ZONDRVAN GROUP LTD ν. BONALBO FIDUCIARIES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2691/14, 5/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A228 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2691/14 Μεταξύ: ZONDRVAN GROUP LTD Ενάγουσας και
- BONALBO FIDUCIARIES LTD
- BLUE MARTINI INTERNATIONAL LTD
- Νίκος Λάρκος
- Sevag Devledian Εναγομένων Ημερομηνία: 05 Μαΐου 2022 Εμφανίσεις: Για την αιτήτρια: Ο κ. Γαλανός Για τους καθ' ων η αίτηση 3 και 4: Ο κ. Σοφοκλέους -------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η διαδικασία που προηγήθηκε της έκδοσης της παρούσης αναδεικνύει, ενδεχομένως, αριθμό παθογενιών του δικαιϊκού συστήματος. Η αίτηση που βρίσκεται στον πυρήνα της όλης διαδικασίας επιζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος και είναι ημερομηνίας 14/05/
- Ενώπιον του Δικαστηρίου (με άλλη όμως σύνθεση) τέθηκε για πρώτη φορά την 15/05/2014 και εκδόθηκαν προσωρινά διατάγματα εναντίον των εναγομένων 2 και
- Για μεν την εναγομένη 2 ως η παράγραφος 1, για δε τον εναγόμενο 3 ως η παράγραφος
- Τα λοιπά αιτητικά διατάχθηκε να επιδοθούν, ενώ την ίδια ημερομηνία ορίστηκαν επιστρεπτέα και τα διατάγματα που είχαν εκδοθεί για τους εναγόμενους 2 και
- Όταν το Δικαστήριο επιλήφθηκε εκ νέου την ουσία της αίτησης, τούτο έγινε ερήμην των εναγομένων 1 και 2, εφόσον καίτοι η αίτηση τους επιδόθηκε δεόντως δεν εμφανίστηκαν. Ακολούθως αποφασίστηκε έκδοση διατάγματος ως οι παράγραφοι Α, Γ και Στ εναντίον της εναγόμενης 1 και ως οι παράγραφοι Α και Στ εναντίον της εναγομένης
- Παράλληλα το ήδη εκδοθέν προσωρινό διάταγμα για την εναγόμενη 2, δηλαδή ως η παράγραφος Δ, επίσης κατέστη τελικό. Σε σχέση με τους εναγόμενους 3 και 4 δόθηκε χρόνος για καταχώριση ένστασης, ενώ το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα σε βάρος του εναγομένου 3 παρέμεινε σε ισχύ. Ακολούθησε αλλαγή δικηγόρου για τους εναγόμενους 3 και 4 και εντέλει την 05/09/2014 καταχωρίστηκε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση φαίνεται να κέντρισε την προσοχή της αιτήτριας, η οποία αποτάθηκε για έκδοση διατάγματος αντεξέτασης. Δόθηκαν οδηγίες επίδοσης τούτης της αίτησης και συνεπεία αυτού ακολούθησε η καταχώριση νέας ένστασης, με αποτέλεσμα τον προγραμματισμό εκείνης της αίτησης για ακρόαση. Την 28/11/2014 το Δικαστήριο, με άλλη πάντα σύνθεση, εξέδωσε απόφαση με την οποία απέρριψε το αίτημα για αντεξέταση. Η υπό κρίση αίτηση επαναπρογραμματίστηκε για ακρόαση και εντέλει την 20/03/2015 εκδόθηκε απορριπτική απόφαση, εν προκειμένω το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση στην έκταση που αφορούσε τους εναγόμενους 3 και 4, εφόσον μόνο αυτούς παρέμεινε να αφορά και ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί σε βάρος του εναγομένου
- Η πάρα πάνω απόφαση δεν έμελλε να δώσει τέλος σε αυτή την ενδιάμεση και παρεμπίπτουσα φιλονικία των διαδίκων. Δυσαρεστημένη ούσα η αιτήτρια από την απόφαση του Δικαστηρίου εφεσίβαλε τούτην. Η απόφαση του Εφετείου ακολούθησε μετά πάροδο 6 ετών, εν προκειμένω την 20/07/
- Επιπλέον, το ζήτημα αποφασίστηκε προς όφελος της αιτήτριας και συνακόλουθα η ενδιάμεση απόφαση που εκδόθηκε την 15/03/2015 ακυρώθηκε. Για λόγους που εξηγούνται στην απόφαση του Εφετείου, αρμόζουσα διαταγή κρίθηκε εκείνη της επανεκδίκασης. Είναι ένεκα τούτου που η αίτηση τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Θα πίστευε κανείς ότι επτά και βάλε έτη από την καταχώριση της αίτησης, τα πάθη των διαδίκων θα είχαν καταλαγιάσει και ο θυμός θα είχε παραχωρήσει τη θέση του στη λογική, με αποτέλεσμα τον συμβιβασμό. Αντ' αυτού οι διάδικοι επανήλθαν, προσαρμοζόμενοι στη νέα κατάσταση πραγμάτων και η αίτηση ακούστηκε εκ νέου. Με δεδομένα τα όσα έχουν προηγηθεί, η εκδίκαση της αίτησης περιορίστηκε στις παραμέτρους των δύο ενόρκων δηλώσεων, μια για κάθε πλευρά, οι οποίες συνοδεύουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Από μέρους της αιτήτριας ομνύων είναι ο Khamis Abulhawa, δικηγόρος στο γραφείο που εκπροσωπεί την αιτήτρια, ενώ για τους εναγόμενους 3 και 4 ομνύων είναι ο εναγόμενος 3 (στη συνέχεια ο Λάρκος). Ας δούμε τώρα τι είναι αυτό που έκαστη πλευρά διατείνεται. Ο ομνύων την ένορκη δήλωση της αιτήτριας δηλώνει ότι αντλεί την πληροφόρηση του από κάποιον Moshe Cohen, που όπως θα φανεί στη συνέχεια κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην όλη υπόθεση. Ως εκ τούτου στη συνέχεια θα αναφέρομαι σε αυτόν ως Moshe, εφόσον κατ' αυτό τον τρόπο απαντώνται διάφορες αναφορές, είτε στην ένορκη δήλωση της αίτησης είτε στα τεκμήρια που την συνοδεύουν. Υποστηρίζεται εκεί ότι η αιτήτρια ιδρύθηκε την 08/08/2011 σύμφωνα με τους νόμους και κανονισμούς του Μπελίζ (τεκμήριο 1) και ασχολείται με ανάπτυξη λογισμικού (software development) (τεκμήριο 2). Το δε τεκμήριο 3 στην αίτηση είναι βεβαίωση προερχόμενη από διευθυντικό στέλεχος της αιτήτριας ότι ο Moshe είναι εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός της από την ημέρα σύστασής της. Είναι η θέση της αιτήτριας πως οι εναγόμενες 1 και 2 σχετίζονται. Η μεν πρώτη παρέχει διοικητικές και/ή εταιρικές υπηρεσίες, η δε άλλη υπηρεσίες σχετικά με την κατοχή κεφαλαίων. Και οι δύο ανήκουν στον όμιλο Bonalbo και ανήκουν και ελέγχονται από τον Λάρκο, ο οποίος είχε απευθείας επικοινωνία με τον Moshe. Είναι η θέση της αιτήτριας ότι αποτάθηκε στον όμιλο Bonalbo προς τον σκοπό σύστασης του εταιρικού της σχεδιασμού. Θα χρησιμοποιούσε επί πληρωμή τις διοικητικές και εταιρικές υπηρεσίες τούτου και ειδικότερα θα χρησιμοποιούσε τραπεζικό λογαριασμό που ανήκε σε εταιρεία του ομίλου Bonalbo με υπολογαριασμό (subaccount) που θα ανήκε στην αιτήτρια. Η εταιρεία του ομίλου Bonalbo θα κατείχε τα χρήματα ως εμπιστευματοδόχος (trustee) της αιτήτριας. Προς τούτο παραπέμπει σε ηλεκτρονική αλληλογραφία που αντάλλαξαν οι διάδικοι (τεκμήριο 5). Είναι η θέση της ότι κατόπιν ηλεκτρονικού μηνύματος του Moshe ημερομηνίας 16/03/2012 (τεκμήριο 6), ο εναγόμενος 4 της παρείχε στοιχεία σχετικού λογαριασμού στον οποίο θα μεταφέροντο χρήματα της αιτήτριας όποτε η ίδια το επιθυμούσε (τεκμήριο 7). Μετά πάροδο δύο ετών, συγκεκριμένα την 11/02/2014, η αιτήτρια συνήψε συμφωνία με τρίτη εταιρεία (Bondon Trading Ltd), από την οποία προέκυψε το ποσό των €810.000 προς όφελος της αιτήτριας. Εν προκειμένω οι συμφωνίες που συνομολογήθηκαν ήταν δύο και είναι τούτες τα τεκμήρια 8 και
- Οι εν λόγω συμφωνίες ήτο στην κατοχή των καθ' ων η αίτηση και μάλιστα το σχετικό τιμολόγιο, ημερομηνίας 11/02/2014 και με αριθμό ZON0012, για ποσό €810.000 εκδόθηκε από τον εναγόμενο 4 (τεκμήριο 10). Το δε ποσό κατατέθηκε σε άλλο λογαριασμό απ' εκείνο που αρχικά είχε υποδειχθεί, κατόπιν όμως ενημέρωσης του Moshe από τον εναγόμενο 4 (τεκμήριο 11). Εν προκειμένω το ποσό κατατέθηκε σε λογαριασμό της εναγομένης
- Σε αυτή την τελευταία επικοινωνία των διαδίκων (τεκμήριο 11), συμφωνήθηκε και το κόστος που θα επωμίζετο η αιτήτρια από τη χρησιμοποίηση του λογαριασμού. Εντέλει την 12/02/2014 η αιτήτρια ενημερώθηκε για την παραλαβή του ποσού, καθώς και το υπόλοιπο που παρέμεινε μετά την αποκοπή των συμφωνηθέντων εξόδων, ήτοι ποσό €800.206,10 (τεκμήριο 12). Θέση του Moshe είναι ότι ήταν ουσιώδης όρος της συμφωνίας εμπιστεύματος πως η αιτήτρια θα χρησιμοποιούσε τα ποσά του επίδικου λογαριασμού όπως η ίδια επιθυμούσε, δίδοντας σχετικές οδηγίες στον όμιλο Bonalbo μέσω των καθ' ων η αίτηση 3 και
- Μάλιστα σε διάφορα χρονικά διαστήματα ο Moshe έδωσε οδηγίες στον καθ' ου η αίτηση 4 και μετέφερε διάφορα ποσά. Μια εξ αυτών είναι αυτή του τεκμηρίου 13 που μεταφέρθηκε το ποσό των €12.000 και το συνολικό υπόλοιπο στον λογαριασμό κατήλθε στο ποσό των €442.894,41, όπως τον ενημέρωσε ο καθ' ου η αίτηση 4 με ηλεκτρονικό μήνυμα που του απέστειλε (τεκμήριο 14). Η ουσία της διαφοράς των διαδίκων δεν αφορά τα όσα ανωτέρω αναφέρονται. Εντοπίζεται τούτη σε οδηγία που την 17/04/2014 έστειλε ο Moshe στον καθ' ου η αίτηση 4, ζητώντας όπως το ποσό των €344.000 μεταφερθεί από τον εν λόγω λογαριασμό σε κάποια εταιρεία Athina Online N.V. (στη συνέχεια η Athina) (τεκμήριο 15). Επειδή ο καθ' ου η αίτηση 4 δεν ανταποκρίθηκε και ο Moshe επιχείρησε, εντούτοις ανεπιτυχώς, να επικοινωνήσει μαζί του τηλεφωνικώς, απέστειλε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα (τεκμήριο 16). Ακολούθησαν οι εορτές του Πάσχα και γι' αυτό ο Moshe δεν επικοινώνησε μεταξύ 18/04/2014 και 21/04/
- Εντούτοις την 23/04/2014 επανήλθε ο καθ' ου η αίτηση 4 ρωτώντας κατά πόσο επιθυμείτο η διεκπεραίωση της μεταφοράς και ο Moshe απάντησε καταφατικά (τεκμήριο 17). Ακολούθησε ενημέρωση από τον καθ' ου η αίτηση 4 ότι το νέο υπόλοιπο της αιτήτριας ανέρχετο στο ποσό των €58.259,41 που επιβεβαίωνε εκτέλεση της μεταφοράς. Ο Moshe ζήτησε να του σταλεί τραπεζική επιβεβαίωση ότι η μεταφορά εκτελέστηκε και έλαβε την απάντηση του καθ' ου η αίτηση 4 πως σε μεγάλα ποσά δεν εκδίδεται άμεσα. Αντέδρασε σε τούτη την απάντηση ζητώντας να πληροφορηθεί πότε θα ήτο έτοιμη και εντέλει ο καθ' ου η αίτηση 4 του απέστειλε την τραπεζική εντολή που έδωσε ο ίδιος (τεκμήριο 18). Ο Moshe επέμεινε στην τραπεζική επιβεβαίωση, εφόσον συμφωνία στην οποία θα προχωρούσε εξαρτάτο από το εν λόγω ποσό. Εξέφρασε την απογοήτευσή του για την καθυστέρηση και ζήτησε από τον καθ' ου η αίτηση 4 να επικοινωνήσει με την τράπεζα (τεκμήριο 19). Εντέλει την 24/04/2014 ο καθ' ου η αίτηση 4 επανήλθε δηλώνοντας στον Moshe πως η τράπεζα ζήτησε δικαιολογητικά ώστε να εκτελέσει τη μεταφορά. Ακολούθως απέστειλε νέο μήνυμα στον Moshe επισυνάπτοντας μια συμφωνία δανείου μεταξύ της αιτήτριας και της Athina, ζητώντας από τον Moshe να την υπογράψει ώστε να παρουσιαστεί στην τράπεζα ως υποστηρικτικό έγγραφο (τεκμήρια 20 και 21). Ακολουθώντας τις οδηγίες του ο Moshe απέστειλε την εν λόγω συμφωνία υπογεγραμμένη. Εντούτοις την ίδια ημέρα ο καθ' ου η αίτηση 4 επανήλθε πληροφορώντας τον Moshe ότι η τράπεζα δεν έκανε δεχτή τη συμφωνία και ως εκ τούτου παγοποίησε τον λογαριασμό (τεκμήριο 22). Ακολούθως την 24/04/2014, ο Λάρκος (εναγόμενος 3) απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον Moshe και τον διαβεβαίωνε ότι τα χρήματα του δεν βρίσκονται σε κίνδυνο και πως η έρευνα που διεξάγει η τράπεζα είναι κάτι φυσιολογικό (τεκμήριο 25). Επίσης τον πληροφορούσε για τερματισμό της συνεργασίας της Athina με το Club Gold, το οποίο του ανήκε και περαιτέρω, ότι πρόσωπο ονόματι Peri τους επισκέφθηκε στα γραφεία τους και τους απείλησε (τεκμήριο 25). Και ο καθ' ου η αίτηση 4 απευθύνθηκε στον Moshe, αυτή τη φορά την 28/04/2014 και τον πληροφόρησε ότι από τούδε δεν θα εμπλέκεται στη διαχείριση των εταιρειών του και πως θα διαχειρίζετο τούτες ο Λάρκος (τεκμήριο 26). Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ Moshe και Λάρκος, με τον πρώτο να παραπονείται για ενέργειες του καθ' ου η αίτηση 4 (τεκμήριο 27). Την 02/05/2014 ο Λάρκος ζήτησε από τον Moshe να τον προμηθεύσει με όλα τα σχετικά έγγραφα, όπως αντίγραφα διαβατηρίων, λογαριασμούς κοινής ωφελείας και τραπεζικές συστάσεις (τεκμήριο 28). Ο Moshe έπραξε τούτο (τεκμήριο 29), εντούτοις ο Λάρκος τα έκρινε ελλιπή, για λόγους που εξήγησε (τεκμήριο 30). Την 06/05/2014 ο Moshe αποτάθηκε εκ νέου στον Λάρκος και αφού εξήγησε τις θέσεις του, κατέληξε πως δεν πιστεύει ότι το ποσό δεν μεταφέρθηκε ένεκα της τράπεζας (τεκμήριο 31). Την 07/05/2014 ο Λάρκος έστειλε μήνυμα στον Moshe και του ανέφερε πως δεν θα δέχονταν πλέον άλλα τηλεφωνήματά του, ένεκα απειλών που δέχθηκαν (τεκμήριο 32). Σε τούτο το μήνυμα ο Moshe απάντησε με τα τεκμήρια 33 και
- Ακόμη την 08/05/2014 αποτάθηκε εκ νέου στον Λάρκος και του εισηγήθηκε όπως τα χρήματα σταλούν σε λογαριασμό των δικηγόρων του στην Κύπρο (τεκμήριο 35), για να λάβει όμως το μήνυμα του Λάρκος πως ακόμη αναμένει τα έγγραφα που ζήτησε (τεκμήριο 36). Περαιτέρω αλληλογραφία που αντάλλαξαν τα μέρη είναι τα τεκμήρια 37 έως
- Εν κατακλείδι την 07/05/2014 η αιτήτρια κατάγγειλε τους εναγόμενους στην αστυνομία και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (τεκμήριο 41). Η αγωγή καταχωρίστηκε την 14/05/
- Στον αντίποδα ο Λάρκος υποστήριξε ότι η ένορκη δήλωση στην αίτηση περιέχει παραπλανητικές πληροφορίες και εξήγησε πως η εναγομένη 1 δεν δραστηριοποιείται σε διοικητικές και εταιρικές υπηρεσίες με κατοχή κεφαλαίων και οι δύο εταιρείες δεν του ανήκουν και ούτε ελέγχονται από τον ίδιο. Ουδέποτε υπήρξε οιοσδήποτε υπολογαριασμός εταιρείας του ομίλου Bonalbo που να ανήκει στην αιτήτρια και ουδέποτε ο ίδιος ή εταιρεία του ομίλου Bonalbo συμφώνησε με την αιτήτρια για παροχή υπηρεσιών εμπιστευματοδοχής. Το τεκμήριο 5 δεν αναφερόταν σε τραπεζικό λογαριασμό, ο Moshe είναι που αναφέρθηκε σε αυτό με το τεκμήριο 1 στην ένσταση. Τούτη η θέση όμως ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε από τον όμιλο Bonalbo. Η δε εταιρεία του τεκμηρίου 5 στην αίτηση ποτέ δεν πωλήθηκε. Το ορθό αντίγραφο της συμφωνίας της αιτήτριας με την Bondon (την τρίτη εταιρεία που κατέβαλε το ποσό των €810.000), δεν είναι το τεκμήριο 9 στην αίτηση αλλά το τεκμήριο 2 στην ένσταση. Τέλος, η σύμβαση δανείου μεταξύ της αιτήτριας και της Bonalbo, δεν καταρτίστηκε ως δική τους εισήγηση, αλλά επειδή ο Moshe το ζήτησε, ως προκύπτει από τα τεκμήρια 3 και 4 στην ένσταση. Οι δε εναγόμενοι δεν γνώριζαν κατά πόσο ο Moshe ήταν εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της Athina. Πέραν των ανωτέρω, δέχεται ο Λάρκος ότι όταν ο λογαριασμός της εναγομένης 1 δεν ήταν πλέον διαθέσιμος, ο Moshe ζήτησε λογαριασμό για να εισπράξει χρήματα εκ μέρους της αιτήτριας και η εναγομένη 1 του εισηγήθηκε την χρήση ενός λογαριασμού που ανήκε σε πελάτη του ομίλου Bonalbo, δηλαδή την εναγομένη
- Εντούτοις ποτέ δεν υπήρξε γραπτή συμφωνία και ο Moshe πάντα γνώριζε πως ο λογαριασμός ανήκε στην εναγομένη
- Δεν συστάθηκε εμπίστευμα και η αναφορά του Moshe στο τεκμήριο 13 σε "other trust company" είναι εσφαλμένη. Η σχέση των διαδίκων ήταν μια χαλαρή, πρόχειρη και προφορική διευθέτηση μεταξύ της αιτήτριας και της εναγομένης 2, που και οι δυο ήταν εταιρείες του ομίλου Bonalbo. Ποτέ όμως ο όμιλος δήλωσε πως τα χρήματα θα διατηρούνταν εις πίστη του Moshe. Περιπλέον, δέχεται ο Λάρκος ότι η εναγομένη 2 παρέλαβε χρήματα από την αιτήτρια. Επί της ουσίας είναι η θέση του Λάρκος πως ουδέποτε ανέφερε στον Moshe ότι τα έγγραφα που του ζήτησε ήταν για την τράπεζα ή ότι τα κεφάλαια είχαν φραγεί από την τράπεζα. Αντιθέτως οι βασικοί λόγοι που δεν προχώρησε το αίτημα του Moshe είναι επειδή. κατά πρώτον ο όμιλος Bonalbo δεν ήταν ευχαριστημένος από τον πραγματικό λόγο και τη φύση της μεταφορά από την Bondon στην εναγομένη 2, αφού δεν προμηθεύτηκε με σωστά υπογραμμένο αντίγραφο της συμφωνίας. Επί του προκειμένου προσθέτει ότι δεν είναι αλήθεια ότι ο όμιλος κατείχε όλα τα έγγραφα δέουσας επιμέλειας. Κατείχε μερικά τα οποία ήταν ξεπερασμένα και έπρεπε να απαντηθούν. Κατά δεύτερον. ούτε και η φύση της συναλλαγής μεταξύ αιτήτριας και Athina ήταν ξεκάθαρη, δεδομένου ότι δεν είχε ποτέ πραγματοποιηθεί στο παρελθόν τέτοια μεταφορά και δεν δόθηκε λογική εξήγηση από τον Moshe. Επίσης ο Λάρκος σχολιάζει και τα στοιχεία που τους απέστειλε ο Moshe και τα αντιπαραβάλλει με άλλα στοιχεία, εν προκειμένω τα τεκμήρια 5, 6, 7 και 8, ώστε να καταδείξει ότι δεν ικανοποιούσαν την απαίτησή τους για δέουσα επιμέλεια (due diligence). Κατά τρίτον και τελευταίο λόγο, είναι η θέση του Λάρκος πως η Athina όφειλε σε άλλη εταιρεία του ομίλου, την Red Zucchini Ventures Ltd, το ποσό των €299.308,
- Η εν λόγω εταιρεία συγχωνεύτηκε με την εναγομένη 2 και σχετικό είναι το τεκμήριο 10 στην ένσταση, η οποία κατά τον ίδιο χρόνο όφειλε στην αιτήτρια το ποσό των €344.000 και ως εκ τούτου κατέστη χρεώστης της Athina γι' αυτό τούτο το ποσό. Τόσο η Athina όσο και η αιτήτρια, ανήκουν στον Moshe. Ένεκα των ανωτέρω όταν η εναγομένη 2 συγχωνεύτηκε με την εταιρεία Red Zucchini Ventures Ltd, το νέο σχήμα προέβη σε συμψηφισμό της οφειλής της Athina, με αποτέλεσμα η τελευταία να είναι πλέον πιστωμένη με το υπόλοιπο ποσό, δηλαδή €44.691,
- Πρόσθετο ποσό ύψους €16.029,41 οφείλει και η εναγομένη 2 στην αιτήτρια. Τα εν λόγω ποσά μπορούν να καταβληθούν στην αιτήτρια αμέσως με την άρση των περιοριστικών μέτρων. Με δεδομένη πλέον την προσκομισθείσα μαρτυρία, υποδεικνύεται πως η αγωγή της αιτήτριας, διατυπωμένη σε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, καταλογίζει στους εναγόμενους παράβαση σύμβασης και/ή καταδολίευση και/ή δόλο και/ή οικειοποίηση περιουσίας, ήτοι του ποσού των €344.000 και απαιτεί γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Διαζευκτικά αξιώνει μεταφορά του ποσού των €360.039,41 σε λογαριασμό που θα υποδείξει η ίδια. Έχοντας συνοψίσει το πραγματικό πλαίσιο και τους ισχυρισμούς των διαδίκων είναι εδώ κατάλληλο στάδιο να μνημονευθούν οι νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα. Οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος αναφέρονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 και έτυχαν διερεύνησης σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788, Μιχαηλίδης ν. Παπακυριάκου
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 και Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Οι εν λόγω προϋποθέσεις είναι: (α) σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα. Στο τέλος εξετάζεται και το κατά πόσον η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι δίκαιη και εύλογη (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ" Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, 154). Αποτελεί βασική αρχή δικαίου πως σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα επί της ουσίας της διαφοράς, εφόσον το καθήκον του περιορίζεται σε διερεύνηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος. Ως εκ τούτου δεν προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά σε περιορισμένη και αναγκαία αξιολόγηση που σχετίζεται με αυτή καθ' εαυτή τη διερεύνηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος, δηλαδή το άρθρο 32 του Ν.14/60 (βλ. Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528, 1533, C.T. Tobacco Limited v. Αρκτίνος Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 853, 869 και Μιχαηλίδης ν. Πουργουρίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 1263, 1271). Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά. Καίτοι το δικόγραφο της αιτήτριας είναι γενικώς οπισθογραφημένο, αυτό δεν αποτελεί κώλυμα. Όπως έχει νομολογηθεί, σε τέτοια περίπτωση το αίτημα εξυπηρετείται από τις ένορκες δηλώσεις (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, 603). Με τούτο ως δεδομένο σημειώνεται πως στην προκείμενη περίπτωση αντικειμενική θεώρηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας θέλει την αξίωση να εδράζεται σε αυτό ακριβώς που αναφέρεται στη γενική οπισθογράφηση, ήτοι στα αστικά αδικήματα της απάτης και της ιδιοποίησης και βεβαίως της παράβασης σύμβασης. Περιττό να λεχθεί ότι όλα τα ανωτέρω συνιστούν αναγνωρισμένες βάσεις αγωγής, ευθέως συναρτημένες είτε με τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, άρθρα 36 και 39 αντίστοιχα (βλ. Gabov v. Bakadri Limited κ.ά., Πολ. Έφ. Ε148/20, ημερομηνίας 20/12/2021), είτε με τον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, άρθρο 73. Υπό αυτή τη σκοπιά και σε συνάφεια με τα όσα ακολουθούν σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση, κρίνω πως η πρώτη προϋπόθεση πληρείται (βλ. συναφώς τα λεχθέντα στην Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited
(2013)1(B) Α.Α.Δ. 1235, 1241). Η πιθανότητα επιτυχίας έχει χαρακτηρισθεί και ως το πρωταρχικό κριτήριο (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/18, 21/03/2019). Θεμελιωμένο είναι πως σε αυτό το πλαίσιο δεν απαιτείται απόδειξη του ουσιαστικού αδικήματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. Φακοντή ν. Κακούτη, Πολ. Έφ. 70/11, 23/06/2015, ECLI:CY:AD:2015:A444). Από το σύνολο των αποφάσεων που καταπιάνονται με τη δεύτερη προϋπόθεση βρίσκω ιδιαιτέρως χρήσιμη, τόσο ένεκα των δεδομένων της όσο και της δικανικής αιτιολόγησης τούτης, την υπόθεση Hazlewood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.α., Πολ Έφ. Ε14/2017 και Ε209/2017, 16/07/
- Αν και επικρίθηκαν τα σχόλια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, υποδείχθηκε ότι: «Θα μπορούσε βεβαίως το πρωτόδικο Δικαστήριο να επανεξετάσει τα προβληθέντα υπό το κράτος της θέσεως της ενιστάμενης πλευράς, όχι για να σχολιάσει την αλήθεια ενεργειών ή παραλείψεων, αλλά μόνο για να εξετάσει εάν τα προτεινόμενα από την ενιστάμενη πλευρά ανέτρεπαν εξ αντικειμένου τα δεδομένα που η πλευρά του αιτητή παρουσίαζε.». Αυτός τωόντι είναι ο σκοπός τούτης της παρεμπίπτουσας διαδικασίας, που ως εκ της φύσεως της δεν μπορεί να αφορά την ουσία της διαφοράς, αλλά μόνο την ισχύ του αιτήματος που εδράζεται στα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 32 του Ν. 14/
- Με αυτά κατά νου στρέφω την προσοχή μου στα δεδομένα της υπόθεσης. Η μαρτυρία των δυο πλευρών έχει παρατεθεί εν εκτάσει ακριβώς για να διευκολυνθεί ο αναγνώστης να κατανοήσει αυτή τούτη την πτυχή του αιτήματος, που κατέχει προεξάρχουσα θέση στα διερευνηθέντα από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του Λάρκος το καθιστά δεδομένο ότι η εναγομένη 2 δέχτηκε όπως το ποσό των €810.000 που έλαβε η αιτήτρια, κατατεθεί στον λογαριασμό της πρώτης. Για σκοπούς του αιτήματος δεν έχει σημασία το κατά πόσο είτε η εναγομένη 1 είτε η εναγομένη 2 παρείχαν τις υπηρεσίες που αιτιάται η αιτήτρια. Για τούτη τη διαδικασία αρκετό είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η εναγομένη 2 δέχτηκε τούτο το ποσό και μάλιστα ο καθ' ου η αίτηση 4 είναι εκείνος που εξέδωσε το σχετικό τιμολόγιο (τεκμήριο 10 στην αίτηση). Ούτε και η ακριβής συμφωνία από την οποία προήλθε το ποσό των €810.000 διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο για σκοπούς του αιτήματος. Τούτα είναι ζητήματα τα οποία ενδεχομένως να απασχολήσουν την κυρίως δίκη, όχι όμως αυτή τη διαδικασία της οποίας οι διαπιστώσεις δεν είναι προϊόν αξιολόγησης αλλά αντικειμενικής θεώρησης. Σημασία έχει ότι οι διάδικοι συμφωνούν πως το ποσό των €810.000 που την 12/02/2014 κατατέθηκε στον λογαριασμό της εναγομένης 2, ανήκε στην αιτήτρια. Ούτε βεβαίως έχει σημασία το κατά πόσο η σχέση της αιτήτριας με την εναγομένη 2 διέπετο από ρητή συμφωνία ή χαλαρή διευθέτηση, ως αιτιάται ο Λάρκος. Από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ως δεδομένο ότι το εν λόγω ποσό κατείχετο από την εναγομένη 2 προς όφελος της αιτήτριας. Αυτός είναι και ο λόγος που τα μέρη συμφώνησαν όπως η αιτήτρια καταβάλει στην εναγομένη 2 το ποσό των €5.000 για την χρήση του λογαριασμού της και τη διαχείριση του κατατεθέντος ποσού (τεκμήριο 11 στην αίτηση). Είναι βάσει αυτής της συνεννόησης που σε διάστημα δύο μηνών το εν λόγω ποσό κατέληξε να μειωθεί στο ήμισυ, ως προκύπτει από τα τεκμήρια 13 και 14 στην αίτηση, τα οποία αφορούν προηγούμενη συναλλαγή πάλιν προς την εταιρεία Athina και η οποία εκτελέστηκε άνευ οιουδήποτε προβλήματος. Επαναλαμβάνω ότι δεν κρίνονται εδώ οι θέσεις των δύο πλευρών με εις βάθος αξιολόγηση. Σημειώνεται εντούτοις ότι εδώ έχουμε τον καθ' ου η αίτηση 4 εκ μέρους των εναγομένων να αποστέλλει το τεκμήριο 18, δηλαδή φερόμενη εντολή που έδωσε στην τράπεζα ώστε να μεταφερθεί στην εταιρεία Athina το ποσό που ζήτησε ο Moshe. Ακολούθως δε στο τεκμήριο 20 εξηγεί στον Moshe τους λόγους που η τράπεζα αρνήθηκε την εκτέλεση του αιτήματος. Όταν δε παρενέβη ο Λάρκος και ανέλαβε ο ίδιος την παρακολούθηση του αιτήματος, μεταξύ άλλων ανέφερε ότι "I assure you that your money is not in danger and that this is a routine due diligence review triggered by the request for a large transfer of funds. This is very typical of banks nowadays and something we have witnessed in several instances in the past". (η έμφαση δική μου). Επίσης στο τεκμήριο 30 αφήνει να νοηθεί ότι ο έλεγχος των εγγράφων θα διενεργηθεί από τρίτους και απλώς σε 2 με 3 μέρες θα εξακριβώσουν ότι τα στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν έγιναν αποδεχτά. Τα ανωτέρω δεν παρατίθενται δίκην αξιολόγησης, αν και δεν πρέπει να παραγνωρίζεται πως η νομολογία αναγνωρίζει ότι κάποιας μορφής αναγκαία αξιολόγηση, εκεί και όπου επιβάλλεται, δεν είναι μεμπτή (βλ. Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1980). Εδώ η σύνοψη των ανωτέρω είναι για να καταδειχθεί η μαρτυρία που αφορά τη σχέση των διαδίκων, τις αιτιάσεις της αιτήτριας για τις συνθήκες που περιβάλλουν το επίδικο αίτημα και εντέλει την επ' αυτού τοποθέτηση των εναγομένων 3 και 4, πάντα υπό το φως των δικανικών αρχών που διέπουν το αίτημα. Καταλήγω εν προκειμένω ότι η μαρτυρία της αιτήτριας στοιχειοθετεί εύλογες ενδείξεις για την εξέλιξη που έλαβε το υπό κρίση αίτημά της και για τους λόγους που τελικώς δεν εγκρίθηκε η μεταφορά του ποσού των €344.000 στον λογαριασμό που υπέδειξε. Από την άλλη οι αιτιάσεις του Λάρκος δεν ανατρέπουν την δημιουργηθείσα εικόνα από την πλευρά της αιτήτριας. Πουθενά δεν φαίνεται ότι η ανάγκη για εύλογη επιμέλεια (due diligence) ή ακόμη η διερεύνηση ένεκα του ύψους του ποσού, ήτο επιθυμία των εναγομένων. Αντιθέτως οι ενέργειες, κυρίως του καθ' ου η αίτηση 4 και μερικώς του Λάρκος, αντικειμενικά εξεταζόμενες διαπιστώνεται ότι άλλα δήλωναν και άλλα υπαινίσσονταν και εντέλει, διαφοροποιούνται από τα αναφερόμενα στην ένσταση. Ακόμη, η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν φαίνεται να εμπλέκει, κατά τον επίδικο πάντα χρόνο, τη φερόμενη απαίτηση της εταιρίας Red Zucchini στη σχέση των διαδίκων, εν προκειμένω την απαίτηση για αποστολή του ποσού στην εταιρεία Athina, ώστε να την αναδεικνύει σε ζήτημα καθοριστικής σημασίας. Υπό το φως όλων των ανωτέρω και κατόπιν αντικειμενικής θεώρησης τούτων, για σκοπούς πάντα του αιτήματος και χωρίς εις βάθος ανάλυση και αξιολόγηση, διεργασία η οποία θα ακολουθηθεί από τον κριτή των γεγονότων μετά την ακρόαση αμφοτέρων των πλευρών, καταλήγω πως η εταιρεία απέδειξε πιθανότητα επιτυχίας, κατά πως η νομολογία ορίζει, αυτών τούτων των βάσεων αγωγής που επικαλείται. Σε ό,τι αφορά την τρίτη προϋπόθεση θεμελιωμένο είναι πλέον ότι η απονομή της δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με υποκατάσταση υλικής ζημίας, εφόσον η αποζημίωση δεν συνιστά τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος (βλ. Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. Ε203/13, 11/09/2019 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/18, 21/03/2019). Είναι γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση φείδεται λεπτομερειών σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των εναγομένων, ως θα αναμένετο σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα που οι ίδιοι προσκόμισαν (Commercial Injunctions 5η έκδοση - παρ. 12.039 "The claimant must adduce solid evidence to support his assertion that there is a real risk that the judgment or award will go unsatisfied"). Εντούτοις ουδόλως ασήμαντα είναι και τα αναφερόμενα στην παράγραφο 12.040, όπου σημειώνεται πως: "Good grounds for alleging that the defendant has been dishonest is relevant. Dishonesty is not essential to the exercise of the jurisdiction and there is no need to show an intention to dissipate assets. But if there is a good arguable case in support of an allegation that the defendant has acted fraudulently or dishonestly (e.g. being implicated in an ingenious scheme for the misappropriation of funds belonging to the claimant), or with an unacceptably law standard of commercial morality giving rise to a feeling". Στην υπό κρίση αίτηση είμαι της γνώμης ότι τα ανωτέρω τυγχάνουν απόλυτης εφαρμογής. Εν προκειμένω διαπιστώθηκε ότι η αιτήτρια έχει πιθανότητες επιτυχίας στις βάσεις αγωγής που έχουν να κάνουν με δόλο και απάτη που καταλογίζεται στους εναγόμενους 3 και 4. Υπό το φως των ανωτέρω καταλήγω ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος, πιο πάνω, υποδείχθηκε εν προκειμένω ότι? « Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» Η προηγηθείσα διαπραγμάτευση της προσκομισθείσας μαρτυρίας υπό το φως των σχετικών νομικών αρχών, οδηγεί νομοτελειακά στο συμπέρασμα ότι η πλάστιγγα γέρνει υπέρ της αιτήτριας. Αυτό γιατί αν στο τέλος της ημέρας η υπόθεση ήθελε οδηγηθεί σε απόφαση που δικαιώνει τους εναγόμενους, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα προκαλέσει οιαδήποτε αδικία που να μην δύναται να καλυφθεί από τη δέσμευση της αιτήτριας (cross-undertaking). Αντιθέτως, αν τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδοθούν και τελικώς η αιτήτρια δικαιωθεί, η ικανοποίηση της απόφασης δεν είναι εξασφαλισμένη δίχως την έκδοση των διαταγμάτων. Για να το θέσω στους όρους της υπόθεσης Hazlewood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.α., Πολ. Έφ. Ε14/2017 και Ε209/2017, 16/07/2019? «Η φύση του διατάγματος ως mareva και ο εγγενής σκοπός του να προστατέψει το status quo, απαγορεύοντας την αποξένωση που άλλως πως θα ήταν εύκολη και δυσδιάκριτη και δεν συσχετίζεται απαραιτήτως με τη φερεγγυότητα, μας οδηγεί στα λεχθέντα υπό του Δικαστή Hoffman στην υπόθεση Films Rover ν. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR670, ότι δηλαδή το Δικαστήριο κατά το στάδιο της εξέτασης της προσφορότητας πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους μικρότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν εσφαλμένη.» Η υπό κρίση αίτηση δεν αφορά απλή περίπτωση διατήρησης του status quo. Εδώ ο Λάρκος παραδέχθηκε ενόρκως ότι πέραν του ποσού που αποτελεί την πηγή της φιλονικίας των διαδίκων, δηλαδή το ποσό των €344.000 που η αιτήτρια ζήτησε να μεταφερθεί στην Athina, οι εναγόμενοι έχουν στην κατοχή τους δύο ακόμα ποσά, συμποσούμενα σε €60.000, τα οποία ανήκουν στην αιτήτρια. Συνεπώς, πέραν του πρώτου διατάγματος που αξιώνεται με την αγωγή, προκύπτει ότι μέρος του ποσού που αφορά το δεύτερο διατακτικό είναι παραδεχτό ότι οφείλεται. Αυτό σε συνδυασμό με τα όσα έχουν μέχρι στιγμής διαπιστωθεί, δικαιολογεί συμπέρασμα ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης και η φύση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι τέτοια που δικαιολογεί τη διαπίστωση ότι η πλάστιγγα γέρνει υπέρ της αιτήτριας. Προτού ολοκληρώσω κρίνω πως δυο λόγια χρειάζεται να ειπωθούν σε σχέση και με το κατεπείγον του πράγματος, κυρίως εφόσον η πλευρά των εναγομένων επικέντρωσε την προσοχή της. Στην υπόθεση D.B. Technologies B.V. v. Loizos Iordanou Constructions Ltd, Πολ. Εφ. 166/19, ημερ. 15/10/2019, υπεδείχθη σχετικά ότι: «Σαφώς λοιπόν δικαιοδοτικός όρος για την μονομερή έκδοση ενός διατάγματος δεν είναι μόνο το επείγον αλλά και η ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων (Βλ.Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1Β ΑΑΔ 598, Αspis Liberty Life Ins. Public Co Ltd v. Σιακαρίδου, Πολ.εφ.52/10 ημερ. 19.3.2014). ΄Oμως, όπως υποδείχθηκε στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λτδ Π.Ε. 312/10, ημερ. 17.7.2014, το θέμα του επείγοντος που εγείρεται μετά που ακούεται ο εναγόμενος, «δεν πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του». To ίδιο - και με περισσότερη έμφαση - τονίστηκε στη Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. ν. Adeona Holdings Limited, Πολ.εφ.αρ.Ε6/2014, 7.2.2015, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς». Είναι γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην εκκαλούμενη απόφαση, δεν εξέτασε σε ξέχωρο κεφάλαιο ή με ρητές αναφορές την ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων. Όμως, όλο το κείμενο της απόφασης διαπνέεται ακριβώς από την ανάλυση των ιδιαίτερων εκείνων περιστάσεων που οδήγησαν ευθύς εξ αρχής το Δικαστήριο στη μονομερή έκδοση και εν τέλει στην οριστικοποίηση του διατάγματος.». Παρεμβάλλεται εδώ ότι στην έφεση που προηγήθηκε σε σχέση με το επίδικο αίτημα (Πολ. Εφ. Ε64/2015, ημερομηνίας 20/07/2021), αποφασίστηκε πως τα όσα κρίθηκαν πρωτοδίκως ως στοιχεία που δεν αποκαλύφθηκαν, δεν ήταν τέτοια αλλά εκ διαμέτρου αντίθετοι ισχυρισμοί που δεν μπορούσαν να εξεταστούν στο στάδιο της αίτησης, αλλά κατά την ακροαματική διαδικασία της ουσίας. Πέραν των ανωτέρω που καθορίζουν αυτή την πτυχή της υπόθεσης, σημειώνεται πως οι εναγόμενοι δεν επανάφεραν ανάλογο αίτημα, αλλά με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλης παραγράφου της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει τη δήλωση (βλ. παράγραφο 5 στην ένορκη δήλωση), υποστήριξαν ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια. Είμαι της γνώμης πως η θέση αυτή των εναγομένων δεν δύναται να καρποφορήσει. Έχω ήδη αναφερθεί στους εν λόγω ισχυρισμούς κατά τη διερεύνηση της πιθανότητας επιτυχίας. Υπό τις περιστάσεις τα αναφερόμενα στην παράγραφο 5 της ενόρκου δηλώσεως δεν είναι ικανά να επιδράσουν αρνητικά στο αίτημα, πόσω μάλλον να ανακόψουν την πορεία τούτου. Επαναλαμβάνω μόνο ότι εδώ είναι παραδεχτό ότι η εναγομένη 2 έλαβε το ποσό των €810.000 και μάλιστα γι' αυτό τον λόγο καταβλήθηκε και το συμφωνηθέν ποσό των εξόδων διαχείρισης. Αυτά, κυρίως, αλλά και όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν είναι οι περιστάσεις που για σκοπούς του αιτήματος υποβαθμίζουν τη σημασία των όσων αναφέρονται στην παράγραφο 5 της ενόρκου δηλώσεως του Λάρκος. Επανερχόμενος στο κατεπείγον του πράγματος σημειώνεται πως η αγωγή καταχωρίστηκε σε λιγότερο από τέσσερις εβδομάδες από την υποβολή του αιτήματος του Moshe για μεταφορά του ποσού των €344.000. Και αυτό αφότου τα μέρη αντάλλαξαν πληθώρα μηνυμάτων, ως ανωτέρω εξηγήθηκε. Είμαι της γνώμης πως στην προκείμενη περίπτωση η αιτήτρια έδρασε τάχιστα και ουδεμία καθυστέρηση διαπιστώνεται. Εις επίμετρον δεν διαπιστώνεται απόκρυψη που να οδηγεί σε συμπέρασμα παραπλάνησης του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος, κατά τον τρόπο που εξηγήθηκε στην D.B. Technologies B.V., ανωτέρω. Συνεπώς ούτε και αυτός ο λόγος κρίνεται ικανός να ανακόψει το αίτημα. Εν κατακλείδι, υπόψη μου έλαβα και τη φύση αυτού τούτου του αιτούμενου διατάγματος. Εν προκειμένω στην Avila Management Services Limited κ.ά. ν. Stepanek κ.ά.
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1403, 1416, τέθηκαν οι αρχές για την έκδοση ανάλογων διαταγμάτων. Εδώ τα όσα έχουν προαναφερθεί πληρούν το σύνολο των κατευθυντήριων αρχών που τέθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC
- Δίχως την έκδοση διατάγματος Norwich Pharmacal, αδύνατο είναι για την αιτήτρια να γνωρίζει την οικονομική κατάσταση των εναγομένων 3 και
- Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω καταλήγω ότι η αίτηση ευσταθεί. Ως εκ τούτου το εκδοθέν διάταγμα σε βάρος του εναγομένου 3, παράγραφος B της αίτησης, οριστικοποιείται μέχρι εκδικάσεως της αγωγής, ενώ σε βάρος του εκδίδεται και τελικό διάταγμα ως οι παράγραφοι Ε και Ζ της αίτησης. Σε ό,τι αφορά τον εναγόμενο 4 επίσης εκδίδονται τελικά διατάγματα ως οι παράγραφοι Β και Η της αίτησης. Περαιτέρω, το περιεχόμενο του φακέλου αποκαλύπτει ότι σε σχέση με τον εναγόμενο 3 και το διάταγμα της παραγράφου Β, τέθηκε ο όρος όπως «δικαιούται να αποσύρει από δεσμευμένο τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί ποσό ύψους μέχρι €5.000 μηνιαίως προς κάλυψη των αναγκαίων εξόδων διαβίωσής του». Ο συγκεκριμένος όρος εξακολουθεί να υφίσταται και περαιτέρω, κρίνω ότι δίκαιο είναι να ακολουθηθεί η ίδια προσέγγιση και για τον εναγόμενο 4 σε σχέση με το διάταγμα της παραγράφου Β της αίτησης. Συνεπώς τίθεται ο ίδιος όρος και σε σχέση με τον εναγόμενο, δηλαδή για απόσυρση ποσού ύψους μέχρι €5.000 μηνιαίως για τις ανάγκες διαβίωσης. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας/αιτήτριας και σε βάρος των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση 3 και 4, κεχωρισμένως και/ή αλληλεγγύως, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες την 10/06/2022 η ώρα 08:30 π.μ. (Υπ.) ................................... Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο