Μηλιάτη κ.α. ν. Χριστοφίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2264/13, 11/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A214 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2264/13 Μεταξύ:
- [ ] Μηλιάτη και άλλων (ως ο επισυνημμένος κατάλογος) Ενάγοντες και
- [ ] Χριστοφίδη
- [ ] Κτωρή Εναγόμενων Ημερομηνία: 11 Απριλίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Χ΄Κωστής για Κ. Π. Χ' Κωστής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Φρακάλας για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες, είκοσι στον αριθμό, με την αγωγή τους αξιώνουν, την απώλειά τους αναφορικά με το ποσό που δικαιούντο από το Ταμείο Προνοίας που είχαν στην εταιρεία Λ.Χ.Α. ΔΟΜΙΚΗ ΛΤΔ όπου εργάζονταν και κάποιοι από αυτούς συνεχίζουν να εργάζονται λόγω της επένδυσης του ποσού των €300.000 σε αξιόγραφα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ήταν, και κάποιοι συνεχίζουν να είναι, μέλη του Ταμείου Προνοίας του τακτικού μηνιαίου προσωπικού της εταιρείας Λ.Χ.Α. ΔΟΜΙΚΗ ΛΤΔ εν Κύπρο, το οποίο ταμείο είναι δεόντως εγγεγραμμένο στον Έφορο Ταμείων Προνοίας. Σκοπός του Ταμείου, στο οποίο συνεισέφεραν τόσο οι ίδιοι οι εργαζόμενοι καθώς και ο εργοδότης, είναι η αποταμίευση σχετικών ποσών προς όφελος των μελών του Ταμείου για σκοπούς αφυπηρέτησης ή κατά τον τερματισμό της εργοδότησης από την εργοδότρια εταιρεία. Οι Eναγόμενοι 1 και 2 κατά τον επίδικο χρόνο ήταν διορισμένα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής του συγκεκριμένου Ταμείου Πρόνοιας και ο Εναγόμενος 1 διατελούσε Πρόεδρος της συγκεκριμένης επιτροπής. Σύμφωνα με το καταστατικό του Ταμείου, το οποίο ίσχυε κατά την επίδικη περίοδο, η διαχείριση του ταμείου ανατίθετο σε Διοικητικό Συμβούλιο - Διαχειριστική Επιτροπή - αποτελούμενο από τρία μέλη τα οποία διορίζονταν ανά διετία και υποδεικνύονταν από το Διοικητικό Συμβούλιο της εργοδότριας εταιρείας και ακόμα τρία μέλη τα οποία εκλέγονταν ανά διετία στη Γενική Συνέλευση των μελών του Ταμείου. Οι αποφάσεις του Ταμείου λαμβάνονταν με χωριστή πλειοψηφία των μελών εκάστης πλευράς του Διοικητικού Συμβουλίου. Στις 10/04/2008 οι Εναγόμενοι 1 και 2, χωρίς να παρθεί οποιαδήποτε απόφαση από την Διαχειριστική Επιτροπή ή και χωρίς να διεξαχθεί Γενική Συνέλευση των μελών του Ταμείου Πρόνοιας ή και χωρίς να ενημερώσουν τα εκλεγμένα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής, απέσυραν από τις καταθέσεις του Ταμείου το ποσό των €300.000, το οποίο και χρησιμοποίησαν ή και επένδυσαν, αγοράζοντας 300 αξιόγραφα κεφαλαίου της Λαϊκής Τράπεζας εκ €1.000 το καθένα. Τα συγκεκριμένα αξιόγραφα, λόγω της έκθεσης της συγκεκριμένης Τράπεζας στα ελληνικά ομόλογα και της οικονομικής κατάρρευσης την οποία είχε υποστεί, έχουν σήμερα μηδενική αξία. Και κατά συνέπεια το Ταμείο και κατ' επέκταση οι Ενάγοντες έχουν υποστεί ζημιά ή και απώλεια. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες, τον Απρίλιο του 2011, ύστερα από ενέργειες ή και εντολές των Εναγόμενων είχαν καταβληθεί σε πέντε
(5)μέλη του Ταμείου που αφυπηρέτησαν, τη συγκεκριμένη περίοδο, όλα τα ποσά που ήταν κατατεθειμένα σε πίστη τους χωρίς να συνυπολογιστεί και συμψηφιστεί η συγκεκριμένη απώλεια ή και ζημιά των €300.000, πλέον τόκοι που είχε υποστεί το Ταμείο. Κατά τον ίδιο χρόνο, το 2011, ο Εναγόμενος 1 εισέπραξε όλα τα ποσά που ήταν κατατεθειμένα προς όφελός του στο Ταμείο και πάλι χωρίς να συνυπολογιστεί η συγκεκριμένη ζημιά επικαλούμενος την αφυπηρέτησή του. Οι συγκεκριμένες ενέργειες, σύμφωνα με τους Ενάγοντες, έγιναν εν αγνοία τους, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεσή τους και χωρίς να ληφθούν νομότυπα και έγκυρα αποφάσεις από τα αρμόδια όργανα του Ταμείου. Υποστηρίζουν ότι κάποιοι από αυτούς αφυπηρέτησαν εισπράττοντας μειωμένα ποσά από το Ταμείο, συνεπεία της απώλειας του ποσού των €300.000 αλλά και λόγω του ότι σε έξι
(6)μέλη του Ταμείου είχαν καταβληθεί όλα τα οφειλόμενα από το Ταμείο ποσά χωρίς να συνυπολογιστεί ή και συμψηφιστεί η ζημιά ή και απώλεια. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί ζημιά και απώλεια ως ακολούθως: Ο Ενάγοντας 1 €20.000, ο Ενάγοντας 2 €17.000, ο Ενάγοντας 3 €19.000, ο Ενάγοντας 4 €16.000, ο Ενάγοντας 4 €23.000, ο Ενάγοντας 6 €23.000, ο Ενάγοντας 7 €21.000, ο Ενάγοντας 8 €13.000, ο Ενάγοντας 9 €20.000, ο Ενάγοντας 10 €23.000, ο Ενάγοντας 11 €11.000, ο Ενάγοντας 12 €21.000, ο Ενάγοντας 13 €13.000, ο Ενάγοντας 14 €21.000, ο Ενάγοντας 15 €15.000, ο Ενάγοντας 16 €18.000, ο Ενάγοντας 17 €20.000, ο Ενάγοντας 18 €16.000, ο Ενάγοντας 19 €17.000 και ο Ενάγοντας 20 €13.000, πλέον τους τόκους των συγκεκριμένων ποσών. Η συγκεκριμένη ζημιά ή και απώλεια οφείλεται στις αυθαίρετες και ή παράνομες ενέργειες των Εναγόμενων οπόταν και είναι υπόλογοι να επιστρέψουν το συγκεκριμένο ποσό στο Ταμείο. Οι Ενάγοντες είχαν πληροφορηθεί τον Απρίλιο του 2012 ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν αποσύρει το ποσό των € 300.000 από τις καταθέσεις του Ταμείου και τους κάλεσαν όπως το επιστρέψουν πλην όμως αυτοί αρνήθηκαν να το πράξουν, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να καταγγείλουν, στις 21/05/2012, την υπόθεση στον Έφορο Ταμείων Πρόνοιας. Παράλληλα με επιστολή των δικηγόρων τους, ημερομηνίας 10/01/2013, κάλεσαν τους Εναγόμενους 1 και 2 να επιστρέψουν το συγκεκριμένο ποσό στις καταθέσεις του Ταμείου Πρόνοιας. Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπισή τους ήγειραν τέσσερεις προδικαστικές ενστάσεις. Με την πρώτη προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι το Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας να εκδικάσει την υπό κρίση αγωγή ενόψει του ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.208(Ι)/2012 αρμοδιότητα αναφορικά με τη διαχείριση ή και τη λειτουργία των Ταμείων Πρόνοιας έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Ως δεύτερη προδικαστική ένσταση ισχυρίζονται ότι η αγωγή λανθασμένα εγείρεται στο όνομα των διαδίκων αφού υπεύθυνη για τυχόν πράξεις ή και παραλείψεις του Ταμείου Πρόνοιας είναι η Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου Πρόνοιας και όχι τα μέλη της. Η τρίτη προδικαστική ένσταση αφορά το γεγονός ότι οι Ενάγοντες 1 ‑ 8, 11 ‑ 18 και 20 δεν έχουν αφυπηρετήσει, οπόταν η υπό κρίση αγωγή είναι πρόωρη. Τέλος ισχυρίζονται ότι η αγωγή είναι επιπόλαια, ενοχλητική, καταπιεστική και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Ως Υπεράσπιση προβάλλουν το γεγονός ότι λειτούργησαν με πλήρη ευσυνειδησία σε σχέση με τα καθήκοντά τους στο Ταμείο Πρόνοιας L. C. A. DOMIKI LTD, ως μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής και με αποκλειστικό σκοπό την προστασία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των μελών του Ταμείου. Ισχυρίζονται ότι ουδέποτε απέσυραν χρήματα χωρίς έγκυρη και νομότυπη απόφαση της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου και για τη συγκεκριμένη επένδυση ήταν ενήμερα και τα υπόλοιπα μέλη του Ταμείου, τα οποία είχαν δώσει την έγκρισή τους. Υποστηρίζουν ότι η απόφαση για επένδυση είχε ληφθεί σύμφωνα με το καταστατικό του Ταμείου αλλά και αξιολογώντας τις διαβεβαιώσεις των Τραπεζών ότι τα εν λόγω αξιόγραφα είναι εξαργυρώσιμα σε πρώτη ζήτηση και δεν ενέχουν οποιοδήποτε στοιχείο κινδύνου. Περαιτέρω υποστηρίζουν ότι η συγκεκριμένη επένδυση το 2008 ήταν συμφέρουσα για το Ταμείο, με τα δεδομένα ως ίσχυαν και ως εκ τούτου δεν μπορούν να χρεωθούν οι ίδιοι την οποιαδήποτε κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή και της οικονομικής κρίσης. Οι όποιες αποφάσεις πάρθηκαν, είναι η θέση τους, για την καταβολή των οφειλόμενων ποσών στους αφυπηρετήσαντες λήφθηκαν σύμφωνα με το καταστατικό του Ταμείου Πρόνοιας και τους κανονισμούς του Έφορου Ταμείων Προνοίας. Όλα τα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής ήταν πλήρως ενήμερα για τα ποσά που θα απέσυραν τα αφυπηρετήσαντα μέλη του Ταμείου και είχαν δώσει την έγκρισή τους. Κατά τη δική τους άποψη ουδεμία ευθύνη έχουν για την επένδυση σε αξιόγραφα και ουδέποτε ενήργησαν με αυθαιρεσία ή παράνομα. Αντίθετα, όλα τα μέλη ήταν ενήμερα και με την συμπεριφορά τους ενέκριναν την συγκεκριμένη επένδυση. Η υπόθεση προωθήθηκε από τους Ενάγοντες με τη μαρτυρία επτά
(7)μαρτύρων. Πρώτος, έδωσε μαρτυρία ο κ. Μηλιάτης, Μ.Ε1, ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση, σημειώθηκε ως Έγγραφο Α, στην οποία κατέγραψε τους ισχυρισμούς του. Στη δήλωσή του εξηγεί ότι η δική του μαρτυρία δίδεται και για λογαριασμό των υπόλοιπων Εναγόντων, οι οποίοι τον εξουσιοδότησαν προς τούτο. Ο ίδιος γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα γιατί κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Πρόνοιας. Τόσο ο ίδιος καθώς και οι υπόλοιποι Ενάγοντες ήταν μέλη του «Ταμείου Πρόνοιας του Τακτικού Μηνιαίου Προσωπικού της Εταιρείας Λ. Χ. Α. ΔΟΜΙΚΗ ΛΤΔ, ΕΝ ΚΥΠΡΟ», του οποίου κύριος σκοπός ίδρυσης είναι οι εισπράξεις εισφορών συμφωνημένου ύψους από τα μέλη του με την αποκοπή ανάλογου ποσού από τον μισθό εκάστου μέλους, καθώς και από τον εργοδότη και η αποταμίευση των συγκεκριμένων ποσών προς όφελος των μελών του Ταμείου για σκοπούς είσπραξης μετά την αφυπηρέτηση ή τον τερματισμό της απασχόλησής τους. Σύμφωνα με το Καταστατικό του Ταμείου η διαχείριση του ανατίθετο σε Διαχειριστική Επιτροπή, η οποία αποτελείτο από τρία μέλη υποδεικνυόμενα από το Διοικητικό Συμβούλιο της εργοδότριας εταιρείας και τρία μέλη τα οποία εκλέγονταν από τη Γενική Συνέλευση των μελών του Ταμείου. Τέσσερα τουλάχιστον μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής αποτελούσαν απαρτία στις συνεδριάσεις νοουμένου ότι συγκαταλέγονταν δύο μέλη από κάθε πλευρά. Προνοείτο ειδικά, στο Καταστατικό, οποιαδήποτε απόφαση επί οποιουδήποτε θέματος θα λαμβανόταν με χωριστή πλειοψηφία των μελών εκάστης πλευράς της Διαχειριστικής Επιτροπής. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν τα διορισμένα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής κατά τον επίδικο χρόνο και ο Εναγόμενος 1 διατελούσε Πρόεδρος. Στις 10/04/2008 χωρίς προηγουμένως να παρθεί οποιαδήποτε απόφαση της Διαχειριστικής Επιτροπής και της Γενικής Συνέλευσης των μελών του Ταμείου και χωρίς να ενημερώσουν τα εκλεγμένα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής, οι Εναγόμενοι 1 και 2 απέσυραν το ποσό των €300.000 και το χρησιμοποίησαν για να αγοράσουν 300 αξιόγραφα κεφαλαίου της Λαϊκής Τράπεζας εκ €1.000 το καθένα. Τα συγκεκριμένα αξιόγραφα, λόγω της έκθεσης της Λαϊκής Τράπεζας στα ελληνικά ομόλογα και της οικονομικής κατάρρευσης, έχουν μηδενική αξία και κατά συνέπεια το Ταμείο και κατ' επέκταση οι ίδιοι οι Ενάγοντες έχουν υποστεί ζημιά και απώλεια. Τον Απρίλιο του 2011 με οδηγίες των Εναγόμενων 1 και 2 καταβλήθηκαν σε πέντε
(5)μέλη του Ταμείου, που θα αφυπηρετούσαν, όλα τα ποσά που ήταν κατατεθειμένα προς όφελός τους στο Ταμείο χωρίς να συνυπολογιστεί ή συμψηφιστεί η απώλεια ή ζημιά των €300.000 πλέον οι τόκοι. Προς το τέλος του 2011 αφυπηρέτησε και ο Εναγόμενος 1 εισπράττοντας όλα τα ποσά που ήταν κατατεθειμένα εις πίστη του. Οι συγκεκριμένες ενέργειες των Εναγομένων 1 και 2 έγιναν εν αγνοία και χωρίς την προηγούμενη ή ακόμη και μεταγενέστερη συγκατάθεση των Εναγόντων ή και χωρίς να ληφθούν νομότυπες και έγκυρες αποφάσεις από τα αρμόδια όργανα του Ταμείου προκαλώντας στους Ενάγοντες απώλειες ως ακολούθως: Ο Ενάγοντας 1 έχει απώλεια €20.000, ο Ενάγοντας 2 €17.000, ο Ενάγοντας 3 €19.000, ο Ενάγοντας 4 €16.000, ο Ενάγοντας 4 €23.000, ο Ενάγοντας 6 €23.000, ο Ενάγοντας 7 €21.000, ο Ενάγοντας 8 €13.000, ο Ενάγοντας 9 €20.000, ο Ενάγοντας 10 €23.000, ο Ενάγοντας 11 €11.000, ο Ενάγοντας 12 €21.000, ο Ενάγοντας 13 €13.000, ο Ενάγοντας 14 €21.000, ο Ενάγοντας 15 €15.000, ο Ενάγοντας 16 €18.000, ο Ενάγοντας 17 €20.000, ο Ενάγοντας 18 €16.000, ο Ενάγοντας 19 €17.000 και ο Ενάγοντας 20 €13.000 πλέον τους τόκους των συγκεκριμένων ποσών. Ισχυρίζεται ότι το συγκεκριμένο γεγονός της επένδυσης των €300.000 το είχαν πληροφορηθεί τον Απρίλιο 2012 και το θέμα καταγγέλθηκε στον Έφορο Ταμείων Προνοίας στις 21/05/2012. Στις 30/05/2012 τα μέλη του Ταμείου των επαρχιών Λεμεσού, Λάρνακας και Πάφου απέστειλαν επιστολή προς τον Πρόεδρο του Ταμείου Πρόνοιας διαμαρτυρόμενοι και εκφράζοντας διαφωνία αναφορικά με την παγιοποίηση ολόκληρου του ποσού του Ταμείου, λόγω του ότι το χρησιμοποιούσαν ως μοχλό πίεσης για να αποσυρθεί η καταγγελία στον Έφορο Ταμείων Προνοίας, και ζήτησαν όπως παγιοποιηθεί μόνο το ποσό που αφορούσε την συγκεκριμένη επένδυση. Αρχές Ιουνίου του 2013 δόθηκαν οδηγίες σε δικηγόρο για καταγγελία προς τον Έφορο Ταμείων Προνοίας σε σχέση με τα συγκεκριμένα γεγονότα. Λήφθηκε απάντηση από τον Έφορο Ταμείων Πρόνοιας, στις 30/09/14, στην οποία διευκρινίστηκε ότι δεν προέκυψαν οποιαδήποτε ευρήματα σε σχέση με την καταγγελία και ότι η απόφαση που λήφθηκε από τα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής συνιστά παράβαση του άρθρου 8(δ) του καταστατικού Ταμείου. Κατάθεσε, ως Τεκμήριο 1, το καταστατικό λειτουργίας του Ταμείου Προνοίας, ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της αίτησης για παραχώρηση αξιόγραφων της Marfin Popular Bank Public Ltd, ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 21/05/12 από τις Συντεχνίες προς τον Έφορο Ταμείων Προνοίας, ως Τεκμήριο 4 επιστολή του δικηγόρου των Μελών του Ταμείου ημερομηνίας 10/01/13 προς τον Εναγόμενο 1, ως Τεκμήριο 4(α) επιστολή ημερομηνίας 10/01/13 προς την Εναγόμενη 2, ως Τεκμήριο 5 δέσμη από τρεις επιστολές που φέρουν ημερομηνία 30/05/12 από τα Μέλη του Ταμείου προς τον Πρόεδρο του Ταμείου, ως Τεκμήριο 6 επιστολή του δικηγόρου των μελών του Ταμείου με ημερομηνία 04/06/13 προς τον Έφορο Ταμείων Προνοίας, ως Τεκμήριο 7 επιστολή ημερομηνίας 10/01/14 του Έφορου Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών και ως Τεκμήριο 8 ενημερωτική επιστολή ημερομηνίας 30/09/14 του Έφορου Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών η οποία αφορούσε το αποτέλεσμα της έρευνας και το γεγονός ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε αδίκημα αλλά παράβαση του άρθρου 8(δ) του Καταστατικού. Εξήγησε ότι η συνεισφορά των υπαλλήλων της εργοδότριας εταιρείας στο Ταμείο ανερχόταν στο 8% των απολαβών και της εργοδότριας στο 6%. Σε σχέση με τη ζημιά που υπέστη τόσο ο ίδιος καθώς και οι άλλοι Ενάγοντες κατάθεσε, ως Τεκμήριο 9, δέσμη καταστάσεων που αφορούσαν τις δικές του απώλειες σε σχέση με το Ταμείο. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι η συγκεκριμένη Διαχειριστική Επιτροπή απαρτιζόταν από έξι μέλη και εκτός από τους Εναγόμενους 1 και 2, μέλη της ήταν ο Ευτύχιος, ο ίδιος, ο [ ] Παναγιώτου και ο [ ] Μενελάου. Ερωτηθείς ανάφερε ότι το Ταμείο Πρόνοιας ιδρύθηκε το 2000 και έκτοτε ο ίδιος κατέστη μέλος του. Παραδέχθηκε ότι τόσο ο ίδιος καθώς και άλλοι δυο από τους Ενάγοντες ήταν μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής, όμως διευκρίνισε ότι δεν είχαν οποιαδήποτε ανάμειξη στα οικονομικά του Ταμείου γιατί τις αποφάσεις τις λάμβανε ο Πρόεδρος του Ταμείου Πρόνοιας. Εξήγησε ότι ο ρόλος των μελών της Διαχειριστικής Επιτροπής ήταν να παρευρίσκονται σε συνεδριάσεις, είχαν γίνει τρείς
(3)συνεδριάσεις, αλλά τις οποιεσδήποτε αποφάσεις κυρίως επί οικονομικών θεμάτων τις λάμβανε ο Πρόεδρος, ο οποίος όταν ερωτάτο για τα λεφτά του Ταμείου ανέφερε ότι ήταν κατατεθειμένα σε τοκοφόρους λογαριασμούς της Λαϊκής Τράπεζας. Σε ερωτήσεις που τίθεντο στον Πρόεδρο σε σχέση με το Ταμείο, από τα υπόλοιπα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής, έδινε την απάντηση ότι όλα τα μέλη λαμβάνουν καταστάσεις λογαριασμού, οι οποίες δείχνουν το ποσό που έκαστο μέλος είχε κατατεθειμένα σε πίστη του. Ερωτηθείς επέμενε στη θέση του ότι για 13 χρόνια που ο ίδιος ήταν μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής δεν είχε λάβει οποιαδήποτε απόφαση σε σχέση με οικονομικά θέματα του Ταμείου γιατί ο Πρόεδρος της Διαχειριστικής Επιτροπής ήταν ο εργοδότης τους, ο ιδιοκτήτης της εταιρείας και του είχαν εμπιστοσύνη ότι τα λεφτά ήταν κατατεθειμένα σε καλό τόπο. Υποστήριξε ότι ο ίδιος ήταν ένας απλός υπάλληλος και δεν μπορούσε να επιμένει ζητώντας εξηγήσεις από τον εργοδότη του, σε σχέση με το Ταμείο, γιατί κινδύνευε με απόλυση. Σε όλες τις ερωτήσεις που απηύθυναν προς τον Πρόεδρο της Διαχειριστικής Επιτροπής τους διαβεβαίωνε ότι τα λεφτά ήταν σε καλό τόπο και να μην ανησυχούν. Όσο αφορά τα καθήκοντά του ως μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε του είχαν ανατεθεί οποιαδήποτε καθήκοντα και ότι κατά τη διάρκεια της θητείας του είχαν γίνει μόνο τρείς
(3)συνεδριάσεις. Ερωτηθεί με ποιους τρόπους ένα μέλος του Ταμείου θα μπορούσε να αποσύρει χρήματα ήταν ο ισχυρισμός του ότι το μέλος μπορούσε να υποβάλει αίτηση για να λάβει δάνειο, αποστέλλοντας μια φόρμα στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας στη Λευκωσία. Την απόφαση σε σχέση με το δάνειο την λάμβανε ο Πρόεδρος της Διαχειριστικής Επιτροπής χωρίς να ρωτήσει τα υπόλοιπα μέλη της. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος απόσυρσης χρημάτων από το Ταμείο. Όμως με την αφυπηρέτηση, σε συντάξιμη ηλικία, ένα μέλος λάμβανε τις εισφορές του και το ίδιο γινόταν αν έφευγε από την εταιρεία για άλλους λόγους. Ανέφερε ότι σήμερα έξι άτομα από τους Ενάγοντες συνεχίζουν να βρίσκονται στην υπηρεσία της εταιρείας και δεν είναι σε συντάξιμη ηλικία. Ήταν η θέση του ότι το Ταμείο δεν ήταν επενδυτικό και ότι τα λεφτά του Ταμείου ήταν κατατεθειμένα στη Λαϊκή Τράπεζα σε τοκοφόρους λογαριασμούς. Ο ίδιος δεν είχε γνώση της συγκεκριμένης επένδυσης, στην οποία είχαν προβεί οι Εναγόμενοι 1 και 2, γιατί δεν είχαν ενημερωθεί τα υπόλοιπα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής. Προώθησε τη θέση ότι για τη συγκεκριμένη επένδυση ο ίδιος έμαθε τον Απρίλιο του 2012 μετά που ένα μέλος του Ταμείου είχε ζητήσει δάνειο και ο Πρόεδρος του είχε απαντήσει ότι δεν υπήρχαν λεφτά. Παραδέχθηκε ότι η Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου εξέδιδε λογαριασμούς κάθε χρόνο όμως σε αίτημα των μελών να τους δοθούν οι συγκεκριμένοι λογαριασμοί, ο Πρόεδρος απαντούσε ότι οι λογαριασμοί ήταν για τον Έφορο Ταμείων Πρόνοιας και όχι για τα μέλη. Στα χέρια του είχε μόνο έναν λογαριασμό του 2004, τον οποίο είχε λάβει μετά από πολλές παραστάσεις. Δεν γνώριζε κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 παρέδιδε οποιαδήποτε στοιχεία σε εξωτερικούς ελεγκτές αφού ουδέποτε είχε ρωτήσει τα υπόλοιπα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής και ουδέποτε επέτρεψε οποιαδήποτε ανάμειξή τους. Αυτό που τους παραδίδετο κάθε χρόνο ήταν κατάσταση με τις εισφορές εκάστου μέλους προς το Ταμείο Πρόνοιας. Ερωτηθείς ανέφερε ότι δεν γνώριζε ότι ο Έφορος Ταμείων Πρόνοιας, το 2012, είχε κάνει εισήγηση προς όλα τα Ταμεία Πρόνοιας της Κύπρου να αναστείλουν τις πληρωμές προς τα μέλη τους. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι δεν γνώριζε ότι για τα έτη 2008 μέχρι 2012 το Ταμείο Πρόνοιας είχε κέρδος ύψους €38.000 από τα συγκεκριμένα αξιόγραφα. Όμως γνώριζε ότι το 2012 είχε τεθεί η επιλογή στα μέλη του Ταμείου Πρόνοιας να μετατρέψουν τα αξιόγραφα σε μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας ρευστοποιώντας τα έτσι ώστε να μειωθεί η ζημιά τους. Αρνήθηκε ότι γνώριζε ή και ότι είχε δώσει τη συγκατάθεσή του σε σχέση με τη συγκεκριμένη επένδυση. Προώθησε τη θέση ότι το 2013 ο Εναγόμενος 1 τον είχε απολύσει από την εταιρεία, συγκεκριμένα τον είχε βγάλει πλεονάζον προσωπικό. Όσο αφορά τη δική του ζημιά ήταν η θέση του ότι από την κατάσταση που του είχε παραχωρηθεί στις 11/05/2012 ανερχόταν στις €8.
- Εξήγησε ότι ο ίδιος ζητά επιστροφή του ποσού στο Ταμείο. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Αντρέας Χατζηνικολάου, Μ.Ε.2, ο οποίος εργάζεται ως λογιστής στο Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας, τοποθετημένος στο Τμήμα Επιδομάτων Συνταξιοδοτικών Παροχών και ασχολείται με θέματα χρηματοοικονομικής φύσεως που αφορούν εξέταση της επενδυτικής πολιτικής, των δανείων και τις οικονομικές καταστάσεις των Ταμείων Προνοίας. Αναγνώρισε, στο Τεκμήριο 7, την υπογραφή του και εξήγησε ότι είχε υποβληθεί καταγγελία στον Έφορο Ταμείων Προνοίας από τους συντεχνιακούς εκπροσώπους των μελών του συγκεκριμένου Ταμείου Προνοίας του τακτικού προσωπικού της εταιρείας ΔΟΜΙΚΗ. Καταγγέλθηκε ότι είχε διενεργηθεί μία επένδυση χρημάτων του Ταμείου σε αξιόγραφα χωρίς να ληφθεί η έγκριση των μελών και χωρίς να ενημερωθούν. Με βάση τις εξουσίες του Έφορου διεξάχθηκε αυτεπάγγελτη έρευνα για να διαπιστωθεί κατά πόσο είχαν παραβιαστεί οι πρόνοιες του Νόμου και των Κανονισμών ή κατά πόσο υπήρξε παραβίαση των προνοιών του Καταστατικού του συγκεκριμένου Ταμείου Προνοίας. Ζητήθηκε από τη Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου να υποβάλει ενημέρωση κατά πόσο είχε ληφθεί η έγκριση των μελών του Ταμείου στα πλαίσια Γενικής Συνέλευσης ή κατά πόσο ενημερώθηκαν τα μέλη σε σχέση με την επένδυση. Επιπρόσθετα λήφθηκαν καταθέσεις από έξι πρόσωπα, μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής. Από την έρευνα προέκυψε το συμπέρασμα ότι τρία μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής είχαν αποφασίσει τη διενέργεια της επένδυσης σε αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας και είχαν ισχυριστεί ότι είχαν ενημερώσει προφορικά τα άλλα τρία μέλη, πράγμα που δεν έγινε αποδεχτό από τα συγκεκριμένα τρία μέλη. Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι η συγκεκριμένη επένδυση παραβίαζε την πρόνοια του άρθρου 8(δ) του Καταστατικού του συγκεκριμένου Ταμείου, λόγω του ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του απαιτείτο η λήψη έγκρισης από τη Γενική Συνέλευση των μελών για τη διενέργεια οποιασδήποτε επένδυσης των χρημάτων του Ταμείου. Αποτέλεσμα της έρευνας ήταν η διαπίστωση ότι η συγκεκριμένη παραβίαση του καταστατικού δεν συνιστούσε παραβίαση νομοθεσίας γι' αυτό δεν λήφθηκε οποιοδήποτε μέτρο εναντίον των συγκεκριμένων Μελών της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου. Τα συγκεκριμένα τρία άτομα που είχαν αποφασίσει την επένδυση ήταν ο κ. Χριστοφίδης, Πρόεδρος της Διαχειριστικής Επιτροπής, η κα [ ] Κτωρή, γραμματέας και ο κ. Παπαευτυχίου, μέλος. Ισχυρίστηκε ότι σύμφωνα με την πληροφόρηση που υπήρχε στις οικονομικές καταστάσεις κατά το έτος 2008 υπήρχε επενδυμένο ποσό €300.000 σε αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας. Κατάθεσε δέσμη εγγράφων που αφορούσε τις οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2008 μέχρι 2013 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Παρέπεμψε στη σελίδα 4 των οικονομικών καταστάσεων στον ισολογισμό του Ταμείου στον οποίο περιλαμβάνονται εταιρικά ομόλογα ύψους €300.
- Εξήγησε ότι το ύψος της επένδυσης διατηρείται το ίδιο και για τα έτη 2009 και
- Το 2011 προκύπτει διαφοροποίηση, συγκεκριμένα αλλαγή στην αξία της συγκεκριμένης επένδυσης, η οποία μειώθηκε στις €144.
- Αυτό καταγράφεται στη σελίδα 5 των οικονομικών καταστάσεων του 2011 όπου γίνεται αναφορά σε ζημιά ύψους €156.
- Στις οικονομικές καταστάσεις του 2012 δε, στο ενεργητικό, στα αξιόγραφα κεφαλαίου, παρουσιάζεται ως μηδέν. Ο λόγος για τη μείωση αυτή αναφέρεται στη σελίδα 10, στις σημειώσεις 4 και 6 των Οικονομικών Καταστάσεων και καταγράφεται ότι τα γεγονότα σε σχέση με τη Λαϊκή Τράπεζα επηρέασαν την αξία των επενδύσεων. Ήταν η θέση του ότι ο λόγος που η ζημιά περιορίζεται στις €144.000 είναι γιατί αναγνωρίστηκε στις οικονομικές καταστάσεις του 2011 ένα μέρος της ζημιάς και ένα μέρος της στις οικονομικές καταστάσεις του
- Αντεξετασθείς ανάφερε ότι ο ίδιος λαμβάνει οδηγίες από τον Έφορο Προνοίας. Ερωτηθείς ανέφερε ότι οι συγκεκριμένοι λογαριασμοί του Ταμείου Προνοίας περιήλθαν στην κατοχή του λόγω του ότι έκαστο Ταμείο Προνοίας έχει υποχρέωση να υποβάλλει καταστάσεις λογαριασμού κάθε χρόνο, σύμφωνα με τον περί Ταμείου Προνοίας Νόμο στον Έφορο. Το σώμα που έχει την υποχρέωση να τις υποβάλλει είναι η Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου. Όσο αφορά την έρευνα που διενήργησε ήταν η θέση του ότι στηρίχθηκε στις καταθέσεις που λήφθηκαν από τα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής, τα πρακτικά της Διαχειριστικής Επιτροπής και άλλα πρακτικά. Προώθησε τη θέση ότι τα ευρήματά του στηρίχθηκαν στις τρεις καταθέσεις των μελών της Διαχειριστικής Επιτροπής, λόγω του ότι δεν υπήρχε άλλη πηγή πληροφόρησης. Ο ίδιος δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο η επένδυση ήταν όντως σε γνώση των υπολοίπων μελών. Εξήγησε ότι βάσει των κανονισμών του Ταμείου Προνοίας ενδεχομένως να μην υπήρχε υποχρέωση να υποβάλλονται οι οικονομικές καταστάσεις προς τα μέλη του Ταμείου κάθε χρόνο αφού στον Περί Ταμείων Προνοίας Νόμο δεν ενσωματώνεται τέτοια υποχρέωση. Ερωτηθείς ανάφερε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο κατά την έρευνα είχε διαπιστωθεί αν τα τρία μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής, που ισχυρίζονταν ότι δεν γνώριζαν για την επένδυση, είχαν δει τους ελεγμένους λογαριασμούς που υποβάλλει η Διαχειριστική Επιτροπή προς τον Έφορο. Αναγνώρισε την επιστολή ημερομηνίας 05/10/2012 του Έφορου Ταμείων Προνοίας, που αφορούσε το γεγονός του τερματισμού της καταβολής εισφορών στην περίπτωση επένδυσης από το Ταμείο Προνοίας και την κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Παραδέχθηκε ότι ο Έφορος είχε υποβάλει προς τις διαχειριστικές επιτροπές των Ταμείων Προνοίας εισήγηση όπως παγιοποιήσουν άμεσα την καταβολή ωφελημάτων σε σχέση με την αξία των αξιόγραφων. Εξήγησε περαιτέρω ότι όσον αφορά τις επενδύσεις των Ταμείων Προνοίας κατά τη δεδομένη περίοδο βρίσκονταν σε ισχύ δύο νομοθεσίες, ο Περί Ταμείων Προνοίας Νόμος και ο Νόμος 146/
- Επειδή η νομοθεσία δεν περιείχε πρόνοιες ως προς τις επενδύσεις των Ταμείων Προνοίας και επειδή δεν υπήρχαν κανονισμοί οδηγήθηκαν τα μέλη των Ταμείων σε υποβολή καταγγελιών. Ήταν η θέση του ότι όλα τα Ταμεία Προνοίας επενδύουν τα χρήματα τους είτε σε καταθέσεις σε Τράπεζες είτε αλλού χωρίς οποιουσδήποτε επενδυτικούς περιορισμούς, κυρίως τα μικρά Ταμεία. Παραδέχθηκε ότι η έννοια της επένδυσης ενέχει και ρίσκο. Κατέληξε, ότι ως ερευνών λειτουργός δεν εντόπισε οποιανδήποτε παραβίαση. Μαρτυρία δόθηκε και από τον κ. Παναγιώτη Χριστοφόρου, Μ.Ε 3, Οικονομολόγο - Λογιστή, ο οποίος εργοδοτείται στο Χ.Α.Κ. από το 1999 με καθήκοντα παρακολούθησης της αγοράς. Ο ίδιος εποπτεύει τις Υπηρεσίες Ελέγχου της χρηματιστηριακής αγοράς. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 2 το αναγνώρισε και ισχυρίστηκε ότι γύρω στο 2014 είχαν απευθυνθεί κοντά του υπάλληλοι και μέλη του Ταμείου Προνοίας της εταιρείας ΔΟΜΙΚΗ και του ζήτησαν να τους εξηγήσει τι είναι τα αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας, σε ποιες τιμές είχαν εκδοθεί, καθώς και τι αξία είχαν σε διάφορες περιόδους. Τα συγκεκριμένα άτομα ενδιαφέρονταν γιατί ανησυχούσαν για τις συντάξεις τους. Διαφάνηκε ότι είχαν επενδυθεί €300.000 σε αξιόγραφα έκδοσης του 2008, των οποίων η αξία πλέον ήταν μηδενική. Ο ίδιος είχε εξηγήσει στα συγκεκριμένα μέλη του Ταμείου τη φύση των αξιογράφων καθώς και την υβριδικότητα και την επικινδυνότητά τους και τους συμβούλεψε να διεκδικήσουν αποζημιώσεις από την Τράπεζα. Οι ίδιοι του είχαν αναφέρει ότι δεν γνώριζαν για τη συγκεκριμένη επένδυση. Ερωτηθείς ανέφερε ότι κατά τη δική του εκτίμηση η Διαχειριστική Επιτροπή του συγκεκριμένου Ταμείου Προνοίας είχε επενδύσει σε αξιόγραφα χωρίς όμως να διερευνήσει το μέγεθος και την πολυπλοκότητα της επένδυσης για να διασφαλίσει χαμηλότερο ρίσκο. Φάνηκε ότι οι δύο διαχειριστές δεν είχαν γνώση των κινδύνων ή του επενδυτικού ορίζοντα της συγκεκριμένης επένδυσης ή της υβριδικότητας. Υποστήριξε ότι τα άτομα που προέβησαν στην επένδυση όφειλαν να αξιολογήσουν την καταλληλόλητα της επένδυσης για το Ταμείο, αλλά και την καταλληλόλητα του Ταμείου ως επενδυτή στη συγκεκριμένη επένδυση ανάλογα και με τις ανάγκες του Ταμείου. Κατά τη δική του εκτίμηση η συγκεκριμένη επένδυση ήταν επιπόλαιη γιατί ο επενδυτικός κίνδυνος ήταν μεγάλος αφού δεν υπήρχε εξασφάλιση. Στην προκειμένη περίπτωση τα αξιόγραφα είναι τα πρώτα προϊόντα που διαγράφονται χωρίς οι κάτοχοι τους να έχουν δικαίωμα να διεκδικήσουν οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία, δεν είναι εξασφαλισμένα από τον εκδότη και στη συγκεκριμένη έκδοση ο εκδότης είχε το δικαίωμα, ανά πάσα στιγμή, να σταματήσει την πληρωμή οποιουδήποτε επιτοκίου. Αντεξεταζόμενος εξήγησε ότι του ζητήθηκε, όπως του ζητείται επανειλημμένα, η εξυπηρέτηση του επενδυτικού κοινού μέσα στα πλαίσια διαφάνειας. Ήταν η θέση του, ότι στα πλαίσια των καθηκόντων του στο Χ.Α.Κ., έχει υποχρέωση να εξυπηρετεί το επενδυτικό κοινό. Παράλληλα ανέφερε ότι είναι διορισμένος ως ποινικός ανακριτής και ότι έδωσε μαρτυρία σε πολλές υποθέσεις που αφορούν το Χ.Α.Κ. στο Δικαστήριο. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι ο ίδιος ενημερώθηκε για τα συγκεκριμένα γεγονότα από μέλη του συγκεκριμένου Ταμείου και η έρευνα που διεξήγαγε εντάσσετο στο να εξετάσει κατά πόσο το Ταμείο έχει ή είχε αξιόγραφα, πότε τα απέκτησε και πού βρίσκονται σήμερα. Δεν ερεύνησε τις συνθήκες αγοράς των συγκεκριμένων αξιογράφων. Ο ίδιος είχε ενημερωθεί ότι η συγκεκριμένη επένδυση είχε γίνει χωρίς να ερωτηθούν τα μέλη του Ταμείου Προνοίας, τα οποία δεν γνώριζαν, όπως του είπαν, ότι το Ταμείο κατείχε τα συγκεκριμένα αξιόγραφα μέχρι που έλαβαν χώρα κάποια γεγονότα. Επόμενη μάρτυρας ήταν η κα [ ] Χριστοφή, Μ.Ε.4, η οποία εργάζεται στην εταιρεία ΔΟΜΙΚΗ, ως γραμματέας του Ταμείου Προνοίας και υπεύθυνη του λογιστηρίου. Ανέφερε ότι έχει καθήκον στην ετοιμασία των λογιστικών καταστάσεων του Ταμείου. Κατέθεσε, ως Τεκμήρια 12(α) - (δ) δέσμη εγγράφων που αφορά την κατάσταση λογαριασμού του Ταμείου Προνοίας σε σχέση με κάθε ένα εκ των Εναγόντων. Ανέφερε ότι ο κ. Μηλιάτης από την επένδυση είχε απώλεια ύψους €22.349,29, ο κ. Χριστοδούλου €13.184,31, ο κ. [ ] Μπεσετίν €11.180,22, ο κ. [ ] Σαμψών €7.518,08, ο κ. [ ] Μενελάου €21.256,11, ο κ. [ ] Παναγιώτου €20.652,68, ο κ. [ ] Νικολάου €18.560,88, ο κ. [ ] Θεοδώρου €3.731,97, ο κ. [ ] Νικολάου €16.306,24, ο κ. [ ] Δημητρίου €18.201,21, ο κ. [ ] Μένοικος €2.629,24, ο κ. [ ] Αδάμου €16.133,81, ο κ. [ ] Φλορέα €4.263,08, ο κ. [ ] Μελετίου €18.309,61, ο κ. [ ] Χαραλάμπους €4.450,48, ο κ. [ ] Καύκαρου €6.496,66, ο κ. [ ] Σάββα €9.674,69, ο κ. [ ] Χρυσάνθου €12.069,70, ο κ. [ ] Νικόλα €13.562,39 και ο κ. [ ] Πογιατζής €2.671,
- Ήταν η θέση της ότι τα ποσά της απομείωσης είχαν καθοριστεί από τους Ελεγκτές το 2011 με βάση την χρηματική αξία των αξιογράφων και το 2012 μηδενίστηκαν. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι τα συγκεκριμένα αξιόγραφα είχαν αποφέρει κέρδος, τα πρώτα έτη, ύψους €38.000 και λόγω ακριβώς του κέρδους πιστώθηκαν οι τόκοι στη μερίδα του καθενός από τα μέλη του Ταμείου Προνοίας. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 13, καταστάσεις που εμπεριέχουν τον επιμερισμό των τόκων από το 2008 για κάθε ένα από τους Ενάγοντες και επεξήγησε ότι ο όρος «profit allocation» αφορά το ποσό της πίστωσης του τόκου. Πιστώσεις υπήρχαν κάποιες χρονιές στο «Account A» και κάποιες χρονιές στο «Account B». Για το έτος 2008 πιστώθηκε ο τόκος στο «Account B». Ερωτηθείς ανέφερε ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις αποστέλλονταν στα μέλη του Ταμείου σε προσωπικό φάκελο μαζί με τον μισθό του μήνα και γνώριζαν τι τόκους λάμβαναν. Ανέφερε ότι η ίδια δεν είχε ακούσει ή δει οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με τους τόκους που λαμβάνοντο. Υποστήριξε ότι το 2012 είχε δοθεί στα μέλη του Ταμείου, σύμφωνα με τα πρακτικά, η επιλογή για αλλαγή της επένδυσης. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 14, τα πρακτικά της συγκεκριμένης συνεδρίας ημερομηνίας 25/05/
- Ερωτηθείσα ανέφερε ότι η ίδια δεν μπορούσε να γνωρίζει με ποιο τρόπο είχε υπολογιστεί η αξίωση των Εναγόντων. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο κ. [ ] Ιωαννίδης, Μ.Ε.5, ο οποίος εργάζεται στην ΠΕΟ Λεμεσού, συνδικαλιστής από το
- Εξήγησε ότι το συγκεκριμένο Ταμείο Προνοίας το γνώριζε λόγω της συλλογικής σύμβασης που υπάρχει με τον εργοδότη, η οποία σύμβαση ανανεώνεται κάθε χρόνο. Ήταν η θέση του ότι το 2012 τα μέλη της ΠΕΟ είχαν πληροφορήσει τη συντεχνία ότι είχε γίνει παρατυπία στο Ταμείο Προνοίας. Αναγνώρισε, στο Τεκμήριο 3, την επιστολή ημερομηνίας 21/05/2012 που είχε διαβιβάσει ο ίδιος στον Έφορο Ταμείων Προνοίας. Ισχυρίστηκε ότι διαφάνηκε, όταν έκαμε αίτηση για δάνειο ένας υπάλληλος της συγκεκριμένης εταιρείας στη Λεμεσό, ότι δεν υπήρχαν λεφτά για δανεισμό γιατί, σύμφωνα με πληροφόρηση από τον Πρόεδρο της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου και εργοδότη του, τα λεφτά του Ταμείου είχαν επενδυθεί. Μελετώντας το καταστατικό η Συντεχνία, διαπιστώθηκε ότι ο εργοδότης και Πρόεδρος του Ταμείου χωρίς να ενημερώσει τα μέλη της Επιτροπής, όπως ήταν υποχρεωμένος να πράξει, προέβηκε στη συγκεκριμένη επένδυση και τότε συγκλήθηκε έκτακτη Γενική Συνέλευση. Η Γενική Συνέλευση διενεργήθηκε στις 25/05/
- Ο ίδιος πήγε στον χώρο της Γενικής Συνέλευσης, αλλά ο Πρόεδρος της Διαχειριστικής Επιτροπής δεν επέτρεψε την είσοδό του γιατί, όπως του είχε αναφέρει, δεν ήταν μέλος. Όμως μπορούσε να ακούσει τι γινόταν και ο Πρόεδρος του Ταμείου είχε εισηγηθεί να παγιοποιηθεί ολόκληρο το Ταμείο όμως λόγω της τεράστιας αντίδρασης των μελών δεν είχε ληφθεί καμιά απόφαση. Αναγνώρισε, στο Τεκμήριο 14, έντυπο το οποίο του είχε υποδειχθεί δύο μέρες μετά από μέλη της ΠΕΟ λόγω του ότι τους είχε ζητηθεί να υπογράψουν πράγματα που δεν είχαν αποφασιστεί. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 5 τις επιστολές που στάληκαν προς τον Πρόεδρο του Ταμείου με τις οποίες δηλωνόταν η διαφωνία με τα πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι ο κ. Μηλιάτης ήταν κατηγορηματικός ότι δεν είχε λάβει οποιανδήποτε ενημέρωση για τη συγκεκριμένη επένδυση ούτε ο ίδιος, αλλά ούτε και τα άλλα μέλη. Παραδέχθηκε ότι τα μέλη του Ταμείου λάμβαναν κατάσταση λογαριασμού χωρίς όμως οποιανδήποτε αιτιολογία από πού προέρχονταν τα συγκεκριμένα έσοδα. Υποστήριξε ότι δεν δίδονταν αναλυτικές καταστάσεις στα μέλη του Ταμείου αναφορικά με το πώς ήταν επενδυμένα τα λεφτά και η συγκεκριμένη επένδυση αποκαλύφθηκε το 2012, για αυτό και αποστάληκε η επιστολή Τεκμήριο
- Όταν του υποβλήθηκε ότι τα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου γνώριζαν για την επένδυση υποστήριξε ότι αν όντως έτσι είχαν τα πράγματα τότε γιατί ο εργοδότης απέστειλε στα μέλη έντυπο να υπογράψουν ότι γνώριζαν εκλιπαρώντας τους να υπογράψουν και ενίοτε απειλώντας τους. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι στη Γενική Συνέλευση, ημερομηνίας 25/05/2012, τα μέλη του Ταμείου δεν είχαν δεχθεί να εξαργυρώσουν τα αξιόγραφα αγοράζοντας μετοχές. Επέμενε στη θέση του ότι ο Πρόεδρος της Διαχειριστικής Επιτροπής και η γραμματέας, η οποία είναι σύζυγός του, ενήργησαν μόνοι τους χωρίς να καλέσουν Γενική Συνέλευση για να ληφθεί απόφαση για τη συγκεκριμένη επένδυση. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Ενάγοντα 9, κ. [ ] Νικολάου, Μ.Ε6, ο οποίος εργοδοτείτο από την εταιρεία ΔΟΜΙΚΗ ως οδηγός νταλίκας από το 2000 μέχρι το 2013 που απολύθηκε. Ερωτηθείς ανέφερε ότι πράγματι υπήρχε Ταμείο Προνοίας στο οποίο συμμετείχε και ο εργοδότης και στο οποίο ο ίδιος ήταν μέλος. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 14 υποστήριξε ότι η υπογραφή μοιάζει με τη δική του αλλά δεν το είχε υπογράψει ο ίδιος και ότι δεν είχε ξαναδεί το συγκεκριμένο έντυπο. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι ήταν παρών στη Γενική Συνέλευση στις 25/05/
- Στη συγκεκριμένη συνέλευση πληροφορήθηκαν ότι το Ταμείο Προνοίας τους είχε επενδυθεί σε αξιόγραφα. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τι λέχθηκε στη συγκεκριμένη Γενική Συνέλευση. Ήταν η θέση του ότι τα μέλη δεν γνώριζαν ότι το Ταμείο είχε επενδυθεί σε αξιόγραφα και ότι το πληροφορήθηκαν από ένα συνάδελφο στη Λεμεσό που αιτήθηκε δάνειο και απορρίφθηκε. Ερωτηθείς ανέφερε ότι το 2013 που εκδιώχθηκε από τη δουλειά, γιατί δεν είχε δουλειές ο εργοδότης του, του παραχωρήθηκε το μισό από το Ταμείο Προνοίας του, συγκεκριμένα €17.000 πλην όμως ολόκληρο το ποσό που δικαιούτο ανερχόταν στις €32.
- Επέμενε στη θέση του ότι ουδέποτε υπέγραψε το Τεκμήριο 14, ότι ουδέποτε το είδε και ότι δεν είναι η υπογραφή του. Κατά την επανεξέταση ανέφερε ότι δεν διαβάζει αγγλικά. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Ενάγοντας 10, κ. [ ] Δημητρίου, Μ.Ε.7, υπάλληλος στην εταιρεία ΔΟΜΙΚΗ από το 2008 και μέλος του Ταμείου Προνοίας. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 14 ήταν η θέση του ότι ουδέποτε το είχε ξαναδεί και ότι πρώτη φορά το έβλεπε. Όσον αφορά για την υπογραφή του υποστήριξε ότι μοιάζει με τη δική του, αλλά δεν είναι και ότι κάποιος πλαστογράφησε την υπογραφή του. Επέμενε στη θέση του ότι πρώτη φορά έβλεπε το συγκεκριμένο έγγραφο. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι ήταν παρών στη Γενική Συνέλευση στις 25/05/2012 και ότι ουδέποτε είχε γίνει εισήγηση για αλλαγή της επένδυσης από αξιόγραφα σε μετοχές στη συγκεκριμένη συνέλευση. Ερωτηθείς ανέφερε ότι σύμφωνα με τους δικούς του υπολογισμούς η δική του απώλεια ανέρχεται στις €20.
- Επέμενε στη θέση του ότι δεν αναγνωρίζει την υπογραφή του στο Τεκμήριο 14 και ότι η συγκεκριμένη δεν είναι η δική του. Για την Υπεράσπιση μαρτυρία δόθηκε από την κα [ ] Κτωρή Αντρέου, Μ.Υ.1, η οποία εργαζόταν στην εταιρεία Λ. Χ. Α. ΔΟΜΙΚΗ ΛΤΔ κατά τον επίδικο χρόνο ως λογιστής της εταιρείας μέχρι και το 2015 που αποχώρησε. Παραδέχθηκε ότι η εταιρεία είχε Ταμείο Προνοίας και ότι υπήρχε Διαχειριστική Επιτροπή του συγκεκριμένου Ταμείου. Εξήγησε ότι κάθε υπάλληλος της εταιρείας αυτόματα συμμετείχε στο συγκεκριμένο Ταμείο Προνοίας και εκλέγονταν έξι μέλη στη Διαχειριστική Επιτροπή. Λόγω του ότι η εταιρεία είχε γραφεία σε όλες τις πόλεις καθοριζόταν ως μέλος του Ταμείου ο αποθηκάριος της κάθε πόλης. Όσο αφορά την επένδυση ήταν η θέση της ότι εκπρόσωποι της Λαϊκής Τράπεζας είχαν επισκεφθεί τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας στη Λευκωσία και στην παρουσία του Προέδρου του Ταμείου, της ίδιας καθώς και του κ. Παπαευτυχίου είχαν προβεί σε παρουσίαση των αξιόγραφων, τα οποία κατά τη δεδομένη στιγμή φάνηκαν ως καλή επένδυση για το Ταμείο. Για να παρθεί απόφαση ο κ. Παπαευτυχίου ειδοποίησε τηλεφωνικώς τα άλλα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής, τον κ. Μηλιάτη στη Λεμεσό, τον κ. [ ] στη Λάρνακα και τον κ. Χριστοδούλου στην Πάφο για να ενημερώσουν τους υπόλοιπους και να αποφασίσουν, σε σχέση με τη συγκεκριμένη επένδυση και να μεταβιβάσουν τη θέση τους. Δήλωσε ότι ήταν παρούσα στο τηλεφώνημα. Ισχυρίστηκε ότι κατά τη δική της άποψη η επένδυση δεν ήταν κακή, διότι τη δεδομένη στιγμή το επιτόκιο ήταν ψηλό αλλά και γιατί κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει τι θα γινόταν στο μέλλον, ούτε και οι εκπρόσωποι της Λαϊκής έδιδαν οποιαδήποτε ανάλυση ρίσκου σε σχέση με τη συγκεκριμένη επένδυση. Δεν μπορούσαν να διανοηθούν την κατάρρευση της Λαϊκής Τράπεζας μετά από πέντε χρόνια, ούτε και μπορούσαν να την προβλέψουν. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 15, την κατάσταση λογαριασμού που λαμβάνετο από τη Λαϊκή Τράπεζα με τους τόκους για τις συγκεκριμένες περιόδους και εξήγησε ότι αντικατοπτρίζει τον εισπρακτέο τόκο της επένδυσης ανά τρίμηνο. Προώθησε τη θέση ότι όλα τα μέλη του Ταμείου μπορούσαν να δουν τις εγγραφές των τόκων στο σύστημα του Ταμείου Προνοίας και η ίδια τους έδινε προσωπικά την κατάσταση λογαριασμού της δικής τους μερίδας στο Ταμείο. Υποστήριξε ότι κάθε μέλος λάμβανε την κατάσταση λογαριασμού με τις εγγραφές, την κίνηση λογαριασμού και την αναλογία των τόκων που επωφελείτο. Η ίδια τους διευκρίνιζε τον τόκο του χρόνου προσωπικά. Υποστήριξε ότι ποτέ δεν καλέστηκαν τα μέλη για να λάβουν κάποια απόφαση γιατί δεν διενεργούνταν γενικές συνελεύσεις σε τακτική βάση λόγω του ότι πολλοί υπάλληλοι της εταιρείας έκαναν και δεύτερες δουλειές αλλά και λόγω της απόστασης και η λήψη των αποφάσεων γινόταν συνήθως τηλεφωνικώς. Το 2008 το Ταμείο είχε 42 μέλη και, κατά την ίδια, είχαν ευχέρεια να διαφωνήσουν με την επένδυση μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας της αγοράς, ήτοι τις 3 - 4 μέρες που μεσολάβησαν αλλά και τα μετέπειτα χρόνια αν ήθελαν να αποσύρουν την επένδυση. Ισχυρίστηκε ότι θα μπορούσε να είναι στη θέση της οποιοδήποτε μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής και η ίδια δεν μπορούσε να αντιληφθεί γιατί βρισκόταν Εναγόμενη, αφού τα μέλη είχαν τον χρόνο να τοποθετηθούν σε σχέση με την αγορά των συγκεκριμένων αξιογράφων. Απέδωσε την υπόθεση εναντίον της στις κακές προθέσεις του κ. Μηλιάτη, ο οποίος είχε κατηγορηθεί τον Ιούνιο 2012 για έλλειμα ενός φορτίου χωρίς να διωχθεί και στη συνέχεια αποχώρησε σαν πλεονάζων προσωπικό το
- Κατέληξε, ότι και η ίδια είχε απώλειες από την συγκεκριμένη επένδυση, τις οποίες έχει επωμιστεί και φαίνονται στη δική της μερίδα του Ταμείου Προνοίας. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ήταν μέλος του Ταμείου Προνοίας από την αρχή της εργοδότησής της στην εταιρεία ΔΟΜΙΚΗ και κατείχε τη θέση του γραμματέα. Εξήγησε ότι η συγκεκριμένη εταιρεία είναι πιο πολύ οικογενειακή επιχείρηση και ότι οι πρωτοβουλίες συνήθως προκύπταν από τον διευθυντή της. Ο ιδιοκτήτης της συγκεκριμένης εταιρείας ήταν ο Πρόεδρος της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου, ο λογιστής της εταιρείας ήταν ο γραμματέας και μέλος της ήταν κάθε ένας από τους αποθηκάριους σε κάθε επαρχία. Η ίδια ήταν μέλος λόγω του ότι ήταν η λογίστρια της εταιρείας. Εξήγησε ότι το συγκεκριμένο Ταμείο δεν ήταν ιδιαίτερα ενεργό και για αυτό ο δικός της ρόλος ήταν τυπικός. Ερωτηθείς ανέφερε ότι δεν γίνονταν τακτικές συνεδριάσεις της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Προνοίας λόγω απόστασης και γιατί πολλοί εργαζόμενοι έκαναν και δεύτερη δουλειά. Παραδέχθηκε ότι υπήρχε καταστατικό λειτουργίας του συγκεκριμένου Ταμείου και ότι το συγκεκριμένο Ταμείο ήταν εγγεγραμμένο στον Έφορο Ταμείων Προνοίας, στον οποίο υποβάλλονταν χρονιαίες καταστάσεις. Παραδέχθηκε επίσης ότι το καταστατικό προβλέπει κοινή συναίνεση όλων των μελών για οποιανδήποτε απόφαση του Ταμείου. Ερωτηθείσα επέμενε στη θέση της ότι ήταν παρούσα στο τηλεφώνημα που δέχθηκε ο κάθε αποθηκάριος, ο κ. Μηλιάτης , ο κ. Χριστοδούλου και ο κ. Αδάμου, σε κάθε επαρχία, σε σχέση με την ενημέρωση για την επερχόμενη επένδυση σε αξιόγραφα, για να ενημερώσουν και εκείνοι με τη σειρά τους τους υπόλοιπους εργαζόμενους. Επανέλαβε ότι για να προχωρήσει η συγκεκριμένη επένδυση ήταν απαραίτητη η συναίνεση όλων των μελών του Ταμείου εξ΄ου και έπρεπε να ενημερωθούν. Απ' όσα μπορούσε να θυμηθεί τα τηλεφωνήματα είχαν γίνει στην παρουσία των υπαλλήλων της Λαϊκής Τράπεζας. Δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο η συναίνεση είχε παραχωρηθεί και γραπτώς. Επέμενε στη θέση της ότι όλα τα μέλη γνώριζαν για την επένδυση και ότι κανένας δεν είχε φέρει οποιανδήποτε ένσταση στις 3 με 4 μέρες που μεσολάβησαν μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Όσον αφορά δε τη διαβίβαση της κατάστασης λογαριασμού στα μέλη του Ταμείου υποστήριξε ότι ο κάθε υπάλληλος της εταιρείας λάμβανε ενημέρωση λογαριασμού σε φάκελο και οι καταστάσεις λογαριασμού που αφορούσαν μέλη σε άλλες επαρχίες διαβιβάζονταν με εσωτερικό ταχυδρομείο σε φάκελο στον οποίο αναγράφετο το όνομα του κάθε μέλους. Μερικές φορές επισκεπτόταν και η ίδια τα γραφεία στις άλλες πόλεις και μετέφερε τις συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμού. Εξήγησε ότι η ίδια έτρεχε το λογισμικό σύστημα σε σχέση με τα λεφτά που αναλογούσαν στον κάθε υπάλληλο κατά την αφυπηρέτησή του και ισχυρίστηκε ότι η αναλογία των τόκων καθοριζόταν από το λογισμικό σύστημα βάσει των εισπρακτέων τόκων. Το συγκεκριμένο λογισμικό σύστημα μπορούσε να καταγράψει και τη ζημιά και ενημερώνονταν οι καταστάσεις λογαριασμού κάθε μέλους. Από το 2008 επωφελούντο το κέρδος όλα τα μέλη και όταν κατέρρευσε η Λαϊκή επωμίστηκαν όλοι τη ζημιά. Ερωτηθείσα, σε σχέση με το ποσό του Ταμείου που δόθηκε στον κ. Χριστοφίδη, υποστήριξε ότι εάν κατά τον χρόνο της αποχώρησης του υπήρχαν εγγραφές ζημιάς τότε κατανεμήθηκαν αναλόγως στον λογαριασμό του και περαιτέρω ανέφερε ότι τα πάντα εξαρτώνται από την ημερομηνία αποχώρησης. Ήταν η θέση της ότι υπάρχουν ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις από ανεξάρτητους ελεγκτές οι οποίες υποστηρίζουν την αλήθεια των λεχθέντων της. Κατέληξε, ότι η συγκεκριμένη επένδυση είχε γίνει κοινή συναινέσει το 2008 και θεωρείτο πολύ καλή επένδυση για το Ταμείο. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο κ. [ ] Χριστοφίδης, Μ.Υ.2, ο οποίος παρέθεσε τις θέσεις του γραπτώς και η δήλωση του σημειώθηκε ως Τεκμήριο Β. Στη γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι είναι ο Εναγόμενος 1 και ότι το Ταμείο Προνοίας της εταιρείας ΔΟΜΙΚΗ ιδρύθηκε το
- Σύμφωνα με το καταστατικό του η Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου είναι εξαμελής και αποτελείται από τρία μέλη τα οποία υποδεικνύονταν από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας και από τρείς μετόχους εκλεγμένους στη Γενική Συνέλευση των Μετόχων. Κατά τον επίδικο χρόνο η Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου Προνοίας αποτελείτο από τον ίδιο, την Εναγόμενη 2, τον [ ] Παπαευτυχίου, τον [ ] Μηλιάτη, τον [ ] Παναγιώτου και τον [ ] Μενελάου. Ο ίδιος διετέλεσε πρόεδρος από το 2000 μέχρι το
- Στις 10/04/2008 είχε ληφθεί συλλογική απόφαση όπως γίνει επένδυση σε αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας για το ποσό των €400.
- Η συγκεκριμένη επένδυση απευθυνόταν σε περιορισμένο κύκλο προσώπων για αυτό και ο χρόνος αποδοχής της πρότασης αλλά και η λήψη απόφασης για την επένδυση έπρεπε να παρθεί σε σύντομο χρόνο. Λήφθηκε εθιμοτυπικά, με την τηλεφωνική ενημέρωση των μελών της Διαχειριστικής Επιτροπής καθώς και των υπόλοιπων μελών του Ταμείου Προνοίας αφού με αυτόν τον τρόπο λαμβάνονταν οι αποφάσεις του Ταμείου. Στις 14/04/2008 με επιστολή της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου υποβλήθηκε αίτηση για μείωση του ποσού της επένδυσης στις €300.
- Το συγκεκριμένο αίτημα απορρίφθηκε και για να υπάρχει απόθεμα στο Ταμείο καταβλήθηκαν οι €300.000 από το Ταμείο και τις άλλες €100.000 από τον ίδιο προσωπικά. Ο ίδιος ουδέποτε απέσυρε χρήματα χωρίς έγκυρη και νομότυπη απόφαση της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Προνοίας. Για κάθε απόφαση ενημερώνονταν και τα λοιπά μέλη του Ταμείου, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση είχαν δώσει την έγκριση τους χωρίς την παραμικρή αντίδραση. Κατά τον επίδικο χρόνο η επένδυση σε αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας ήταν μια συμφέρουσα επένδυση, η οποία είχε γίνει σύμφωνα με τους κανόνες επένδυσης και με οδηγίες του Υπουργείου Οικονομικών αλλά και με διαβεβαιώσεις των Τραπεζών ότι τα αξιόγραφα ήταν εξαργυρώσιμα σε πρώτη ζήτηση και ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε στοιχείο κινδύνου στη συγκεκριμένη επένδυση. Όπως δε προκύπτει από τις καταστάσεις λογαριασμού του Ταμείου Προνοίας για τα έτη 2008 ‑ 2012 πιστωνόταν σε κάθε μέλος του Ταμείου τόκος από την επένδυση. Οι συγκεκριμένες καταστάσεις αποστέλλονταν στα μέλη για τέσσερα
(4)και πλέον χρόνια μετά την επένδυση χωρίς οποιοδήποτε παράπονο. Σε σχέση με τις αποφάσεις που λήφθηκαν τον Απρίλιο του 2011, για την καταβολή των οφειλόμενων ποσών στους αφυπηρετήσαντες υπαλλήλους, αυτές έγιναν νομότυπα και με πλήρη ενημέρωση των μελών της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου τα οποία είχαν παραχωρήσει στην έγκριση τους. Κατά το συγκεκριμένο χρόνο δεν υπήρχε ζημιά στο Ταμείο. Ο ίδιος είχε αφυπηρετήσει περί το τέλος του 2011 σε ηλικία 68 ετών και τα ποσά τα οποία έλαβε τα κατέβαλε στον Έφορο Φορολογίας. Η σύζυγος του, η οποία παρέμεινε μέλος του Ταμείου επωμίστηκε τη ζημιά που της αναλογούσε σε σχέση με τη συγκεκριμένη επένδυση, όπως και όλα τα λοιπά μέλη. Ως εργοδότης ουδέποτε είχε καθυστερήσει την καταβολή του μεριδίου της εταιρείας στο Ταμείο Προνοίας. Ισχυρίζεται ότι δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη είτε ο ίδιος είτε η Εναγόμενη 2 σε σχέση με την επένδυση σε αξιόγραφα και ότι ουδέποτε ενήργησε υπό το καθεστώς αυθαιρεσίας ή παρανομίας. Η οποιαδήποτε διαφορά των Εναγόντων, σε σχέση με τα ωφελήματα που δικαιούντο, αφορά το Ταμείο και όχι τον ίδιο προσωπικά ή την Εναγόμενη 2. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 αντίγραφο της αρχικής αίτησης που είχε υποβληθεί για την αγορά των αξιογράφων ημερομηνίας 10/04/2018 και ως Τεκμήριο 17 αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 14/04/2018 προς τη Λαϊκή Τράπεζα για μείωση του ποσού που θα επενδύετο. Ήταν η θέση του ότι η συγκεκριμένη επένδυση είχε μελετηθεί και ότι είχαν ζητηθεί απόψεις διαφόρων οικονομικών παραγόντων, οι οποίοι επιβεβαίωσαν ότι όσο κίνδυνο είχαν τα μετρητά τόσο κίνδυνο είχαν και τα αξιόγραφα ενώ παράλληλα εισηγήθηκαν ότι η συγκεκριμένη επένδυση θα παρήγε περισσότερο εισόδημα στο Ταμείο. Απ' ότι μπορούσε να θυμηθεί υπήρξε συνάντηση με λειτουργούς της Λαϊκής Τράπεζας, οι οποίοι εξήγησαν λεπτομερώς τι ενείχε η συγκεκριμένη επένδυση και ότι ήταν πολύ καλή για τους εργοδοτούμενους. Ο ίδιος είχε μιλήσει και με τους διευθυντές της Τράπεζας Κύπρου, οι οποίοι του ανέφεραν ότι η συγκεκριμένη επένδυση ήταν συμφέρουσα. Κατά τη συνάντηση με τους λειτουργούς της Λαϊκής Τράπεζας παρούσα ήταν η κα Χριστοφίδου, ο κ. Παπαευτυχίου και η κα Κτωρή. Λόγω της διασποράς των εργαζομένων της εταιρείας οι αποφάσεις σε σχέση με το Ταμείο λαμβάνονταν, ως επί το πλείστο, τηλεφωνικά. Σε σχέση με την επένδυση ο ίδιος είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τους διευθυντές των καταστημάτων και ο κ. Παπαευτυχίου ανέλαβε την ενημέρωση του προσωπικού. Μετά την επένδυση οι εργαζόμενοι κατά διαστήματα εξέφραζαν τις ευχαριστίες τους γιατί έβλεπαν τα εισοδήματα τους να αυξάνονται για τέσσερα
(4)χρόνια. Όταν ξεκίνησε το πρόβλημα με τη Λαϊκή Τράπεζα είχε δοθεί από την Τράπεζα στο Ταμείο το δικαίωμα να μετατρέψει τα αξιόγραφα σε μετοχές, οι οποίες θα μπορούσαν άμεσα να πωληθούν αλλά η συγκεκριμένη εισήγηση δεν έγινε αποδεκτή. Ήταν η θέση του ότι αν μετατρέπονταν σε μετοχές τότε το Ταμείο δεν θα έχανε τις €300.000. Αναγνώρισε, στο Τεκμήριο 14, την υπογραφή του και ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι 2, 3, 7, 11, 12, 16 και 18 συνεχίζουν να εργάζονται στην εταιρεία και να είναι μέλη του Ταμείου. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι είναι Πρόεδρος του Ταμείου και ένας από τους μετόχους της εταιρείας. Ερωτηθείς για τα καθήκοντά του υποστήριξε ότι τα δικά του καθήκοντα εκτελούντο πλήρως αφού η εταιρεία κατέβαλλε τα ποσά που όφειλε στο Ταμείο και ο κάθε υπάλληλος γνώριζε το ποσό που είχε εις πίστη του, στον λογαριασμό του, ανά πάσα στιγμή. Όσο αφορά το θέμα των γενικών συνελεύσεων υποστήριξε ότι ουδέποτε είχε συγκληθεί γενική συνέλευση και ότι οι αποφάσεις λαμβάνονταν τηλεφωνικά. Ενημέρωναν τον εκπρόσωπό του Ταμείου σε κάθε κατάστημα, ο οποίος με τη σειρά του ενημέρωνε τα υπόλοιπα μέλη της επαρχίας του, χωρίς σε οποιαδήποτε στιγμή να αμφισβητηθεί οποιαδήποτε απόφαση. Ο λόγος που δεν είχε συγκληθεί Γενική Συνέλευση ήταν γιατί δεν παρουσιάστηκε ποτέ οποιαδήποτε ανάγκη και οι αποφάσεις λαμβάνονταν τηλεφωνικώς. Για τη συγκεκριμένη επένδυση, ήταν η θέση του, ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένσταση ή διαφορετική άποψη και επέμενε στη θέση του ότι η ενημέρωση είχε γίνει εκ των προτέρων, τηλεφωνικά και ότι δεν αποφάσιζε μόνος του για οποιοδήποτε θέμα, πόσο μάλλον για μια τέτοια επένδυση. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ουδέποτε είχε θεωρηθεί ότι το Ταμείο ανήκει στην εταιρεία και ουδέποτε το συγκεκριμένο Ταμείο είχε επενδύσει στην εταιρεία, οπόταν δεν υπήρχε οποιοδήποτε συμφέρον για να αποκομιστεί από τη συγκεκριμένη επένδυση. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ήταν πρόχειρος ο τρόπος χειρισμού του Ταμείου και υποστήριξε ότι το Ταμείο ελέγχετο από την ελεγκτική εταιρεία Ernst & Young. Προώθησε τη θέση ότι τα κεφάλαια του Tαμείου που ήταν κατατεθειμένα στην ίδια Τράπεζα απέφεραν το ήμισυ των τόκων που απέφεραν τα αξιόγραφα, εξ΄ου και τα μέλη του Ταμείου εξέφραζαν τις ευχαριστίες τους για την επένδυση. Ερωτηθείς ανέφερε ότι η πρώτη παρουσίαση των αξιογράφων είχε γίνει στον ίδιο, γιατί ήθελε να επενδύσει δικά του χρήματα αλλά στη συνέχεια κάλεσε και τα άλλα μέλη του Ταμείου και όταν τους ανέπτυξαν το θέμα, οι υπάλληλοι της Λαϊκής, θεώρησαν ότι ήταν αρκετά καλή επένδυση και ενημέρωσαν τους υπόλοιπους. Ισχυρίστηκε ότι και ο ίδιος είχε επενδύσει δικά του χρήματα, ποσό ύψους €700.000 το οποίο είχε εισπράξει από την πώληση ενός κτήματος, τα οποία και απώλεσε. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε λάβει αυθαίρετα την απόφαση και υποστήριξε ότι δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον να το κρύψει. Κατέληξε ότι η συγκεκριμένη ζημιά είναι ζημιά για όλα τα μέλη του Ταμείου, η οποία δεν μπορούσε να προβλεφθεί. Μαρτυρία δόθηκε και από τον κ. [ ] Παπαευτυχίου, Μ.Υ. 3, του οποίου η γραπτή δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. Στην γραπτή του δήλωση επαναλαμβάνει τα όσα καταγράφει ο κ. Χριστοφίδης στη δική του Δήλωση και περαιτέρω δηλώνει ότι ο ίδιος προσωπικά είχε τηλεφωνήσει στον κ. Μηλιάτη και στον κ. Παναγιώτου και τους ενημέρωσε αναφορικά με την πρόταση για επένδυση σε αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας και δεν του εξέφρασαν οποιαδήποτε αντίρρηση. Με τον ίδιο τρόπο είχαν ενημερωθεί και τα λοιπά μέλη του Ταμείου και στις 2 -3 μέρες που μεσολάβησαν, μέχρι την υπογραφή της σχετικής αίτησης, δεν είχε υποβληθεί οποιαδήποτε ένσταση ή διαφωνία. Η συγκεκριμένη επένδυση δεν ήταν κρυφή αλλά συζητείτο μεταξύ των υπαλλήλων ως μια καλή και προσοδοφόρα επένδυση. Για τέσσερα
(4)χρόνια όλοι λάμβαναν τόκους από την συγκεκριμένη επένδυση, οπόταν το μόνο ποσό που απώλεσαν ήταν οι €300.000 που επενδύθηκαν και όχι οι τόκοι. Ο ίδιος ανέλαβε Πρόεδρος του Ταμείου στις 21/06/2012, όταν παραιτήθηκε ο κ. Χριστοφίδης και παραμένει μέχρι σήμερα. Στην συνεδρία της Γενικής Συνέλευσης ημερομηνίας 21/06/2012 είχε γίνει εισήγηση στα μέλη όπως ανταλλαγούν τα αξιόγραφα με μετοχές όμως η εισήγηση δεν έγινε αποδεκτή από την πλειοψηφία των μελών. Όσο αφορά τις υπογραφές στο Τεκμήριο 14 είχαν ληφθεί ενώπιόν του. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι είχε απορριφθεί αίτηση για δάνειο που είχε υποβληθεί από μέλος του Ταμείου και έτσι πληροφορήθηκαν οι Ενάγοντες για την συγκεκριμένη επένδυση, υποστήριξε ότι σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις του 2011 υπήρχε στο Ταμείο διαθέσιμο ποσό περί τις €230.000 οπόταν δεν τίθετο θέμα απόρριψης της οποιασδήποτε αίτησης για δάνειο. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 18, τα πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης του Ταμείου Προνοίας ημερομηνίας 21/06/
- Αντεξετασθείς ανέφερε ότι ο ίδιος αρχικά διατελούσε ταμίας του Ταμείου Προνοίας διορισθείς από την εταιρεία, στην οποία εξακολουθεί να εργάζεται και συνεχίζει πλέον ως Πρόεδρος του. Υποστήριξε ότι ο ίδιος προσωπικά είχε ενημερώσει τον Ενάγοντα 1 καθώς και τον κ. Παναγιώτου, στην παρουσία της κας Κτωρή και κανένας δεν είχε εκφράσει αντίθετη άποψη για την επένδυση. Όσους δεν είχε ενημερώσει ο ίδιος είχαν αναλάβει οι διευθυντές των πόλεων να τους ενημερώσουν. Ο ίδιος είχε ενημερώσει τον κ. Παναγιώτου και τον κ. Μηλιάτη για να ενημερώσουν τα υπόλοιπα μέλη στις επαρχίες τους ότι «είχαν αγοραστεί αξιόγραφα, ότι θα αγοραστούν αξιόγραφα» αξίας €300.
- Παραδέχθηκε ότι δεν διενεργήθηκε Γενική Συνέλευση και ότι η συγκεκριμένη απόφαση δεν τέθηκε σε ψηφοφορία. Επίσης παραδέχθηκε ότι για την επένδυση δεν είχε ληφθεί συμβουλή από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα γιατί δεν χρειαζόταν αφού σύμφωνα με τις οδηγίες του Εφόρου Ταμείων Προνοίας ένα μικρό ταμείο προνοίας, όπως ήταν το δικό τους, δεν χρειαζόταν επενδυτικό σύμβουλο. Η Λαϊκή Τράπεζα τους είχε παρουσιάσει τα αξιόγραφα ως μια διαφορετική μορφή κατάθεσης με ψηλότερο τόκο. Συμφώνησε ότι όφειλαν να είναι ιδιαίτερα προσεχτικά, τα μέλη των Ταμείων Προνοίας, διότι η επένδυση αφορούσε τις αποταμιεύσεις των υπαλλήλων των εταιριών, όμως ο ίδιος δεν μπορούσε να θυμηθεί οποιοδήποτε παράπονο από τα μέλη του δικού τους Ταμείου σε σχέση με την επένδυση. Ερωτηθείς ανέφερε ότι λάμβαναν τα μέλη ενημέρωση από το λογιστήριο, μια φορά τον χρόνο, σε σχέση με το ποσό που ήταν κατατεθειμένο εις πίστη τους ενώ παράλληλα παραδέχθηκε ότι στις καταστάσεις λογαριασμού οι τόκοι με τις επενδύσεις συνιστούσαν ενιαίο ποσό. Διευκρίνισε ότι τα πρώτα τέσσερα
(4)χρόνια ο τόκος φαινόταν αυξημένος στο τέλος του χρόνου και συζητείτο μεταξύ των μελών του Ταμείου ότι η επένδυση ήταν σωστή και κερδοφόρα. Ανέφερε ότι κάποιες μέρες πριν την 21/06/2012 τους είχε προταθεί από τη Λαϊκή Τράπεζα όπως τα αξιόγραφα αντικατασταθούν με μετοχές, πλην όμως η πλειοψηφία των μελών του Ταμείου είχε αρνηθεί. Εξήγησε ότι όταν κάποιος δει τις οικονομικές καταστάσεις του 2011, όπως είχαν ετοιμαστεί από τους λογιστές, θα διαπιστώσει ότι υπήρχαν καταθέσεις ύψους περίπου €200.000 στην Λαϊκή Τράπεζα. Επέμενε στη θέση του ότι είχε ψηφιστεί από τη Γενική Συνέλευση η απόρριψη της πρότασης της Λαϊκής Τράπεζας που αφορούσε την ανταλλαγή των αξιογράφων. Τα συγκεκριμένα πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης κατατέθηκαν στον Έφορο Ταμείων Προνοίας. Όταν του υποβλήθηκε ότι τα μέλη του Ταμείου δεν είχαν οποιαδήποτε ενημέρωση για το θέμα της ανταλλαγής υπέδειξε ότι και ο ίδιος ο κ. Μηλιάτης, ο οποίος είναι Ενάγοντας, αλλά και τα υπόλοιπα μέλη του Ταμείου Προνοίας ήταν παρόντα στη Γενική Συνέλευση και υπέγραψαν τα πρακτικά. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο κ. [ ] Ιωαννίδης, Μ.Υ.4, συνεταίρος στο ελεγκτικό γραφείο B.D.O. LTD. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ασχολείται με θέματα αφερεγγυότητας, παροχής συμβουλών σε εταιρείες και οργανισμούς, συμβουλές επενδύσεων ενώ είναι και εγκεκριμένος λογιστής. Είναι Αντιπρόεδρος της Επιτροπής Αφερεγγυότητας και του Συνδέσμου Λογιστών Κύπρου και διετέλεσε στέλεχος της Ελληνικής Τράπεζας από το 2006 -
- Του είχε ζητηθεί από τους Εναγόμενους να εκφέρει άποψη σχετικά με την επένδυση στη Λαϊκή Τράπεζα. Υποστήριξε ότι του είχε δοθεί το Ενημερωτικό Δελτίο και το Συμπληρωματικό Ενημερωτικό Δελτίο και από αυτά προέκυψε ότι πληρούνταν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις αφού από το περιεχόμενο το επενδυτικό κοινό ενημερωνόταν για τους όρους, τις λεπτομέρειες για το προϊόν αλλά και για τα οικονομικά στοιχεία του εκδότη. Κατέθεσε το Ενημερωτικό Δελτίο και το Συμπληρωματικό Ενημερωτικό Δελτίο ως Τεκμήρια 19 και 19(α). Εξήγησε ότι όταν εκδίδεται ένα προϊόν οι επενδυτές μπορούν να μελετήσουν το ενημερωτικό δελτίο και να πάρουν σχετικές αποφάσεις. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με διαφορετικά κριτήρια σε κάθε περίπτωση. Ο ίδιος δεν μπορούσε να γνωρίζει αν υπήρξε παρανομία. Ο ίδιος θεωρούσε ότι τα κριτήρια με τα οποία λήφθηκαν οι σχετικές αποφάσεις ήταν εκείνα για τα οποία έγινε η σχετική επένδυση. Υποστήριξε ότι με βάση τους όρους έκδοσης του Ενημερωτικού Δελτίου το πρώτο προϊόν που διαγράφεται σε περίπτωση πτώχευσης ή δυσκολιών είναι οι μετοχές και ακολουθούν τα αξιόγραφα και μετά τα άλλα προϊόντα. Ήταν η θέση του ότι όλες οι επενδύσεις εμπεριέχουν ρίσκο και το επενδυτικό κοινό λαμβάνει απόφαση για μια επένδυση αφού λάβει υπόψη του, στη χρονική στιγμή, μια σειρά από παράγοντες, η διαβάθμιση και η σημαντικότητα των οποίων είναι διαφορετική για κάθε επενδυτή. Με βάση τα οικονομικά στοιχεία του Ενημερωτικού Δελτίου και τις γνωματεύσεις οικονομικών συμβούλων η Λαϊκή Τράπεζα τη συγκεκριμένη στιγμή βρισκόταν σε εύρωστη οικονομική κατάσταση γιατί πρώτον, ήταν κερδοφόρα, δεύτερον, τηρούσε τους δείκτες κεφαλαιακής κατάστασης που όριζε η Κεντρική τράπεζα και τους ξεπερνούσε. Αυτό επιβεβαιωνόταν και από τις κατατάξεις των Διεθνών Οίκων Αξιολόγησης, Moody's, οι οποίοι κατέτασσαν την Λαϊκή σε βαθμίδες πιστοληπτικής διαβάθμισης που ήταν αποδεκτοί, Α3, Frime
- Η πιστοληπτική ικανότητα της συγκεκριμένης Τράπεζας πιστοποιείτο από διεθνείς οίκους σε βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Σε σχέση με τη συγκεκριμένη επένδυση ήταν η προσωπική του άποψη ότι η επένδυση έγινε με συγκεκριμένα κριτήρια, ότι τα συγκεκριμένα επενδυτικά προϊόντα θα εισάγονταν στο Χ.Α.Κ. οπόταν υπήρχε η ευκαιρία τα μέλη του Ταμείου να προβούν σε ρευστοποίηση της επένδυσης. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι τους Εναγόμενους τους γνώριζε πρόσφατα. Ερωτηθείς ανέφερε ότι είχε διατελέσει σύμβουλος σε διάφορα επενδυτικά προϊόντα και συμμετείχε σε διάφορες εκδόσεις επενδυτικών προϊόντων και παρουσιάσεις εγγράφων που σχετίζονταν με εκδόσεις της Ελληνικής Τράπεζας. Το 2008 είχε ερωτηθεί από επενδυτές κατά πόσο να επενδύσουν στην Λαϊκή Τράπεζα αλλά και σε άλλες Τράπεζες. Κάθε επενδυτής, ήταν η θέση του, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη διάφορα κριτήρια. Η απόφαση, ήταν η θέση του, λαμβάνεται από τον επενδυτή με βάση τα δεδομένα που του παρουσιάζονται αλλά και τα δικά του κριτήρια και μπορεί κάτι που ταιριάζει σε ένα πελάτη να μην ταιριάζει σε κάποιον άλλο. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι ο ίδιος εκφέρει άποψη για ένα προϊόν και συμβουλεύει αν το συγκεκριμένο προϊόν έχει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που αναζητά ο πελάτης αλλά η απόφαση λαμβάνεται από τον ίδιο τον πελάτη. Ερωτηθείς ανέφερε ότι το Ενημερωτικό Δελτίο ετοιμάστηκε από την Λαϊκή Τράπεζα ως εκδότρια και ήταν σύμφωνο με τους κανονισμούς της Κεφαλαιαγοράς και έλαβε την σχετική έγκριση από την Κεντρική Τράπεζα, γιατί τα αξιόγραφα χρησιμοποιούνταν για κεφαλαιακή επάρκεια. Ερωτηθείς εξήγησε ότι το Ενημερωτικό Δελτίο περιέχει γνώμες και πληροφορίες που έχουν δοθεί από συμβούλους που κατέχουν τις σχετικές πληροφορίες για τη συγκεκριμένη Τράπεζα. Εξέφρασε την άποψη ότι κάποιος τρίτος μπορεί να εκφέρει και διαφορετική άποψη έχοντας μελετήσει το Ενημερωτικό Δελτίο, όμως η άποψη των συμβούλων είναι καταγεγραμμένη. Ισχυρίστηκε ότι η Λαϊκή Τράπεζα κατέρρευσε λόγω του ότι είχε επενδύσει σε ελληνικά ομόλογα τα οποία εξαιτίας της κρίσης στην Ελλάδα δημιούργησαν θέματα οικονομικής επάρκειας αλλά και λόγω των πολιτικών αποφάσεων του Eurogroup σε σχέση με την Κύπρο. Ερωτηθείς ανέφερε ότι αν το Ταμείο Πρόνοιας είχε καταθέσεις στην Τράπεζα το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο γιατί θα γινόταν κούρεμα. Ισχυρίστηκε ότι αν έκρινε ή έβλεπε το Ταμείο ότι δεν ήταν συμφέρουσα η επένδυση θα μπορούσε κάλλιστα, το 2009 ή το 2010 ή το 2011 να πωλήσει τα συγκεκριμένα αξιόγραφα, γιατί οι επενδύσεις δεν είναι στατικές και με την εξέλιξη των πραγμάτων λαμβάνονται αποφάσεις. Ήταν η θέση του ότι υπήρχαν προβλήματα διεθνώς το 2009, μετά και την κατάρρευση της Lehmann Brothers. Ανέφερε ότι ο ίδιος είχε παράσχει συμβουλές σε Ταμεία Πρόνοιας για επενδύσεις και εξήγησε ότι εξαρτάται πάντοτε, η επένδυση, από το εκάστοτε Ταμείο Προνοίας, το προφίλ του συγκεκριμένου Ταμείου, την ηλικία του κάθε μέλους, τα λεφτά που διαθέτουν και γενικά τα κριτήρια τα οποία έχουν θεσπιστεί για να αξιολογούνται οι επενδύσεις, δηλαδή οι όροι. Ήταν η θέση του ότι ο νόμος δεν δίνει κατεύθυνση σε σχέση με τις επενδύσεις και υπάρχουν διαφορετικές επενδυτικές πολιτικές. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες μερίμνησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υποστήριξαν και ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν στα πλαίσια της παρούσας. Το Δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή επίλυση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του.(Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Όταν υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές το Δικαστήριο με βάση την αξιολόγηση θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα τους. Η γενική αρχή σε μια πολιτική υπόθεση είναι ότι ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1 Β ΑΑΔ 1295. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία σε σχέση με τον τρόπο που απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής τους μαρτυρίας όσο και της έγγραφης μαρτυρίας που οι ίδιοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο έχοντας κατά νου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614.). Επίσης, παραπέμπω στην Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva (ανωτέρω) στην οποία αναφέρεται ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρος δεν είναι επιλήψιμη αρκεί αυτό να δικαιολογείται και επεξηγείται. Αρχίζοντας από τον κ. Μηλιάτη, Μ.Ε.1, ενόσω αυτός κατέθετε κατά την ακροαματική διαδικασία, είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσε τις διάφορες ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό του και την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Ο Μ.Ε.1 προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι αυτός και οι άλλοι 19 Ενάγοντες είχαν πλήρη άγνοια ότι €300.000 από το Ταμείο Προνοίας είχαν επενδυθεί σε αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας. Τα Τεκμήρια όμως που κατατέθηκαν επιμαρτυρούν το αντίθετο. Ενώ υποστήριξε ότι έμαθαν για την επένδυση σε αξιόγραφα όταν ο Πρόεδρος της Διαχειριστικής Επιτροπής απέρριψε αίτηση ενός μέλους του Ταμείου για δάνειο, το 2012, γιατί δεν υπήρχαν λεφτά, οι Οικονομικές Καταστάσεις του Ταμείου για το έτος 2012, Τεκμήριο 10, καταδεικνύουν απόθεμα γύρω στις €255.
- Οπόταν, η συγκεκριμένη θέση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επιπρόσθετα προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12(α) - (δ) ότι από τον πρώτο χρόνο της επένδυσης οι εισπραχθέντες τόκοι, οι οποίοι ανέρχονταν γύρω στις €38.000, πιστώνονταν στον λογαριασμό ενός εκάστου εκ των μελών του Ταμείου Προνοίας και για τέσσερα περίπου χρόνια κανένας δεν είχε παραπονεθεί. Αν δεν ήταν σύμφωνοι γιατί δεν απεύθυναν, από το πρώτο χρόνο που εισέπραξαν τόκους, παράπονο ή τουλάχιστον μια επιστολή να ζητούν κάποια εξήγηση σε σχέση με τη διαφοροποίηση του ποσού των τόκων που εισέπρατταν αλλά περίμεναν μέχρι τις 30/05/2012, που σταμάτησε η καταβολή τόκων σε σχέση με τα αξιόγραφα από τη Λαϊκή Τράπεζα, για να απευθύνουν παράπονο στον Έφορο Ταμείων Προνοίας, Τεκμήριο 3 και για να ισχυριστούν ότι δεν γνώριζαν. Σημειώνεται ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας παραδέχθηκε ότι του παραδίδετο κατάσταση εισφορών κάθε χρόνο. Με δεδομένο ότι είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον Εναγόμενο 1, όπως ο ίδιος δήλωσε στη μαρτυρία του, είναι το λιγότερο αντιφατικό να ισχυρίζεται ότι ενήργησε «κρυφά» αφού ουδέποτε γινόταν συζήτηση σε επίπεδο Γενικής Συνέλευσης σε σχέση με το οικονομικό κομμάτι του Ταμείου. Η μαρτυρία του δεν έπεισε αλλά άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι συνιστά εκ των υστέρων σκέψη, ιδιαίτερα μετά την απόλυσή του ως πλεονάζων από την εταιρεία. Εν πάση περιπτώσει η συγκεκριμένη επένδυση ήταν εμφανής στις Οικονομικές Καταστάσεις της Εταιρείας από το 2008, Τεκμήριο
- Η μαρτυρία του κ. Χ' Νικολάου, Μ.Ε.2, ήταν πολύ κατατοπιστική και επεξηγηματική αναφορικά με το τι είχε συμβεί σε σχέση με το παράπονο που είχε υποβληθεί από τους εκπρόσωπους των συντεχνιών των Εναγόντων. Εξήγησε το μηχανισμό που εφαρμόζεται κατά την εξέταση αυτού του είδους των παραπόνων και ήταν ειλικρινής αναφέροντας ότι η πληροφόρησή του είχε ληφθεί από τα όσα του είχαν λεχθεί ουσιαστικά από τους Παραπονούμενους. Δεν είχε λόγο να πει ψέματα ούτε και είχε οποιοδήποτε συμφέρον. Με την ειλικρίνεια που τον χαρακτήριζε καθ΄όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του αναγνώρισε την παραβίαση του καταστατικού του Ταμείου αλλά παράλληλα ανέφερε ότι δεν υπήρχε παραβίαση του Νόμου και ότι δεν διαπιστώθηκε οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα. Έθεσε την πραγματικότητα ότι γίνονται επενδύσεις από τα Ταμεία Προνοίας οι οποίες ενέχουν ρίσκο όπως όλες οι επενδύσεις. Όσο αφορά τη μαρτυρία του κ. Χριστοφόρου, Μ.Ε.3, Λειτουργού του Χ.Α.Κ., εξέφρασε τη δική του άποψη ως προς την έρευνα που έπρεπε να προηγηθεί της αγοράς των αξιογράφων, την επικινδυνότητά τους και την επικινδυνότητα εν γένει της επένδυσης. Όμως δεν γνώριζε πως είχαν εξελιχθεί τα γεγονότα και μετέφερε στο Δικαστήριο το τι του είχε λεχθεί από τους Ενάγοντες σε σχέση με τα γεγονότα, οπόταν δεν μπορούν να θεωρηθούν ως να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να συναχθεί, από τη μαρτυρία του, το συμπέρασμα ότι επειδή τον επισκέφθηκαν οι Ενάγοντες δεν γνώριζαν για τη συγκεκριμένη επένδυση. Η κα Χριστοφή, Μ.Ε.4, γραμματέας του Ταμείου και υπεύθυνη του λογιστηρίου της εταιρείας έδωσε μαρτυρία σε σχέση με την έκταση της απώλειας των Εναγόντων από την επένδυση σε αξιόγραφα, την οποία τεκμηρίωσε με τις καταστάσεις του λογιστηρίου που αφορούσαν ένα έκαστο εκ των Εναγόντων, Τεκμήρια 12 (α) - (δ) και Τεκμήριο
- Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία της δεν έτυχε αμφισβήτησης. Δεν είχε λόγο να πει ψέματα. Ήταν ειλικρινής και τα όσα ανέφερε υποστηρίχθηκαν και από τα Τεκμήρια που κατέθεσε, το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Ο κ. Ιωαννίδης, Μ.Ε.5, συνδικαλιστής της ΠΕΟ, δεν είχε ιδία γνώση των γεγονότων οπόταν επανέλαβε τα όσα του είχαν λεχθεί. Παραδέχθηκε ότι τα μέλη του Ταμείου Προνοίας λάμβαναν κάθε χρόνο κατάσταση, ήτοι ενημέρωση σε σχέση με το ποσό που ήταν σε πίστη τους στο Ταμείο Προνοίας καθώς επίσης και ότι είχε τεθεί προς ψηφοφορία το θέμα της μετατροπής των αξιογράφων σε μετοχές και απορρίφθηκε. Δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα από τη μαρτυρία του πλην του γεγονότος ότι είχε υποβληθεί παράπονο στον Έφορο Ταμείων Προνοίας το
- Όσο αφορά την μαρτυρία του κ. Νικολάου, Μ.Ε.6 και του κ. Δημητρίου, Μ.Ε.7, Εναγόντων 9 και 10, θεωρώ ότι δεν είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο ιδιαίτερα σε σχέση με το τι είχε διαμειφθεί στην Γενική Συνέλευση στις 25/05/
- Ενώ ο Μ.Ε.1, ο Μ.Ε.2 και ο Μ.Ε.5 είχαν δεχθεί ότι είχε γίνει εισήγηση στα μέλη να μετατραπούν τα αξιόγραφα σε μετοχές οι συγκεκριμένοι το αρνήθηκαν θεωρώντας ότι αυτό θα ενίσχυε τη θέση τους ότι δεν γνώριζαν για την επένδυση. Όσο αφορά τις υπογραφές τους στο Τεκμήριο 14 η θέση και των δυο ήταν « μοιάζει με τη δική μου αλλά δεν είναι». Ο τρόπος που απάντησαν θέτει το Δικαστήριο σε αμφιβολίες για την αυθεντικότητα του ισχυρισμού τους. Επίσης ενόψει της παραδοχής τους ότι λάμβαναν καταστάσεις λογαριασμού κάθε χρόνο, στις οποίες ενσωματώνονταν τα αυξημένα κέρδη, η θέση τους ότι δεν γνώριζαν για τη συγκεκριμένη επένδυση τίθεται εν αμφιβόλω. Μαρτυρία δόθηκε και από τους Εναγόμενους 1 και 2, οι οποίοι ήταν σταθεροί στις θέσεις τους και οι δυο. Η κα Κτωρή, Μ.Υ.1, ήταν ειλικρινής. Η συγκεκριμένη επένδυση τον χρόνο που έγινε φαινόταν πολύ καλή και όντως κανένας δεν θα μπορούσε να προβλέψει την κατάρρευση της μίας εκ των μεγαλύτερων Τραπεζών στην Κύπρο. Οι θέσεις της συνάδουν με τις θέσεις του Μ.Ε.2 και τη λογική. Επίσης δεν επιχείρησε να πει ψέματα σε σχέση με την διεξαγωγή γενικών συνελεύσεων. Αντίθετα υποστήριξε, γνωρίζοντας ότι παραβιαζόταν το καταστατικό του Ταμείου, ότι οι αποφάσεις του Ταμείου λαμβάνονταν με ενημέρωση μέσω τηλεφώνου για τους λόγους που εξήγησε. Σ΄ αυτό το μέρος της μαρτυρίας της ενισχύθηκε σε κάποιο βαθμό από τη μαρτυρία του Μ.Ε.
- Δεν μου έδωσε λόγο να αμφισβητήσω τα λεχθέντα της ιδιαίτερα ενόψει του ότι και η ίδια ήταν παθούσα και είχε απωλέσει ένα μέρος του Ταμείου της από την επένδυση. Όσο αφορά το ποσό που είχε δοθεί στους αποχωρήσαντες το 2011 η μαρτυρία της ήταν σε αρμονία με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 που ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας και της Μ.Ε.4 και αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο έγινε η απομείωση, δηλαδή μέρος της αποροφήθηκε το 2011 και το υπόλοιπο το
- Αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Η μαρτυρία του κ. Χριστοφίδη, Μ.Υ.2, ήταν στις ίδιες γραμμές με τη μαρτυρία της Μ.Υ.
- σε σχέση με την ενημέρωση από λειτουργούς της Λαϊκής και το τηλεφώνημα που ακολούθησε στους υπεύθυνους καταστημάτων στις άλλες επαρχίες για να ενημερώσουν τα μέλη του Ταμείου. Συγκροτημένος καθ΄ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του δεν μου έδωσε λόγο να απορρίψω τη μαρτυρία του ιδιαίτερα ενόψει του ότι δεν είχε λόγο να αποκρύψει την επένδυση και διότι και ο ίδιος είχε απώλειες από την επένδυση. Θα ήταν πραγματικά εκτός λογικής κάποιος να ενεργούσε αυθαίρετα για να απωλέσει όχι μόνο τις δικές του αποταμιεύσεις, της εταιρείας του η οποία είχε επενδύσει αλλά και του Ταμείου Προνοίας από το οποίο είχε λαμβάνειν. Ο κ. Παπαευτυχίου, Μ.Υ.3, ήταν επίσης συγκροτημένος χωρίς αμφιταλαντεύσεις στη μαρτυρία του. Και εκείνος με τη σειρά του παραδέχθηκε ότι δεν γίνονταν γενικές συνελεύσεις και ότι τα μέλη του Ταμείου ενημερώνονταν τηλεφωνικά για τα ζητήματα που έπρεπε να ληφθεί απόφαση. Αναγνώρισε χωρίς ενδοιασμό το γεγονός ότι κάποιος πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός σε επενδύσεις που αφορούν κοινά ταμεία όμως παράλληλα ανέφερε ότι δεν παρέχετο χρόνος για παρατεταμένη σκέψη σε σχέση με την συγκεκριμένη επένδυση γιατί η προσφορά αξιογράφων ήταν στο τέλος της. Ο ίδιος ήταν ο παραλήπτης των αιτήσεων για παροχή δανείου και υποστήριξε ότι δεν απορρίφθηκε αίτηση για δάνειο λόγω οικονομικής στενότητας του Ταμείου. Οι οικονομικές καταστάσεις του ελεγκτικού οίκου Earnst & Young ενισχύουν τη θέση του. Τον πιστεύω. Η μαρτυρία του κ. Ιωαννίδη, Μ.Υ.4, εμπειρογνώμονα σε θέματα επενδύσεων ήταν ανεξάρτητη. Έχει νομολογηθεί ότι η αξιολόγηση εμπειρογνώμονα δεν διαφέρει από την αντιμετώπιση άλλων μαρτύρων. Το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο τομέα που καταθέτει. Στην συνέχεια, εξετάζει αν με τη μαρτυρία του, έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του. Με τον τρόπο αυτό, το Δικαστήριο διαμορφώνει την δική του ανεξάρτητη κρίση, με την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία (βλ. μεταξύ άλλων Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 Α.Α.Δ. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 746, R v. Turner
(1975)1 All.E.R. 70). Οι Εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν την επεξήγηση του συγκεκριμένου μάρτυρα σε σχέση με τρόπο που λειτουργεί η συγκεκριμένη επένδυση αλλά και την ιδιότητά του ως εμπειρογνώμονα. Αποδέχομαι την άποψή του αναφορικά με την συγκεκριμένη επένδυση και ότι αυτή με τα δεδομένα που υπήρχαν ήταν συνετή επένδυση και μια ευκαιρία για το Ταμείο και ότι με την εξέλιξη των πραγμάτων λαμβάνονται αποφάσεις. Σημειώνω επίσης τη θέση του ότι αν παρέμεινε το συγκεκριμένο ποσό στη Λαϊκή Τράπεζα ως κατάθεση θα υπόκειτο σε απομείωση λόγω των γεγονότων του 2013. Οι Ενάγοντες παρά την εξέλιξη των πραγμάτων αποφάσισαν να μην μετατρέψουν τα αξιόγραφα σε μετοχές, όταν τους δόθηκε η ευκαιρία, αναλαμβάνοντας πλέον όλο το ρίσκο της απόφασής τους. Με βάση την πιο πάνω αξιολογηθείσα και κριθείσα ως αξιόπιστη μαρτυρία καταλήγω ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως ακολούθως: Και οι είκοσι
(20)Ενάγοντες λόγω της εγοδότησής τους στην εταιρεία Λ. Χ.Α. Δομική ΛΤΔ κατέστησαν μέλη του Ταμείου Προνοίας, του οποίου σκοπός ήταν η αποταμίευση ποσών προς όφελος των μελών του Ταμείου. Στο συγκεκριμένο Ταμείο είναι εγγεγραμμένο στον Έφορο Ταμείων Προνοίας και σε αυτό συνεισέφερε η εργοδότρια εταιρεία καθώς και τα Μέλη του Ταμείου. Σύμφωνα με το Καταστατικό, Τεκμήριο 1, η Διαχειριστική Επιτροπή μπορεί να προβεί σε επενδύσεις με τη λήψη απόφασης σε Γενική Συνέλευση. Λόγω του μικρού μεγέθους του Ταμείου Προνοίας ουδέποτε διεξάχθηκαν γενικές συνελεύσεις και οι οποιεσδήποτε αποφάσεις λαμβάνονταν τηλεφωνικώς, ιδιαίτερα λόγω του γεγονότος ότι τα μέλη του Ταμείου βρίσκονταν σε όλη τη Κύπρο. Οπόταν και στη συγκεκριμένη περίπτωση που αφορούσε την επένδυση σε αξιόγραφα λόγω και του περιορισμένου χρόνου που υπήρχε για υποβολή της αίτησης απόκτησής τους η ενημέρωση έγινε τηλεφωνικά και γρήγορα στους υπεύθυνους σε κάθε πόλη για να μεταφερθεί και στα υπόλοιπα μέλη. Στις 4 - 5 μέρες μέχρι και την υποβολή της αίτησης δεν υπήρξε οποιαδήποτε ένσταση και επενδύθηκε το ποσό των €300.000 σε αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας. Η συγκεκριμένη επένδυση μέχρι και το 2010 απέφερε σημαντικούς τόκους, οι οποίοι κατανέμονταν στις μερίδες των μελών του Ταμείου ανά εξάμηνο. Τα μέλη του Ταμείου ουδέποτε παραπονέθηκαν για τους αυξημένους τόκους που λάμβαναν. Από το 2011 και επέκεινα το σκηνικό άλλαξε, λόγω της έκθεσης της Λαϊκής Τράπεζας στα ελληνικά ομόλογα και η αξία των αξιογράφων μειώθηκε και στη συνέχεια μηδενίστηκε, το 2012. Η συγκεκριμένη ζημιά αναγνωρίστηκε, ένα μέρος της, στις Οικονομικές Καταστάσεις του 2011 και το 2012 ένα άλλο μέρος. Αντιλαμβανόμενοι οι Ενάγοντες την απώλεια το 2013 θεώρησαν ότι θα έπρεπε να καταγγείλουν την υπόθεση στον Έφορο Ταμείων Προνοίας θεωρώντας ότι με αυτό τον τρόπο θα επιστρεφόταν πίσω το συγκεκριμένο ποσό και θα τιμωρούσαν αυτούς που είχαν την ιδέα για τη συγκεκριμένη επένδυση, η οποία εν πάση περιπτώσει ήταν επιτρεπτή και από το Καταστατικό του Ταμείου. Η συγκεκριμένη απώλεια είχε αντίκτυπο στο ποσό που καταβλήθηκε στη συνέχεια, ως Ταμείο Προνοίας, σε αποχωρήσαντες και αφυπηρετήσαντες Ενάγοντες με αποτέλεσμα αυτό να είναι μειωμένο και για τους υπόλοιπους Ενάγοντες να έχει μειωθεί το ποσό που θα λάβουν κατά την αφυπηρέτησή τους. ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ Όπως έχει προλεχθεί οι Εναγόμενοι 1 και 2 με την Υπεράσπισή τους έχουν εγείρει τρείς προδικαστικές ενστάσεις, τις οποίες το Δικαστήριο θεωρεί ορθό να πραγματευτεί σ΄ αυτό το στάδιο αφού η πρώτη προδικαστική ένσταση αφορά την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπό κρίση διαφορά και η απόφανση επί της συγκεκριμένης ένστασης μπορεί να είναι καθοριστική για την έκβαση της αγωγής. Βεβαίως το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για την προδικαστική ένσταση που σχετίζεται με το γεγονός ότι ενάγονται οι λανθασμένοι εναγόμενοι. Είναι η θέση των Εναγομένων 1 και 2, όπως επεξηγήθηκε στην γραπτή αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου τους, ότι δικαιοδοσία εκδίκασης της υπό κρίση διαφοράς κέκτειται το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο λόγω του ότι αφορά διαφορά σε σχέση με το Ταμείο Προνοίας. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι θέμα δημοσίας τάξης και μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (βλ. Παναγιώτου v. Χ" Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362). Λόγω της φύσης και της σοβαρότητας του, το ζήτημα μπορεί να εγερθεί και να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αφού ελλείψει δικαιοδοσίας κάθε απόφαση είναι άκυρη (βλ. Μιχαηλίδης v. Γρηγορίου κ.ά.
(1988)1 Α.Α.Δ. 88). Η έννοια της δικαιοδοσίας και πότε ένα Δικαστήριο ενεργεί εντός της δικαιοδοσίας του, έχει αποτελέσει αντικείμενο ευρύτερης νομολογιακής ανάλυσης. Ενδεικτική είναι η αναφορά που γίνεται στην υπόθεση R.C.K. Sports Ltd (αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 618 η οποία υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1718 στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα: «Δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα σημαίνει την εξουσία την οποία έχει ένα δικαστήριο να αποφασίζει θέματα τα οποία παρουσιάζονται ενώπιον του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται, σύμφωνα με Δικονομικούς Κανόνες ενώπιον του, για απόφαση. Τα όρια της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας καθορίζονται από το Νόμο ο οποίος καθιδρύει το Δικαστήριο. Η δικαιοδοσία πρέπει να υπάρχει πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης». Σχετικός με το υπό συζήτηση θέμα είναι και ο λόγος της Μούρτζινος v. Global Cruises SA.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1160. Λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το τι λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο κατά την εξέταση θέματος δικαιοδοσίας: «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοούμε την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό Νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιόν του γι' απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες. (Βλ. Central Cooperative Bank ν. CY.E.M.S.
(1984)1 CLR 435). Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση SEVEGEP LTD v. United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. (Βλ. επίσης Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ. και άλλοι v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλοι,
(1991)1 ΑΑΔ 225, Safarino Shoes Industries and Trading Company Ltd v Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ.
(1991)1 ΑΑΔ 1059.». Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Powertools Electro SRL v. Black & Decker (Ελλάς) Α.Ε.
(2013)1Γ Α.Α.Δ. 2182, στην διαβάζονται τα ακόλουθα: «Η νομολογία ορίζει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί οποιασδήποτε διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση (Sartas Importers-Distributors Ltd v. Μαρουλλή
(2003)1(Γ) 1446 και Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1(Γ) ΑΑΔ 1160). ..................................... Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. "Sevegep" Ltd v. United Sea Transport Ltd a.ο.
(1989)1 Α.Α.Δ. 729). Πρωταρχικό λοιπόν καθήκον του Δικαστηρίου είναι σύμφωνα με τις αρχές που τάσσει η νομολογία να εξεταστεί το θέμα της δικαιοδοσίας και μόνο αν κριθεί ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, να προχωρήσει περαιτέρω στην εξέταση της υπόθεσης. Έχει νομολογηθεί ότι ένα πολιτικό δικαστήριο για να αναλάβει δικαιοδοσία για επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς πρέπει να έχει ταυτοχρόνως καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα (Παπακόκκινου ν. Landbroke Group P.l.c. κ.ά.
(1999)1 ΑΑΔ 838, 844).». Οι Ενάγοντες αξιώνουν υπό την «ιδιότητά» τους ως μέλη του Ταμείου Προνοίας την απώλειά τους από το ποσό που τους αναλογεί από συγκεκριμένο Ταμείο Προνοίας. Το Ταμείο είναι το Ταμείο Προνοίας της εταιρείας Λ. Χ. Α. ΔΟΜΙΚΗ ΛΤΔ ΕΝ ΚΥΠΡΩ, το οποίο διέπεται από τις διατάξεις του περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμου του 2012 Ν.208(Ι)/2012, σύμφωνα με τη μαρτυρία που κλήθηκε από τους ίδιους τους Ενάγοντες, συγκεκριμένα την μαρτυρία του Μ.Ε.2 η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Είναι από κοινού αποδεκτό ότι το εφαρμοστέο δίκαιο, σε σχέση με την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, παρατίθεται στον τότε ισχύοντα περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμο του 2012, Ν.208(Ι)/2012. Το άρθρο 19
(4)του Ν.208(Ι)/2012 προνοεί τα ακόλουθα: «19.-
(1)Η Διαχειριστική Επιτροπή κάθε Ταμείου επιμελείται των υποθέσεών του και το αντιπροσωπεύει δικαστικώς και εξωδίκως.
(2)Η έκταση της εξουσίας της Διαχειριστικής Επιτροπής προσδιορίζεται από τους κανόνες λειτουργίας του Ταμείου, ο δε προσδιορισμός αυτός ισχύει και έναντι τρίτου. Η εξουσία αυτής εν αμφιβολία εκτείνεται και σε κάθε συναφή πράξη.
(3)Δικαιοπραξία η οποία επιχειρείται από τη Διαχειριστική Επιτροπή Ταμείου εντός των ορίων της εξουσίας της δεσμεύει το Ταμείο αυτό.
(4)Το Ταμείο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σε αυτά καθηκόντων και συνεπάγεται υποχρέωση αποζημίωσης. Επιπλέον, ευθύνεται εξ ολοκλήρου και το υπαίτιο πρόσωπο, μαζί και ξεχωριστά με το Ταμείο.». Έχω καταλήξει ότι η απόφαση για επένδυση του ποσού των €300.000 από το Ταμείο σε αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας λήφθηκε από τη Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου Προνοίας χωρίς τη διεξαγωγή Γενικής Συνέλευσης αλλά με την λήψη έγκρισης δια τηλεφωνήματος και των λοιπών μελών του Ταμείου. Οπόταν σύμφωνα με το εδάφιο
(4)του προαναφερθέντος άρθρου ευθύνη έχει το Ταμείο για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη. Σε σχέση με τη δικαιοδοσία του Εργατικού Δικαστηρίου, σε σχέση με γεγονότα που σχετίζονται με τα Ταμεία Προνοίας, σχετικό είναι το άρθρο 32 του Ν.208(Ι)/2012 το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «32.-
(1)Με την επιφύλαξη του Άρθρου 146 του Συντάγματος, κάθε διαφορά εγειρόμενη συνεπεία της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου μεταξύ μέλους ή δικαιούχου και Ταμείου υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών.
(2)Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών κέκτηται δικαιοδοσία όπως επιλαμβάνεται οποιασδήποτε διαφοράς κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο
(3), ανεξάρτητα από το αν τα γεγονότα ή οι περιστάσεις της διαφοράς συνιστούν αδίκημα δυνάμει του παρόντος ή οποιουδήποτε άλλου νόμου.
(3)Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών κέκτηται εξουσία όπως, κατά την απόλυτη κρίση του Προέδρου του, επιληφθεί εκ νέου οποιασδήποτε υπόθεσης ή αναθεωρήσει οποιαδήποτε απόφασή του επί οποιασδήποτε διαφοράς οποτεδήποτε, αν τούτο θεωρηθεί από τον Πρόεδρο ως ορθό και δίκαιο.». Στην προκείμενη περίπτωση το τιθέμενο ερώτημα συνδέεται άμεσα με την συνδυασμένη ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων. Κατά πόσο δηλαδή υφίσταται εργατική διαφορά μεταξύ των μερών, τέτοια που να εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Το λεκτικό του άρθρου 19
(4)του Ν.208(Ι)/12 είναι σαφές και δεν επιδέχεται άλλης ερμηνείας πλην του ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών κέκτηται δικαιοδοσίας να επιλαμβάνεται κάθε διαφοράς που ανακύπτει μεταξύ μέλους και ταμείου με το Ταμείο, το οποίο ουσιαστικά αποφασίζει μέσω της Διαχειριστικής Επιτροπής. Η κατάληξη αυτή δεν υποστηρίζεται απλώς από το λεκτικό της συγκεκριμένης διάταξης αλλά και από το κείμενο του πιο πάνω νομοθετήματος μέσα από το οποίο καταδεικνύεται η πρόθεση του νομοθέτη να κατοχυρώσει τη σωστή λειτουργία εκάστου ταμείου προνοίας και ταυτόχρονα να διασφαλίσει τα δικαιώματα εκάστου μέλους του ταμείου προνοίας έναντι του συγκεκριμένου ταμείου. Τέτοιες διατάξεις που αποβλέπουν στη διασφάλιση των εν λόγω δικαιωμάτων είναι η υποχρέωση για τήρηση βιβλίων, η ετοιμασία λογαριασμών, ο έλεγχος των λογαριασμών, ο εφοδιασμός των μελών με καταστάσεις του σε πίστη τους ποσού, η υποβολή εκθέσεως στον Έφορο, η υποχρέωσης του εργοδότη για καταβολή εισφορών εντός καθορισμένης προθεσμίας και ο καθορισμός των ωφελημάτων που καταβάλλονται από ταμείο προνοίας σε μέλος του ή τους νόμιμους κληρονόμους του μέλους. Η θέση αυτή του Δικαστηρίου υποστηρίζεται σαφέστερα από το λεκτικό του άρθρου 32
(1)του Ν.208(Ι)/2012 όπου γίνεται αναφορά σε διαφορά μεταξύ μέλους ή δικαιούχου του ταμείου, που με βάση τις ερμηνευτικές διατάξεις σημαίνει πρόσωπο που εισπράττει συνταξιοδοτική παροχή. Αυτό είναι και το παράπονο των Εναγόντων ήτοι ότι η συνταξιοδοτική παροχή τους, δυνάμει του Ταμείου, είναι μειωμένη. Η θέση των Εναγόντων, όπως φαίνεται από την Έκθεση Απαίτησης είναι ότι ήταν μέλη του Ταμείου, γεγονός που δεν αμφισβητεί η πλευρά των Εναγομένων και φαίνεται επίσης ότι η διαφορά μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 και 2 αφορά το εις πίστη τους κατατιθέμενο ποσό στο Ταμείο λόγω των αποφάσεων της Διαχειριστικής Επιτροπής. Προβάλλεται συνεπώς μέσα από την δικογραφία η ύπαρξη μιας εργατικής διαφοράς μεταξύ των Εναγόντων ως μελών του Ταμείου και του ίδιου του Ταμείου, η οποία αποκλειστικά υπάγεται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών δυνάμει της ρητής διάταξης του άρθρου 19
(4)του Ν.208(Ι)/12 σε συνάρτηση με το άρθρο 32 του ίδιου Νόμου. Η προσπάθεια των Εναγόντων να επιρρίψουν ευθύνες προσωπικά στους Εναγόμενους 1 και 2 είναι μια απέλπιδα προσπάθεια. Όλοι γνώριζαν και λάμβαναν και τόκους. Οπόταν το παράπονό τους είναι εναντίον του Ταμείου και όχι εναντίον των Εναγομένων 1 και
- Συνακόλουθα της πιο πάνω κατάληξης το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της συγκεκριμένης αξίωσης πρώτον, γιατί αφορά διαφορά που έχει εγερθεί εναντίον λανθασμένων Εναγομένων και δεύτερον, γιατί η οποιαδήποτε διαφορά που αφορά ταμεία προνοίας, ως έχει επεξηγηθεί ανωτέρω, εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Διαπιστώνεται περαιτέρω ότι οι Ενάγοντες έχουν βασίσει το αγώγιμο δικαίωμά τους στην απόσυρση, από τους Εναγόμενους 1 και 2, του ποσού των €300.000 από το Ταμείο Προνοίας, παράγραφος 4 της Έκθεσης Απαίτησης και της επένδυσής του σε αξιόγραφα. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι οι σωστοί διάδικοι, που θεωρώ ότι δεν είναι, έχοντας υπόψη τη βάση της αξίωσης τότε ποια είναι αμέλεια των Εναγομένων 1 και 2; Δεν έχουν καταγραφεί λεπτομέρειες της αμέλειας των Εναγομένων 1 και
- Είναι δε η θέση του συνηγόρου των Εναγόντων, όπως παρατίθεται στη σελίδα 1 της τελικής αγόρευσής του, ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 με τις πράξεις ή παραλήψεις τους είναι υπαίτιοι για τη ζημιά που προκλήθηκε στους Ενάγοντες. Όμως δεν δικογραφήθηκαν ποιες είναι οι συγκεκριμένες πράξεις ή παραλήψεις που συνιστούν την αμέλεια των Εναγομένων 1 και
- Στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs Precedents of Pleadings, 13η εκδ., σελ 678 διαβάζονται τα ακόλουθα σε σχέση με τη δικογράφηση της αμέλειας: «Pleading. It is not enough for the plaintiff in his statement of claim to allege merely that the defendant acted negligently and thereby caysed him damage; he must also set out facts which show that the alleged negligence was a breach of a duty which the defendant owed to the plaintiff. The statement of claim "ought to state the facts upon which the supposed duty is founded, and the duty to the plaintiff with the breach of which the defendant is charged..................................................................in other words, particulars must always be given in the pleading, showing precisely in what respect the defendant was negligent;..». Στον Odgers on Pleading and Practice, 21 εκδ., στη σελίδα 83 διαβάζονται τα ακόλουθα: «A plaintiff must not melely avert.....He must state the facts which in his opinion give him that right, or impose on the defendant that duty; and the judge will decide, when those facts are proved, what are the legal rights and duties of the parties respectively.». Ποιες ήταν οι συγκεκριμένες πράξεις ή παραλήψεις; Είναι νομολογημένο ότι η μαρτυρία δεν μπορεί να καλύψει τα κενά της δικογράφησης και ότι μη δικογραφημένοι ισχυρισμοί απορρίπτονται. Αναφορά μπορεί να γίνει και στην απόφαση Μάγος κ.α. ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Κάθηκα Πολ. Εφ. 256/13 ημερ. 22/04/2020, ECLI:CY:AD:2020:A
- Το δικόγραφο φαίνεται να είναι ελλιπές αφού βασίζεται σε αμέλεια αλλά δεν καθορίζει ποια είναι η αμέλεια. Το γεγονός ότι δεν συγκλήθηκε γενική συνέλευση από μόνο του δεν συνιστά αμέλεια και δεν είναι βέβαια το γεγονός αυτό που οδήγησε στην κατ' ισχυρισμό απώλεια. Η αγωγή είναι καταδικασμένη σε απόρριψη και για αυτό το λόγο. Για σκοπούς πληρότητας και στην περίπτωση που κατ΄ έφεση κριθεί ότι τα προαναφερθέντα είναι εσφαλμένα και πάλι θα απέρριπτα την αγωγή ενόψει του ότι έχω καταλήξει ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν ότι είχε γίνει η συγκεκριμένη επένδυση, αφού είχαν ενημερωθεί με τηλεφώνημα πριν την υποβολή της αίτησης παραχώρησης των συγκεκριμένων αξιογράφων και περαιτέρω με την συμπεριφορά τους ενέκριναν την συγκεκριμένη απόφαση για επένδυση σε αξιόγραφα εισπράττοντας τους τόκους. Για τέσσερα
(4)χρόνια λάμβαναν αυξημένους τόκους, χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12 (α), σελ.13 που αφορά τον Ενάγοντα κ. Μηλιάτη διαφαίνεται ότι για το 2009 του πιστώθηκαν τόκοι ύψους €622,72 χωρίς να υποβάλλει οποιοδήποτε παράπονο. Το ίδιο ισχύει και για τους άλλους 19 Ενάγοντες. Για το έτος 2010 του πιστώθηκαν τόκοι ύψους €282,29 και €308.26 χωρίς οποιοδήποτε παράπονο, Τεκμήριο 12(β). Το ίδιο ισχύει και για το έτος 2011, Τεκμήριο 12(γ) καθώς και το Τεκμήριο 15. Με τη συγκεκριμένη συμπεριφορά αποδέχθηκαν και κατά συνέπεια ενέκριναν την απόφαση για επένδυση σε αξιόγραφα και παραιτήθηκαν από τα όποια κατ΄ ισχυρισμό δικαιώματά τους προκύπταν από την παραβίαση των προνοιών του Καταστατικού του Ταμείου το οποίο προέβλεπε για την διεξαγωγή Γενικής Συνέλευσης για τη λήψη απόφασης σε σχέση με την επένδυση. Κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει το τι είχε συμβεί το 2012 και το 2013 τόσο σε σχέση με τις επενδύσεις σε αξιόγραφα αλλά και τις αποταμιεύσεις πέραν των €100.000 που ήταν κατατεθειμένες στην Λαϊκή Τράπεζα. Των πιο πάνω λεχθέντων η αγωγή είναι καταδικασμένη σε απόρριψη από όποια νομική σκοπιά και αν εξεταστεί. Συνεπακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): ............. Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο