσπαθεί να προστατεύσει. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιχειρήσει να επιλύσει τα διάφορα πραγματικά ζητήματα που εγείρονται στην απαίτηση με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί προς υποστήριξη της αίτησης και ένστασης για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται πέραν από του να αποφασίσει εάν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επομένως, δεν πρέπει το Δικαστήριο να εισέλθει σε εις βάθος εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζει την απαίτηση του ενάγοντα στο βαθμό που απαιτείται για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απαίτηση του ενάγοντα δεν είναι επιπόλαια με βάση τις πραγματικές παραστάσεις που τίθενται ενώπιον του ως και επίσης εξετάζει κατά πόσο η θεραπεία που αναζητεί ο ενάγοντας θεμελιώνεται στον νόμο. Η έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος είναι πάντοτε ζήτημα διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει όμως να ασκείται δικαστικά με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Jonitexo Ltd v Adidas 1 CLR 263
(1983)η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 32 Ν. 14/60 δεν πρέπει να περιορίζεται από άκαμπτους και αυστηρούς κανόνες διότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερο να ασκήσει την κρίση του και να χορηγήσει αυτή την θεραπεία εκεί όπου θα απονεμηθεί δικαιοσύνη. Τέλος, έχει νομολογηθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου, ότι η τρίτη προϋπόθεση που προνοεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος πληρείται εάν ο ενάγοντας δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελέσει οιανδήποτε δικαστική απόφαση που δυνατόν να εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα σε κατοπινό στάδιο εάν το Δικαστήριο δεν του χορηγήσει το απαιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Πάντοτε το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί την εξουσία του με τρόπο που θα προκαλείται η λιγότερη αδικία σε κάθε πλευρά. Είναι αναντίλεκτο ότι τα τεκμήρια κατασχέθηκαν και κατακρατήθηκαν νόμιμα. Είναι αναντίλεκτο ότι η αστυνομία δεν είχε υποχρέωση να τα επιστρέψει ή να τα διαθέσει σε τρίτους ενόψει του αποτελέσματος στις Πολιτικές Αιτήσεις 10/22 και 15/22 αντίστοιχα. Στις 2.8.2021 τα τεκμήρια προσκομίστηκαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 32 του Κεφ. 155 και όπως προβλέπεται δυνάμει του άρθρου 27 του Κεφ. 155 αποφασίσθηκε όπως η αστυνομία δύναται να κατακρατήσει τα κατασχεθέντα τεκμήρια μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό. Ουδέποτε αποφασίσθηκε στην βάση του εδαφίου
(3)ότι οτιδήποτε που κατασχέθηκε δυνάμει εντάλματος έρευνας δεν απαιτείται πλέον για οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, ώστε να εξουσιοδοτηθεί η διάθεση των τεκμηρίων σε άλλο πρόσωπο. Το γεγονός ότι η αστυνομία κατέχει τα τεκμήρια μετά την απόρριψη της αίτησης ανανέωσης της κατακράτησης δεν παραβιάζει τον Συνταγματικό δικαίωμα επικοινωνίας ή την ιδιωτική ζωή των εναγόντων. Και εάν οι ενάγοντες θεωρούσαν κάτι τέτοιο θα καταχωρούσαν το παρόν δικονομικό διάβημα αμέσως μετά την απόρριψη της αίτησης ανανέωσης κράτησης 109/21 την 13.12.
- Το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων είναι η παραβίαση της ιδιωτικής τους ζωής. Αυτό είναι το συμφέρον που επιδιώκουν να προστατεύσουν οι ενάγοντες και αυτό είναι που επιδιώκουν να προωθήσουν με την έκδοση του διατάγματος. Η αστυνομία πρόκειται να διενεργήσει αποσφράγιση τεκμηρίων που έχουν κατασχεθεί ως αποτέλεσμα νόμιμης έρευνας της αστυνομίας σε σχέση με την διερεύνηση σοβαρών ποινικών αδικημάτων. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου το Δικαστικό ένταλμα έρευνας βάση του οποίου είχε εξουσιοδοτηθεί η έρευνα αλλά γίνεται μνεία του κειμένου της απόφασης στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση των
- Ανδρέας Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ κ.ά., στην Πολιτική αίτηση 212/2021, ημερομηνίας 10 Μαρτίου 2022, ECLI:CY:AD:2022:D93 ότι με το ένταλμα ο Δικαστής 'δεν εξουσιοδότησε την επέμβαση από πλευράς της αστυνομίας σε δεδομένα προστατευμένα από τα άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος και έδωσε οδηγίες σχετικά με τη διαδικασία εκτέλεσης του εντάλματος ώστε να διασφαλιστεί το επαγγελματικό ή άλλο απόρρητο'. Κατά συνέπεια προκύπτει ότι το ένταλμα έρευνας δεν είχε εξουσιοδοτήσει έρευνα σε σχέση με το περιεχόμενο τεκμηρίων το οποίο δυνατόν να αποτελούσε ιδιωτική επικοινωνία για το οποίο χρειαζόταν επιπρόσθετο Δικαστικό διάταγμα δυνάμει του περί Προστασίας του Απόρρητου Ιδιωτικής Επικοινωνίας Νόμου 92
(1)/1996. Αυτό με οδηγεί στις επισημάνσεις του Δικαστή Σάντη στην τελευταία σχετική απόφαση με την υπόθεση ήτοι Αναφορικά με την Αίτηση των Ανδρέας Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ κ.ά για την έκδοση εντάλματος Certiorari, ημερομηνίας 1/11/21, Πολιτική Αίτηση 186/21 ότι το ένταλμα έρευνας εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 27 Κεφ. 155 με 'βλέψη την ανεύρεση, κατάσχεση, και μεταφορά ενώπιον του Δικαστηρίου των πραγμάτων εκείνων που αποτελούσαν το αντικείμενο του εν λόγω εντάλματος.' Το πιο κάτω σκεπτικό του Δικαστηρίου είναι σχετικό: Το Κατώτερο Δικαστήριο, εκδίδοντας το Ένταλμα Έρευνας, ούτε παραπέμφθηκε, ούτε αναφέρθηκε, μηδέ και άφησε να εκληφθεί αντικειμενικώς (και καθ' οιονδήποτε τρόπο) πως υπήρχε στη σκέψη του προοπτική διάφορη από εκείνη που αναφυόταν ως ουσία από τον όρκο και το αίτημα της Αστυνομίας για έκδοση του Εντάλματος Έρευνας στη βάση του Άρθρου 27, Κεφ.155, μήτε και ποτέ το αίτημα της Αστυνομίας θα μπορούσε, κατά όμοια λογική, να λεχθεί ότι εδραζόταν είτε στον Ν92(Ι)/96 (είτε στον Ν183(Ι)/07), ώστε να ανακύπτει θέμα προς ανάλυση κατά τις προτάσεις των Αιτητών (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Λοϊζίδη, Π.Ε. 455/19, ημ. 8.4.21, Αναφορικά με την Αίτηση του Moran, Π.Ε. 346/14, ημ. 31.3.16, Αναφορικά με την Αίτηση του Κ.Μ., Πολ. Αίτ. 58/21, ημ. 20.4.21). Κατ' ακολουθίαν, η δικαιοδοτική βάση για την έκδοση του Εντάλματος Έρευνας είναι το Άρθρο 27 του Κεφ.155 το οποίο καθορίζει πως ένταλμα έρευνας δύναται να εκδοθεί όταν ο αρμόδιος Δικαστής ικανοποιείται με ένορκη έγγραφη δήλωση ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται πως σε οποιοδήποτε τόπο υπάρχει οτιδήποτε στο οποίο, ή εν σχέσει προς το οποίο, διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα, ή υπάρχει υποψία ότι διαπράχθηκε, ή οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται πως θα παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, ή οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος. Με το ένταλμα θα πρέπει να εξουσιοδοτείται το πρόσωπο που κατονομάζεται σε αυτό, να ερευνήσει τον τόπο που ενδιαφέρει ανακριτικώς, προς ανεύρεση οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος και να κατάσχει και μεταφέρει αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου που έκδωσε το ένταλμα έρευνας, ή ενώπιον άλλου Δικαστηρίου, για να τύχει μεταχείρισης σύμφωνα με τον νόμο, και να προσαγάγει ενώπιον Δικαστή, τον κάτοχο της οικίας ή του τόπου όπου βρέθηκε το πράγμα, ή οποιοδήποτε πρόσωπο εντός ή πέριξ της οικίας αυτής ή του τόπου το οποίο κατέχει τέτοιο πράγμα, αν ο Δικαστής κρίνει σκόπιμο να διατάξει με αυτόν τον τρόπο στο ένταλμα. Τα αντικείμενα που καθορίστηκαν προς αναζήτηση ήταν 'φάκελοι και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα που φυλάγονται, ηλεκτρονικά δεδομένα που υπάρχουν σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, server, εξωτερικούς δίσκους αποθήκευσης δεδομένων ή σε οποιαδήποτε άλλη συσκευή αποθήκευσης που χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτό καθώς και τα κινητά τηλέφωνα του [ ] Δημητριάδη και [ ] Δημητριάδη αναφορικά με την ηλεκτρονική αλληλογραφία , μηχανή πιστωτικών καρτών six payments με αριθμό TID24100576 καθώς και άλλα τεκμήρια που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και αφορούν επενδυτές/συζύγους και παιδιά καθώς και εταιρείες που καθορίζονται στην ένορκη δήλωση.' Αυτά τα τεκμήρια εντοπίστηκαν, κατασχέθηκαν και μεταφέρθηκαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Εντοπίσθηκαν τα αντικείμενα που κατατάσσονται στις κατηγορίες, πιο πάνω, ως συνέπεια της έρευνας που είχε διεξαχθεί στο γραφείο της δικηγορικής εταιρείας. Από την φύση κάποιων των πραγμάτων που εντοπίσθηκαν και κατασχέθηκαν κατά την διάρκεια της έρευνας εύλογα συμπεραίνεται ότι δεν ήταν εφικτό η επιθεώρηση τους επί τόπου ως προς το περιεχόμενο τους και στην ουσία η κατάσχεση των αντικειμένων προηγήθηκε της έρευνας του περιεχόμενου τους ως αντικείμενα που είναι κλειστά και για τα οποία χρειάζεται ειδική εξουσιοδότηση προκειμένου να διερευνηθούν κάποια αντικείμενα ως προς το περιεχόμενο τους, ήτοι την ιδιωτική και/ή απόρρητη επικοινωνία. Παρόλο ότι η διπλή ενέργεια της έρευνας και της κατάσχεσης διεξάγεται παράλληλα κατά την διάρκεια της ποινικής έρευνας σε σχέση με αντικείμενα που εντοπίζονται επί τόπου στον χώρο όπου έχει εξουσιοδοτηθεί η έρευνα οι δύο δραστηριότητες έχουν σημαντικές διαφορές. Η νόμιμη έρευνα αφορά περιορισμό στο δικαίωμα του ανθρώπου στην ιδιωτική του ζωή ενώ η κατάσχεση και η κατακράτηση τεκμηρίων ως αποτέλεσμα μίας νόμιμης εξουσιοδοτημένης έρευνας ως επεσήμανε η Δικαστής Δημητριάδου στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Έκδοση Προνομιακών Ενταλμάτων Certiorari στην πολιτική αίτηση 15/22, ημερομηνίας 23.2.2022, αφορά περιορισμό στο δικαίωμα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας 'A law providing for the seizure of movable property and detention thereof for purposes of production before a court in criminal proceedings is constitutional within the meaning of paragraph
(3)of article 23 in that it provides for the imposition of restrictions or limitations in the interest of public safety as well as for the protection of the rights of others.' Συνήθως η έρευνα προηγείται της κατάσχεσης και της κατακράτησης όμως στην περίπτωση της ιδιωτικής ή της απόρρητης επικοινωνίας το αντίστροφο συνήθως συμβαίνει. Υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί να κατασχεθεί ένα κινητό τηλέφωνο ή ηλεκτρονικός υπολογιστής ή άλλο σκεύασμα που περιέχει επικοινωνία χωρίς να επηρεάζεται το δικαίωμα της ιδιωτικής επικοινωνίας ή της ιδιωτικής επικοινωνίας. Ο Δικαστής Stevens που συνέταξε σύμφωνη γνώμη (concurring judgement) σε απόφαση πλειοψηφίας στην απόφαση σταθμός του Ανωτάτου Ομόσπονδου Δικαστηρίου των ΗΠΑ Texas v Brown 460 U.S. 730
