Κρασιά κ.α. ν. Κύπρος Ανδρέου ως Εκκαθαριστής της εταιρείας K. & M. (FAMAGUSTA) DEVELOPERS AND CONSTRUCTIONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 7250/11, 5/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A205 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7250/11 Μεταξύ:
- [ ] Κρασιά
- [ ] Κρασιά Ενάγοντες v.
- K & M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS AND CONSTRUCTIONS LTD
- [ ] Κώστα Κυριάκου Εναγόμενων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 24/02/2016 Μεταξύ: [ ] Κρασιά,
- [ ] Κρασιά Ενάγοντες v.
- Κύπρος Ανδρέου ως Εκκαθαριστής της εταιρείας K. & M. (FAMAGUSTA) DEVELOPERS AND CONSTRUCTIONS LTD
- [ ] Πιρμεττή
- [ ] Πιρμεττή Εναγόμενων ----------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5 Ιανουαρίου 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες 1 και 2 : κ. Χρ. Ματθαίου Για Εναγόμενο 1: κ. Θ. Ποσνακίδης Για Εναγόμενο 2: κ. Αλ. Πατσαλίδης για A. PATSALIDES & ASSOCIATES Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες 1 και 2 με την αγωγή τους επιζητούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 20/11/2008, που αφορά το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φυλ./Σχ.30/06Ε2, τεμάχιο [ ], Τμήμα 11, τοποθεσία «Μονοπάτι τους Θρουμπάρηδες», στον Στρόβολο, το οποίο είναι κατατεθειμένο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, δεν φέρει την υπογραφή τους και ως εκ τούτου δεν τους δεσμεύει με οποιονδήποτε τρόπο. Επίσης ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν δικαιούνται σε οποιανδήποτε αξίωση ή και θεραπεία από αυτούς σε σχέση με το πωλητήριο έγγραφο και περαιτέρω αιτούνται όπως οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 διαταχθούν να αποσύρουν το συγκεκριμένο πωλητήριο έγγραφο. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες 1 και 2, αυτοί ήταν και εξακολουθούν να είναι οι ιδιοκτήτες, εξ ημισείας, του συγκεκριμένου ακινήτου, ενώ η Εναγόμενη 1 εταιρεία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν εταιρεία που ασχολείτο με την οικοδομική βιομηχανία, τις αναπτύξεις και τις αξιοποιήσεις οικιστικών τεμαχίων καθώς και την ανέγερση κτηριακών συγκροτημάτων, πολυκατοικιών και άλλων κτηρίων. Με γραπτή συμφωνία αντιπαροχής, ημερομηνίας 04/02/2006, μεταξύ των Εναγόντων 1 και 2 και της Εναγόμενης 1 εταιρείας, συμφωνήθηκε όπως οι Ενάγοντες 1 και 2 παραχωρήσουν στην Εναγόμενη 1 εταιρεία προς εκμετάλλευση, το συγκεκριμένο ακίνητο, με σκοπό την ανέγερση σε αυτό κτηρίων διαφόρων διαστάσεων, ήτοι οικιών, πολυκατοικιών καθώς και μεζονέτων, με αντάλλαγμα την παραχώρηση, στους Ενάγοντες 1 και 2, οικιών, διαμερισμάτων, μεζονέτων και άλλων κτηρίων στο ποσοστό αντιπαροχής του 33%, ως η αναλογία έναντι του όλου οικοδομήσιμου και δομήσιμου εμβαδού καλυμμένων χώρων. Το υπόλοιπο ποσοστό, ήτοι 67% του εμβαδού καλυμμένων χώρων, θα λαμβάνετο από την Εναγόμενη 1 εταιρεία. Ήταν ρητός όρος της συγκεκριμένης συμφωνίας ότι η πώληση οποιωνδήποτε οικοδομημάτων σε τρίτα πρόσωπα, απαιτούσε την υπογραφή αμφοτέρων των πλευρών στα πωλήτρια έγγραφα. Στις 20/11/2008 η Εναγόμενη 1 εταιρεία πώλησε στους Εναγόμενους 2 και 3 το υπό ανέγερση διαμέρισμα Γ002, στο ισόγειο του Μπλοκ Γ του υπό ανέγερση συγκροτήματος, για το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης των €149.503 πλέον Φ.Π.Α.. Το συγκεκριμένο πωλητήριο έγγραφο καταγράφει ως ιδιοκτήτες τους Ενάγοντες 1 και 2, ως πωλήτρια την Εναγόμενη 1 εταιρεία και ως αγοραστές τους Εναγόμενους 2 και 3, πλην όμως καταρτίστηκε χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση των Εναγόντων 1 και 2 ή και χωρίς την υπογραφή τους, η οποία πλαστογραφήθηκε από τρίτο πρόσωπο ή και από τον διευθυντή της Εναγόμενης 1 εταιρείας, Κύπρο Κυπριανού. Οι Ενάγοντες 1 και 2 διαπίστωσαν την ύπαρξη και την πλαστογραφία του συγκεκριμένου πωλητηρίου εγγράφου, το οποίο πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας όπου εξακολουθεί να βρίσκεται κατατεθειμένο μέχρι σήμερα, τον Ιανουάριο του
- Οι Ενάγοντες 1 και 2 κάλεσαν επανειλημμένα τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 να αποσύρουν το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο, ενημερώνοντας τους ταυτόχρονα ότι οι συγκεκριμένες υπογραφές τους, στο εν λόγω πωλητήριο, δεν ήταν αυθεντικές. Τον Ιούλιο του 2010 προέβησαν σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία, για το γεγονός της πλαστογραφίας και παράλληλα ενημέρωσαν για το συγκεκριμένο γεγονός τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας. Οι Ενάγοντες 1 και 2 με επιστολή ημερομηνίας 16/07/2010 τερμάτισαν την συμφωνία αντιπαροχής πλην όμως οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των Εναγόντων 1 και 2 δεν προέβησαν σε οποιανδήποτε ενέργεια με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες 1 και 2 να υφίστανται ζημιές και ταλαιπωρία και να εμποδίζονται στην αξιοποίηση του ακινήτου τους. Η Εναγόμενη 1 εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση με διάταγμα Δικαστηρίου ημερομηνίας 09/12/2011 και ως εκκαθαριστής διορίστηκε ο κ. Κύπρος Ανδρέου. Σε σχέση με τον Εναγόμενο 3 η αγωγή αποσύρθηκε και απορρίφθηκε λόγω του ότι δεν επιδόθηκε. Η Εναγόμενη 1 εταιρεία, στην Υπεράσπισή της, ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 με τη συμπεριφορά τους παρέβησαν ουσιώδεις όρους της συμφωνίας αντιπαροχής και απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι η συμφωνία αντιπαροχής ημερομηνίας 04/02/2006 τερματίστηκε νόμιμα, με την επιστολή ημερομηνίας 16/07/
- Περαιτέρω υποστηρίζει ότι ο τερματισμός της συγκεκριμένης συμφωνίας ήταν αδικαιολόγητος και παράνομος και κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας αντιπαροχής και για αυτό κλήθηκαν οι Ενάγοντες, με επιστολή ημερομηνίας 09/08/2010, να συμμορφωθούν με τους όρους της συγκεκριμένης συμφωνίας. Επιπρόσθετα, η υπό εκκαθάριση Εναγόμενη 1 εταιρεία συνήψε συμφωνία διανομής των υπό ανέγερση διαμερισμάτων, στις 27/09/2007 και σύμφωνα με τη συγκεκριμένη συμφωνία μπορούσε να προχωρήσει σε πωλήσεις των μονάδων που αναλογούσαν στο δικό της μερίδιο μετά από ενημέρωση των Εναγόντων 1 και 2 και μετά από την λήψη της συγκατάθεσής τους και την εξουσιοδότησή τους. Η συγκατάθεση διδόταν ενίοτε προφορικά και άλλοτε με υπογραφή των εγγράφων από τους Ενάγοντες 1 και
- Το πωλητήριο έγγραφο, ημερομηνίας 20/11/2008, καταγράφει ως ιδιοκτήτες τους Ενάγοντες 1 και 2, ως πωλήτρια την υπό εκκαθάριση Εναγομένη 1 εταιρεία και ως αγοραστή τον Εναγόμενο
- Αρνείται, η Εναγομένη 1 εταιρεία, τον ισχυρισμό ότι υπήρξε οποιαδήποτε πλαστογράφηση του συγκεκριμένου εγγράφου και υποστηρίζει ότι ο διευθυντής της υπό εκκαθάριση εταιρείας, Κύπρος Κυπριανού, αθωώθηκε στην Ποινική Υπόθεση 23540/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Προωθεί τη θέση ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 20/11/2008 έγινε νομότυπα ή/και κανονικά και ήταν εις γνώση των Εναγόντων 1 και 2 και τους δεσμεύει, τόσο το συγκεκριμένο καθώς και όλα τα πωλητήρια έγγραφα που κατατέθηκαν και αφορούν το συγκεκριμένο έργο αφού, από το 2006 έως το 2011, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν ή προέβαλαν ισχυρισμούς για πλαστά πωλητήρια έγγραφα. Το συγκεκριμένο πωλητήριο έγγραφο καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας την 18/05/2009 και οι Ενάγοντες 1 και 2 ενημερώθηκαν για τη συγκεκριμένη κατάθεση του πωλητήριου εγγράφου και όχι μόνο γνώριζαν αλλά έδωσαν και τη συγκατάθεσή τους, τόσο με τη συμπεριφορά τους αλλά και με τις συμφωνίες που προηγήθηκαν και είχαν εξουσιοδοτήσει την υπό εκκαθάριση Εναγομένη 1 εταιρεία να προχωρήσει με τη σύναψη της συμφωνίας με ενδιαφερόμενους αγοραστές. Η Εναγόμενη 1 ανταπαιτεί αποζημιώσεις λόγω του ότι από το 2009 οι Ενάγοντες 1 και 2, χωρίς λόγο και αιτία, έπαψαν να συνεργάζονται με την Εναγόμενη 1 υπό εκκαθάριση εταιρεία, για την εκπλήρωση των όρων της σύμβασης αντιπαροχής, ημερομηνίας 04/02/2006 και υπέγραψαν συμφωνία αντιπαροχής για το ίδιο ακίνητο με την εταιρεία Vassos Markides Estates Ltd, την οποίαν καταχώρησαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας στις 28/09/2011 με αριθμό ΠΩΕ1469/2011 καθώς και δήλωση μεταβίβασης Δ.Α.243/2011, με την οποίαν μεταβίβασαν στην εταιρεία Vassos Markides τα 2000/10180 μερίδια του όλου επίδικου ακινήτου και το 2013 με τη δήλωση μεταβίβασης Δ.Α.44/2013 μεταβίβασαν τα 4976/10180 μερίδια του όλου ακινήτου. Λόγω της συγκεκριμένης συμπεριφοράς η Εναγόμενη 1 εταιρεία ανταπαιτεί την έκδοση δήλωσης ή/και απόφασης ότι η συμφωνία αντιπαροχής ημερομηνίας 04/02/2006 βρίσκεται σε ισχύ, ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 20/11/2008, μεταξύ της Εναγόμενης 1 και των Εναγομένων 2 και 3, έχει καταρτιστεί νόμιμα και έγκυρα καθώς και ότι η καταχώρηση του πωλητήριου εγγράφου ημερομηνίας 20/11/2008 και της συμφωνίας αντιπαροχής έχει γίνει νομότυπα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Παράλληλα, αιτείται δήλωση με την οποία να ακυρώνεται η κατάθεση της συμφωνίας αντιπαροχής μεταξύ των Εναγόντων 1 και 2 και της εταιρείας Vassos Markides Estates Ltd καθώς και αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης. Ο Εναγόμενος 2, στη δική του Υπεράσπιση, ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει οποιαδήποτε γεγονότα είχαν διαμειφθεί μεταξύ των Εναγόντων 1 και 2 και της Εναγόμενης 1 υπό εκκαθάριση εταιρείας. Προωθεί τη θέση ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 20/11/2008 φέρει ως ιδιοκτήτες του ακινήτου τους Ενάγοντες 1 και 2 και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι φέρει και τις υπογραφές τους. Παραδέχεται ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 20/11/2008 κατατέθηκε για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας, όπου και εξακολουθεί να βρίσκεται κατατεθειμένο μέχρι σήμερα. Επίσης παραδέχεται ότι απεστάλησαν από τους Ενάγοντες 1 και 2 επιστολές, οι οποίες αναφέρονται στα προβλήματα που είχαν προκύψει μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 1 εταιρείας, πλην όμως η Ποινική Υπόθεση 23540/12 που καταχωρίστηκε εναντίον του διευθυντή της Εναγόμενης 1 εταιρείας απορρίφθηκε και ο διευθυντής της αθωώθηκε. Ισχυρίζεται ότι για την αγορά του συγκεκριμένου διαμερίσματος καταβλήθηκε το ποσό των €34.172, το οποίο έχει απολεστεί λόγω του ότι το συγκεκριμένο διαμέρισμα δεν έχει μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι του αφού το επίδικο συγκρότημα δεν έχει ανεγερθεί. Επιπρόσθετα, προωθεί τη θέση ότι υφίσταται ζημιά ίση με τη διαφορά του τιμήματος και της σημερινής αξίας του διαμερίσματος, η οποία ανέρχεται στις €170.000 και καθορίζει τη ζημιά του στο ποσό των €20.
- Ανταπαιτεί την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η ειδική εκτέλεση της σύμβασης πώλησης ημερομηνίας 20/11/2008, που αφορά το διαμέρισμα Γ002 καθώς και αποζημιώσεις ύψους €20.
- Σε αντίθετη περίπτωση, αιτείται από τους Ενάγοντες 1 και 2 και την Εναγομένη 1 εταιρεία την επιστροφή του ποσού των €34.172, το οποίο καταβλήθηκε ως προκαταβολή για το συγκεκριμένο διαμέρισμα για το οποίο δεν επακολούθησε η αντιπαροχή, πλέον τους τόκους. Έγινε παραδεκτό από όλες τις πλευρές ότι η Εναγομένη 1 εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση με διάταγμα Δικαστηρίου, ότι διορίστηκε ως διαχειριστής της ο κ. Κύπρος Ανδρέου και ότι εκδόθηκε διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο παραχωρείτο άδεια για συνέχιση της υπό κρίση διαδικασίας. Επίσης, κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, κατατέθηκε, από κοινού, η Έκθεση λεπτομερειών του συγκεκριμένου τεμαχίου και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Εγκρίθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα από το Δικαστήριο. Οι Ενάγοντες 1 και 2 προώθησαν την υπόθεσή τους με τη μαρτυρία του Ενάγοντα 1, ο οποίος κατέγραψε τις θέσεις του σε δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Είναι η θέση του ότι είναι εξουσιοδοτημένος και από την Ενάγουσα 2 στην παράθεση των γεγονότων. Ισχυρίζεται ότι τόσο ο ίδιος, όσο και η Ενάγουσα 2 είναι συνιδιοκτήτες ανά ½ μερίδιο του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ.30/06Ε2, Τεμάχιο [ ], Τμήμα 11, το οποίο δυνάμει γραπτής συμφωνίας αντιπαροχής, ημερομηνίας 04/02/2006, παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη 1 εταιρεία για ανάπτυξη. Μεταξύ των όρων της συμφωνίας αντιπαροχής ήταν η παραχώρηση στους ίδιους οικιών, διαμερισμάτων, μεζονέτων και άλλων κτηριακών εγκαταστάσεων, στο ποσοστό αντιπαροχής του 33% έναντι του όλου οικοδομήσιμου και δομήσιμου εμβαδού καλυμμένων χώρων και υπό την προϋπόθεση ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία θα λάμβανε την αναλογία του 67% του εμβαδού των καλυμμένων χώρων. Ακολούθησε συμφωνία, ημερομηνίας 27/09/2007, που αφορούσε τη διανομή των διαμερισμάτων, στην οποία συμπεριλαμβάνετο ο όρος ότι η πώληση οποιωνδήποτε από τα υπό ανέγερση κτήρια ή και διαμερίσματα σε τρίτα πρόσωπα, θα απαιτούσε την υπογραφή του ιδίου, της Ενάγουσας 2 και του εκπροσώπου της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Η Εναγόμενη 1 εταιρεία με πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 20/11/2008 πώλησε στους Εναγόμενους 2 και 3 το υπό ανέγερση διαμέρισμα Γ002, στο συγκεκριμένο συγκρότημα, έναντι του τιμήματος πώλησης ύψους €149.503 πλέον Φ.Π.Α.. Το πωλητήριο έγγραφο καταγράφει ως ιδιοκτήτες τον ίδιο και την Ενάγουσα 2 και ως πωλήτρια την Εναγόμενη 1 εταιρεία, ενώ ως αγοραστές καταγράφει τους Εναγόμενους 2 και
- Το συγκεκριμένο πωλητήριο έγγραφο καταρτίστηκε χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση των ιδίων και χωρίς οι ίδιοι να το υπογράψουν και περιήλθε στην αντίληψή τους τον Ιανουάριο
- Η φερόμενη ως υπογραφή τους πλαστογραφήθηκε από τρίτο πρόσωπο. Το συγκεκριμένο έγγραφο κατατέθηκε για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, όπου και βρίσκεται κατατεθειμένο και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 αρνούνται να το αποσύρουν. Για αυτό και τον Ιούλιο 2010 κατάγγειλαν την πλαστογράφηση των υπογραφών τους. Λόγω της συγκεκριμένης συμπεριφοράς των Εναγομένων 1, 2 και 3 τόσο ο ίδιος, όσο και η Ενάγουσα 2 υφίστανται ζημιές λόγω της μείωσης της αξίας του ακινήτου τους, που κυμαίνεται στο €1.000.000 καθώς και ταλαιπωρία αφού εμποδίζονται στην αξιοποίηση του. Η συγκεκριμένη συμφωνία αντιπαροχής τερματίστηκε από τον ίδιο και την Ενάγουσα 2, δικαιολογημένα, με επιστολές του δικηγόρου τους. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 την συμφωνία αντιπαροχής, ως Τεκμήριο 2Α την προειδοποιητική επιστολή ημερ. 14/01/2010 προς την Εναγομένη 1 και ως Τεκμήριο 2Β την επιστολή τερματισμού της συμφωνίας αντιπαροχής ημερ. 16/07/2010 που αποστάληκε στην Εναγομένη
- Ως Τεκμήριο 3 κατέθεσε τη συμφωνία διανομής, ως Τεκμήριο 4 το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 20/11/2008, ως Τεκμήριο 5Α το πιστοποιητικό έρευνας ημερ. 04/10/2016, ως Τεκμήριο 5Β το πιστοποιητικό έρευνας ημερ. 20/01/2010, ως Τεκμήριο 6 τις τρεις επιστολές του δικηγόρου κ. Ματθαίου προς τους Εναγόμενους 2 και 3 με ημερομηνίες 04/08/2010, 27/08/2010 και 27/08/2010, ως Τεκμήριο 7 τις δύο επιστολές προς το Κτηματολόγιο Λευκωσίας με ημερ. 16/07/2010 και 23/02/2010 καθώς και την απαντητική επιστολή του Κτηματολογίου ημερ. 24/02/2011 και ως Τεκμήριο 8 την Έκθεση του εμπειρογνώμονα σε σχέση με την κατ΄ ισχυρισμό πλαστογραφημένη υπογραφή. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι τόσο ο ίδιος, όσο και η αδελφή του είναι οι ιδιοκτήτες του συγκεκριμένου ακινήτου και για να μπορέσουν να αποζημιώσουν τους πελάτες, στους οποίους η Εναγόμενη 1 εταιρεία είχε πωλήσει διαμερίσματα, αναγκάστηκαν να εξεύρουν επενδυτή και συγκεκριμένα την εταιρεία Vassos Markides Estates Ltd. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 1 υπέδειξε τις δικές του υπογραφές και περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι η γραπτή συμφωνία αντιπαροχής υπογράφτηκε στις 04/02/
- Υποστήριξε ότι για τέσσερα
(4)χρόνια η Εναγόμενη 1 εταιρεία, η οποία ήταν ο εργολάβος σε σχέση με τη συγκεκριμένη ανάπτυξη, δεν είχε τοποθετήσει ούτε και ένα τούβλο μέσα στο τεμάχιο και σκόπιμα καθυστερούσε την εκμετάλλευση, γι' αυτό και αναγκάστηκαν, οι Ενάγοντες, να τερματίσουν τη συμφωνία το 2010. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι είχε εκδοθεί πολεοδομική άδεια και ότι πράγματι η Εναγόμενη 1 εταιρεία είχε προβεί σε κάποιες ενέργειες σε σχέση με την ανάπτυξη όμως μέχρι το σημείο που η ίδια ήθελε. Παραδέχθηκε ότι είχε εκδοθεί πολεοδομική άδεια αλλά μετά την έκδοση της πολεοδομικής άδειας ήταν η θέση του ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν προέβη σε οποιανδήποτε άλλη ενέργεια. Ερωτηθείς ανέφερε ότι τόσο ο ίδιος όσο και η αδελφή του υπέγραφαν τα έντυπα που τους είχαν παρουσιαστεί από την Εναγόμενη 1 εταιρεία και αφορούσαν την έκδοση των απαιτούμενων αδειών. Σε σχέση με το Τεκμήριο 2Α ήταν η δική του θέση ότι δεν υποβλήθηκαν οποιαδήποτε έντυπα για την εξασφάλιση της άδειας οικοδομής και πάρα πολλές φορές οχλήθηκε τόσο τηλεφωνικώς αλλά και προφορικώς ο κ. Κυπριανού και ζητήθηκαν συναντήσεις για να τους εξηγήσει γιατί η Εναγόμενη εταιρεία 1 καθυστερούσε στην ανέγερση των κτηρίων αφού στο ακίνητο, εκτός από την τοποθέτηση ταμπελών της Εναγομένης 1 εταιρείας, οι ίδιοι δεν είχαν παρατηρήσει οποιανδήποτε επέμβαση. Ο ίδιος δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι άλλο απαιτείται για να ακυρωθεί μια συμφωνία, αφού για τέσσερα
(4)χρόνια μια εταιρεία που ασχολείται με την ανάπτυξη γης δεν είχε ξεκινήσει ένα έργο, το οποίο προέβλεπε για την ανέγερση τεσσάρων πολυκατοικιών και έξι σπιτιών. Διερωτήθηκε πόση ζημιά έπρεπε να υποστούν πριν ακυρώσουν την συμφωνία αντιπαροχής. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι οι αρχιτέκτονες και οι πολιτικοί μηχανικοί που ασχολούνταν με το έργο πληρώνονταν από την Εναγόμενη 1 εταιρεία γιατί αυτό προέβλεπε η συμφωνία. Προώθησε τη θέση ότι στη γραπτή συμφωνία αντιπαροχής, στη παράγραφο 20, καταγράφεται ρητώς ότι όλα τα έγγραφα που αφορούν το συγκεκριμένο κτηριακό συγκρότημα, θα πρέπει να συνυπογράφονται και από τους ιδιοκτήτες καθώς και από την Εναγομένη 1 εταιρεία. Όσον αφορά τη συμφωνία διανομής, ήταν η δική του θέση ότι καταρτίστηκε το 2007 και αυτό καταδείκνυε ότι όλα ήταν έτοιμα για να ξεκινήσει η ανέγερση των κτηρίων. Σε εκείνην τη συμφωνία δεν είχαν διαπιστώσει οτιδήποτε παράξενο, γι' αυτό και υπογράφτηκε καλή τη πίστη. Ο δικηγόρος που την είχε ετοιμάσει ήταν φίλος του κ. Κυπριανού και τους την παρουσίασε και τους την εξήγησε και δεν διαπιστώθηκε από τον ίδιο ή την αδελφή του οτιδήποτε μεμπτό. Σε σχέση με τη πώληση του διαμερίσματος Γ002, παραδέχθηκε ότι το συγκεκριμένο διαμέρισμα ανήκει στην Εναγόμενη 1 εταιρεία, όμως μέχρι και το 2010 ο ίδιος είχε λάβει πολλά τηλεφωνήματα και οχλήσεις από πολλούς πελάτες της Εναγόμενης εταιρείας 1, οι οποίοι είχαν αγοράσει διαμερίσματα στο συγκεκριμένο υπό ανέγερση συγκρότημα χωρίς να καθοριστεί πότε θα παραδίδονταν τα συγκεκριμένα διαμερίσματα. Παραπονούνταν για το γεγονός ότι δεν είχε ξεκινήσει το έργο και ζητούσαν να ενημερωθούν πότε θα τους παραδοθούν τα διαμερίσματα. Κάποιοι από αυτούς τους αγοραστές θεωρούσαν τον ίδιο και την αδελφή του υπεύθυνους. Τα γεγονότα αυτά του είχαν δημιουργήσει υποψίες και τότε ήταν που ζητήθηκαν από την Εναγόμενη 1 εταιρεία εξηγήσεις και οι ίδιοι επισκέφθηκαν δικηγόρο για να λάβουν συμβουλή. Όταν ερεύνησαν στο Κτηματολόγιο, αποκαλύφθηκε το συγκεκριμένο συμβόλαιο κατατεθειμένο, του οποίου την ύπαρξη οι ίδιοι αγνοούσαν. Ερωτηθείς ανέφερε ότι τον τελευταίο χρόνο πριν ακυρωθεί η συμφωνία αντιπαροχής, λάμβαναν πολλά τηλεφωνήματα, με πληροφορίες άσχημες σε σχέση με την Εναγόμενη 1 εταιρεία και τον διευθυντή της, ενώ υπήρχαν και αρνητικά δημοσιεύματα σε σχέση με τον διευθυντή της εταιρείας αυτής, γι' αυτό και έλαβαν τα συγκεκριμένα μέτρα, ήτοι την ακύρωση της συμφωνίας. Όσον αφορά την πλαστογραφία, δεν γνώριζαν οτιδήποτε, ούτε και είχαν οποιανδήποτε υποψία, μέχρι που διενεργήθηκε η έρευνα στο Κτηματολόγιο και ανευρέθηκαν συμβόλαια πώλησης, για τα οποία οι ίδιοι δεν ήταν ενήμεροι και στη συνέχεια τηλεφώνησαν επανειλημμένα του κ. Κυπριανού. Σε δύο περιπτώσεις οι ίδιοι μετέβησαν στον Πρωταρά για να ενημερωθούν κατ' ιδίαν από τον κ. Κυπριανού για την ημερομηνία έναρξης του έργου, ο οποίος πρόβαλλε διάφορες δικαιολογίες και ανέφερε ότι το έργο προχωρά κανονικά και θα ξεκινήσει. Προώθησε τον ισχυρισμό ότι εντοπίστηκαν άλλα 12 πωλητήρια έγγραφα κατά την έρευνα στο Κτηματολόγιο, από τα οποία τα πέντε
(5)ήταν νόμιμα και περιείχαν τις δικές τους υπογραφές αλλά τα υπόλοιπα δεν ήταν υπογραμμένα από τους ίδιους. Σε ερώτηση που του τέθηκε καθόρισε ως μοναδικό πωλητή των διαμερισμάτων τον κ. Κυπριανού, ο οποίος όταν γινόταν πώληση τους τηλεφωνούσε και στην παρουσία των αγοραστών υπογράφονταν τα συμβόλαια. Σε ερώτηση που του τέθηκε ισχυρίστηκε ότι δόθηκε στην Εναγόμενη εταιρεία 1 χρόνος για να δοθούν εξηγήσεις και η Εναγόμενη 1 εταιρεία επανήλθε με προτάσεις για την ολοκλήρωση του έργου. Ο ίδιος προσπαθούσε να πιαστεί από μια υπόσχεση του κ. Κυπριανού ότι θα ολοκλήρωνε το έργο αφού ο ίδιος και η αδελφή του είχαν αποφασίσει να παραχωρήσουν χρόνο στην Εναγομένη 1 εταιρεία. Όμως χωρίς αποτέλεσμα. Του υποδείχθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου στην Ποινική Υπόθεση 23540/12 του Ε. Δ. Λευκωσίας, την οποίαν αναγνώρισε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Επίσης αναγνώρισε την ενδιάμεση απόφαση στην Αγωγή Αρ. 1474/11 Ε. Δ. Λευκωσίας, ημερομηνίας 25/05/2012, η οποία αφορούσε την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, την οποίαν και κατάθεσε ως Τεκμήριο
- Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο ίδιος δεν υπέγραφε τα έγγραφα που αφορούσαν την ανάπτυξη και για αυτό υπήρξε καθυστέρηση. Όσο αφορά τη συμφωνία με την εταιρεία Vassos Makrides Estates Ltd, υποστήριξε ότι ο ίδιος ήρθε σε επαφή με τη συγκεκριμένη εταιρεία για να προωθηθεί το έργο και ενημέρωσε τους νέους συνεργάτες για το πρόβλημα το οποίο υπήρχε με την Εναγόμενη εταιρεία
- Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 11, την συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων 1 και 2 και της εταιρείας Vassos Markides και επέμενε στη θέση του ότι δεν είχε υπογράψει ούτε ο ίδιος, αλλά ούτε και η αδελφή του το Τεκμήριο 4 και πως δεν γνώριζαν για το συγκεκριμένο συμβόλαιο αφού ο ίδιος με την αδελφή του μετέβαιναν αυτοπροσώπως, για να υπογράψουν, στα γραφεία της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Εναγόμενου 2, υποστήριξε ότι σύμφωνα με τη συμφωνία Τεκμήριο 1, έπρεπε να υπογράφονται τα πωλητήρια έγγραφα από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, ανεξάρτητα σε ποιού το μερίδιο ενέπιπτε το πωληθέν διαμέρισμα, λόγω του ότι δεν είχε γίνει οποιαδήποτε μεταβίβαση του ακινήτου προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία. Συμφώνησε ότι η συμφωνία διανομής, Τεκμήριο 3, είναι πιο διευκρινιστική από το Τεκμήριο 1, τη συμφωνία αντιπαροχής. Μαρτυρία σε σχέση με τις αμφισβητούμενες υπογραφές δόθηκε από τον Λοχία 837, Γ. Χρυσάνθου, Μ.Ε.2, ο οποίος υπηρετεί στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών, ως υπεύθυνος του Γραφολογικού Εργαστηρίου της Αστυνομίας. Είναι ειδικός στη δικανική εξέταση γραφής και υπογραφής και έχει τύχει εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης επί του θέματος. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 12, το βιογραφικό του σημείωμα. Ήταν η θέση του ότι στα πλαίσια διερεύνησης σε σχέση με ποινική υπόθεση ο ίδιος είχε ετοιμάσει γραφολογική Έκθεση με αριθμό 6239/10 καθώς και συμπληρωματική Έκθεση 6339/10, τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 8Α και 8Β. Όσο αφορά το πωλητήριο έγγραφο του διαμερίσματος με αγοραστές τους [ ] και [ ] Πιρμεττή κατέθεσε, ως Τεκμήριο 13, αντίγραφα όλων των εγγράφων που εξετάστηκαν και αφορούσαν κατ΄ ισχυρισμό πλαστογραφημένες υπογραφές των Εναγόντων. Εξέτασε, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, τις υπογραφές των «Συμβαλλόμενων» και τις σύγκρινε με τα δείγματα που του είχαν παραχωρηθεί και κατέληξε ότι υπάρχει κάποια ομοιότητα μόνο ως προς τη γενική μορφή και ότι παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους στα γραφολογικά γνωρίσματα και στις μικρολεπτομέρειες γραφής. Κατά τη δική του άποψη οι δύο υπογραφές κάτω από τον όρο «Συμβαλλόμενοι», στο Τεκμήριο 4, δεν είναι οι γνήσιες υπογραφές του [ ] και της [ ] Κρασιά και ότι πρόκειται για προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του τις γνήσιες υπογραφές των δύο αυτών προσώπων. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 14Α, τον φωτογραφικό συγκριτικό πίνακα που είχε ετοιμάσει και εξήγησε ότι τοποθέτησε φωτογραφικές μεγεθύνσεις του δειγματικού υλικού του [ ] Κρασιά, το οποίο σύγκρινε με την αμφισβητούμενη υπογραφή και από τη σύγκριση προέκυψε ότι στο δειγματικό υλικό υπάρχει συνέπεια ως προς τη μορφή και τον τρόπο σχηματισμού των δειγμάτων ως προς την έναρξη, ως προς το μεσοδιάστημα αλλά και την κατάληξη ενώ τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ελλείπουν παντελώς από την αμφισβητούμενη υπογραφή. Όσον αφορά την υπογραφή της [ ] Κρασιά, κατέθεσε συγκριτικό πίνακα, ο οποίος σημειώθηκε ως Τεκμήριο 14Β. Και σε αυτήν την περίπτωση υποστήριξε ότι υπάρχει ομοιότητα στη γενική εμφάνιση, αλλά υπάρχουν διαφορές σε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και σε μικρολεπτομέρειες της γραφής τις οποίες επεξήγησε. Δεν πρόκειται, ήταν η θέση του, για γνήσια υπογραφή αλλά για προσπάθεια απομίμησης από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του την γνήσια υπογραφή της Μαργαρίτας Κρασιά. Όσον αφορά το Τεκμήριο 8Β, εξήγησε ότι συγκρίθηκε η συγκεκριμένη υπογραφή με δείγματα γραφής της [ ] Αντωνίου και του [ ] Κυπριανού. Ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να γίνει σύγκριση της αμφισβητούμενης υπογραφής με τα δείγματα, γιατί τα συγκεκριμένα δεν αφήνουν γραφολογικά γνωρίσματα για σκοπούς αναγνώρισης. Εξετάζοντας την υπογραφή για την Εναγόμενη 1 εταιρεία, υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη υπογραφή είναι υπογραφή περιορισμένης έκτασης, χωρίς τεχνική στον τρόπο σχηματισμού της, με αποτέλεσμα να είναι επισφαλής η οποιαδήποτε εκφορά γνώμης ως προς τον καθορισμό του προσώπου που υπέγραψε. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο της Εναγόμενης 1 εταιρείας υποστήριξε, με αναφορά στο Τεκμήριο 14Β, ότι εάν εξεταστεί το δειγματικό υλικό θα διαπιστωθεί ότι υπάρχει ομοιομορφία και συνέπεια στον τρόπο του σχηματισμού, στο μέγεθος και στην κλίση. Οι υπογραφές γέρνουν αριστερά, στις μεσογραμματικές αποστάσεις αλλά και προς τη γραμμή της βάσης που βρίσκεται η υπογραφή. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά δεν υπάρχουν στις αμφισβητούμενες υπογραφές και υπάρχει επίσης διαφορά σε επιμέρους χαρακτηριστικά, όπως το αρχικό «Μ», το «Κ», το «α» καθώς και τη γραμμή κατάληξης, οπόταν υπάρχουν διαφορές με την αμφισβητούμενη υπογραφή. Ερωτηθείς ανέφερε ότι δεν μπορεί να εκφέρει άποψη ως προς τον υπογράφοντα, όμως μπορούσε να πει με σιγουριά ότι το συγκεκριμένο γραφικό μόρφωμα είναι διαφορετικό ως προς τη μορφή και τον τρόπο υπογραφής, από το μόρφωμα των δειγμάτων υπογραφής της [ ] Αντωνίου και του [ ] Κυπριανού. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Εναγόμενου 2, με αναφορά στο Τεκμήριο 9, παραδέχθηκε ότι είχε δώσει μαρτυρία ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου στην Υπόθεση Αρ. 23540/
- Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος εξήγησε ποιές υπογραφές έχει εξετάσει και το τι γράφει το έγγραφο στη θέση της κάθε υπογραφής. Από εκεί και πέρα δεν γνωρίζει οτιδήποτε άλλο, το οποίο να μπορούσε να καταθέσει στο Δικαστήριο. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της Εναγόμενης 1 εταιρείας δόθηκε μαρτυρία από τον κ. [ ] Κυπριανού, Μ.Υ.1, ο οποίος ανέφερε ότι από το 2010 διατελούσε Διευθυντής της Εναγόμενης 1 εταιρείας, η οποία είχε συμβληθεί με τους Ενάγοντες 1 και 2, το 2006, για την παραχώρηση του κτήματος τους, στο Στρόβολο, με αντιπαροχή. Εξήγησε ότι ο λόγος που δεν προχώρησε το συγκεκριμένο έργο ήταν γιατί οι Ενάγοντες 1 και 2 είχαν διασφαλίσει καλύτερη προσφορά με άλλη εταιρεία, με την οποίαν και τελικά προχώρησαν. Προώθησε τη θέση ότι είχαν εκδοθεί αρχιτεκτονικά σχέδια, σύμφωνα με τη συμφωνία που υπήρχε με τους Ενάγοντες 1 και 2, όμως το συγκεκριμένο ακίνητο ήταν κτήμα το οποίο έπρεπε να διαχωριστεί σε οικόπεδα, ο οποίος διαχωρισμός είχε γίνει και είχε απομείνει, σε σχέση με την ανάπτυξη, η άδεια οικοδομής, ενώ οι υπόλοιπες άδειες εκδόθηκαν με την υπογραφή των σχετικών εγγράφων από τους Ενάγοντες. Τα έξοδα για την έκδοση των αδειών τα είχε επωμιστεί η Εναγόμενη 1 εταιρεία και ανέρχονται σε δεκάδες χιλιάδες ευρώ. Υποστήριξε ότι είχε γίνει συμφωνία διανομής, το Τεκμήριο 4 και ότι για την Εναγόμενη 1 εταιρεία υπέγραφε, το 2008, η [ ] Αντωνίου, διευθύντρια της Εναγομένης 1 τότε. Εξήγησε ότι το διαμέρισμα που είχε πωληθεί στον κ. Πιρμεττή ενέπιπτε σε αυτά που είχαν αποδοθεί στην Εναγομένη 1 εταιρεία με βάση τη συμφωνία διανομής. Προώθησε τη θέση ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 είχαν γνώση όχι μόνο για το συγκεκριμένο συμβόλαιο πώλησης αλλά και για όλα τα άλλα έγγραφα που σχετίζονταν με το ακίνητο, αφού ενημερώνονταν επί καθημερινής βάσεως. Σε σχέση με το Τεκμήριο 10, υποστήριξε ότι έγινε αγωγή για να ακυρωθεί η συμφωνία αντιπαροχής. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 4 και ότι η υπογραφή ενέπιπτε στις αρμοδιότητες της κας [ ] Αντωνίου. Αρνήθηκε την οποιανδήποτε εμπλοκή του στην πώληση του συγκεκριμένου διαμερίσματος στον Εναγόμενο 2 αλλά στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι για το συγκεκριμένο διαμέρισμα είχε δοθεί προκαταβολή, η οποία είχε καταβληθεί στο λογιστήριο της Εναγομένης 1 εταιρείας. Αρνήθηκε εμφαντικά ότι είχε σχέση με τον καταρτισμό ή και την υπογραφή του συμβολαίου πώλησης του συγκεκριμένου διαμερίσματος και επανέλαβε ότι η κα Αντωνίου ήταν αυτή που είχε την ευθύνη των συμβολαίων ενώ παράλληλα προώθησε την θέση ότι δεν γνώριζε ποιος υπέγραψε στη θέση των ιδιοκτητών. Παραδέχθηκε ότι είχε τακτική επικοινωνία με τους ιδιοκτήτες του ακινήτου, λόγω του ότι ήταν ο τεχνικός των έργων και ότι συναντιόντουσαν τακτικά. Αρνήθηκε ότι η καθυστέρηση οφειλόταν στην Εναγόμενη 1 εταιρεία και ισχυρίστηκε ότι η καθυστέρηση οφειλόταν στους Ενάγοντες, οι οποίοι θα έκτιζαν τα δικά τους σπίτια στο συγκεκριμένο τεμάχιο και προέβαιναν σε πολλές αλλαγές. Παραδέχθηκε όμως ότι έλαβε επιστολή που αφορούσε τον τερματισμό της σύμβασης αντιπαροχής και ότι είχαν ανταλλαγεί πολλές επιστολές μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 1 εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι μέχρι την εμφάνιση του κ. [ ] Μαρκίδη, στις αρχές του 2010, όλα πήγαιναν μια χαρά σε σχέση με την ανάπτυξη. Ο ίδιος είχε λάβει τηλεφώνημα αρχές του 2010 από τον κύριο Μαρκίδη, στο οποίο ερωτάτο κατά πόσο ήταν μέρος του συμβολαίου. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο του Εναγόμενου 2 αναγνώρισε τις δυο αποδείξεις που του υποδείχθηκαν ως αποδείξεις της Εναγομένης 1 εταιρείας και αυτές κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 16, πλην όμως, ήταν η θέση του ότι δεν γνώριζε από ποιους είχαν υπογραφεί. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Εναγόμενο 2, Μ.Υ.2, ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Στη γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι δεν γνωρίζει ποια ήταν η σχέση μεταξύ των Εναγόντων 1 και 2 και της Εναγόμενης 1 εταιρείας και ούτε γνωρίζει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες της συνεργασίας τους, η οποία αφορούσε την ανάπτυξη στο τεμάχιο των Εναγόντων 1 και
- Ο ίδιος μαζί με τον αδελφό του αγόρασαν το διαμέρισμα Γ002, από την Εναγόμενη 1 εταιρεία και υπεγράφη πωλητήριο έγγραφο στις 20/11/2008, προπληρώνοντας το ποσό των €41.
- Το συγκεκριμένο πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στις 12/12/2008, στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και βρίσκεται εκεί κατατεθειμένο μέχρι σήμερα. Εκ των υστέρων πληροφορήθηκε ότι υπήρχαν προβλήματα μεταξύ των Εναγόντων 1 και 2 και της Εναγόμενης 1 εταιρείας, όμως προώθησε τη θέση ότι υπέγραψε με τον αδελφό του καλόπιστα το συγκεκριμένο πωλητήριο έγγραφο, πληρώνοντας ένα σεβαστό ποσό για ένα διαμέρισμα το οποίο δεν έχει παραλάβει μέχρι σήμερα. Υπόκειται δε σε περαιτέρω ζημιές, λόγω του ότι κατά τον χρόνο αγοράς του διαμερίσματος η αξία του ήταν χαμηλότερη από τη σημερινή του αξία, αφού σήμερα θα άξιζε περί τις €20.497 περισσότερο από την τιμή της αγοράς. Αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η ειδική εκτέλεση της σύμβασης πώλησης ημερομηνίας 20/11/2008 καθώς και η επιστροφή του ποσού των €41.007, πλέον τόκο. Ενώπιον του Δικαστηρίου αναγνώρισε στο Τεκμήριο 4 το πωλητήριο έγγραφο που είχε υπογραφεί για την αγορά του διαμερίσματος Γ002, το οποίο θα ανεγειρόταν στο συγκεκριμένο συγκρότημα από την Εναγομένη 1 εταιρεία. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 17 αντίγραφα τριών αποδείξεων που αφορούσαν την καταβολή του συνολικού ποσού των €41.007, στην Εναγομένη 1 εταιρεία, για την αγορά του συγκεκριμένου διαμερίσματος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τους Ενάγοντες 1 και 2 και ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας πώλησης, παρόντες ήταν ο ίδιος και ο κ. Κυπριανού, τον οποίο γνώριζε ως εκπρόσωπο της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Ξεκαθάρισε ότι όταν ο ίδιος έλαβε το συγκεκριμένο συμβόλαιο, ήταν υπογεγραμμένο από τον κ. Κυπριανού και δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει την υπογραφή του ή την πρόθεση του να υπογράψει. Υπέδειξε στο Τεκμήριο 4 την υπογραφή του κ. Κυπριανού εκ μέρους της εταιρείας K. & M. Famagusta Developers. Εξήγησε περαιτέρω ότι η κατάθεση του συγκεκριμένου εγγράφου στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας είχε διευθετηθεί από τον κ. Κυπριανού και κατά την κατάθεση του εγγράφου υπήρχαν όλες οι υπογραφές σ΄ αυτό. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είχε δει ποτέ τους Ενάγοντες 1 και 2 να υπογράφουν το συγκεκριμένο έγγραφο καθώς επίσης και ότι το συγκεκριμένο ποσό είχε πληρωθεί στην Εναγόμενη 1 εταιρεία. Ισχυρίστηκε ότι με τον Κύπρο Κυπριανού δεν ήταν η μόνη συναλλαγή που είχε διεκπεραιωθεί και ότι ο ίδιος είχε αγοράσει και άλλο διαμέρισμα από την Εναγομένη 1 εταιρεία όμως προέκυψε ανάγκη για αγορά ισόγειου διαμερίσματος στη Λευκωσία για αυτό και είχε προηγηθεί η πληρωμή του ποσού στις 10/07/2008, πριν την κατάρτιση του Τεκμηρίου
- Η συμφωνία είχε αρχικά γίνει προφορικά και ακολούθησε το συμβόλαιο, το οποίο του δόθηκε για να υπογραφτεί από τον αδελφό του, στη συνέχεια το επέστρεψε για να υπογραφτεί από τους Ενάγοντες και ακολούθως να κατατεθεί από τον κ. Κυπριανού στο Κτηματολόγιο. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 17, υποστήριξε ότι δεν γνώριζε ποιος το υπέγραψε, ούτε και μπορούσε να θυμηθεί σε ποιον είχε δώσει τις επιταγές για την προκαταβολή του ακινήτου. Αυτό που γνώριζε ήταν ότι οι επιταγές εκδόθηκαν στο όνομα της Εναγομένης 1 εταιρείας και ότι το διαμέρισμα είχε αγοραστεί από την Εναγόμενη
- Δεν μπορούσε να θυμηθεί ποιος είχε εκδώσει τις αποδείξεις εκ μέρους της Εναγομένης 1 εταιρείας αλλά θυμόταν ότι ο κ. Κυπριανού του είχε αναφέρει ότι «όσα λεφτά πάρω στην αρχή τόσο πιο καλή θα είναι η τιμή που μπορώ να σου κάνω.». Παραδέχθηκε ότι δεν είχε καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες 1 και 2 και ότι δεν ζήτησε, ο ίδιος, από οποιονδήποτε την ειδική εκτέλεση της σύμβασης πώλησης. Όμως ισχυρίστηκε ότι έχουν και οι Ενάγοντες 1 και 2 υποχρεώσεις έναντι του ενόψει του ότι το ακίνητο τους ανήκει. Αντεξετασθείς από το συνήγορο της Εναγομένης 1 εταιρείας ισχυρίστηκε ότι το Τεκμήριο 4 μπορεί να υπογράφτηκε από τον κ. Κυπριανού ή οποιοδήποτε αντιπρόσωπό του. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας όλες οι πλευρές διαβίβασαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Η αγόρευση του συνηγόρου των Εναγόντων 1 και 2 επικεντρώθηκε στην αξιοπιστία των μαρτύρων που έδωσαν μαρτυρία και εισηγήθηκε καταληκτικά ότι ούτε η Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν απέδειξε την Ανταπαίτησή της αλλά ούτε και ο Εναγόμενος 2 την όποια απαίτησή του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης 1 εταιρείας ισχυρίστηκε ότι το Δικαστήριο αποφασίζοντας κατά πόσο οι υπογραφές στη σύμβαση πώλησης είναι πλαστογραφημένες θα πρέπει να καθοδηγηθεί από την απόφαση στην Ποιν. Υποθ. 1471/
- Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι η υπογραφή της σύμβασης πώλησης από τους Ενάγοντες 1 και 2 ήταν τυπικού χαρακτήρα, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες της συμφωνίας αντιπαροχής και την παράγραφο 2 της σύμβασης διανομής. Ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν δικαιούνται σε οποιαδήποτε θεραπεία γιατί παρανόμησαν πωλώντας το ακίνητο σε άλλη εταιρεία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου 2 εισηγήθηκε ότι διάδικος στην αγωγή έπρεπε να είναι η εταιρεία Vasos Markides Estates Limited στην οποία ανήκει το ακίνητο και όχι οι Ενάγοντες 1 και
- Επίσης εισηγήθηκε ότι λανθασμένα καταχώρησαν, οι Ενάγοντες 1 και 2, την υπό κρίση αγωγή γιατί δεν έχουν οποιοδήποτε νομικό δικαίωμα ή συμφέρον αφού δεν αναφερόταν στη συμφωνία που υπογράφτηκε μεταξύ του Εναγόμενου 2 και της Εναγόμενης 1 εταιρείας ότι η σύμβαση πώλησης έπρεπε να υπογραφτεί από τους Ενάγοντες 1 και
- Καταλήγει δε ότι ο Εναγόμενος 2 είναι καλόπιστος αγοραστής και για αυτό η αγωγή, στην έκταση που τον αφορά, θα πρέπει να απορριφθεί. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Σύμφωνα με τα γραφθέντα στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: « Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).». Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του.(Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Όταν υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές, όπως συμβαίνει και στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο με βάση την αξιολόγηση θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα τους. Η γενική αρχή σε μια πολιτική υπόθεση είναι ότι ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά εκείνης του αντιδίκου του. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1 (Β) Α.Α.Δ. 1295. Εξετάζοντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα μόνο στην ατομική εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων αλλά συσχέτισα και αντιπαρέβαλα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. Ιωαννίδη και Άλλων ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, Πολ. Εφ. 80/13, ημερ. 13/01/2020, ECLI:CY:AD:2020:A11, Γερολέμου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α. Ποιν. Έφ. 486/12, ημερ. 10/09/2019, ECLI:CY:AD:2019:A358 και Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1172, 1175). Η μαρτυρία του Ενάγοντα 1, Μ.Ε.1, χαρακτηριζόταν από σαφήνεια και θετικότητα καθ΄ όλη την έκτασή της. Χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία αλλά, αντίθετα, με άνεση και φυσικότητα αφηγήθηκε τα σχετικά γεγονότα, ήταν ειλικρινής και είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Μάλιστα πολύ χαρακτηριστικά δεν αρνήθηκε την υπογραφή πέντε συμβολαίων πώλησης από τα δώδεκα που είχαν ανευρεθεί στο Κτηματολόγιο το 2010. Τα όσα ισχυρίστηκε υποστηρίζονται και από τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Προκύπτει τόσο από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, καθώς και από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και 2(Α) ότι παρά την παρέλευση τεσσάρων
(4)ετών η Εναγόμενη 1 δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και δεν προέβηκε στα απαραίτητα, με βάση τη συμφωνία αντιπαροχής. Την εκδοχή του, ότι οι ίδιοι έκαναν ότι τους ζητούσε η Εναγόμενη 1 εταιρεία σε σχέση με την έκδοση των σχετικών αδειών, την υποστήριξε και ο Μ.Υ.1 στη δική του μαρτυρία. Όσο αφορά την μαρτυρία του σε σχέση με το γεγονός ότι δεν είχε υπογράψει το Τεκμήριο 4 και τον ισχυρισμό του ότι η υπογραφή του είχε πλαστογραφηθεί θεωρώ ότι είπε την αλήθεια. Δεν είχε λόγο να πει ψέματα αφού σε σχέση με τις συμβάσεις πώλησης που είχε υπογράψει στη συνέχεια αποζημίωσε τους αγοραστές, ήτοι για διαμερίσματα που πωλήθηκαν και ουδέποτε παραδόθηκαν. Η μαρτυρία του υποστηρίζεται και από την μαρτυρία του εμπειρογνώμονα, Μ.Ε.2, ο οποίος ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας και δεν έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Ο Ενάγοντας 1 αντιμετώπισε όλες τις υποβολές και εισηγήσεις της Υπεράσπισης απαντώντας με τον ίδιο σαφή και θετικό τρόπο και στην ουσία επαναλαμβάνοντας την εκδοχή που ξεκάθαρα παρουσίασε στο στάδιο της κύριας εξέτασης του. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του στο σύνολό της, σε συνδυασμό και με την όλη συμπεριφορά του ενώ κατέθετε, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι κατέθεσε πλήρως τα αληθινά γεγονότα της υπόθεσης και συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Η μαρτυρία του Λοχ. 837 Χρυσάνθου, Μ.Ε.2, ειδικού στην δικανική εξέταση γραφής, του οποίου τα προσόντα δεν αμφισβητήθηκαν, κατατάσσεται ως μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Οι αρχές με βάση τις οποίες προσεγγίζεται η μαρτυρία εμπειρογνώμονα έχουν καθοριστεί από τη νομολογία. Στην υπόθεση Nικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, υιοθετείται η προσέγγιση του Δικαστηρίου στην Constantinides (Akinita) Ltd v. Mavrogenis,
(1983)1 C.L.R. 662, στην οποία διαπιστώνεται ότι το υπόβαθρο των γεγονότων στα οποία στηρίζεται η γνώμη πραγματογνώμονα πρέπει, όπως και κάθε άλλο γεγονός, να αποδεικνύεται σύμφωνα με τους κανόνες της απόδειξης. Στο Δικαστήριο, οι εμπειρογνώμονες καλούνται συνήθως από τα μέρη ως μάρτυρες για να υποστηρίξουν τους αντίστοιχους ισχυρισμούς τους, όπου εμπλέκονται τεχνικά θέματα. Το καθήκον τους είναι να παράσχουν στον Δικαστή τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων τους, ώστε να μπορέσει ο Δικαστής να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση εφαρμόζοντας τα κριτήρια στα αποδεικτικά στοιχεία. Επιπλέον έχει τονιστεί ότι η συμπεριφορά του μάρτυρα εμπειρογνώμονα στο εδώλιο είναι, όπως και στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα, κριτήριο με βάση το οποίο μπορεί να διαγνωστεί η αξιοπιστία του (βλ. Χαραλάμπους ν. Αβραάμ
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1441). Στην υπόθεση Αυγουστή κ.ά. v. Ιωάννου,
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1498, λέχθηκε ότι: «Η γνώμη του πραγματογνώμονα θα πρέπει να αιτιολογείται και να τεκμηριώνεται με απόλυτη επάρκεια και πειστικότητα. Διαφορετικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχτεί και να στηριχτεί στη μαρτυρία του, έστω και αν είναι ο μόνος πραγματογνώμονας που κατάθεσε στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ως προς διάφορες παραμέτρους αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά σε ζωτικά της σημεία και σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο μάρτυρας δεν κατάφερε να αντικρούσει τις αμφισβητήσεις κατά τρόπο τεκμηριωμένο. Ενόψει της παρατηρηθείσας ανεπάρκειας, το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν αδύνατο, στηριζόμενο στη μαρτυρία εκείνου του πραγματογνώμονα, να εξήγαγε ασφαλή συμπεράσματα, οπότε και απέρριψε τη μαρτυρία του και την Απαίτηση. Το Εφετείο επικύρωσε αυτή την προσέγγιση και την πρωτόδικη απόφαση». Στην CYBARCO LTD ν. SILVIA KOVASCIK
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2013 διαβάζονται τα ακόλουθα: «Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308). ». Ως προς το καθήκον του εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα έναντι του Δικαστηρίου σχετική αναφορά γίνεται και στο σύγγραμμα των Ηλιάδη και Σάντη, «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» στις σελ. 580-581: «Tο καθήκον των πραγματογνωμόνων έναντι του Δικαστηρίου κατά τη μαρτυρία τους έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ώστε να δώσουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης (Παναγρίτη ν Χαραλάμπους, ΠΕ320/08, ημ. 15.3.12, Σαρρής ν Καλλέγιας και Πιττάλης και Άλλων ν Ianira Enterprises Ltd και Άλλων
(1997)1(Β) ΑΑΔ 814, Philippou v Odysseos
(1989)1 CLR1).». Όσον αφορά το καθήκον του δικαστηρίου προς αυτής της φύσεως μαρτυρία σχετική είναι η απόφαση ΧΥΖ and Others ν. Shering Health Care Ltd and Others
(2002)EWHC 1420 (QB). Ο Λοχ. Χρυσάνθου, Μ.Ε.2, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 12 είναι ειδικός στη δικανική εξέταση αμφισβητούμενης γραφής και υπογραφής. Διαφάνηκε από τα Τεκμήρια 8(Α) και (Β), το Τεκμήριο 13 και τα Τεκμήρια 14(Α) και (Β) η έκταση της έρευνας στην οποία προέβη. Στην παρούσα περίπτωση δεν αμφισβητείται η εμπειρογνωμοσύνη και τα προσόντα του Μ.Ε.2 ως εμπειρογνώμονα σε θέματα γραφολογίας με πολυετή μάλιστα εμπειρία. Σημειώνεται πως διατελεί υπεύθυνος του Εργαστηρίου Γραφολογίας της Αστυνομίας από το 2012 και ότι στα πλαίσια αυτά είχε διαπιστευτεί ως εμπειρογνώμονας στο συγκεκριμένο τομέα δικανικής εξέτασης αμφισβητούμενης γραφής και υπογραφής. Εξήγησε ότι για την εξέταση της γραφής και υπογραφής απαιτείται να εξακριβωθεί κατά πόσον αυτή είναι γραμμένη με ταχύτητα, ρυθμό και αυτοματισμό, χωρίς δηλαδή στοιχεία προσπάθειας απομίμησης, αντιγραφής ή άλλα ύποπτα σημεία και ακολούθως εντοπίζονται τα ιδιαίτερα γραφολογικά χαρακτηριστικά της για να γίνει η σύγκριση. Αν μεταξύ των αμφισβητούμενων υπογραφών ή γραφής και των δειγμάτων υπάρχουν διαφορές ουσίας τότε συμπεραίνεται ότι αυτές έγιναν από διαφορετικό πρόσωπο. Ταύτιση δεν μπορεί να υπάρξει αν εντοπίζεται έστω και μια βασική διαφορά η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Η έρευνα πρέπει να γίνεται μεταξύ πρωτότυπων εγγράφων και όχι φωτοτυπημένων ή αντιγράφων. Ο Μ.Ε.2 προέβαλε πως διενήργησε τη γραφολογική έρευνα στη βάση της πιο πάνω μεθοδολογίας και έλαβε πρωτότυπες υπογραφές. Περαιτέρω εξήγησε πού βασίζει το καταγραφέν συμπέρασμα του ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές παρουσιάζουν διαφορές με τις αυθεντικές στην συνέπεια του τρόπου σχηματισμού και στα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά. Αναφέρει επίσης ότι πρόκειται για προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης από πρόσωπο που γνώριζε την υπογραφή των Εναγόντων 1 και
- Ήταν ειλικρινής και ανέφερε ότι οι συγκεκριμένες πλαστογραφημένες υπογραφές δεν μπορούσαν να αποδοθούν στον κ. [ ] Κυπριανού ή την κα [ ] Αντωνίου. Η μαρτυρία του όχι μόνο δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση, αλλά αντίθετα επιβεβαίωσε τις άριστες εντυπώσεις που άφησε. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και κατέθεσε με βεβαιότητα και σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους κατέληξε στα συμπεράσματα του. Έδωσε με πλήρεις λεπτομέρειες πειστικά στοιχεία και αρκούντως ικανοποιητικές εξηγήσεις στο Δικαστήριο για τον τρόπο που ενέργησε και κατέληξε στα συμπεράσματα του. Μέσα από την Έκθεσή του, έχει δώσει στο Δικαστήριο τα εφόδια για να μπορεί να ελέγξει την γνώμη του και να διαμορφώσει ιδίαν άποψη. Μέσα από τις Εκθέσεις του, Τεκμήρια 8(Α) και (Β), τους συγκριτικούς πίνακες, Τεκμήρια 14(Α) και 14(Β) βοήθησε στην πλήρη κατανόηση της μεθοδολογίας που ακολούθησε, όσο και των λόγων για τους οποίους κατέληξε σε συγκεκριμένη άποψη. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του και τα συμπεράσματά του. Ο μάρτυρας της Εναγομένης 1 εταιρείας κ. Κυπριανου, Μ.Υ.1, δεν ήταν σταθερός στη μαρτυρία του. Ισχυρίστηκε αρχικά ότι ο λόγος που δεν προχώρησε η ανάπτυξη του ακινήτου των Εναγόντων 1 και 2 ήταν γιατί είχαν βρει καλύτερη προσφορά, λησμονώντας ότι η συμφωνία των Εναγόντων 1 και 2 με την εταιρεία Vasos Makrides Estates Limited είχε υπογραφεί στις 22/09/2011, Τεκμήριο 11, μετά τον τερματισμό της συμφωνίας αντιπαροχής στις 16/07/2010, Τεκμήριο 2(Β) και ότι, σύμφωνα με δικό του ισχυρισμό, είχε λάβει τηλεφώνημα από τον κ. Μαρκίδη το
- Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι η καθυστέρηση οφειλόταν αποκλειστικά στους Ενάγοντες οι οποίοι δεν συνεργάζονταν στην υπογραφή των απαραίτητων εγγράφων για να ισχυριστεί στη συνέχεια ότι οι Ενάγοντες υπέγραφαν όλα τα απαραίτητα έγγραφα για τη λήψη των αδειών. Προφανώς, είχε λησμονήσει ότι, στην κυρίως εξέτασή του, επικαλέστηκε το γεγονός ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 προέβαιναν σε αλλαγές στα σχέδια των δικών τους σπιτιών που θα ανεγείρονταν στο συγκεκριμένο ακίνητο και για αυτό υπήρξε καθυστέρηση. Όλες αυτές οι αντιφάσεις δεν μπορούν να αγνοηθούν. Αρνήθηκε εμφαντικά ότι ήταν παρών στην υπογραφή της συμφωνίας πώλησης του διαμερίσματος Γ002 ή ότι είχε οποιαδήποτε εμπλοκή και ανέφερε χαρακτηριστικά «Καμία εμπλοκή». Για να αναιρέσει, στη συνέχεια, τη συγκεκριμένη θέση αναφέροντας ότι ήταν παρών στις διαπραγματεύσεις όμως δεν ήταν αυτός που υπέγραψε τη σύμβαση. Η θέση του ανατράπηκε από τον Εναγόμενο 2, Μ.Υ.2, ο οποίος προώθησε τον ισχυρισμό ότι τόσο οι διαπραγματεύσεις για την αγορά του συγκεκριμένου διαμερίσματος αλλά και η υπογραφή της συμφωνίας πώλησης είχαν γίνει με τον κ. Κυπριανού, στον οποίο είχαν καταβληθεί και τα ποσά. Παρά την άρνηση του ιδίου του Μ.Υ.1 και την προώθηση του ισχυρισμού ότι για όλα υπεύθυνη ήταν η κα [ ] Αντωνίου ο Ενάγοντας 1, Μ.Ε.1, ήταν βέβαιος ότι η σύμβαση αντιπαροχής είχε υπογραφτεί από τον κ. Κυπριανού και το ίδιο βέβαιος ήταν και ο Εναγόμενος 2 ότι η σύμβαση πώλησης του διαμερίσματος είχε υπογραφτεί από τον κ. Κυπριανού. Δεν είπε την αλήθεια αφού ισχυρίστηκε ότι « η δουλειά προχωρούσε κανονικά μέχρι τη στιγμή που μάθαμε ότι πούλησαν οι άνθρωποι σε κάποιον άλλον». Η συμφωνία αντιπαροχής με την εταιρεία Vasos Makrides Estates Limited έγινε το 2011 ενώ η συμφωνία αντιπαροχής μεταξύ των Εναγόντων 1 και 2 και της Εναγομένης 1 εταιρείας είχε τερματιστεί στις 16/07/2010, Τεκμήριο 2(Β) χωρίς την οποιαδήποτε αντίδραση εκ μέρους της Εναγομένης 1 εταιρείας σε σχέση με τον τερματισμό. Οπόταν, η Εναγόμενη 1 εταιρεία είχε άπλετο χρόνο, από το 2006 μέχρι το 2010, να προχωρήσει με την αξιοποίηση του ακινήτου πλην όμως δεν το έπραξε, σύμφωνα και με τη μαρτυρία του Εναγόμενου
- Και ενώ ο κ. Κυπριανού έκαμνε όλες τις διαπραγματεύσεις, σε σχέση με την Εναγομένη 1 εταιρεία, σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία ήταν ο «τεχνικός» της δουλειάς, όταν ερχόταν η ώρα της υπογραφής της σύμβασης δια μαγείας δεν γνώριζε ποιος υπέγραφε τη σύμβαση. Η εκδοχή του βρίθει από αντιφάσεις, δεν είχε συνέπεια και δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Ο Εναγόμενος 2 είχε επιλεκτική μνήμη. Αρχικά, κατά την κυρίως εξέτασή του και την αντεξέτασή του από τον συνήγορο των Εναγόντων 1 και 2, ήταν σίγουρος ότι η σύμβαση πώλησης είχε υπογραφεί από τον κ. Κυπριανού όμως κατά την αντεξέτασή του από το συνήγορο της Εναγομένης 1 εταιρείας ανέφερε ότι ίσως υπογράφτηκε, η σύμβαση, από κάποιον άλλο. Επίσης σε σχέση με τις υπογραφές των ιδιοκτητών αρχικά ανέφερε ότι ο ίδιος είχε παραλάβει τη σύμβαση χωρίς τις υπογραφές των ιδιοκτητών για να την μεταφέρει στον αδελφό του για υπογραφή πλην όμως στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι όταν η σύμβαση κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο η υπογραφή τους ήταν πάνω στη σύμβαση και ενώ δεν τους έχει γνωρίσει ούτε και έκανε οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις μαζί τους παρόλο που είναι οι ιδιοκτήτες της γης απαιτεί την ειδική εκτέλεση της σύμβασης από τους Ενάγοντες 1 και 2 παρά το ότι ρητά καταγράφεται στη σύμβαση πώλησης του διαμερίσματος, Τεκμήριο 4, ότι οι ιδιοκτήτες δεν φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη έναντι του αγοραστή σε σχέση με το συγκεκριμένο πωλητήριο έγγραφο, παράγραφος 17 του Τεκμηρίου
- Άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι ο λόγος που προβάλλει αξιώσεις εναντίον των Εναγόντων 1 και 2 είναι γιατί η Εναγόμενη 1 εταιρεία είναι υπό εκκαθάριση και όχι γιατί τους θεωρεί υπεύθυνους για την όποια απώλειά του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και αφού έλαβα υπόψη μου το σύνολο της έγγραφης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και έχοντας κατά νου τις μη αμφισβητούμενες θέσεις καθώς και τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Οι Ενάγοντες 1 και 2 είχαν καταρτίσει συμφωνία αντιπαροχής του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ.30/06Ε.2, Τεμάχιο [ ], τμήμα 11, τοποθεσία «Μονοπάτι τους Θρουμπάρηδες», στο Στρόβολο, με την Εναγομένη 1 εταιρεία στις 04/02/
- Μεταξύ των όρων της συμφωνίας ήταν ότι η Εναγομένη 1 εταιρεία θα άρχιζε την ανέγερση των κτιριακών συγκροτημάτων ένα μήνα μετά την λήψη της άδειας οικοδομής και ότι θα ολοκλήρωνε την ανάπτυξη εντός 24 μηνών από τη λήψη της άδειας οικοδομής, παράγραφος 7 του Τεκμηρίου
- Ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση της γης τους οι Ενάγοντες 1 και 2 θα λάμβαναν το 33% του συνολικού εμβαδού όλων κτιρίων που θα ανεγείρονταν και η Εναγομένη 1 εταιρεία το 67%. Καταρτίστηκε σχετική συμφωνία διανομής διαμερισμάτων, το Τεκμήριο
- Όσο αφορά την πώληση των διαμερισμάτων που θα ανεγείρονταν οι Ενάγοντες 1 και 2 υποχρεούνταν να υπογράφουν τα σχετικά συμβόλαια ακόμη και για τα διαμερίσματα που, με βάση τη συμφωνία διανομής, ανήκαν στην Εναγομένη 1 εταιρεία για σκοπούς κατάθεσής τους στο Κτηματολόγιο, παράγραφος 20 του Τεκμηρίου
- Προς εκπλήρωση της συγκεκριμένης υποχρέωσης οι Ενάγοντες 1 και 2 είχαν υπογράψει κάποια συμβόλαια πώλησης όχι όμως το συμβόλαιο μεταξύ της Εναγόμενης 1 εταιρείας και του Εναγόμενου 2, Τεκμήριο 4, για την ύπαρξη του οποίου έλαβαν γνώση τον Ιανουάριο 2010 και το οποίο είχε πλαστογραφηθεί σε σχέση με τις υπογραφές τους. Περίπου τον ίδιο καιρό οι Ενάγοντες 1 και 2 αποφάσισαν, λόγω του ότι είχαν παρέλθει 4 χρόνια χωρίς να υλοποιηθεί η συμφωνία αντιπαροχής, αρχικά να ενημερώσουν την Εναγόμενη 1 εταιρεία ότι θα πρέπει να ξεκινήσει την ανέγερση των κτηρίων, Τεκμήριο 2(Α) διαφορετικά θα προχωρούσαν σε τερματισμό της συγκεκριμένης συμφωνίας. Έδωσαν περιθώριο 6 μηνών στην Εναγόμενη 1 εταιρεία, κατά τη διάρκεια του οποίου γίνονταν διαβουλεύσεις και στη συνέχεια, λόγω αδράνειας και έλλειψης ενδιαφέροντος από την Εναγομένη 1 εταιρεία για υλοποίηση της συμφωνίας, οι Ενάγοντες τερμάτισαν την συμφωνία αντιπαροχής, Τεκμήριο 2(Β) χωρίς οποιαδήποτε ενέργεια ή διαμαρτυρία από την Εναγομένη 1 εταιρεία. Ακολούθως μετά παρέλευση ενός έτους συνήψαν νέα συμφωνία αντιπαροχής με την εταιρεία Vassos Makrides Estates Limited, Τεκμήριο
- Προς υλοποίηση της συμφωνίας με την εταιρεία Vassos Makrides Estates Limited αποζημίωσαν όλους τους αγοραστές διαμερισμάτων, των οποίων τις συμβάσεις αγοράς είχαν υπογράψει. Λόγω του ότι δεν είχαν υπογράψει τη σύμβαση μεταξύ της Εναγόμενης 1 και του Εναγόμενου 2, οι υπογραφές τους είχαν πλαστογραφηθεί, ζήτησαν την ακύρωσή της ως μη δεσμευτικής για τους ίδιους και συνεπακόλουθα την απόσυρσή του από το Κτηματολόγιο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι Ενάγοντες 1 και 2 αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας 1 εταιρείας και του Εναγόμενου 2 δεν τους δεσμεύει λόγω του ότι οι υπογραφές τους έχουν πλαστογραφηθεί και συνεπακόλουθα αφού δεν έχει υπογραφεί από αυτούς δεν έχει οποιαδήποτε νομική ισχύ. Περαιτέρω αξιώνουν την απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου που καταρτίστηκε μεταξύ της Εναγομένης 1 και του Εναγόμενου 2 στις 22/11/2008, Τεκμήριο 4 και αφορούσε την πώληση του υπό ανέγερση διαμερίσματος Γ
- Σύμφωνα με τον ισχυρισμό των Εναγόντων 1 και 2 δεν τους γνωστοποιήθηκε η συγκεκριμένη συμφωνία πώλησης, ως επιβάλλετο με τη σύμβαση αντιπαροχής, Τεκμήριο 1 και έμαθαν για τη ύπαρξή της τον Ιανουάριο 2010 ενώ ουδέποτε την υπέγραψαν, αφού οι υπογραφές τους έχουν πλαστογραφηθεί. Λόγω του γεγονότος αυτού δεν δεσμεύονται από το περιεχόμενο της συγκεκριμένης συμφωνίας και θα πρέπει να αποσυρθεί από το Κτηματολόγιο αφού το ακίνητο τους ανήκει και η συμφωνία αντιπαροχής έχει ακυρωθεί. Όσο αφορά τον ισχυρισμό για πλαστογραφία σύμβασης χρήσιμο είναι το σκεπτικό της απόφασης Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.α. ν. Δημήτριου Κακαβού Πολ. Εφ. 278/2010 ημερ. 15/10/2015, ECLI:CY:AD:2015:A683 το οποίο παρατίθεται: «Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Doe d. Davine v. Wilson
(1855)10 Moo P.C.C. 502, το βάρος απόδειξης πλαστογραφίας είναι με το διάδικο εκείνο που εγείρει τέτοιο ζήτημα, αλλά σε αστική δίκη το επίπεδο είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ στην ποινική δίκη το βάρος το έχει κατά κανόνα η κατηγορούσα αρχή που ισχυρίζεται πλαστογραφία εγγράφου στο επίπεδο της απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Γενικώς οι εφεσείοντες εδώ απέτυχαν να θεμελιώσουν το γνήσιο του Τεκμηρίου 13 είτε με απευθείας μαρτυρία από άτομο που είδε τον εφεσίβλητο να υπογράφει, εν προκειμένω τον Βούλγαρη, είτε με κάποια άλλη οδό όπως συγκριτική γραφολογία ή από πρόσωπο που γνώριζε την υπογραφή του εφεσίβλητου, (δέστε γενικά για το θέμα το σύγγραμμα του Τ. Ηλιάδη: «Το Δίκαιο της Απόδειξης» σελ. 77-78 και το σύγγραμμα του Cross and Tapper on Evidence 10η έκδ. σελ. 710-712). Σχετικές για την συγκριτική υπογραφή, το βάρος και το επίπεδο απόδειξης είναι και η απόφαση Ewing
(1983)Q.B. 1039 και τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα του Murphy on Evidence 8η έκδ., σελ. 668-669).». Όπως δε πρόσθετα εξηγείται στον Murphy on Evidence, 8η έκδ.,
(2003)σελ. 668-669, ενώ παλαιότερα θεωρείτο ότι το βάρος απόδειξης τόσο στις αστικές όσο και στις ποινικές υποθέσεις, σε ό,τι αφορά τη συγκριτική μαρτυρία περί της υπογραφής τρίτου προσώπου, ήταν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, με την υπόθεση Ewing [1983] Q.B. 1039, καθιερώθηκε ότι στις ποινικές υποθέσεις, το βάρος είναι το ίδιο όπως και στην κυρίως δίκη, δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στις αστικές υποθέσεις, όμως, παραμένει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Εφαρμόζοντας τις αρχές της απόφασης Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.α. ν. Δημήτριου Κακαβού (ανωτέρω) οι Ενάγοντες 1 και 2 έχουν το βάρος να αποδείξουν, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι οι υπογραφές τους είναι πλαστογραφημένες. Με βάση την προσκομισθείσα και κριθείσα ως αξιόπιστη μαρτυρία έχει γίνει αποδεκτό ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 ουδέποτε υπέγραψαν την συμφωνία πώλησης, Τεκμήριο
- Δεδομένου ότι στην παρούσα υπόθεση, αυτός που προβάλλει τέτοιο ισχυρισμό είναι οι Ενάγοντες 1 και 2, στο ερώτημα κατά πόσο απόσεισαν το σχετικό βάρος και απέδειξαν με θετικό τρόπο τον ισχυρισμό τους ότι η επίμαχη σύμβαση πώλησης είναι πλαστή, αφού δεν φέρει τις υπογραφές τους, απαντώ καταφατικά. Η αποδοχή του ισχυρισμού ότι ουδέποτε έθεσαν την υπογραφή τους στο Τεκμήριο 4 τεκμηριώνεται με την αποδεκτή μαρτυρία του Λοχ. Χρυσάνθου, Μ.Ε.2, που είναι εμπειρογνώμονας και συγκεκριμένα, εκπαιδευμένος σε θέματα δικαστικής γραφολογίας. Ο Μ.Ε.2 αφού εξέτασε την αμφισβητούμενη υπογραφή κατάρτισε δυο Εκθέσεις και κατέληξε στο ορθό και απολύτως τεκμηριωμένο συμπέρασμα, ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές δεν είναι γνήσιες υπογραφές των Εναγόντων 1 και 2, αλλά το αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής τους από πρόσωπο που γνώριζε ή που είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή τους. Αναπόφευκτα οδηγείται το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι το επίμαχο έγγραφο είναι πλαστό, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε νομική ανάλυση του όρου. Προκύπτει δε και από τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2 ότι ο ίδιος ουδέποτε είχε δει τους Ενάγοντες 1 και 2 να υπογράφουν τη συμφωνία πώλησης του συγκεκριμένου διαμερίσματος που αγόρασε αλλά του το παρουσίασε ο διευθυντής της Εναγομένης 1 εταιρείας αρχικά ανυπόγραφο και στη συνέχεια, όταν θα κατατείθετο στο Κτηματολόγιο υπογεγραμμένο. Παρά το γεγονός ότι είχε ενημερωθεί με επιστολές, Τεκμήριο 6, για το θέμα της πλαστογραφίας της συγκεκριμένης σύμβασης από το 2010 ουδέν έπραξε ο Εναγόμενος 2 και αυτό γεννά ερωτηματικά. Ανάγνωση του Τεκμηρίου 4 και εφαρμογή των κανόνων ερμηνείας που έχουν αναπτυχθεί διαχρονικά μέσω των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με τον τρόπο ερμηνείας των συμβάσεων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η σύμβαση πώλησης ήταν μεταξύ της Εναγόμενης 1 εταιρείας και του Εναγόμενου 2, αφού στην παράγραφο 17 αυτής ρητά καταγράφεται ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 δεν θα φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη ή υποχρέωση σε σχέση με τα συμφωνηθέντα μεταξύ της Εναγομένης 1 και του Εναγόμενου
- Οπόταν έχοντας υπόψη ότι στη συγκεκριμένη σύμβαση οι υπογραφές των Εναγομένων 1 και 2 είχαν πλαστογραφηθεί σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η ίδια η σύμβαση ρητά καθορίζει ότι είναι δεσμευτική μεταξύ της Εναγομένης 1 εταιρείας και του Εναγόμενου 2 δεν μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να δεσμεύσει τους Ενάγοντες 1 και
- Τέτοια ερμηνεία θα παραβίαζε τους όρους αυτής τούτης της σύμβασης Τεκμήριο
- Εν πάση περιπτώσει το συμφέρον που προκύπτει από δόλια πράξη δεν μπορεί να τύχει εκμετάλλευσης από τρίτο πρόσωπο, παρόλο που το ίδιο δεν είναι μέρος στο δόλο (βλ. Brigman v. Green 28 E.R. 399, L.C.). Στην υπόθεση Huguenin v. Baseley, 33 E.R. 526, L.C., αποφασίστηκε ότι συμφέροντα που αποκτούνται μέσω του δόλου άλλου προσώπου, δεν μπορούν να κρατηθούν. Στην Re Yates, Ex p. Brown, 27 W.R. 651, C.A., επιβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή. Ο James, L.J., είπε:- «The principle is established that interests obtained through fraud cannot be maintained by third persons, although not themselves parties to the fraud.». Ακόμη και στην περίπτωση του «καλή τη πίστει» αγοραστή, η νομολογία επιβάλλει εύλογη φροντίδα και έρευνα για να μπορεί να θεωρηθεί κάποιος «καλή τη πίστει αγοραστής» βλ., Kyprianou ν. Mitsi and Another
(1975)3 J.S.C. 1179, Hanbury and Martin, Modern Equity, 5η εκδ, σελ. 34 και Cheshire Modern Law of Real Property, 10η εκδ., σελ. 63 και 65. Ο Εναγόμενος 2, με την Υπεράσπισή του ισχυρίζεται ότι αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα, καλόπιστα, οπότε είναι φανερό ότι προβάλλει την νομική υπεράσπιση του καλόπιστου αγοραστή, την οποία βέβαια έχει το βάρος να αποδείξει (βλ. μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Βασιλείου κ.ά. ν. Μενελάου κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1125, Orams κ.ά. ν. Αποστολίδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1402 και Τσιάρτας κ.α ν. Alocay Holdings Ltd κ.α
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 152). Το ερώτημα που πρέπει συνεπώς να απαντηθεί είναι κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 μπορεί να θεωρηθεί ως καλόπιστος αγοραστής. Ο εκάστοτε προτιθέμενος αγοραστής οφείλει να διερευνήσει. Προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης ότι ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε ένα συμβόλαιο, στο οποίο καταγράφονταν ως ιδιοκτήτες οι Ενάγοντες 1 και 2 πλην όμως το συμβόλαιο πώλησης του διαμερίσματος δεν έφερε την υπογραφή τους όταν αρχικά του δόθηκε ενώ στη συνέχεια του παραδόθηκε υπογεγραμμένο από τους ιδιοκτήτες, χωρίς να τεθούν οποιεσδήποτε υπογραφές μαρτύρων και χωρίς να δει τους ιδιοκτήτες να θέτουν την υπογραφή τους, ενώ λεφτά κατέβαλε στον διευθυντή της Εναγόμενης 1 εταιρείας, σύμφωνα με τις αποδείξεις, Τεκμήριο
- Δεν διερεύνησε οτιδήποτε και δεν ηγέρθηκαν στο μυαλό του οποιεσδήποτε αμφιβολίες. Αυτό εκφεύγει της λογικής και οδηγεί στην απόρριψη της συγκεκριμένης υπεράσπισης αφού απέτυχε να την αποδείξει. Δεδομένης της επιτυχίας των Εναγόντων 1 και 2 στην απόδειξη του γεγονότος ότι οι υπογραφές στη σύμβαση πώλησης, Τεκμήριο 4, δεν είναι οι γνήσιες υπογραφές τους η σύμβαση μεταξύ της Εναγομένης 1 εταιρείας και του Εναγόμενου 2 δεν είναι δεσμευτική για τους ίδιους. Παράλληλα διαπιστώνεται ότι οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα τερματισμού της σύμβασης αφού σύμφωνα με τον όρο 38, του Τεκμηρίου 1 όλοι οι όροι της συμφωνίας αντιπαροχής είναι ουσιώδεις και παράβαση οποιουδήποτε όρου δίδει το δικαίωμα στο μη υπαίτιο μέρος να τερματίσει τη συγκεκριμένη σύμβαση. Διαπιστώθηκε παράβαση του όρου 7 και του όρου 20 του Τεκμηρίου 1 και τερματίστηκε η σύμβαση αντιπαροχής με το Τεκμήριο 2Β. Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από το σύγγραμμα Chitty on Contracts, V.1, General Principles, 32 εκδ. παρά. 24-030 κ.ε. καθώς επίσης και από το Σύγγραμμα «Η Σύμβαση στο Κυπριακό Δίκαιο» του Π. Πολυβίου, εκδ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου, σελ. 555, παρά.
