← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Ανδρέα Αγαπίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6099/13, 8/4/2022

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Ανδρέα Αγαπίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6099/13, 8/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A213 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6099/13 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγοντες και

  1. [ ] Ανδρέα Αγαπίου
  2. [ ] Ανδρέα Αγαπίου Εναγόμενες --------------------------------------------------- Αίτηση εναγομένων ημερ. 06/04/22 για τροποποίηση της υπεράσπισης Ημερομηνία: 08.04.22 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κα Α. Αντρέου για Χρυσαφίνη & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για εναγόμενες: κ. Σ. Βασιλακκάς Εναγόμενη 1 παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex tempore) Η παρούσα αγωγή αφορά σε αξίωση των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης 1 ως πρωτοφειλέτιδας πιστωτικών - τραπεζικών διευκολύνσεων και της εναγόμενης 2 ως εγγυήτριας της, για ποσό €85.500 περίπου πλέον τόκους από το 2013 καθώς και για την έκδοση διαταγμάτων εκποίησης των υποθηκών που φέρονται να έχουν εγγραφεί προς όφελος των εναγόντων ως εξασφάλιση των κατ' ισχυρισμών χρεών των εναγόμενων. Εν συντομία, η θέση των εναγόντων, όπως αυτή προβάλλεται στην έκθεση απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 26/09/13, είναι ότι στις 07/03/07 είχε δοθεί στην εναγόμενη 1, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, δάνειο ύψους 55.000ΛΚ το οποίο τελούσε υπό την εγγύηση που η εναγόμενη 2 υπέγραψε την ίδια μέρα και το οποίο εξασφαλίστηκε και με την εγγραφή διάφορων υποθηκών επί της ακίνητης ιδιοκτησίας των εναγομένων προς όφελος των εναγόντων. Όταν περί τις 08/11/12 οι εναγόμενες παρέβηκαν τη συμφωνία λόγω του ότι «παρέλειψαν να τηρήσουν το πρόγραμμα αποπληρωμής τους», να εξοφλήσουν δηλαδή καθυστερημένες δόσεις που ανέρχονταν τότε σε ποσό €4000 περίπου, οι ενάγοντες άσκησαν τα συμβατικά τους δικαιώματα και αφού κάλεσαν γραπτώς τις εναγόμενες να εξοφλήσουν τις καθυστερήσεις και παρά ταύτα αυτές παρέλειψαν να το πράξουν, τερμάτισαν γραπτώς τη συμφωνία στις 29/11/12 και απαίτησαν την άμεση πληρωμή του τότε κατ' ισχυρισμό οφειλόμενου υπόλοιπου ύψους €80.500 περίπου πλέον τόκους. Οι εναγόμενες τώρα, οι οποίες να σημειωθεί ότι από την ημερομηνία που καταχώρισαν εμφάνιση στις 12/02/14 έτυχαν της εκπροσώπησης τεσσάρων διαφορετικών δικηγόρων, με τον ευπαίδευτο συνήγορο που τις εκπροσωπεί σήμερα να είναι ο πέμπτος δικηγόρος που αναλαμβάνει την εκπροσώπησή τους, αναφέρουν στην υπεράσπιση που καταχωρήθηκε εκ μέρους τους από τον πρώτο δικηγόρο τους, ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και παράνομη (βλ. παρ. 1 και 9), ότι αμφισβητούν το δικαίωμα των εναγόντων να εγείρουν την παρούσα αγωγή στη βάση κατ' ισχυρισμό παράβασης της επίδικης σύμβασης δανείου συνεπεία καθυστερήσεων στην πληρωμή των δόσεων (βλ. παρ. 1, 7 και 8) και ότι αμφισβητούν και το κατά πόσο υπήρξε νόμιμος και έγκυρος τερματισμός (βλ. παρ. 8). Στο δικόγραφο της υπεράσπισης προβάλλονται επίσης και διάφοροι άλλοι ισχυρισμοί αναφορικά με το ότι οι ενάγοντες θα πρέπει να θεωρηθούν ότι παραβίασαν την εφαρμοστέα νομοθεσία του 2013 καθώς και τις εφαρμοστέες «Οδηγίες του 2013», ενώ προβάλλεται και η θέση ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν την εκποίηση οποιασδήποτε υποθήκης λόγω του ότι τα επηρεαζόμενα ακίνητα συνιστούν τις μόνες κατοικίες των εναγόμενων, οι οποίες και είναι απόλυτα αναγκαίες για τη στέγαση των ίδιων και των οικογενειών τους (βλ. παρ. 6). Απάντηση στην Υπεράσπιση δεν καταχωρήθηκε από πλευράς Εναγόντων και η υπόθεση προχώρησε με τις διάφορες προδικαστικές οδηγίες δυνάμει της ισχύουσας για την υπόθεση Δ30 και εν τέλει ορίστηκε γι' ακρόαση. Για τους λόγους που καταγράφονται στα εκάστοτε πρακτικά που τηρούνταν, η ακρόαση της υπόθεσης δεν κατέστη δυνατό μέχρι σήμερα να ξεκινήσει και αναφέρω εδώ ότι προτού η υπόθεση τεθεί ενώπιον μου, είχε επιχειρηθεί από πλευράς εναγόμενων όπως η παρούσα αγωγή συνενωθεί με μια άλλη αγωγή που φέρεται να υπάρχει μεταξύ των διάδικων, εγχείρημα όμως το οποίο τελικά δεν προωθήθηκε. Αφού λοιπόν η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο ευπαίδευτος συνήγορος που εκπροσωπούσε τότε τις εναγόμενες ζήτησε άδεια να αποσυρθεί λόγω ιατρικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε και τα οποία προβλήματα θεώρησε ότι δεν θα του επέτρεπαν να εκπροσωπήσει στον καλύτερο δυνατό βαθμό τις πελάτιδες του. Το αίτημα εγκρίθηκε και ακολούθως δόθηκε χρόνος στις εναγόμενες για να διορίσουν νέο δικηγόρο. Κατά την επόμενη εμφάνιση των μερών εμφανίστηκε ο νυν συνήγορος των εναγόμενων και αφού ο τελευταίος ενημέρωσε ότι θα αναλάβανε αυτός την εκπροσώπηση των εναγομένων, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση σε τρεις ημερομηνίες (6, 13 και 14 Απριλίου 2022), λαμβανομένων υπόψη και των όσων είχαν αναφέρει οι δύο πλευρές ότι θα παρουσιαζόταν κατά την ακρόαση ως μαρτυρία. Μερικές μέρες πριν την πρώτη ημερομηνία που είχε δοθεί για σκοπούς ακρόασης (06/04/22), οι εναγόμενες εξέφρασαν μέσω του νυν συνηγόρου τους την πρόθεση να τροποποιήσουν την Υπεράσπιση τους, οπόταν, αφού καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση στις 6 Απριλίου 2022, με τη σύμφωνη γνώμη των μερών της επιλήφθηκα την ίδια ημέρα. Λόγω όμως κάποιου ξαφνικού ιατρικού κωλύματος που αντιμετώπισε εκείνη την μέρα η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόντων, η ουσία της αίτησης δεν κατέστη δυνατό να ακουστεί και να αποφασιστεί αυθημερόν οπόταν δόθηκαν οδηγίες όπως η αίτηση οριστεί μετά από δύο μέρες, δηλαδή σήμερα, και όπως αν θα υπάρξει οποιαδήποτε ένσταση, αυτή είτε να καταχωρηθεί μέχρι τις 07/04/22 είτε ν' προβληθεί σήμερα προφορικά. Τελικά η πλευρά των εναγόντων καταχώρησε χθες (07/04/22) την ένσταση της και σήμερα αμφότερες οι πλευρές προέβησαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, οι μεν ενάγοντες γραπτώς αλλά και προφορικά, οι δε εναγόμενες προφορικά. Συνοψίζω πιο κάτω τις θέσεις που η κάθε πλευρά έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω των αντίστοιχων παραστάσεων. Με την υπό κρίση αίτησή οι εναγόμενες ζητούν να τους επιτραπεί να προσθέσουν στην υφιστάμενη υπεράσπιση τους ουσιαστικά τον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες τερμάτισαν αδικαιολόγητα και/ή παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή κατά παράβαση των συναλλακτικών ηθών και εθίμων και/ή κατά παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας και/ή νομολογίας το επίδικο δάνειο και ενώ αυτό ήταν πλήρως εξυπηρετούμενο, με τον εν λόγω ισχυρισμό να επεκτείνεται και σε θέματα ύπαρξης κατ' ισχυρισμό καταχρηστικών ρητρών κατά παράβαση του Ν. 93(Ι)/96 αλλά και σε παράβαση της ΚΔΠ 315/
  3. Επιχειρείται επίσης να προστεθεί στην υφιστάμενη υπεράσπιση ο ισχυρισμός ότι ολόκληρη η συμφωνία δανείου και τα έγγραφα εγγύησης και υποθήκης θα πρέπει να ακυρωθούν λόγω της ύπαρξης σωρείας καταχρηστικών ρητρών, ως όρος εντοπίζεται στη σχετική νομοθεσία, καθώς και ότι τόσο τα έγγραφα της υποθήκης όσο και τα έγγραφα της εγγύησης θα πρέπει να θεωρηθούν άκυρα διότι «δόθησαν στην Eναγόμενη 2 σε γλώσσα μη κατανοητή για αυτήν και ή χωρίς να της επεξηγηθούν με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει το περιεχόμενο και τη νομική σημασία και ή νομικές επεκτάσεις των εγγράφων που υπέγραφε ». Ως προς το γιατί έχει καταχωρηθεί τώρα η παρούσα αίτηση, στην υποστηρικτική Ε/Δ της εναγόμενης 1 αναφέρεται ότι οι εναγόμενες προσπαθούσαν από το 2018 να εξασφαλίσουν γνωμάτευση για την επίδικη περίπτωση από εγκεκριμένο σύμβουλο αφερεγγυότητας όμως μόλις στις 15/02/22 το κατάφεραν αυτό, και λόγω τούτου αλλά και λόγω των διάφορων προβλημάτων που αντιμετώπισαν με τους δικηγόρους τους, τώρα είναι που μπόρεσαν να προβούν στα αναγκαία διαβήματα ώστε να θέσουν, ως ισχυρίζονται, την πλήρη εικόνα της επίδικης διαφοράς ενώπιον του Δικαστηρίου, περιλαμβανόμενων και των ευρημάτων του συμβούλου αφερεγγυότητας. Στην αντίπερα όχθη οι ενάγοντες επικεντρώνονται στην ένστασή τους ουσιαστικά στις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας που έχει το Δικαστήριο σε αιτήσεις αυτής της φύσης. Προβάλλοντας λοιπόν κατά κύριο λόγο την αδικαιολόγητη κατ' εκείνους καθυστέρηση με την οποία καταχωρείται η παρούσα αίτηση καθώς και τη θέση ότι όχι μόνο τα όσα επιχειρούνται να εισαχθούν τώρα από τις εναγόμενες συνιστούν εντελώς νέες θέσεις, οι οποίες αν εγκριθούν θα εκτροχιάσουν τη διαδικασία, αλλά και ότι τις θέσεις τους αυτές οι εναγόμενες θα μπορούσαν να τις είχαν προβάλει από πολύ πιο πριν αλλά αδικαιολόγητα δεν το έπραξαν, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Σημειώνω εδώ ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι εναγόμενες θα μπορούσαν να θέσουν τους επίμαχους ισχυρισμούς τους στο δικόγραφο τους, αν όχι από τον Σεπτέμβριο του 2014 που καταχωρήθηκε η Υπεράσπισή τους ή κατά τις επόμενες φορές που εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο μέσω δικηγόρου, τότε τουλάχιστον από τις 11/09/21 που αυτές είχαν αποστείλει στην Τράπεζα πρόταση και ισχυρίστηκαν ουσιαστικά όλα όσα επιχειρούν να προσθέσουν σήμερα. Σημειώνω τέλος ότι πρόσθετα των πιο πάνω, κατά τις αγορεύσεις τους σήμερα οι ενάγοντες ανέπτυξαν και κάποιους περαιτέρω νομικούς λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι αυτοί έχουν καταγραφεί πλήρως στο σχετικό πρακτικό που τηρήθηκε και δεν προτίθεμαι να τους επαναλάβω. Θα ληφθούν βέβαια υπόψη από το Δικαστήριο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, έχοντας κατά νου και τις σχετικές νομολογιακές αρχές που διέπουν αιτήσεις τροποποιήσεις όπως η παρούσα, η οποία εδράζεται στις πρόνοιες της παλαιάς Δ25 η οποία ισχύει στην παρούσα περίπτωση λόγω της χρονολογίας της υπόθεσης. Για τις εν λόγω αρχές δεν θεωρώ σκόπιμο να κάνω εκτενή αναφορά και θα περιοριστώ να παραπέμψω ενδεικτικά στις Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)

(1990)1 AAΔ 24, Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1 ΑΑΔ 543 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016. Από τις εν λόγω αποφάσεις διαπιστώνεται ότι το θέμα τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά και φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η τάση, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις ακόμα και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο εκείνο, ασκείται με φειδώ. Κατά κανόνα συνεπώς, σύμφωνα με τη νομολογία που αφορά στις πρόνοιες της Δ.25 ως ισχύουν για την παρούσα υπόθεση, παρέχεται άδεια για τροποποίηση σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, εκτός βέβαια αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι οι αιτητές ενεργούν κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. Οι εν λόγω αρχές βέβαια δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. (βλ. Αρακελιάν). Έχοντας λοιπόν τα πιο πάνω κατά νου, παρατηρώ τα εξής σχετικά με την παρούσα περίπτωση. Όπως ανάφερα πιο πάνω, η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί μόλις το 2022 και όντως από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιόν μου διαπιστώνεται ότι θα μπορούσε να καταχωρηθεί και ενωρίτερα. Όμως, όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από τον Δικαστή Κραμβή, ως ήταν τότε, στην υπόθεση Bauer Spezialtienfbau GMBH και Άλλοι ν. Divnogorsk Shipping Co Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 618, με αναφορά στην Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754 και στα λεχθέντα υπό Πική Δικαστή, ως ήταν τότε, στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, η αρχή που είναι καλά καθιερωμένη είναι ότι μια τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται, έστω και εάν ζητείται αργά, αν αυτή είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, καθόσον οποιαδήποτε δυσχέρεια ήθελε προκληθεί από αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Μάλιστα δε, στην Bauer, ο Δικαστής Κραμβής, ενώ έκρινε «πτωχή» τη δικαιολογία που είχαν δώσει οι εκεί αιτητές αναφορικά με το καθυστερημένο του χρόνου υποβολής του αιτήματος τους, υπέδειξε ότι από μόνη της η καθυστέρηση και η πτωχή δικαιολογία των αιτητών δεν μπορούσε να οδηγήσει στην απόρριψη του αιτήματος - «.Η ομολογουμένως πτωχή δικαιολογία που έδωσαν οι ενάγοντες αναφορικά με την υποβολή της αίτησης για τροποποίηση στο προχωρημένο αυτό στάδιο της διαδικασίας και μάλιστα ύστερα από την τόσο μεγάλη καθυστέρηση που έχει σημειωθεί, νομίζω πως από μόνη της δεν οδηγεί στην απόρριψη του αιτήματος. Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως δεν έχω διακρίνει κακοπιστία ή καταχρηστική χρήση των θεσμών όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. η έγκριση του αιτήματος θα αποβεί προς το συμφέρον της δικαιοσύνης δηλαδή του κυρίαρχου παράγοντα ο οποίος διέπει σ' αυτές τις περιπτώσεις την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.». Των πιο πάνω λεχθέντων, επισημαίνω ότι όπως ανάφερα και στην εισαγωγή της απόφασής μου, με την υφιστάμενη Υπεράσπισή τους οι εναγόμενες ήδη θίγουν, έστω και με τον τρόπο που το θίγουν, θέματα αναφορικά με το κατ' ισχυρισμό πρόωρο της παρούσας αγωγής, με το κατά πόσο υπάρχει δεόντως και νόμιμα ενεργοποιημένο αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων να καταχωρήσουν οποιαδήποτε αγωγή εναντίον τους, με το ότι κατ' εκείνες δεν υπήρξε καμία παράβαση από μέρους τους σε σχέση με τη συμβατική τους υποχρέωση να πληρώνουν έγκαιρα και στην ολότητα τους τις δόσεις του δανείου τους, με το ότι κατ' εκείνες δεν υπήρχε καμία καθυστερημένη δόση κατά τον χρόνο που οι ενάγοντες τερμάτισαν το επίδικο δάνειο και τέλος αναφορικά με τη νομιμότητα και εγκυρότητα αυτού καθ' αυτού του τερματισμού του δανείου. Η προσπάθεια λοιπόν των εναγομένων να εισάξουν τώρα στην υπεράσπιση τους τον νομικό ουσιαστικά ισχυρισμό ότι ο τερματισμός της συμφωνίας ήταν υπό τις περιστάσεις αδικαιολόγητος ή αντισυμβατικός ή κατά παράβαση της πρακτικής ή χωρίς οποιανδήποτε νόμιμη και έγκαιρη αιτιολογία, δεν θεωρώ ότι θα μεταβάλλει την ουσία της υφιστάμενης υπεράσπισης. Αντιθέτως, με την αιτούμενη τροποποίηση παρέχεται πλέον θεωρώ, μια πιο λεπτομερής εξειδίκευση της υφιστάμενης υπεράσπισης, στο βαθμό τουλάχιστον που αυτή αφορά σε νομικά θέματα. Σημειώνω εδώ ότι όσον αφορά τον υφιστάμενο ισχυρισμό των εναγόμενων περί του «παράνομου» της αγωγής, η πλευρά των εναγόντων δικαιούτο να ζητήσει λεπτομέρειες προς εξειδίκευση του εν λόγω ισχυρισμού όμως επέλεξε να μην το πράξει. Με τις προτιθέμενες τροποποιήσεις όμως και αυτός ο ισχυρισμός των εναγομένων θα εξειδικευτεί, αν μη τι άλλο διότι με την προτιθέμενη τροποποίηση επιχειρούνται να περιληφθούν στο δικόγραφο και οι νόμοι που υποστηρίζουν τις νομικές θέσεις των εναγομένων, κάτι άλλωστε που επιβάλλεται να γίνει ώστε να μπορεί και η αντίδικη πλευρά να γνωρίζει εξ' αρχής την υπόθεση που αντιμετωπίζει και να τοποθετηθεί αναλόγως. Παρενθετικά αναφέρω εδώ ότι όσον αφορά την προτιθέμενη αναφορά των εναγομένων στην Κ.Δ.Π 315/2013, στο υφιστάμενο δικόγραφο ήδη γίνεται αναφορά στη συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη, απλά αντί να αναφέρεται η ορθή ονομασία της διάταξης γίνεται απλά αναφορά σε «οδηγία του '13» και αυτό ουδέποτε ζητήθηκε να εξειδικευτεί. Με άλλα λόγια διαπιστώνεται ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις αναφορικά με τα όσα νομικά ζητήματα περιβάλλουν τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, αν εγκριθούν, δεν θα είναι μόνο τα συμφέροντα των εναγομένων που θα εξυπηρετήσουν αλλά και των ίδιων των εναγόντων και της δικαιοσύνης γενικότερα. Όσον αφορά τώρα τους προτιθέμενους ισχυρισμούς περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στις επίδικες συμφωνίες και τις κατ' ισχυρισμό νομικές συνέπειες που η φερόμενη αυτή καταχρηστικότητα επιφέρει, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν θεωρώ ότι αν επιτραπούν να προβληθούν στο παρόν στάδιο θα μεταβάλουν ουσιωδώς τη φύση της υφιστάμενης υπεράσπισης ή ότι θα μεταβάλουν σε τέτοιο ουσιαστικό βαθμό την υπόθεση ώστε να μην μπορεί να δικαιολογηθεί η έγκριση της αίτησης. Συνιστούν άλλωστε νομικούς ισχυρισμούς σε σχέση με το περιεχόμενο μιας κατά τ' άλλα παραδεκτής συμφωνίας δανείου και εγγύησης. Δεν έχει βέβαια διαφύγει της προσοχής μου ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί των εναγομένων, αν δεν συναρτηθούν με τα επίδικα γεγονότα, υπό την έννοια ότι αν δεν καταδειχθεί ότι αφορούν σε συμβατικές ρήτρες που οι ενάγοντες επικαλέστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, τότε θα συνιστούν απλά in abstracto ισχυρισμούς οι οποίοι δεν θα μπορούν παρά να αγνοηθούν από το Δικαστήριο. Αυτό όμως δεν είναι κάτι που θα αποφασιστεί στο παρόν στάδιο, αλλά κάτι που θα εξεταστεί κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Δεν διαπιστώνω συνεπώς ούτε σε σχέση με τους προτιθέμενους ισχυρισμούς περί καταχρηστικότητας να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος γιατί να μην επιτραπεί η υπό κρίση αίτηση. Όλα τα πιο πάνω όμως δεν θεωρώ ότι ισχύουν και σε σχέση με την πρόθεση των εναγόμενων να προσθέσουν στην υφιστάμενη υπεράσπιση τους και τη θέση ότι δεν είχαν εξηγηθεί στην εναγόμενη 2 τα έγγραφα που υπέγραψε. Αυτό γιατί ο συγκεκριμένος ισχυρισμός συνιστά πραγματικό ισχυρισμό, ο οποίος όχι μόνο δεν αποτέλεσε ποτέ μέρος του πραγματικού πλαισίου επί του οποίου εδράζεται η υφιστάμενη υπερασπιστική γραμμή, η οποία προσβάλλει την εγκυρότητα των εν λόγω εγγράφων για λόγους που καμία σχέση έχουν με το κατά πόσο οι εναγόμενες αντιλήφθηκαν ή όχι τη σημασία των συγκεκριμένων εγγράφων, αλλά και διότι αυτό που αναδύεται από την υφιστάμενη Υπεράσπιση είναι ότι οι εναγόμενες υποστηρίζουν ότι δεν έπρεπε να κληθούν να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό, ακριβώς επειδή γνώριζαν τι περιείχαν τα επίδικα έγγραφα και ποια ήταν τα συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις τους. Αν λοιπόν επιτραπεί στο παρόν στάδιο να προστεθεί ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, τότε θα μεταβληθεί αδικαιολόγητα θεωρώ, όλη η ουσία των επίδικων θεμάτων. Στη βάση όλων των πιο πάνω επομένως, κρίνω ότι με εξαίρεση τον προαναφερόμενο πραγματικό ισχυρισμό που επιχειρείται να προστεθεί, όλοι οι άλλοι ισχυρισμοί των εναγομένων, αν επιτραπούν να προστεθούν, θα εξυπηρετήσουν τη δικαιοσύνη και τα συμφέροντα αμφότερων των διάδικων αφού θα καταστεί έτσι δυνατό να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αποκρυσταλλωμένο πλέον το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου οι δύο πλευρές θα κινηθούν κατά την ακρόαση, η οποία υπενθυμίζω δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Άλλωστε, με τη δυνατότητα καταχώρησης Απάντησης στις τροποποιημένες θέσεις των εναγομένων, η πλευρά των εναγόντων θα έχει κάθε ευκαιρία να θέσει και τις δικές τις θέσεις επί των συγκεκριμένων ζητημάτων αν το επιθυμεί. Εφόσον λοιπόν δεν διαπιστώνεται να υπάρχει ούτε οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς εναγομένων αλλά ούτε και οποιοσδήποτε κίνδυνος να προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη στα δικαιώματα των εναγόντων αν εγκριθεί η παρούσα στο βαθμό που δύναται να εγκριθεί, ή τουλάχιστον τέτοια βλάβη που δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα, η παρούσα αίτηση επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδονται διατάγματα τροποποίησης της υπεράσπισης ως οι παρ. Α, Β και Γ της αίτησης, εξαιρουμένης όμως της προτελευταίας παραγράφου του Αιτητικού Γ που αφορά στον ισχυρισμό περί μη επεξήγησης των επίδικων εγγράφων. Όσον αφορά τώρα την καταχώρηση και ανταλλαγή της τροποποιημένης δικογραφίας, θα προχωρήσω να δώσω τέτοιες οδηγίες ώστε να μην εκτροχιαστεί πλήρως η ακρόαση που έχει προγραμματιστεί να γίνει στις 13 και 14 του Απρίλη 2022. Τροποποιημένη λοιπόν Υπεράσπιση να καταχωρηθεί μέχρι τη Δευτέρα 11 Απριλίου 2022 και να παραδοθεί αυθημερόν στους ενάγοντες. Τυχόν Απάντηση από πλευράς των τελευταίων να καταχωρηθεί μέχρι τις 13 Απριλίου 2022 και αν και η ακρόαση που είχε προγραμματιστεί να γίνει στις 13/04/22 αναπόφευκτα θα πρέπει να ακυρωθεί και ακυρώνεται, εντούτοις στις 14 Απριλίου 2022 η ακρόαση θα γίνει κανονικά ως είχε ήδη προγραμματιστεί. Λόγω των στενών χρονοδιαγραμμάτων που έχουν οριστεί, η καταχώριση της τροποποιημένης Υπεράσπισης δεν χρειάζεται να συνοδεύεται με το παρόν διάταγμα αν αυτό δεν καταστεί δυνατό να συνταχθεί μέχρι την προθεσμία που έθεσε το Δικαστήριο. Θα πρέπει όμως στον φάκελο της υπόθεσης να καταχωρηθεί αποδεικτικό ότι το διάταγμα έχει ζητηθεί και πληρωθεί εντός της προθεσμίας. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας αλλά και τα τυχόν σπαταληθέντα έξοδα που θα προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης, αυτά επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.).......... Πιστόν Αντίγραφο Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.