(1983)στην οποία το Δικαστήριο καταπιάστηκε με την νομιμότητα σαρωτικών ερευνών που διεξάγονται στην βάση ενταλμάτων επεσήμανε ότι τα δύο δικαιώματα της περιουσίας και της ιδιωτικής επικοινωνίας δεν επηρεάζονται στον ίδιο βαθμό σε κάθε στιγμή της έρευνας και στην περίπτωση κατάσχεσης αντικειμένων που θεωρούνται σχετικά με την έρευνα σε 'κοινή θέα' δεν χρειάζεται επιπρόσθετη εξουσιοδότηση αν από την όψη του τεκμηρίου διαφαίνεται καταφανώς ότι συνδέεται με την εγκληματική δραστηριότητα. Στην περίπτωση που ένα τεκμήριο δεν είναι σε κοινή θέα επειδή είναι σε κλειστό χώρο ή εντός περίκλειστης ηλεκτρονικής συσκευής ή άλλο δοχείο χρειάζεται στις πλείστες περιπτώσεις επιπρόσθετη εξουσιοδότηση να γίνει έρευνα του περιεχόμενου των αντικειμένων που έχουν κατασχεθεί στην διάρκεια της έρευνας ώστε να διαφυλαχθεί το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής. Το πιο κάτω σκεπτικό επεξηγεί ότι στην περίπτωση που το τεκμήριο που σχετίζεται με εγκληματική δραστηριότητα είναι σε κοινή θέα και έχει εξουσιοδοτηθεί η κατάσχεση του στην βάση του κειμένου του εντάλματος που οριοθετεί την έρευνα και την κατάσχεση υποχωρεί το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής. Η νόμιμη έρευνα οδήγησε στον εντοπισμό και την κατάσχεση του αντικειμένου που σχετίζεται με την εγκληματική δραστηριότητα που ήταν σε κοινή θέα και επιθεωρήθηκε επί τόπου και έτσι το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή εκ του αποτελέσματος της έρευνας που απεκάλυψε το αντικείμενο υποχωρεί. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι σχετικό: "The Amendment protects two different interests of the citizen - the interest in retaining possession of property and the interest in maintaining personal privacy. A seizure threatens the former, a search the latter. As a matter of timing, a seizure is usually preceded by a search, [460 U.S. 730, 748] but when a container is involved the converse is often true. Significantly, the two protected interests are not always present to the same extent; for example, the seizure of a locked suitcase does not necessarily compromise the secrecy of its contents, and the search of a stopped vehicle does not necessarily deprive its owner of possession. An object may be considered to be "in plain view" if it can be seized without compromising any interest in privacy. Since seizure of such an object threatens only the interest in possession, circumstances diminishing that interest may justify exceptions to the Fourth Amendment's usual requirements. Thus, if an item has been abandoned, neither Fourth Amendment interest is implicated, and neither probable cause nor a warrant is necessary to justify seizure. See, e. g., Abel v. United States, 362 U.S. 217, 241
(1960); cf. United States v. Lisk, 522 F.2d 228, 230 (CA7 1975). And if an officer has probable cause to believe that a publicly situated item is associated with criminal activity, the interest in possession is outweighed by the risk that such an item might disappear or be put to its intended use before a warrant could be obtained. The officer may therefore seize it without a warrant. See G. M. Leasing Corp. v. United States, 429 U.S. 338, 354
(1975); Payton v. New York, 445 U.S. 573, 587
(1980). The "plain view" exception to the warrant requirement is easy to understand and to apply in cases in which no search is made and no intrusion on privacy occurs. The Court's more difficult plain-view cases, however, have regularly arisen in two contexts that link the seizure with a prior or subsequent search. The first is the situation in which an officer who is executing a valid search for one item seizes a different item. The Court has been sensitive to the danger inherent in such a situation that officers will enlarge a specific authorization, furnished by a warrant or an exigency, into the equivalent of a general warrant to rummage and seize at will. That danger is averted by strict attention to two of the core requirements of plain view: seizing the item must entail no significant additional invasion of privacy, and [460 U.S. 730, 749] at the time of seizure the officer must have probable cause to connect the item with criminal behavior. See United States v. Lefkowitz, 285 U.S. 452, 465
(1932); cf. Coolidge v. New Hampshire, 403 U.S. 443, 465-466
(1971). The second familiar context is the situation in which an officer comes upon a container in plain view and wants both to seize it and to examine its contents. In recent years, the Court has spoken at some length about the latter act, e. g., Ross, supra; Chadwick, supra; Sanders, supra, emphasizing the Fourth Amendment privacy values implicated whenever a container is opened. In this case, however, both the search of a container (the balloon) and the antecedent seizure are open to challenge. 1 In that regard, it more closely resembles Coolidge, supra. 2 All of these cases, however, demonstrate that the constitutionality of a container search is not automatically determined by the constitutionality of the prior seizure. See Chadwick, 433 U.S., at 13 -14, n. 8; Sanders, 442 U.S., at 761 -762. Separate inquiries are necessary, taking into account the separate interests at stake. If a movable container is in plain view, seizure does not implicate any privacy interests. Therefore, if there is probable cause to believe it contains contraband, the owner's possessory interest in the container must yield to society's interest in making sure that the contraband does not vanish during [460 U.S. 730, 750] the time it would take to obtain a warrant. The item may be seized temporarily. It does not follow, however, that the container may be opened on the spot. Once the container is in custody, there is no risk that evidence will be destroyed. Some inconvenience to the officer is entailed by requiring him to obtain a warrant before opening the container, but that alone does not excuse the duty to go before a neutral magistrate. Johnson v. United States, 333 U.S. 10, 15
(1948); McDonald v. United States, 335 U.S. 451, 455
(1948)." Με την ίδια λογική, πιο πάνω, τα έγγραφα και τα box-files στην βάση της μαρτυρίας της αστυνομίας ήταν σχετικά με την εγκληματική δραστηριότητα για την οποία εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας. Έγινε εκ πρώτης όψεως επιθεώρηση των εγγράφων, ως απτά αντικείμενα που επιδέχονται άμεση επιθεώρηση, διαφορετικά η αστυνομία δεν θα προχωρούσε σε κατάσχεση τους και κατακράτηση τους. Ως έγγραφα που κρίνονται εκ πρώτης όψεως συνδεδεμένα με εγκληματική δραστηριότητα δεν είναι σοβαρό το επιχείρημα των αιτητών ότι επηρεάζεται το δικαίωμα τους στην ιδιωτική ζωή. Ακολούθησε η παρουσία των εγγράφων στο Δικαστήριο προκειμένου να διαταχθεί η κατακράτηση τους στις 2.8.2021. Επομένως, σ' αυτή την περίπτωση ως και στην περίπτωση στην υπόθεση Αυξεντίου ν Δημοκρατίας 2 ΑΑΔ 5
(1999), η παράλειψη της αστυνομίας να παρουσιάσει τα τεκμήρια και να ακολουθήσει πιστά την διαδικασία ήταν απλή παρατυπία, η οποία δεν καθιστούσε παράνομη την προσκόμιση τους ως τεκμήρια στο Δικαστήριο, αφού η Αστυνομία τα είχε παραλάβει στη βάση δικαστικού εντάλματος έρευνας και επρόκειτο καταφανώς για τεκμήρια σχετικά με την εγκληματική δραστηριότητα. Σε σχέση με τα αντικείμενα τα οποία περιέχουν ιδιωτική επικοινωνία όπως τα κινητά τηλέφωνα (1 και 2), τον πύργο του ηλεκτρονικού υπολογιστή
(53)και το USB
(54)τα οποία δεν μπορούσαν να επιθεωρηθούν επί τόπου και το περιεχόμενο τους δεν ήταν γνωστό κατασχέθηκαν απλώς ως αντικείμενα που εύλογα συσχετίζονται με την εγκληματική δραστηριότητα στην βάση του εντάλματος και το Δικαστήριο που εξέδωσε το ένταλμα διάταξε ρητώς ότι δεν υπήρχε δικαίωμα παρέμβασης της αστυνομίας σε ιδιωτική επικοινωνία εκτός και εάν η αστυνομία εξασφάλιζε επιπρόσθετη εξουσιοδότηση στην βάση του νόμου 92
(1)/
- Σε αυτή την περίπτωση το δικαίωμα των εναγόντων που επηρεάσθηκε ως συνέπεια της κατάσχεσης δεν είναι αυτό της ιδιωτικής ζωής ή της ιδιωτικής επικοινωνίας. Μόνο στην περίπτωση που εξασφαλισθεί τέτοιο διάταγμα θα γίνει γνωστό το περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας σε σχέση με τα πιο πάνω τεκμήρια. Οπότε το επιχείρημα του κ. Κάρνου ότι το παρόν δικονομικό διάβημα είναι πρόωρο είναι σωστό διότι για ποια παραβίαση της ιδιωτικής ζωής και της επικοινωνίας καταγγέλλουν οι ενάγοντες όταν για την επιθεώρηση αυτή χρειάζεται άλλο Δικαστικό διάταγμα που να αποσκοπεί στην διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με αντικείμενο που το περιεχόμενο του δεν είναι γνωστό σε κοινή θέα; Στην πορεία εάν φανεί ότι η ιδιωτική επικοινωνία στην βάση νόμιμης έρευνας ότι αφορούσε την προώθηση εγκληματικής δραστηριότητας τότε και πάλι ποια είναι τα δικαιώματα που προστατεύονται για τα οποία οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση διατάγματος για να σταματήσει νόμιμη έρευνα αστυνομίας σε σχέση με σοβαρά ποινικά αδικήματα για τα οποία Δικαστής θεώρησε ότι υπήρχε εύλογη μαρτυρία ώστε να εκδώσει το Δικαστικό ένταλμα έρευνας; Τα ίδια κριτήρια εφαρμόζονται στην περίπτωση και του απορρήτου επικοινωνίας μεταξύ πελάτη και δικηγόρου που καταγγέλλουν οι ενάγοντες ότι θα επηρεασθεί. Το ένταλμα δεν εξουσιοδότησε σαρωτική έρευνα αφορούσε έρευνα σε σχέση με τεκμήρια που ήταν σχετικά με συγκεκριμένη εγκληματική δραστηριότητα και το ένταλμα ρητώς είχε εξαιρέσει επικοινωνία που ήταν το προϊόν του απόρρητου της επικοινωνίας μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη. Έπειτα ο Δικαστής Οικονόμου στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση των
- Ανδρέας Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ κ.ά. Πολιτική Αίτηση 212/2021 επεσήμανε ότι η προστασία του απορρήτου δεν αναγνωρίζεται σε περίπτωση που η επικοινωνία αποσκοπεί στη διάπραξη ποινικού ή άλλου αδικήματος. Το προνόμιο του απορρήτου επικοινωνίας μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη είναι προνόμιο που μπορεί να το επικαλεστεί μόνο ο πελάτης για να παρεμποδίσει τον δικηγόρο του από του να αποκαλύψει το περιεχόμενο της ιδιωτικής του επικοινωνίας στα πλαίσια της σχέσης δικηγόρου και πελάτη. Στην Αγγλική υπόθεση R ν Justice of the Peace for Peterborough 1 All ER 225 [1978] που αφορούσε περίπτωση όπου δικηγόρος κρατούσε εκ μέρους του πελάτη του πλαστογραφημένο έγγραφο δεν ήταν βάσιμο το επιχείρημα να επικαλεστεί το απόρρητο ο δικηγόρος προκειμένου να παρεμποδίσει την έρευνα ενόψει νόμιμης αστυνομικής έρευνας σε σχέση με διάπραξη ποινικών αδικημάτων και το απόρρητο δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει με τρόπο που ο πελάτης θα παρέδιδε στην κατοχή του δικηγόρου του τα ενοχοποιητικά έγγραφα ώστε να αποφύγει την κατάσχεση τους εφόσον ο ίδιος ο πελάτης δεν θα είχε το δικαίωμα να παρεμποδίσει την αστυνομική έρευνα εάν εξακολουθούσε να τα κατέχει αντί να τα είχε δώσει στον δικηγόρο του. "The claim of privilege, it is true, applies to documents in the hands of solicitors in a great variety of circumstances; but it is the privilege of the client. When one looks at s 16 there is nothing to indicate that an exception shall be made in the case of documents in the hands of solicitors, which could have been done had Parliament so intended. Right in the forefront of one's consideration of this point is that the solicitor holds the document in the right of his client and can assert in respect of its seizure no greater authority than the client himself or herself possesses. The client in this case would have possessed no lawful authority or excuse that would prevent the document's seizure. In my view the solicitor himself can be in no better position. The solicitor's authority or excuse in a case like this is the authority or the excuse of the client." Σκοπός του απορρήτου είναι η διατήρηση της εμπιστευτικότητας της επικοινωνίας μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του για την σωστή απονομή της δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου, αντικείμενα τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του δικηγόρου με σκοπό την προώθηση εγκληματικής δραστηριότητας δεν καλύπτονται από το προνόμιο του απορρήτου. Ο χαρακτήρας της επικοινωνίας που θα αποκαλυφθεί είναι αυτό που θα κρίνει κατά πόσο η επικοινωνία κατατάσσεται σε απόρρητη επικοινωνία ως το απόρρητο του πελάτη με τον δικηγόρο. Στην παρούσα περίπτωση εκδόθηκε ένταλμα έρευνας επειδή ο Δικαστής διαπίστωσε ότι εύλογα πιστεύεται ότι οι ενάγοντες είναι αναμεμειγμένοι σε συγκεκριμένη εγκληματική δραστηριότητα. Σκοπός της έρευνας ήταν να αποκαλυφθεί επικοινωνία η οποία να αφορούσε την προώθηση εγκληματικής δραστηριότητας που δεν εμπίπτει στον ορισμό του απορρήτου. Χρειάζεται επιπρόσθετη Δικαστική εξουσιοδότηση σε σχέση με ιδιωτική επικοινωνία και με το να κατέχονται μόνο τα αντικείμενα δεν παραβιάζεται το δικαίωμα στην ιδιωτική επικοινωνία και η αστυνομία μπορεί να επιθεωρήσει ιδιωτική επικοινωνία στον βαθμό που εξασφαλίσει Δικαστικό διάταγμα που να αφορά επικοινωνία που δεν εμπίπτει στο απόρρητο. Οι ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει πως επηρεάζεται το δικαίωμα τους στην ιδιωτική επικοινωνία σε σχέση με έγγραφα ή επικοινωνία στην κατοχή της αστυνομίας που δυνατόν να αφορούν εγκληματική δραστηριότητα στην οποία είναι αναμειγμένοι προσωπικά και για την οποία η αστυνομία προκειμένου να επιθεωρήσει τέτοια επικοινωνία πρέπει να εξασφαλίσει δικαστικό διάταγμα δυνάμει του άρθρου 92
(1)/
- Ακόμη και στην περίπτωση της υπόθεσης Sargava v Estonia Application 698/19 ημερομηνίας 16.2.2022 όπου με παρέπεμψε ο κ. Στεφάνου το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επεσήμανε στην σκέψη 98 ότι το πρόβλημα που δημιουργείται σε σχέση με το απόρρητο είναι πρακτικό διότι η διαδικασία της έρευνας πρέπει να διασφαλίζει μηχανισμό διά του οποίου διαχωρίζεται η επικοινωνία που προστατεύεται από επικοινωνία που δεν εμπίπτει στο προνόμιο διότι νοείται ότι στην περίπτωση που ο δικηγόρος είναι ο ίδιος αναμεμειγμένος στην εγκληματική δραστηριότητα αυτή η επικοινωνία δεν εμπίπτει στο απόρρητο. "
- Despite the safeguards referred to above, the Court's essential concern is the lack of a practical framework for the protection of legal professional privilege in cases such as the present one. Working on the premise that under domestic law professional legal privilege does not apply to the extent that the lawyer him or herself is a suspect and/or acted in a capacity other than a lawyer, the key question is how privileged material is distinguished and separated from material where the lawyer-client confidentiality cannot be relied on. The Court notes that it was not established in the domestic proceedings and that it clearly does not follow from the Government's observations that under domestic law lawyer-client confidentiality stops applying altogether with respect to a lawyer who is a suspect in a criminal case, or who also engages in activities other than providing legal services and/or fails to duly separate various privileged and non-privileged material.
- While the question of sifting and separating privileged and non-privileged files is undoubtedly important in the context of hard copy material, it becomes even more relevant in a situation where the privileged content is part of larger batches of digitally stored data. In such a situation, even if the lawyer concerned or his representative is present at the search site, it might prove difficult to distinguish swiftly during the search which exact electronic files are covered by legal professional privilege and which are not." Αντιλαμβάνομαι την θέση των αιτητών ότι το πρακτικό πρόβλημα του διαχωρισμού των τεκμηρίων αποκτά σημασία εξαιτίας της μορφής των τεκμηρίων σε σχέση με τα θεμελιώδη δικαιώματα των εναγόντων επειδή το ένταλμα έκανε ειδική μνεία στο θέμα του απορρήτου. Νοείται ότι έγγραφα και επικοινωνία εις την οποία οι ίδιοι οι δικηγόροι είναι αναμεμειγμένοι στην προώθηση συγκεκριμένης εγκληματικής δραστηριότητας δεν καλύπτεται από το προνόμιο και ενόψει της φύσης και του χαρακτήρα των πληροφοριών που αναζητούνται δεν διαφαίνεται στην βάση του αποδεικτικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου ότι το υλικό που κατέχεται από την αστυνομία έχει αυτό τον χαρακτήρα. Όμως ακόμη και εάν υπάρχει κάποιο αντικείμενο ή έγγραφο που να έχει αυτό τον χαρακτήρα οι δικηγόροι των εναγόντων κλήθηκαν επί τόπου να είναι παρόντες κατά την αποσφράγιση των τεκμηρίων και θα μπορούσαν στην διάρκεια της διαδικασίας να εντοπίσουν επικοινωνία που να είχε αυτό το χαρακτήρα και να επανέλθουν σε αρμόδιο Δικαστήριο με συγκεκριμένο αίτημα. Ούτε αυτό το έχουν κάνει και αντιθέτως γενικά και αόριστα επιχειρούν να παρεμποδίσουν την πρόοδο ολόκληρης της αστυνομικής έρευνας. Εκείνο που υποδείχθηκε από Αγγλικό Δικαστήριο στην υπόθεση Regina v Guildhall [1990] 1 Q.B. 261 είναι ότι στην περίπτωση του τίμιου δικηγόρου που δεν έχει σχέση με εγκληματική δραστηριότητα ο οποίος αποβλέπει μόνο στην προστασία επικοινωνίας που είναι προστατευμένη ως απόρρητη δεν θα έχει πρόβλημα να επικοινωνήσει με τον πελάτη του για να διαχωρίσει την προστατευμένη επικοινωνία ώστε να αποταθεί σε αρμόδιο Δικαστήριο για τα συγκεκριμένα αντικείμενα ή επικοινωνία ώστε να διασφαλίσει το απόρρητο. "I do not think that the honest solicitor should have any cause for concern. If the police wish to gain access to documentation in the solicitor's possession which is, prima facie, privileged, they will as a first step have to make an ex parte application to a circuit judge, identifying the suspected drug trafficker and the documents they wish to inspect. If the documents fall into the class that are, prima facie, privileged, the judge must not make the order unless satisfied that the documents were in fact brought into existence for the purpose of furthering a criminal purpose. If the judge is so satisfied and makes the order, the Act provides that he should make the order to take effect at some future date, generally seven days, the purpose of which is to give the solicitor the opportunity to apply to the judge to discharge the order as specifically provided for by rule 25(B) of the Crown Court (Amendment) Rules 1986 (S.I. 1986 No. 2151). Before making such an application, the solicitor will have the opportunity to ask his client if he has any objection to the police having access to the documentation and whether he is prepared to waive privilege if it exists. If the client does object to the police seeing the documents, then the solicitor, or counsel, will appear before the judge and seek to persuade the judge to discharge the order on the grounds that legal privilege attaches to the documents. If the judge overrules the objections, no blame can attach to the solicitor." Οπότε εφόσον το ένταλμα προέβλεπε ρητώς ότι το απόρρητο σε σχέση με επικοινωνία του δικηγόρου και του πελάτη του ήταν κάτι που θα έπρεπε να διασφαλιστεί στα πλαίσια της έρευνας και οι ενάγοντες δεν έχουν υποδείξει ποια είναι τα αντικείμενα που θεωρούν ότι συνιστούν επικοινωνία που είναι προστατευμένη σε αντίθεση με επικοινωνία που δεν είναι προστατευμένη με αναφορά συγκεκριμένα τεκμήρια για τα οποία ούτως ή άλλως οι αστυνομία προκειμένου να τα επιθεωρήσει ως προς το περιεχόμενο της επικοινωνίας χρειάζεται επιπρόσθετο Δικαστικό διάταγμα άρσης του απορρήτου της επικοινωνίας δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με προοπτική επιτυχίας που να δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος στην σημερινή του μορφή που θα παρεμποδίσει την ολοκλήρωση της αστυνομικής έρευνας στην ολότητα της για άγνωστο χρονικό διάστημα σε σχέση με διερευνόμενα σοβαρά ποινικά αδικήματα. Κατά συνέπεια δεν εκπληρώνονται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις έκδοσης για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος αλλά ούτε κατά την άποψη και το τρίτο ως είναι διαμορφωμένο το αιτητικό του διατάγματος. Το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει τέτοια διαταγή που να προκαλέσει την λιγότερη ζημιά. Στην υπόθεση Bacardi v Vinco 1 ΑΑΔ 788
(1996)το Εφετείο επεσήμανε ότι είναι 'θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος ήταν εσφαλμένη.' Στα πλαίσια έκδοσης προσωρινού διατάγματος το Δικαστήριο δεν μπορεί να εισέλθει σε τόσο βάθος των γεγονότων που να εκδικασθεί η ουσία της αγωγής και να προβεί σε τελικά συμπεράσματα σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Γι' αυτό το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να επιδιώκει στο στάδιο αυτό να ενεργήσει με τρόπο που να μην ανατρέπει τις ισορροπίες. Κάποτε είναι ανάγκη η έκδοση προσωρινού διατάγματος για την διατήρηση του status quo κάποτε όμως o αιτητής αποτείνεται για θεραπεία τόσο καθυστερημένα που ανατρέπεται το status quo με την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίσει το όλο ζήτημα με τον τρόπο που εισηγήθηκε ο Δικαστής Π. Καλλής στην υπόθεση Bacardi. «Aν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli εκτός εάν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo.» Στην υπόθεση Parico Alumninium Designs Ltd v Muskita Aluminium
(2002)1 ΑΑΔ 2015, καταγράφονται τα στοιχεία που θα πρέπει να αξιολογήσει το Δικαστήριο κατά την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Εκείνο που λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με το μη επανορθώσιμο της ζημιάς σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο είναι ιδιαίτερα εμφανής (Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179). Πιο συγκεκριμένα, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για να εκτιμηθεί το μη αναστρέψιμο της ζημιάς, ως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Parico, (πιο πάνω), είναι ως ακολούθως: «Ισοζύγιο της ευχέρειας. Αν το δικαστήριο βρίσκεται σε αμφιβολία ως προς την επάρκεια των αντίστοιχων θεραπειών σε αποζημιώσεις που προσφέρονται είτε στον ενάγοντα είτε στον εναγόμενο είτε και στους δύο εγείρεται το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στην American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd [1975] A.C. 396 η Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων έχει καθιερώσει ορισμένες κατευθυντήριες αρχές για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. ................................................................................................. Κατά την αξιολόγηση του που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποία τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Αν για παράδειγμα η έκταση της μη δυνάμενης να αποκατασταθεί ζημιάς του κάθε μέρους δεν θα διαφέρει σε μεγάλο βαθμό, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τη σχετική δύναμη της υπόθεσης του κάθε μέρους όπως αποκαλύπτεται από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν παρουσιασθεί κατά την ακρόαση της αίτησης. Αυτός όμως είναι ο τελευταίος και όχι ο πρώτος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Είναι μόνο σ' αυτό το στάδιο που το δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική ανισότητα επί της ουσίας και ποιός από τους διαδίκους έχει περισσότερη πιθανότητα επιτυχίας. Το δικαστήριο δεν δικαιούται, ακόμη και σ' αυτό το στάδιο, να εμπλακεί σε οτιδήποτε που μοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Μπορεί να υπάρχουν υποθέσεις στις οποίες είναι εμφανές από τη μαρτυρία ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη αμφισβήτηση ότι η δύναμη της υπόθεσης ενός μέρους είναι δυσανάλογη από εκείνη του άλλου μέρους. Γενικά όμως η διαδικασία στις παρεμπίπτουσες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε αμφισβητούμενα γεγονότα. Status Quo. Όπου οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι το δικαστήριο συνήθως θα λάβει τέτοια μέτρα τα οποία σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo. Αν, από την άλλη, ο εναγόμενος εμποδίζεται προσωρινά από του να κάμει κάτι το οποίο δεν έκαμνε προηγουμένως, η μόνη επίδραση του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, σε περίπτωση που θα πετύχει στη δίκη του, είναι η αναβολή της ημερομηνίας κατά την οποία θα είναι σε θέση να εμπλακεί σε μια δραστηριότητα την οποία προηγουμένως δεν την είχε θεωρήσει αναγκαία να αναλάβει. Αν, από την άλλη, ο εναγόμενος διακόπτεται στη διεξαγωγή μιας καθιερωμένης επιχείρησης το απαγορευτικό διάταγμα θα του προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη δυσχέρεια εφόσον θα έχει να αρχίσει πάλι να τη δημιουργεί σε περίπτωση που πετύχει στη δίκη. Η διατήρηση του status quo συγκεκριμένα ευνοεί τη χορήγηση απαγορευτικού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει να εμπλέκεται στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και οι επενδύσεις του σε κεφάλαια ήταν μικρές ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πάντοτε πιο εύκολο να γίνει ο υπολογισμός της ζημιάς την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί λόγω του απαγορευτικού διατάγματος παρά ο υπολογισμός της ζημιάς την οποία θα υποστεί η επιχείρηση του ενάγοντα και η εμπορική του εύνοια αν ο εναγόμενος δεν εμποδιστεί. .............................................................................................. Υπάρχουν όμως ορισμένες υποθέσεις στις οποίες τα δικαστήρια θα είναι της άποψης ότι η ζημιά στον ενάγοντα μπορεί ευχερώς να υπολογιστεί με αναφορά στις πωλήσεις που έκαμε ο εναγόμενος και ότι η ζημιά η οποία θα προκληθεί στον εναγόμενο όταν τον εμποδίζεις να συμμετέχει στην αγορά το συντομότερο δυνατό δεν είναι εύκολα υπολογίσιμη. Όπου υπάρχει μόνο ο κίνδυνος για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά του ενάγοντα και βεβαιότητα για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά στον εναγόμενο το δικαστήριο συχνά θα αρνηθεί να διατηρήσει το status quo και να απορρίψει αξίωση για απαγορευτικό διάταγμα. Η πορεία που ακολουθεί το δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η άρνηση χορήγησης του απαγορευτικού διατάγματος και η διαταγή για σύντομη εκδίκαση της αγωγής. Ικανότητα πληρωμής αποζημιώσεων. Το δικαστήριο θα λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν είναι σε οικονομική θέση να αντιμετωπίσει αξίωση για σημαντικές αποζημιώσεις εναντίον του και ότι ο ενάγων είναι πιθανόν να υποστεί ζημιές πέραν από εκείνες που μπορεί ο εναγόμενος να του καταβάλει. Από την άλλη το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη την ικανότητα ή άλλως πως του ενάγοντα να αποζημιώσει τον εναγόμενο με την ανάληψη υποχρέωσης για πληρωμή αποζημιώσεων. Το απλό γεγονός ότι ένα μέρος διαθέτει πενιχρά μέσα δεν είναι συμπερασματικό για τη χορήγηση ή άρνηση απαγορευτικού διατάγματος. Το δικαστήριο θα είναι προσεκτικό να εξετάσει αυτά τα ζητήματα όταν οι διάδικοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και όπου ο ενάγων είναι άτομο ο οποίος διαμένει εκτός δικαιοδοσίας». Ενόψει των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, δεν δικαιολογείται γενική και καθολική απαγόρευση αστυνομικής διερεύνησης σε σχέση με σοβαρά ποινικά αδικήματα χωρίς καταφανώς να έχει διαπιστωθεί ότι υπάρχει παράνομη εκτροπή στην διενέργεια της έρευνας σε τεκμήρια που εντοπίστηκαν, κατασχέθηκαν και κατακρατήθηκαν δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας. Η πλάστιγγα του ισοζυγίου της ευχέρειας αναμφίβολα γέρνει προς την διαφύλαξη της αστυνομικής έρευνας σε εξέλιξη η οποία δυνατόν να διακινδυνεύει ως προς το αποτέλεσμα της ενόψει της καθυστέρησης και ενόψει του ότι το νόμιμο της έκδοσης του εντάλματος έρευνας έχει εξετασθεί και επιβεβαιωθεί μεταγενέστερα από αρμόδιο Δικαστήριο στα πλαίσια της πολιτική αίτησης 212/2021. Υπό τις δοσμένες περιστάσεις δεν υπάρχει πεδίο επέμβασης μου ως Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία. Δεν θα ασκήσω την διακριτική μου εξουσία υπέρ της έκδοσης τέτοιου καθολικού διατάγματος ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων ειδικά αφού οι ενάγοντες δεν έχουν ανταποκριθεί στο κάλεσμα της αστυνομίας να παραστούν προσωπικά ή με αντιπρόσωπο τους κατά την αποσφράγιση των τεκμηρίων. Παρόλο τούτο δεν θα προχωρήσω στο παρόν στάδιο στην απόρριψη της αίτησης χωρίς να δοθεί ευκαιρία στους ενάγοντες να παραστούν σε τέτοια συνάντηση προκειμένου εάν το επιθυμούν να επανέλθουν με συγκεκριμένο αίτημα στα πλαίσια της δικαιοδοσίας μου στην βάση των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω. Αναμένεται ότι η αστυνομία θα παρέχει κάθε διευκόλυνση, βοήθεια και χρόνο στους αιτητές, προκειμένου το δικαίωμά τους να εντοπίσουν και να απομονώσουν υλικό που θεωρούν ότι είναι προστατευμένο ώστε να υποβάλουν συγκεκριμένο αίτημα, δεν καταστεί άνευ αντικειμένου. Η αίτηση ορίζεται για οδηγίες στις 29 Απριλίου 2022. Ως προς τα έξοδα, αυτά θα κριθούν κατά το τελικό αποτέλεσμα της αίτησης και αφού ληφθούν υπόψη οι θέσεις των μερών. (Υπ.) ................. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο