← Κύπρος

Τιμοθέου κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 9251/12, 31/3/2022

Τιμοθέου κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 9251/12, 31/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A209 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 9251/12 Μεταξύ:

  1. [ ] Τιμοθέου
  2. [ ] Λοΐζου Ενάγοντες και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενος ---------------------------------------------- Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2022 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κ. Λ. Γ. Λουκαΐδης Για εναγόμενο : κα Θ. Κουμή ΑΠΟΦΑΣΗ Τα γεγονότα στην παρούσα υπόθεση, όπως αυτά αναδύονται από την ανταλλαγείσα δικογραφία και τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση, ήτοι από τον ενάγοντα 1 εκ μέρους των εναγόντων, και από τους Δρ. Χ. Πήλασα και Δρ. Σ. Δημητρίου εκ μέρους των εναγομένων, είναι στην πλειοψηφία τους κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα. Τα συνοψίζω. Στις 03/10/12 οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι αντρόγυνο, επισκέφθηκαν το παλαιό Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού με την ενάγουσα 1 να παραπονείτο για πόνους και πρήξιμο κοιλιάς. Ο παθολόγος που εξέτασε τότε την τελευταία της συνέστησε να προβεί σε εξέταση υπέρηχου κοιλιάς τύπου U/S Abdomen και την παράπεμψε για τον σκοπό αυτό στο νέο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού (Τεκ. 1Α και 1Β). Αφού οι ενάγοντες μετέβηκαν στο εν λόγω Νοσοκομείο τους ενημέρωσαν ότι η μόνη διαθέσιμη ημερομηνία για τη συγκεκριμένη εξέταση ήταν στις 04/02/13, δηλαδή 4 μήνες αργότερα, οπόταν διευθέτησαν το σχετικό ραντεβού για εκείνη την ημερομηνία και αποχώρησαν. Στις 29/10/12 όμως, λίγο μετά τις 18:30, οι ενάγοντες μετέβηκαν στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού με την ενάγουσα 1 να παραπονείται για έντονους και αφόρητους πόνους στην κοιλιά. Αφού το προσωπικό του Τμήματος κατέγραψε τα στοιχεία και μέτρησε την πίεση και τη θερμοκρασία της ενάγουσας 1 περί τις 18:47 (Τεκ. 3) και κρίθηκε τότε ότι αιμοστατικά ήταν σε καλή κατάσταση, της ζητήθηκε να περιμένει μέχρι να «αδειάσει» κάποιο εξεταστήριο και της έδωσαν μια καρέκλα για να καθίσει. Όπως ανέφερε και ο ενάγοντας 2 κατά τη μαρτυρία του, στο Τμήμα εκείνη τη στιγμή «.είχε κόσμο.εν τους μέτρησα αλλά συνήθως στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού αν πάεις οποιανδήποτε στιγμή έσιει κόσμο. Μπορεί ο κάθε ένας να πονεί λλίον την κοιλιά του, την τζιεφαλή του, πάντα έσιει λλίον κόσμο.». Τελικά η ενάγουσα 1 τοποθετήθηκε σε εξεταστήριο περί τις 21:15 και αφού εν τω μεταξύ ο ενάγοντας 2 είχε παραπονεθεί έντονα για την καθυστέρηση που παρατηρείτο. Μισή ώρα αργότερα, δηλαδή περί τις 21:45, το ιατρικό προσωπικό του Τμήματος έλαβε από την ενάγουσα 1 αίμα και ούρα για σκοπούς εξετάσεων και περί τις 22:00 της χορηγήθηκε ενδοφλέβιος φαρμακευτικός ορός. Την ενάγουσα 1 στη συνέχεια εξέτασε ο γιατρός του Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών Δρ. Χ. Πήλασας (ΜΥ1), ο οποίος, αφού έλαβε και τα αποτελέσματα των εξετάσεων της πρώτης περί τις 23:30 (Τεκ.2), την παρέπεμψε στο Γυναικολογικό Τμήμα του Νοσοκομείου για περαιτέρω εξέταση, περιλαμβανομένης και της διενέργειας υπέρηχου κοιλιάς. Περί τις 23:45 η ενάγουσα 1 μεταφέρθηκε στο Γυναικολογικό Τμήμα του Νοσοκομείου όπου εκεί την εξέτασε η τότε ειδικευόμενη μαιευτικής - γυναικολογίας Σ. Δημητρίου (ΜΥ2), η οποία από το 2015 είναι εγγεγραμμένη ως ειδικός γυναικολόγος και η οποία, κατόπιν διενέργειας και υπερηχογραφήματος της κάτω κοιλιάς της ενάγουσας 1, διέγνωσε περί τις 00:00 (μεσάνυχτα) ρήξη κύστης ωοθήκης και παρουσία υγρού στην κοιλιά, «το πιο πιθανόν αίματος λόγω της ρίξης κύστης της ωοθήκης». Κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε τότε η Δημητρίου με τον ειδικό γυναικολόγο Δ. Χαραλάμπους που ήταν καθήκον εκείνη τη νύχτα, ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω διαφάνηκε ότι ήταν και ο Διευθυντής του Γυναικολογικού Τμήματος, στα πλαίσια της οποίας επικοινωνίας οι δύο τους συζήτησαν την αιμοστατική και αιμοδυναμική κατάσταση της ενάγουσας 1, συνεστήθη στην τελευταία όπως γίνει η εισαγωγή της στο Γυναικολογικό Τμήμα για παρακολούθηση της εξέλιξης της κατάστασής της (Τεκ. 7). Οι ενάγοντες τότε αποφάσισαν να μην ακολουθήσουν τη σύσταση που τους έγινε για να παραμείνουν στο Νοσοκομείο, οπόταν, αφού επικοινώνησαν με τον προσωπικό ιδιώτη γυναικολόγο της ενάγουσας 1 στη Λεμεσό, ήτοι το Δρ. Γιάννακκα, με τον οποίο διευθέτησαν όπως η ενάγουσα 1 μεταφερθεί στο ιδιωτικό νοσοκομείο στη Λεμεσό όπου ο εν λόγω γιατρός δραστηριοποιείτο τότε, υπέγραψαν υπεύθυνη δήλωση ότι επιθυμούσαν να τους δοθεί εξιτήριο με δική τους ευθύνη, και αποχώρησαν από το Νοσοκομείο (Τεκ.7). Περί τις 01:00 της 30/10/12, η ενάγουσα 1 μεταφέρθηκε με ιδιωτικό ασθενοφόρο στο ιδιωτικό νοσοκομείο όπου βρισκόταν ο Δρ. Γιάννακας. Σύμφωνα με βεβαίωση που εξέδωσε ο τελευταίος στις 03/11/12, αφού η ενάγουσα 1 μεταφέρθηκε στην κλινική του «.με διάγνωση ρήξης κύστης ωοθήκης και ανεύρεσης ελεύθερου υγρού (κυστικό υγρό ή αίμα).η ασθενής εισήχθηκε στο Αχίλλειο Νοσοκομείο.τέθηκε η διάγνωση όπως προηγουμένως με ελεύθερο υγρό στην κοιλιά πιθανότατα αίμα. Στην λαπαροσκοπική επέμβαση που ακολούθησε ανευρέθηκε ρήξη αριστεράς ωοθηκικής κύστης με παρουσία ελεύθερου αίματος στην κοιλιά και έγινε αφαίρεση της κύστης (ιστοπαθολογική εξέταση επισυνάπτεται). Απολύθηκε την επόμενη ημέρα» (Τεκ. 5, 6 και 9). Για τις υπηρεσίες του δόκτωρ Γιάννακκα και του Ιδιωτικού Νοσοκομείου στη Λεμεσό οι ενάγοντες χρεώθηκαν και κατέβαλαν το ποσό των €3454, 35 (Τεκ. 8). Σε κάποια μεταγενέστερη ημερομηνία πριν τις 02/11/12, ο ενάγοντας 2, επικαλούμενος το δικαίωμα των εναγόντων να τύχουν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στα κρατικά νοσοκομεία, υπέβαλε αίτημα στο Υπουργείο Υγείας «για κάλυψη εξόδων Ιατρικών Υπηρεσιών που παρασχέθηκαν στη σύζυγο του (ενάγουσα 1) στον ιδιωτικό τομέα», το οποίο όμως αίτημα, αφού εξετάστηκε από την αρμόδια αρχή δεν εγκρίθηκε (Τεκ. 7). Για όλα τα πιο πάνω γεγονότα κάμνω ανάλογα ευρήματα. Είναι λοιπόν η θέση των εναγόντων, οι οποίοι μέσω του ενάγοντα 2 παραπονέθηκαν και για κατ' ισχυρισμό επίδειξη απρεπούς και αγενούς συμπεριφοράς απέναντι τους αλλά και για το ότι την ενάγουσα 1 την εξέτασε στις 29/10/12 μια ειδικευόμενη διότι δεν υπήρχε στο Νοσοκομείο κάποιος ειδικός γυναικολόγος ως έπρεπε, ότι συνεπεία της όλης στάσης και συμπεριφοράς των ιατρικού προσωπικού του Νοσοκομείου αυτοί υπέστηκαν ειδικές και γενικές ζημιές. Ειδικότερα, ισχυρίζονται οι ενάγοντες, επειδή «το ιατρικό προσωπικό του Νοσοκομείου Λεμεσού καθυστέρησε να εξετάσει την ενάγουσα 1 και μετά τη διάγνωση της αιμορραγίας λόγω ρήξης της κύστης της ωοθήκης και δεν επενέβησαν αμέσως για την εφαρμογή της ανάλογης θεραπείας με χειρουργική επέμβαση και αν δεν αναλάμβαναν οι ενάγοντες να επισκεφθούν άμεσα ιδιώτη γιατρό δεν θα αποτρεπόταν ο κίνδυνος στην ακεραιότητα και στη ζωή της ενάγουσας 1... (και επειδή)... το νοσοκομείο Λεμεσού ενώ γνώριζε ότι υπήρχε πρήξιμο της κοιλιάς της ενάγουσας 1 δεν μερίμνησε για άμεση εξέταση υπέρηχου όπως είχε υποδείξει ο πρώτος παθολόγος αλλά αντιθέτως όρισαν ραντεβού μετά από τέσσερεις μήνες. Αυτό από μόνο του συνιστούσε εγκληματική αμέλεια», αυτοί, οι ενάγοντες δηλαδή, αναγκάστηκαν να καταβάλουν €3.454,35 για να λάβουν ιδιωτική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ενώ υπέστησαν και «.ψυχικό κλονισμό, φόβο, αναστάτωση και ταλαιπωρία λόγω της ανεπίτρεπτης και αμελούς συμπεριφοράς του Νοσοκομείου Λεμεσού... εις βάρος του ατομικού δικαιώματος του σεβασμού της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιωτικής ζωής τους...». Για τους λόγους αυτούς λοιπόν, οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων: «Γενικές, ειδικές και τιμωριτικές αποζημιώσεις σε σχέση με την πλημμελή λειτουργία των ιατρικών υπηρεσιών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού και συγκεκριμένα για ιατρική αμέλεια και/ή πλημμελή εκτέλεση ή παράλειψη πράξης ή καθήκοντος παρανόμως σε σχέση με την διάγνωση και περίθαλψη της ενάγουσας 1 - τον Οκτώβριο του 2012 - η οποία ενώ έπασχε από εσωτερική αιμορραγία που επέβαλλε άμεση επέμβαση δεν λήφθηκαν τα αναγκαία ιατρικά μέτρα για αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού από το εν λόγω Νοσοκομείο με αποτέλεσμα να αναγκαστεί ο ενάγων 2 σύζυγος της να την μεταφέρει εσπευσμένα σε ιδιωτική κλινική όπου η ενάγουσα 1 υπέστη χειρουργική επέμβαση η οποία ήταν αναγκαία και θα έπρεπε να υποδειχθεί και εκτελεστεί εξ αρχής από τις ιατρικές υπηρεσίες του εν λόγω νοσοκομείου και οι ενάγοντες υπέστησαν ζημιές.» Σημειώνω εδώ ότι κατά την αντεξέταση του ενάγοντα 2, στο οποίον είχε υποβληθεί μεταξύ άλλων ότι καμιά αμέλεια ή άλλως πώς επιλήψιμη συμπεριφορά δεν επέδειξε το προσωπικό του Νοσοκομείου στη συγκεκριμένη περίπτωση, υποδείχτηκε δέσμη εγγράφων από τον ιατρικό φάκελο που τηρείται στο Νοσοκομείο σε σχέση με την ενάγουσα 1, σύμφωνα με τα οποία έγγραφα, δύο εβδομάδες μετά το επίδικο περιστατικό, δηλαδή στις 13/11/12, οι ενάγοντες είχαν επισκεφθεί το Νοσοκομείο παραπονούμενοι για κάποιο άλλο ιατρικό πρόβλημα της ενάγουσας 1 όμως και πάλι, αφού έγιναν οι δέουσες εξετάσεις στην ενάγουσα 1 και της συστήθηκε όπως παραμείνει για νοσηλεία, οι ενάγοντες αποφάσισαν να φύγουν ώστε να αποταθούν σε ιδιώτες γιατρούς (Τεκ. 10 και 11). Υπεβλήθη συναφώς στον ενάγοντα 2 από την ευπαίδευτη συνήγορο της Δημοκρατίας ότι «αυτή είναι και η τακτική σας, να πηγαίνετε να παίρνετε ό,τι μπορούν να σας προσφέρουν και αν δεν σας αρέσει κάτι να επιλέγετε να φεύγετε για να πάτε να λάβετε από άλλους υπηρεσίες». Ο τελευταίος, αν και δέχτηκε ότι όντως στις 13/11/12 είχαν λάβει χώρα τα όσα καταγράφονται στον ιατρικό φάκελο της ενάγουσας 1, απέρριψε κατηγορηματικά την υποβολή που του τέθηκε ισχυριζόμενος ότι: «Νοσηλεύτηκε η σύζυγος μου (στις 13/11/12). για μια ημέρα, γιατί έδειξε λάθος το θερμόμετρο των Πρώτων Βοηθειών θερμοκρασία τζιαί όταν επήαμε στον θάλαμο έδειξε σωστό, τζιαί αρχίσαν να χορηγούν φάρμακα, η γυναίκα μου βασικά ο λόγος που επήαμε την ημερομηνία που είπετε η γυναίκα μου έφαε τσιοκολάτα, ήπιε νέσκαφε τζιαί ήπιε τζιαί ένα Panadol τζιαί αισθάνθηκε αδιαθεσία τζιαί επήαμε τζιαί επιάσαν της θερμοκρασία κάτω στις Πρώτες Βοήθειες τζιαί έδειξε 38,5 τζιαί διατάξαν να την κρατήσουν μέσα, επήαμε πάνω στον θάλαμο τζιαί η γυναίκα μου κτυπήσαν ξανά δεύτερο θερμόμετρο τζιαμέ τζιαί έδειξε
  3. Τζιαί είχαμε διαφωνία στο ζήτημα, "φέρτε κάποιο θερμόμετρο γιατί το ένα δείχνει έτσι τζιαί το άλλο άλλοσπως" τζιαί αφήσαν την μετά προληπτικά μέχρι την επόμενη ημέρα τζιαί φύαμε γιατί εν είσιε κάποιο πρόβλημα. Απλά ήταν λόγω της διατροφής, επειδή ήπιε νέσκαφε, έφαε τσιοκολάτα, τζιαί Panadol Extra τζιαί πίεσε τον οργανισμό λόγω της διατροφής τούτης..αποφασίσαμε να φύουμε διότι δεν υπήρχε πρόβλημα.Εν είχε σχέση με το συγκεκριμένο περιστατικό τούτο. Όμως εμείς εν είχαμε κάποιο πρόβλημα με το νοσοκομείο, αν γίνετουν κατάλληλος χειρισμός εγώ εν είχα σκοπό να φύω..» Σημειώνω τέλος ότι όταν κατά τη μαρτυρία του αναφέρθηκε στις ενέργειες και στο πιστοποιητικό του Δρ. Γιάννακκα, του ιδιώτη δηλαδή γυναικολόγου που κατά τους ενάγοντες είχε κρίνει τότε την κατάσταση της ενάγουσας 1 να ήταν επείγουσα και να έχρηζε άμεσα χειρουργικής επέμβασης, ο ενάγοντας 2 ισχυρίστηκε ότι ο εν λόγω γιατρός δεν προτίθετο να προσέλθει στο Δικαστήριο για να καταθέσει ως μάρτυρας διότι «. όταν τον επισκέφθηκα πριν μου δώσει το report το οποίο μου έχει δώσει, του είπα ότι λόγω της αμέλειας, της αντιμετώπισης της κατάστασης της συζύγου μου θα έπαιρνα την υπόθεση στο Δικαστήριο και θα ενημέρωνα το Υπουργείο Υγείας για την εν λόγω κατάσταση τζιαί θα ζητούσα από τον ίδιο να έρθει ως μάρτυρας. Η απάντηση του ήταν ότι επειδή ανήκε στην ομάδα του Υπουργείου Υγείας στην οποία θα έπρεπε να αναλάβει τα έξοδα της επέμβασης που είχαν γίνει, δεν μπορούσε να έρθει αντιμέτωπος, να έρθει ως μάρτυρας, γιατί όπως μου το είπε θα ερχόταν αντιμέτωπος με τον ίδιο τον εαυτό του. Γι' αυτό λέει μου "Εγώ θα σου δώσω μια γραπτή δήλωση για την κατάσταση την οποία ανέλαβα τζιαί θα την παρουσιάσεις αυτήν στο Δικαστήριο"."Το γράφω τούτο για να υπάρχει πιστοποίηση ότι υπήρχε πρόβλημα στη σύζυγο σου, αλλά εγώ δεν μπορώ να έρθω προσωπικά, δεν θα έρθω" λέει, "γιατί δεν θέλω να πάω ενάντια τους...".» Στην αντίπερα όχθη τώρα, η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα κάλεσε προς υποστήριξη των δικών της θέσεων τα δύο μέλη του ιατρικού προσωπικού που ενεπλάκηκαν στα επίδικα γεγονότα, ήτοι τον Δρ. Πήλασα και τη Δρ.Δημητρίου. Αμφότερων των εν λόγω γιατρών η μαρτυρία κινήθηκε ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές, ήτοι ότι από τις εξετάσεις που είχαν γίνει τότε στην ενάγουσα, τόσο κατά την εγγραφή της στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών όσο και στη συνέχεια στο Γυναικολογικό Τμήμα, διαπιστώθηκε ότι κανένας κίνδυνος για τη ζωή της δεν υπήρχε, ούτε και ότι επρόκειτο για κατάσταση που έχρηζε οποιασδήποτε άμεσης ιατρικής ενέργειας και δη χειρουργικής ή επεμβατικής φύσης. Αυτό κατά τους δύο γιατρούς και ειδικότερα τη Δημητρίου, γιατί από ιατρικής σκοπιάς, η κλινική εικόνα της ενάγουσας 1, η οποία εικόνα συνίστατο στο ότι η τελευταία, αν και παρουσίαζε υγρό στην κοιλιά της, πιθανότατα αίμα, ήταν εντούτοις αιμοδυναμικά σταθερή, η αρτηριακή πίεση και ο σφυγμός της ήταν σε φυσιολογικά επίπεδα, δεν παρουσίαζε κανένα οξύ παθολογικό πρόβλημα και η ήπια σύσπαση κοιλίας που είχε ήταν χωρίς ιδιαίτερα σημεία οξείας χειρουργικής κοιλίας, υποδηλούσαν ότι ούτε ενεργός αιμορραγία υπήρχε αλλά ούτε και λόγος για να υποβληθεί σε άμεση χειρουργική επέμβαση. Ειδικότερα δε, κατά τη Δημητρίου, της οποίας η τότε ιατρική ικανότητα αμφισβητήθηκε έντονα από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων τόσο στη βάση του ότι αυτή δεν ήταν τότε ειδικός γιατρός αλλά απλά μια ειδικευόμενη όσο και στη βάση του ότι αυτή ουσιαστικά ενήργησε αυθαίρετα και κατά τρόπο που μόνο ο αδικαιολόγητα απόντας ειδικός γιατρός μπορούσε να ενεργήσει: «.η κλινική της εικόνα (της ενάγουσας 1)... δεν παρέπεμπε σε οξεία χειρουργική κοιλιά. Δηλαδή δεν είχε κλινική εικόνα που οπωσδήποτε εκείνη τη στιγμή έπρεπε να μπει σε χειρουργείο. Το πρώτο πράγμα που εκπαιδευόμαστε γενικά είναι να ξεχωρίζουμε μία κοιλιά που είναι οξεία χειρουργική και χρειάζεται άμεσα χειρουργείο ή μία κοιλιά, που μπορεί να παρακολουθηθεί και στην πορεία μπορεί να εμφανίσει συμπτώματα που να χρειάζονται χειρουργείο. Στη βάση που ήρθε η κυρία Παντελίτσα, δεν είχε τέτοια συμπτώματα. Δεν είχε συμπτώματα που χρειαζόταν άμεσα να γίνει χειρουργείο. Η κλινική της εξέταση. μπορούσα να διακρίνω μία οξεία κοιλιά από μία μη οξεία κοιλιά. Η οξεία είναι εκείνη που θέλει άμεσα χειρουργείο και η μη οξεία εκείνη που δεν θέλει. Αυτές είναι οι βασικές γνώσεις χειρουργικής.Η κλινική της εικόνα πώς είναι; Έρχονται πολλές κοπέλες με υγρό μέσα στην κοιλιά. Δεν σημαίνει ότι όλες πρέπει να χειρουργηθούν. Το υγρό για εσάς φαντάζει ότι αμάν έχει υγρό, πρέπει οπωσδήποτε να μπει χειρουργείο, δεν είναι έτσι τα πράγματα . Μπορεί να είναι αίμα, εάν είναι αίμα και να είναι ενεργός αιμορραγία... εάν έχεις αίμα στην κοιλιά δεν σημαίνει ότι πρέπει απαραίτητα να ανοίξεις την κοιλιά να αφαιρέσεις το αίμα έτσι; .Για εσάς το αίμα μπορεί να φαντάζει να είναι τρομερό, για έναν γυναικολόγο το αίμα δεν είναι τίποτε.Όταν είναι μία απλή ποσότητα, δεν είναι κάτι, εάν είναι αίμα που πολλαπλασιάζεται ναι τούτο είναι κάτι.Δεν θα το δεις από το ένα λεπτό στο άλλο, θα το δεις σε βάθος χρόνου σε μία δύο ώρες, θα δεις διαφορά. Δεν κινδύνευε που θάνατο, άμα είναι αιμοδυναμικά σταθερή. Άμα η κλινική της κατάσταση είναι καλή, όταν είναι ενεργός αιμορραγία με το που θα ακουμπήσεις στην κοιλιά και μαζεύεται περισσότερο υγρό, γίνεται σκληρή. Ακουμπάς πάνω και βλέπεις την κοιλιά να πηδάει ίσια πάνω..Ήταν τόσες ώρες κάτω στις Πρώτες Βοήθειες, όπως λέει και όταν ήρθε και την εξέτασα εγώ, οι σφίξεις ήταν κανονικές, τούτο είναι πρώτο σύμπτωμα ότι δεν έχει ενεργό αιμορραγία, το πρώτο κλινικό σημείο είναι οι σφίξεις ενός ασθενή, όταν έχεις ενεργό αιμορραγία αυξάνονται οι σφίξεις. Δεν με απασχολεί το πρήξιμο, δεν είναι σύμπτωμα οξείας κοιλιάς, το πρήξιμο της κοιλιάς. η κλινική της εικόνα δεν ήταν οξεία κοιλιά, δεν σου έδινε σύμπτωμα ότι έπρεπε να ανοίξεις τώρα την κοιλιά. Μπορεί τούτο το αίμα που είχε, αντί να το αφαιρέσεις να απορροφηθεί από τον οργανισμό.Γι΄αυτό την κράτησα στο νοσοκομείο να την παρακολουθούμε. Δεν της είπα εγώ να φύγει. Εγώ της είπα μείνε στο νοσοκομείο να σε παρακολουθήσουμε.Παρακολουθάς τα ζωτικά σημεία της γυναίκας και βλέπεις. Όταν λέμε μπαίνει μέσα για παρακολούθηση αυτό γίνεται, αυτό σημαίνει παρακολούθηση. Παρακολουθείς τα ζωτικά της σημεία, μπαίνει στο νοσοκομείο και ανά τακτά χρονικά διαστήματα, παρακολουθείται η ψύξη κλπ. Δεν είναι τηλεόραση που από τη μία στιγμή πεθαίνει κάποιος. Επιδεινώνεται η κατάσταση ανεβαίνουν οι σφίξεις, πέφτει η πίεση, η αιμοσφαιρίνη, όταν μία γυναίκα μπει σε οποιονδήποτε τμήμα ανά μία ή δύο ώρες, δεν θυμούμαι πόσο το κάναμε στο νοσοκομείο πήγαινε μία νοσηλεύτρια και μετρούσε τη σφίξη, την πίεση, αυτά υπάρχουν καταγραμμένα και είναι υποχρεωμένες οι νοσηλεύτριες να το κάνουν, αν παρατηρηθεί επιδείνωση σημαίνει ότι υπάρχει ενεργός αιμορραγία και μπαίνει χειρουργείο. υπάρχουν δύο τρόποι αντιμετώπισης η συντηρητική και η επεμβατική.. ο ένας ήταν να μπεις άμεσα χειρουργείο και ο άλλος να παρακολουθήσεις και να απορροφηθεί το αίμα, εάν δεν είναι ενεργός αιμορραγία. Υπάρχουν αυτοί οι τρόποι αντιμετώπισης. Εξαρτάται πόσο επιθετικός είσαι, εμείς στο νοσοκομείο δεν ενεργούμε επιθετικά αμέσως χειρουργείο. Ξεκάθαρα.Χειρουργείο μπαίνεις όταν υπάρχει και παράλληλη κλινική εικόνα. Και εγώ μπορώ να έχω υγρό μέσα στην κοιλιά μου και να έχω πόνο, δεν σημαίνει ότι πρέπει να μπω χειρουργείο. Η γυναίκα έχει κύστη στις ωοθήκες, μπορεί να έχει μία που να σπάσει, μπορεί να είναι υγρό και το περιεχόμενο αίμα, δεν σημαίνει ότι είναι απαραίτητο να ανοίξεις την κοιλιά να δεις τι είναι. Παρακολουθάς την κλινική της εικόνα και αν σου δώσει συμπτώματα ότι υπάρχει ενεργή αιμορραγία, τότε πας άμεσα και κάνεις χειρουργείο, αν είναι ενεργός αιμορραγία. Άλλο η αιμορραγία και άλλο η ενεργός αιμορραγία. εάν ήταν αίμα και η εικόνα της συνέχιζε να ήταν σταθερή, σημαίνει ότι έφυγε εκείνη η ποσότητα αίματος, σταμάτησε να αιμορραγεί και δεν χρειάζεται χειρουργείο. Θα απορροφηθεί σιγά σιγά.. Οι τελικές αποφάσεις δεν είναι από εμένα που βγαίνουν, αλλά από τον ειδικό, δεν ρισκάρει ο ειδικός την φήμη του ή οτιδήποτε εάν δεν με εμπιστεύεται έτσι; Είναι σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του ειδικού και του ειδικευόμενου..(όμως).Δεν νομίζω να είμαστε τόσο αφελείς να παίζουμε με τη ζωή των άλλων.Πρώτα κλπ. εξετάζω εγώ την ασθενή, μιλώ με τον γιατρό και μου λέει αιμοδυναμικά είναι σταθερή; Ναι. Είναι σταθερή να τη βάλουμε μέσα για παρακολούθηση; Ναι, βάλε την μέσα για παρακολούθηση.Τούτη είναι η δουλειά του ειδικευόμενου να αντιμετωπίζει. Είναι η πρώτη γραμμή αντιμετώπισης ο ειδικευόμενος.» Σημειώνω εδώ ότι κατά την αντεξέταση της Δημητρίου υπεδείχθη στην τελευταία και το πιστοποιητικό του Δρ. Γιάννακα αλλά και η επισυναπτόμενη σε αυτό ιστοπαθολογική έκθεση, στην οποία αναφέρεται ότι η κύστη που είχε η ενάγουσα ήταν μεγέθους 6εκ., και της υπεβλήθη ότι εκείνος ο γιατρός, ο οποίος αντίθετα μ' εκείνη ήταν τότε ειδικός γυναικολόγος, είχε κρίνει, ότι η ενάγουσα 1 και αιμορραγούσε αλλά και ότι η κατάσταση της ήταν τέτοια που έχρηζε άμεσα χειρουργικής επέμβασης. Απορρίπτοντας τις θέσεις αυτές του συνηγόρου των εναγόντων, η Δημητρίου, παραπέμποντας στο πιστοποιητικό του Δρ. Γιάννακα καθώς και στην ιστοπαθολογική έκθεση, ισχυρίστηκε τα εξής: «.η κλινική της εικόνα δεν ήταν οξεία κοιλιά, δεν σου έδινε σύμπτωμα ότι έπρεπε να ανοίξεις τώρα την κοιλιά. Μπορεί τούτο το αίμα που είχε, αντί να το αφαιρέσεις να απορροφηθεί από τον οργανισμό. Και ο ειδικός μέσα στα στοιχεία που διάβασα στην κατάθεσή του, δεν μιλά για ενεργό αιμορραγία, γράφει ότι είχε αίμα στην κοιλιά, δεν μιλά για ενεργό αιμορραγία. Δεν λέει ότι αιμορραγούσε, όταν την άνοιξε είπε ότι είχε αίμα.Κυστικό υγρό ή αίμα ναι. Δεν μιλά για ενεργό αιμορραγία, μιλά για αίμα στην κοιλιά.Όταν είχε έρθει και την εξέτασα εγώ, η κύστη είχε ήδη σπάσει. Άρα δεν την βλέπεις στην κοιλιά. Τούτη είναι ιστοπαθολογική εξέταση. Τούτο είχε ήδη σπάσει. Γι΄αυτό σας λέει ότι: «multiple...(διαβάζει από Τεκ.5)...pieces ». Άρα είναι πολλαπλά σπασμένα κομμάτια που άμα τα ενώσεις, σου βγάζει το μέγεθος της κύστης, 6 εκατοστά.. Εγώ δεν θα την άνοιγα. Δεν θα έκανα επέμβαση.. διότι μία επέμβαση μπορεί να σου κάνει συμφύσεις στην κοιλιά, σε μία κοπέλα που είναι σε αναπαραγωγική ηλικία, μπορεί να της κάνει προβλήματα υπογονιμότητας στη συνέχεια, άρα χειρουργείο μπαίνεις μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο. Και εγώ ως ειδικός πλέον παρόλο που δεν εξασκώ τούτο το κομμάτι, έτσι θα το αντιμετώπιζα.ακόμα και τώρα ως ειδικός με τον ίδιο τρόπο θα το αντιμετώπιζα με παρακολούθηση, όχι με χειρουργείο εκτός αν ήθελα λεφτά.» Η ακρόαση ολοκληρώθηκε με την παράθεση εμπεριστατωμένης επιχειρηματολογίας από πλευράς των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, τις θέσεις των οποίων συνοψίζω πιο κάτω. Κατά την προφορική του αγόρευση ο κ. Λουκαΐδης υποστήριξε τα εξής: «Όταν ο πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης κύριος Πήλασας είπε στη δήλωσή του ότι το πρόβλημα της ενάγουσας είναι γυναικολογικό.είναι φανερό ότι την είδε ενάμιση ώρα μετά που βρισκόταν στις Πρώτες Βοήθειες και είναι σωστό, νομίζω, να σας δώσω όλη τη θέση των στοιχείων που αποδεικνύουν την αμέλεια του νοσοκόμου. Εκεί λέει έκρινε πρέπει να εξεταστεί από γυναικολόγο, αλλά δεν φωνάζει γυναικολόγο φωνάζει, ειδοποίησαν τη γυναικολόγο τη Σωτηρούλα η οποία δεν είναι γυναικολόγος, ότι «έχουμε μια ασθενή η οποία έχει αυτά τα συμπτώματα» για να την εξετάσει. Αυτό έκαναν.Και αυτό είναι το πρόβλημα. Βάζουν ειδικευόμενες να εξετάζουν ασθενείς και μάλιστα τι ασθενείς; Ασθενείς που μπορούσαν να θέλουν και εγχείρηση. Μόνες τους.Είναι σε αυτήν την κοπέλα όμως που ανέθεσαν τη σοβαρή . ρήξη της ωοθήκης της ενάγουσας, μιας κοπέλας που δεν ήταν ειδικός γυναικολόγος όπως έπρεπε και είναι γεγονός ότι η ενάγουσα ζήτησε να φύγει μετά που πληροφορήθηκε ότι το υγρό στην κοιλιά της ήταν αίμα, άρα αιμορραγία και δεν είχε γυναικολόγο ούτε της έκαναν επέμβαση. Όσον αφορά αυτό που έπρεπε να είχε κάνει ο γυναικολόγος, ευσεβάστως ανάφερω ότι έπρεπε να κάνει εκείνος τις εξετάσεις. Εκείνος έπρεπε να εξετάσει και όχι η [ ], η οποία μπορούσε να ήταν και απλός βοηθός του..ναι μεν η Σωτηρούλα τηλεφώνησε στον γιατρό, αυτός ήταν σπίτι του και κοιμόταν και είπε ότι την επαύριον θα έβλεπε την υπόθεση.όμως ο ιδιώτης γιατρός σηκώθηκε αμέσως και έκανε επέμβαση χειρουργική και αυτός ήταν γιατρός γυναικολόγος. Η όλη συμπεριφορά από μέρους της κυρίας [ ] υποδεικνύει, λυπούμαι να πω, έναν αναξιόπιστο μάρτυρα και κάπως ασυνάρτητο όταν θα δείτε τη μαρτυρία της. δεν έπρεπε να φωνάξει τον γυναικολόγο για να δει την κοπέλα;. ήταν στο τέλος μεν του δεύτερου έτους αλλά της ειδίκευσης ακόμα, ήταν ειδικευόμενη και ακόμα δεν είχε περάσει τις εξετάσεις της ειδικότητας.δεν παρουσιάστηκε να εξετάσει την κοπέλα ο γυναικολόγος και η παρακολούθηση αποφασίστηκε τηλεφωνικώς με όποια στοιχεία του έδωσε η ειδικευόμενη κυρία Σωτηρούλα.Επιτρέπεται ένας γυναικολόγος να χειρίζεται ένα θέμα σαν αυτό της ενάγουσας με βάση κάποιες πληροφορίες που του δίνει μια ειδικευόμενη, που δεν συμπλήρωσε καν την ειδίκευσή της και είναι υπεύθυνο από μέρους του γυναικολόγου να μην εξετάσει ο ίδιος την ενάγουσα, μια και ηγέρθηκε θέμα να φύγει η ίδια από το Νοσοκομείο; Δεν έπρεπε να κατέβει κάτω να δει τι συμβαίνει, "γιατί θέλετε να φύγετε;", αφού εν γυναικολόγος. θα προλάβαιναν να ειδοποιήσουν και εκείνοι τον ειδικό γιατρό και πότε θα γινόταν η προετοιμασία για το χειρουργείο; Όταν θα πέθαινε; Δηλαδή θα παρακολουθούσαν, άτε και έρτει αιμορραγία; Κάμνω εικασία, τι άλλο παρακολούθηση μπορείς να κάμεις; Πότε να τρέξουν να φέρουν τον άνθρωπο που τζιοιμάτουν, να κάμουν προεργασία για την εγχείρηση, η οποία ακόμα ήταν αργότερα; Εξάλλου η παρακολούθηση δεν ήταν συνεχής. Κατά τα λόγια της κυρίας Σωτηρούλας ανά μια ή δύο ώρες. Εάν εν τω μεταξύ δημιουργείτο πρόβλημα άμεσης ενεργούς αιμορραγίας πώς θα κάμναν την εγχείρηση; Και είναι υποχρεωμένες οι νοσηλεύτριες, για να παρατηρηθεί επιδείνωσης σημαίνει ότι υπάρχει ενεργός αιμορραγία και μπαίνει χειρουργείο. Πάντα το χειρουργείο ήταν έτοιμο, αν έρχετο αιμορραγία και πήγαινε η νοσηλεύτρια, τύγχανε την ώρα που επήε η νοσηλεύτρια να το ανακαλύψουν, να τρέξουν να την πάρουν πάνω στο δωμάτιο χειρουργείου, να ετοιμάσουν, πότε θα κάμουν την εγχείρηση;.Εν πας τούτο που εν να βασιστούμε, δηλαδή ότι τα λόγια της ήταν σωστά επειδή τα είπε και έχουν εμπιστοσύνη ο ένας του άλλου;.. Είναι σωστή η πρακτική κύριε Δικαστά να χειρίζονται τέτοια θέματα που ενέχουν και τον κίνδυνο του θανάτου οι ειδικευόμενες; Δεν είναι λανθασμένο και αμελές σύστημα, τόσο αυτό όσο και η επικοινωνία για την καθοδήγηση από τον γυναικολόγο η τηλεφωνική; Τηλεφωνική καθοδήγησης είναι μεταξύ γιατρού, μα μεταξύ μας, μπορείς να βασιστείς στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχαμε για ένα σοβαρό θέμα που αφορά ζήτημα ζωής θανάτου και δεν είναι ανεύθυνο από μέρους της κυρίας [ ], με βάση τηλεφωνική επικοινωνία, για θέμα χειρουργικής επέμβασης, για μια επέμβαση που τελικά ένας γιατρός την έκαμε γιατί την θεωρούσε επιβεβλημένη;.Επιτρέπεται ένας γυναικολόγος να χειρίζεται ένα θέμα σαν αυτό της ενάγουσας βάσει κάποιες πληροφορίες που του δίνει μια ειδικευόμενη που δεν συμπλήρωσε καν την ειδίκευσή της και είναι υπεύθυνο από μέρους του κύριε Πρόεδρε, να μην εξετάζει ο ίδιος την ενάγουσα, μια και ηγέρθηκε θέμα να φύγει από το νοσοκομείο; Για να συνοψίσω, η ουσία της υπόθεσης είναι, δεν γίνεται να βάλεις τον ειδικευόμενο ο οποίος ακόμα δεν τέλειωσε η ειδίκευση του, δεν πέρασε, να εξετάσει μια υπόθεση μιας κοπέλας η οποία υποφέρει από πόνους φρικτούς και δεν ξέρεις αν είναι αιμορραγία. Ύστερα το ανακάλυψε πώς είναι αίμα. "Πιθανώς είναι αίμα" λέει και της το είπε και της κοπέλας. Δεν είναι σύστημα το οποίο συνάδει με επιμελή φροντίδα του ασθενούς, ο γιατρός να βρίσκεται στο σπίτι του να κοιμάται και η κοπέλα να είναι μόνη της, να κάμνει τους υπολογισμούς με βάση γνώσεις του δεύτερου γύρου της ειδίκευσής της. Αυτά αποδεικνύουν ένα σύστημα το οποίο μπορεί να το εγκρίνουν οι αρχές, αλλά εσείς ως Δικαστής, ως ανεξάρτητο όργανο, που τα δικαιώματα των ατόμων δικαιούστε να πείτε αυτές όλες είναι ανοησίες επικίνδυνες για τους ασθενείς καταρχήν και ήταν επικίνδυνη και ήταν αμελής. Αμελής γιατί μπορούσε σε κάποια φάση να άρχιζε η αιμορραγία, με τα λόγια τα δικά της δηλαδή και να μην ήταν σε θέση να κάνουν επέμβαση. Και η ζημιά που έπαθε τη γράφει. Πλήρωσε τον γιατρό, δεν ζήτησε τίποτε άλλο η γυναίκα. Ζήτησε τα έξοδα που έδωσε στο Γενικό. Και βεβαίως τα έξοδα για γενικές αποζημιώσεις είναι η τεράστια ταλαιπωρία που πέρασε, την οποία δεν χρειάζεται να σας την αναφέρω, το ξέρετε ήδη από τα πρακτικά.» Στον αντίποδα, με τη γραπτή της αγόρευση η κα Κουμή, παραπέμποντας στο άρθρο 51 Κεφ. 148 που αφορά στο αστικό αδίκημα της αμέλειας καθώς επίσης και στη νομολογία που αφορά σε περιπτώσεις ιατρικής αμέλειας, παραδέχεται μεν ότι υπήρχε από πλευράς Νοσοκομείου υποχρέωση επίδειξης επιμέλειας προς την ενάγουσα 1 ως ασθενή, θεωρεί όμως ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε καμία παραβίαση του καθήκοντος επιμέλειας αυτού, ούτε και ότι προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά στους ενάγοντες ως απαιτείται ν' αποδειχθεί για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της αμέλειας. Σε κάθε περίπτωση όμως, υποστήριξε η συνήγορος, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που αφορά στο θέμα των αποζημιώσεων, καμία μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί στην προκειμένη περίπτωση που να δικαιολογεί την επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού προς όφελος των εναγόντων, είτε ως γενικές είτε ως τιμωρητικές είτε ως παραδειγματικές αποζημιώσεις, ενώ όσον αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις που αξιώνουν οι τελευταίοι, ήτοι τα ιατρικά έξοδα που πληρώθηκαν σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο, τα έξοδα αυτά, εφόσον δεν συνδέονται με κάποια σωματική βλάβη της ενάγουσας 1, συνιστούν απομακρυσμένη και μη ανακτήσιμη ζημιά. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι κατά το στάδιο των αγορεύσεων έθεσα σε αμφότερους τους συνηγόρους το ερώτημα κατά πόσο το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει και να αποφασίσει την παρούσα αγωγή στο βαθμό που αφορά σε αξίωση για πληρωμή ποσού €3.454,
  4. Αυτό γιατί σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης αλλά και τη μαρτυρία των ίδιων των εναγόντων (Τεκ.7), οι τελευταίοι είχαν υποβάλει αίτημα προς την αρμόδια διοικητική αρχή, δηλαδή το Υπουργείο Υγείας, για να τους καταβληθεί το συγκεκριμένο ποσό στα πλαίσια του δικαιώματος τους για δωρεάν κρατική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, και το εν λόγω αίτημα, αφού εξετάστηκε από τη διοίκηση στα πλαίσια της διοικητικής της λειτουργίας απορρίφθηκε όμως η απορριπτική αυτή απόφαση δεν προσβλήθηκε ποτέ με προσφυγή. Για το συγκεκριμένο ζήτημα η κα Κουμή ανέφερε ότι το αφήνει στην κρίση του Δικαστηρίου ενώ ο κ. Λουκαΐδης υποστήριξε ότι «Είναι και θέμα που μπορείς να κάμεις προσφυγή, είναι και ζημιά την οποία έπαθε λόγω της (αμελούς) συμπεριφοράς τους (των εναγομένων)». Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Σημειώνω εδώ ότι όσον αφορά τους ΜΥ1 και ΜΥ2, οι οποίοι παρουσιάστηκαν να είναι σήμερα και εμπειρογνώμονες στον αντίστοιχο τομέα τους, η εμπειρογνωμοσύνη τους αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί. Χωρίς λοιπόν να παραγνωρίζω ότι η μαρτυρία αυτών των μαρτύρων επεκτάθηκε και στα όσα γεγονότα οι ίδιοι ισχυρίστηκαν ότι βίωσαν στα πλαίσια της άσκησης της εμπειρογνωμοσύνης τους, λαμβανομένου υπόψη ότι η εμπειρογνωμοσύνη τους δεν έχει αμφισβητηθεί, τους αποδέχομαι ως ειδικούς επί του συγκεκριμένου θέματος για το οποίο κατέθεσαν. Υπενθυμίζω συναφώς την πάγια αρχή ότι ως τέτοιοι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπείχαν υποχρέωση να δώσουν στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (βλ. Σπύρου ν Παπαδόπουλου, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Βασιλείου, ECLI:CY:AD:2018:A144, Πολιτική Έφεση Αρ. 29/12, 2/4/2018, Cybarco Ltd ν. Silvias Kovascik
(2001)1 ΑΑΔ 2013, Χαραλάμπους ν. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441, Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308). Θα πρέπει κατ' αρχή να αναφέρω ότι όσον αφορά τον δικαιοδοτικό προβληματισμό που έθιξε το Δικαστήριο κατά το στάδιο των αγορεύσεων, θα συμφωνήσω με τον κ. Λουκαΐδη ότι η αξίωση του κονδυλιού των €3.454,35 δεν περιορίζεται αποκλειστικά στον ισχυρισμό ότι το εν λόγω κονδύλι δεν έγινε αποδεκτό να καλυφθεί από το κράτος ενώ έπρεπε να καλυφθεί λόγω του δικαιώματος των εναγόντων για δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ως εκ τούτου, έστω και αν το συγκεκριμένο ζήτημα είναι δικαιοδοτικής φύσης δεν θεωρώ ότι προέχει η εξέταση του εφόσον ακόμη και αν ήθελε φανεί ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει και να αποφασίσει το συγκεκριμένο ισχυρισμό, αυτό δεν θα οδηγήσει αυτόματα και άνευ ετέρου σε τερματισμό της αγωγής. Το συγκεκριμένο δικαιοδοτικό ζήτημα επομένως θα το εξετάσω σε κατοπινό στάδιο της απόφασής μου, αφού πρώτα εξετάσω τους ισχυρισμούς των εναγόντων περί αμέλειας των εναγομένων. Τούτων λεχθέντων σημειώνω τα εξής. Ο πυρήνας της παρούσας αγωγής, όπως αυτός προκύπτει ξεκάθαρα από την ανταλλαγείσα δικογραφία και την προσκομισθείσα μαρτυρία, έγκειται στη θέση των εναγόντων ότι το ιατρικό προσωπικό του Νοσοκομείου Λεμεσού παρέβηκε το κατά τ' άλλα παραδεκτό καθήκον επιμέλειας που όφειλε απέναντι στην ενάγουσα 1 ασθενή του, και αυτό, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, για δύο λόγους. Πρώτο διότι το ιατρικό προσωπικό καθυστέρησε να εξετάσει την ενάγουσα 1 και ακολούθως, όταν διαγνώστηκε ότι αυτή είχε υποστεί ρήξη κύστης ωοθήκης και ότι στην κοιλιά της υπήρχε υγρό, πιθανόν αίμα, παρέλειψε να προβεί άμεσα σε χειρουργική επέμβαση της ώστε να αποτραπεί ενδεχόμενος κίνδυνος στην ακεραιότητα και στη ζωή της και δεύτερο διότι, ενώ οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι υπήρχε πρήξιμο της κοιλιάς της ενάγουσας 1, δεν μερίμνησαν ώστε να διενεργήσουν άμεσα εξέταση υπέρηχου και προγραμμάτισαν την εν λόγω εξέταση για μετά από 4 μήνες. Εφόσον τα υπό κρίση ζητήματα άπτονται άμεσα του ποια θα ήταν υπό τις περιστάσεις η ορθή και επιμελής ιατρική προσέγγιση που θα έπρεπε να επιδείξουν οι εναγόμενοι, κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραθέσω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση ΜΙΧΑΗΛ ν. ΛΑΠΙΘΗ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 336/2011, 12/1/2018, ECLI:CY:AD:2018:A13 στην οποία απασχόλησαν θέματα όμοιας φύσης με την παρούσα, ήτοι θέματα κατ' ισχυρισμό ιατρικής αμέλειας: «Η εμβέλεια του άρθρου 51
(2)(ε) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου υπήρξε αντικείμενο εξέτασης, σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γιάλλουρος ν. Ψύλλου (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι το ζήτημα της ιατρικής αμέλειας εξετάζεται στη βάση του επιπέδου του λογικού επαγγελματία. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από τις σελ. 1568, 1569 και 1571: «..Το καθήκον που εμπεριέχεται, αλλά και επιβάλλεται από το Αρθρο 51
(2)(ε) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, κωδικοποιεί το κοινοδίκαιο και τυγχάνει εφαρμογής έχοντας υπόψη και τη σχετική στο θέμα νομολογία. Έχει καθοριστεί στην Αθανασίου κ.ά. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, ότι: «.Το καθήκον ιατρού, όπως και κάθε ειδικευμένου επαγγελματία (πρακτήρα), προς πρόσωπο, το οποίο βασιζόμενο στη διεξιότητά του περιέρχεται υπό τη φροντίδα του, προσδιορίζεται περιεκτικά στην απόφαση Ashcroft v. Mersey Regional Health Authority [1983] 2 All E.R.
  1. Συνίσταται, στη στράτευση της γνώσης και την επίδειξη της επιμέλειας που αναμένεται από πρόσωπο το οποίο κατέχει και διακηρύττει ότι κατέχει τη συγκεκριμένη δεξιότητα. Το επίπεδο δεξιότητας, το οποίο αναμένεται από επαγγελματία ιατρό (medical practitioner), τέθηκε με την ίδια σαφήνεια από τον McNair, J. στην Bolam v. Friern Hospital Management Committee [1957] 1 W.L.R.
  2. Είναι εκείνο, της συνήθους δεξιότητας την οποία αναμένεται να έχει πρόσωπο το οποίο επαγγέλλεται και ασκεί τη συγκεκριμένη ειδικότητα. Η ορθότητα της προσέγγισης αυτής επιβεβαιώθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων, που επίσης επεξηγούν το πρακτικό πεδίο εφαρμογής της. (Βλ. μεταξύ άλλων, Sideway v. Gov. οf Bethlem Royal Hospital
(1985)Α.Ψ. 871, 893-894; Wilsher v. Essex A.H.A. [1987] Q.B. 730.)» Στην απόφαση του τότε πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Π. Αρτέμης, Π.Ε.Δ. και Στ. Ναθαναήλ, Ε.Δ.) Βασιλική Μακρή v. Σίμου Έλληνα, Αγωγή Αρ. 2681/86, ημερ. 16.1.1991, ο Π. Αρτέμης, Π.Ε.Δ., (όπως ήταν τότε), έθεσε το θέμα ως εξής σε υπόθεση που αφορούσε τον καταλογισμό ιατρικής αμέλειας σε γυναικολόγο που υπέβαλε την ενάγουσα σε χειρουργική επέμβαση ολικής υστερεκτομής: «Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Bolam v. Friern H.M.C. [1957] 1 W.L.R. 582 "The test is the standard of the ordinary skilled man exercising and professing to have that special skill. A man need not possess the highest expert skill; it is well-established law that it is sufficient if he exercises the ordinay skill of an ordinary competent man exercising that particular art." Περαιτέρω, όπως ανέφερε και ο Mustill L.J. στην υπόθεση Wilsher v. Essex Area Health Authority [1986] 3 All E.R. 801, "The notion of a duty tailored to the actor rather than the act which he elected to perform had no place in the law of tort ..... The duty of care related not to the individual but to the post which he occupied. ............................. Το ζήτημα της ιατρικής αμέλειας εξετάζεται, όπως προαναφέρθηκε, στη βάση του επιπέδου του λογικού επαγγελματία. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Street on Torts 11η Έκδ.
(2003)σελ. 265: «The defendant must exhibit the degree of skill which a member of the public would expect from a person in his or her position. Pressures on him - even pressures for which he is in no way responsible - will not excuse an error on his part. Negligence is not to be equated with moral culpability or general incompetence.» Και στην επόμενη σελ. 266 αναφέρονται τα εξής: «Errors of judgment are often the essence of professional negligence. An error of itself is not negligence. The issue in all cases is whether the error in question evidenced a failure of professional competence. The virtual immunity offered to doctors for errors of clinical judgment was firmly condemned by the House of Lords in Whitehouse v. Jordan.» Αναγνωρίζεται ότι για τον καθορισμό του επιπέδου που απαιτείται από το συγκεκριμένο επαγγελματία εμπειρογνώμονα, πρέπει να δοθεί εμπειρογνώμονη μαρτυρία για την ορθή πρακτική που ακολουθείται στον κλάδο («proper practice»). Όταν η πρακτική αμφισβητείται τότε, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Street on Torts - πιο πάνω - σελ. 265 «... conformity with a responsible body of opinion within the profession will generally suffice». Ο Δικαστής βέβαια παραμένει ο τελικός κριτής του τι αποτελεί «reasonable and responsible professional practice». Και όπως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα, παρά τη μέχρι πρόσφατα απροθυμία των Δικαστηρίων να αμφισβητήσουν την επιστημονική άποψη εμπειρογνωμόνων, στην Bolitho v. City and Hackney Health Authority
(1998)Α.C. 232, o Lord Browne-Wilkinson τόνισε ότι για να τεκμηριωθεί η μαρτυρία περί της ορθής μη αμελούς πρακτικής, η μαρτυρία που δίνεται ως προς αυτή, πρέπει να είναι εύλογη και υπεύθυνη. Όπως ανέφερε: «... The court has to be satisfied that the exponents of the body of opinion relied on can demonstrate that such opinion has a logical basis.». (βλ. επίσης και πιο πρόσφατα την xxx ΜESHKOV, v. ΣΠΥΡΙΔΑΚΗ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 152/2014, 17/11/2021, ECLI:CY:AD:2021:A520 όπου υιοθετήθηκαν οι ίδιες αρχές) Η εξειδικευμένη λοιπόν φύση των ισχυρισμών που προβάλλουν οι ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση, υπό το φως και της πιο πάνω νομολογίας, καθιστά θεωρώ έκδηλο, αλλά και κοινώς αντιληπτό ότι για την επίλυση των επίδικων ζητημάτων που εγείρονται, βαρύνουσα αλλά και καθοριστική σημασία έχει η εξειδικευμένη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και δη η ιατρική μαρτυρία. Με τούτο κατά νου σημειώνω ότι εκτός των όσων περιλαμβάνονται στο πιστοποιητικό του ιδιώτη γυναικολόγου Δρ. Γιάννακκα (Τεκ. 5, 6 και 9) και της μαρτυρίας των Δρ. Πήλασα και Δρ. Δημητρίου, καμία άλλη μαρτυρία ιατρικής φύσεως ή ανάλογης εμπειρογνωμοσύνης δεν έχει παρουσιαστεί. Από τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα και έγγραφα που παρέθεσα ανωτέρω λοιπόν και από απλή ανάγνωση του πιστοποιητικού του Δρ. Γιάννακα, και ο λόγος που λέω απλή ανάγνωση είναι διότι ο συγκεκριμένος γιατρός δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να εξηγήσει ιατρικά τα όσα περιλαμβάνονται στο πιστοποιητικό του, τα οποία βεβαίως δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους Δρ. Πήλασα και Δημητρίου, προκύπτουν τα εξής. Η ενάγουσα 1 παραπονέθηκε στις 03/10/12 για πόνους και πρήξιμο κοιλιάς. Σύμφωνα με τα πιστοποιητικά που οι ίδιοι οι ενάγοντες κατέθεσαν, Τεκ.1α και 1β, ο κυβερνητικός παθολόγος που εξέτασε τότε την πρώτη, έκρινε μεν ότι έπρεπε να της γίνει ultrasound, δεν κατέγραψε όμως στο πιστοποιητικό του ότι επρόκειτο για κάποιο επείγον περιστατικό ή έστω οτιδήποτε που να υποδηλοί ότι η ενάγουσα 1 έχρηζε άμεσης εξέτασης και περίθαλψης ως αντίθετα ισχυρίστηκαν ως πραγματικό γεγονός οι ενάγοντες. Ούτε όμως και παρουσιάστηκε από πλευράς εναγόντων οτιδήποτε που να υποδηλοί ότι υπό τις περιστάσεις, η διενέργεια της εξέτασης ultrasound μετά από 4 μήνες ήταν από ιατρικής σκοπιάς αδικαιολόγητη ή παράλογη. Σίγουρα κάποια έντονη αίσθηση προκαλεί το ότι διευθετείται μετά από 4 μήνες η διενέργεια μιας εξέτασης για κάποιο πρόβλημα που προκύπτει σήμερα όμως αυτό δεν μπορεί από μόνο του να θεωρηθεί ως αμελής ή άλλως πώς επιλήψιμη συμπεριφορά, αν μη τι άλλο διότι στο τέλος της ημέρας, από μια γενική ιατρική σκοπιά, η συγκεκριμένη εξέταση μπορεί και να μην ήταν υπό τις περιστάσεις αναγκαία αλλά να οφείλετο καθαρά στην προσωπική εκτίμηση ενός «ευαίσθητου» και επιφυλακτικού (cautious) γιατρού που έτυχε να εξετάσει τον ασθενή τη δεδομένη στιγμή. Το αναφέρω τούτο υπενθυμίζοντας ότι ο παθολόγος που εξέτασε την ενάγουσα 1 στις 03/10/12 περιορίστηκε απλά στο να παραπέμψει την τελευταία για να προβεί σε εξέταση ultrasound και δεν προέβη σε καμία άλλη ενέργεια ούτε και σημείωσε οτιδήποτε που να υποδηλοί ότι η εν λόγω εξέταση έπρεπε να γίνει άμεσα. Βεβαίως, στο τέλος της ημέρας το ultrasound δεν καθυστέρησε 4 μήνες για να γίνει εφόσον στις 29/10/12 η ενάγουσα 1 υπεβλήθη σε μια τέτοια εξέταση από τη Δημητρίου, οπόταν και διαπιστώθηκε η ρήξη της κύστης της ωοθήκης. Καμία όμως ιατρική μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από πλευράς εναγόντων που να συνδέει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η ενάγουσα 1 στις 03/10/12 με τα όσα έλαβαν χώρα στις 29/10/12, ώστε να καταδειχθεί η κατ' ισχυρισμό αμέλεια που επέδειξαν οι εναγόμενοι μεταξύ 03/10/12 και 29/10/12 αλλά και για να μπορεί να δικαιολογηθεί ιατρικά και πραγματικά (factually), η θέση του ενάγοντα 2 ότι σύμφωνα με διάφορους γιατρούς με τους οποίους αυτός μίλησε, τα δύο περιστατικά συνδέονται «. διότι ο πόνος ήταν κάτω χαμηλά τζιαί η εσωτερική αιμορραγία γίνηκε μέσα τις ωοθήκες, τζιαί η κύστη που προϋπήρχε ήταν 6 εκατοστά, που δείχνει ότι 6 εκατοστά εν δημιουργήθηκαν σε 10 τζιαί 15 ημέρες. Υπήρχε μια κατάσταση εξελίξιμη η το μικρό το πονούι ήταν ότι ενόχλησε την η κύστη τζιείντην ημέρα τζιαί εξελίχτηκε η κύστη τζιαί έσπασε.που μίλησα με άλλους γιατρούς, ήταν μια κατάσταση εξελίξιμη, η κύστη δεν δημιουργείται που τη μια ημέρα τζιαί συνήθως υπάρχουν πόνοι, "προπόνια" να το πούμε τζιαί αν δεν τους δώκεις σημασία τότε σπάζει η κύστη τζιαί γίνονται κάποια test κάθε χρόνο, εν ξέρω, για εσάς τις γυναίκες. Απλά λέω σου ότι η κύστη δεν δημιουργήθηκε ούτε στις 10 ούτε στις 15, προϋπήρχε τζιαμέ τζιαί ενόχλησε την στις 3.». Στο σημείο αυτό δεν θα πρέπει επίσης ν' αγνοηθεί ούτε και το ότι δεν έχει αντικρουστεί με οποιαδήποτε ιατρική ή ανάλογης βαρύτητας επιστημονική μαρτυρία η ιατρική θέση της Δρ. Δημητρίου, η οποία σήμερα είναι ειδικός γυναικολόγος, ότι «το πρήξιμο της κοιλιάς» δεν υποδηλοί από μόνο του τίποτα το σοβαρό ούτε και συνιστά ένδειξη ότι υπάρχει κάποια ιατρική κατάσταση που χρήζει άμεσης ιατρικής επέμβασης. Τίποτα λοιπόν δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί οποιοδήποτε εύρημα ή συμπέρασμα περί παράβασης από πλευράς εναγομένων στις 03/10/12 του καθήκοντος επιμέλειας που οφείλετο απέναντι στην ενάγουσα 1 ασθενή. Στρέφομαι τώρα στα γεγονότα που έλαβαν χώρα από τις 29/10/12 και εντεύθεν. Περί τις 00:00 στις 29/10/12 η ενάγουσα 1 διαγνώστηκε με ρήξη κύστης ωοθήκης και παρουσία υγρού στην κοιλιά, πιθανότατα αίματος. Μια ώρα αργότερα, δηλαδή στις 01:00 της 30/10/12, η ενάγουσα 1 μεταφέρθηκε στην κλινική του Δρ. Γιάννακα και σε κάποιο άγνωστο χρόνο στη συνέχεια υπεβλήθη από τον τελευταίο σε χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση της κύστης της. Τονίζω εδώ το ότι είναι άγνωστη η ώρα που έγινε η επέμβαση στην ενάγουσα 1 όσο και το ότι όποια ώρα και να έγινε η εν λόγω επέμβαση, λαμβανομένης υπόψη της ώρας που η ενάγουσα 1 μεταφέρθηκε στην κλινική του Δρ. Γιάννακα, η επέμβαση αυτή δεν μπορεί να έγινε πριν τις πρωινές ώρες της 30/10/
  1. Ο λόγος που έχω τονίσει τα δύο πιο πάνω στοιχεία από τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι ενάγοντες, είναι διότι το βασικό παράπονο των τελευταίων είναι ότι οι εναγόμενοι δεν προέβησαν σε χειρουργική επέμβαση της ενάγουσας 1 αμέσως μόλις διέγνωσαν στις 00:00 της 29/10/12 τη ρήξη της κύστης αλλά αντίθετα αποφάσισαν να περιοριστούν σε παρακολούθηση της μέχρι το πρωί της 30/10/12 που θα την εξέταζε και ο ειδικός γυναικολόγος. Κατά τους ενάγοντες δηλαδή, ο παράγοντας του «χρόνου» και μάλιστα της «ώρας», είχε καθοριστική σημασία για τη ζωή και την ακεραιότητα της ενάγουσας 1 εφόσον κατ' εκείνους, στις 00:00 της 29/10/12 η ενάγουσα 1 ήταν ήδη σε τέτοια σοβαρή κατάσταση που δεν μπορούσε να «περιμένει» μέχρι το πρωί της 30/10/
  2. Αφ' ης στιγμής όμως οι ενάγοντες εδράζουν τη θέση τους περί επίδειξης αμέλειας από πλευράς εναγομένων στο ότι οι τελευταίοι δεν προέβηκαν στις 00:00 της 29/10/12 σε χειρουργική επέμβαση της ενάγουσας 1, αλλά αδικαιολόγητα συνέστησαν στην τελευταία να παραμείνει για παρακολούθηση μέχρι το πρωί της 30/10/12 ώστε να την εξετάσει και ο ειδικός γυναικολόγος, θα αναμένετο ότι κάποια μαρτυρία θα παρουσιάζετο από πλευράς τους ως προς το πότε ακριβώς είναι που έγινε η επέμβαση από τον Δρ. Γιάννακκα ώστε να καταδεικνύετο, και ιατρικά αλλά και πραγματικά, ότι η κατάσταση της ενάγουσας 1 στις 00:00 ήταν όντως τόσο σοβαρή, που όχι μόνο επιβάλλετο να γίνει χειρουργική επέμβαση την ίδια στιγμή αλλά και ότι δεν μπορούσε το θέμα να παραμείνει μέχρι το πρωί της 30/10/12 για να το εξετάσει και ο ειδικός γυναικολόγος. Κανένα όμως τέτοιο στοιχείο δεν προκύπτει από τα έγγραφα του Δρ. Γιάννακα και ούτε ο εν λόγω γιατρός προσήλθε στο Δικαστήριο για να ρίξει κάποιο φως στο συγκεκριμένο θέμα. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως εύστοχα επεσήμανε κατά τη μαρτυρία της η Δρ. Δημητρίου, η οποία και ουδέποτε αντικρούστηκε σε σχέση με την επί του προκειμένου θέση της, στα πιστοποιητικά και στις βεβαιώσεις του Δρ. Γιάννακκα δεν γίνεται καμία αναφορά σε ύπαρξη ενεργούς αιμορραγίας στην ενάγουσα 1 ή σε διαπίστωση κάποιας κατάστασης διαφορετικής από αυτή που διαπιστώθηκε από τους εναγόμενους στις 00:00 στις 29/10/
  3. Αντιθέτως, αυτό που διαπιστώνεται να καταγράφεται στα εν λόγω πιστοποιητικά του αποδεκτού από τους ενάγοντες ειδικού γυναικολόγου, είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, ό,τι ακριβώς διαπίστωσε στις 00:00 στις 29/10/12 και η κατ' ισχυρισμό άπειρη και ανειδίκευτη τότε Δρ. Δημητρίου, ήτοι απλά ότι η ενάγουσα 1 είχε κάποια κύστη στην ωοθήκη της η οποία έσπασε και ότι στην κοιλιά της υπήρχε υγρό, πιθανότητα αίμα. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Το μόνο ερώτημα λοιπόν που θα πρέπει να απαντηθεί για να μπορεί να θεωρηθεί ότι υπό αυτές τις συγκεκριμένες περιστάσεις οι εναγόμενοι καθυστέρησαν αμελώς στις 00:00 της 29/10/12 να διαφυλάξουν τη ζωή και τη ακεραιότητα της ενάγουσας 1, είναι το κατά πόσο η συντηρητική προσέγγιση που αποφάσισαν να ακολουθήσουν οι εναγόμενοι, σε αντιδιαστολή με την επεμβατική προσέγγιση του Δρ. Γιάννακκα, συνιστούσε μια ιατρικά εσφαλμένη και αμελή πρακτική. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό κατά την άποψη μου δεν μπορεί να είναι θετική. Εξηγώ. Κατά πρώτο, καμία ιατρική μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από πλευράς εναγόντων που να καταδεικνύει ότι η συντηρητική προσέγγιση που αποφασίστηκε να συστηθεί στην ενάγουσα 1 δεν ήταν υπό τις περιστάσεις μια «ορθή πρακτική που ακολουθείται στον κλάδο». Το ότι κάποιος άλλος γιατρός, όπως ο Δρ. Γιάννακας, επέλεξε μια διαφορετική προσέγγιση, ήτοι να χειρουργήσει την ενάγουσα 1, δεν συνεπάγεται από μόνο του ότι η πρακτική και η απόφαση των εναγομένων ήταν ιατρικά εσφαλμένη. Άλλωστε, ούτε ο Δρ. Γιάννακας προσήλθε για να εξηγήσει τη δική του πρακτική αλλά ούτε και παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η ορθή ιατρική πρακτική ήταν αυτή του Δρ. Γιάννακα. Κατά δεύτερο, ακόμη και αν υπό τις περιστάσεις η επεμβατική προσέγγιση του Δρ. Γιάννακα συνιστούσε μια ορθή ιατρική πρακτική, καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε που να αντικρούει ή να καταρρίπτει την ιατρική θέση της Δημητρίου ως προς το ότι η συγκεκριμένη περίπτωση δικαιολογούσε δύο διαφορετικές, αλλά παρά ταύτα ορθές ιατρικές πρακτικές, ήτοι την συντηρητική πρακτική που είναι αυτή που ακολούθησε το νοσοκομείο, και την πιο «επιθετική» πρακτική, ήτοι αυτή που ακολούθησε ο Δρ. Γιάννακας. Δεν υπάρχει δηλαδή μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η μια πρακτική ήταν «εύλογη και υπεύθυνη» και η άλλη όχι (βλ. τις αναφορές που η κυπριακή νομολογία κάνει στην Bolitho ανωτέρω). Ασχέτως λοιπόν του αν η Δημητρίου ήταν τότε ικανή ή όχι για να διαγνώσει την κατάσταση της ενάγουσας 1 και ασχέτως του αν κατά την διάγνωση αυτή έπρεπε να ήταν ή όχι παρών και ο ειδικός γυναικολόγος, στοιχεία τα οποία από μόνα τους δεν σημαίνουν τίποτε για σκοπούς των επίδικων ζητημάτων, από τη στιγμή που δεν υπάρχει ιατρική μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η πρακτική που ακολούθησε στην συγκεκριμένη περίπτωση το ιατρικό προσωπικό του Νοσοκομείου Λεμεσού ήταν για οποιοδήποτε λόγο εσφαλμένη, κανένα υπόβαθρο δεν υπάρχει επί του οποίου θα μπορούσε το Δικαστήριο να στηριχθεί ώστε να καταλήξει με ασφάλεια σε οποιοδήποτε εύρημα ή συμπέρασμα που να δικαιολογεί θετική διαπίστωση περί ιατρικής αμέλειας των εναγομένων. Πέραν και ανεξάρτητα όμως όλων των πιο πάνω, θα συμφωνήσω με την κα Κουμή ότι στο τέλος της ημέρας, αφ' ης στιγμής οι ενάγοντες δεν ακολούθησαν τις επίδικες συστάσεις των γιατρών του Νοσοκομείου δεν δύναται να θεωρηθεί ότι οι συστάσεις αυτές προκάλεσαν οποιαδήποτε ζημιά ώστε να μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Με άλλα λόγια, εφόσον η θέση των ίδιων των εναγόντων είναι ότι ο κατ' ισχυρισμό κίνδυνος στη ζωή της ενάγουσας 1 και η κατ' ισχυρισμό ζημιά στην υγεία και σωματική της ακεραιότητα εν τέλει «αποφεύχθηκαν» συνεπεία της απόφασης τους να μην ακολουθήσουν τις επίδικες συστάσεις, δεν μπορεί το αστικό αδίκημα της αμέλειας να στοιχειοθετηθεί στη βάση απλά του τι πιθανόν να γινόταν αν τα πράγματα εξελίσσονταν διαφορετικά και οι ενάγοντες ακολουθούσαν τις επίδικες συστάσεις. Βεβαίως, αν ο «υποθετικός» αυτός ισχυρισμός των εναγομένων στην πραγματικότητα προβάλλεται ώστε να εξηγήσει το εσφαλμένο της απόφασης του Υπουργείου Υγείας να μην δεχτεί να καλύψει το ποσό των €3.454,35 που καταβλήθηκε για λήψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης από τον ιδιωτικό τομέα, τότε οι ισχυρισμοί αυτοί των εναγόντων, για τους λόγους που θα εξηγήσω, εκφεύγουν της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Αποτελεί πάγια αρχή της νομολογίας ότι «.