← Κύπρος

Σπανού ν. Γενικού Εισαγγελέα για την Κυπριακή Δημοκρατία, Αρ. Αγωγής: 1480/17, 13/1/2022

Σπανού ν. Γενικού Εισαγγελέα για την Κυπριακή Δημοκρατία, Αρ. Αγωγής: 1480/17, 13/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A206 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1480/17 Μεταξύ: [ ] Σπανού Ενάγοντα -και- Γενικού Εισαγγελέα για την Κυπριακή Δημοκρατία Εναγόμενου --------------------------------- Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου, 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης. Για Εναγόμενη: κα. Φλωρέντζου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, για Γενικό Εισαγγελέα. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας αξιώνει απόφαση για το ποσό των €168.317,86, ως ποσό το οποίο αποκόπηκε παράνομα ή και δεν καταβλήθηκε σε αυτόν, για την περίοδο 01/07/2003 με 30/06/2009, από τη Κυπριακή Δημοκρατία κατά παράβαση των συνταγματικών του δικαιωμάτων, όπως αυτά προστατεύονται από το Άρθρο 23 ή και το Άρθρο 28 του Συντάγματος. Το συγκεκριμένο ποσό, είναι ο ισχυρισμός του, το επωφελήθηκε η Εναγόμενη Δημοκρατία εις βάρος του. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης του, ο Ενάγοντας είναι πρόσωπο που δικαιούται σε πληρωμή σύνταξης από την Κυπριακή Δημοκρατία με βάση την υπηρεσία την οποίαν προσέφερε από συγκεκριμένα αξιώματα. Συγκεκριμένα από 16/06/1972 ως 15/07/1974 και από 15/01/1975 μέχρι 08/03/1978 υπηρέτησε τη Δημοκρατία από το αξίωμα του Υπουργού και από 01/07/2003 έως 30/06/2009 υπηρέτησε τη Δημοκρατία από το αξίωμα του Προέδρου της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας. Λόγω της υπηρεσίας του αυτής, δικαιούτο ή και νομιμοποιείτο να λαμβάνει ποσό χρημάτων υπό τη μορφή σύνταξης, την οποίαν η Εναγόμενη, Κυπριακή Δημοκρατία, υποχρεούτο να του καταβάλλει ή και του κατέβαλλε. Κατά ή περί την 26/11/2003 η Εναγόμενη, με επιστολή της, ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι η σύνταξη που του καταβάλλετο θα μειωνόταν και δεν θα του καταβαλλόταν σύνταξη για την περίοδο που αυτός υπηρέτησε ως Υπουργός ή και η πληρωμή της θα αναστέλλετο για το χρονικό διάστημα που αυτός θα υπηρετούσε στο αξίωμα του Προέδρου της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας. Ο Ενάγοντας απαίτησε στην καταβολή του ποσού που δεν του κατεβλήθη πλην όμως η Εναγόμενη, στις 03/11/2015, απέρριψε το αίτημά του παρά το γεγονός ότι είχε εκδοθεί απόφαση από το Ανώτατο Δικαστήριο, ημερομηνίας 07/10/2014, στην οποία κρίθηκε ως αντισυνταγματική η πρόνοια του άρθρου 3(β) του Ν.88(Ι)/2011, δυνάμει της οποίας είχε αποφασιστεί η αποκοπή. Η Εναγόμενη όμως αποφάσισε, κατόπιν γνωμάτευσης του Γενικού Εισαγγελέα, την άμεση καταβολή, σε άλλους πολίτες που υπηρετούσαν σε παρόμοια θέση με τον Ενάγοντα και την επιστροφή του ποσού που απεκόπη, όχι όμως σε σχέση με τον Ενάγοντα. Η συγκεκριμένη προσέγγιση, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, παραβιάζει τα Άρθρα 23 και 28 του Συντάγματος, είναι παράνομη ή και αντισυνταγματική. Το συγκεκριμένο ποσό που απεκόπη από τη σύνταξή του αποτελεί δικό του περιουσιακό στοιχείο, το οποίο παράνομα του αποστερήθηκε και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι αντιμετωπίστηκε άνισα ή και έτυχε δυσμενούς διάκρισης από την Κυπριακή Δημοκρατία έναντι των υπόλοιπων πολιτών. Λόγω ακριβώς αυτής της συμπεριφοράς της Εναγόμενης, ο ίδιος απώλεσε τον ποσό των €168.317,86 με το οποίο ποσό επωφελήθηκε ή και εμπλουτίστηκε παράνομα η Κυπριακή Δημοκρατία σε βάρος του Ενάγοντα. Για αυτό και αξιώνει την επιστροφή του με τόκο. Η Κυπριακή Δημοκρατία στην Υπεράσπισή της εγείρει προδικαστική ένσταση που αφορά την έλλειψη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου ή και την έλλειψη εξουσίας να αποδώσει αποζημιώσεις ή και άλλη θεραπεία σε πρόσωπο το οποίο δεν αμφισβήτησε, με προσφυγή, την απόφαση της ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται ότι η θέση του Ενάγοντα και ή η συγκεκριμένη διεκδίκηση θα μπορούσε να προωθηθεί μόνο στην περίπτωση που ο Ενάγοντας πετύχαινε την ακύρωση της αρχικής απόφασης για αναστολή της καταβολής της σύνταξης με προσφυγή, δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Κατά συνέπεια η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας υπηρέτησε ως υπάλληλος στην Κρατική Υπηρεσία από την 01/12/1962 μέχρι τις 15/06/1972 από όπου και αφυπηρέτησε λόγω διορισμού του στο αξίωμα του Υπουργού. Σε σχέση με εκείνη την υπηρεσία είναι δικαιούχος μηνιαίας σύνταξης με βάση το σχέδιο συντάξεως των δημοσίων υπαλλήλων. Όσον αφορά την υπηρεσία του στο αξίωμα του Υπουργού, ήτοι 25 μήνες, από 11/06/1972 - 15/07/1974 αρχικά και 38 μήνες στη συνέχεια, από 15/01/1975 μέχρι 08/03/1978, σε σχέση με αυτήν είναι δικαιούχος σε συνταξιοδοτικά ωφελήματα σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Συντάξεων Ορισμένων Αξιωματούχων της Δημοκρατίας Νόμου, Ν.49/1980 και η συγκεκριμένη σύνταξη άρχισε να του καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης του 60ου έτους της ηλικίας του, ήτοι από 07/08/1992. Διορίστηκε Πρόεδρος της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, μετά τη συνταξιοδότησή του, για περίοδο 5 ετών, οπόταν με βάση το άρθρο 5

(3)του Ν.49/1980 η καταβολή της σύνταξης του ως Υπουργού αναστάλθηκε. Συγκεκριμένα, με την ανάληψη του αξιώματος του Προέδρου της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας την 01/07/2003 αναστάληκε η καταβολή της σύνταξης του ως Υπουργού για το διάστημα που θα διατελούσε Πρόεδρος της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας και ενημερώθηκε για την απόφαση της Διοίκησης με επιστολή ημερομηνίας 26/11/
  1. Δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε προσφυγή εκ μέρους του Ενάγοντα προς αμφισβήτηση της ισχύος της συγκεκριμένης απόφασης της Διοίκησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο στις 07/10/2014 έκρινε το άρθρο 3(β) του περί Συντάξεων Κρατικών Αξιωματούχων (Γενικές Αρχές) Νόμου, Ν.88(Ι)/2011 αντισυνταγματικό. Οι πρόνοιες του συγκεκριμένου άρθρου ήταν σε μεγάλο βαθμό όμοιες με τις πρόνοιες των άρθρων 5 και 6 του Ν.49/1980, πλην όμως η Διοίκηση αποφάσισε όπως αποδεχθεί το ακυρωτικό αποτέλεσμα της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου μόνο αναφορικά με όσους αξιωματούχους επηρεάζονται ή δυνατό να επηρεάζονταν κατά τον χρόνο της έκδοσης της. Η Κυπριακή Δημοκρατία αποφάσισε ότι η συγκεκριμένη απόφαση δεν επεκτείνεται στην αναδρομική καταβολή των συντάξεων όσων δεν είχαν καταχωρήσει προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Από τη στιγμή που ο Ενάγοντας ουδέποτε προσέβαλε την απόφαση της Διοίκησης να αναστείλει την καταβολή της σύνταξής του, ημερομηνίας 26/11/2003, δεν έχει δικαίωμα να καταχωρεί τη συγκεκριμένη αγωγή. Καταχώρησε προσφυγή σε σχέση με την απόφαση ημερομηνίας 03/11/2015 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για επιστροφή του ποσού της μη καταβληθείσας σύνταξης λόγω της αναστολής, πλην όμως απέσυρε τη συγκεκριμένη προσφυγή στις 11/01/
  2. Προς υποστήριξη των θέσεών του κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο ίδιος ο Ενάγοντας, ο οποίος κατέγραψε τις θέσεις του σε γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο
  3. Στη γραπτή του δήλωση παραθέτει και υιοθετεί το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης του. Σύμφωνα με την καταγραφείσα θέση του δικαιούτο να λαμβάνει ποσό χρημάτων υπό μορφή σύνταξης λόγω της μακροχρόνιας υπηρεσίας του στη Κυπριακή Δημοκρατία, το οποίο συγκεκριμένο ποσό η Δημοκρατία υποχρεούτο να του καταβάλλει. Στις 26/11/2003 ενημερώθηκε ότι η σύνταξη που του καταβαλλόταν θα μειωνόταν σε σχέση με την περίοδο που υπηρέτησε ως Υπουργός και η πληρωμή της θα αναστέλλετο για το χρονικό διάστημα που θα υπηρετούσε ως Πρόεδρος της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας. Στις 19/10/2015 με επιστολή απαίτησε την καταβολή του ποσού συντάξεως που του είχε αποκοπεί πλην όμως το αίτημά του, στις 03/11/2015, απορρίφθηκε παρά την παραδοχή της Εναγομένης ότι μετά από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την οποία είχε κριθεί ότι το άρθρο 3(β) του Ν.88(Ι)/2011 ήταν αντισυνταγματικό, οι αποκοπές είχαν σταματήσει τόσο δυνάμει του άρθρου 3(β) του Ν.88(Ι)/2011 καθώς και δυνάμει του άρθρου 5
(3)του Ν.49/
  1. Ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη, μετά από νομική συμβουλή του Γενικού Εισαγγελέα, αποφάσισε την καταβολή των ποσών που είχε αποκόψει από τις συντάξεις ή την πληρωμή των οποίων είχε αναστείλει σε άλλους πολίτες που βρίσκονταν στο ίδιο καθεστώς με αυτόν. Παρά την προσπάθειά του να εξηγήσει την αδικία και τη δυσμενή διάκριση στο πρόσωπό του, από την άρνηση της Εναγομένης, στις αρμόδιες αρχές αυτό απέβη μάταιο. Κατέληξε ότι η απόφαση της Εναγόμενης παραβιάζει τα Άρθρα 23 και 28 του Συντάγματος γιατί το ποσό που του απεκόπη αποτελεί περιουσιακό του στοιχείο, το οποίο η Εναγόμενη του έχει αποστερήσει παράνομα και αυτό του έχει προκαλέσει οικονομική ζημιά. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1, την ενημερωτική επιστολή του Γενικού Λογιστή που αφορούσε την αναστολή καταβολής της σύνταξης του ημερομηνίας 26/11/2003, ως Τεκμήριο 2 την επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 19/10/2015 προς τον Γενικό Λογιστή της Δημοκρατίας με την οποία αιτείτο την καταβολή του αποκοπέντος ποσού, ως Τεκμήριο 3 την απαντητική επιστολή του Γενικού Λογιστή ημερομηνίας 03/11/2015, ως Τεκμήριο 4 τη γνωμάτευση του τότε Γενικού Εισαγγελέα που αφορούσε την εφαρμογή της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Συν. Υπ.740/11κ.α., ως Τεκμήριο 5 την επιστολή του δικηγόρου του προς τη Γενική Λογίστρια ημερομηνίας 16/11/2016 και ως Τεκμήριο 6 την επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 17/01/17 προς τον Υπουργό Οικονομικών. Αντεξετασθείς υποστήριξε ότι είχε διοριστεί Πρόεδρος της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας το
  2. Παραδέχθηκε ότι είχε ξεκινήσει να λαμβάνει σύνταξη ως κρατικός αξιωματούχος δυνάμει των προνοιών του Ν.49/80 και ότι υπηρέτησε για 9 χρόνια ως Πρόεδρος της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας. Παραδέχθηκε επίσης ότι ο ίδιος δεν είχε προσβάλει την απόφαση της Διοίκησης, ημερομηνίας 26/11/2003, για αναστολή της καταβολής της σύνταξής του και ότι δεν είχε διαμαρτυρηθεί με οποιονδήποτε τρόπο γιατί θεωρούσε ότι ο Ν.49/1980 ήταν συνταγματικός αλλά και γιατί το δέχθηκε ως μέτρο προσωρινό. Ερωτηθείς ανέφερε ότι το 2011 που είχε θεσπιστεί ο Ν. 88(Ι)/2011, ο ίδιος δεν ήταν διορισμένος σε οποιανδήποτε κρατική θέση και ότι εργαζόταν ως δικηγόρος στο δικηγορικό του γραφείο, αφού από το 2009 είχε αφυπηρετήσει από τη θέση του Προέδρου της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας. Υποστήριξε ότι τα άρθρα του Ν.88(Ι)/2011 είναι πανομοιότυπα με τα άρθρα του Ν.49/1980, ο οποίος είχε εφαρμοστεί στη δική του περίπτωση. Σε σχέση με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία είχε εκδοθεί το 2014, υποστήριξε ότι κατά τη δική του άποψη όταν ένα άρθρο συγκεκριμένου Νόμου κηρυχθεί αντισυνταγματικό τότε πανομοιότυπο άρθρο άλλου Νόμου θα πρέπει να τύχει της ίδιας μεταχείρισης από τη Διοίκηση. Επιπρόσθετα υποστήριξε ότι μια απόφαση δεν διαχωρίζει τους αποδέκτες της σε αυτούς που αφορά, ήτοι σε εκείνους που έχουν υποβάλει προσφυγή και εκείνους που δεν υπέβαλαν αλλά εφαρμόζεται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο από τη Διοίκηση σε πανομοιότυπες περιπτώσεις. Προώθησε τη θέση ότι σε σχέση με άλλους πέντε ή έξι συναδέλφους του, οι οποίοι παραδέχθηκε ότι είχαν ασκήσει προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο κατά του συγκεκριμένου νομοθετήματος, το Κράτος τους είχε επιστρέψει το ποσό της ανασταλείσας σύνταξης και ότι ο ίδιος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν είχε υποβάλει προσφυγή αναφορικά με την απόφαση του Κράτους να του αναστείλει την καταβολή της σύνταξής του, θα έπρεπε να τύχει της ίδιας μεταχείρισης. Παραδέχθηκε ότι το Κράτος είχε συμμορφωθεί με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και είχε τερματίσει την αναστολή της καταβολής της σύνταξης σε όσες περιπτώσεις τύγχανε εφαρμογής ο Ν.88(Ι)/
  3. Έγινε παραδεκτό από το συνήγορο του Ενάγοντα ότι δεν είχε ασκηθεί προσφυγή σε σχέση με την απόφαση του Κράτους για αναστολή της καταβολής της σύνταξης του Ενάγοντα. Κατατέθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός σχετικός πίνακας στον οποίο δηλώνεται το ποσό των ακαθάριστων απολαβών του Ενάγοντα και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 7, με τη διευκρίνιση ότι το ποσό αυτό κατά τη συγκεκριμένη περίοδο ανερχόταν στις €97.035,60 και ότι σε περίπτωση που επιτύχει η αξίωσή του το ποσό που θα του καταβληθεί θα υπολογιστεί με βάση την εν ισχύ νομοθεσία κατά το κάθε έτος που θα καταβάλλετο η ετήσια σύνταξη σε σχέση με τυχόν αφαιρέσεις που αφορούν τις δεδομένες φορολογικές του υποχρεώσεις ή ελαφρύνσεις. Η πλευρά της Υπεράσπισης επέλεξε να μην καλέσει οποιανδήποτε μαρτυρία. Και οι δύο πλευρές προχώρησαν με την διαβίβαση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων με τις οποίες προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των δυο αγορεύσεων και θα αναφερθεί σ΄αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. Στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται θέμα αξιολόγησης μαρτυρίας αφού ο μάρτυρας παρέθεσε τα γεγονότα όπως είχαν εξελιχθεί. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η απόφαση θα κριθεί με βάση τις νομικές αρχές που αφορούν τα θέματα που προκύπτουν και έχουν αναλυθεί στις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Ως γίνεται αντιληπτό αυτό που προωθείται από τον Ενάγοντα είναι ότι ενόψει της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 07/10/2014 με την οποία κρίθηκε ως αντισυνταγματικό το άρθρο 3(β) του Ν.88(Ι)/2011 του οποίου οι πρόνοιες ήταν πανομοιότυπες με αυτές του Ν.49/1980 ο οποίος Νόμος είχε εφαρμοστεί στην περίπτωση του Ενάγοντα, η Διοίκηση όφειλε να μεταχειριστεί τον Ενάγοντα με τον ίδιο τρόπο που μεταχειρίστηκε τους αξιωματούχους στους οποίους είχε εφαρμοστεί ο Ν.88(Ι)/2011, τον οποίο εν πάση περιπτώσει είχαν προσβάλει με προσφυγή και να του επιστρέψει το ποσό που του είχε αποκοπεί από τη σύνταξή του λόγω της αναστολής, παρά το γεγονός ότι δεν είχε προσβάλει με προσφυγή τη συγκεκριμένη απόφαση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί και είναι καταλυτικό για την εξέλιξη της αγωγής είναι κατά πόσο η απόφαση του Ενάγοντα να μην προσβάλει τόσο την αρχική απόφαση ημερομηνίας 26/11/2003 καθώς και την απόφαση ημερομηνίας 03/11/2015, Τεκμήριο 3, με την οποία απερρίφθη το αίτημά του για επιστροφή του ποσού των συντάξεων των οποίων η καταβολή είχε ανασταλεί δυνάμει του Ν. 49/1980 και όχι του Ν. 88(Ι)/ 2011 που ο ίδιος επικαλείται, του αποστερεί το δικαίωμα να προωθεί τη παρούσα αγωγή. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η απόφαση της Γενικής Λογίστριας ημερομηνίας 03/11/2015 η οποία είναι μεταγενέστερη και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του Ενάγοντα, ήταν εκτελεστή πράξη την οποία ο Ενάγοντας όφειλε να προσβάλει για να μπορέσει να προωθήσει τις θέσεις του και να αιτείται της επιδίκασης αποζημιώσεων. Σύμφωνα με τις αρχές του Διοικητικού Δικαίου εκτελεστή είναι οποιαδήποτε πράξη της διοίκησης η οποία διαμορφώνει δικαιώματα ή υποχρεώσεις και που επιφέρει άμεσες επιπτώσεις στο διοικούμενο. Κατά την κλασσική διατύπωση της ελληνικής νομολογίας που παραθέτει ο Στασινόπουλος στο σύγγραμμα «Πορίσματα Νομολογίας του Σ.τ.Ε» 1929-1959, βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της εκτελεστής πράξης είναι: «..... η άμεσος παραγωγή εννόμου αποτελέσματος, συνισταμένου εις την δημιουργίαν, τροποποίησιν ή κατάλυσιν νομικής καταστάσεως, ήτοι δικαιωμάτων και υποχρεώσεων διοικητικού χαρακτήρος παρά τοις διοικουμένοις.». Σχετικές είναι και οι αποφάσεις Ιωάννα Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1991)4 Α.Α.Δ. 3029, Δημοκρατία ν. Sunoil Bunkering Ltd.
(1994)3 Α.Α.Δ. 26, Φειδίας Στεφανίδης & Άλλοι ν. Δήμου Έγκωμης
(1994)3 Α.Α.Δ. 49. Η συγκεκριμένη απόφαση της Γενικής Λογίστριας κατά την κρίση του Δικαστηρίου έχει εκτελεστό χαρακτήρα. Δεν αποτελεί απλή πληροφόρηση προς τον Ενάγοντα. Διαφαίνεται ότι είναι απόφαση αυτοτελής που διαμορφώνει και προσδιορίζει οριστικά κατά πόσο θα αποδοθούν στον Ενάγοντα τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που του είχαν αποκοπεί, δικαιώματα που εκπορεύονται από το νόμο. Η συγκεκριμένη απόφαση μπορεί να προσβληθεί από τον Ενάγοντα μόνο με αίτηση ακυρώσεως. Έχει νομολογηθεί ότι μόνο μετά από ακύρωση απόφασης της Διοίκησης δικαιούται ο διοικούμενος σε αποζημίωση χρηματική. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Κυριακόπουλου «Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο», 4η έκδοση, σελ. 151-2, μετά την ακύρωση διοικητικής πράξης υπάρχει συνταγματική υποχρέωση με βάση το Άρθρο 146.5 σε κάθε Δικαστήριο, όργανο ή αρχή στη Δημοκρατία για ενεργό συμμόρφωση με αυτή, η οποία επιβάλλει την αποκατάσταση των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν τη λήψη της ακυρωθείσας απόφασης. Επομένως, για την επιδίκαση αποζημίωσης, ως η απαίτηση του Ενάγοντα, αποτελεί προϋπόθεση η ακύρωση της διοικητικής πράξης και επιπλέον η μεν άρνηση της διοίκησης για αποκατάσταση της νομιμότητας και η δε απόδειξη ζημιάς. Σχετική είναι και η απόφαση Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420. Εξετάζοντας την απαίτηση του Ενάγοντος για τις αποζημιώσεις που διεκδικεί, πέραν της νομολογίας που εκτίθεται πιο πάνω, χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ταλιαδώρου κ.ά.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 586, στην οποία παρατίθενται με σαφήνεια οι νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα στο ακόλουθο απόσπασμα: «Το άρθρο 146.6 του Συντάγματος προνοεί ότι κάθε πρόσωπο ζημιωθέν εξ αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά την 4η παράγραφο του παρόντος άρθρου δικαιούται, εφόσον η αξίωση του δεν ικανοποιήθηκε από το επηρεαζόμενο όργανο, αρχή ή πρόσωπο, να επιδιώξει δικαστικά αποζημίωση ή άλλη θεραπεία με σκοπό όπως επιδικαστεί εις αυτό δίκαιη και εύλογη αποζημίωση καθοριζόμενη από το Δικαστήριο ή παρασχεθεί εις αυτό άλλη δίκαιη και εύλογη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο έχει την εξουσία να παράσχει. Η παράγραφος 6 του άρθρου 146 του Συντάγματος συνιστά ρητή συνταγματική διάταξη που παρέχει σε άτομο που ζημιώθηκε από απόφαση, πράξη ή παράλειψη που κηρύχθηκε άκυρη σύμφωνα με την 4η παράγραφο του άρθρου 146, το δικαίωμα να επιδιώξει δικαστικά αποζημίωση ή άλλη θεραπεία από πολιτικό δικαστήριο, το οποίο έχει εξουσία να παράσχει δίκαιη και εύλογη αποζημίωση εφόσον η αξίωση του αιτητή δεν ικανοποιήθηκε από το όργανο, την αρχή ή το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε η ακυρωτική απόφαση. Η αξίωση, που εφόσον δεν ικανοποιηθεί δημιουργεί δικαίωμα επιδίκασης αποζημίωσης, πρέπει να θεμελιώνεται στην ίδια την απόφαση που κηρύχθηκε άκυρη. Τίθεται ζήτημα αποζημίωσης, μόνον εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπειά της - Δέστε: Μαυρονίχης ν. Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως
(1995)1 Α.Α.Δ. 612 και Μαρκίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424. Η ευθύνη της Πολιτείας είναι κατά κύριο λόγο ευθύνη δημοσίου δικαίου. Η υποχρέωση της Διοίκησης σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση συνίσταται στην εξαφάνιση των αποτελεσμάτων της ακυρωθείσας πράξης δηλαδή σε αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων. Η αποκατάσταση πρέπει να είναι πλήρης, δηλαδή να περιλαμβάνει όλα τα ζημιογόνα αποτελέσματα της ακυρωθείσας πράξης, εξ αρχής. Το ίδιο το διοικητικό δικαστήριο δεν προβαίνει σε αποκατάσταση και ανόρθωση της ζημιάς που προξενήθηκε κατά τη διάρκεια και εξαιτίας της ισχύος της παράνομης πράξης. Ο ζημιωθείς αποτείνεται στα συνήθη πολιτικά δικαστήρια με αγωγή αποζημιώσεως της οποίας γενεσιουργός αιτία είναι η ζημιά που προξενήθηκε από την παράνομη πράξη (Δέστε: Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου «Αι Συνέπειαι της Ακυρώσεως Διοικητικής Πράξεως έναντι της Διοικήσεως κατόπιν Ασκήσεως Αιτήσεως Ακυρώσεως» 1988, σελ. 233-235). Η παράλειψη εξάλειψης της ακυρωθείσας πράξης δεν τεκμηριώνει από μόνη της ζημιά. Η ζημιά πρέπει να αποδειχθεί. Συνίσταται στην απώλεια ή βλάβη την οποία ο ενάγων υφίσταται λόγω της πράξης που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα. Το αγώγιμο δικαίωμα το οποίο παρέχει η παράγραφος 6 του άρθρου 146 του Συντάγματος είναι ιδιόμορφο (cause sui generis) και οι κανόνες καθορισμού των αποζημιώσεων είναι διαφορετικοί από εκείνους του κοινοδικαίου (Δέστε: Frangoulides v. The Republic
(1982)1 C.L.R. 462 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου
(1999)1 A.A.Δ. 342). Στην υπόθεση Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420 καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις για τη διεκδίκηση αποζημίωσης για ζημιά απορρέουσα από παράνομη διοικητική πράξη. Προϋπόθεση για τη διεκδίκηση αποζημίωσης ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146.6 αποτελεί η ακύρωση της διοικητικής πράξης που προκάλεσε τη ζημιά. Το πολιτικό δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην αναθεώρηση της διοικητικής πράξης. Το δικαίωμα όμως της αποζημίωσης δεν γεννάται ipso facto από την ακυρωτική απόφαση. Η ζημιά πρέπει να αποδειχθεί. Συνίσταται στην απώλεια ή βλάβη την οποία ο ενάγων υφίσταται λόγω της πράξης που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα (Δέστε, επίσης, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ανωτέρω). Στη Θεοδωρίδη (ανωτέρω) έγινε αναφορά και σε προγενέστερη Κυπριακή νομολογία και ιδιαίτερα στην απόφαση Εγγλεζάκη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1992)1 Α.Α.Δ. 697, ενώ το ζήτημα του κατά πόσο ο όρος ζημία (ζημιωθέν) στο άρθρο 146.6 περιορίζεται μόνο σε υλικές ζημιές ή επεκτείνεται και σε κάθε μορφής ζημιά η οποία μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, όπως τραυματισμός του ψυχικού και συναισθηματικού κόσμου του παραπονουμένου, παρέμεινε ανοικτό. H ηθική βλάβη, κατά την εκτίμησή μας, δεν συνιστά άμεσον αποτέλεσμα ή άμεση συνέπεια της ακυρωθείσας παράνομης πράξης και δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Δεν αποφαινόμαστε όμως αναφορικά με οποιαδήποτε δικαιώματα που δυνατόν να έχουν οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι στην ενώπιον μας Πολιτική Έφεση 11381, δυνάμει άλλων άρθρων του Συντάγματος ή άλλων νομικών προνοιών, αναφορικά με την ηθική βλάβη που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν.». Η υπόθεση Δημοκρατία v. Success Advertising Co Ltd
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 153 περιέχει επίσης διαφωτιστική σύνοψη της νομολογίας και των νομικών αρχών. Αξίζει να σημειωθεί η ακόλουθη αναφορά: «Το Άρθρο 146.6 δημιουργεί ένα σημαντικό συνταγματικό αστικό δικαίωμα για το οποίο έχει αρμοδιότητα το Επαρχιακό Δικαστήριο. Η βάση της αγωγής για αποζημίωση δεν συναρτάται με την παραβίαση αστικού δικαιώματος, αλλά με την ακύρωση πράξης ή παράλειψης της διοίκησης που εκδίδεται ή σημειώνεται στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Η διευκρίνιση αυτή κρίθηκε σημαντική καθώς και προσδιοριστική του πλαισίου μέσα στο οποίο καθορίζονται οι αποζημιώσεις (βλ. Charilaos Frangoulides v. The Republic
(1982)1 C.L.R. 462 και Αγρόκτημα Λανίτη και Άλλοι v. Γενικού Εισαγγελέα και Άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 255.». ( Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω παραταθείσες νομολογιακές αρχές, όπως το Δικαστήριο τις αντιλαμβάνεται, το δικαίωμα αποζημίωσης πρέπει να θεμελιώνεται στην απόφαση της Διοίκησης η οποία κηρύχθηκε άκυρη. Τίθεται ζήτημα αποζημίωσης μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπειά της. Στην υπό κρίση αγωγή η άρνηση της Διοίκησης ουδέποτε προσβλήθηκε από τον Ενάγοντα για να κηρυχτεί παράνομη έτσι ώστε αυτός να δικαιούται σε αποζημιώσεις. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αποδώσει στον Ενάγοντα τις αξιούμενες αποζημιώσεις ενόψει του ότι οι αποφάσεις της Γενικής Λογίστριας ημερομηνίας 26/11/2003 και 03/11/2015 ουδέποτε είχαν προσβληθεί ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου έτσι ώστε να ακυρωθούν για να μπορεί να αποδοθεί στον Ενάγοντα η συγκεκριμένη ζημιά την οποία επιζητεί. Σχετική είναι η απόφαση της Προέδρου του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Λύρας κ.α. ν. Δημοκρατίας Συν. Προσφυγές 99/2015 κ.α., ημερ. 28/06/2019, η οποία αφορούσε ακριβώς την απόφαση με την οποία η Γενική Λογίστρια πληροφόρησε τους προσφεύγοντες, αφυπηρετήσαντες από τη Δημόσια Υπηρεσία και στη συνέχεια διορισθέντες σε θέσεις αξιωματούχων του Κράτους, ότι δεν θα τους επιστραφούν τα ποσά των μηνιαίων συντάξεων τους, η καταβολή των οποίων είχε ανασταλεί βάσει του Νόμου 88(Ι)/2011 για την περίοδο από 06/05/2011 μέχρι 6/10/2014 και η απόφαση Κλεάνθους ν. Δημοκρατίας Προσφυγή 1525/2018 ημερ. 29/01/2021. Όμως ακόμη και αν αποφάσιζα ότι ενυπάρχει δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο να αποφασίσει για το συγκεκριμένο θέμα η αγωγή αντιμετωπίζει ακόμη ένα εμπόδιο. Ως ισχυρίστηκε και η ευπαίδευτη συνήγορος για το Γενικό Εισαγγελέα δεν προσδιορίστηκε πως παραβιάζονται τα δικαιώματα του Ενάγοντα, τα οποία πηγάζουν από τα Άρθρα 23 και 28 του Συντάγματος. Σύμφωνα με τη νομολογία θέματα που αφορούν παραβίαση οποιουδήποτε άρθρου του Συντάγματος δεν αποφασίζονται in abstractum. Είναι καλά εδραιωμένη στη νομολογία μας η συγκεκριμένη αρχή εξ' ου και οι αμφισβητήσεις της συνταγματικότητας νόμων πρέπει να διατυπώνονται με βεβαιότητα μέσω της αντιπαραβολής των άρθρων και αρχών του Συντάγματος και των προνοιών του νόμου οι οποίες κατ' ισχυρισμό συγκρούονται ή έρχονται σε αντίθεση με αυτές βλ. Ψηλογένη ν. Πάζαρου κ.α., Πολ. Εφ. 172/2012 ημερ. 02/12/2014 στην οποία γίνεται αναφορά στις αυθεντίες The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167 και Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου κ.α. ν. Καραγιώργη κ.α.
(1993)3 Α.Α.Δ. 159. Στη Μαραγκός ν. Δημοκρατίας
(2006)3 Α.Α.Δ. 671 στις σελ. 674 και 675 αναφέρθηκαν τα εξής, ως προς τον τρόπο που θα πρέπει να εγείρεται θέμα συνταγματικότητας από ένα διάδικο: «..Η γενική και αόριστη αναφορά στο δικόγραφο της προσφυγής ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα δεν συνάδει καθόλου με ό,τι απαιτούν οι σχετικές δικονομικές διατάξεις* και οι αρχές της νομολογίας** που διέπουν το θέμα της εξέτασης συνταγματικότητας νόμου. Ελλείπει παντελώς από το δικόγραφο της αίτησης η αναγκαία εξειδίκευση η οποία θα καθιστούσε εφικτή την εξέταση του σημαντικού αυτού νομικού θέματος. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού, συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας το οποίο καθίσταται επίδικο μόνο κατόπιν επακριβούς προσδιορισμού του άρθρου του νόμου ή του κανονισμού που αμφισβητείται καθώς και της συνταγματικής διάταξης προς την οποία προσκρούει το συγκεκριμένο άρθρο ή ο κανονισμός. Η γενική επίκληση διάταξης νόμου ως αντίθετης προς το Σύνταγμα δεν είναι αρκετή. Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε καν τέτοια επίκληση. Το γεγονός ότι το θέμα είχε ακροθιγώς αναφερθεί στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν το καθιστούσε εγειρόμενο προς εξέταση. Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδόπουλος ν. Ιωσηφίδη κ.ά.
(2002)3 A.A.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1999)3 A.A.Δ. 56.». Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα γενικά ανέφερε ότι το αιτούμενο ποσό συνιστά περιουσιακό στοιχείο του Ενάγοντα και η αναστολή καταβολής του παραβιάζει το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Δεν εξειδίκευσε τον ισχυρισμό του. Παρά την έλλειψη εξειδίκευσης η απάντηση στη θέση που προβλήθηκε μπορεί να ανευρεθεί στο σκεπτικό της πρόσφατης απόφασης της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Αυγουστή κ.α. Εφ.177/18 ημερ. 10/04/2020 στην οποία αναγνωρίστηκε ότι η σύνταξη συνιστά περιουσιακό δικαίωμα όμως προωθήθηκε η αρχή ότι η μείωση των συντάξεων λόγω της οικονομικής κατάστασης που επικρατούσε κατά τον επίδικο χρόνο επιτρέπεται τόσο από το Άρθρο 23.1 καθώς και από το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα: «Το ερώτημα όμως που τίθεται και πάλι είναι το κατά πόσο, είτε το Άρθρο 23.1 είτε το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου διασφαλίζουν δικαίωμα σε σύνταξη συγκεκριμένου ύψους. Η αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό έχει οδηγήσει το ΕΔΔΑ να απορρίψει, ως απαράδεκτη, rationae materiae, προσφυγή για ψηλότερη σύνταξη υποδεικνύοντας ότι η αιτήτρια δεν είχε δικαίωμα σε σύνταξη συγκεκριμένου ύψους (Pronina v. Ukraine, Appl. No. 63566/00, ημερ. 10.1.2006). H ίδια προσέγγιση χαρακτηρίζει και πιο πρόσφατες αποφάσεις οι οποίες αφορούν σε μειώσεις συντάξεων, ως έκτακτα μέτρα για αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, όπως εν προκειμένω (Κουφάκη (ανωτέρω) Mateus v. Portugal and Januário v. Portugal (ανωτέρω), DaSilva v. Portugal, Appl. No. 13341/ ημερ. 1.10.2015). Στην Κουτσελίνη αποφασίστηκε ότι η «αναστολή» στην καταβολή σύνταξης, όπως επρονοείτο από τον επίμαχο Νόμο, είχε ουσιαστικά την έννοια πως οι αιτητές έχαναν, οριστικά, το δικαίωμα τους στη σύνταξη για όσο χρονικό διάστημα διαρκούσε η θητεία ή η υπηρεσία τους στις συγκεκριμένες θέσεις. Πέραν τούτου, κρίθηκε ότι δεν ετίθετο θέμα διαφοροποίησης μεταξύ των δύο περιπτώσεων που είχαν τεθεί υπό εξέταση, δηλαδή εκείνων που έχαναν ολότελα τη σύνταξη και εκείνων που την έχαναν μερικώς διότι, ως αποφασίστηκε, υπήρχε ανεπίτρεπτος περιορισμός ή στέρηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας των αιτητών, χωρίς καν στην αιτιολογική έκθεση του Νόμου να γίνεται επίκληση λόγων δημοσίου συμφέροντος, αλλά μόνο επίκληση λόγων «εκσυγχρονισμού του συστήματος συντάξεων». Η ουσία πάντως της Κουτσελίνη, ήταν πως επρόκειτο περί επιβολής στέρησης ή περιορισμού, του δικαιώματος ιδιοκτησίας, στο διηνεκές, που δεν εδικαιολογείτο από το Άρθρο 23.3. ......................................... Σχετική αναφορά είχε γίνει στην Λαούτας ν. Δημοκρατίας
(2001)3 ΑΑΔ 40, όπου λέχθηκε, obiter, ότι «τα εγγυημένα συνταγματικά δικαιώματα συνίστανται στην παροχή σύνταξης σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα περί συντάξεων νομοθεσία» και, συνεπώς, δεν αναγνωρίστηκε συνταγματικό δικαίωμα για σύνταξη συγκεκριμένου ύψους. Στη νομολογία του ΕΔΔΑ, ως άνω, (Δέστε Pronina v. Ukraine, (ανωτέρω)) δεν γίνεται διαφοροποίηση μεταξύ μισθών και συντάξεων (Δέστε επίσης Stec a.o. v. The United Kingdom(ανωτέρω)). Δεν εντοπίζουμε λόγο για διαφορετική προσέγγιση. Ούτε και η Κουτσελίνη και η προγενέστερη νομολογία, για το λόγο που εξηγήθηκε ανωτέρω, παρέχει τέτοιο έρεισμα. Εν πάση περιπτώσει, τα γεγονότα εν προκειμένω είναι διαφορετικά. Στην Κουτσελίνη επρόκειτο για πλήρη ή μερική αποστέρηση της σύνταξης, στο διηνεκές. Εν προκειμένω πρόκειται για μείωση της σύνταξης που γίνεται κατά τον προαναφερόμενο περιορισμένο, ορθολογιστικά κλιμακωτό και, κυρίως, για περιορισμένη χρονική διάρκεια, τρόπο. ............................... Αντιμετωπίζοντας, λοιπόν, κατά τρόπο ενιαίο, το ζήτημα των μισθών και των συντάξεων, δεν έχουμε εντοπίσει λόγο διαφοροποίησης από την Χαραλάμπους, από την οποία, ως εκ τούτου, θεωρούμε ότι δεσμευόμαστε ως προς το ότι το δικαίωμα ιδιοκτησίας δεν κατοχυρώνει δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών, εκτός αν συντρέχει η περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης.» Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία λειτουργεί ως προστατευτικό πλέγμα για την απόλαυση μιας σειράς δικαιωμάτων και η ύπαρξή του επικουρεί την αξιοπρεπή διαβίωση. Ο Ενάγοντας έφερε το βάρος να αποδείξει ότι η αναστολή στη καταβολή της σύνταξής του έπληξε την αξιοπρεπή διαβίωσή του, κάτι που δεν έπραξε, αλλά με γενικότητα προώθησε τη θέση ότι η αναστολή καταβολής μέρους της σύνταξής του παραβιάζει το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Με την ίδια γενικότητα ο Ενάγοντας επικαλέστηκε παραβίαση του Άρθρου 28 του Συντάγματος. Εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να παραγνωριστεί η παραδοχή του Ενάγοντα ότι είχε αποδεχθεί την αναστολή της καταβολής της σύνταξης του, ήτοι της απόφασης της Διοίκησης ημερομηνίας 26/11/2003. Εγείρεται βέβαια το ζήτημα που συνίσταται στο κατά πόσον χωρεί παραίτηση από δημόσιο δικαίωμα, όπως είναι αυτό σε σύνταξη. Σύμφωνα με τη νομολογία, βλ. Παπαγιώργης ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(1996)3 Α.Α.Δ. 563, κατά κανόνα δεν είναι δυνατή παραίτηση από τέτοιο δικαίωμα. Ωστόσο, κατ' εξαίρεση, είναι δυνατή ρητή ή σιωπηρή παραίτηση ή εγκατάλειψη δημόσιου δικαιώματος, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Κυριακόπουλου «Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο», Β' Γενικό Μέρος, Έκδοση 4η, σελ. 289. Οπόταν, δεν μπορεί ενόψει της συγκεκριμένης παραδοχής να αξιώνει την καταβολή αποζημιώσεων για πράξη της Διοίκησης, δώδεκα χρόνια μετά, Τεκμήριο 2, για την οποία δεν είχε διαμαρτυρηθεί και εν πάση περιπτώσει είχε αποδεχθεί αδιαμαρτύρητα. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αποδώσει αποζημιώσεις για απόφαση ή άρνηση της Διοίκησης η οποία δεν έχει κριθεί λανθασμένη από το Διοικητικό Δικαστήριο, το Δικαστήριο θεωρεί αχρείαστη την εξέταση του ισχυρισμού περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Για όλους του λόγους που έχουν προαναφερθεί η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης και εναντίον του Ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α. Ε. Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.