← Κύπρος

Μάστρου ν. LAIKI CYPRIALIFE LTD, Αρ. Αγωγής: 6282/11, 21/1/2022

Μάστρου ν. LAIKI CYPRIALIFE LTD, Αρ. Αγωγής: 6282/11, 21/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A207 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6282/11 Μεταξύ: [ ] Μάστρου Ενάγοντα -και- LAIKI CYPRIALIFE LTD Εναγόμενης Ημερομηνία: 21 Ιανουαρίου, 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κα Λ. Δικωμίτου Για Εναγόμενη εταιρεία: κα. Αστραίου για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή του ο Ενάγοντας αξιώνει δηλωτική απόφαση ότι τον Ιανουάριο του 2011 ήταν «Διευθυντής Υπoκαταστήματος» της Εναγόμενης εταιρείας και ότι οι μεταξύ τους σχέση διέπετο από την γραπτή συμφωνία με τίτλο «Σύμβαση Ασφαλιστικού Συμβούλου» και τα Παραρτήματά της ημερομηνίας 04/07/2005, την «Έγγραφη Συμφωνία» ημερομηνίας 30/01/2009 και την «Πολιτική Πωλήσεων» του

  1. Επίσης ζητά απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να δηλώνεται ότι η Εναγόμενη αντισυμβατικά και μονομερώς, στις 04/01/2011, τροποποίησε τις συμφωνίες υποβαθμίζοντας τον Ενάγοντα σε «Ασφαλιστικό Σύμβουλο» και ότι από την 01/01/2011 δεν του κατέβαλαν τις υπερπρομήθειες, τα φιλοδωρήματα διατηρησιμότητας και τα φιλοδωρήματα παραγωγής που αναλογούσαν με βάση το χαρτοφυλάκιο του υποκαταστήματος και ή της ομάδας ασφαλιστών του και ότι παράνομα τερμάτισαν, στις 28/07/2011 τις υπηρεσίες του. Επίσης, επιζητεί αποζημιώσεις ή και καταβολή των δεδουλευμένων υπερπρομηθειών, φιλοδωρημάτων διατηρησιμότητας και φιλοδωρημάτων παραγωγής που του αναλογούν, αποζημιώσεις για απολεσθέντα και ή διαφυγόντα κέρδη καθώς και αποζημιώσεις για την απώλεια φήμης, επαγγελματικής φήμης και πρόκλησης ζημιάς στα αισθήματά του. Σύμφωνα με την καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγοντας είναι ασφαλιστής καριέρας, με πείρα πέραν των 25 ετών, με μεγάλη καριέρα και με επαγγελματική φήμη ενός αξιόπιστου ασφαλιστή/ασφαλιστικού συμβούλου. Συνεργάστηκε με την Εναγόμενη εταιρεία ως Διευθυντής Υποκαταστήματος δυνάμει της Σύμβασης Ασφαλιστικού Συμβούλου ημερομηνίας 04/07/2005 μέχρι τον Ιανουάριο του 2011, που η Εναγόμενη εταιρεία αντισυμβατικά και μονομερώς διέκοψε τη συγκεκριμένη συνεργασία. Ο Ενάγοντας είχε ξεκινήσει τη συνεργασία του με την Εναγόμενη εταιρεία ως διευθυντής περιφέρειας, το 2002, με συμφωνία η οποία προνοούσε συγκεκριμένα ωφελήματα, φιλοδωρήματα, προμήθειες και υπερπρομήθειες. Κατάφερε να δημιουργήσει συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο και διατήρησε τα υφιστάμενα συμβόλαια με αποτέλεσμα να απολαμβάνει ψηλά εισοδήματα. Η Εναγόμενη εταιρεία είναι ασφαλιστική εταιρεία, η οποία λειτουργούσε νόμιμα, δυνάμει νενομισμένης άδειας από την Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 04/01/2011, η Εναγόμενη εταιρεία έστειλε στον Ενάγοντα επιστολή τερματισμού της σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου, ημερομηνίας 04/07/2005 και τον υποβάθμισε από «Διευθυντή Υποκαταστήματος» σε απλό «Ασφαλιστικό Σύμβουλο» κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνιών επικαλούμενη το γεγονός ότι ο Ενάγοντας δεν κατάφερε να φτάσει τα ελάχιστα αποτελέσματα στο επίπεδο έγκρισης για το έτος 2010 και ότι η στελέχωση της ομάδας του ήταν κάτω από τον προβλεπόμενο αριθμό που προνοεί η σύμβαση συνεργασίας με την Εναγομένη εταιρεία. Στις 29/06/2011 ο Ενάγοντας απάντησε στην Εναγόμενη εταιρεία παραθέτοντας την δική του άποψη, συγκεκριμένα ότι περί τα τέλη του 2008 η Εναγόμενη εταιρεία σκόπιμα και ενορχηστρωμένα είχε ξεκινήσει την υποβάθμισή του με τη μείωση των εισοδημάτων του και με αθέμιτα μέσα αλλά και με ψυχολογική πίεση εξαναγκάζοντάς τον, στις 30/01/2009, με έγγραφη συμφωνία να αποδεσμεύσει την ομάδα του κ. Χρυσοστόμου από την επίβλεψή του, γεγονός το οποίο μείωσε τον αριθμό στελέχωσης του υποκαταστήματος καθώς και τα εισοδήματά του. Παρά το συγκεκριμένο γεγονός κατά το πέρας του έτους 2010 ο Ενάγοντας εξακολουθούσε να έχει αξιοθαύμαστο μέγεθος χαρτοφυλακίου εκπληρώνοντας τα επίπεδα του παραγωγικού του στόχου ως «Διευθυντής Υποκαταστήματος». Ο αριθμός των ατόμων που στελέχωναν την ομάδα παρέμεινε σε πέντε, ο οποίος αριθμός πληρούσε τα ελάχιστα επίπεδα έγκρισης Διευθυντή Ομάδας. Προωθείται η θέση ότι υστερόβουλα και κακόβουλα η Εναγόμενη εταιρεία μετακίνησε άτομα της ομάδας του Ενάγοντα δημιουργώντας για τον ίδιο δεδομένα και συνθήκες πολύ δύσκολες. Ακολούθησε η επιστολή από την Εναγόμενη εταιρεία, ημερομηνίας 06/07/2011, με την οποία προβάλλονταν ισχυρισμοί για μη προσέλευση του στην εργασία του και ότι δεν συμμορφωνόταν με την πολιτική της Εναγομένης εταιρείας. Στις 29/07/2011 και ενώ είχε προηγηθεί αλληλογραφία, κοινοποιήθηκε από την Εναγόμενη εταιρεία, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, στον δικηγόρο του Ενάγοντα ειδοποίηση τερματισμού συνεργασίας και συγκεκριμένα της σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου, ημερομηνίας 04/07/
  2. Λόγω της αντισυμβατικής, κακόπιστης και εκδικητικής συμπεριφοράς της Εναγόμενης εταιρείας και με σκοπό να πληγεί ο Ενάγοντας δεν του καταβλήθηκαν οι υπερπρομήθειες, τα φιλοδωρήματα διατηρησιμότητας και τα φιλοδωρήματα παραγωγής που του αναλογούσαν με βάση το μέγεθος του χαρτοφυλακίου του υποκαταστήματος ή της ομάδας του ή και συμπεριλαμβανόμενης της προσωπικής του παραγωγής. Ο Ενάγοντας προωθεί τη θέση ότι τα εισοδήματά του τα οποία ανέρχονταν σε €82.647 το 2005, είχαν αυξητική τάση με αποτέλεσμα για το έτος 2009 αυτά να συμποσούνται στις €102.496 και για το έτος 2010 να ανέρχονται στις €69.733, λόγω της αφαίρεσης της ομάδας του κ. Χρυσοστόμου. Δηλαδή το μέσο ετήσιο εισόδημα του Ενάγοντα ανερχόταν στις €95,000 χωρίς να υπολογίζεται η αυξητική τάση και δυναμική για αύξηση των εισοδημάτων του. Όσον αφορά τις δεδουλευμένες υπερπρομήθειες, τα φιλοδωρήματα διατηρησιμότητας και φιλοδωρήματα παραγωγής το ποσό για την περίοδο 01/01/2011 μέχρι τις 12/08/2011 ανερχόταν στις €67,
  3. Αξιώνει ποσό ύψους €67,000 ως αποζημιώσεις για δεδουλευμένες υπερπρομήθειες, φιλοδωρήματα διατηρησιμότητας και φιλοδωρήματα παραγωγής για τη περίοδο 01/01/2011 μέχρι 12/08/2011 καθώς και ποσό ύψους €190.000 ως αποζημιώσεις για απολεσθέντα και διαφυγόντα κέρδη με βάση το χαρτοφυλάκιο του υποκαταστήματός του ή και της ομάδας ασφαλιστών του καθώς και της προσωπικής του παραγωγής για δυο

(2)έτη. Παράλληλα αξιώνει αποζημιώσεις για την πρόκληση ζημιάς στα συναισθήματά του. Εκτός από την αποκατάσταση της χρηματικής ζημιάς του αξιώνει δηλωτική απόφαση σε σχέση με τη σύμβαση συνεργασίας που υπήρχε μεταξύ του και της Εναγομένης εταιρείας, ημερομηνίας 05/07/2005 και ότι αυτή τερματίστηκε μονομερώς και αντισυμβατικά από την Εναγόμενη εταιρεία. Η Εναγόμενη εταιρεία στην Υπεράσπισή της προωθεί τη θέση ότι παρέδωσε στον Ενάγοντα επιστολή ημερομηνίας 04/01/2011 σε σχέση με τον τερματισμό της συνεργασίας τους ως «Διευθυντής Υποκαταστήματος». Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι στη μεταξύ τους συμφωνία υπήρχαν ουσιώδεις και ρητοί όροι ότι ο Ενάγοντας θα μετέβαινε καθημερινά στα γραφεία της Εναγομένης εταιρείας, θα συμμορφωνόταν με τις οδηγίες του Διευθυντή του καθώς και ότι θα συμμορφωνόταν με την πολιτική της Εναγομένης εταιρείας. Κατά παράβαση των συγκεκριμένων όρων, ο Ενάγοντας παρέλειψε να προσέρχεται στο γραφείο και να εξυπηρετεί τους πελάτες της Εναγόμενης εταιρείας, να συμμορφώνεται με τις οδηγίες των Διευθυντών του ή και τους όρους και την πολιτική της Εναγομένης εταιρείας. Συγκεκριμένα, περί τον Μάρτιο του 2011 ο Ενάγοντας εγκατέλειψε το γραφείο που στεγαζόταν και αρνείτο να προσέλθει στο νέο γραφείο που του έχει υποδειχθεί από την Εναγόμενη. Ενώ δήλωσε ότι ο στόχος του ήταν να εργάζεται ως ασφαλιστικός πράκτορας από το σπίτι αρνήθηκε οποιαδήποτε επαφή με την Εναγόμενη ενώ αρνήθηκε να μιλήσει με τον Διευθυντή Πωλήσεων και τον Διευθυντή Ανάπτυξης όταν αυτοί προσπάθησαν να επικοινωνήσουν μαζί του. Παρά το γεγονός ότι η Εναγόμενη εταιρεία του προσέφερε τις συνθήκες εργασίας που ο ίδιος ο Ενάγοντας ζήτησε, αρνήθηκε να συνεργαστεί και στις 04/01/2011, σε συνάντηση που διευθετήθηκε με τον Ενάγοντα, του παραδόθηκε επιστολή η οποία αφορούσε τη νέα εργασιακή του θέση, του εξηγήθηκαν οι λόγοι για τους οποίους η Εναγόμενη εταιρεία προέβαινε στη συγκεκριμένη ενέργεια και του υποβλήθηκε συγκεκριμένη προσφορά σε σχέση με την νέα συνεργασία μεταξύ τους. Η Εναγόμενη εταιρεία του προσέφερε τη διατήρηση του γραφείου του μέχρι τη μετακόμιση της Εναγόμενης εταιρείας σε νέα γραφεία, τη διατήρηση του τιμητικού τίτλου «Διευθυντής Υποκαταστήματος», την ένταξή του στο σύστημα τράπεζας με στόχο τις €85.000, την ένταξή του στο κορυφαίο επίπεδο των «Ηγετικών Μελών» στα «Επίπεδα Διάκρισης» με επίδομα €1.100 μηνιαίως, τη διατήρησή στο σύστημα προπληρωμένων πληρωμών και του αναγνώρισε τα δικαιώματά του, τα οποία προέκυπταν για τα συμβόλαια από τις πωλήσεις των συνεργατών του μέχρι αυτά να συμπληρώσουν 12 μήνες από την ημερομηνία πώλησή τους. Ο Ενάγοντας αντί να αποδεχθεί τη προσφορά απέστειλε, στις 07/01/2011, επιστολή με τον δικηγόρο του και ενώ θεωρείτο ως εργαζόμενος για την περίοδο 18/01/11 μέχρι τις 24/03/11 εξακολουθούσε να απέχει από κάθε εργασιακή και παραγωγική δραστηριότητα και προσερχόταν στο γραφείο όλο και πιο σπάνια. Περί το τέλος Φεβρουαρίου του 2011 του ζητήθηκαν εξηγήσεις για την παρατεταμένη απουσία του και του προσφέρθηκε η εξυπηρέτηση τραπεζικής μονάδας με ετήσιο στόχο τις €40.
  1. Τότε, ο Ενάγοντας, εγκατέλειψε το γραφείο του παίρνοντας μαζί του τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, περιουσία της Εναγόμενης εταιρείας, τον οποίο αρνείτο να επιστρέψει. Παρά την προσπάθεια της Εναγόμενης εταιρείας να επικοινωνήσει με τον Ενάγοντα, αυτός διέκοψε κάθε επικοινωνία επιλέγοντας να έχει επικοινωνία μόνο με τον Γενικό Διευθυντή της Εναγόμενης κ. Μιχαηλίδη, με τον οποίο είχε συνάντηση στις 24/03/2011, κατά την οποία συνάντηση συζήτησαν τη συνεργασία του με την Εναγόμενη, ενώ παράλληλα του προτάθηκε όπως προμηθευτεί από την κα Αριστοδήμου με δείγμα του συμβολαίου που η Εναγόμενη εταιρεία διατηρούσε με τους Ασφαλιστικούς Πράκτορες. Στις 27/04/2011 μετά από επικοινωνία του Ενάγοντα με τον Γενικό Διευθυντή της Εναγόμενης, ετοιμάστηκε πρόταση, η οποία περιλάμβανε πακέτο οικονομικής στήριξης και αλλαγή της εργασιακής θέσης του Ενάγοντα, όπου από Ασφαλιστικός Σύμβουλος θα γίνονταν Ασφαλιστικός Πράκτορας. Ο Ενάγοντας παρέλαβε την πρόταση με την υπόσχεση να την μελετήσει, παρά ταύτα δεν απάντησε και στις 10/05/2011 επικοινώνησε μαζί του ο Γενικός Διευθυντής της Εναγόμενης εταιρείας. Στις 03/06/2011 πραγματοποιήθηκε νέα συνάντηση στην παρουσία της κας Αριστοδήμου και του Διευθυντή Πωλήσεων, στην οποία συνάντηση δόθηκε εναλλακτική πρόταση προς τον Ενάγοντα να παραμείνει ως Ασφαλιστικός Σύμβουλος. Η συγκεκριμένη εισήγηση του διαβιβάστηκε και γραπτώς με την επιστολή ημερομηνίας 27/06/
  2. Ο Ενάγοντας αγνόησε ή και απέρριψε όλες τις προτάσεις συνεργασίας που του είχαν προταθεί από τον Ιανουάριο 2011 με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να αναγκαστεί να τερματίσει τις υπηρεσίες του. Η Εναγόμενη εταιρεία αρνείται ότι οφείλει στον Ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό. Μαρτυρία προς υποστήριξη των θέσεων του Ενάγοντα δόθηκε από τον ίδιο και ακόμη τρεις μάρτυρες. Πρώτος, έδωσε μαρτυρία ο Ενάγοντας, Μ.Ε.1, ο οποίος παράθεσε ότι ήταν ασφαλιστής και περιφερειακός διευθυντής στην εταιρεία Cyprialife, για περίπου 25 χρόνια. Εξήγησε ότι είχε ξεκινήσει ως ασφαλιστής στην ασφαλιστική εταιρεία «EagleStar», η οποία πώλησε τα συμφέροντά της στην «Φιλική Ασφαλιστική», η οποία στη συνέχεια τα πώλησε στην «Πανευρωπαϊκή Ασφαλιστική», ακολούθως στην «Interamerican», για να καταλήξει τελικά στη «Cyprialife». Ξεκίνησε ως διευθυντής ομάδας και κατέληξε ως Περιφερειακός Διευθυντής της Cyprialife. Εργαζόταν στη βάση της σύμβασης συνεργασίας που είχε υπογραφτεί με την Εναγόμενη εταιρεία, στην οποία σύμβαση επεξηγούνται οι υποχρεώσεις τόσο οι δικές του όσο και της Εναγόμενης εταιρείας. Κατάθεσε τη σύμβαση συνεργασίας ως Τεκμήριο
  3. Ήταν η θέση του ότι η συνεργασία διέπετο από τα ετήσια αποτελέσματα, για τα οποία υπήρχε μια φόρμουλα η οποία βασιζόταν στα ποσοστά και καταβαλλόταν, με βάση τη συγκεκριμένη φόρμουλα, ένα ποσό κάθε μήνα. Τα ποσοστά αφορούσαν τις προσωπικές του πωλήσεις αλλά και τις πωλήσεις των ατόμων που ήταν κάτω από τη δική του εποπτεία και κατά καιρούς γίνονταν κάποιες επιπρόσθετες συμφωνίες. Σε σχέση με το Τεκμήριο 1 επεξήγησε ότι εκτός των ωφελημάτων που βασίζονταν στα οικονομικά αποτελέσματα υπήρχαν και πολλά άλλα δικαιώματα. Όσο αφορά τα καθήκοντά του ισχυρίστηκε ότι κατά το έτος 2000 ή το 2002 ή το 2003 του είχε γίνει πρόταση αλλαγής της θέσης του στην Εναγομένη εταιρεία γιατί είχε αλλάξει η δομή της. Ο ίδιος είχε διαβιβάσει επιστολή, στην οποία κατέγραψε ότι αποδεχόταν την αλλαγή με επιφύλαξη όλων των δικαιωμάτων του. Υποστήριξε ότι ενώ για όλους τους άλλους η Εναγόμενη εταιρεία είχε αλλάξει τη συμφωνία και είχε προσφέρει γραπτή συμφωνία με την οποία μεταφέρονταν από περιφερειακοί διευθυντές σε διευθυντές υποκαταστημάτων, ο ίδιος παρέμεινε ως περιφερειακός διευθυντής αλλά και η Εναγόμενη εταιρεία τον πλήρωνε ως διευθυντή υποκαταστήματος. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 τη συμφωνία αποδέσμευσης της ομάδας του κ. Χρυσοστόμου, ως Τεκμήριο 3 τη συμφωνία συνεργασίας ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος, ως Τεκμήριο 4 την επιστολή της Εναγόμενης εταιρείας ημερομηνίας 04/02/2009, ως Τεκμήριο 5 την επιστολή ημερομηνίας 09/04/2002 που αφορούσε τη νέα δομή, ως Τεκμήριο 6 σχετική έρευνα στον Έφορο Εταιρειών που αφορά τη μετονομασία της Εναγόμενης εταιρείας σε CNP CYPRIALIFE LIMITED, ως Τεκμήριο 7 την επιστολή τερματισμού των υπηρεσιών του ως Διευθυντή Υποκαταστήματος και τη συνέχιση της συνεργασίας του ως Ασφαλιστικός Σύμβουλος ημερομηνίας 04/01/2011, ως Τεκμήριο 8 την επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 29/06/2011, ως Τεκμήριο 9(Α) την επιστολή του Γενικού Διευθυντή της Εναγόμενης εταιρείας ημερομηνίας 18/01/2011 η οποία αφορούσε την υπηρεσιακή του σχέση με την Εναγόμενη από 01/01/2011, ως Τεκμήριο 9(Β) την επιστολή του Διευθυντή Πωλήσεων ημερομηνίας 01/02/2011 σε σχέση με την αλλαγή της υπηρεσιακής του κατάστασης, ως Τεκμήριο 10 την απαντητική επιστολή της συνηγόρου της Εναγόμενης εταιρείας ημερομηνίας 09/06/2011, ως Τεκμήριο 11 δυο επιστολές του δικηγόρου του ημερομηνίας 04/07/2011 οι οποίες διαβιβάστηκαν με τηλεομοιότυπο προς τον Γενικό Διευθυντή της Εναγόμενης εταιρείας και προς την δικηγόρο της Εναγόμενης εταιρείας, ως Τεκμήριο 12 απαντητική επιστολή του δικηγορικού γραφείου Τάσσος Παπαδόπουλος ημερομηνίας 06/07/2011, ως Τεκμήριο 13 επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 07/07/2011 προς τον Γενικό Διευθυντή της Εναγόμενης εταιρείας, ως Τεκμήριο 14 επιστολή του συνηγόρου της Εναγόμενης ημερομηνίας 19/07/2011, ως Τεκμήριο 15 απαντητική επιστολή του δικού του δικηγόρου ημερομηνίας 20/07/2011, ως Τεκμήριο 16 έντυπο που αφορά την Πολιτική Πωλήσεων της Εναγόμενης εταιρείας για το έτος 2010, ως Τεκμήριο 17 επιστολή της Εναγομένης εταιρείας ημερομηνίας 27/06/2011, ως Τεκμήριο 18 επιστολή ημερομηνίας 28/07/2011 της συνηγόρου της Εναγομένης εταιρείας προς τον συνήγορο του, ως Τεκμήριο 19 επιστολή του συνηγόρου του ημερομηνίας 06/07/2011 και σχετικό έντυπο αποστολής της, ως Τεκμήριο 20 επιστολή ημερομηνίας 01/08/2011 του συνηγόρου του και ως Τεκμήριο 21 απαντητική επιστολή του συνηγόρου της Εναγόμενης εταιρείας ημερομηνίας 01/08/
  4. Υποστήριξε ότι με τη σκληρή δουλειά, ο ίδιος πετύχαινε κάθε χρόνο ψηλά ποσοστά νέας παραγωγής δουλειάς, έτσι που το δικό του κατάστημα να διαθέτει ψηλούς όγκους χαρτοφυλακίων στην Εναγομένη εταιρεία. Προώθησε τη θέση ότι μέχρι τις 04/01/2011 ο ίδιος είχε πρόσβαση στον σέρβερ της Εναγομένης Εταιρείας, όπως όλοι οι διευθυντές όμως μετά τις 04/01/2011 η Εναγόμενη εταιρεία είχε διακόψει τη πρόσβασή του και δεν μπορούσε να εργαστεί ούτε ως Διευθυντής αλλά ούτε και ως ασφαλιστής. Αντεξεταστείς ισχυρίστηκε ότι η συνεργασία του με την Εναγόμενη εταιρεία είχε ξεκινήσει το 1999, όταν η εταιρεία «Interamerican» εξαγοράστηκε από την εταιρεία «Cyprialife». Ήταν η θέση του ότι του είχε παραδοθεί από την Εναγόμενη εταιρεία επιστολή, τον Ιανουάριο του 2011, με την οποία υποβαθμίστηκε και ότι τη συγκεκριμένη περίοδο υπήρχε πρόβλημα στην εργασιακή του σχέση με την Εναγόμενη εταιρεία αφού από Διευθυντής καταστήματος είχε γίνει ασφαλιστικός σύμβουλος. Ερωτηθείς ανέφερε ότι δεν γνώριζε γιατί είχε υποβαθμιστεί αφού με βάση τα αποτελέσματα του 2010 και την Πολιτική Πωλήσεων πληρούσε όλα τα κριτήρια για να παραμείνει διευθυντής πωλήσεων. Προώθησε τη θέση ότι στο Υποκατάστημά του υπήρχαν 15 ασφαλιστές αλλά η Εναγόμενη εταιρεία του είχε αφαιρέσει μια ομάδα ασφαλιστών, με αποτέλεσμα να παραμείνουν μόνο πέντε
(5). Εξήγησε ότι σύμφωνα με την Πολιτική Πωλήσεων, στην έκταση που αφορά το Διευθυντή Υποκαταστήματος, χωρίζεται σε δυο παράγοντες. Πρώτον, την παραγωγή που πρέπει να ανέρχεται στις €540.000 και δεύτερον, το ανθρώπινο δυναμικό που πρέπει να υπάρχουν 10 ασφαλιστές στο υποκατάστημα. Όσο αφορά την παραγωγή, ήταν η θέση του ότι πληρούσε το συγκεκριμένο κριτήριο. Όσο αφορά το ανθρώπινο δυναμικό, λόγω του ότι υπήρχαν μόνο πέντε
(5)άτομα, έπρεπε να είναι Διευθυντής ομάδας. Ερωτηθείς για τη σχέση του με τον κ. Χρυσοστόμου ήταν η δική του εκδοχή ότι η σχέση τους είχε χαλάσει λόγω του ότι ο κ. Χρυσοτόμου απαιτούσε από τον ίδιο να του παραχωρεί ασφαλιστές από την δική του ομάδα και γι΄ αυτό είχαν διαφωνίες. Ισχυρίστηκε ότι πιέστηκε από τη Διοίκηση της Εναγόμενης εταιρείας για να υπογράψει έτσι ώστε να αποχωρήσει ο κ. Χρυσοστόμου από την ομάδα του όμως είχαν προηγηθεί, προς τον ίδιο, υποσχέσεις ότι δεν θα δημιουργείτο οποιοδήποτε πρόβλημα στην υπόλοιπη ομάδα. Σε ερώτηση που του τέθηκε επέμενε ότι ο ίδιος δεν είχε παραβιάσει τη σύμβαση με την Εναγόμενη εταιρεία, ότι γνώριζε πολύ καλά τους όρους της σύμβασής του και περί το τέλος του Δεκέμβρη 2010 με βάση τη σύμβαση λειτουργούσε ως Διευθυντής και ως Ασφαλιστικός Σύμβουλος με την ομάδα του να αποτελείται από πέντε ασφαλιστές. Όμως, στις 04/01/2011, με επιστολή της Εναγομένης εταιρείας τερματίστηκε η υπηρεσία του ως Διευθυντής Υποκαταστήματος. Ο ίδιος μετά την παραλαβή της επιστολής προσπάθησε να εξηγήσει στην Εναγόμενη εταιρεία, στις 07/01/2011 απέστειλε επιστολή με τον δικηγόρο του κ. Ευσταθίου, ότι λανθασμένα είχε αποφασιστεί η υποβάθμισή του και ότι στη χειρότερη περίπτωση έπρεπε να παραμείνει Διευθυντής Ομάδας με βάση τη Πολιτική Πωλήσεων. Ερωτηθείς εξήγησε ότι στις 04/01/2011 η Εναγόμενη εταιρεία με επιστολή της είχε τερματίσει τα καθήκοντά του και ο ίδιος κατείχε μικρότερο πλέον χαρτοφυλάκιο, εργαζόμενος ως ασφαλιστής. Το χαρτοφυλάκιο του ήταν μικρό ενώ σύμφωνα με την πολιτική των ασφαλίσεων της εταιρείας ο διευθυντής έπρεπε να ασχολείται 100% με το χαρτοφυλάκιο. Υποστήριξε, ότι δεν απουσίαζε από τα καθήκοντα τον Φεβρουάριο του 2011, γιατί δεν είχε καθήκοντα. Τα καθήκοντά του ως ασφαλιστής αφορούσαν μόνο την εξυπηρέτηση υφιστάμενων πελατών που είχε, οι οποίοι ήταν εν πάση περιπτώσει πολύ λίγοι. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος είχε αποδεχθεί τα νέα του καθήκοντα και ανέφερε ότι η Εναγόμενη εταιρεία είχε διακόψει την επαφή του με τον σέρβερ της εταιρείας. Επέμενε στη θέση του ότι παρόλο που είχε υποβιβαστεί, τον Ιανουάριο του 2011, ο ίδιος πήγαινε στο γραφείο μέχρι το τέλος Μαρτίου, πλην όμως υπήρξε θύμα «bullying» και για αυτό κουράστηκε να πηγαίνει στον χώρο εργασίας, αφού όταν έμπαινε στο γραφείο του σφυρούσαν και του γιουχάιζαν. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο ίδιος επιθυμούσε να συνεχίσει ως ασφαλιστικός πράκτορας, αλλά παράλληλα να λάβει αποζημίωση για την υποβάθμισή του. Προώθησε τη θέση ότι ο ίδιος είχε ζητήσει όπως του γίνει η ίδια προσφορά που έγινε στον κ. Νίκο Σοφοκλέους από τη Λεμεσό, στον οποίο είχε δοθεί αποζημίωση ύψους δύο μισθών. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος είχε εισηγηθεί στην Εναγόμενη εταιρεία το ποσό των €148.000 ως αποζημιώσεις, το οποίο να του καταβληθεί με μηνιαίες δόσεις. Το συγκεκριμένο ποσό θα συνιστούσε την αποζημίωσή του και θα συνέχιζε τη συνεργασία του, με τη Εναγόμενη εταιρεία, ως ασφαλιστικός πράκτορας. Παραδέχθηκε ότι του είχε αναφερθεί να επισκεφτεί την κα Αριστοδήμου, Λειτουργό της Εναγόμενης εταιρείας, όμως ο ίδιος είχε ξεκαθαρίσει στον Γενικό Διευθυντή ότι αν δεν λυνόταν το θέμα με τον υποβιβασμό του, δεν θα προχωρούσε σε οποιαδήποτε άλλη διευθέτηση. Όταν του υποδείχθηκε η επιστολή, ημερομηνίας 14/06/2011, που στάληκε από τον Ενάγοντα προς τον κ. Μιχαηλίδη, τον τότε Γενικό Διευθυντή, την αναγνώρισε και ανέφερε ότι ο ίδιος την είχε στείλει και την είχε υπογράψει, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. Εξήγησε ότι στη συγκεκριμένη επιστολή κατέγραφε την επιθυμία του να γίνει ασφαλιστικός πράκτορας στην εταιρεία, πλην όμως διευκρίνιζε ότι θα έπρεπε να αποζημιωθεί σε σχέση με την υποβάθμισή του. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι από τη στιγμή που η Εναγόμενη αποφάσισε να τον υποβαθμίσει έπρεπε να αποζημιωθεί και μετά να προχωρήσει σε οτιδήποτε άλλο. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν τερματίστηκαν οι υπηρεσίες του και ότι απλά άλλαξαν τα καθήκοντά του και ότι αυτός είναι ένας τρόπος συνεργασίας με την Εναγόμενη εταιρεία, ο ίδιος διαφώνησε και ανέφερε ότι τα τελευταία 6 με 7 χρόνια στην εταιρεία εργαζόταν ως διευθυντής και κέρδιζε €100.000 το χρόνο, γιατί για 25 χρόνια είχε δημιουργήσει ένα μεγάλο χαρτοφυλάκιο. Η επιστολή ημερομηνίας 04/01/2011, για τον ίδιο σήμαινε μηδέν εισοδήματα, αφού από διευθυντής θα γίνονταν ασφαλιστικός σύμβουλος, λαμβάνοντας €100 ‑ €200 τον μήνα. Υποστήριξε ότι ο ίδιος δημιούργησε το χαρτοφυλάκιο που κουβαλά εδώ και 25 χρόνια, για το οποίο δεν δικαιούται η Εναγόμενη εταιρεία να καρπούται τους δικούς του κόπους. Ερωτηθείς δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο είχε λάβει οποιοδήποτε ποσό από την Εναγόμενη εταιρεία για το
  2. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο [ ] Μαρκίδης, Μ.Ε.2, εγκεκριμένος λογιστής - ελεγκτής. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 23, έντυπο υπολογισμού διαφυγόντων κερδών. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του υπολόγισε τα διαφυγόντα εισοδήματα του Ενάγοντα, που ήταν το αποτέλεσμα των ενεργειών και παραλείψεων της Εναγόμενης εταιρείας. Εξήγησε, ότι είχε ετοιμάσει το συγκεκριμένο έγγραφο σύμφωνα με τα επιβεβαιωθέντα εισοδήματα της ασφαλιστικής εταιρείας που εργαζόταν τα έτη 2005 μέχρι 2009 και βασίστηκε στις επίσημες βεβαιώσεις από τις οποίες προκύπτουν τα συγκεκριμένα εισοδήματα. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 24, δέσμη εγγράφων που αφορούν τις προμήθειες του Ενάγοντα για τα συγκεκριμένα χρόνια. Αντεξεταστείς ανέφερε ότι είχε λάβει οδηγίες στις 05/06/2014 από τον Ενάγοντα να προβεί στο συγκεκριμένο υπολογισμό. Εξήγησε ότι είχε συγκρίνει τα εισοδήματα του Ενάγοντα, όπως προέκυπταν από τις επίσημες καταστάσεις της ασφαλιστικής εταιρείας για τα έτη 2005 με 2009, με τις φορολογικές του δηλώσεις και κατέληξε ότι συμφωνούν. Ερωτηθείς ανέφερε ότι του είχε επεξηγηθεί από τον Ενάγοντα ποιο ήταν το πρόβλημα, ποιά ήταν τα εισοδήματά του από το 2005 μέχρι το 2009 καθώς και ποια ήταν τα εισοδήματα που έχασε, συνεπεία των παραλείψεων της ασφαλιστικής εταιρείας. Ερωτηθείς για το κατά πόσο ο Ενάγοντας ήταν εργοδοτούμενος ή συνεργάτης της Εναγόμενης εταιρείας, ανάφερε ότι το συγκεκριμένο θέμα είναι ένα θέμα για το οποίο στις ασφαλιστικές εταιρείες υπάρχει ασάφεια. Προώθησε τη θέση ότι συνήθως λαμβάνεται μισθός αλλά και προμήθειες, και αυτό το γνώριζε γιατί εργάστηκε και ο ίδιος από το 1980‑1992 σε ασφαλιστικές εταιρείες. Εξήγησε ότι στην αρχή οι ασφαλιστικές εταιρείες χειρίζονταν τους ασφαλιστές ως αυτοεργοδοτούμενους και όχι εργοδοτούμενους ανεξάρτητα από τον τίτλο που μπορούσε να τους δοθεί. Όσον αφορά τα ποσά, ο ίδιος είπε ότι δεν γνώριζε ακριβώς τι αναλογούσε σε μισθό και τι αναλογούσε σε προμήθειες. Σε σχέση με τον Ενάγοντα γνώριζε ότι ήταν εργοδοτούμενος ‑ συνεργάτης της Εναγόμενης εταιρείας και ότι λάμβανε συγκεκριμένους μισθούς, συγκεκριμένο ποσό κάθε μήνα, το οποίο αποτελείτο από σταθερό μισθό και επιπλέον προμήθεια, το οποίο βασιζόταν πάνω στην παραγωγή ασφάλιστρων είτε του ιδίου είτε αντιπροσώπων που είχε κάτω από τη δική του ομάδα. Ο ίδιος προέβη σε συγκεκριμένους υπολογισμούς, λαμβάνοντας υπόψη το μέσο όρο από υπολογισμούς κάποιων ετών και συγκεκριμένα έλαβε το ποσό €95.000 ετησίως ως καθοριστικό. Ερωτηθείς εξήγησε ότι σύμφωνα με τα γεγονότα που έχουν παρατεθεί από τον Ενάγοντα και τις δικές του γνώσεις θεώρησε ότι το ποσό των €95.000, είναι ορθό, δίκαιο και λογικό. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Σπύρο Σπύρου, Μ.Ε.3, ο οποίος διατέλεσε ασφαλιστής στην εταιρεία CNP CYPRIALIFE, από το
  3. Με τον Ενάγοντα ήταν συνεργάτες από το 1993 - 2010, ήταν ο Διευθυντής του. Ήταν η δική του θέση του ότι υπήρχαν δύο ομάδες στο Υποκατάστημα, η μια ήταν η ομάδα του κ. Μάστρου και η άλλη του κ. Χρυσοστόμου. Ο ίδιος, μαζί με άλλα 5 άτομα, ανήκαν στην ομάδα του Ενάγοντα με τον οποίο είχαν μια πολύ καλή συνεργασία για 20 χρόνια. Εξήγησε ότι ο Ενάγοντας ήταν διευθυντής του Υποκαταστήματος και ο κ. Χρυσοστόμου ήταν διευθυντής της ομάδας. Κάθε χρόνο τίθεντο στόχοι εκ μέρους της εταιρείας, τους οποίους στόχους η ομάδα τους κάλυπτε πλήρως. Για σειρά ετών το Υποκατάστημα βρισκόταν μεταξύ των πρώτων καταστημάτων της Εναγόμενης εταιρείας σε σχέση με τις πωλήσεις. Η συνεργασία του με τον Ενάγοντα διάρκεσε μέχρι το 2010, όταν ο Ενάγοντας αποχώρησε από την εταιρεία. Το Υποκατάστημα είχε διασπαστεί λόγω της αποχώρησης του κ. Χρυσοστόμου και για ένα χρονικό διάστημα η δική τους ομάδα συνέχιζε να εργάζεται, όμως μετά την υποβάθμιση του Ενάγοντα, η ομάδα διαλύθηκε και τα υπόλοιπα μέλη της εντάχθηκαν σε άλλα Υποκαταστήματα. Ο ίδιος γνώριζε ότι ο κ. Χρυσοστόμου απαιτούσε από τον Ενάγοντα όπως του παραχωρήσει άτομο της δικής του ομάδας κάτι που δεν ήταν αποδεκτό από τον Ενάγοντα. Το γεγονός αυτό ήταν η αρχή των προβλημάτων στη σχέση τους. Υποστήριξε ότι ο Ενάγοντας επισκεπτόταν τα γραφεία της Εναγόμενης εταιρείας και μετά την υποβάθμισή του για περαιτέρω από 1 ‑ 2 μήνες και μετά αποχώρησε, όμως ο ίδιος δεν γνώριζε τους λόγους της αποχώρησής του. Αντεξεταστείς ανέφερε ότι όλοι μαζί, συγκεκριμένα και οι δύο ομάδες, θεωρούνταν ως μια οντότητα. Σε σχέση με τη στρατολόγηση ασφαλιστών ήταν η θέση του ότι από δική του εμπειρία αυτό εξαρτάται από τη συμφωνία που έχει ο διευθυντής και κάθε Υποκατάστημα τηρεί κάποια κριτήρια και σε σχέση με τον αριθμό ατόμων. Αν σε κάποια δεδομένη στιγμή ο αριθμός είναι ικανοποιητικός τότε κάποια άτομα αποχωρούν. Κάθε διευθυντής Υποκαταστήματος, κατά τη δική του άποψη και εμπειρία, κάνει τη δική του συμφωνία με την εταιρεία. Ο ίδιος όμως δεν γνώριζε κατά πόσο ο Ενάγοντας είχε κάποια ειδική συμφωνία με την Εναγόμενη εταιρεία, ούτε και γνώριζε τι ζήτησε ο Ενάγοντας για να αποχωρήσει ο κ. Χρυσοστόμου από την ομάδα του. Ερωτηθείς ανέφερε ότι οι σχέσεις μεταξύ του Ενάγοντα και του κ. Χρυσοστόμου χάλασαν μετά που άρχισαν οι απαιτήσεις του κ. Χρυσοστόμου, ένα χρόνο περίπου πριν την αποχώρηση του Ενάγοντα από την εταιρεία. Ερωτηθείς, παραδέχθηκε ότι μέχρι και σήμερα είναι ασφαλιστής στην εταιρεία CNP Cyprialife στο Υποκατάστημα του κ. Πλουτάρχου. Η δομή του συγκεκριμένου Υποκαταστήματος είναι παρόμοια με τη δομή που υπήρχε όταν ήταν διευθυντής ο κ. Μάστρου. Ο κ. Πλουτάρχου είναι διευθυντής και στην ομάδα του υπάρχουν περίπου 18 άτομα. Παραδέχθηκε, σε ερώτηση που του τέθηκε, ότι με τον Ενάγοντα είναι κουμπάροι και ότι του έχει βαφτίσει το παιδί του, αλλά αρνήθηκε την υποβολή ότι μεροληπτεί υπέρ του. Τελευταίος, έδωσε μαρτυρία ο Άγγελος Αντωνίου, Μ.Ε.4, Ανώτερος Φοροθέτης στο Τμήμα Φορολογίας Υπαλλήλων Αυτοεργοδοτούμενων. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του εργάζεται στο συγκεκριμένο Τμήμα για 43 χρόνια. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 25(Α) - (Ε) τις φορολογικές δηλώσεις του Ενάγοντα για τα έτη 2005 μέχρι το
  4. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να αναφέρει κατά πόσο πληρώθηκε οποιοσδήποτε φόρος. Αυτό που μπορούσε να αναφέρει με σιγουριά είναι ότι υποβλήθηκαν φορολογικές δηλώσεις αυτοεργοδοτούμενου και όχι υπάλληλου. Για τα έτη 2010 μέχρι και 2015 δεν υπήρχαν καταχωρημένες φορολογικές δηλώσεις. Υπήρχαν όμως για τα έτη 2016 μέχρι
  5. Για την Εναγόμενη εταιρεία μαρτυρία δόθηκε από τον κ. Μιχαηλίδη, Μ.Υ.1, Οικονομικό Διευθυντή στην Εναγόμενη εταιρεία από το 2002 μέχρι τις 31/12/2020 που αφυπηρέτησε. Υπηρετεί, μέχρι και σήμερα, με μερική απασχόληση στην Εναγόμενη εταιρεία με συγκεκριμένα καθήκοντα. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, γνωρίζει τον Ενάγοντα από το 1996, όταν ξεκίνησε ως ασφαλιστικός σύμβουλος με διευθυντικά καθήκοντα σε υποκατάστημα της Εναγόμενης εταιρείας. Εργαζόταν ως αυτοτελώς εργαζόμενος με συμφωνία ασφαλιστικού συμβούλου. Εξήγησε ότι οι αυτοτελώς εργαζόμενοι διευθυντές, στην Εναγόμενη εταιρεία, αμείβονται με βάση την παραγωγή ασφαλιστηρίων υπό μορφή προμήθειας. Ο κάθε ασφαλιστής είναι ανεξάρτητος και διατηρεί ιδιωτική συμφωνία με την Εναγόμενη. Ο κάθε διευθυντής του κάθε υποκαταστήματος οργανώνει ομάδες ώστε να γίνεται συντονισμός, επίβλεψη και εκπαίδευση, για να μπορεί κάθε ασφαλιστής να φέρει εις πέρας το έργο του. Οι ομάδες τελούν υπό επίβλεψη του διευθυντή αλλά δεν υπάρχει υπαλληλική σχέση, ούτε του διευθυντή με την ομάδα, ούτε του διευθυντή με την εταιρεία. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι το κάθε υποκατάστημα λειτουργούσε από ανεξάρτητα, αυτοτελώς εργαζόμενα άτομα, οπόταν ήταν απαραίτητο να κτιστεί σχέση φιλίας και συνεργασίας μεταξύ τους, για να μπορεί να αποδώσει το κατάστημα. Ισχυρίστηκε ότι το 2002 είχε αρχίσει να λαμβάνει επιστολές από άτομα που υπάγονταν στην ομάδα του Ενάγοντα, στις οποίες επιστολές διατυπώνονταν συγκεκριμένα παράπονα και δυσαρέσκεια για τον τρόπο με τον οποίο τους διαχειριζόταν ο Ενάγοντας. Τότε προσπάθησε να βοηθήσει να διορθωθούν οι σχέσεις των ασφαλιστών με τον Ενάγοντα όμως η κατάσταση συνεχίστηκε για μερικά χρόνια, μέχρι και το τέλος του 2007, που σε επιστολή του ο Ενάγοντας ζητούσε όπως αφαιρεθεί από την ομάδα του ο κ. Χρυσοστόμου, ο οποίος, κατά τον ίδιο, του προκαλούσε προβλήματα. Έγιναν προσπάθειες να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ του Ενάγοντα και του κ. Χρυσοστόμου χωρίς όμως να βελτιωθεί η κατάσταση και για αυτό τον Μάιο του 2008 έγινε πρόταση στην οποία προτάθηκε να αποχωρήσει η ομάδα του κ. Χρυσοστόμου από την ομάδα του Ενάγοντα και να γίνει ανεξάρτητη. Με τη συγκεκριμένη συμφωνία δίνονταν συγκεκριμένα δικαιώματα στον Ενάγοντα για να μπορέσει να κτίσει εκ νέου την ομάδα του και να διατηρηθεί το Υποκατάστημα. Ο Ενάγοντας όμως δεν ανταποκρίθηκε στα καθορισμένα πλαίσια που του είχαν τεθεί και ακολούθησε μια σειρά συναντήσεων προς εξεύρεση λύσης. Το έτος 2008 αναλώθηκε σε άκαρπες συζητήσεις και ενώ η σχέση του Ενάγοντα με την ομάδα του κ. Χρυσοστόμου ήταν ανύπαρκτη ο Ενάγοντας εξακολουθούσε, για το 2008, να λαμβάνει ωφελήματα της συγκεκριμένης ομάδας χωρίς να προσφέρει οποιαδήποτε αξία προς τη συγκεκριμένη ομάδα. Ακολούθησε η υπογραφή συμφωνίας, στις 30/01/2009 και δυνάμει της συγκεκριμένης συμφωνίας η ομάδα του κ. Χρυσοστόμου αποχώρησε από το Υποκατάστημα αφήνοντας τον Ενάγοντα με πέντε
(5)ασφαλιστές. Προώθησε τη θέση ότι το 2009 είχαν αποδοθεί στον Ενάγοντα όλα τα ωφελήματα που προέκυπταν από την ομάδα, όμως είχε διευκρινιστεί ότι εάν δεν κατάφερνε μέχρι το τέλος του 2009 να φτάσει τους στόχους θα υποβαθμιζόταν, σύμφωνα με την Πολιτική Πωλήσεων που ακολουθείται για όλους τους συνεργάτες της Εναγομένης που είναι διευθυντές της ομάδας. Το 2010 δεν κατάφερε να πετύχει αυτούς τους στόχους και αναλώθηκε το συγκεκριμένο έτος σε ατέρμονες συζητήσεις και σε μια προσπάθεια να βρεθεί λύση που να είναι αποδεκτή από τον Ενάγοντα χωρίς όμως αποτέλεσμα. Αρχές Ιανουαρίου το 2011 και αφού όλες οι προσπάθειες που έγιναν από το 2007 δεν απέδωσαν, διαβιβάστηκε στον Ενάγοντα επιστολή, με την οποία ενημερωνόταν ότι δεν πληρούσε τα κριτήρια να παραμείνει διευθυντής υποκαταστήματος ή διευθυντής ομάδας και του προτάθηκε όπως παραμείνει ασφαλιστικός πράκτορας με αυξημένα ωφελήματα, με χρήση δικού του γραφείου και αυξημένες προμήθειες που δεν δίνονταν σε άλλους ασφαλιστές. Αντί απάντησης από τον Ενάγοντα παραλήφθηκε επιστολή από τον δικηγόρο του, με την οποία προειδοποιούσε την Εναγόμενη εταιρεία σε σχέση με τις αποφάσεις της, ενώ παράλληλα ζητούσε χρόνο για να μελετήσει την πρόταση. Προώθησε τον ισχυρισμό του ήταν η πρώτη φορά στα 28 χρόνια της καριέρας του που είχε προβεί σε τόσες προσπάθειες και παραχωρήσεις αναφορικά με συνεργάτη εν ενεργεία. Έφτασε στο σημείο που ο Διευθυντής Πωλήσεων τον κατηγορούσε ότι υπερέβαινε την εξουσία του, σε σχέση με τις συζητήσεις που αφορούσαν το θέμα του Ενάγοντα, λόγω του γεγονότος ότι ο Ενάγοντας δεν έπραξε ή και δεν απάντησε ή και αγνόησε την προσφορά της Εναγόμενης εταιρείας, με την οποία του προτάθηκε να συνεχίσει να εργάζεται ως απλός ασφαλιστής. Ακολούθησε μια σειρά επιστολών από αριθμό δικηγόρων εκ μέρους του Ενάγοντα, ενώ παράλληλα είχαν διενεργηθεί και τηλεφωνικές συνομιλίες και συσκέψεις. Ενώ ο Ενάγοντας λάμβανε όλες τις απολαβές του, δεν μετέβαινε στο γραφείο και ζητούσε να εργαστεί ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος. Τότε του προτάθηκε μια πολύ καλή συμφωνία, συγκεκριμένα για 8 μήνες να λαμβάνει το ποσό των €2.000 μηνιαίως ως εισόδημα μαζί με άλλα σημαντικά ωφελήματα. Αντί απάντησης λήφθηκε επιστολή από το δικηγόρο του Ενάγοντα με την οποία ζητείτο το ποσό των €100.000 για δύο χρόνια, πλέον €2.000 τον μήνα. Τότε κατάλαβε και ο ίδιος ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε άλλο που μπορούσε να γίνει, παρά τις καλόβουλες και καλόπιστες προσπάθειές του και διαβίβασε επιστολή στον Ενάγοντα, τον Ιούλιο του 2011, με την οποία τερματίστηκε η συμφωνία που υπήρχε μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης εταιρείας. Πληρώθηκαν τα ασφαλιστικά σχέδια που ο Ενάγοντας είχε σε εκκρεμότητα και έληξε η μεταξύ των δύο μερών σχέση. Διευκρίνισε, ότι η σύζυγος του Ενάγοντα συνεχίζει να είναι υπάλληλος της Αναγόμενης εταιρείας για χρόνια. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είχε εξουσιοδοτηθεί από την Εναγόμενη εταιρεία όπως δώσει μαρτυρία στη διαδικασία, αφού εκτελεί καθήκοντα γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου και είναι Υπεύθυνος Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Ερωτηθείς ανέφερε ότι η αποχώρηση της ομάδας του κ. Χρυσοστόμου ήταν επιθυμία του Ενάγοντα, η οποία επιθυμία του διαβιβάστηκε το 2007. Εξήγησε, σε ερώτηση που του τέθηκε, ότι ο κ. Χρυσοστόμου εντάχθηκε στην ομάδα του Ενάγοντα το 2002 και αντιλήφθηκε ο ίδιος, από γραπτά μηνύματα και συγκεκριμένα παράπονα που του διαβιβάστηκαν, ότι ο Ενάγοντας δεν έδιδε καθοδήγηση και βοήθεια στην ομάδα του καθώς επίσης και ότι δεν προσερχόταν στις συναντήσεις που ο ίδιος όριζε με τους ασφαλιστές του. Σε ερώτηση που του τέθηκε σε σχέση με τον κ. Σταυρίδη εξήγησε ότι υπαγόταν απευθείας στον Ενάγοντα, αφού ήταν μέλος της ομάδας του. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε για οποιοδήποτε «bullying» ή εκβιασμούς εναντίον του Ενάγοντα. Δεν του είχε διαβιβαστεί οτιδήποτε γραπτώς. Ερωτηθείς ανέφερε ότι για πέντε
(5)χρόνια, από το 2002 μέχρι το 2007, η Εναγόμενη εταιρεία είχε προσπαθήσει να βοηθήσει τον Ενάγοντα παρά το γεγονός ότι από το 2007 δεν εκτελούσε ικανοποιητικά την εργασία του. Αναγνώρισε ότι το 2009 οι ασφαλιστές που υπάγονταν στην ομάδα του Ενάγοντα είχαν πετύχει υψηλές αποδόσεις ασφαλίστρων και επιβραβεύτηκαν και αυτό αναγνωρίστηκε στον Ενάγοντα. Ήταν η δική του θέση ότι σε σχέση με τον Ενάγοντα ενεργούσε και μέχρι σήμερα ενεργεί καλή τη πίστη και λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον του ιδίου του Ενάγοντα περισσότερο από το προσωπικό του συμφέρον. Με αναφορά στον όρο 5 των Τεκμηρίων 2 και 7, επεξήγησε ότι το 2010 ήταν η περίοδος για την οποία θα αξιολογείτο ο Ενάγοντας με βάση τα συγκεκριμένα κριτήρια της συμφωνίας του 2009. Διαπιστώθηκε, στις 04/01/2011, ότι ο Ενάγοντας δεν πληρούσε τα κριτήρια, ούτε για να καταταχθεί ως διευθυντής υποκαταστήματος αλλά ούτε και ως διευθυντής ομάδας και τότε έγινε μετάβαση στη βασική συμφωνία του ασφαλιστή με αυξημένα προνόμια, όπως οι υπερπρομήθειες σε σχέση με τα συμβόλαια που είχαν πωληθεί στο κατάστημα του. Του είχε παραχωρηθεί μια περίοδος ενός χρόνου για να πετύχει τα αποτελέσματα, για να αυξήσει την παραγωγή του και να βρει αγοραστές. Του είχε δοθεί breathing space για να προσελκύσει ασφαλιστές και συμβόλαια πλην όμως στο τέλος του 2010 δεν πέτυχε να εκπληρώσει τα κριτήρια και υπήρξαν συνέπειες. Του είχε προταθεί πακέτο με διάφορα ωφελήματα μεταξύ αυτών να λαμβάνει €2.000 μηνιαίως για 8 μήνες. Δεν αποδέχθηκε ο Ενάγοντας την πρόταση και στις 29/07/2011 τερματίστηκαν οι υπηρεσίες του. Πριν τον τερματισμό, ανάφερε, απ' ότι μπορούσε να θυμηθεί, είχε γίνει ύστατη προσπάθεια και διαβιβάστηκε μια τελευταία προσφορά από την Εναγόμενη, όμως αντί απάντησης ο ίδιος έλαβε μια προσβλητική επιστολή, από τον τότε δικηγόρο του Ενάγοντα. Επανεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι κατά τον δεδομένο χρόνο μια ομάδα διατηρούσε ως ελάχιστο αριθμό πέντε
(5)ασφαλιστές και ένα υποκατάστημα έπρεπε να έχει τουλάχιστον 10 έγκυρους ασφαλιστές. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 26, το ηλεκτρονικό μήνυμα που διαβιβάστηκε, ημερομηνίας 13/12/2007, από τον Ενάγοντα προς τον Παρασκευόπουλο και αφορούσε τη λήξη της συνεργασίας του Ενάγοντα με τον κ. Χρυσοστόμου. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δυο πλευρές διαβίβασαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες προώθησαν τις θέσεις τους. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δυο αγορεύσεων και θα αναφερθεί σ αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν μπορεί να απομονωθεί από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, εκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί, σε γενικές γραμμές, στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση βλ. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου,
(2013)1 Α.Α.Δ. 1166, C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273. Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν. Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του.(Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Εξετάζοντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα μόνο στην ατομική εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων αλλά συσχέτισα και αντιπαρέβαλα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. Ιωαννίδη και Άλλων ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, Πολ. Εφ. 80/13, ημερ. 13/01/2020, ECLI:CY:AD:2020:A11, Γερολέμου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α. Ποιν. Έφ. 486/12, ημερ. 10/09/2019, ECLI:CY:AD:2019:A358 και Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1172, 1175). Η μαρτυρία του Ενάγοντα, Μ.Ε.1, σε πολλά σημεία της ήταν ασαφής και γενικόλογη και σε άλλα στερείτο συνοχής και λογικής συνέπειας, ενώ σε αυτήν εντοπίζω σοβαρές και ουσιαστικές αντιφάσεις. Λέγω εξαρχής ότι, πέραν των σημείων της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 που συνάδουν με τη μαρτυρία άλλων αξιόπιστων μαρτύρων, ένεκα των εγγενών αδυναμιών αυτής που κλονίζουν την ποιότητα της, το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε αυτή με ασφάλεια ούτως ώστε να καταλήξει σε ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που αμφισβητούνται. Εξηγώ: Ενώ παραδέχθηκε ότι η σχέση του με την Εναγόμενη εταιρεία διέπεται από τη σύμβαση συνεργασίας ως ασφαλιστικού συμβούλου, το Τεκμήριο 1, απαιτεί μισθούς για τερματισμό της σύμβασης ωσάν να είναι σύμβαση εργοδότησης και ισχυρίζεται υποβιβασμό του. Ο ίδιος δήλωνε ότι δεν μπορούσε να συνεργαστεί με τον κ. Χρυσοστόμου, Τεκμήριο 26, και ζήτησε την απομάκρυνση του, παράλληλα έριχνε ευθύνες στην Εναγόμενη για τη συγκεκριμένη απομάκρυνση. Το γεγονός ότι μετά την απομάκρυνση του κ. Χρυσοστόμου ο ίδιος συνέχιζε να θρέφει τους καρπούς της συλλογικής εργασίας, με την ομάδα του κ. Χρυσοστόμου, δεν θεώρησε ορθό να το αναφέρει στο Δικαστήριο. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι του είχαν γίνει προτάσεις από την Εναγόμενη εταιρεία για να μπορεί ο ίδιος να λειτουργεί παραγωγικά και ικανοποιητικά με τα νέα δεδομένα, όμως προτίμησε να μην επιλέξει οποιαδήποτε από τις προτάσεις και απλώς αποφάσισε να μην προσέρχεται στο γραφείο μετά τον Μάρτιο
  1. Η μαρτυρία του κ. Μαρκίδη, Μ.Ε.2, ήταν τυπική και προέκυψε από τα γεγονότα και δεδομένα που του είχαν παραχωρηθεί από τον Ενάγοντα, ήτοι όλη η πληροφόρηση σε σχέση με την απόδοση του χαρτοφυλακίου του είχε παρασχεθεί από τον Ενάγοντα. Δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανεξάρτητη μαρτυρία. Εν πάση περιπτώσει δεν επεξηγήθηκε πως δημιουργήθηκε το χαρτοφυλάκιο ή πως υπολογίστηκαν τα κέρδη που προέκυπταν από αυτό. Οπόταν ελλείψει της οποιασδήποτε επεξήγησης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η συγκεκριμένη μαρτυρία. Δεν μπορώ να παραβλέψω τη σχέση που ο Μ.Ε.3, [ ] Σταύρου, έχει με τον Ενάγοντα, είναι μυροτικοί κουμπάροι. Προσπάθησε να μην εκθέσει τον Ενάγοντα όσο αφορά τα γεγονότα που είχαν διαμειφθεί μεταξύ του Ενάγοντα και του κ. Χρυσοστόμου. Επίσης προσπάθησε να παρουσιάσει τον Ενάγοντα ως ένα άτομο το οποίο είχε πολύ καλές σχέσεις με όλους κάτι που δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στα γεγονότα αν ληφθεί υπόψη ότι κάθε φορά που του γινόταν μια πρόταση από την Εναγόμενη εταιρεία απαντούσε μέσω του δικηγόρου του με σκληρό ύψος. Η μαρτυρία του [ ] Αντωνίου, Μ.Ε.4, δεν ήταν μαρτυρία ουσίας αλλά ήταν μια παράθεση των φορολογικών δηλώσεων του Ενάγοντα. Ενισχυτική του γεγονότος ότι υπέβαλλε φορολογικές δηλώσεις για τα έτη 2005 με 2009 και ότι ο Ενάγοντας υπέβαλλε φορολογικές δηλώσεις ως αυτοεργοδοτούμενος. Ο κ. Μιχαηλίδης, Μ.Υ.1, ήταν πολύ κατατοπιστικός και τα όσα παρέθεσε υποστηρίζονται και από τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Οι θέσεις του που αφορούσαν τις μακρές διαβουλεύσεις και οι προσπάθειες να εξευρεθεί μια λύση στο πρόβλημα που προέκυψε μετά την αποχώρηση της ομάδας του κ. Χρυσοστόμου από το Υποκατάστημα στο οποίο διατελούσε ως Διευθυντής ο Ενάγοντας έμειναν αλώβητα αφού ουδόλως κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση. Ούτε για το γεγονός ότι η Εναγόμενη εταιρεία είχε καταβάλει στον Ενάγοντα όλα τα οφειλόμενα, δεν αντεξετάστηκε. Η μαρτυρία του, στα πλείστα σημεία της, ήταν σταθερή και την αποδέχομαι. Κατά πρώτο δέχομαι ότι η σχέση του Ενάγοντα με την Εναγομένη εταιρεία διέπετο από τις πρόνοιες του Τεκμηρίου
  2. Δεν είχε λόγο να πει ψέματα αφού τα όσα ανέφερε υποστηρίχθηκαν και από τα Τεκμήρια που είχαν κατατεθεί από τον Ενάγοντα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Ενάγοντας είναι ασφαλιστής με μακρά πείρα στα ασφαλιστικά που εκτείνεται πέραν των 25 χρόνων. Ξεκίνησε ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος στην LAIKI CYPRIALIFE LTD, το 2002 ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος δυνάμει γραπτής συμφωνίας, Τεκμήριο
  3. Το 2005 συνέχισε η συνεργασία στη βάση του ασφαλιστικού συμβούλου δυνάμει της γραπτής συμφωνίας, Τεκμήριο
  4. Στην πορεία ο Ενάγοντας τοποθετήθηκε στη θέση του Διευθυντή Υποκαταστήματος έχοντας υπό την εποπτεία του τη δική του ομάδα ασφαλιστών καθώς και την ομάδα του κ. Χρυσοστόμου. Από το 2007 είχαν προκύψει προβλήματα στη συνεργασία και το 2008 διαφάνηκε έντονα ότι ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να συνεργαστεί με τον κ. Χρυσοστόμου, οπόταν ο ίδιος ζήτησε όμως αποχωρήσει από το Υποκατάστημά και την εποπτεία του η ομάδα του κ. Χρυσοστόμου, Τεκμήριο
  5. Όταν έγινε αυτό παρά το γεγονός ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για να θεωρείται ο Ενάγοντας Διευθυντής Υποκαταστήματος η Εναγόμενη εταιρεία προχώρησε σε συμφωνία, Τεκμήριο 2, έτσι ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον Ενάγοντα για κάποιο χρόνο να αξιολογηθεί στα Ελάχιστα Επίπεδα Έγκρισης για περίοδο ενός έτους. Στην περίπτωση που στη λήξη του έτους δεν πληρούσε τα Ελάχιστα Επίπεδα Έγκρισης ο Ενάγοντας θα υποβιβαζόταν σε Διευθυντή Ομάδας, πράγμα που έγινε τον Ιανουάριο 2011 με την γνωστοποίηση των τελικών παραγωγικών αποτελεσμάτων για το 2010, Τεκμήριο 7, με αυξημένα ωφελήματα. Όμως ο Ενάγοντας δεν αποδέχθηκε τη συγκεκριμένη προσφορά και η Εναγόμενη εταιρεία τον κατέταξε ως Ασφαλιστικό σύμβουλο, Τεκμήριο 9(Α). Μετά τον Ιανουάριο 2011 ο Ενάγοντας, προφανώς λόγω της αλλαγής στην υπηρεσιακή του κατάσταση, επέλεξε να μην πηγαίνει στο γραφείο του και να μην επικοινωνεί με τον Γενικό Διευθυντή, Μ.Υ.1 και τον Διευθυντή Πωλήσεων παραβιάζοντας την σύμβαση συνεργασίας που είχε με την Εναγόμενη εταιρεία, Τεκμήριο
  6. Του αποστάληκαν διάφορες επιστολές από την Εναγόμενη εταιρεία και έγιναν πολλές προσπάθειες να επιτευχθεί μια συμφωνία που να ικανοποιεί τον Ενάγοντα χωρίς όμως αποτέλεσμα, Τεκμήριο
  7. Λόγω της μη ανταπόκρισης του Ενάγοντα σε οποιαδήποτε πρόταση του προσφερόταν η Εναγόμενη εταιρεία στις 28/07/2011 τερμάτισε την συμφωνία συνεργασίας, Τεκμήριο 18, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας Τεκμήριο
  8. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αναδείχθηκαν μέσω της μαρτυρίας και τη συνολική θεώρηση τους καταδεικνύουν ότι η Συμφωνία Συνεργασίας μεταξύ των μερών, το Τεκμήριο 1, διέπει τη σχέση μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης εταιρείας. Η ερμηνεία των όρων της συγκεκριμένης σύμβασης καθώς και της συμφωνίας Τεκμήριο 2 θα καθορίσει κατά πόσο ο τερματισμός της συμφωνίας είναι αντισυμβατικός και κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία. Έχει νομολογηθεί ότι οδηγός για την ερμηνεία της οποιασδήποτε συμφωνίας είναι το ίδιο το κείμενό της ιδωμένο στο πλαίσιο της συμφωνίας. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Ltd v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λτδ (Αρ.2)
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2335: «Οδηγό για την ερμηνεία συμβατικών όρων αποτελεί το κείμενό τους, ορώμενο, όχι απομονωμένο, αλλά στο πλαίσιο της συμφωνίας στην οποία απαντάται. Όπως υποδείξαμε στην πρόσφατη απόφασή μας, στη Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ,
(1998)1 ΑΑΔ 407, το κείμενο συμβατικής πρόνοιας, όπως εντάσσεται στο πλαίσιο της συμφωνίας, αποτελεί το θεμελιακό κανόνα ερμηνείας των συμβάσεων. Το κριτήριο, όπως επισημάναμε:- " ... . είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS [1998] 1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν, για τα συμφωνηθέντα.». Στην Σχίζα v. Αδάμου κ.ά., Πολ. Έφ. 7/2011, ημερ. 03/11/2016, η οποία αφορούσε σύμβαση ενοικίασης ακινήτου, το Εφετείο διατύπωσε εκ νέου τις νομικές αρχές που διέπουν την ερμηνεία μιας σύμβασης στο ακόλουθο απόσπασμα: «Επί της ορθής, κατά τ΄ άλλα, αντίληψης ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία μιας σύμβασης αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων, ανέτρεξε απευθείας σε λεξικό της ελληνικής γλώσσας σε σχέση με την καθομιλουμένη έννοια της λέξης «μήνας». Δεν ήταν όμως αυτό το αμφισβητούμενο και το ζητούμενο. Η διακρίβωση της σημασίας των όρων που χρησιμοποιήθηκαν και εν τέλει της πρόθεσης των μερών που απορρέει από το έγγραφο, είναι έργο που πρέπει να διενεργείται μέσα από τη συνολική ερμηνεία του εγγράφου κατά τρόπο συγκεκριμένο και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά (Σολωμός Οικονόμου και άλλη ν. Γεώργιου Α. Ττοφινή και άλλης
(1993)1 Α.Α.Δ. 436, Ανόρθωση ν. Απόλλων
(2002)1 Α.Α.Δ. 518). Είναι, επίσης, ευκαιρία να επαναλάβουμε ότι, κατά την αγγλική προσέγγιση που υιοθετήθηκε στην Κύπρο, η μεταγενέστερη συμπεριφορά των διαδίκων, εκτός εάν δημιουργεί κώλυμα (estoppel) ή επιμαρτυρεί την κατάρτιση μιας νέας συμφωνίας, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με σκοπό την επίλυση αοριστίας ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο προς ερμηνεία της συμφωνίας (Wickman Machine Tools Sales Ltd v. L. Schuler A.G. [1972] 2 All E.R. 39 (H.L.), Kyriakides v. Kyriakides
(1976)1 C.L.R. 76, Πουγιούκα ν. Θρασυβούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 2014). » Στην πιο πρόσφατη απόφαση Ποιηταρίδη v. Anopa Investments Ltd, Πολ. Έφ. 260/11, ημ. 25/05/2018, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι νομολογιακά γνωστή η αρχή ότι οι κανόνες ερμηνείας εγγράφων στόχο έχουν τη γραμματική ερμηνεία, συμπληρωμένη από την αντίληψη που δημιουργείται σ' ένα κοινό άνθρωπο, η δε πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική διατύπωση (βλ. Transnatco Ltd v. Superclima Eng. Ltd.
(2010)1 (A) ΑΑΔ 643 και Καρατσιόλης ν. Royal Sports Betting Ltd.
(2008)1 (A) ΑΑΔ 669). Το έργο του Δικαστηρίου είναι η διαπίστωση της έννοιας της σύμβασης και οποιουδήποτε όρου αυτής (με βάση την αντικειμενική θεωρία των συμβάσεων και το τι μεταδίδεται στο μέσο λογικό άνθρωπο) στο πλαίσιο του όλου κειμένου και έχοντας υπόψη το υπόβαθρο και τα δεδομένα της περίπτωσης, αλλά όχι με βάση τις υποθέσεις του Δικαστή σ' όσον αφορά στις επιδιώξεις των μερών (βλ. σύγγραμμα Πολύβιου Πολυβίου: «Το δίκαιο των Συμβάσεων», Τόμος Β, σελ. 479).». Καθοδηγούμενο το Δικαστήριο από τις πιο πάνω παραταθείσες νομολογιακές αρχές θα πρέπει να εξετάσει ως πρώτο ζήτημα τα χαρακτηριστικά της σχέσης του Ενάγοντα με την Εναγόμενη εταιρεία. Σύμφωνα με την παράγραφο 3(β) του Τεκμηρίου 1, της Σύμβασης Ασφαλιστικού Συμβούλου η οποία θέτει το πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης εταιρείας: «Η σχέση ανάμεσα στην Εταιρεία και τον Ασφαλιστικό Σύμβουλο θα είναι αυτή του εντολέα και του Αντιπροσώπου, και με κανένα τρόπο δεν θα υπάρχει ή δύναται να δημιουργηθεί η σχέση του εργοδότη με εργοδοτούμενο ή αυτή του συνεταιρισμού και τίποτα στη συμφωνία αυτή δε θα ερμηνευθεί σαν δημιουργία συμβολαίου εργοδότησης μεταξύ της Εταιρείας και του Ασφαλιστικού Συμβούλου που θα είναι αυτοεργοδοτούμενο πρόσωπο.». Συνεπώς με βάση τα συμφωνηθέντα μεταξύ των μερών δεν υφίσταται υπαλληλική σχέση και ο Ενάγοντας είναι αυτοεργοδοτούμενος. Η σημασία του συγκεκριμένου ευρήματος θα γίνει εμφανής στη συνέχεια. Η συγκεκριμένη σχέση μπορούσε να τερματιστεί, σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου 11(α)(ιν) του Τεκμηρίου 1. Η Εναγόμενη εταιρεία επικαλούμενη τον συγκεκριμένο όρο τερμάτισε τη συνεργασία μεταξύ τους στις 28/07/2011, Τεκμήριο 18, μετά από προειδοποιητικές επιστολές προς τον Ενάγοντα, Τεκμήρια 9(Α) και 9(Β) με τις οποίες τον καλούσε να παρουσιαστεί στο γραφείο του, ως είχε καθήκον να πράττει με βάση τη σύμβαση συνεργασίας. Το ότι μετά τον Ιανουάριο 2011 δεν πήγαινε στο γραφείο του το ανέφερε τόσο ο ίδιος ο Ενάγοντας αλλά και ο Μ.Ε.3. Το γεγονός ότι ήταν αναστατωμένος επειδή θα «υποβιβαζόταν» από Διευθυντής Υποκαταστήματος σε Ασφαλιστικό Σύμβουλο δεν δικαιολογεί την απουσία του από το χώρο εργασίας του και αντιθέτως καταδεικνύει, σε συνάρτηση με την έλλειψη επικοινωνίας του με τα αρμόδια στελέχη της Εναγομένης εταιρείας, την πρόθεση του να μην συνεχίσει να εφαρμόζει τα συμφωνηθέντα με την Εναγόμενη εταιρεία. Του δόθηκε ο χρόνος για να αλλάξει την προσέγγισή του από τον Ιανουάριο 2011 μέχρι το τέλος Ιουλίου 2011 αλλά η προσέγγισή του δεν άλλαξε και το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του ήταν ο τερματισμός της συνεργασίας και όχι της σύμβασης εργοδότησης. Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο ο τερματισμός της συνεργασίας ήταν νόμιμος. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Π. Πολυβίου «Η Σύμβαση στο Κυπριακό Δίκαιο, Θεωρία και Πράξη» στη σελ. 545: «Εκεί όπου ο ένας συμβαλλόμενος αρνηθεί να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, είτε στο σύνολό τους είτε σε κάποιο σημαντικό βαθμό, τότε ο άλλος συμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα να τερματίσει τη σύμβαση και να θεωρήσει τον εαυτό του ως απαλλαγμένο από οποιαδήποτε περαιτέρω υποχρέωση εκπλήρωσής της.». Αναφορά μπορεί να γίνει και στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, Volume I, General Principles, 32 εκδ., παρα. 24-032, 24-042, σελ. 1766. Προσεκτική μελέτη των όρων της συμφωνίας αποκαλύπτει ότι υπάρχει δικαίωμα τερματισμού, παράγραφος 11 του Τεκμηρίου 1, ως έχει προαναφερθεί. Ο τερματισμός επαφίεται στην «απόλυτη κρίση» της Εναγομένης εταιρείας. Στο Παράρτημα Α της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, στην παράγραφο 11 καταγράφεται ως καθήκον και υποχρέωση του Ενάγοντα: «Η καθημερινή προσέλευση στα γραφεία της Εταιρείας, η συμμόρφωση με τις οδηγίες του Διευθυντού του και γενικότερα στους κανονισμούς της Εταιρείας είναι απαραίτητη.». Αυτή του την συμβατική υποχρέωση ο Ενάγοντας δεν την εκπλήρωνε από τον Ιανουάριο 2011 μέχρι και τον Ιούλιο 2011, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12 στο οποίο οι συνήγοροι της Εναγόμενης εταιρείας, για ακόμη μια φορά, καλούν τον Ενάγοντα να συμμορφωθεί με τους κανονισμούς της Εναγομένης εταιρείας χωρίς όμως αποτέλεσμα. Είχαν προηγηθεί προσπάθειες από το 2009 επανένταξης του Ενάγοντα στην Εναγόμενη εταιρεία. Του είχαν γίνει εισηγήσεις, Τεκμήριο 7 και του είχαν δοθεί κίνητρα. Παράλληλα του είχαν δοθεί και προειδοποιήσεις, Τεκμήρια 9(Α) και 9(Β) χωρίς αποτέλεσμα. Οι συγκεκριμένες διαπιστώσεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η πλευρά της Εναγομένης εταιρείας ενεργούσε εντός των συμβατικών της δικαιωμάτων τερματίζοντας την επίδικη σύμβαση. Ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας με την επιστολή ημερομηνίας 28/07/2011, Τεκμήριο 18, ήταν σύμφωνος με τις πρόνοιες της σύμβασης και ήταν το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του Ενάγοντα από τον Ιανουάριο 2011 μέχρι τον Ιούλιο 2011, μιας συμπεριφοράς που και ο ίδιος ο Ενάγοντας παραδέχθηκε στη μαρτυρία του αποδίδοντάς την στην δυσαρέσκεια του για κατάταξή του ως Ασφαλιστικού Συμβούλου από Διευθυντή Υποκαταστήματος. Στο προαναφερόμενο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», στις σελίδες 660 και 661, γίνεται ανασκόπηση και αποκρυστάλλωση της σχετικής επί του υπό συζήτηση θέματος νομολογίας, διαβάζονται τα ακόλουθα: «Η ισχύουσα νομολογία μπορεί τώρα να διατυπωθεί ως ακολούθως: (
  1. i)Σε περίπτωση παράβασης σύμβασης, το μη υπαίτιο μέρος έχει ορισμένα δικαιώματα. Όποια και να είναι η φύση της παράβασης, υπάρχει το δικαίωμα διεκδίκησης αποζημιώσεων. Σε περίπτωση σοβαρής παράβασης ή παράβασης ουσιώδους όρους, τότε το μη υπαίτιο μέρος έχει το δικαίωμα να εξασκήσει το δικαίωμα τερματισμού της σύμβασης. Εάν το εξασκήσει εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος η σύμβαση παύει να έχει νομική ισχύ από το σημείο τερματισμού της. (
  2. ii)Εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, η σύμβαση δεν τερματίζεται με την παράβασή της, έστω με παράβαση ουσιώδους όρους, έστω και αν η παράβαση συνίσταται στην απόρριψη της σύμβασης in toto. Η σύμβαση τερματίζεται όταν το μη υπαίτιο μέρος αποφασίσει να τερματίσει τη σύμβαση σαν αποτέλεσμα της ουσιώδους και/ή σοβαρής παράβασης που έχει επισυμβεί. Είναι το αθώο μέρος που τερματίζει τη σύμβαση εάν αυτή είναι η απόφαση του στο πλαίσιο αντίδρασης στην παράβαση και/ή μεμπτή συμπεριφορά του υπαίτιου μέρους, και όχι το υπαίτιο μέρος με δική του απόφαση ή συμπεριφορά να μη συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. (iii) Ακόμα και σε περιπτώσεις που η σύμβαση τερματίζεται, αυτό που κατά κανόνα συμβαίνει είναι η εξαφάνιση των μελλοντικών ουσιαστικών ή πρωτογενών υποχρεώσεων των μερών (primary obligations) και η αντικατάστασης τους από δευτερογενείς ή διαδικαστικές υποχρεώσεις (secondary obligations) αναφορικά με θεραπείες που τα μέρη έχουν το δικαίωμα να επιδιώξουν. Ενδεχόμενα, ορισμένες συμβάσεις περιέχουν από τη γένεσή τους διαδικαστικές ρήτρες, όπως π.χ. πρόνοιες για παραπομπή σε διαιτησία, οι οποίες (γενικά ομιλούντες) δεν εξαφανίζονται με τον τερματισμό της σύμβασης, αλλά παραμένουν για τη διαδικαστική ρύθμιση των δικαιωμάτων των μερών μετά τον τερματισμό της σύμβασης. Έστω όμως και αν η σύμβαση, όπως αρχικά διατυπώθηκε, δεν περιέχει ρήτρες ή πρόνοιες αναφορικά με το θέμα των θεραπειών μετά τη λήξη της, τέτοιες ρήτρες θα θεωρηθούν ότι υπάρχουν και ισχύουν ως θέμα δικαίου (by operation of law) το οποίο σημαίνει ότι μετά τον τερματισμό της σύμβασης σαν αποτέλεσμα σοβαρής ή ουσιώδους παράβασης από το υπαίτιο μέρος αφ' ενός και άσκησης του δικαιώματος τερματισμού από το μη υπαίτιο μέρος αφετέρου οι πρωτογενείς υποχρεώσεις των μερών θα αντικατασταθούν με δευτερογενείς υποχρεώσεις παροχής και απόδοσης θεραπειών, όπως αυτές θα καθοριστούν από το αρμόδιο δικαστικό ή διαιτητικό όργανο.» (Ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου) Σύμφωνα με την παρ. 24-018 του συγγράμματος Chitty on Contracts, Volume 1, 32η έκδ, διαπιστώνεται αποκήρυξη μιας συμφωνίας όταν το ένα συμβαλλόμενο μέρος με λέξεις ή συμπεριφορά δείχνει την πρόθεσή του να μην εκπληρώσει ή ρητά διακηρύττει ότι δεν θα είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε βάσει της συμφωνίας σε κάποιο ουσιαστικό της μέρος. Η απόλυτη άρνηση ενός συμβαλλομένου μέρους να εκπληρώσει το δικό του μέρος στη συμφωνία, δίδει το δικαίωμα στο άλλο μέρος να θεωρήσει τον εαυτό του απαλλαγμένο από τις δικές του υποχρεώσεις βάσει της συμφωνίας: «A renunciation of a contract occurs when one party by words or conduct evinces an intention not to perform, or expressly declares that he is or will be unable to perform, his obligations under the contract in some essential respect. The renunciation may occur before or at the time fixed for performance. An absolute refusal by one party to perform his side of the contract will entitle the other party to treat himself as discharged, as will also a clear and unambiguous assertion by one party that he will be unable to perform when the time for performance should arrive. » Καταγράφεται, στην παρ. 24-013, του ίδιου συγγράμματος ότι όταν υπάρχει παράβαση συμβολαίου και το αθώο μέρος δικαιούται να θεωρήσει εαυτόν ως απαλλαγμένο, αυτό θα πρέπει να «αποδεχθεί την αποκήρυξη»: «Where there is an anticipatory breach, or the breach of an executory contract, and the innocent party wishes to treat himself as discharged, he must "accept the repudiation". An act of acceptance of a repudiation requires no particular form. It is usually done by communicating the decision to terminate to the party in default, although it may be sufficient to lead evidence of an: "Unequivocal overt act which is inconsistent with the subsistence of the contract. without any concurrent manifestation of intent directed to the other party."». Σχετικό είναι και το απόσπασμα από το σύγγραμμα Cheshire, Fifoot & Furmstone's, Law of Contract, 15η εκδ, σελ.681 κ.ε στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα: «A repudiation is implicit where the reasonable inference from the defendant's conduct is that he no longer intends to perform his side of the contract. ». Αναφορά μπορεί να γίνει και στην αγγλική απόφαση Bristol Groundschool Ltd v Intelligent Data Capture Ltd and others [2014] EWHC 2145 (Ch) από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «The law concerning repudiation of contract has recently been considered by the Court of Appeal in Telford Homes (Creekside) Ltd v Ampurius Nu Homes Holdings Ltd [2013] EWCA Civ 577, [2013] 4 All ER 377, 148 ConLR 1, per Lewison LJ at 32 to 72. Among other things, Lewison LJ considered the exposition in Chitty on Contracts (31st edn) and the judgments in Hong Kong Fir Shipping Co Ltd v Kawasaki, Kisen Kaisha Ltd [1962] 2 QB 26, [1962] 1 All ER 474, [1962] 2 WLR 474, ..» Όταν μετά τη σύναψη μιας συμφωνίας το ένα συμβαλλόμενο μέρος παραβιάζει τις υποχρεώσεις του εκδηλώνοντας την πρόθεσή του να αποκηρύξει τη συμφωνία, το αθώο μέρος έχει την επιλογή και το δικαίωμα είτε να αποδεχθεί την αποκήρυξη, οπόταν η συμφωνία θεωρείται τερματισθείσα, είτε να μην αποδεχθεί την αποκήρυξη και να επιβεβαιώσει την ισχύ της συμφωνίας οπόταν η συμφωνία εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Για να αποδειχθεί η αποκήρυξη, σύμφωνα με το σύγγραμμα Cheshire, Fifoot & Furmstone's, Law of Contract (ανωτέρω) στη σελ. 683: «Whether a breach of contract amounts to a repudiation is a serious matter not to be lightly found or inferred. What has to be established is that the defaulting party has made his intention clear beyond reasonable doubt no longer to perform his side of the bargain. Proof of such an intention requires an investigation inter alia the nature of the contract, the attendant circumstances and motives which prompted the breach.» Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η συμπεριφορά του Ενάγοντα, όπως επεξηγήθηκε ανωτέρω, καταδείκνυε την επιθυμία του να μην συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του, όπως αυτές προέκυπταν από τη συμφωνία, Τεκμήριο 1, αφού από τον Ιανουάριο 2011 μέχρι και τον Ιούλιο 2011 δεν παρουσιάστηκε στο χώρο εργασίας του και δεν επικοινωνούσε με τους Προϊσταμένους του. Η Εναγόμενη εταιρεία δικαιωματικά τερμάτισε τη συμφωνία συνεργασίας ημερομηνίας 04/07/2005. Εξετάζοντας το θέμα των αποζημιώσεων σε περίπτωση αποδοχής της αποκήρυξης, το αναίτιο μέρος δικαιούται να θεωρήσει ότι έχει απαλλαγεί από τις μελλοντικές υποχρεώσεις που το βαραίνουν στη βάση της συμφωνίας. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, ανωτέρω, στην παρ. 24-049, με αναφορά στα αποφασισθέντα στην υπόθεση Photo Production Ltd v. Securicor Transport Ltd [1980] AC 827 στην σελ. 849, αναφέρεται ότι «The true position was there stated to be-where the innocent party elects to terminate the contract, i.e. to put an end to all primary obligations of both parties remaining unperformed-that: "(
  3. a)there is substituted by implication of law for the primary obligations of the party in default which remain unperformed a secondary obligation to pay money compensation to the other party for the loss sustained by him in consequence of their nonperformance in the future and (
  4. b)the unperformed primary obligations of that other party are discharged."». Ως προς τα δικαιώματα του αναίτιου μέρους σε τέτοια περίπτωση, σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στην παρ. 24-053 του ιδίου συγγράμματος: «Although both parties are discharged from further performance of the contract, rights are not divested or discharged which have already been unconditionally acquired. Rights and obligations which arise from the partial execution of the contract and causes of action which have accrued from its breach alike continue unaffected. .... Otherwise, the innocent party can retain or recover sums paid or due before the time at which the repudiation is accepted by him and may maintain an action for damages in respect of any cause of action vested in him at that time. ..... If the innocent party has expended labour or money under the contract, or delivered goods to the party in default, but payment for these is not yet due, he will be entitled to sue for these on a quantum meruit or quantum valebat. Otherwise, his remedy is to sue for damages for breach of contract. ». Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ενάγοντας επιζητεί δηλωτική απόφαση ότι η Εναγόμενη εταιρεία ενεργούσε αντισυμβατικά και μονομερώς. Έχει διαπιστωθεί ότι η Εναγόμενη εταιρεία ενεργούσε εντός των προνοιών της μεταξύ των μερών σύμβασης, Τεκμήριο 1 καθώς και της Έγγραφης Συμφωνίας ημερ. 30/01/2009, Τεκμήριο 2. Οπόταν το πρώτο μέρος των αξιώσεών του δεν έχει νομικό έρεισμα. Όσο αφορά τη διεκδίκηση αποζημιώσεων, σε σχέση με υποχρεώσεις της Εναγόμενης εταιρείας που προέκυψαν πριν τον τερματισμό της σύμβασης δεν προσκομίστηκε μαρτυρία που να τα αποδεικνύει. Όσο αφορά τις μελλοντικές απώλειες, ήτοι μισθούς, ούτε και αυτά δεν μπορούν να αποδοθούν για δυο λόγους: Πρώτον, γιατί δεν υπάρχει σχέση εργοδοτούμενου αλλά αυτοεργαζόμενου οπόταν δεν τίθεται θέμα μισθού και δεύτερον, δεν αποδείχθηκε απώλεια αφού τα εισοδήματα του Ενάγοντα προέρχονταν από δική του εργασία, ήτοι όγκο πώλησης ασφαλειών και όχι από μισθούς. Εν πάση περιπτώσει παρέμεινε αλώβητη και εδραιωμένη η θέση του Μ.Υ.1, Γενικού Διευθυντή της Εναγόμενης εταιρείας, κατά τον επίδικο χρόνο, λόγω της έλλειψης αντεξέτασής του επί του θέματος, ότι καταβλήθηκαν στον Ενάγοντα όλα τα οφειλόμενα ποσά βλ. Fredericou Schools Co κ.α v Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 στη σελ. 1541. Οπόταν ούτε και οι αξιώσεις του για αποζημιώσεις έχουν οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο. Ενόψει όλων των πιο πάνω παραταθέντων η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης εταιρείας, ως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α. Ε. Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.