Ο διαχωρισμός.μεταξύ της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και της πολιτικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, είναι απόλυτος.η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Οι δύο δικαιοδοσίες δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο.» (βλ. μεταξύ άλλων Takis P Markides Ltd. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 ΑΑΔ 1424, Λανίτη Λτδ και Άλλοι v. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225 και Συμβ. Εγγρ. Αρχ. & Πολιτικών Μηχανικών v. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453). Όπως χαρακτηριστικά δε λέχθηκε στην Markides: «.Είναι ορθό ότι η αγωγή βασίζεται σε παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Αυτό δεν εξουδετερώνει την προέλευση του δικαιώματος ούτε αλλοιώνει το γεγονός ότι η πράξη ή παράλειψη η οποία στοιχειοθετεί το δικαίωμα αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας συνυφασμένη με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Η χορήγηση άδειας . δεν ανάγεται ούτε στο ιδιωτικό δίκαιο ούτε σχετίζεται με το δίκαιο των συναλλαγών. Συναρτάται με μονομερή κυριαρχική (imperium) πράξη, δηλωτική της βούλησης της Διοίκησης. Άξονας της διοικητικής λειτουργίας στο δημόσιο τομέα είναι η προαγωγή των σκοπών του δικαίου για τους οποίους παρέχεται η εξουσία σε κρατική αρχή η όργανο. (Βλ. μεταξύ άλλων Αntoniou and others v. Republic
(1984)3 C.L.R. 623. Μachlouzarides v. Republic
(1985)3 C.L.R. 2342.) Η διοικητική λειτουργία περιλαμβάνει το σύνολο των πράξεων που σχετίζονται με την άσκηση της και η οποία απολήγει στην έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης ή απόφασης περιλαμβανόμενης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης και ενέργειας σχετιζόμενης προς την άσκηση της. Η έρευνα η οποία διεξήχθη από την αρμόδια Αρχή.αποτελούσε προπαρασκευαστική πράξη και αναπόσπαστο μέρος της διοικητικής διαδικασίας για την έκδοση της άδειας εισαγωγής. Η ζημιογόνος πράξης αφετέρου, εκείνη από την οποία προέκυψε η ζημία.συνιστούσε αυτοτελή διοικητική πράξη επενεργούσα όπως και η απόφαση.στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Η αναθεώρηση εκτελεστών διοικητικών πράξεων στον τομέα του δημοσίου δικαίου ανάγεται αποκλειστικά στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Άρθρο 146.1 αποκλείει την εξέταση, άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως, από οποιοδήποτε δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο, της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης ή ενέργειας συναφούς προς την έκδοσή της.Η ακύρωση εκτελεστής διοικητικής πράξης από το Ανώτατο Δικαστήριο αποτελεί προϋπόθεση για τη διεκδίκηση ζημίας η οποία προκύπτει από την έκδοσή της.Θεώρηση του αγώγιμου δικαιώματος, στην προκείμενη περίπτωση όπως στοιχειοθετείται στην έκθεση απαιτήσεως των εφεσειόντων αποκαλύπτει ότι: (α) Το αγώγιμο δικαίωμα θεμελιώνεται σε πράξη ή παράλειψη που συνιστά αναπόσπαστο μέρος της έρευνας και προπαρασκευαστικών πράξεων για την έκδοση εκτελεστής διοικητικής απόφασης. (β) Η ζημία για την οποία εγείρεται αξίωση, προέκυψε από την έκδοση αυτοτελούς εκτελεστής διοικητικής πράξης ή απόφασης .η αναθεώρηση της οποίας ανάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146. Ο,τι άλλο πρέπει να τονιστεί είναι ότι επενεργεί υπέρ εκτελεστής διοικητικής πράξης ή απόφασης το τεκμήριο της νομιμότητας. Στην απουσία αμφισβήτησης πράξης ή απόφασης βάσει του Άρθρου 146.1, και ακύρωσης στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εκτελεστή διοικητική πράξη τεκμαίρεται ως νόμιμη με όλες τις συνέπειες που ενέχει αυτή η διαπίστωση στα δικαιώματα των επηρεαζομένων.» Σημειώνω βεβαίως εδώ και το ότι, όπου η επίδικη αξίωση αφορά σε χρηματικά συμφέροντα, αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί για σκοπούς δικαιοδοσίας είναι το αν η «αληθινή φύση της διαφοράς αφορά στο νομικό δικαίωμα ή μη του (ενάγοντα) και, αντίστοιχα, τη νομική υποχρέωση ή μη (της διοίκησης) για αποζημίωση», διότι αν είναι αυτό καθ' αυτό το νομικό δικαίωμα που αμφισβητείται, τότε η επίδικη διαφορά «δεν συνιστά χρηματική αμφισβήτηση» ώστε να είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να την αποφασίσει (βλ. μεταξύ άλλων ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ 1. ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, 2. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ, v. ΜΑΡΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ κ.α.
(2003)3 Α.Α.Δ 87). Με γνώμονα όλες τις πιο πάνω αρχές λοιπόν, αν οι ισχυρισμοί των εναγόντων στην υπό κρίση υπόθεση ως προς το τι θα έπρεπε να κάμουν οι γιατροί του Νοσοκομείου σε σχέση με την ενάγουσα 1 και τι πιθανόν να πάθαινε η τελευταία αν ακολουθούσε τις συστάσεις των εν λόγω γιατρών, στην πραγματικότητα αποσκοπούν στο να «εξηγήσουν» γιατί οι ενάγοντες αποτάθηκαν στον ιδιωτικό τομέα και δεν παρέμειναν στο δημόσιο νοσηλευτήριο και κατ' επέκταση το γιατί είχαν δικαίωμα να καλυφτούν τα έξοδα τους από το κράτος, ότι δηλαδή έσφαλλε το Υπουργείο όταν έκρινε ότι αυτοί δεν δικαιούνταν σε κάλυψη των εξόδων τους, τότε έπρεπε, ως απαραίτητη προϋπόθεση για ενεργοποίηση του οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος τους, να πετύχουν πρώτα την ακύρωση της απορριπτικής απόφασης του Υπουργείου μέσω της ανάλογης διαδικασίας που σίγουρα δεν είναι η παρούσα. Εν τη απουσία όμως μιας τέτοιας ακυρωτικής απόφασης, το παρόν Δικαστήριο στερείται της απαραίτητης καθ' ύλη δικαιοδοσίας για να εξετάσει και να αποφανθεί επί τέτοιων ισχυρισμών. Το μόνο θέμα τέλος που παραμένει να εξεταστεί, είναι το κατά πόσο οι ενάγοντες υπέστησαν τέτοια ταλαιπωρία κατά την παραμονή τους στο Νοσοκομείο που να δικαιολογεί όπως κάποιο ποσό επιδικαστεί προς όφελος τους. Επί του θέματος αυτού περιορίζομαι να αναφέρω τα εξής. Η παραμονή των εναγόντων στο Νοσοκομείο στις 29/10/12 διήρκεσε έξι περίπου ώρες, ήτοι από τις 18:30 μέχρι και τις 00:00, χρονικό διάστημα που αντικειμενικά κρινόμενο δύναται θεωρηθεί ως αρκετά μεγάλο. Όμως, έστω και αν το Δικαστήριο κατανοεί τα αισθήματα δυσφορίας και αγανάκτησης που προκλήθηκαν στους ενάγοντες καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα, ιδιαίτερα λαμβανομένης υπόψη και της συναισθηματικής φόρτισης υπό την οποία αυτοί τελούσαν, δεν διαπιστώνεται υπό τις περιστάσεις να έχει προκληθεί τέτοιας μορφής ταλαιπωρία στους τελευταίους που να δικαιολογεί όπως οι εναγόμενοι καταδικαστούν να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό. Αυτό όχι μόνο γιατί όπως και ο ίδιος ο ενάγοντας 2 αναγνώρισε, τη δεδομένη στιγμή αλλά και σχεδόν πάντοτε το Νοσοκομείο κατακλύζεται από κόσμο που μπορεί να μην έχει ιδιαίτερο λόγο για να επισκεφθεί το Νοσοκομείο αλλά παρά ταύτα το πράττει, καθιστώντας όμως έτσι δυσκολότερη την ανταπόκριση του ιατρικού προσωπικού σε όλα τα περιστατικά, αλλά και διότι καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα των 6 ωρών, οι εναγόμενοι δεν έμειναν παντελώς άπρακτοι αλλά προέβηκαν σε διάφορες ενέργειες ώστε να παράσχουν στην ενάγουσα 1 την όσο το δυνατό καλύτερη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που χρειαζόταν, έστω και με κάποια καθυστέρηση. Το όλο θέμα λοιπόν, αν και σίγουρα συνιστά θέμα που θα πρέπει να προβληματίσει άμεσα τις αρμόδιες διοικητικές αρχές, αν μη τι άλλο διότι άπτεται του πώς οι ασθενείς νιώθουν ότι αντιμετωπίζονται από το προσωπικό των Νοσοκομείων, εντούτοις στην προκειμένη περίπτωση δεν ανάγεται σε τέτοιο θέμα που να δικαιολογεί την απόδοση νομικών ευθυνών στους εναγόμενους ή την επιδίκαση αποζημιώσεων προς τους ενάγοντες. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, η παρούσα αγωγή, όπως και αν ήθελε ιδωθεί δεν μπορεί παρά να απορριφθεί ως στερούμενη κάθε νομικού και πραγματικού ερείσματος. Η αγωγή επομένως απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.