← Κύπρος

Ιακωβίδη κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2408/13, 31/3/2022

Ιακωβίδη κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2408/13, 31/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A210 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2408/13 Μεταξύ:

  1. [ ] Ιακωβίδη, 2.[ ] Ιακωβίδου,
  2. [ ] Ιακωβίδη,
  3. [ ] Ιακωβίδη. Ενάγοντες και
  4. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  5. Ντίνος Χριστοφίδης ως Ειδικός Διαχειριστής της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
  6. Κεντρική Τράπεζα ως Αρχή Εξυγίανσης Εναγόμενων --------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Μαρτίου, 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες 1 - 4 : κα Ν. Χατζηϊωάννου για Α. Κ. Χατζηϊωάννου & ΣΙΑ Για Εναγόμενη 1: κα Κ. Πολυβίου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 2 και 3: κα Ε. Στυλιανού για Αλέκος Ευαγγέλου & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση αγωγή είναι μια από τις πολλές που προέκυψαν από τα γεγονότα του Μαρτίου 2013 που κατέλαβαν εξ απήνης τους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας και αφορούσαν τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς αλλά κυρίως την μείωση των καταθέσεών τους λόγω του κουρέματος που υπέστησαν. Οι Ενάγοντες 1 - 4 ήταν μεταξύ των επηρεαζόμενων πολιτών και με την αγωγή τους αξιώνουν από το Δικαστήριο δήλωση ότι η εμπρόθεσμη κατάθεση με αριθμό 357004439916, την οποία τηρούν στην Εναγόμενη 1, θα έπρεπε να είναι επ' ονόματι όλων των Eναγόντων και όχι μόνο επ' ονόματι των Eναγόντων 1 και 2 και για αυτό αιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η εγγραφή των Eναγόντων 3 και 4 ως συνδικαιούχων του συγκεκριμένου λογαριασμού. Επίσης αξιώνουν το ποσό των €440.000, πλέον τόκους ως χρέος και/ή ως αποζημιώσεις για αμέλεια και/ή παράβαση συμφωνίας. Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως καταγράφονται στο Κλητήριο Ένταλμα, οι Ενάγοντες 1 και 2 είναι σύζυγοι ενώ οι Ενάγοντες 3 και 4 είναι παιδιά τους. Οι Ενάγοντες 1 και 2 διατηρούσαν την κοινή εμπρόθεσμη κατάθεση, ήτοι γραμμάτιο, με ημερομηνία λήξης στις 12/03/2013, σε υποκατάστημα των Εναγομένων 1 στη Δευτερά. Στις 12/03/2013 οι Ενάγοντες 1 και 2 έδωσαν γραπτή εντολή στην Eναγόμενη 1, όπως προστεθούν οι Ενάγοντες 3 και 4 ως συνδικαιούχοι του γραμματίου και όπως το γραμμάτιο ανανεωθεί για περαιτέρω περίοδο 6 μηνών. Η Eναγόμενη 1 τηλεφώνησε στους Ενάγοντες 3 και 4 στις 13/03/2013 και τους ανέφερε ότι καθίστανται συνδικαιούχοι του γραμματίου και ότι θα τους καλέσουν να υπογράψουν τα σχετικά έγγραφα πλην όμως ουδέποτε κλήθηκαν να υπογράψουν τα σχετικά έγγραφα. Μετά το κλείσιμο τον Τραπεζών από τις 16/03 ‑ 28/03 και την έκδοση του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 103/13, στις 29/03/2013, το οποίο προνοούσε για τη μετατροπή των καταθέσεων πέραν των €100.000 σε μετοχές, οι Ενάγοντες επισκέφθηκαν το υποκατάστημα Δευτεράς, στις 02/04/2013, για να επιβεβαιώσουν ότι πράγματι το γραμμάτιο είχε μεταφερθεί επ΄ ονόματι και των τεσσάρων αλλά διαπίστωσαν ότι η Eναγόμενη 1 είχε ανανεώσει το γραμμάτιο για περαιτέρω 6 μήνες επ' ονόματι των Εναγόντων 1 και
  7. Η συγκεκριμένη παράλειψη να εγγραφούν οι Ενάγοντες 3 και 4 ως συνδικαιούχοι του γραμματίου προκάλεσε ζημιά, ήτοι απώλεια ποσοστού μέχρι 90% επι του ποσού των €220.000, το οποίο μετατράπηκε σε μετοχές τάξεως Α με άγνωστη ημερομηνία πληρωμής. Καταγράφονται, ως λεπτομέρειες της αμέλειας της Εναγόμενης 1, το γεγονός ότι παρέλειψε να εκτελέσει την εντολή των Εναγόντων 1 και 2, ότι παρέλειψε να πληροφορήσει τους Ενάγοντες 1 και 2 ότι δεν θα ενέγραφαν τους Ενάγοντες 3 και 4 ως συνδικαιούχους αμέσως ή και μέχρι την υπογραφή των σχετικών εγγράφων, ότι καθυστέρησε στην εκτέλεση των δοθεισών εντολών και ότι παρέλειψε να συμπεριφερθεί ως συνετή και σωστή τραπεζίτης. Απαιτείται η καταβολή του ποσού των €440.000, πλέον τόκος ως η ζημιά που υπέστηκαν λόγω της συγκεκριμένης αμέλειας. Η Εναγόμενη 1 κλήθηκε από τους Εναγόντες, στις 2 και 3 Απριλίου, 2013, να συμμορφωθεί με τις εντολές τους, ημερομηνίας 12/03/2013, αλλά αρνήθηκε να το πράξει λόγω του ότι εμποδιζόταν από τους Εναγόμενους 2 και
  8. Η Eναγόμενη 1, στην Υπεράσπισή της, ισχυρίζεται ότι διεξάγει τραπεζικές εργασίες έχοντας τις απαραίτητες άδειες πλην όμως αρνείται ότι ο Εναγόμενος 2 συνεχίζει να είναι Ειδικός Διαχειριστής της. Υποστηρίζει ότι το γραμμάτιο των Εναγόντων 1 και 2 έληγε στις 12/09/2013 και όχι στις 12/03/2013 και ότι πράγματι δόθηκαν προφορικές οδηγίες, στις 12/03/2013, για να προστεθούν οι Ενάγοντες 3 και 4 ως συνδικαιούχοι του. Όμως οι Ενάγοντες 3 και 4 ουδέποτε υπέγραψαν, προς υλοποίηση της συγκεκριμένης οδηγίας, έτσι ώστε να καταστούν συνδικαιούχοι. Σύμφωνα με τους τραπεζικούς κανονισμούς για να ολοκληρωθεί η εντολή συμπερίληψης προσώπων ως συνδικαιούχων θα πρέπει τα σχετικά έγγραφα να φέρουν την υπογραφή όλων των συνδικαιούχων, κάτι που δεν πραγματοποιήθηκε σε σχέση με τους Ενάγοντες. Το συγκεκριμένο γραμμάτιο ανανεώθηκε επ' ονόματι των Εναγόντων 1 και 2 και η Εναγόμενη 1 με επιστολή της, ημερομηνίας 11/04/2013, επεξήγησε στους Ενάγοντες τους λόγους που δεν ήταν εφικτή η εκτέλεση των οδηγιών τους, ήτοι λόγω της μη εξασφάλισης των υπογραφών των Εναγόντων 3 και 4 πριν τις 15/03/
  9. Αρνείται ότι παράβηκε οποιαδήποτε συμφωνία είχε με τους Ενάγοντες και υποστηρίζει ότι ακολουθούσε κανονισμούς ενώ παράλληλα αρνείται ότι προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά στους Ενάγοντες 1, 2, 3 και
  10. Κατά την Εναγόμενη 1 οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να προωθούν τη συγκεκριμένη αγωγή εναντίον της γιατί δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα προώθησής της, επειδή κωλύονται στην έγερσή της από τις πρόνοιες των άρθρων 12

(15)και 12
(16)του Ν.17(Ι)/
  1. Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη 1 επικαλείται την υπεράσπιση της ματαίωσης σύμβασης, frustration, με βάση το λεκτικό του Διατάγματος της Κ.Δ.Π.103/13, που εκδόθηκε στις 29/03/2013 με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 και προβάλλει ότι δεν είχε οποιαδήποτε άλλη επιλογή από του να εφαρμόσει στην ολότητά του το περιεχόμενο του συγκεκριμένου Διατάγματος και να συμμορφωθεί πλήρως με αυτό. Ο Εναγόμενος 2 εγείρει προδικαστική ένσταση ότι ως Ειδικός Διαχειριστής, δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 Ν.17(Ι)/2013, δεν υπέχει οποιασδήποτε ευθύνης σχετικής με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών του που προκύπτουν από το Νόμο, εκτός αν αποδειχθεί ότι δεν έγινε καλή τη πίστη ή ότι είναι αποτέλεσμα δόλου ή βαριάς αμέλειας εκ μέρους του. Επίσης εγείρει δεύτερη προδικαστική ένσταση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τη νομιμότητα και/ή εγκυρότητα και/ή συνταγματικότητα των Διαταγμάτων που εκδόθηκαν δυνάμει του Ν.17(Ι)/
  2. Ως Υπεράσπιση προβάλλει το γεγονός ότι διορίστηκε Ειδικός Διαχειριστής της Εναγόμενης 1, από την Εναγόμενη 3, στις 25/03/2013 αλλά ο διορισμός του τερματίστηκε στις 21/06/
  3. Προωθεί τη θέση ότι ο ίδιος εφάρμοσε όλους τους Κανονισμούς και Οδηγίες της Αρχής Εξυγίανσης και ενήργησε μέσα στα πλαίσια και/ή σύμφωνα με τη Νομοθεσία και το Σύνταγμα ασκώντας τη δέουσα επιμέλεια, φροντίδα και προσοχή σε σχέση με τα καθήκοντα, τις υποχρεώσεις αλλά και τις αρμοδιότητες και/ή εξουσίες του. Ουδέποτε επενέβηκε σε οποιοδήποτε λογαριασμό των Εναγόντων και δεν προκάλεσε με οποιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε απώλεια ή ζημιά στους Ενάγοντες. Επικαλείται τις πρόνοιες του Ν.17(Ι)/2013, δυνάμει των οποίων οι Ενάγοντες δεν δύνανται να απαιτήσουν είτε από ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση είτε από τη Δημοκρατία οποιαδήποτε χρηματική αποζημίωση για ζημιές που δυνατόν να έχουν υποστεί ως αποτέλεσμα του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα. Ισχυρίζεται ότι δεν έχει δικογραφηθεί οποιοδήποτε αιτία αγωγής εναντίον του ή αξίωση και για αυτό η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Η Eναγόμενη 3, Κεντρική Τράπεζα, ως Αρχή Εξυγίανσης, προβάλλει προδικαστική ένσταση ότι δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, Ν.17(Ι)/2013, δεν έχει οποιαδήποτε ευθύνη σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών της, η οποία έγινε καλή τη πίστει και δεν είναι αποτέλεσμα δόλου ή βαριάς αμέλειας. Οπόταν οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να προωθούν τη συγκεκριμένη αγωγή εναντίον της. Διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία ή εξουσία να εξετάσει τη νομιμότητα ή/και εγκυρότητα ή/και συνταγματικότητα των Διαταγμάτων, τα οποία εκδόθηκαν δυνάμει του Νόμου 17(Ι)/
  4. Προωθεί τη θέση ότι ως Αρχή Εξυγίανσης είχε προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες και διαδικασίες που προνοεί ο Ν.17(Ι)/2013 και ότι τα Διατάγματα Κ.Δ.Π. 103/13 και Κ.Δ.Π. 104/13 είχαν εκδοθεί από την ίδια με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών λόγω του ότι ήταν αναγκαία για σκοπούς εξυγίανσης σε σχέση με την Τράπεζα Κύπρου και την Λαϊκή Τράπεζα. Σε σχέση με την Τράπεζα Κύπρου προωθεί τη θέση ότι κατά ή περί τον Μάϊο του 2011, μετά τις συνεχιζόμενες υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, από τους Οίκους Αξιολόγησης, αυτή αποκλείστηκε για σκοπούς χρηματοδότησης από τις διεθνείς αγορές. Η κεφαλαιακή θέση της Τράπεζας Κύπρου είχε επιδεινωθεί σε μεγάλο βαθμό μετά τον Οκτώβριο του 2011, όταν λήφθηκε η απόφαση για την απομείωση των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου. Η απομείωση των ελληνικών ομολόγων και η σταδιακή αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων επηρέασε αρνητικά την κερδοφορία της Τράπεζας Κύπρου και στις 03/01/2012 η Κεντρική Τράπεζα, μετά από διενέργεια εποπτικής αξιολόγησης της Τράπεζας Κύπρου, απαίτησε όπως αυτή διατηρεί ελάχιστο δίκτυ πρωτοβάθμιων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση ύψους 11,4%. Τον Ιούνιο του 2012 η Τράπεζα Κύπρου ενημέρωσε την Κεντρική Τράπεζα ότι παρά τις προσπάθειές της δεν κατάφερε να καλύψει το κεφαλαιακό της έλλειμα, έτσι ώστε να συμμορφωθεί με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών και αιτήθηκε την παραχώρηση παράτασης έξι
(6)μηνών για να συμμορφωθεί με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών. Η Κεντρική Τράπεζα αρνήθηκε την παραχώρηση της παράτασης και τη συμβούλεψε να αποταθεί άμεσα στη Κυβέρνηση για κρατική ενίσχυση. Στις 29/06/2012 η Τράπεζα Κύπρου αποτάθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία ζητώντας κρατική στήριξη ύψους €500.000.000 με σκοπό την κάλυψη του κεφαλαιακού ελλείμματος που προέκυψε από τη διενεργηθείσα ανακεφαλαιοποίηση, που διενεργήθηκε από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών. Στις 14/11/2012 η Τράπεζα Κύπρου αιτήθηκε στην Κεντρική Τράπεζα Κύπρου και της παραχωρήθηκε έκτακτη ρευστότητα (Emergency Liquidity Assistance - ELA) ύψους €2δις λόγω του ότι στις 07/11/2012 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είχε αποφασίσει την αναστολή πρόσβασης της Τράπεζας Κύπρου στα πιστοδοτικά μέσα άσκησης νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος από 14/11/
  1. Στις 31/12/2012 οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας της Τράπεζας Κύπρου υστερούσαν σημαντικά των εποπτικών απαιτήσεων για το έτος 2012, που ανέρχονταν σε 8% ελάχιστο δείκτη κυρίων βασικών ιδίων κεφαλαίων, 9,5% ελάχιστο δείκτη βασικών ιδίων κεφαλαίων και 11,5% ελάχιστο δείκτη συνολικών ιδίων κεφαλαίων. Οι προβλέψεις για το έτος 2012 για επισφαλείς χορηγήσεις ανήλθαν στα €1.860δισ. σε σύγκριση με €426εκ. για το έτος
  2. Τους πρώτες 3 μήνες του 2013 η ρευστότητα της Τράπεζας Κύπρου επιδεινώθηκε σημαντικά λόγω των αυξημένων εκροών καταθέσεων και ως αποτέλεσμα τον Φεβρουάριο του 2013 η Τράπεζα Κύπρου αιτήθηκε παροχής έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα και στη συνέχεια αιτήθηκε παροχής επιπλέον έκτακτης ρευστότητας. Προς αντιμετώπιση των προβλημάτων που είχαν προκύψει η Αρχή Εξυγίανσης έλαβε μέτρα σε σχέση με την Τράπεζα Κύπρου. Συγκεκριμένα έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση του αποτελεσματικού διαχωρισμού των αρμοδιοτήτων της εποπτείας ως προνοούνται από τον Ν.17(Ι)/
  3. Επιπρόσθετα, εξέδωσε Διατάγματα σε σχέση με την εξυγίανση της Τράπεζας Κύπρου και συγκεκριμένα την Κ.Δ.Π. 93/2013, την Κ.Δ.Π. 94/2013, την Κ.Δ.Π. 96/2013, την Κ.Δ.Π. 97/2013, την Κ.Δ.Π. 103/2013, την Κ.Δ.Π. 104/2013, την Κ.Δ.Π. 105/2013, την Κ.Δ.Π. 132/2013, την Κ.Δ.Π. 133/2013, την Κ.Δ.Π. 135/2013, την Κ.Δ.Π. 156/2013, την Κ.Δ.Π. 275/13, την Κ.Δ.Π. 276/13, την Κ.Δ.Π. 278/2013 και την Κ.Δ.Π. 279/
  4. Με τη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων εξυγίανσης επιτεύχθηκε η διατήρηση και συνέχιση προσφοράς των βασικών τραπεζικών εργασιών, με αποτέλεσμα τη διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας του κυπριακού τραπεζικού συστήματος και προστατεύθηκαν πλήρως οι καταθέτες που θα αποζημιώνονταν από το Ταμείο Προστασίας Καταθετών διασφαλίζοντας την άμεση πρόσβαση των καταθετών στις ασφαλισμένες καταθέσεις τους. Παράλληλα, δεν μετακυλίστηκε το κόστος εξυγίανσης των τραπεζών στους φορολογούμενους και αποφεύχθηκε το ενδεχόμενο χιλιάδες εργαζόμενοι της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας να βρεθούν άνεργοι, ενώ στην περίπτωση της Τράπεζας Κύπρου οι επηρεαζόμενοι έτυχαν χειρισμού σύμφωνα με τις πρόνοιες του διατάγματος Κ.Δ.Π. 103/
  5. Προωθείται η θέση ότι τα μέτρα εξυγίανσης, ήτοι το κούρεμα των καταθετών στην Τράπεζα Κύπρου υπολογίστηκε με βάση τις κεφαλαιακές ανάγκες της Τράπεζας Κύπρου και εν πάση περιπτώσει, προς διασφάλιση της βιωσιμότητας του πιστωτικού ιδρύματος. Η Eναγόμενη 3 καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο ενήργησε μέσα στα πλαίσια του Νόμου και σύμφωνα με το Σύνταγμα. Όλα τα διατάγματα, οι αποφάσεις, οι ενέργειες ή/και οι πράξεις ή/και όλες οι προπαρασκευαστικές πράξεις λήφθηκαν νόμιμα και ορθά και σύμφωνα με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και το πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά ή απώλεια στους Ενάγοντες, όπως ισχυρίζονται και οι οποιεσδήποτε ζημιές των Εναγόντων δεν ήταν το αποτέλεσμα των ενεργειών των Εναγομένων 3, αφού οι Ενάγοντες έλαβαν αριθμό μετοχών της Τράπεζας Κύπρου, σύμφωνα με τις πρόνοιες των σχετικών διαταγμάτων και δεν βρίσκονται σε χειρότερη οικονομική θέση σε σχέση με την περίπτωση που δεν λαμβάνονταν τα μέτρα εξυγίανσης και η Τράπεζα Κύπρου τίθετο σε εκκαθάριση. Κατά την Eναγόμενη 3 οι Ενάγοντες δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα και/ή δεν έλαβαν κανένα μέτρο για να προστατεύσουν τις καταθέσεις τους. Υποστηρίζει ότι η Eναγόμενη 3 δεν φέρει καμία ευθύνη έναντι των Εναγόντων για οποιαδήποτε αποζημίωση για τις ισχυριζόμενες ζημιές και/ή απώλειές τους. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης 1 αλλά και του Εναγόμενου 2, οι Ενάγοντες προβάλλουν ότι ακόμη και αν ο Ν.17(Ι)/2013 είναι συνταγματικός η απομείωση θα έπρεπε να εφαρμοστεί μόνο στις €20.
  6. Περαιτέρω προβάλλεται ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη 1 μπορούσε να αποτρέψει τα Διατάγματα αποφεύγοντας τις συνθήκες που τα προκάλεσαν ή ακόμη μπορούσε να μην τα αποδεχθεί και να μην τα εγκρίνει αλλά να τα προσβάλει με προσφυγή. Προβάλλονται ισχυρισμοί που αφορούν την ακυρότητα των Διαταγμάτων και την αντισυνταγματικότητά τους και καταγράφονται οι λεπτομέρειες αντισυνταγματικότητας. Όσο αφορά την Απάντηση στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης 3 καταγράφηκαν σωρεία θέσεων που αφορούν τις λεπτομέρειες παρανομιών και ή την υπέρβαση εξουσίας στην έκδοση των συγκεκριμενών Διαταγμάτων τα οποία εισηγούνται είναι άκυρα και ανίσχυρα. Επίσης προβάλλεται ισχυρισμός για αντισυνταγματικότητα του Ν.17(Ι)/2013 γιατί παραβιάζει το σύνολο των δικαιωμάτων των Εναγόντων. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Οι Ενάγοντες προώθησαν την υπόθεσή τους με την μαρτυρία του Ενάγοντα 1 και του Ενάγοντα
  7. Ο Ενάγοντας 1, Μ.Ε.1, παρέθεσε τους ισχυρισμούς του σε γραπτή δήλωση την οποία κατέθεσε και σημειώθηκε ως Έγγραφο 1 στη διαδικασία. Σύμφωνα με τη δήλωσή του η Ενάγουσα 2 είναι η σύζυγός του και οι Ενάγοντες 3 και 4 τα παιδιά του. Μαζί με τη σύζυγό του διατηρούσε εμπρόθεσμη κατάθεση, γραμμάτιο, ύψους €540.482,14 στο υποκατάστημα της Eναγόμενης 1 στη Δευτερά, η οποία ήταν πληρωτέα στις 12/03/
  8. Στις 12/03/2013 είχαν επισκεφθεί με τη σύζυγό του το υποκατάστημα της Eναγόμενης 1 και ζήτησαν την ανανέωση του γραμματίου για περίοδο 6 μηνών, ενώ παράλληλα ζήτησαν όπως καταστούν συνδικαιούχοι του γραμματίου οι Ενάγοντες 3 και
  9. Την ίδια μέρα προέβησαν σε ανάληψη του ποσού των €100.482,14 και υπέγραψαν τις σχετικές εντολές. Ζήτησαν από την Τράπεζα όπως μετατρέψει το γραμμάτιο σε κοινό λογαριασμό μαζί με τους Ενάγοντες 3 και
  10. Προς τούτο υπογράφτηκε και το σχετικό έντυπο που απαιτούσε η Eναγόμενη
  11. Υπογράφτηκε επίσης και η εντολή προς την Τράπεζα για τον τρόπο χειρισμού της νέας εμπρόθεσμης κατάθεσης. Η Τράπεζα συμφώνησε και τους αναφέρθηκε ότι θα τηλεφωνούσαν στους Ενάγοντες 3 και 4 για να υπογράψουν κάποια έντυπα. Η Τράπεζα τηλεφώνησε στους Ενάγοντες 3 και 4 στις 13/03/2013 και τους ανέφερε ότι θα τους ειδοποιούσαν για να υπογράψουν κάποια έγγραφα και τους ζήτησε να καθορίσουν σε ποιο κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου τους βόλευε να τα υπογράψουν, όμως ουδέποτε ειδοποιήθηκαν οι Ενάγοντες 3 και 4 να προσέλθουν να υπογράψουν οτιδήποτε. Οι ίδιοι δεν αντιλήφθηκαν ότι οι οδηγίες τους δυνατόν να μην εκτελούνταν για οποιοδήποτε λόγο, αλλά αντίθετα αφέθηκαν με την εντύπωση ότι αυτές θα εκτελούνταν άμεσα. Ούτε τους λέχθηκε ότι δεν θα εκτελούνταν οι εντολές τους εάν δεν υπέγραφαν τα παιδιά τους. Αν το γνώριζαν θα μετέφεραν τα λεφτά τους σε άλλη Τράπεζα. Οι Τράπεζες παρέμειναν κλειστές από τις 15/03/2013 μέχρι τις 28/03/2013 και άνοιξαν με περιορισμούς ως προς τις αναλήψεις. Στις 29/03/2013 δημοσιεύτηκε η Κ.Δ.Π.103/2013, με την οποία τα ποσά των καταθέσεων στην Τράπεζα Κύπρου που υπερέβαιναν το ποσό των €100.000 ανά άτομο θα μετατρέπονταν σε μετοχές. Στις 02/04/2013 επισκέφθηκε ο ίδιος μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας το υποκατάστημα της Eναγόμενης 1 στη Δευτερά για να βεβαιωθούν ότι το γραμμάτιο είχε μεταφερθεί στο όνομα και των τεσσάρων, γεγονός που θα περιόριζε το ποσό που θα μετατρέπετο σε μετοχές σε €40.000 κατά το μέγιστο. Τότε πληροφορήθηκαν ότι οι Ενάγοντες 3 και 4 δεν είχαν συνενωθεί σαν συνδικαιούχοι και ότι το γραμμάτιο ανανεώθηκε για 6 μήνες επ' ονόματι του ίδιου και της συζύγου του μόνο. Τόσο στις 02/04/2013 όσο και στις 03/04/2013, οι ίδιοι επέμεναν όπως εγγραφούν συνδικαιούχοι τα παιδιά τους, ως είχε συμφωνηθεί με την Eναγόμενη 1, όμως η Εναγόμενη 1 αρνείτο αναφέροντας ότι ήταν δεσμευμένη από τις αποφάσεις των Εναγομένων 2 και 3 ενώ παράλληλα εξήγησε ότι ο λόγος που δεν προχώρησαν στην εφαρμογή των οδηγιών, ήταν γιατί οι Ενάγοντες 3 και 4 δεν είχαν υπογράψει τα συγκεκριμένα έγγραφα, έγγραφα τα οποία ουδέποτε κλήθηκαν στην Τράπεζα να υπογράψουν. Το αποτέλεσμα της μη εφαρμογής των οδηγιών που είχαν δοθεί προς την Τράπεζα από τους ίδιους ήταν οι Ενάγοντες 3 και 4 να μη λάβουν οποιοδήποτε ποσό, παρά το γεγονός ότι οι εντολές προς την Τράπεζα ήταν να τους παραχωρηθούν από €110.000 ενώ παράλληλα η Eναγόμενη 1 μετέτρεψε σε μετοχές ποσό ύψους €114.000 και απέδωσαν στον ίδιο και στη σύζυγό του το ποσό των €163.000 γι' αυτό και απαιτούν το ποσό των €114.000 πλέον τόκο. Ισχυρίζεται ότι αν εκτελούντο οι εντολές τους θα έχαναν μόνο €19.000 ήτοι 47.5% του ποσού των €40.
  12. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1, την κατάσταση λογαριασμού που αφορούσε το συγκεκριμένο γραμμάτιο, ως Τεκμήριο 2 βεβαίωση της Eναγόμενης 1, που αφορούσε τις εντολές που είχαν δοθεί στην Eναγόμενη 1 για προσθήκη των Εναγόντων 3 και 4 ως συνδικαιούχων, ως Τεκμήριο 3 την υπογεγραμμένη εντολή για άνοιγμα κοινού λογαριασμού καταθέσεων, ως Τεκμήριο 4 την βεβαίωση της Τράπεζας Κύπρου σε σχέση με το τι είχε συμβεί στις 12/03/2013 και ως Τεκμήριο 5 την πληροφοριακή κατάσταση του λογαριασμού κατά την ημερομηνία λήξης του γραμματίου. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι στις 12/03/2013 είχε επισκεφθεί μαζί με τη σύζυγό του το υποκατάστημα της Eναγόμενης 1 για δύο λόγους. Πρώτον, για να ανανεωθεί το γραμμάτιο που υπήρχε και δεύτερο, για να προβεί σε ανάληψη από το συγκεκριμένο λογαριασμό. Παραδέχθηκε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα είχε υπογράψει τα Τεκμήρια 2 και 3, δηλαδή την εντολή για να τεθούν ως συνδικαιούχοι τα παιδιά του, Ενάγοντες 3 και
  13. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι απ' ότι μπορούσε να θυμηθεί τη συγκεκριμένη εντολή που είχαν δώσει με τη σύζυγό του την ανέλαβε ο Διευθυντής του Υποκαταστήματος, κ. Διάκος. Παραδέχθηκε ότι τα παιδιά του είχαν λάβει τηλεφώνημα από την Τράπεζα Κύπρου για να υπογράψουν κάποια έντυπα και τους αναφέρθηκε ότι θα τους τηλεφωνούσαν αναφορικά με την ημερομηνία της υπογραφής και ότι δεν είχε αναφερθεί οτιδήποτε στον ίδιο αναφορικά με το τηλεφώνημα. Ο ίδιος τη συγκεκριμένη ημέρα είχε φύγει από την Τράπεζα χωρίς να γνωρίζει ότι θα τηλεφωνούσαν στα παιδιά του. Όταν του υποβλήθηκε ότι οι Ενάγοντες 3 και 4 είχαν ενημερωθεί για να προσέλθουν στην Τράπεζα όποτε θέλουν για να υπογράψουν την εντολή, ο ίδιος ανέφερε ότι δεν μπορούσε να το γνωρίζει. Παραδέχθηκε όμως ότι τα παιδιά του δεν υπέγραψαν για να καταστούν συνδικαιούχοι ούτε στις 12/03/2013 αλλά ούτε και αργότερα. Όταν του υποβλήθηκε ότι οι συγκεκριμένες οδηγίες δεν θα μπορούσαν να εκτελεστούν λόγω της απόφασης του Eurogroup ημερομηνίας 15/03/2013 ισχυρίστηκε ότι θα μπορούσε να είχε αποσύρει, τη συγκεκριμένη μέρα, όλο το ποσό από το λογαριασμό. Προώθησε τη θέση ότι υπάρχει δείγμα της υπογραφής των παιδιών του καταχωρημένο στην Τράπεζα Κύπρου γιατί και οι ίδιοι διατηρούν λογαριασμούς στη συγκεκριμένη Τράπεζα. Επέμενε στη θέση του ότι θα έπρεπε να του αναφερθεί, για να γνωρίζει, ότι δεν μπορούσε η εντολή του να προχωρήσει, έτσι ώστε να παραλάβει τα λεφτά από τον λογαριασμό, γιατί εάν είχε τη δυνατότητα θα προέβαινε σε ανάληψη του ποσού. Αρνήθηκε την υποβολή ότι τα έγγραφα δεν ήταν ολοκληρωμένα και ότι δεν μπορούσαν να εκτελεστούν από την Τράπεζα και προώθησε τη θέση ότι δείγμα υπογραφής των παιδιών του βρισκόταν στην Τράπεζα και τα έγγραφα μπορούσαν να προχωρήσουν. Όταν του υποβλήθηκε ότι η Τράπεζα ήταν αναγκασμένη να ακολουθήσει τα Διατάγματα που εκδόθηκαν και που οδήγησαν στην απομείωση των καταθέσεων ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο γεγονός ήταν γνωστό, όμως υποστήριξε ότι τα διατάγματα είχαν ακολουθήσει μετά από κάποιες ημέρες που είχε δοθεί η οδηγία και υπήρχε ένα διάστημα τεσσάρων με πέντε εργάσιμων ημερών για να διεκπεραιωθεί η εντολή που είχε δοθεί στην Τράπεζα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι το αίτημα για άνοιγμα κοινού λογαριασμού δεν είχε γίνει αποδεκτό λόγω του ότι δεν υπήρχαν υπογραφές των παιδιών του και γι' αυτό δεν μπορούσε να προχωρήσει η εντολή. Αντεξετασθείς από την συνήγορο των Εναγομένων 2 και 3 ανέφερε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο εμπλεκόταν με οποιοδήποτε τρόπο ο Ειδικός Διαχειριστής στο αίτημα που είχε υποβληθεί προς την Τράπεζα Κύπρου. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Eνάγοντα 4, Μ.Ε.2, ο οποίος επίσης είχε καταγράψει τις θέσεις του σε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο 2 στη διαδικασία. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του οι Ενάγοντες 1 και 2 είναι γονείς του και ο Ενάγοντας 3 αδελφός του. Οι γονείς του διατηρούσαν λογαριασμούς στην Eναγόμενη 1 και μεταξύ αυτών ήταν και το συγκεκριμένο γραμμάτιο. Είχαν ενημερωθεί από τους γονείς τους ότι προτίθεντο να τους προσθέσουν σαν δικαιούχους πριν τη λήξη του γραμματίου και στις 12/03/2013 οι γονείς τους, τους ενημέρωσαν ότι είχαν επισκεφθεί το Υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου με το οποίο συνεργάζονταν και υπέγραψαν έγγραφα για να προστεθούν ο ίδιος και ο αδελφός του ως συνδικαιούχοι στο γραμμάτιο, το οποίο ανανέωσαν, αφού απέσυραν πρώτα το ποσό των €100.482,14 και παρέμεινε το ποσό των €440.
  14. Επίσης τους ανέφεραν ότι έδωσαν εντολές για τη διαχείριση του γραμματίου καθώς και ότι θα τους τηλεφωνούσαν από την Τράπεζα για να υπογράψουν κάποια έγγραφα για καθαρά τυπικούς λόγους. Την επόμενη ημέρα του τηλεφώνησαν από την Τράπεζα και του ζήτησαν να μεταβεί για να υπογράψει κάποια έγγραφα και ρωτήθηκε σε ποιο υποκατάστημα βολευόταν να προσέλθει. Δεν τηλεφώνησαν στον αδελφό του, Ενάγοντα 3, αλλά του ζήτησαν να τον ενημερώσει. Μετά το τηλεφώνημα στις 13/03/2013 δεν έλαβε άλλο τηλεφώνημα ούτε ο ίδιος αλλά ούτε ο αδελφός του και ακολούθησαν τα συμβάντα στις 15/03/
  15. Οι Τράπεζες παρέμειναν κλειστές από τις 15/03 μέχρι στις 28/03 και άνοιξαν στις 28/03 με περιορισμούς ως προς τις αναλήψεις και με τη δημοσίευση της Κ.Δ.Π. 103/2013 στις 29/03/
  16. Αποτέλεσμα ήταν τόσο ο ίδιος όσο και ο Ενάγοντας 3 να μη λάβουν οποιοδήποτε ποσό, πάρα το ότι σύμφωνα με τις εντολές των γονιών τους θα τους παραχωρούσαν από €110.000, το ποσό των €114.000 να μετατραπεί σε μετοχές και οι γονείς τους να απωλέσουν το ποσό των €114.
  17. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι η Αρχή Εξυγίανσης δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στη λήψη των μέτρων εξυγίανσης της Τράπεζας και στη έκδοση των Διαταγμάτων Κ.Δ.Π.93/2013, Κ.Δ.Π.96/2013, Κ.Δ.Π.103/2013 και επόμενων. Ισχυρίζεται ότι οι καταθέτες της Τράπεζας που είχαν τις καταθέσεις τους σε υποκαταστήματα της Eναγόμενης 1 στην Ελλάδα έλαβαν το σύνολο των καταθέσεών τους, ενώ οι καταθέτες που είχαν τις καταθέσεις τους σε υποκαταστήματα στην Κύπρο έλαβαν μόνο €100.000 ενώ το 52,5% του υπόλοιπου τους μετατράπηκε σε μετοχές. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 6, φωτοτυπία επιστολής ημερομηνίας 11/02/2013 της Κεντρικής Τράπεζας προς τον C.E.O. της Λαϊκής Τράπεζας και ως Τεκμήριο 6Α επιστολή με το ίδιο περιεχόμενο προς τον κ. Ιωαννίδη, Πρόεδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, ως Τεκμήριο 7, δέσμη από τέσσερα έγγραφα που συνιστούν τις ανακοινώσεις του Eurogroup του Μαρτίου 2013, ως Τεκμήριο 8 την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας ως Αρχής Εξυγίανσης και του Υπουργού Οικονομικών ημερομηνίας 25/03/2013, ως Τεκμήριο 9 την επιστολή παραίτησης δύο μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 11/04/2013, ως Τεκμήριο 10 Σημείωμα του Διοικητή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 10/05/2013 προς την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών, ως Τεκμήριο 11 επιστολή του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας προς τον Υπουργό Οικονομικών ημερομηνίας 10/03/2013, ως Τεκμήριο 12 την πράξη διορισμού του Ειδικού Διαχειριστή της Λαϊκής Τράπεζας, ως Τεκμήριο 13 τις εξαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 30/06/2013, ως Τεκμήριο 14 την επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 24/03/2013 που αφορά την αξιολόγηση της Τράπεζας Κύπρου, ως Τεκμήριο 14 (α) την επιστολή ημερομηνίας 24/03/2013 που αφορά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 6 του Ν.17(Ι)/2013 σε σχέση με την Τράπεζα Κύπρου και τη λήψη μέτρων εξυγίανσης, ως Τεκμήριο 14 (β) την επιστολή ημερομηνίας 25/03/2013 που αφορά την προκαταρκτική αποτίμηση των τίτλων ιδιοκτησίας και περιουσιακών στοιχείων της Τράπεζας Κύπρου, ως Τεκμήριο 14(γ) επιστολή - πρόταση ημερομηνίας 25/03/2013 της Κεντρικής Τράπεζας προς τον Υπουργό Οικονομικών σε σχέση με την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης στην Τράπεζα Κύπρου και ως Τεκμήριο 15 τον κατάλογο των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας για τα έτη 2012 και
  18. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι οι γονείς του, τους είχαν ενημερώσει στις αρχές του 2013 ότι θα τους προσέθεταν ως δικαιούχους σε κοινό λογαριασμό και ότι μετά την αποχώρηση των γονιών τους από την Τράπεζα, στις 12/03/2013, πράγματι είχε λάβει τηλεφώνημα, στο οποίο του ζητήθηκε να μεταβεί στην Τράπεζα να υπογράψει κάποια έντυπα. Το ότι οι υπογραφές ήταν για τυπικούς λόγους ήταν η αντίληψη των γονιών του, γιατί δεν τους είχε αναφερθεί στην Τράπεζα ότι δεν θα εκτελείτο η εντολή τους χωρίς τις υπογραφές του ίδιου και του αδελφού του. Ισχυρίστηκε ότι είχε μιλήσει και ο ίδιος με την Τράπεζα, την επόμενη μέρα και λόγω του ότι και οι τέσσερεις ήταν πελάτες της Τράπεζας Κύπρου, του συγκεκριμένου υποκαταστήματος, οι σχέσεις τους ήταν φιλικές. Από τη στιγμή, ήταν η θέση του, που δεν είχε αναφερθεί στους γονείς του ότι για να εκτελεστεί η εντολή θα έπρεπε να ληφθεί η δική του υπογραφή και του αδελφού του, η Τράπεζα όφειλε να την εκτελέσει. Υποστήριξε ότι δικαιούχοι του λογαριασμού ήταν οι γονείς του, οπόταν ο ίδιος και ο αδελφός του δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Παραδέχθηκε, σε ερώτηση που του τέθηκε, ότι είχε λάβει τηλεφώνημα από την Τράπεζα Κύπρου και ότι είχε ερωτηθεί αναφορικά με το υποκατάστημα που τον βόλευε να μεταβεί καθώς επίσης και ότι του είχε αναφερθεί να ενημερώσει τον αδελφό του ότι έπρεπε να υπογράψει. Ισχυρίζεται ότι εάν ήταν επιβεβλημένη η υπογραφή του ίδιου και του αδελφού του θα έπρεπε η ίδια η Τράπεζα να τηλεφωνήσει του αδελφού του και όχι πρόχειρα, μέσω τρίτου, να ενημερωθεί ο αδελφός του. Αυτή η προχειρότητα στη τηλεφωνική συζήτηση του επιβεβαίωσε ότι οι υπογραφές, τόσο του ίδιου όσο και του αδελφού του, ήταν τυπικές. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι στο συγκεκριμένο τηλεφώνημα δεν του είχε αναφερθεί από τον τραπεζικό υπάλληλο ότι ήταν αναγκαίο να υπογραφτούν τα έντυπα για να προχωρήσει η εντολή, εάν του αναφέρονταν κάτι τέτοιο θα πήγαινε με τον αδελφό του την επόμενη μέρα στην Τράπεζα για να υπογράψουν και δεν θα το άφηναν στην τύχη. Επέμενε στη θέση του ότι του είχε αναφερθεί από την Τράπεζα ότι θα τους τηλεφωνούσαν όταν η Τράπεζα ήταν έτοιμη, σε σχέση με τις εσωτερικές της διαδικασίες. Στο συγκεκριμένο τηλεφώνημα δεν αναφέρθηκε ο χρόνος υπογραφής παρά μόνο ο τόπος, ήτοι πού βόλευε τους ίδιους να μεταβούν για να υπογραφτούν τα έγγραφα καθώς επίσης και το γεγονός της ενημέρωσης του αδελφού του. Αρνήθηκε την υποβολή ότι έφεραν ευθύνη τόσο ο ίδιος όσο και ο αδελφός του να τηλεφωνήσουν στην Τράπεζα για να διευθετήσουν την υπογραφή των εγγράφων, αφού δεν γνώριζαν τις εσωτερικές διαδικασίες της Τράπεζας ή τι έγγραφα απαιτείτο να ετοιμαστούν. Συμφώνησε ότι για να ανοιχθεί ένας λογαριασμός σε μια τράπεζα απαιτείται η υπογραφή του δικαιούχου για το άνοιγμά του. Με αναφορά στα Τεκμήρια 2 και 3 του υποβλήθηκε ότι για να ολοκληρωθεί η εντολή και το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού θα έπρεπε να υπογραφτεί από όλους τους κατόχους του κοινού λογαριασμού και συμφώνησε. Όμως επέμενε στη θέση του ότι ο λόγος που δεν υπογράφτηκαν τα έντυπα ήταν γιατί δεν κλήθηκαν ούτε ο ίδιος ούτε ο αδελφός του να τα υπογράψουν. Όταν έλαβε το τηλεφώνημα, στις 13/03/2013, δεν γνώριζε το περιεχόμενο των εγγράφων, άρα δεν γνώριζε τους όρους που περιείχαν τα έγγραφα, όμως του είχε αναφερθεί ότι θα καλείτο τόσο ο ίδιος καθώς και ο αδελφός του να υπογράψουν τα έγγραφα, όταν αυτά ήταν έτοιμα. Διαφορετικά, ήταν η θέση του, ότι θα πήγαινε μαζί με τον αδελφό του στην Τράπεζα για να τα υπογράψουν την επόμενη μέρα. Επέμενε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ότι οι υπογραφές ήταν απαραίτητες για να ολοκληρωθεί η εντολή και ότι κάτι τέτοιο δεν του αναφέρθηκε από την Τράπεζα, ενώ προώθησε τη θέση ότι ήταν καθήκον της Τράπεζας να τους ενημερώσει. Συμφώνησε ότι στο κάτω μέρος των Τεκμηρίων 2 και 3 καταγράφετο ότι για να εκτελεστεί η οδηγία για άνοιγμα κοινού λογαριασμού έπρεπε να υπογραφτούν τα έγγραφα από όλους τους κατόχους του λογαριασμού. Όταν του υποβλήθηκε ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν είχε άλλη επιλογή από το να ακολουθήσει τα Διατάγματα και εν πάση περιπτώσει, να μην προχωρήσει μετά τις 15/03/2013 σε οποιαδήποτε εκτέλεση της εντολής, η θέση του ήταν ότι ο ίδιος δεν το γνώριζε και ότι αυτό που γνώριζε ήταν ότι αν εκτελείτο δεν θα εφαρμοζόταν το κούρεμα στο συγκεκριμένο γραμμάτιο. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο των Εναγομένων 2 και 3 υποστήριξε ότι δεν είχε οποιαδήποτε γνώση κατά πόσο η Αρχή Εξυγίανσης προέβη σε πολλές έρευνες, μελέτες και αξιολογήσεις πριν καταλήξει στη λήψη αποφάσεων και έκδοση διαταγμάτων αναφορικά με τα μέτρα εξυγίανσης στην Τράπεζα Κύπρου. Προώθησε την άποψη ότι τα συγκεκριμένα Διατάγματα που εκδόθηκαν από τους Εναγόμενους 2 και 3 σε σχέση με την Τράπεζα Κύπρου δεν ήταν ορθά και νόμιμα καθώς επίσης και ότι δεν γνώριζε κατά πόσο θα βρίσκετο σε χειρότερη οικονομική θέση εάν δεν είχαν ληφθεί τα μέτρα εξυγίανσης στην Τράπεζα Κύπρου. Για την Eναγόμενη 1 μαρτυρία δόθηκε από τον κ. Χρήστο Διάκου, Μ.Υ.1, διευθυντή του Υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου στη Δασούπολη. Εξήγησε ότι ως διευθυντής ασχολείται με τις χορηγήσεις πιστωτικών διευκολύνσεων, τα δάνεια, τις καταθέσεις, τις επαφές με πελάτες καθώς και με οποιοδήποτε λειτουργικό πρόβλημα υπάρχει στο κατάστημα. Το 2013 τελούσε διευθυντής στο υποκατάστημα της Δευτεράς. Ήταν η θέση του ότι οι Ενάγοντες ήταν γνωστοί πελάτες στο κατάστημα στη Δευτερά και είχε εκτεταμένη συνεργασία μαζί τους, αφού διατηρούσαν οικογενειακές καταθέσεις και δάνεια στο υποκατάστημα. Απ' ότι μπορούσε να θυμηθεί, οι πελάτες [ ] και [ ] Ιακωβίδου, είχαν περάσει από το κατάστημα στις 12/03/2013 και ζήτησαν να αποσύρουν ένα μεγάλο ποσό και το υπόλοιπο να το μετατρέψουν σε κοινό λογαριασμό με τα παιδιά τους. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 2 ανέφερε ότι είναι το έντυπο μετατροπής από προσωπικό σε κοινό λογαριασμό το οποίο χρησιμοποιείτο κατά την επίδικη περίοδο. Σε σχέση με το Τεκμήριο 3 ανέφερε ότι είναι το έντυπο για εντολή ανοίγματος κοινού λογαριασμού. Ήταν η θέση του ότι τα συγκεκριμένα έντυπα είχαν υπογραφτεί μόνο από τους Ενάγοντες 1 και
  19. Εξήγησε ότι στις 12/03/2013, δέχθηκε τηλεφώνημα ο [ ] Ιακωβίδης στην παρουσία του και στην παρουσία του πατέρα του για να ενημερωθεί σε σχέση με το γραμμάτιο και για να ερωτηθεί κατά πόσο επιθυμούσε να του μεταφέρει ο Ενάγοντας 1 ένα μεγάλο ποσό σε κάποιο δάνειο που ο ίδιος διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου. Ο Ενάγοντας 3 απάντησε αρνητικά και ανέφερε ότι η επιθυμία του ήταν να προχωρήσει ο Ενάγοντας 1 στη μετατροπή του συγκεκριμένου λογαριασμού όπως επιθυμούσε. Σε σχέση με τον Ενάγοντα 4, απ' ότι μπορούσε να θυμηθεί είχε ενημερωθεί από κάποιο μέλος του προσωπικού τηλεφωνικά να προσέλθει για να υπογράψει. Εξήγησε ότι σύμφωνα με τις Εγκυκλίους της Τράπεζας, η μετατροπή λογαριασμού από προσωπικό λογαριασμό σε κοινό λογαριασμό απαιτεί την υπογραφή όλων των εντύπων από όλους τους συνιδιοκτήτες του κοινού λογαριασμού. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 την Εγκύκλιο, ημερομηνίας 13/12/2012, με τίτλο «Οργανωτική Εγκύκλιος 105». Παρέπεμψε στην παράγραφο 9.5.1 του Τεκμηρίου 16 και ανέφερε ότι στα συγκεκριμένα έγγραφα, τα Τεκμήρια 2 και 3, απαιτείτο και η υπογραφή των Εναγόντων 3 και 4 και δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ότι υπήρχε η υπογραφή τους λόγω του ότι είχαν άλλους λογαριασμούς στην Τράπεζα Κύπρου. Οι οδηγίες της Τράπεζας είναι, κατά τη δική του άποψη, ξεκάθαρες, ότι σε κάθε άνοιγμα νέου προσωπικού ή κοινού λογαριασμού απαιτούνται εκ νέου υπογραφές όλων των συνιδιοκτητών. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο Ενάγοντας 3 είχε άλλο κοινό λογαριασμό, τον οποίο είχε ανοίξει το 2011, ο οποίος είχε υπογραφτεί και από τα δύο άτομα που αφορούσε. Ήταν η δική του θέση ότι είναι υποχρέωση του ίδιου του πελάτη να προσέλθει στην Τράπεζα για να υπογράψει τα απαραίτητα έγγραφα, όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της στενής συνεργασίας με τους συγκεκριμένους πελάτες είχε γίνει και το τηλεφώνημα χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε υποχρέωση προς τούτο. Στη συνέχεια στις 18/03/2013, απ' ότι μπορούσε να θυμηθεί, του τηλεφώνησε ο ίδιος ο Ενάγοντας 1, ενώ οι Τράπεζες ήταν κλειστές, ρωτώντας τον κατά πόσο μπορούσε να εκτελεστεί η οδηγία που είχε δώσει στις 12/03/2013 και ο ίδιος του ανέφερε ότι λόγω των περιοριστικών μέτρων δεν επιτρεπόταν οποιαδήποτε αλλαγή στα συστήματα της Τράπεζας. Αντεξετασθείς παραδέχθηκε ότι γνώριζε τους Ενάγοντες γιατί ήταν σημαντικοί πελάτες του υποκαταστήματος. Παραδέχθηκε ότι στις 12/03/2013 οι Ενάγοντες 1 και 2 τον είχαν επισκεφθεί προσωπικά. Επέμενε στη θέση του ότι ο Ενάγοντας 1 είχε τηλεφωνήσει στον Ενάγοντα 3 στην παρουσία του. Εξήγησε με αναφορά στο Τεκμήριο 16, ότι συνιστά τρόπο εφαρμογής των εσωτερικών διαδικασιών της Τράπεζας για τον τρόπο ανοίγματος ή μετατροπής ενός λογαριασμού. Επέμενε στη θέση του ότι η παράγραφος 9.5.
  20. του Τεκμηρίου 16 εφαρμόζετο στην περίπτωση των Εναγόντων γιατί κάλυπτε τη μετατροπή κοινών λογαριασμών σε προσωπικούς και από προσωπικούς σε κοινούς. Όταν του υποβλήθηκε ότι στην περίπτωση των Εναγόντων εφαρμοζόταν η παράγραφος 9.5.3 του Τεκμηρίου 16, που τιτλοφορείται «προσθήκη συνδικαιούχου σε κοινό λογαριασμό», ο ίδιος υποστήριξε ότι στην παράγραφο 9.5.1 δίνονται καλύτερες λεπτομέρειες χειρισμού. Επέμενε στην θέση του ότι το έντυπο, Τεκμήριο 2, έπρεπε να υπογραφτεί από όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού, υφιστάμενους και καινούργιους και αφορά την καταγραφή των ονομάτων των συνιδιοκτητών και τις υπογραφές τους. Όσο αφορά το άνοιγμα του λογαριασμού και τη λειτουργία του οι εντολές είναι στο Τεκμήριο
  21. Ισχυρίστηκε ότι και τα δύο, Τεκμήρια 2 και 3, έπρεπε να υπογραφτούν από όλα τα μέρη του λογαριασμού αφού η Εγκύκλιος είναι ξεκάθαρη ότι είναι αναγκαίο όπως όλοι οι κάτοχοι του λογαριασμού υπογράψουν όλα τα έντυπα που είναι σχετικά με την κατηγορία του κοινού λογαριασμού καθώς και τις εντολές για άνοιγμα του κοινού λογαριασμού. Σε ερώτηση που του τέθηκε εξήγησε ότι χρειάζονταν και οι υπογραφές των άλλων δυο προτιθέμενων συνιδιοκτητών για να μπορεί να θεωρηθεί η οδηγία του Ενάγοντα 1 ολοκληρωμένη. Με τις δυο υπογραφές, των Εναγόντων 1 και 2, η οδηγία θεωρείτο ημιτελής. Ισχυρίστηκε ότι έπρεπε να υπάρχουν και στα δυο έντυπα οι υπογραφές και των τεσσάρων Εναγόντων για να γίνει το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού και η μετατροπή. Σε σχέση με το τηλεφώνημα προς τον Ενάγοντα 3 ήταν η δική του θέση ότι ήταν μπροστά όταν του τηλεφώνησε ο πατέρας του και ο ίδιος τον ρώτησε κατά πόσο ήθελε να αποσύρει τα λεφτά που του προσέφερε ο πατέρας του και το θυμόταν γιατί του προκάλεσε έκπληξη η άρνησή του. Όσο αφορά τον Εναγόμενο 4 γνώριζε ότι του είχε τηλεφωνήσει άλλο μέλος του προσωπικού αλλά ποτέ δεν επισκέφθηκαν την Τράπεζα για να υπογράψουν τα έντυπα. Απέκλεισε το γεγονός του δεύτερου τηλεφωνήματος προς τους Ενάγοντες 3 και 4 πρώτον, γιατί δεν υπήρχαν οποιαδήποτε έγγραφα για να ετοιμαστούν προς υπογραφή που να απαιτείται χρόνος, δεύτερον, δεν υπήρχε η πολυτέλεια χρόνου για να προβαίνει ο οποιοσδήποτε υπάλληλος σε δεύτερο τηλεφώνημα για μια υποχρέωση και έγνοια που ήταν καθαρά του πελάτη και τρίτον, λόγω του ότι η συγκεκριμένη οικογένεια είναι συγκροτημένη με ομαλές σχέσεις χωρίς προβλήματα επικοινωνίας μεταξύ τους και τέταρτον ήταν σε γνώση τους ότι έπρεπε να υπογράψουν. Λόγω του ότι δεν προσήλθαν, οι Ενάγοντες 3 και 4, να υπογράψουν το γραμμάτιο ανανεώθηκε αυτόματα, από το σύστημα, για περαιτέρω 6 μήνες. Υποστήριξε ότι οι πελάτες, οι Ενάγοντες 1 και 2, ήταν ενήμεροι ότι έγιναν αλλαγές στο λογαριασμό τους μετά το κούρεμα. Ερωτηθείς ανέφερε ότι από τι στιγμή που δεν υπέγραψαν και οι τέσσερεις συνιδιοκτήτες το συγκεκριμένο γραμμάτιο συνέχισε να υπάρχει με τους δυο Ενάγοντες μόνο ως ιδιοκτήτες και αυτόματα ανανεώθηκε με τους ίδιους όρους. Εξήγησε ότι μετά τα περιοριστικά μέτρα του 2013 τα γραμμάτια πέραν των €100.000 μετατράπηκαν σε μετοχές και σε νέα γραμμάτια βάση της Εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας και το υποκατάστημα δεν είχε το ελεύθερο να εκτελέσει οποιεσδήποτε οδηγίες του πελάτη γιατί δεν είχε οποιαδήποτε εξουσία η Τράπεζα στο χειρισμό των γραμματίων που υπερέβαιναν τις €100.
  22. Όσο αφορά το τηλεφώνημα της 18/03/2013 έγινε στο προσωπικό του τηλέφωνο από τον Ενάγοντα 1, ο οποίος του είχε ζητήσει να διευθετηθεί συνάντηση με ανώτερους τραπεζικούς λειτουργούς, πράγμα που διευθετήθηκε και όλη η οικογένεια είχε συνάντηση με ανώτερο τραπεζικό λειτουργό γιατί ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε εξουσία σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα. Για τους Εναγόμενους 2 και 3 μαρτυρία δόθηκε από δυο μάρτυρες, από τον κ. [ ] Χριστοφίδη, Μ.Υ.2 και τον κ. [ ] Στυλιανού, Μ.Υ.
  23. Ο κ. Χριστοφίδης, Μ.Υ.2, παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο
  24. Στην γραπτή του δήλωση κατέγραψε τα πλούσια και εντυπωσιακά προσόντα του και ισχυρίστηκε ότι στις 25/03/2013 είχε διοριστεί από την Αρχή Εξυγίανσης ως Ειδικός Διαχειριστής της Τράπεζας Κύπρου, διορισμός ο οποίος τερματίστηκε στις 21/06/
  25. Ο ίδιος δεν γνωρίζει τους Ενάγοντες ούτε και γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με το αίτημά των Εναγόντων 1 και 2 για μετατροπή του λογαριασμού τους σε κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχους τους Εναγόμενους 3 και 4 αλλά ούτε και είχε οποιαδήποτε ανάμειξη σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι είχε διορισθεί Ειδικός Διαχειριστής στις 25/03/2013 δυνάμει των προνοιών του άρθρου 14
(1)του Ν.17(Ι)/
  1. Παραδέχθηκε ότι κατά τον χρόνο που διατελούσε Ειδικός Διαχειριστής είχε εκδώσει οδηγίες στα διάφορα Τμήματα της Τράπεζας αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί αν είχε εκδώσει οδηγίες για τον χειρισμό του συγκεκριμένου είδους θέματος, όπως τη λειτουργία των συγκεκριμένων λογαριασμών. Εξήγησε ότι για το κάθε Τμήμα υπήρχαν κανονισμοί και οδηγίες λειτουργίας, «procedures», για το πως να χειρίζεται το προσωπικό τις διάφορες υποθέσεις. Δεν διαβιβαζόταν η κάθε υπόθεση που προέκυπτε στον Ειδικό Διαχειριστή. Όταν του υποβλήθηκε ότι σύμφωνα με το άρθρο 17 του Ν. 17(Ι)/2013 οι αποφάσεις ή/και οι πράξεις που αφορούσαν τη λειτουργία και τη διοίκηση της Τράπεζας θα έπρεπε να λαμβάνονται από τον ίδιο, ο ίδιος προώθησε τη θέση ότι με την απορρόφηση της Λαϊκής από την Τράπεζα Κύπρου ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να επιλύει το κάθε θέμα που προέκυπτε γι' αυτό λειτουργούσε η δομή και η ιεραρχία της Τράπεζας και μάλιστα κάτω από αντίξοες συνθήκες. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο κ. Στυλιανού, Μ.Υ.3, Προϊστάμενος του Τμήματος Εξυγίανσης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Στη γραπτή του δήλωση, το Έγγραφο 4, η οποία εκτείνεται σε 25 σελίδες αναφέρεται στο ιστορικό που οδήγησε στα γεγονότα του Μαρτίου
  2. Κάνει αναδρομή στα γεγονότα του 2011, στο αίτημα της Τράπεζας Κύπρου για κρατική στήριξη ύψους €500 εκ. με σκοπό την κάλυψη του κεφαλαιακού ελλείματος, στο αίτημα της Κυπριακής Δημοκρατίας για στήριξη από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για σύναψη δανείου, στην άφιξη της ΤΡΟΙΚΑ στην Κύπρο, στο Μνημόνιο Συναντίληψης που συμφωνήθηκε και στην πολιτική συμφωνία που επιτεύχθηκε στο Eurogroup στις 16/03/2013 για την εφαρμογή ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής. Με ορατό και άμεσο τον κίνδυνο κατάρρευσης των δυο Τραπεζών, της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου, ψηφίστηκε μεταξύ άλλων νομοθεσιών και ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμος Ν.17(Ι)/
  3. Στις 24/03/2013 η Μονάδα Εξυγίανσης ετοίμασε Έκθεση Αξιολόγησης για τη λήψη μέτρων στην Τράπεζα Κύπρου, αφού διαπίστωσε ότι δεν τηρούσε τους ελάχιστους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και ότι η λειτουργία της εξαρτάτο από τη δημόσια χρηματοοικονομική στήριξη που είχε ζητήσει από το Κράτος στις 29/06/
  4. Με τα συγκεκριμένα δεδομένα λήφθηκε από κοινού απόφαση της Αρχής Εξυγίανσης και του Υπουργού Οικονομικών σε σχέση με την Τράπεζα Κύπρου και επιλέχθηκαν μέτρα εξυγίανσης για τα οποία δεν απαιτείτο εξωτερική χρηματοδότηση για την εφαρμογή τους, λόγω της αδυναμίας της Κυπριακής Δημοκρατίας να εξεύρει δανειοδότηση από τις διεθνείς αγορές. Λήφθηκαν μέτρα διάσωσης της Τράπεζας Κύπρου με ίδια μέσα με σκοπό την απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας ούτως ώστε να είναι σε θέση να συνεχίσει εργασίες ως δρώσα οικονομική μονάδα και να προστατευτούν πλήρως οι ασφαλισμένοι καταθέτες και η χρηματοοικονομική σταθερότητα. Γι' αυτό ακολουθήθηκε η σειρά απομείωσης που καθορίζεται στο άρθρο 12
(8)του Ν.17(Ι)/
  1. Υποστήριξε ότι στην περίπτωση που η Τράπεζα Κύπρου τίθετο σε εκκαθάριση οι συνέπειες θα ήταν καταστρεπτικές αφού η ρευστοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων θα ήταν αδύνατη σε σύντομο χρονικό διάστημα και θα ήταν παντελώς αδύνατο να αποζημιωθούν έστω και οι ασφαλισμένοι καταθέτες και θα δημιουργείτο μια κατάσταση που θα οδηγούσε σε πλήρη κατάρρευση της αγοράς με δυσμενείς συνέπειες. Οπόταν, υπό τις περιστάσεις, τα μέτρα εξυγίανσης λήφθηκαν με σκοπό την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και αφού λήφθηκε υπόψιν ότι οι πιστωτές του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση επωμίζονται τις ζημιές μετά τους μετόχους. Εάν η Τράπεζα Κύπρου τίθετο σε εκκαθάριση οι καταθέτες της θα βρίσκονταν σε δυσμενέστερη θέση από αυτήν που βρέθηκαν με τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στην εν λόγω Τράπεζα. Όσο αφορά την πώληση των υποκαταστημάτων των Κυπριακών Τραπεζών στην Ελλάδα ήταν μια πράξη η οποία επιβλήθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά τις διαπραγματεύσεις με την ΤΡΟΙΚΑ για το Μνημόνιο. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 17, επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας προς την Τράπεζα Κύπρου η οποία αφορούσε την κεφαλαιακή ενίσχυση ημερομηνίας 27/12/2011, ως Τεκμήριο 18 επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 20/01/2012 προς την Κεντρική Τράπεζα, ως Τεκμήριο 19 επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας προς την Τράπεζα Κύπρου η οποία αφορούσε την κεφαλαιακή ενίσχυση ημερομηνίας 09/03/2012, ως Τεκμήριο 20 επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 20/06/2012 προς την Κεντρική Τράπεζα, ως Τεκμήριο 21 απαντητική επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 26/06/2012 προς την Τράπεζα Κύπρου η οποία αφορούσε το Σχέδιο ανακεφαλαιοποίησης της Τράπεζας Κύπρου, ως Τεκμήριο 22 επιστολή του Υπουργού Οικονομικών ημερομηνίας 02/03/2012 προς τον Κεντρικό Τραπεζίτη, Τεκμήριο 23 επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 29/06/2012 προς τον Κεντρικό Τραπεζίτη η οποία αφορούσε αίτημα για κρατική στήριξη, ως Τεκμήριο 24 επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας προς την Τράπεζα Κύπρου ημερομηνίας 20/07/2012, ως Τεκμήριο 25 επιστολή του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας προς την Τράπεζα Κύπρου, ως Τεκμήριο 26 αντίγραφο του προκαταρτικού Μνημονίου Συναντίληψης, ως Τεκμήριο 27 αντίγραφο της Έκθεσης της PIMCO ημερομηνίας 01/02/2013, ως Τεκμήριο 27(Α) τη δημοσίευση στον τύπο της Κεντρικής Τράπεζας, ως Τεκμήριο 28 το Σχέδιο Εξυγίανσης της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 24/03/2013, ως Τεκμήριο 29 την προκαταρτική αποτίμηση των τίτλων ιδιοκτησίας, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 25/03/2013, ως Τεκμήριο 30 επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας προς την Τράπεζα Κύπρου για εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης ημερομηνίας 25/03/2013, ως Τεκμήριο 31 δέσμη από Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις που είχαν εκδοθεί δυνάμει του Ν.17(Ι)/2013, ως Τεκμήριο 32 επιστολή της Τράπεζας Κύπρου προς τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 19/04/2013, ως Τεκμήριο 33 επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας προς τον Ειδικό Διαχειριστή ημερομηνίας 26/04/2013, ως Τεκμήριο 34 Σημείωμα της Υπηρεσίας Ρύθμισης του Τμήματος Εποπτείας της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 23/07/2013, ως Τεκμήριο 35 επιστολή του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 30/07/2013 προς τον Υπουργό Οικονομικών που αφορούσε την τροποποίηση του Διατάγματος, ως Τεκμήριο 36 επιστολή του Υπουργού Οικονομικών ημερομηνίας 30/07/2013 προς τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, ως Τεκμήριο 37 αντίγραφο της Έκθεσης της KPMG Λονδίνου που αφορούσε την εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων της Τράπεζας Κύπρου, ως Τεκμήριο 38 αντίγραφο της Κ.Δ.Π. 279/13 και ως Τεκμήριο 39 την Κ.Δ.Π. 96/
  2. Ερωτηθείς κατά πόσο γνώριζε οτιδήποτε σε σχέση με το αίτημα των Εναγόντων 1 και 2 για μετατροπή του λογαριασμού τους στην Τράπεζα Κύπρου σε κοινό λογαριασμό με τα παιδιά τους ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε. Κατά τη δική του άποψη το συγκεκριμένο θέμα δεν αφορούσε την Αρχή Εξυγίανσης αλλά την Τράπεζα Κύπρου και τους πελάτες της. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι την εποπτεία και τον έλεγχο των Κυπριακών Τραπεζών το 2013 τον είχε η Κεντρική Τράπεζα και ότι τώρα ελέγχονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Εξήγησε ότι η Κεντρική Τράπεζα είναι η Αρχή Εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.17(Ι)/2013 και ο καθ΄ ύλην προϊστάμενός της, ο Διοικητής, ενεργεί εκ μέρους της Κεντρικής Τράπεζας και της Αρχής Εξυγίανσης. Ερωτηθείς ανέφερε ότι τα μέτρα εξυγίανσης είχαν ληφθεί για να διασωθούν οι κρίσιμες λειτουργείες της Τράπεζας Κύπρου, οι ασφαλισμένοι καταθέτες και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να διασωθεί και για να αποφευχθεί η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, οι συνέπειες του οποίου θα ήταν δυσμενέστερες από τα μέτρα εξυγίανσης που είχαν ληφθεί. Κατά τη δική του άποψη η εκκαθάριση της Τράπεζας Κύπρου θα είχε επιπτώσεις όχι μόνο στον τραπεζικό τομέα αλλά και στο σύνολο της οικονομίας και της κοινωνίας οι οποίες θα ήταν πολύ χειρότερες από τα μέτρα εξυγίανσης που λήφθηκαν. Ήταν η θέση του ότι με βάση των περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 οι καταθέσεις μετατράπηκαν σε μετοχές και παραδέχθηκε ότι πριν την θέσπιση του συγκεκριμένου Νόμου δεν υπήρχε άλλος νόμος που να το επιτρέπει. Σε ερώτηση που του τέθηκε ανέφερε ότι η απόφαση της 25/03/2013 ήταν πολιτική, συμφωνία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και των κρατών μελών της Ευρωζώνης, για να μπορέσει να παραχωρηθεί κρατική στήριξη και να αποφευχθεί η χρεοκοπία των Τραπεζών και κατ΄ επέκταση της Δημοκρατίας. Η Κεντρική Τράπεζα ενήργησε μέσα στα πλαίσια της συγκεκριμένης απόφασης του Eurogroup. Εξήγησε ότι η Τράπεζα Κύπρου την συγκεκριμένη περίοδο είχε περίπου 600 χιλιάδες καταθέτες και από αυτούς οι 580 χιλιάδες είχαν καταθέσεις κάτω από €100.000 οπόταν για όλους αυτούς είχε διασωθεί το σύνολο των καταθέσεών τους. Για τους υπόλοιπους εφαρμόστηκε το μέτρο εξυγίανσης με ίδια μέσα ήτοι το 47.5% των καταθέσεών τους μετατράπηκε σε μετοχές. Υποστήριξε ότι η κατάθεση είναι οφειλή της Τράπεζας προς τον καταθέτη και ότι η πρόσβαση ή χρήση στο ποσό της κατάθεσης δεν είναι ελεύθερη ανά πάσα στιγμή. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με λεπτομερείς και εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων είναι υπόψη του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο θα αναφερθεί σ΄ αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν μπορεί να απομονωθεί από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, εκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση βλ. μεταξύ άλλων Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου,
(2013)1 Α.Α.Δ. 1166 και C. & A. Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(B) Α.Α.Δ.
  1. Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν. Ο Ενάγοντας 1, Μ.Ε.1, είπε τη μισή αλήθεια και έδωσε τη δική του εκδοχή στα γεγονότα. Σε σχέση με το «τηλεφώνημα» για την ενημέρωση των υιών του ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών και ότι του είχαν αναφέρει τα παιδιά του ότι τους είχαν τηλεφωνήσει από την Τράπεζα και «ότι θα τους τηλεφωνούσαν για να πάνε να υπογράψουν». Όμως στη γραπτή του δήλωση, Έγγραφο 1, στην παράγραφο 7, κάνει αναφορά στο γεγονός ότι του είχε λεχθεί από την Τράπεζα ότι θα τηλεφωνούσαν στους Ενάγοντες 3 και 4 για να υπογράψουν τα έντυπα. Αντεξετασθείς παραδέχθηκε ότι και τα δυο του παιδιά τον είχαν ενημερώσει ότι είχαν λάβει τηλεφώνημα από την Τράπεζα για να προσέλθουν για να υπογράψουν τα σχετικά έντυπα. Προκύπτει ότι το θέμα της υπογραφής είχε συζητηθεί οπόταν η προσπάθειά του να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν είχε αντιληφθεί ότι απαιτείτο η υπογραφή των παιδιών του προς υλοποίηση της οδηγίας του για άνοιγμα κοινού λογαριασμού μαζί με τα παιδιά του, δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική και στα γεγονότα όπως είχαν εξελιχθεί. Δεν μπορεί η συγκεκριμένη θέση να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο αφού εμπίπτει στην κοινή λογική αλλά και τραπεζική πρακτική ότι για να ανοιχθεί ένας νέος λογαριασμός απαιτούνται οι υπογραφές όλων των εμπλεκομένων. Αν όντως ήταν «τυπικές» οι υπογραφές των Εναγόντων 3 και 4 τότε γιατί να κληθούν αυθημερόν από την Τράπεζα και να ερωτηθούν πού βολεύονται για να πάνε να υπογράψουν. Η μαρτυρία του κατευθυνόταν από την πικρία του για την απώλεια μέρους των καταθέσεών του και δεν ήταν απόλυτα ειλικρινείς. Όσο αφορά τη μαρτυρία του Ενάγοντα 4, Μ.Ε.2, διαπιστώθηκαν αντιφάσεις και μια προσπάθεια αποφυγής της αλήθειας σε σχέση με το επίδικο τηλεφώνημα από την Εναγόμενη 1 Τράπεζα. Στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι του τηλεφώνησαν από την Τράπεζα στις 13/03/2013 ενώ κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι του τηλεφώνησαν στις 12/03/
  2. Ήταν η θέση του ότι είχε ενημερωθεί και από τους γονείς του ότι θα του τηλεφωνούσαν από την Τράπεζα για να πάει να υπογράψει. Συνεπακόλουθα η εκδοχή του ότι η υπογραφή της εντολής ήταν τυπικού χαρακτήρα δεν είναι πειστική ιδιαίτερα ενόψει και της παραδοχής του, κατά την αντεξέτασή του, ότι για να ανοιχθεί ένας λογαριασμός σε μια Τράπεζα απαιτείται η υπογραφή του δικαιούχου. Δεν θα μπορούσε ένας άνθρωπος ο οποίος διενεργεί στην καθημερινότητά του τραπεζικές εργασίες να θεωρήσει ότι η υπογραφή του σε ένα τραπεζικό έγγραφο ήταν τυπικό θέμα, μάλλον το αντίθετο. Ιδιαίτερα όταν θα καταστεί συνιδιοκτήτης ποσού ύψους €400.
  3. Δεν μπορώ να αποδεχθώ την εκδοχή του ότι θεώρησε την υπογραφή των εγγράφων τυπική και για αυτό δεν μερίμνησε να μεταβεί ούτε μπορώ να δεχθώ τη θέση του ότι η Τράπεζα θα του τηλεφωνούσε εκ νέου έχοντας υπόψη ότι το μόνο που απαιτείτο ήταν η υπογραφή των Τεκμηρίων 2 και
  4. Ο κ. Διάκος, Μ.Υ.1, μου άφησε θετική εντύπωση αφού η μαρτυρία του ήταν σαφής και επεξηγηματική στο κομμάτι της διαδικασίας της Τράπεζας σε σχέση με το άνοιγμα νέων λογαριασμών. Δεν δίστασε να αναφέρει ότι υπήρχε καλή συνεργασία με όλη την οικογένεια όμως επεσήμανε ότι η τραπεζική πρακτική επιβάλλει την υπογραφή των συγκεκριμένων εγγράφων για άνοιγμα λογαριασμού ή για μετατροπή λογαριασμού με την προσθήκη συνιδιοκτητών από όλους τους συνδικαιούχους για σκοπούς ασφάλειας όλων. Ξεκαθάρισε ότι τηλεφώνημα είχε γίνει και στους δυο Ενάγοντες, στον Ενάγοντα 3 στην παρουσία του και στον Ενάγοντα 4 από άλλο τραπεζικό λειτουργό. Ο ίδιος δεν είχε λόγο ούτε και συμφέρον να ψευστεί και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή αφού παρέμεινε σταθερή καθ΄ όλη τη διάρκειά της. Η μαρτυρία του κ. Χριστοφίδη, Μ.Υ.2, ήταν περισσότερο ενημερωτικού περιεχομένου αφού δεν γνώριζε ούτε τους Ενάγοντες αλλά ούτε και το τι είχε συμβεί αναφορικά με το γραμμάτιο που διατηρούσαν στην Εναγόμενη
  5. Το σημαντικό κομμάτι της μαρτυρίας του αφορά το γεγονός ότι ακολουθούνται διαδικασίες από τα Τμήματα της Εναγομένης 1 για το χειρισμό των διάφορων εργασιών τους. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Όσον αφορά τη μαρτυρία του κ. Στυλιανού, Μ.Υ.3, ήταν πλήρως τεκμηριωμένη με αναφορά σε σωρεία Τεκμηρίων, τα οποία και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Επεξήγησε πλήρως τα γεγονότα που είχαν συμβεί από το 2011 μέχρι το 2013 σε σχέση με τα τραπεζικά ιδρύματα καθώς και τη λήψη αποφάσεων σε υψηλότερα επίπεδα, τόσο των οργάνων της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά κυρίως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποστηρίζοντας τα όσα είχε αναφέρει με έγγραφα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του κ. Στυλιανού, η οποία ήταν πλήρως τεκμηριωμένη, πέραν από τις ολοκληρωμένες απαντήσεις και με αναφορά σε Τεκμήρια που υποστήριζαν τις θέσεις του. Ήταν ευθύς και ειλικρινής ιδιαίτερα στο σημείο της μαρτυρίας του που επεξήγησε πως αν δεν λαμβάνονταν τα μέτρα εξυγίανσης σε σχέση με την Τράπεζα Κύπρου οι συνέπειες θα ήταν ολέθριες τόσο στην οικονομία καθώς και στην κοινωνία αφού η Εναγόμενη 1 θα οδηγείτο σε εκκαθάριση και η Κυπριακή Δημοκρατία σε πτώχευση. Η εντύπωση που σχημάτισα ήταν εξαιρετική, τόσο για την ειλικρίνεια του, όσο και για την άρτια και σε βάθος γνώση του αντικειμένου του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την προσκομισθείσα και κριθείσα ως αξιόπιστη μαρτυρία προκύπτει ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 ήταν πελάτες της Τράπεζας Κύπρου, Εναγόμενης 1, στην οποία διατηρούσαν εμπρόθεσμη κατάθεση με αριθμό λογαριασμού [ ] στην οποία υπήρχε κατατεθειμένο το ποσό των €540.
  6. Στις 12/03/2013 επισκέφθηκαν την Εναγόμενη 1 με σκοπό να αποσύρουν το ποσό των €100.482,14 και το υπόλοιπο να το μετατρέψουν σε νέο γραμμάτιο στο οποίο να καταστούν συνδικαιούχοι τα δυο παιδιά τους, Ενάγοντες 3 και
  7. Οι Ενάγοντες 1 και 2 υπέγραψαν τη σχετική τραπεζική εντολή για την εκτέλεση της συγκεκριμένης τραπεζικής εργασίας και τους αναφέρθηκε ότι απαιτείτο και η υπογραφή των Εναγόντων 3 και
  8. Η Εναγόμενη 1 λόγω του ότι η εκτέλεση της συγκεκριμένης εντολής απαιτούσε, σύμφωνα και με την Εγκύκλιο 106, Τεκμήριο 16, τις υπογραφές όλων των συνιδιοκτητών του λογαριασμού απηύθυνε τηλεφώνημα προς τους Εναγόμενους 3 και 4 για να επισκεφθούν υποκατάστημα της Εναγόμενης 1 και να θέσουν τις υπογραφές τους. Έγινε τηλεφώνημα την ίδια μέρα, στις 12/03/2013, από την Τράπεζα στον Ενάγοντα 3 και την επόμενη μέρα, 13/03/2013 στον Ενάγοντα 4 σε σχέση με την αναγκαιότητα υπογραφής των εγγράφων. Πριν το γεγονός αυτό καταστεί εφικτό οι Τράπεζες έκλεισαν και επεσυνέβησαν τα γεγονότα που οδήγησαν στην απόφαση του Eurogroup της 25/03/2013 κατά την οποία αποφασίστηκε η διάσωση της Εναγόμενης 1 με ίδια μέσα έτσι ώστε να αποφευχθεί η εκκαθάρισή της. Η Κυπριακή Δημοκρατία είχε δεσμευτεί με το Μνημόνιο και δεν υπήρχε επιλογή για την εξυγίανση της Τράπεζας Κύπρου με ίδια μέσα και την πώληση μερικών εκ των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου. Συγκεκριμένα αποφασίστηκε από την Εναγόμενη 3 η θέσπιση της Κ.Δ.Π.103/2013 η οποία είχε άμεση εφαρμογή και είχε εκδοθεί δυνάμει των προνοιών του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17(Ι)/
  9. Αποφασίστηκε όπως το 47.5% των ανασφάλιστων καταθέσεων των καταθετών της Εναγόμενης 1 μετατραπεί σε μετοχικό κεφάλαιο. Οι ασφαλισμένες καταθέσεις αφορούσαν το ποσό των €100.
  10. Αποτέλεσμα της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης που είχαν αποφασιστεί από την Εναγόμενη 3 σε σχέση με την Εναγόμενη 1, λόγω των υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως αυτές προκύπταν από την απόφαση του Eurogroup της 25/03/2013 καθώς και λόγω του ότι οι Ενάγοντες 3 και 4 δεν είχαν προχωρήσει στην υπογραφή των απαιτούμενων εγγράφων για το άνοιγμα κοινού λογαριασμού, η Εναγόμενη 1 δεν μπορούσε πλέον να υλοποιήσει την εντολή, Τεκμήριο
  11. Το γραμμάτιο των Εναγόντων 1 και 2 απομειώθηκε με αποτέλεσμα ποσό ύψους €163.000 να μεταφερθεί σε νέα εμπρόθεσμη κατάθεση στο όνομα των Εναγόντων 1 και 2, ενώ ποσό ύψους €114.000 μετατράπηκε σε μετοχές της Εναγόμενης
  12. Αυτό το ποσό των €114.000 οι Ενάγοντες 1 μέχρι 4 θεωρούν ότι θα πρέπει να τους επιστραφεί γιατί αφέθηκαν με την εντύπωση ότι η υπογραφή των εγγράφων ήταν τυπική. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Υπάρχει παραδεκτή, τόσο από τους Ενάγοντες 1 και 2 καθώς και από την Εναγόμενη 1, συμβατική σχέση που πηγάζει από το γραμμάτιο με αριθμό λογαριασμού [ ]. Αυτή τη συμβατική σχέση οι Ενάγοντες 1 και 2 ήθελαν να την επεκτείνουν έτσι ώστε να συμπεριληφθούν τα παιδιά τους σε κοινό λογαριασμό. Επισκέφθηκαν την Εναγόμενη 1 στις 12/03/2013 αποσύροντας ποσό ύψους €100.482,14 και έδωσαν οδηγίες για τη συμπερίληψη των τέκνων τους στο νέο γραμμάτιο ύψους €440.
  13. Σημειώνεται ότι ο Ενάγοντας 4 παραδέχθηκε ότι δεν είχε σχέση με το αρχικό γραμμάτιο. Οι συγκεκριμένες οδηγίες όμως δεν υλοποιήθηκαν λόγω του ότι δεν υπήρχε η υπογραφή - αποδοχή των Εναγόντων 3 και 4 στα τραπεζικά έντυπα, η οποία μετά τις 15/03/2013 δεν μπορούσε πλέον να προσκομιστεί λόγω των μέτρων που είχαν αποφασιστεί μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Eurogroup για διάσωση της Τράπεζας Κύπρου, η οποία κινδύνευε να τεθεί υπό εκκαθάριση. Ο Ενάγοντας 1 προώθησε τη θέση ότι είχε αντιληφθεί ότι η Εναγόμενη 1 Τράπεζα θα προχωρούσε άμεσα στην εκτέλεση των οδηγιών του για προσθήκη των παιδιών του ως συνδικαιούχων στο συγκεκριμένο λογαριασμό, παραδέχθηκε βέβαια ότι κάτι τέτοιο δεν του είχε αναφερθεί ευθέως όταν επισκέφθηκε το παράρτημα της Εναγόμενης
  14. Ο δε Ενάγοντας 4 προώθησε τη θέση ότι ο ίδιος είχε αντιληφθεί ότι οι γονείς του είχαν αφεθεί με την εντύπωση ότι οι οδηγίες που έδωσαν στην Τράπεζα, στις 12/03/2013, θα εκτελούντο άμεσα και ότι η υπογραφή των εγγράφων ήταν για τυπικούς λόγους. Βέβαια παρά το τι του είχε αναφερθεί από τους γονείς του, του τηλεφώνησαν από την Τράπεζα στις 13/03/2013 για να πάει να υπογράψει. Με τα πιο πάνω δεδομένα κατά νου θα πρέπει να εξεταστεί, ήτοι το ζητούμενο, η ορθότητα της ερμηνείας που οι Ενάγοντες 1 - 4 αποδίδουν στο τι διαμείφθηκε στην Τράπεζα στις 12/03/2013 σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των εγγράφων και εντολών που υπέγραψαν οι Ενάγοντες 1 και 2 τη συγκεκριμένη μέρα, δηλαδή τα Τεκμήρια 2 και
  15. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι είχαν δοθεί οδηγίες από τους Ενάγοντες 1 και 2 προς την Εναγόμενη 1 για άνοιγμα νέου κοινού λογαριασμού, το Τεκμήριο 2, με τους Ενάγοντες 3 και 4, τα παιδιά τους. Στην εντολή για το νέο κοινό λογαριασμό καταθέσεων, Τεκμήριο 2, ρητά καταγράφεται ότι η εντολή για άνοιγμα κοινού λογαριασμού θα πρέπει να υπογράφεται από όλους τους κατόχους του λογαριασμού. Αυτή είναι η πολιτική της Εναγόμενης 1 μέχρι και σήμερα, όπως έχει επεξηγηθεί και από τον κ. Διάκο, Μ.Υ.
  16. Προς επίρρωση του συγκεκριμένου ισχυρισμού του ο κ. Διάκος, Μ.Υ.1, κατάθεσε το Τεκμήριο 16, την Οργανωτική Εγκύκλιο της Τράπεζας για άνοιγμα λογαριασμών. Η εντολή για άνοιγμα νέου κοινού λογαριασμού, το Τεκμήριο 3, ουδέποτε υπογράφτηκε από τους Ενάγοντες 3 και 4 που θα ήταν οι συνδικαιούχοι του λογαριασμού. Το ερώτημα είναι μπορούσε η Εναγόμενη 1, η Τράπεζα, να προχωρήσει στο άνοιγμα κοινού λογαριασμού χωρίς την υπογραφή των Εναγόντων 3 και 4 όπως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες; Σημειώνεται ότι ο Ενάγοντας 4 παραδέχθηκε ότι δεν μπορεί να ανοιχθεί λογαριασμός σε τράπεζα χωρίς την υπογραφή του δικαιούχου κατά την αντεξέτασή του. Σύμφωνα με τον κ. Διάκο, Μ.Υ.1, υπάρχουν οδηγίες εσωτερικές, η Εγκύκλιος 105, της Τράπεζας σε σχέση με το πώς να προωθούνται αιτήματα για άνοιγμα κοινού λογαριασμού. Στη συγκεκριμένη Εγκύκλιο, Τεκμήριο 16, στην παράγραφο 9.5.
  17. καταγράφεται ότι απαιτείται η υπογραφή της εντολής για άνοιγμα κοινού λογαριασμού από όλους τους κατόχους του κοινού λογαριασμού. Οι οδηγίες πρακτικής της Εναγόμενης 1 Τράπεζας δεν χωρούν άλλης ερμηνείας αφού και στην παράγραφο 9.5.3 της ίδιας Εγκυκλίου επαναλαμβάνεται η απαίτηση για υπογραφή της εντολής «από όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού.». Η εντολή για κοινό λογαριασμό καταθέσεων, Τεκμήριο 3, έπρεπε να υπογραφεί από όλους τους δικαιούχους του κοινού λογαριασμού για να μπορεί να μετατραπεί ο υφιστάμενος λογαριασμός σε κοινό λογαριασμό με τους Ενάγοντες 3 και 4, ήτοι να εκτελεστούν οι οδηγίες των Εναγόντων 1 και 2 προς την Εναγομένη
  18. Αυτό το γνώριζαν όλοι οι Ενάγοντες. Οι μεν Ενάγοντες 1 και 2 γιατί το διάβασαν στα έγγραφα που υπέγραψαν και οι μεν Ενάγοντες 3 και 4 γιατί είχαν λάβει τηλεφώνημα με το οποίο τους ζητείτο να επισκεφθούν την Τράπεζα και να τα υπογράψουν. Επί του προκειμένου σχετικό είναι το σκεπτικό της απόφασης Tidal Energy Ltd v. Bank of Scotland plc
(2014)Bus LR
  1. Όπως εκεί υποδεικνύεται: «Even if a banking practice is not reasonably available to the customer, the court should still be astute to avoid a construction of the contract which is inconsistent with business common sense. As Lord Steyn said in Mannai Investment Co Ltd v. Eagle Star Life Assurance Co Ltd [1997] AC 749, 771: « In determining the meaning of the language of a commercial contract, the law generally favors a commercially sensible construction. The reason for the approach is that a commercial construction is more likely to give effect to the intention of the parties. Words are therefore interpreted in the way in which a reasonable commercial person would construe them. ». Εφαρμόζοντας την πιο πάνω αρχή στα υπό κρίση γεγονότα και έχοντας διαπιστώσει ότι η Εναγόμενη 1 είχε τηλεφωνήσει και στους δυο, Ενάγοντες 3 και 4 για να προσέλθουν να υπογράψουν τα Τεκμήρια 2 και 3 το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να αχθεί, είναι ότι η υπογραφή τους ήταν απαραίτητη και το γεγονός ότι ήταν πελάτες της Εναγόμενης 1 δεν είχε οποιαδήποτε σημασία για την ίδια την Εναγόμενη
  2. Οι συγκεκριμένες υπογραφές ήταν απαραίτητες και οι Ενάγοντες 3 και 4 το γνώριζαν. Η πιο πάνω κατάληξη οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η όποια κατ΄ ισχυρισμό απώλεια των Εναγόντων οφείλεται αποκλειστικά και μόνο σ΄ αυτούς ή ακόμα και στην κακή τους τύχη αφού μετά από μερικές μέρες επεσυνέβησαν πρωτόγνωρα γεγονότα. Από όποια σκοπιά και αν εξεταστεί το Τεκμήριο 3, η «Εντολή για κοινό λογαριασμό», διαπιστώνεται ότι οι Ενάγοντες 3 και 4 δεν είχαν αποδεχθεί όπως καταστούν συνιδιοκτήτες του συγκεκριμένου λογαριασμού, αφού δεν είχαν θέσει την υπογραφή τους στο συγκεκριμένο έγγραφο. Στο σύγγραμμα Paget's Law of Banking, 15η εκδ., παρά. 5.16, σελ. 142, υπό τον τίτλο «Joint Account» διαβάζονται τα ακόλουθα: «It will normally be clear from the account mandate form that the bank is in privity of contract with each joint account... ................................... 5.17 A joint account is in law simply a debt owed to the account holders jointly and only enforceable by both account holders................» Στο σύγγραμμα Ellinger's Modern Banking Law, 5η εκδ., στη σελ. 320 διαβάζονται τα ακόλουθα σε σχέση με τη φύση του κοινού λογαριασμού: «...In contrast joint account holders sign as principles whether jointly or severally.». Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, οι συνέπειες της μη υπογραφής του Τεκμηρίου 3 από τους Ενάγοντες 3 και 4 είναι να μην επιτευχθεί η σχέση του συνδικαιούχου στον κοινό λογαριασμό. Η Εναγόμενη 1 δεν θα μπορούσε να δεσμεύσει τους Ενάγοντες 3 και 4 χωρίς την υπογραφή τους, αφού είναι βασικός κανόνας του κοινοδικαίου ότι ένα συμβαλλόμενο μέρος δεσμεύεται από έγγραφο που έχει υπογράψει. Η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγόντων, στη σελίδα 9 της γραπτής της αγόρευσης, ότι η κατάθεση είναι οφειλή της Τράπεζας προς τους καταθέτες, με βρίσκει σύμφωνη. Στην παρούσα περίπτωση όμως ήταν οφειλή της Τράπεζας προς τους Ενάγοντες 1 και 2 και όχι προς τους Ενάγοντες 3 και
  3. Τα γεγονότα της υπόθεσης Τράπεζα Κύπρου ν. Ανδρέας Δημητρίου Πολ. Εφ. 41/2011 ημερ. 30/06/2017, στην οποία έχει παραπέμψει το Δικαστήριο η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόντων διαφοροποιούνται από τα γεγονότα της παρούσας. Οι οδηγίες των Εναγόντων 1 και 2 προς την Εναγόμενη 1 παρέμειναν οδηγίες και δεν μετουσιώθηκαν σε δεσμευτική σύμβαση μεταξύ των Εναγόντων 1 - 4 και της Εναγόμενης
  4. Το αποτέλεσμα του συγκεκριμένου γεγονότος είναι ότι οι Ενάγοντες 3 και 4 δεν έχουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης 1 γιατί δεν έχουν οποιαδήποτε συμβατική σχέση μαζί της. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Chitty on Contracts, Volume 1, General Principles, παρά 18-023, 32 εκδ., σελ.
  5. Διαβάζονται τα ακόλουθα: «General. The common law doctrine of privity means, and means only, that a person cannot acquire rights, or be subjected to liabilities, arising under a contract to which he is not a party.». Βλ. Πίριλλος v. Κονναρή
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1153 Σχετική ανάλυση γίνεται και στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο», του Π. Πολυβίου στις σελίδες 285 κ.ε. Διαβάζονται μεταξύ άλλων, στη σελίδα 286, τα ακόλουθα: «Παρατηρούμε ότι στην πιο πάνω υπόθεση συνδυάζονται δυο αρχές, πρώτα ότι μόνο οι συμβαλλόμενοι έχουν δικαίωμα να εγείρουν δικαστική διαδικασία επί της σύμβασης και δεύτερον ότι για να εγείρει δικαστική διαδικασία επί της σύμβασης ο ενάγων θα πρέπει να έχει δώσει αντιπαροχή είτε στον άλλο συμβαλλόμενο είτε σε τρίτο πρόσωπο κατόπιν παράκλησης του άλλου συμβαλλόμενου.». Επίσης στο σύγγραμμα Paget's Law of Banking (ανωτέρω), στη σελίδα 142, καταγράφεται ότι η Τράπεζα έχει έννομη συμβατική σχέση με κάθε ένα από τους συνδικαιούχους του λογαριασμού. Συνδικαιούχοι του λογαριασμού ήταν οι Ενάγοντες 1 και 2 και αυτό το αναγνώρισε και ο Ενάγοντας 4, Μ.Ε.2, στη μαρτυρία του όταν κατά την αντεξέτασή του παραδέχθηκε ότι δικαιούχοι του λογαριασμού ήταν οι γονείς του και ότι ο ίδιος και ο αδελφός του δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με το συγκεκριμένο λογαριασμό. Καθοδηγούμενη από την νομολογία και τις καλά εδραιωμένες νομολογιακές αρχές, όπως αυτές μπορούν να εφαρμοστούν στα γεγονότα όπως διαπιστώθηκαν, καταλήγω ότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 δεν είχαν συμβατική σχέση με την Εναγόμενη 1 και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιούνται στην έγερση της αγωγής. Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο οι Ενάγοντες 1 και 2 έχουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης 1 Τράπεζας. Η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγόμενης 1 είναι ότι δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα γιατί δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την αγωγή λόγω των προνοιών των άρθρων 12
(15)και 12
(16)του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17(Ι)/
  1. Προς αντίκρουση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόντων υποστηρίζει ότι η Τράπεζα, Εναγόμενη 1, έχει καθήκον να ακολουθεί τις οδηγίες του πελάτη, ένα συμβατικό καθήκον το οποίο παραβίασε. Το ότι η Τράπεζα έχει καθήκον να ακολουθεί τις οδηγίες του πελάτη δεν χωρεί αμφισβήτησης όμως θα πρέπει παράλληλα να ακολουθεί μια ομοιόμορφη πρακτική, για σκοπούς ασφάλειας, σε σχέση με τις οποιεσδήποτε οδηγίες της δίδονται από τον κάθε πελάτη. Η πρακτική αυτή φαίνεται να εφαρμόζεται μέσω των Εγκυκλίων στην Εναγόμενη 1, όπως επεξηγήθηκε από τον Μ.Υ.1 . Φαίνεται να είναι αποδεκτή στην καθημερινή ροή των τραπεζικών εργασιών, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Υ.
  2. Το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Ellinger's Modern Banking Law, παρατίθεται προς επίρρωση του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Στη σελίδα 124 καταγράφονται τα ακόλουθα : «Increasingly these agreements are based upon the particular bank's own standard terms and conditions, which will usually be drafted with the best interest of the bank, but not necessarily its customer in mind. ». Επικαλούνται, οι Ενάγοντες καθυστέρηση στην εκτέλεση των εντολών, ήτοι ότι η σύμβαση παραβιάστηκε στις 12/03/2013 και η απώλεια ήταν το απότοκο της συγκεκριμένης παραβίασης. Ο ισχυρισμός για καθυστέρηση εκτέλεσης των εντολών δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός αφού από τη μαρτυρία προκύπτει ότι η Εναγόμενη 1 είχε ενημερώσει τους Ενάγοντες 3 και 4, τον Ενάγοντα 3 την ίδια μέρα στις 12/03/2013 και τον Ενάγοντα 4 στις 13/03/2013, για να μεταβούν να υπογράψουν την εντολή για άνοιγμα νέου κοινού λογαριασμού αλλά δεν το έπραξαν. Αναφορά γίνεται εκ νέου στις πρόνοιες της παραγράφου 9.5.3 του Τεκμηρίου 16, της Εγκυκλίου, όπου επαναλαμβάνεται η απαίτηση για υπογραφή της εντολής «από όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού.». Η θέση ότι απαιτείτο η υπογραφή όλων των συνδικαιούχων αντικατοπτρίζεται και στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2 και
  3. Δόθηκαν οδηγίες από τους Ενάγοντες 1 και 2 για το άνοιγμα νέου κοινού λογαριασμού με τα παιδιά τους αλλά αυτό δεν έγινε όχι γιατί δεν το έπραξε η Εναγόμενη 1 άμεσα, αλλά γιατί δεν υπέγραψαν τα έγγραφα οι Ενάγοντες 3 και
  4. Στις 15/03/2013, ήτοι 2 μέρες μετά που δόθηκαν οι συγκεκριμένες οδηγίες και πριν οι Ενάγοντες 3 και 4 συμφωνήσουν να καταστούν συνιδιοκτήτες στον νέο λογαριασμό, οι Τράπεζες έκλεισαν και επεσυνέβησαν γεγονότα τα οποία ούτε η Εναγόμενη 1 δεν μπορούσε να ελέγξει και για τα οποία μαρτυρία δόθηκε από τον κ. Στυλιανού, Μ.Υ.
  5. Οπόταν η όποια απώλεια των Εναγόντων 1 και 2 ήταν το αποτέλεσμα της αδράνειας των Εναγόντων 3 και 4 και όχι της Εναγόμενης
  6. Η Εναγόμενη 1 προώθησε τον ισχυρισμό ότι οι Ενάγοντες κωλύονται στην προώθηση της υπό κρίση αγωγής γιατί δεν έχουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 12
(15)και 12
(16)του Ν.17(Ι)/2013. Τα άρθρα 12
(15)και 12
(16)του Ν.17(Ι)/2013 προνοούν τα ακόλουθα: «
(15)Τα θιγόμενα μέρη δεν δύνανται να ξεκινήσουν οποιαδήποτε διαδικασία απαιτώντας την πληρωμή των χρεών και υποχρεώσεων που επηρεάστηκαν από την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, στη βάση μη εκπλήρωσης των όρων και προϋποθέσεων του μέσου, βάσει του οποίου έχουν εκδοθεί ή συνομολογηθεί, αν οι πιο πάνω όροι και προϋποθέσεις έχουν επηρεαστεί από την εφαρμογή του εν λόγω μέτρου.
(16)Τα θιγόμενα μέρη δεν δύνανται να απαιτήσουν, είτε από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, είτε από τη Δημοκρατία, οποιαδήποτε χρηματική αποζημίωση για ζημιές που δυνατόν να έχουν υποστεί ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα.». Η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόντων ισχυρίζεται ότι λόγω του ότι η παράβαση της συμφωνίας και η αμέλεια της Εναγόμενης 1 είχε λάβει χώρα μεταξύ των ημερομηνιών 12/03/2013 και 15/03/2013 και ο συγκεκριμένος Νόμος είχε θεσπιστεί στις 22/03/2013, ήτοι μεταγενέστερα, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση. Παράλληλα επικαλείται αντισυνταγματικότητα των συγκεκριμένων άρθρων λόγω του ότι παραβιάζουν το Άρθρο 30 του Συντάγματος. Η συγκεκριμένη θέση δεν μπορεί να εξεταστεί αφού ουδέποτε είχε καταγραφεί στα δικόγραφα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων, ως περιεγράφηκε στην Έκθεση Απαίτησης, επικεντρώνεται στην παράβαση σύμβασης. Δεν γίνεται καμία αναφορά σε αντισυνταγματικότητα του Ν.17(Ι)/
  1. Σχετικό είναι το σκεπτικό της απόφασης Μάγος κ.α. ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Κάθηκα Πολ. Εφ. 256/13 ημερ. 22/04/2020, ECLI:CY:AD:2020:A
  2. Επίσης ο λόγος της απόφασης Γρηγορίου v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Πολ. Έφ. 75/2013, ημερ. 28/03/2019 είναι περιεκτικός. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα: «Όπως είναι σαφώς νομολογημένο, τα δικόγραφα αποτελούν τον άξονα επί του οποίου διεξάγεται η δίκη και παρά το γεγονός ότι αυτά πρέπει να περιέχουν δηλώσεις και ισχυρισμούς κατά συνοπτικό τρόπο όλων των αναγκαίων και ουσιωδών γεγονότων, εν τούτοις στη βάση της Δ.19 θ.13, ο εναγόμενος πρέπει να εγείρει ρητά στη δικογραφία του όλα τα ζητήματα που κατά την άποψη του αποκαλύπτουν ότι η συναλλαγή είναι, μεταξύ άλλων, άκυρη ή ακυρώσιμη καταγράφοντας και τα γεγονότα τα οποία δείχνουν παρανομία οποιασδήποτε μορφής». Οπόταν η επίκληση της αντισυνταγματικότητας των άρθρων 12
(15)και 12
(16)δεν μπορεί να εξεταστεί. Όμως θεωρώ ότι απάντηση στη θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου για την Εναγόμενη 1 δίδει το σκεπτικό της Χριστοδούλου (ανωτέρω) στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα στη σελίδα 464: «Ο επηρεασμός» των καταθέσεών τους από τις πρόνοιες του Διατάγματος ανάγεται στα μέτρα εξυγίανσης, και προς όφελος, της ίδιας της τράπεζας προς την οποία και απευθύνεται το Διάταγμα και διέρχεται επίσης μέσα από τις ενέργειες της τράπεζας και την αποτυχία της να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της ως εκ των μέτρων εξυγίανσής της. Καθ' όσον η συμβατική οφειλή της τράπεζας προς τον καταθέτη επηρεάζεται, ο καταθέτης είναι πρωτίστως προς την τράπεζα που θα πρέπει να στραφεί σε αστική διαδικασία, ως παραβαίνουσα τις συμβατικές υποχρεώσεις της για αποπληρωμή της κατάθεσης, με ενδεχόμενη περαιτέρω επέκταση της αστικής διαδικασίας στη Δημοκρατία, ως προκαλέσασα τον επηρεασμό της συμβατικής οφειλής δια του Διατάγματος. Στα πλαίσια εκείνα τότε είναι που θα κριθεί η νομιμότητα της όποιας παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της τράπεζας, διερχόμενης μέσα από την παρέμβαση δια των ενεργειών της Πολιτείας αλλά και ενδεχομένως ευρύτερα των εμπλεκομένων Ευρωπαϊκών οργάνων και άλλων, με αναφορά και σε συνταγματικές διαστάσεις αλλά και σε διαστάσεις Ευρωπαϊκού δικαίου.» Περαιτέρω στη σελ.465: «. το αντικείμενο των αστικών διαδικασιών δεν μπορεί να είναι άλλο παρά η όποια χρηματική ζημία στους καταθέτες κατέστη προκύπτουσα από ενέργειες των τραπεζών, της Πολιτείας ή των εμπλεκομένων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων. Και το ζητούμενο θα είναι, σε τελευταία ανάλυση, αυτό που το ίδιο το Άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου προνοεί, εκφράζοντας, όπως είπαμε, πάγιες νομικές αρχές - το κατά πόσο η ζημία στους καταθέτες είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα υφίσταντο αν τα διατάγματα δεν είχαν εκδοθεί και οι τράπεζες είχαν αφεθεί στην πορεία τους.». Καταλήγει η απόφαση στη σελ.466 ότι: «Το μόνο θέμα που μπορεί λοιπόν να απασχολήσει σε οποιαδήποτε διαδικασία είναι το ήδη διατυπωθέν, κατά πόσο, και, αν ναι, σε ποία έκταση, ο οποιοσδήποτε καταθέτης έχει ζημιωθεί από τα μέτρα εξυγίανσης περισσότερο από όσο θα εζημίωνε αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν είχαν ληφθεί.». Οπόταν καθοδηγούμενο, το Δικαστήριο, από το σκεπτικό της απόφασης Χριστοδούλου (ανωτέρω) δεν αποδέχεται τον ισχυρισμό της Εναγόμενης 1 ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την υπό κρίση αγωγή. Βεβαίως το ότι δικαιούνται είναι ένα θέμα και το κατά πόσο έχουν αποδείξει την αξίωσή τους είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Η Eναγομένη 1 επικαλείται την υπεράσπιση της αδυναμίας εκτέλεσης της επίδικης συμφωνίας γιατί ματαιώθηκε από τα γεγονότα που επισυνέβησαν δυο μέρες μετά που δόθηκαν οι οδηγίες, τα οποία ήταν εκτός του δικού της ελέγχου και για τα οποία δεν της παρεχόταν οποιαδήποτε επιλογή. Το βάρος απόδειξης του συγκεκριμένου ισχυρισμού το φέρει η Εναγόμενη 1 σύμφωνα με το σύγγραμμα Blackstone's Civil Practice, 2013, The Commentary, εκδ. 2012, σελ. 765. Νομικό έρεισμα για τη συγκεκριμένη εισήγηση της Εναγόμενης 1 παρέχεται από το άρθρο 56 του περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ. 149, το οποίο προβλέπει τα πιο κάτω: «
(1)....................
(2)Σύμβαση προς τέλεση πράξης η οποία μετά την κατάρτιση της σύμβασης καθίσταται αδύνατη, ή παράνομη λόγω γεγονότος το οποίο ο οφειλέτης δεν μπορούσε να αποτρέψει, καθίσταται άκυρη μόλις η πράξη καταστεί αδύνατη ή παράνομη.» Το άρθρο 56
(2)προβλέπει μεταξύ άλλων, ότι σύμβαση για την εκτέλεση πράξεως η οποία μετά την κατάρτισή της καθίσταται αδύνατη, είναι άκυρη. Στο σύγγραμμα Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδ., σελ. 402 και την απόφαση Kier (Cyprus) Ltd v. Trenco Constructions Ltd
(1981)1 C.L.R. 30, καταγράφεται ότι το δόγμα της ματαίωσης της σύμβασης έρχεται στο προσκήνιο όταν μια σύμβαση καθίσταται αδύνατο να εκτελεστεί, μετά την κατάρτιση της, εξαιτίας περιστάσεων πέραν του ελέγχου των συμβαλλομένων ή εξαιτίας αλλαγής των περιστάσεων, οι οποίες καθιστούν την εκτέλεση της σύμβασης αδύνατη. Βλ. επίσης σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων του Π.Πολυβίου, Τόμος Β, σελ. 660 κ.ε. Στην απόφαση Δήμος Στροβόλου ν. Επίσημος Παραλήπτης, ως προσωρινός εκκαθαριστής της εταιρείας P.C. Infomedia Publications Ltd Πολ. Εφ. 125/11 ημερ. 20/01/2017 επεξηγήθηκε με ευκρίνεια πότε εφαρμόζεται το δόγμα της ματαίωσης. Διαβάζονται τα ακόλουθα: «Eίναι θεμελιωμένο ότι το δόγμα της ματαίωσης εφαρμόζεται μέσα σε στενά πλαίσια. Το δόγμα αυτό δεν εφαρμόζεται ελαφρά τη καρδία για να απαλλάξει συμβαλλομένους από κακές συμφωνίες. Στην αρχική υπόθεση Taylor v. Caldwell
(1863)3 B & S 826 καθιερώθηκε η αρχή ότι η ματαίωση μιας σύμβασης δικαιολογείται στην περίπτωση που η σύμβαση καθίσταται αδύνατο να εκτελεστεί, εξαιτίας της εξαφάνισης του αντικειμένου της σύμβασης, χωρίς να ευθύνεται ο συμβαλλόμενος που επικαλείται τη ματαίωση. Η αιτία της ματαίωσης μιας σύμβασης πρέπει να είναι μια εξωτερική αλλαγή της κατάστασης. Μια αλλαγή στο νόμο ή στη νομική θέση που διέπει τη σύμβαση, μετά την υπογραφή της, αναγνωρίζεται ως έγκυρος λόγος ματαίωσης της σύμβασης (Δέστε: Baily v. De Crespigny
(1869)L.R. 4 Q.B., 180). Στην υπόθεση Davis Contractors Ltd v. Fareham U.D.C.
(1956)A.C., 696 τονίστηκε ότι για να υπάρξει ματαίωση σύμβασης θα πρέπει η συμβατική υποχρέωση να έχει καταστεί αδύνατο να εκτελεστεί, χωρίς ευθύνη του συμβαλλόμενου που την επικαλείται, εξαιτίας περιστάσεων που κατέστησαν την εκτέλεση της υποχρέωσης ριζικά διαφορετική από εκείνη που ο συμβαλλόμενος έχει αναλάβει. ». Η απόφαση Κ & Μ Transport Ltd ν. Επιτροπής Σιτηρών Πολ. Εφ. 341/13 ημερ. 22/10/2020, ECLI:CY:AD:2020:A364 είναι επίσης σχετική και διαβάζονται τα ακόλουθα σε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα: «Εφόσον η αδυναμία εκτέλεσης οφειλόταν σε τρίτους, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι οι εφεσίβλητοι δεν είχαν οποιαδήποτε ευθύνη και, συνεπώς, δεν υπήρχε θέμα παράβασης συμφωνίας. Το άρθρο 56
(2)του Κεφ. 149, το οποίο προνοεί για ματαίωση συμφωνίας, προέρχεται από το αντίστοιχο άρθρο του ινδικού νόμου. Βάσει της κυπριακής νομολογίας η έννοια της «ματαίωσης» (frustration) διαφέρει από την αντίστοιχη έννοια όπως διαμορφώθηκε στο αγγλικό δίκαιο. Στην υπόθεση Izzet Fadil v. Κυπριακή Εταιρεία Αποθήκευσης Πετρελαιοειδών Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 11, συνοψίζονται οι αρχές της ματαίωσης όπως εφαρμόζονται στο κυπριακό δίκαιο ως ακολούθως: «Πηγή προέλευσης του Άρθρου 56
(2)του Νόμου είναι το αντίστοιχο άρθρο του Ινδικού Νόμου υπό το οποίο η έννοια της «ματαίωσης» (frustration) διαφέρει από την αντίστοιχη έννοια όπως διαμορφώθηκε στο Αγγλικό δίκαιο (βλ. Χenophontos v. Tyrimou
(1984)1 C.L.R. 23, Maison Jenny Limited v. Krashias Footwear Industry Limited
(2002)1 ΑΑΔ 1156). Σχετικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, σελ. 402, που υιοθετήθηκε στην KIER (Cyprus) Ltd v. Trenco Construction Ltd
(1981)1 C.L.R.
  1. «The doctrine of frustration comes into play when a contract becomes impossible of performance, after it is made, on account of circumstances beyond the control of parties or the change in circumstances makes the performance of the contract impossible. » Το κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αντικειμενικό και, όπως ορθά παρατηρούν οι εφεσίβλητοι, αφορά στο κατά πόσο το επιγενόμενο γεγονός καταλύει το θεμέλιο της σύμβασης. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπίστωσε, στη βάση των γεγονότων, ότι υπήρχε αδυναμία εκτέλεσης της σύμβασης με βάση τους όρους της, λόγω των ενεργειών τρίτων με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση υπέρ τους για την επιστροφή του ποσού της εγγύησης που κατακρατήθηκε από τους εφεσίβλητους...». Η αλλαγή του νομικού πλαισίου ή των νομικών περιστάσεων που περιβάλλουν μια σύμβαση έχει αναγνωριστεί ως περίσταση που οδηγεί στη ματαίωση της σύμβασης. Σχετική αναφορά γίνεται στην παράγραφο 23-022 του συγγράμματος Chitty on Contracts, Volume I, General Principles, 32 εκδ., στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα: «Subsequent legal changes. A subsequent change in the law or in the legal position affecting a contract is a well - recognized head of frustration; Parliament or another authority may intervene by legislative action, or Government may exercise the royal prerogative or administrative powers so as to affect the legal situation of the contracting parties.». Με βάση την μαρτυρία όπως αυτή έγινε αποδεκτή και τα ευρήματα του Δικαστηρίου αποτελεί γεγονός ότι η συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων 1 και 2 και της Εναγόμενης 1 δεν εκπληρώθηκε αλλά ματαιώθηκε. Συγκεκριμένα προκύπτει ότι η ολοκλήρωση της σύμβασης για μετατροπή του υφιστάμενου λογαριασμού των Εναγόντων 1 και 2 σε νέο κοινό λογαριασμό με τα τέκνα τους ήταν πλέον αδύνατη μετά τις 15/03/2013 λόγω των αποφάσεων που λήφθηκαν στο Eurogroup και της ψήφισης των νομοθεσιών προς εφαρμογή των ληφθείσων αποφάσεων λόγω της δέσμευσης της Κυπριακής Δημοκρατίας για εξυγίανση των Τραπεζών και του ευρύτερου τραπεζικού συστήματος. Οι συγκεκριμένες αποφάσεις λήφθηκαν υπό περιστάσεις που δεν σχετίζονταν με οποιαδήποτε ευθύνη της Εναγόμενης 1 αλλά αφορούσαν την απόφαση της Κυβέρνησης για εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων έτσι ώστε να αποφευχθεί η άτακτη εκκαθάρισή τους. Αναφορικά δε με την Εναγόμενη 1 προέκυψε από την μαρτυρία του κ. Στυλιανού, Μ.Υ.3, ότι η εκκαθάρισή της δεν ήταν συνετή επιλογή για αυτό και αποφασίστηκε η διάσωσή της με ίδια μέσα. Οπόταν, το επιγενόμενο καταλυτικό για τη σύμβαση γεγονός επήλθε κατά τρόπο που τα μέρη δεν είχαν προβλέψει. Βλ. P.P. Body Art Gym Ltd v. Shiptrans Estate Ltd Πολ. Εφ. 300/12 ημερ. 14/12/
  2. Σύμφωνα δε με το σκεπτικό της A.N. Stasis Estates Co. Ltd. v. Waldner κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 250 «η ματαίωση τερματίζει τη σύμβαση αυτομάτως κατά το χρόνο επέλευσης του γεγονότος που την επιφέρει και δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα δικαιώματος των συμβαλλομένων για επιλογή». Συνεπώς, η Εναγόμενη 1 δεν είχε επιλογή κατά πόσο να εφαρμόσει τις πρόνοιες του Ν.107(Ι)/13 αλλά όφειλε να τις ακολουθήσει. Οπόταν, η σύμβαση ματαιώθηκε και ακολούθησε ο καταρτισμός ενός νέου γραμματίου επ΄ ονόματι των Εναγόντων 1 και 2 με το εναπομείναν ποσό μετά την απομείωση. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι τα μέτρα εξυγίανσης λήφθηκαν κατ' εφαρμογή του Ν.17(Ι)/2013, ο οποίος εισάχθηκε στην Κυπριακή έννομη τάξη με απώτερο σκοπό την αντιμετώπιση, αφ' ενός, της δεινής κατάστασης της Τράπεζας Κύπρου αλλά και της Λαϊκής Τράπεζας και, αφ' ετέρου, της ανάγκης χρηματοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα μέτρα αυτά ήχθησαν ήδη ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως δικαστηρίου αρμόδιου για τον αναθεωρητικό έλεγχο ατομικών διοικητικών πράξεων. Αναφορά μπορεί να γίνει στο σκεπτικό της απόφασης Μυρτώ Χριστοδούλου κ.ά. v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά
(2013)3 Α.Α.Δ.
  1. Για το ίδιο ζήτημα γίνεται παραπομπή και στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Βίας Δημητρίου κ.ά. ν. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά. Συν. Υπ. Αρ.1034/2013 κ.ά ημερ.09/10/
  2. Είναι γεγονός ότι λόγω των προβλημάτων βιωσιμότητας που αντιμετώπιζε η Τράπεζα Κύπρου αποφασίστηκε η εξυγίανσή της με ίδια μέσα για να μην τεθεί σε εκκαθάριση. Αυτό, για τον καταθέτη που έχει καταθέσει πέραν των €100.000, σήμαινε ότι το 47.5% του υπολοίπου των καταθέσεών του πέραν των €100.000 που ήταν εγγυημένες θα μετατρεπόταν σε μετοχές, ήτοι 47.5% των €240.482 που είχε απομείνει ως ανασφάλιστο ποσό σε σχέση με τους Ενάγοντες 1 και 2 που ήταν οι δικαιούχοι του λογαριασμού. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Paget's Law on Banking, 15η εκδ, σελ.142 «Money paid into a deposit account (like that in a current account) is a loan to the banker, not a specific fund held by him in a fiduciary capacity». Η ίδια προσέγγιση διαβάζεται και στο σύγγραμμα Paget's Law of Banking, 15η εκδ., παρά. 5.15, σελ.
  3. Η αρχή αυτή καταγράφεται και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία διατυπώνει ότι η κατάθεση του κάθε καταθέτη σε μια τράπεζα δεν συνιστά δικό του περιουσιακό στοιχείο. Αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά. (ανωτέρω) , από την οποία παρατίθενται τα ακόλουθα σχετικά: «...η κατάθεση κάποιου προσώπου σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί σε πιστωτικό ίδρυμα δεν συνιστά περιουσιακό του στοιχείο αλλά συμβατική οφειλή της τράπεζας έναντι του καταθέτη. Ο καταθέτης δεν έχει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα αλλά δικαιώματα πιστωτή με αναφορά το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού του». Εξηγείται στην Χριστοδούλου η σχέση της Τράπεζας με τους καταθέτες της και διαβάζονται τα ακόλουθα αναφορικά με τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης σχέσης στη σελ.462: «Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματά του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης.». Σχετική είναι και η πρόσφατη απόφαση στην Γενικός Εισαγγελέας ν. FBMA BANK LTD κ.α. Πολ. Εφ. Ε33/2020 ημερ. 22/07/2021 στην οποία επαναδιατυπώνεται ότι «Η κυριότητα των κατατεθειμένων κεφαλαίων ανήκε στις τράπεζες.». Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η οποία καταγράφεται στην υπόθεση C‑597/2018 P. Council v. K. Chrysostomides & Co and others ECLI:EU:C:2020:1028, αναφέρει ότι τα ληφθέντα μέτρα δεν παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας και ότι «οι εναλλακτικές επιλογές της ανακεφαλαιοποίησης των εμπλεκομένων τραπεζών, δεν θα ήταν λιγότερο επαχθής σε σύγκριση με τα μέτρα που λήφθηκαν και ότι ελλείψει ανακεφαλαιοποίησης, οι οικίες τράπεζες θα διέτρεχαν τον κίνδυνο να παύσουν τις εργασίες τους και θα απειλούνταν με άτακτη πτώχευση η οποία θα μπορούσε να λάβει συστημικό χαρακτήρα σε περίπτωση γρήγορης μετάδοσης σε άλλα κράτη‑μέλη ή ακόμα και στο σύνολο του τραπεζικού συστήματος της ζώνης του Ευρώ». Προκύπτει από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε την επιλογή της προσθήκης των Εναγομένων 3 και 4 μετά τις 25/03/2013 αλλά ούτε και σήμερα δεν την έχει. Παράλληλα δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 δεν απώλεσαν το ποσό του γραμματίου τους. Έχουν εις πίστην τους ποσό ύψους €163.000 σε γραμμάτιο ενώ υπόλοιπο ποσό των €114.000 μετατράπηκε σε μετοχές. Δεν απωλέσθηκε. Με αναφορά στον Νόμο και τις Κ.Δ.Π. που αφορούσαν την Εναγόμενη 1 διαπιστώνεται ότι μη εφαρμογή των μέτρων θα οδηγούσε την Εναγόμενη 1, με μαθηματική ακρίβεια σε εκκαθάριση και οι συνέπειες θα ήταν ολέθριες και καταστρεπτικές και οι Ενάγοντες θα έχαναν ολόκληρο το ποσό του γραμματίου. Οπόταν, οι Ενάγοντες 1 και 2, ως προκύπτει από τα γεγονότα, δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν η Εναγόμενη 1 τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η αγωγή των Εναγόντων εναντίον της Εναγομένης 1 είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Απαίτηση Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 επεμβαίνουν σε συμφωνία και προκαλούν παράβαση της συμφωνίας μεταξύ τους και της Εναγόμενης
  4. Αυτός είναι ο μόνος δικογραφημένος ισχυρισμός εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης. Δεν αποκαλύπτεται κανένας νομικός ή πραγματικός ισχυρισμός που να απευθύνεται προς τους Εναγόμενους 2 και 3, δεν τους αποδίδεται, στην Έκθεση Απαίτησης, στη παράγραφο 11, καμία πράξη ή ενέργεια που να μπορεί να θεωρηθεί ως βάση αγωγής. Ούτε και διατυπώνονται γεγονότα στην Έκθεση Απαίτησης από τα οποία να συνάγεται ως συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ευθύνονται για την μη προώθηση της οδηγίας για άνοιγμα κοινού λογαριασμού που είχε δοθεί από τους Ενάγοντες και δεν είχε διεκπεραιωθεί από την Εναγόμενη
  5. Στις αποφάσεις Αναφορικά με την Εταιρεία Pelmako Development Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1369 και Μερκής Λτδ ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1923, το Εφετείο επεξήγησε ότι δικαιολογείται ως θέμα του δικαίου η απόρριψη της αγωγής εάν από τα γεγονότα της δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα. Στην υπόθεση Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Τάσου Ηροδότου
(2013)1 Α.Α.Δ. 1166 ο Ναθανήλ Δ., όπως ήταν τότε, κατέγραψε τα ακόλουθα σημαντικά σε σχέση με το θέμα της δικογράφησης: «Είναι γνωστό ότι επιβάλλεται η εκ μέρους του ενάγοντα σαφής, ακριβής, περιεκτική και ορθή καταγραφή των γεγονότων που οδηγούν στην έγερση της αξίωσης του. Η Δ.19 θ.4, επιβάλλει την καταγραφή σε κάθε δικόγραφο, και μόνο αυτών, και μάλιστα κατά συνοπτικό τρόπο, όλων των ουσιωδών γεγονότων στα οποία ο διάδικος που υποβάλλει τη δικογραφία βασίζεται για την αξίωση ή την υπεράσπιση του. Όπως επί λέξει είναι η Δ.19 θ.4, στο Αγγλικό πρωτότυπο κείμενο: «Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim, or defence, as the case may be .....» Αλλά οι κανόνες δικογράφησης επιβάλλουν ταυτόχρονα και την καταγραφή ολόκληρης της υπόθεσης του διαδίκου ώστε να αποδεικνύεται μια βάσιμη αξίωση. Δεν επιτρέπεται η παράλειψη θέσεων που είναι αναγκαίες για την επιτυχία, (Odgers' Principles of Pleading and Evidence 29η έκδ. σελ. 90), ταυτόχρονα δε όπου χρειάζεται η δήλωση ότι έχει επισυμβεί γεγονός αναγκαίο για την αγωγή αυτό ρητά καταγράφεται. Κατά τη Δ.19 θ.12, άλλες δηλώσεις για την εκτέλεση ή ύπαρξη προϋποθέσεων αναγκαίων για την υπόθεση, εξυπακούονται. Όπως εξηγείται στον Odgers' σελ. 95, ο ενάγων μπορεί να ετοιμάσει μια απόλυτα καλή έκθεση απαίτησης χωρίς αναφορά σ' αυτές τις προϋποθέσεις και εναπόκειται στον εναγόμενο να εγείρει το θέμα ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με την προϋπόθεση.». Καθοδηγούμενη από τη νομολογία καθώς και τους κανόνες δικογράφησης όπως αυτοί αποτυπώνονται στο σύγγραμμα Odger's Principles of Pleading and Practice, 21 εκδ., σελ. 87, θεωρώ ότι η μη αποκάλυψη αιτίας αγωγής εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 είναι μοιραία και έχει ως μόνη συνέπεια την απόρριψη της αγωγής αφού η Έκθεση Απαίτησης ενώ πρέπει να αποκαλύπτει γεγονότα « necessary for the purpose of formulating a complete cause of action» δεν αποκαλύπτει κανένα γεγονός αλλά είναι παντελώς σιωπηλή. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόμενων 2 και 3 έχει επισύρει την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι οι Ενάγοντες 1 - 4 παραθέτουν γεγονότα και αξιώσεις εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3 στην «Απάντηση στην Υπεράσπιση». Η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν είναι επιτρεπτή από τους κανόνες δικογράφησης. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Eurogal Surveys Ltd ν. D. Trade International Ltd Πολ. Εφ. 348/09 ημερ. 17/10/2014: «Έπεται ότι οι εφεσίβλητοι ως ενάγοντες δεν επιτέλεσαν ορθά το καθήκον τους για την εξαρχής καταγραφή ορθής δικογράφησης στην έκθεση απαίτησης που περιέχετο στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχωρήθηκε με το έντυπο της Δ.2 θ.6. Η απάντηση, («reply») ως δικογραφικό όχημα, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο μιας ορθά και εξ αρχής δικογραφημένης απαίτησης. Ο σκοπός της απάντησης είναι να απαντήσει στους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης και όχι να αλλοιώσει ουσιαστικά την πρωταρχική της θέση όπως καταγράφηκε στην έκθεση απαίτησης. Εδώ αυτό ακριβώς έγινε. ................................... Είναι ακριβώς αυτό που δεν επιτρέπεται. Στον Odgers´ Principles of Pleading and Practice, 21η έκδ., σελ. 208-209, επεξηγείται ότι στο στάδιο της απάντησης επενεργεί για πρώτη φορά η αρχή της μη απόκλισης από την προηγούμενη δικογραφία. Όπως επί λέξει αναφέρεται: «It is at this stage that the rule against what is called "a departure in pleading" applies for the first time. A party shall not in any pleading make any allegation of fact, or raise any new ground of claim, inconsistent with any previous pleading of his." (Order 18, r.10; and see Herbert v. Vaughan
(1972)1 W.L.R. 1128). » Η ορθή πορεία είναι για τον ενάγοντα να τροποποιήσει την έκθεση απαίτησης του. Δίδεται το παράδειγμα από την υπόθεση Kingston v. Corker
(1892)29 LR.Ir. 364, ότι: «If the statement of claim alleges a negligent breach of trust, the reply must not assert that such breach of trust was fraudulent. The statement of claim must be amended. ». Αναφορά μπορεί επίσης να γίνει και στα όσα καταγράφονται επι του θέματος στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs, Precedents of Pleadings, 18 εκδ., παρά. 1- 37, στη σελίδα 29 κάτω από τον τίτλο «Reply». Αυτό που προκύπτει από ενδελεχή εξέταση της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων 1- 4 είναι ότι στην προκειμένη περίπτωση παρέλειψαν να προβάλουν οποιοδήποτε ισχυρισμό περί της αντισυνταγματικότητας των μέτρων που είχαν ληφθεί τον Μάρτιο 2013 από τους Εναγόμενους 2 και 3, μέσω της δικογράφησης του εν λόγω ισχυρισμού ή μέσω συγκεκριμένης δικογράφησης για να δύναται το Δικαστήριο να ασκήσει το δικαστικό του έλεγχο. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κάθε νόμος φέρει τεκμήριο συνταγματικότητας και καμιά διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη εκτός σε μία σαφή υπόθεση ή όταν είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, βλ. The Board for the Registration of Achitects and Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 540. Η Ολομέλεια του Διοικητικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) έκρινε ότι ελλείψει συγκεκριμένης δικογράφησης, παρόμοιο ζήτημα συνταγματικότητας, δε δύναται να εξεταστεί. Συγκεκριμένα ανέφερε τα ακόλουθα: «Παρά τον προβληματισμό μας σε σχέση με το ζήτημα αυτό καταλήγουμε πως δεν μπορούμε να προχωρήσουμε σε δικαστική κρίση περί παράβασης του άρθρου 23 του Συντάγματος σε σχέση με τις διατάξεις του Προϋπολογισμού του 2014 που επέβαλε τις επίδικες περικοπές. Ο λόγος δε που δεν μας επιτρέπεται να ασχοληθούμε κατά πόσο ο περί Προϋπολογισμού Νόμος του έτους 2014 (Ν.52(ΙΙ)/2013) παραβιάζει το άρθρο 23 του Συντάγματος, είναι η έλλειψη δικογράφησης του λόγου αυτού ακυρότητας. Τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας Νόμου ως γνωστόν, κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να δικογραφούνται ειδικά, με αναφορά τόσο στα άρθρα του Νόμου που παραβιάζουν το Σύνταγμα, όσο και στο συγκεκριμένο άρθρο του Συντάγματος που παραβιάζεται. (Improvement Board of Eylenjia v. Andreas Constantinou
(1967)1 CLR 167, Δημοκρατία ν. Κουκκουρή
(1993)3 ΑΑΔ 598, Latomia Estates v. Δημοκρατίας
(2001)3 ΑΑΔ 672, Σταύρος Ζαχαρία ν. Δημοκρατίας
(2011)3 ΑΑΔ 293).». Παρά την παρατεθείσα θέση του Δικαστηρίου, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, αν ήθελε θεωρηθεί ότι υπάρχει ορθή δικογράφηση των θέσεων των Εναγόντων 1 - 4 για παραβίαση του Συντάγματος εκ πλευράς των Εναγομένων 2 και 3, υιοθετώ τα όσα έχουν αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μυρτώ Χριστοδούλου κ.α. v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.α. (ανωτέρω) στην οποία αποφασίστηκε ότι: «Τα όποια δικαιώματα των καταθετών της Λαϊκής, αν αυτοί επηρεάζονται δυσμενώς από την πώληση των εργασιών της, δεν εμπίπτουν στα πλαίσια του αναθεωρητικού ελέγχου της νομιμότητας των εν λόγω Διαταγμάτων αλλά στα πλαίσια αστικών διαδικασιών εναντίον της ίδιας της Λαϊκής στη βάση της συμβατικής σχέσης ή στα πλαίσια της διαδικασίας εξυγίανσης και κατ' επέκταση και της Δημοκρατίας ως έχουσας, δια της παρέμβασης της αυτής μέσω της Κεντρικής Τράπεζας στα της Λαϊκής, ενδεχομένως προκαλέσει ζημία στους καταθέτες. Είναι σε εκείνα τα πλαίσια που θα μπορεί να ελεγχθεί η νομιμότητα των ενεργειών της Δημοκρατίας δυνάμει των Διαταγμάτων και η όποια ζημία έχει ενδεχομένως προκληθεί στους καταθέτες από τις ενέργειες εκείνες, περιλαμβανομένων των θεμάτων που αφορούν τον όποιο επηρεασμό των προτεραιοτήτων και εξασφαλίσεων, τον επηρεασμό ως εκ της ενδεχομένως μη συμφέρουσας αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων (με αναφορά και στα τρία Διατάγματα 97, 105 και 103), τον επηρεασμό ως εκ της ανισότητας μεταχείρισης που μπορεί να προκύπτει ως εκ της επιλεκτικής μεταβίβασης υποχρεώσεων (με ιδιαίτερη αναφορά στις μη μεταβιβαζόμενες υποχρεώσεις δυνάμει του Παραρτήματος ΙΙ) και την πιστότητα της αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής. Και είναι στα ίδια εκείνα πλαίσια που θα μπορούν να κριθούν οι όποιες άλλες αστικές ευθύνες ήθελαν αποδοθεί από προηγούμενες ενέργειες είτε στη Δημοκρατία είτε στην ίδια τη Λαϊκή, στις οποίες και σε τελευταία ανάλυση παραπέμπουν προσφυγές με αναφορά στα γεγονότα στα οποία βασίζονται, περιλαμβανομένης της όποιας προηγηθείσας ευθύνης για την κατάληξη των τραπεζών στην κατάσταση που ευρέθησαν και της όποιας αποτυχίας κάλυψης των ασφαλισμένων καταθέσεων δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων, που ενδεχομένως να αντανακλούν στην έκταση των μέτρων εξυγίανσης.». Έχοντας υπόψη και τη θέση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι η Επιτροπή με τη σύναψη του Κυπριακού Μνημονίου δεν παραβίασε τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επισημαίνεται ότι το Άρθρο 17 του Χάρτη αντιστοιχεί πλήρως στο Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με αποτέλεσμα το σκεπτικό του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου να δύναται να υιοθετηθεί και να εφαρμοστεί στα επίδικα γεγονότα. Τα επίδικα μέτρα κρίνεται ότι λήφθηκαν για νόμιμο σκοπό και δη προς το γενικό συμφέρον και για λόγους δημόσιας ωφέλειας, για επιτρεπτό δηλαδή περιορισμό σύμφωνα με την ΕΣΔΑ. Με βάση τα προλεχθέντα και καθοδηγούμενο το Δικαστήριο από το σκεπτικό της απόφασης της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Μυρτώ Χριστοδούλου κ.α (ανωτέρω) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ενόψει της έλλειψης δικογραφημένου αγώγιμου δικαιώματος μεταξύ των Εναγόντων σε σχέση με τους Εναγόμενους 2 και 3, όπως παραδέχθηκε και ο Ενάγοντας 4, δεν παρέχεται η ευχέρεια εξέτασης οποιωνδήποτε θεμάτων εγείρονται και αφορούν τη νομιμότητα έκδοσης των Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων του 2013 ή της συνταγματικότητάς τους. Καταληκτικά, ελλείψει και της ορθής δικογράφησης η μόνη κατάληξη που μπορεί να αχθεί ένα ορθά σκεπτόμενο Δικαστήριο είναι στην απόρριψη της αγωγής εναντίον των Εναγομένων 2 και 3. Ως εκ των ανωτέρω συλλογισμών και καταλήξεων η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται εναντίον όλων των Εναγομένων. Τα έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο θα είναι υπέρ των Εναγομένων 1, 2 και 3 και εναντίον των Εναγόντων. (Υπ.) .................................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.