- Διαβάζονται τα ακόλουθα σχετικά από το συγκεκριμένο σύγγραμμα στη σελίδα 556: «Κατά κύριο λόγο, η επιλογή και η άσκηση του δικαιώματος τερματισμού φέρνουν σε πέρας τις ουσιαστικές μελλοντικές υποχρεώσεις των μερών....Όπως το θέμα τέθηκε από το Δικαστή Diplock, στην υπόθεση Photo Production Ltd v. Securicor Transport Ltd, εκεί που το αθώο μέρος έχει επιλέξει να τερματίσει τη σύμβαση λόγω της ουσιαστικής παράβασης του υπαίτιου μέρους, όλες οι πρωτογενείς υποχρεώσεις (primary obligations) των μερών που θα διεκπεραιώνονταν στο μέλλον δεν υπάρχουν πλέον....». Ενόψει όλων των πιο πάνω διαπιστώσεων καταλήγω ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 20/11/2008, Τεκμήριο 4, δεν φέρει την υπογραφή των Εναγόντων 1 και 2 οπόταν δεν τους δεσμεύει αφού σύμφωνα και με τον όρο 17 δεν φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με αυτό ενώ δεν έλαβαν μέρος στη όλη διαδικασία κατάρτισής του. Εξετάζοντας την Ανταπαίτηση της Εναγομένης 1 εταιρείας προκύπτει από τη συμπεριφορά της, ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντίδραση ή ενέργεια σε σχέση με την επιστολή ημερ. 16/07/2010, Τεκμήριο 2Β, οπόταν συνάγεται ότι αποδέχθηκε τον τερματισμό της σύμβασης, Τεκμήριο
- Αξίζει να σημειωθεί ότι η σύμβαση με την εταιρεία VASSOS MARKIDES ESTATES LTD φέρει ημερομηνία 22/11/2011 ήτοι πέραν του ενός έτους μετά τον τερματισμό της σύμβασης μεταξύ των Εναγόντων 1 και 2 και της Εναγομένης 1 εταιρείας. Εν πάση περιπτώσει δεν προσκομίστηκε μαρτυρία που να ανατρέπει τον ισχυρισμό των Εναγόντων ότι νόμιμα τερμάτισαν τη σύμβαση και ότι δεν είχαν υπογράψει το πωλητήριο έγγραφο Τεκμήριο
- Ως εκ των πιο πάνω διαπιστώσεων η Ανταπαίτηση της Εναγομένης 1 εταιρείας απορρίπτεται. Οπόταν με βάση τις πιο πάνω καταγραφείσες νομολογιακές αρχές λόγω του τερματισμού της σύμβασης οι Ενάγοντες 1 και 2 δεν έχουν οποιαδήποτε υποχρέωση μεταβίβασης του ακινήτου προς την Εναγομένη 1 εταιρεία αφού ο σκοπός για τον οποίο είχε καταρτιστεί η σύμβαση έχει ματαιωθεί. Παραμένει προς εξέταση το θέμα ότι υπάρχει κατατεθειμένη στο Κτηματολόγιο μια σύμβαση πώλησης του διαμερίσματος Γ002, η οποία γεννήθηκε από μια «παράνομη» σύμβαση και το οποίο διαμέρισμα δεν θα ανεγερθεί ποτέ αφού η γη στην οποία θα ανεγείρετο έχει πωληθεί σε άλλη εταιρεία η οποία δεν είναι μέρος στην αγωγή οπόταν και δεν μπορεί να εγείρεται οποιαδήποτε αξίωση εναντίον της. Ό,τι απομένει είναι η επίλυση του θέματος κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 νομιμοποιείται να αξιώνει ειδική εκτέλεση μιας σύμβασης που έχει τερματιστεί. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν προωθήθηκε κατά την παρουσίαση της υπόθεσης οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος 2 νομιμοποιείται στην ειδική εκτέλεση της σύμβασης. Οπόταν, δεν δικαιούται να επιζητεί τη συγκεκριμένη θεραπεία, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί με κανένα τρόπο να αποδοθεί ή και εφαρμοστεί αφού δεν προχώρησε η ανάπτυξη του συγκεκριμένου ακινήτου και δεν υπάρχει διαμέρισμα για να εγγραφεί επ' ονόματι του. Προωθήθηκε όμως η αξίωσή του για αποζημίωση, ήτοι της επιστροφής του ποσού των €34.172 που αποδεδειγμένα κατέβαλε στη Εναγομένη 1 εταιρεία ως μέρος του τιμήματος για το συγκεκριμένο διαμέρισμα. Όμως η συγκεκριμένη αξίωση απευθύνθηκε ως ανταπαίτηση σε σχέση με τους Ενάγοντες 1 και
- Ο Εναγόμενος 2, δικογραφικά προέβαλε τη θέση, την οποία προώθησε και κατά την ακρόαση της υπόθεσης μέχρι τέλους, ότι αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα καθ' όλα νόμιμα χωρίς να γνωρίζει λεπτομέρειες της συνεργασίας μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 1 εταιρείας και χωρίς καν οποτεδήποτε να γνωρίσει τους Ενάγοντες 1 και
- Επιπρόσθετα υπάρχει και ο όρος 17 της συγκεκριμένης συμφωνίας, Τεκμήριο 4, που απαλλάσσει τους Εναγόντες 1 και 2 από οποιαδήποτε ευθύνη και ή υποχρέωση που απορρέει από το Τεκμήριο 4 σε σχέση με τον αγοραστή, ήτοι τον Εναγόμενο
- Έχει νομολογηθεί ότι οδηγός για την ερμηνεία της οποιασδήποτε συμφωνίας είναι το ίδιο το κείμενο της ιδωμένο στο πλαίσιο της συμφωνίας. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Ltd v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λτδ (Αρ.2)
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2335: «Οδηγό για την ερμηνεία συμβατικών όρων αποτελεί το κείμενό τους, ορώμενο, όχι απομονωμένο, αλλά στο πλαίσιο της συμφωνίας στην οποία απαντάται. Όπως υποδείξαμε στην πρόσφατη απόφασή μας, στη Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ,
(1998)1 ΑΑΔ 407, το κείμενο συμβατικής πρόνοιας, όπως εντάσσεται στο πλαίσιο της συμφωνίας, αποτελεί το θεμελιακό κανόνα ερμηνείας των συμβάσεων. Το κριτήριο, όπως επισημάναμε:- " ... . είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS [1998] 1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν, για τα συμφωνηθέντα.». Στην Σχίζα v. Αδάμου κ.ά., Πολ. Έφ. 7/2011, ημερ. 03/11/2016, η οποία αφορούσε σύμβαση ενοικίασης ακινήτου, το Εφετείο διατύπωσε εκ νέου τις νομικές αρχές που διέπουν την ερμηνεία μιας σύμβασης στο ακόλουθο απόσπασμα: «Επί της ορθής, κατά τ΄ άλλα, αντίληψης ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία μιας σύμβασης αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων, ανέτρεξε απευθείας σε λεξικό της ελληνικής γλώσσας σε σχέση με την καθομιλουμένη έννοια της λέξης «μήνας». Δεν ήταν όμως αυτό το αμφισβητούμενο και το ζητούμενο. Η διακρίβωση της σημασίας των όρων που χρησιμοποιήθηκαν και εν τέλει της πρόθεσης των μερών που απορρέει από το έγγραφο, είναι έργο που πρέπει να διενεργείται μέσα από τη συνολική ερμηνεία του εγγράφου κατά τρόπο συγκεκριμένο και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά (Σολωμός Οικονόμου και άλλη ν. Γεώργιου Α. Ττοφινή και άλλης
(1993)1 Α.Α.Δ. 436, Ανόρθωση ν. Απόλλων
(2002)1 Α.Α.Δ. 518). Είναι, επίσης, ευκαιρία να επαναλάβουμε ότι, κατά την αγγλική προσέγγιση που υιοθετήθηκε στην Κύπρο, η μεταγενέστερη συμπεριφορά των διαδίκων, εκτός εάν δημιουργεί κώλυμα (estoppel) ή επιμαρτυρεί την κατάρτιση μιας νέας συμφωνίας, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με σκοπό την επίλυση αοριστίας ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο προς ερμηνεία της συμφωνίας (Wickman Machine Tools Sales Ltd v. L. Schuler A.G. [1972] 2 All E.R. 39 (H.L.), Kyriakides v. Kyriakides
(1976)1 C.L.R. 76, Πουγιούκα ν. Θρασυβούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 2014). ». Στην πιο πρόσφατη απόφαση Ποιηταρίδη v. Anopa Investments Ltd, Πολ. Έφ. 260/11, ημ. 25/05/2018, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι νομολογιακά γνωστή η αρχή ότι οι κανόνες ερμηνείας εγγράφων στόχο έχουν τη γραμματική ερμηνεία, συμπληρωμένη από την αντίληψη που δημιουργείται σ' ένα κοινό άνθρωπο, η δε πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική διατύπωση (βλ. Transnatco Ltd v. Superclima Eng. Ltd.
(2010)1 (A) ΑΑΔ 643 και Καρατσιόλης ν. Royal Sports Betting Ltd.
(2008)1 (A) ΑΑΔ 669). Το έργο του Δικαστηρίου είναι η διαπίστωση της έννοιας της σύμβασης και οποιουδήποτε όρου αυτής (με βάση την αντικειμενική θεωρία των συμβάσεων και το τι μεταδίδεται στο μέσο λογικό άνθρωπο) στο πλαίσιο του όλου κειμένου και έχοντας υπόψη το υπόβαθρο και τα δεδομένα της περίπτωσης, αλλά όχι με βάση τις υποθέσεις του Δικαστή σ' όσον αφορά στις επιδιώξεις των μερών (βλ. σύγγραμμα Πολύβιου Πολυβίου: «Το δίκαιο των Συμβάσεων», Τόμος Β, σελ. 479).». Καθοδηγούμενο το Δικαστήριο από τις πιο πάνω παραταθείσες νομικές αρχές, αρχικά επισημαίνει ότι οι όροι 17 και 18 της συμφωνίας πώλησης του διαμερίσματος, Τεκμήριο 4, καταδεικνύουν ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 δεν έχουν συμβατική σχέση με τον Εναγόμενο 2 αφού δεν φέρουν «καμία απολύτως ευθύνη και/ή υποχρέωση έναντι του αγοραστή.». Οι συγκεκριμένοι όροι είναι σαφέστατοι ως προς το περιεχόμενο τους. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ v. G & C Exhaust Systems Ltd
(2001)1(A) Α.Α.Δ. 500: «Έχουμε την άποψη πως ο όρος αυτός είναι σαφής. Σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες μια σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το λεκτικό της και με τρόπο που θα πραγματοποιείται η πρόθεση των μερών, όπως αυτή συνάγεται από το σύνολο της σύμβασης (Βλ. Chitty, πιο πάνω, παραγ. 12-040). Όπως το έθεσε ο Lord Cottenham L.C. στη Lloyd v. Lloyd [1837] 2 My. & Cr. 192, 202: Σε μετάφραση: "Αν οι πρόνοιες μιας συμφωνίας εκφράζονται με σαφήνεια και δεν υπάρχει τίποτε που καθιστά ικανό το Δικαστήριο να τις ερμηνεύσει με τρόπο διαφορετικό από εκείνο που επιτρέπεται από το λεκτικό τους, χωρίς αμφιβολία πρέπει να επικρατήσει το λεκτικό. Αν όμως οι πρόνοιες και οι φράσεις είναι αντιφατικές και αν υπάρχουν λόγοι οι οποίοι φαίνονται στην όψη του εγγράφου, οι οποίοι προσφέρουν απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης των μερών, τότε εκείνη η πρόθεση θα επικρατήσει έναντι της φανερής και συνήθους έννοιας των λέξεων".». Με δεδομένη την απόρριψη της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 και την αποδοχή της μαρτυρίας του Μ.Ε.2, δεν υπήρξε καμία αξιόπιστη μαρτυρία πως κατά την υπογραφή της συμφωνίας Τεκμήριο 4, οι Ενάγοντες 1 και 2 είχαν υπογράψει τη συγκεκριμένη συμφωνία ούτε προσκομίστηκε κάποιου είδους μαρτυρία ή στοιχείο που να καταδεικνύει πως οι Ενάγοντες 1 και 2 δεσμεύτηκαν σε σχέση με το περιεχόμενό της. Μάλλον το αντίθετο. Με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 δεν έχουν υποχρέωση επιστροφής της προκαταβολής που δόθηκε, εν πάση περιπτώσει στην Εναγομένη 1 εταιρεία, για την αγορά ενός διαμερίσματος το οποίο δεν κατασκευάστηκε ποτέ. Το συγκεκριμένο ποσό οφείλεται από την Εναγόμενη 1 εταιρεία από την οποία εισπράχθηκε σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, κ. Κυπριανού και αυτή θα πρέπει να το επιστρέψει στον Εναγόμενο 2. Ως εκ τούτου αναφορικά με την Απαίτηση των Εναγόντων 1 και 2 εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι 1 και 2 διατάσσονται όπως εντός 15 ημερών από τη σύνταξη της απόφασης αποσύρουν το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 22/11/2008 από το Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Η Ανταπαίτηση της Εναγόμενης 1 εταιρείας απορρίπτεται. Η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου 2 εναντίον της Εναγομένης 1 εταιρείας επιτυγχάνει και εκδίδεται υπέρ του απόφαση για το ποσό των €34.172 με νόμιμο τόκο από 04/01/2017, ημερομηνία καταχώρισης της Ανταπαίτησης. Σε σχέση με τους Ενάγοντες 1 και 2 η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων 1 και 2 και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσο αφορά τις Ανταπαιτήσεις λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι έχουν συνεκδικαστεί, επιδικάζεται ένα σύνολο (σετ) εξόδων υπέρ των Εναγόντων 1 και 2 και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ. Επιπρόσθετα επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Εναγόμενου 2 και εναντίον της Εναγομένης εταιρείας 1, σε σχέση με την Ανταπαίτηση, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): ............ Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο