← Κύπρος

ΑΝΝΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΙΛΗ, Αρ. Αγωγής: 1980/13, 20/4/2022

ΑΝΝΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΙΛΗ, Αρ. Αγωγής: 1980/13, 20/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A224 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. A. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1980/13 Μεταξύ: ΑΝΝΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Ενάγουσα -και- ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΙΛΗ Εναγόμενος Ημερομηνία: 20η Απριλίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Ο κ. Δ. Κούτρας Για τον Εναγόμενο: Ο κ. Ε. Χειμώνας ----------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της υπό κρίσης αίτησης είναι η επιδιωκόμενη τροποποίηση της υπεράσπισης. Το ακριβές αιτητικό του αιτήματος εξετάζεται στη συνέχεια. Για την ώρα σημειώνεται πως η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου, ενώ στον αντίποδα στέκεται η ένσταση της ενάγουσας, η οποία επίσης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που σε αυτή την περίπτωση ορκίζεται η ενάγουσα. Ένεκα της φύσης του αιτήματος επιβάλλεται να σκιαγραφηθεί, έστω σε αδρές γραμμές, η αξίωση και η υπεράσπιση ως έχουν σήμερα, διεργασία η οποία θα διευκολύνει την κατανόηση των όσων ακολουθούν και βεβαίως θα αναδείξει αυτό που σήμερα ζητείται να προστεθεί. Το λοιπόν. βάσει των όσων αναφέρονται στο κλητήριο ένταλμα, ενάγουσα και εναγόμενος ήτο ανδρόγυνο του οποίου ο γάμος λύθηκε με απόφαση Δικαστηρίου στις 10/11/

  1. Καθ' ον χρόνο ο γάμος τους ήτο σε ισχύ και συγκεκριμένα περί τις 24/04/2007, ο εναγόμενος συνομολόγησε δάνειο δια το ποσό των €140.105,32 προκειμένου να εξοφλήσει προσωπικά του χρέη, που προκλήθηκαν από την αγορά οχημάτων και επενδύσεις σε ακίνητα στη Βουλγαρία. Ως εξασφάλιση τούτου του δανείου τέθηκε ακίνητη περιουσία της ενάγουσας που της κληροδότησε ο πατέρας της δια τον επικείμενο τότε γάμο της με τον εναγόμενο, καθώς και προσωπική εγγύηση τούτης. Λόγω του ότι με τη διάλυση του γάμου ο εναγόμενος σταμάτησε να αποπληρώνει το δάνειο, η ενάγουσα βρέθηκε προ του κινδύνου εκποίησης της περιουσίας της. Ως εκ τούτου αναγκάστηκε να εξασφαλίσει άλλο δάνειο με την υποθήκη Υ7568110 και την 26/05/2010 εξόφλησε το δάνειο του εναγομένου που κατ' εκείνο το χρόνο ανερχόταν σε €153.128,
  2. Αυτό είναι το ποσό, καθώς και οι λόγοι, που η ενάγουσα αξιώνει από τον εναγόμενο. Από την άλλη ο εναγόμενος διατείνεται πως η ενάγουσα κωλύεται να αξιώνει οιονδήποτε ποσό, εφόσον κατά το χρόνο του διαζυγίου οι διάδικοι συμφώνησαν προφορικά πως η συζυγική οικία η οποία αποκτήθηκε μετά το γάμο και αποκλειστική ή κατά το μέγιστον βαθμό, συνεισφορά είχεν ο εναγόμενος, παραμείνει ιδιοκτησία της ενάγουσας και η τελευταία να αναλάβει το επίδικο χρέος. Προσθέτει δε πως εκείνο που κληροδοτήθηκε στην ενάγουσα ήτο το οικόπεδο. Η ανέγερση της οικίας, το κόστος της οποίας ανήλθε στις €350.260, επιτεύχθηκε από τα χρήματα του γάμου, την προσφυγική βοήθεια και τον εναγόμενο, ο οποίος σύναψε μακροχρόνια δάνεια με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Υπαλλήλων Α.ΤΗ.Κ. και τα αποπλήρωνε με μηνιαίες δόσεις που απεκόπτοντο από τον μισθό του. Ένα εξ αυτών ήταν και το δάνειο για €140.105,31 που την 25/06/2008 ανήρχετο στο ποσό των €133.738,
  3. Αυτό το ποσό είναι που, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, αφορούσε η συμφωνία των διαδίκων κατά τη λύση του γάμου τους, ώστε να το αναλάβει η ενάγουσα και ο εναγόμενος να παραιτηθεί του δικαιώματός του να διεκδικήσει τη συνεισφορά του στην αύξηση της περιουσίας του γάμου, που κατά το χρόνο της διάστασης κοστολογείτο σε πέραν των €600.
  4. Επίσης, αρνείται ότι το επίδικο δάνειο αφορούσε αγορά οχήματος ή επενδύσεις, οι οποίες διενεργήθηκαν μετά τη διάσταση. Αντιθέτως σκοπούσε να εξοφλήσει προηγούμενο δάνειο που έγινε την 26/07/2005 και ανήρχετο στο ποσό των €111.059,
  5. Τέλος, αρνείται ότι ο πατέρας της ενάγουσας είναι εκείνος ο οποίος ανέλαβε την ανέγερση της οικίας του ζεύγους και προς τούτο ισχυρίζεται ότι ο γάμος έλαβε χώρα την 03/06/1995, η άδεια για ανέγερση της οικίας εκδόθηκε την 27/10/1995 και η ανέγερση άρχισε τουλάχιστον δύο έτη μετά. Είναι χρήσιμο να παρατεθεί εδώ αυτό το οποίο σήμερα επιζητείται να προστεθεί στην υπεράσπιση του εναγόμενου. Με την αίτηση επιδιώκεται η προσθήκη έξι νέων παραγράφων οι οποίες δεν αφορούν μόνο την υπεράσπιση, αλλά προσθέτουν και ανταπαίτηση. Συγκεκριμένα επιζητείται η προσθήκη των εξής παραγράφων: «Α. Με την προσθήκη μετά το τέλος της παραγράφου αρ. 3 και των εξής «
  6. Περαιτέρω δε ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθ' ότι η αιτήτρια κωλύεται ( is estopped) να προχωρήσει με την παρούσα αγωγή καθ' ότι η Ενάγουσα ήταν σύζυγος του Εναγομένου και κατά /ή περί τον ουσιώδη χρόνο του διαζυγίου συνεφωνήθη προφορικά μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια επίλυσης περιουσιακών διαφορών όπως η συζυγική κατοικία που αποκτήθηκε μετά τον γάμο τους με αποκλειστική και /ή κατά τον μέγιστο βαθμό συνεισφορά του Εναγομένου συζύγου της ενάγουσας , παραμείνει ιδιοκτησία της Ενάγουσας και η ενάγουσα ανέλαβε όπως καταβάλει το επίδικο χρέος. Είναι επίσης ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι εν όψει των ανωτέρω η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί επί τω ότι υπήρξε νέα συμφωνία μεταξύ των διαδίκων». Β. Με την προσθήκη ως νέας παραγράφου αρ. 13 των εξής «
  7. Μεταξύ των διαδίκων εκτός των ανωτέρω κατά /ή περί τον ουσιώδη χρόνο του διαζυγίου συνεφωνήθη προφορικά μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια επίλυσης περιουσιακών διαφορών όπως η συζυγική κατοικία που αποκτήθηκε μετά τον γάμο τους με αποκλειστική και /ή κατά τον μέγιστο βαθμό συνεισφορά του Εναγομένου συζύγου της ενάγουσας , παραμείνει ιδιοκτησία της Ενάγουσας και η ενάγουσα ανέλαβε όπως καταβάλει το επίδικο χρέος και ότι ο εναγόμενος θα αναλάμβανε την καταβολή της διατροφής και άλλα έξοδα των, τα οποία και όντως ανέλαβε εκ τότε και καταβάλλει μέχρι και σήμερα, θυγατέρων των διαδίκων η δε οικία η οποία είχε αναγερθεί σε οικόπεδο της εναγούσης το οποίο παραχωρήθηκε σε αυτήν παρά της μητρός της θα παρέμενε στις 2 θυγατέρες των διαδίκων» . Γ. Με την προσθήκη ως νέας παραγράφου αρ.14 των εξής «
  8. Η Ενάγουσα έχει παραβιάσει την μεταξύ τους συμφωνία διευθέτησης περιουσιακών διαφορών δυνάμει της οποίας αποκλειστική ιδιοκτήτρια της οικίας είναι η ενάγουσα και όφειλε να είχε πληρώσει το δάνειο το οποίο αφορούσε την εν λόγω οικία και όχι οτιδήποτε άλλο. Η ενάγουσα ενήργησε υστερόβουλα για να εκδοθεί το διαζύγιο και μετά την παραγραφή των δικαιωμάτων του εναγόμενου προχώρησε με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ο Εναγόμενος δυνάμει της συμπεριφοράς της ενάγουσας υπέστη ζημία την οποίαν Ανταπαιτητικώς αξιώνει παρά της ενάγουσας ως οι λεπτομέρειες κάτωθι. ΛΕΠΤΟΜΕΡΙΑΙ ΖΗΜΙΑΣ ΚΑΙ/Η ΒΛΑΒΗΣ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑΝ Ο ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΣ ΥΠΕΣΤΗ α. €2.800 μηνιαίως, από το Νοέμβριο 2008 ως απώλεια χρήσης ή αδικαιολόγητου πλουτισμού της ενάγουσας από την χρήση της κατοικίας των διαδίκων και/ή ως ενοίκια των διαμερισμάτων άνωθεν της κατοικίας των διαδίκων τα οποία κατά παράβαση της συμφωνίας κατέχει ή και εκμεταλλεύεται ή και λαμβάνει κέρδος από αυτά η ενάγουσα. β. €25.000 για την αγορά οχημάτων προς τα τέκνα των διαδίκων βάση της συμφωνίας μεταξύ του εναγόμενου και της ενάγουσας. γ. Ποσό €156.000 το οποίο έχει δαπανήσει ο εναγόμενος/εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντας προς όφελος των θυγατέρων των σύμφωνα με την συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. δ. Ποσό €60.000 που κατέβαλε ο ενάγοντας/εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντας για την ανέγερση της κατοικίας που καρπούται η ενάγουσα. ε. Ο εναγόμενος θα παρουσιάσει κατά την δικάσιμο πλήρη στοιχεία και έγγραφα καθώς και θα αναφερθεί στην νομική ερμηνεία και αξία των εγγραφών.» Δ. Με την προσθήκη νέας παραγράφου με αριθμό 15 η οποία θα αναφέρει «
  9. Η ενάγουσα αδικαιολόγητα επλουτίσθη, εις βάρος του εναγόμενου, από την παράβαση της συμφωνίας αλλά και της όλη συμπεριφοράς της μεταξύ των διαδίκων» Ε. Με την προσθήκη ως νέας παραγράφου αρ. 16 των εξής «
  10. Ο Εναγόμενος έχει υποστεί ζημιές καθώς με την επίλυση των περιουσιακών διαφορών του ζεύγους, από την μεταξύ τους συμφωνία θα ελάμβανε από την ενάγουσα το ποσό των €60.000 ως συνεισφορά του στην περιουσία των διαδίκων κατά την περίοδο που οι διάδικοι ήταν παντρεμένοι ή και περαιτέρω η ενάγουσα δεν θα δικαιούτο κανένα ποσό από την περιουσία που αποκτήθηκε από τους διάδικους κατά την περίοδο που ήταν παντρεμένοι καθώς δεν συνεισέφερε καθόλου στην αύξηση της περιουσία του ζευγαριού. Λόγο της συνολικής συνεισφοράς του εναγομένου αυτός απαλλάσσεται από τις οιεσδήποτε οφειλές και ουδέν ποσό οφείλει προς την ενάγουσα.» ΣΤ. Με την προσθήκη νέας παραγράφου υπ'αριθμό 17 δυνάμει της οποίας να αναφέρεται ότι «Το δικαίωμα της εναγούσης το οποίο εγείρει δυνάμει της παρούσας αγωγής έχει παραγραφεί και συνακόλουθα ουδένα δικαίωμα για έγερση της παρούσας αγωγής αυτή έχει. Η αγωγή ως εκ του λόγου τούτου θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος της και υπέρ του εναγομένου». Ε. Με την προσθήκη νέας παραγράφου με αριθμό 18 με την οποίαν αναφέρεται ως τίτλος ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ και η οποία εξειδικεύεται ότι ο εναγόμενος λέγει ότι αξιώνει παρά της εναγούσης ως τα κάτωθι: «Ο Εναγόμενος επαναλαμβάνει όλους του πιο πάνω ισχυρισμούς του και ανταπαιτεί εναντίον της Ενάγουσας.
  11. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, ως ανωτέρω στην παράγραφο 5 της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και η οποία συνήφθηκε κατά την διάσταση και επίλυση των περιουσιακών διαφορών των διαδίκων είναι ισχυρή και δεσμευτική για όλα τα μέρη.
  12. Ποσό €2.800 μηνιαίως, από το Νοέμβριο 2008 ως απώλεια χρήσης ή αδικαιολόγητου πλουτισμού της ενάγουσας από την χρήση της κατοικίας των διαδίκων και/ή ως ενοίκια των διαμερισμάτων άνωθεν της κατοικίας των διαδίκων τα οποία κατά παράβαση της συμφωνίας κατέχει ή και εκμεταλλεύεται ή και λαμβάνει κέρδος από αυτά η ενάγουσα.
  13. Ποσό €25.000 για την αγορά οχημάτων προς τα τέκνα των διαδίκων βάση της συμφωνίας μεταξύ του εναγόμενου και της ενάγουσας.
  14. Ποσό €156.000 το οποίο έχει δαπανήσει ο εναγόμενος/εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντας προς όφελος των θυγατέρων των σύμφωνα με την συμφωνία μεταξύ των διαδίκων.
  15. Ποσό €60.000 που κατέβαλε ο εναγόμενος/εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντας για την ανέγερση της κατοικίας που καρπούται η ενάγουσα.
  16. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει αναγκαία.
  17. Έξοδα πλέον Νόμιμο τόκο.». Ο εναγόμενος, ομνύων τη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, αναφέρει πότε καταχωρίστηκε η αγωγή και πότε η υπεράσπιση. Αναφέρει δε λεπτομέρειες της διαδικασίας, εν προκειμένω ότι η ακρόαση ξεκίνησε και η πλευρά της ενάγουσας έκλεισε την υπόθεσή της μετά τη μαρτυρία της ιδίας. Εν τω μεταξύ ο ίδιος διαφώνησε με τη συνήγορο που τον εκπροσωπούσε και γι' αυτό διόρισε νέο δικηγόρο. Μετά από μελέτη των διαφόρων εγγράφων από το νέο δικηγόρο του, περιήλθαν στην αντίληψή του γεγονότα και έγγραφα που καθιστούν την τροποποίηση αναγκαία. Η τροποποίηση είναι αναγκαία για την απονομή της δικαιοσύνης, ενώ ουδόλως επηρεάζει τα δικαιώματα της ενάγουσας. Στον αντίποδα η ενάγουσα υποστηρίζει πως τα γεγονότα που επικαλείται ο εναγόμενος προέκυψαν 8 έτη πριν, δηλαδή με την καταχώριση της αγωγής. Σήμερα τυχόν έγκριση του αιτήματος θα εκτροχιάσει την υπόθεση, εφόσον θα στερηθεί του δικαιώματος να υπερασπισθεί τον εαυτό της σε σχέση με την τροποποίηση δια τον λόγο ότι έκλεισε την υπόθεσή της και περιπλέον, η τροποποίηση επιχειρεί εισαγωγή νέων ισχυρισμών. Τέλος, υποδεικνύει πως ο εναγόμενος παρέλειψε να την αντεξετάσει αναφορικά με τα όσα σήμερα επιχειρεί να εισαγάγει στο δικόγραφό του. Όπως έχει νομολογηθεί η τροποποίηση των δικογράφων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και επιτρέπεται σε οποιοδήποτε στάδιο, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τη δικαιολογούν (βλ. Kyriakos Andreou Arsiotis Developments & Construction Limited κ.α. ν. Highway Gardens City Ltd, Πολ. Έφ. 106/12, ημερ. 18/04/2018). Παράγων ο οποίος καθορίζει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του συμφέροντος της δικαιοσύνης. Περιπλέον, με δεδομένο ότι οι παράγοντες που εξυπηρετούν το συμφέρον της δικαιοσύνης ποικίλλουν και διαφέρουν ανά περίπτωση, δεν κρίνεται πρόσφορο να αναζητηθούν και να σχολιαστούν in abstracto (βλ. D.J. Karapatakis & Sons Ltd v. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Έφ. 135/11, ημερ. 13/06/2013 και Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι κ.α

(2012)1Α Α.Α.Δ 817). Στο τέλος της ημέρας εκείνο που έχει σημασία είναι το κατά πόσο τα γεγονότα που περιβάλλουν το αίτημα φανερώνουν ότι βρίσκεται σε αρμονία με τις αρχές της νομολογίας και εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Στην υπό κρίση περίπτωση το στάδιο στο οποίο τελεί η διαδικασία αναφέρεται στη δήλωση του εναγομένου και εν πάση περιπτώσει προκύπτει και από το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ακροαματική διαδικασία έχει ήδη αρχίσει και μάλιστα ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της ενάγουσας και η πλευρά τούτης έκλεισε την υπόθεσή της. Βεβαίως από μόνο του αυτό δεν θέτει την ενάγουσα σε δυσμένεια, ως αφήνεται να νοηθεί από τη δήλωσή της, εφόσον δεδομένες είναι οι πρόνοιες του άρθρου 48 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60 οι οποίες παρέχουν δικαίωμα επανακλήτευσης (βλ. Kaya Djafer v. Payker Kaya 24 C.L.R. 63 και Mahattou v. Viceroy Shipping Co Ltd
(1979)1 C.L.R. 542). Εντούτοις στην προκείμενη περίπτωση ο ανυπόστατος χαρακτήρας του αιτήματος βοά. Και εξηγώ. η αγωγή καταχωρίστηκε την 15/03/2013. Ακολούθως την 12/12/2013 η πλευρά του εναγόμενου καταχώρισε υπεράσπιση. Η επίδικη αίτηση υποβλήθηκε την 09/12/2021, δηλαδή 8 έτη μετά την καταχώριση υπεράσπισης. Διατείνεται ο εναγόμενος πως η αλλαγή δικηγόρου και η μελέτη του περιεχομένου του φακέλου από τον νέο δικηγόρο, είναι αυτό που ανέδειξε την αναγκαιότητα τροποποίησης. Εντούτοις συνιστά βασική αρχή του δικαιϊκού μας συστήματος πως η αλλαγή δικηγόρου δεν είναι ικανή να δικαιολογήσει τέτοιο αίτημα (βλ. Α. Χαραλάμπους Παπαργυρού ν. Ν. Μιχαηλίδης, Πολ. Εφ. 215/10, ημερομηνίας 25/01/2016). Τωόντι, αν η νομολογία είχε αλλιώς, τέτοιος ισχυρισμός θα ήτο μια εύκολη και ανέλεγκτη δικαιολογία, ώστε το Δικαστήριο να εκδώσει ένα διάταγμα που σε διαφορετική περίπτωση δεν θα εκδίδετο. Συνεπώς η αλλαγή δικηγόρου δεν είναι ικανή, τουλάχιστον από μόνη της, να αιτιολογήσει το υπό κρίση αίτημα. Πολύ δε περισσότερο στην υπό κρίση περίπτωση που όπως θα διαφανεί στην συνέχεια τα περιβάλλοντα γεγονότα ήταν εξαρχής γνωστά στον εναγόμενο/αιτητή. Παρά τα όσα ανωτέρω αναφέρονται, η ένορκη δήλωση του εναγομένου φανερώνει ότι ουδέν άλλο προβάλλεται ως λόγος που να δικαιολογεί τούτη την καθυστέρηση. Και βεβαίως η καθυστέρηση πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Τα 8 και πλέον έτη από την ημερομηνία καταχώρισης της αρχικής υπεράσπισης και το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία, δηλαδή εν τω μέσω της ακρόασης, δεν επιτρέπει να γίνεται λόγος για οτιδήποτε άλλο πλην καθυστερημένης υποβολής του αιτήματος. Βεβαίως δεν παραγνωρίζεται πως η καθυστέρηση από μόνη της δεν είναι λόγος απόρριψης του αιτήματος (βλ. Παπαχρυσοστόμου, ανωτέρω), ιδιαίτερα εφόσον επί της ουσίας η νομολογία θέλει την καθυστέρηση να συναρτάται με και να καθορίζει τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή (βλ. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, 53). Στην προκείμενη περίπτωση η ίδια η φύση της αιτούμενης τροποποίησης είναι καθοριστικής σημασίας για την ανάδειξη των προθέσεων του αιτητή και εντέλει την τύχη του αιτήματος. Ομολογώ ότι δεν αντιλαμβάνομαι ποιο είναι το στοιχείο που σήμερα περιήλθε στην αντίληψη του εναγομένου, ώστε να δικαιολογείται τούτη η αντίδραση. Η ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία των διαδίκων δικογραφήθηκε στην υπεράσπιση από την πρώτη στιγμή και είναι αυτή που συναρτάται με το ισχυριζόμενο κώλυμα. Η επιχειρούμενη σήμερα προσθήκη λεπτομερειών τούτης της συμφωνίας, δηλαδή ότι η από μέρους του εναγομένου αποποίηση των περιουσιακών του δικαιωμάτων οφείλετο στην αποδοχή της ενάγουσας ότι θα μεταβιβάσει την οικία στις θυγατέρες του ζεύγους, δεν είναι στοιχείο που μόλις σήμερα αποκαλύφθηκε. Αν μη τι άλλο η καταχώριση της αγωγής, την οποία ο εναγόμενος έλαβε γνώση και υπερασπίστηκε, ερμηνεύεται ως άρνηση συμμόρφωσης με την ισχυριζόμενη συμφωνία. Οι δε ζημίες που σήμερα επιθυμείται να δικογραφηθούν ώστε να απαιτηθούν υπό μορφή ανταπαίτησης, δεν είναι παρά παρεπόμενο της ισχυριζόμενης συμφωνίας που παραβιάστηκε, ως ανωτέρω εξηγήθηκε. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος, ποιος ο λόγος που ο εναγόμενος υποβάλλει σήμερα το επίδικο αίτημα και γιατί δεν δικογράφησε τους ισχυρισμούς αυτούς, από την πρώτη στιγμή, εφόσον ούτως ή άλλως ήταν εξαρχής γνωστοί, δεν εξηγήθηκε στο Δικαστήριο. Όπως έχει υποδειχθεί η αλλαγή δικηγόρου δεν δικαιολογεί τέτοιο αίτημα. Άλλωστε το γεγονός της αλλαγής δικηγόρου δεν δικαιολογεί ανακάλυψη και νέων γεγονότων σε σχέση με την υπόθεση. Είτε αυτά υπήρχαν εξαρχής, όπως εδώ, είτε όχι. Είναι γι' αυτό το λόγο που η αλλαγή δικηγόρου δεν νομιμοποιεί, δίχως άλλο, τροποποίηση δικογράφου. Ποια όμως είναι η σημασία των ανωτέρω για το αίτημα; Υποδεικνύεται συναφώς αυτό που η νομολογία αναγνωρίζει, δηλαδή ότι. όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος που καλείται να αποσείσει ο αιτητής (βλ. Γεωργίου ν. Φιλιαστίδη
(2013)1Α Α.Α.Δ 526, 533?534). Εξίσου σημαντικά είναι και τα αναφερόμενα στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L) v. Σιακόλα
(2002)1Α Α.Α.Δ 223, 228 όπου υπεδείχθη ότι: «Είναι η θέση της νομολογίας πως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.Α.Δ. 426, κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.» Ακόμη στην Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1Α Α.Α.Δ 11, 15 αναδείχθηκε ως επιταγή της νομολογίας ότι τα στοιχεία που επιτείνουν την ανάγκη για τροποποίηση χρειάζεται να εξειδικεύονται στην αίτηση, ώστε να παρέχεται στο Δικαστήριο η ευχέρεια αξιολόγησης τους στο πλαίσιο του αιτήματος. Η ανυπαρξία νόμιμης δικαιολογίας που να εξηγεί την καθυστέρηση στην υποβολή του επίδικου αιτήματος και ειδικά το υπέρμετρο τούτης, δεν επιτρέπει έγκριση του αιτήματος. Και αυτό ως λογική κατάληξη της διαπίστωσης ότι άγνωστο παρέμεινε το γιατί μετά από 8 έτη ο εναγόμενος έκρινε πως η υπεράσπισή του είναι ελλιπής. Στο τέλος της ημέρας το υπό κρίση αίτημα απολήγει να υποβάλλεται όχι απλώς με υπέρμετρη καθυστέρηση, αλλά και παντελώς αναιτιολόγητα, κατά τρόπο που διέπεται από τα λεχθέντα στην υπόθεση Χατζηλαμπρή ν. Πετεινού
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1022, 1031, όπου λέχθηκε ότι: «Το πρωτόδικο δικαστήριο, θεώρησε περιττό να εξετάσει λεπτομερώς τον 4ο λόγο ένστασης που αφορούσε στην καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Κατά την άποψή μας, η καθυστέρηση των 2½ χρόνων από την ημέρα καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος, μέχρι την υποβολή της πρώτης αίτησης τροποποίησης που απορρίφθηκε και των 4½ χρόνων μέχρι την υποβολή της δεύτερης αίτησης, ήταν ένας ακόμη ισχυρός παράγοντας για απόρριψη της αίτησης, ανεξάρτητα από τη γενική πρόνοια των θεσμών ότι η τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η καθυστέρηση όχι μόνο δεν δικαιολογήθηκε, αλλά εμφανώς παραβίαζε το θεμελιώδες δικαίωμα του αντιδίκου, για εκδίκαση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρόνο. Η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, κατά την άποψή μας, ασκήθηκε ορθά με γνώμονα πρωτίστως τα συμφέροντα της δικαιοσύνης.». Για όλους τους λόγους που ανωτέρω επιχείρησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται. Έξοδα διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και σε βάρος του εναγομένου. (Υπ.) Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.