← Κύπρος

ΠΟΛΑ ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ ν. PS SEAMLESS GUTTERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 401/2022, 20/4/2022

ΠΟΛΑ ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ ν. PS SEAMLESS GUTTERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 401/2022, 20/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A225 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 401/2022 Μεταξύ: ΠΟΛΑ ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ Ενάγουσα/Αιτήτρια και

  1. PS SEAMLESS GUTTERS LTD
  2. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
  3. ΘΕΟΔΩΡΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
  4. ΑΛΙΚΗ ΠΕΡΓΑΝΤΗ
  5. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΕΡΓΑΝΤΗΣ
  6. ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΣΑΒΒΑ Εναγομένων/Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 20 Απριλίου 2022 Αίτηση ημερ. 16/03/2022 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα/αιτήτρια: Ο κ. Μιχαήλ Για τους εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση 1-6: Ο κ. Αργυρού -------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της αίτησης είναι η οριστικοποίηση ή μη του απαγορευτικού διατάγματος που εκδόθηκε την 21/03/
  7. Λέγω του απαγορευτικού διατάγματος εφόσον αν και το εκδοθέν διάταγμα άπτετο και άλλων ζητημάτων, όπως ένορκες αποκαλύψεις, εν προκειμένω το διάταγμα που είναι ευρέως γνωστό με την ονομασία Norwich Pharmacal, εντούτοις κατά την ακρόαση της αίτησης ο συνήγορος των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, ρητά δήλωσε ότι αποδέχεται οριστικοποίηση αυτού του σκέλους του διατάγματος και πως η ένσταση περιορίζεται στα αιτητικά Α μέχρι και Στ της αίτησης. Συνεπώς σε αυτή την πτυχή του εκδοθέντος διατάγματος είναι που επικεντρώνεται και η προσοχή του Δικαστηρίου. Εφόσον ουδεμία πλευρά αιτήθηκε αντεξέταση η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε εντός των παραμέτρων των δύο ενόρκων δηλώσεων, μια για κάθε πλευρά, που αμφότερα τα μέρη καταχώρισαν,. Για μεν την πλευρά της ενάγουσας ομνύουσα είναι η ίδια, για δε την πλευρά των εναγομένων ομνύων την ένσταση που καταχωρίστηκε είναι ο εναγόμενος
  8. Δεν κρίνεται χρήσιμο να παρατεθούν οι λόγοι ένστασης. Σημειώνεται εντούτοις πως είναι πολυσχιδείς, 18 τον αριθμό και άπτονται κάθε πιθανής έκφανσης του αιτήματος. Το κλητήριο ένταλμα της αγωγής είναι γενικώς οπισθογραφημένο. Οι δε αξιώσεις που εκεί εμφαίνονται αφορούν έκδοση απόφασης και ή διατάγματος που να κηρύσσει τη σύμβαση των διαδίκων ακυρώσιμη καθ' ότι συνάφθηκε συνεπεία δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. και απόφαση με την οποία να διατάσσονται οι εναγόμενοι να αποκαταστήσουν το όφελος που αποκόμισαν από την εν λόγω συμφωνία. Διαζευκτικά αξιώνεται διάταγμα που να διατάσσει τους εναγόμενους 1 και/ή 2 να καταβάλουν αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης, ή το σύνολο των εναγομένων να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη η ενάγουσα ένεκα της απάτης τους. Σε συνέχεια των πιο πάνω η ενάγουσα αξιώνει συγκεκριμένο ποσό από ένα έκαστο των εναγομένων. Τώρα, είναι η θέση της ενάγουσας πως είναι ιδιοκτήτρια ενός ακινήτου στη λεωφόρο Κέννεντυ 37 στη Λευκωσία, στο οποίο στεγάζονται δύο καταστήματα, εκ των οποίων το ένα ενοικιάζεται από εταιρεία πώλησης οίνου. Ο τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου είναι το τεκμήριο 1 στην αίτηση. Περί τον Φεβρουάριο του 2021 της ζητήθηκε από τον ενοικιαστή του οινοπωλείου να επιδιορθώσει την υγρασία στην τοιχοποιία του υπογείου, το οποίο χρησιμοποιείται ως κάβα, γιατί του ζητήθηκε από το υγειονομείο. Ένεκα τούτου αποτάθηκε στη λογίστριά της (αναφέρεται το όνομα) για να διερευνήσει κατά πόσο δικαιούται τυχόν φοροαπαλλαγή. Σε αυτό το πλαίσιο η λογίστρια της συνέστησε τον εναγόμενο 2 ως πρόσωπο που κάνει ανάλογες εργασίες επιδιόρθωσης. Επικοινώνησε μαζί του και της παρουσιάστηκε ως πολιτικός μηχανικός. Της ανέφερε ότι αναλαμβάνει ανάλογες εργασίες και ως εκ τούτου διευθέτησαν συνάντηση για να επιθεωρήσει το ακίνητο. Αρχικά της έδωσε προσφορά για €8.000, η οποία είναι το τεκμήριο 2 στην αίτηση. Αφότου άρχισαν οι εργασίες ο εναγόμενος 2 ξεκίνησε επί καθημερινής βάσης να της τηλεφωνεί και να της αναφέρει ότι εντόπισε νέα ελαττώματα και νέες εργασίες που χρειάζετο να γίνουν. Αλληλογραφία μηνυμάτων και φωτογραφίες που της απέστειλε επισυνάπτονται ως τεκμήριο 4 στην αίτηση. Η ίδια θεώρησε τούτες τις υποδείξεις απαραίτητες, εφόσον προέρχονταν από ειδήμονα, εν προκειμένω πολιτικό μηχανικό. Αποδέχτηκε να εκτελεστούν αρκετές από αυτές τις εργασίες, μέχρι που σε κάποιο σημείο αντέδρασε και του ανέφερε πως με το ρυθμό που προχωρούσαν το κόστος εργασιών θα ξεπερνούσε τον προϋπολογισμό που ήταν διατεθειμένη να διαθέσει. Τότε ο εναγόμενος 2 της ανέφερε ότι υπάρχει ειδικό σχέδιο επιχορήγησης για το οποίο η εταιρεία (εναγομένη 1) είναι διαπιστευμένη και θα μπορούσε να υπαχθεί, με αποτέλεσμα ότι έξοδα υποστεί να της επιστραφούν στο ακέραιο. Προς τούτο η ενάγουσα προσκόμισε τα τεκμήρια 5Α μέχρι και 5Ζ, δηλαδή αλληλογραφία, φωτογραφίες και έντυπο αίτησης που αντάλλαξε με τον εναγόμενο
  9. Προσθέτει δε ότι από τα ανωτέρω καταφαίνεται πως ο εναγόμενος 2 ισχυριζόταν ότι η επιχορήγηση θα αφορούσε το 100% του κόστους αποκατάστασης και συντήρησης και μπορούσε να επωφεληθεί από αυτήν μόνο εφόσον διενεργούσε την εν λόγω εργασία μέσω της εταιρείας του, δηλαδή της εναγομένης
  10. Για ότι αφορά την μετοχική και διευθυντική εικόνα της εναγομένης 1, η ενάγουσα προσκόμισε το τεκμήριο 3, όπου ο εναγόμενος 2 φαίνεται ως διευθυντής της εταιρείας. Επίσης ισχυρίζεται ότι της παρουσιαζόταν ως ειδήμων σε ζητήματα επιχορηγήσεων και την διαβεβαίωνε ότι όλες οι εργασίες στο ακίνητό της θα ετύγχαναν πλήρους επιχορήγησης. Ακόμη της ανέφερε πως ο ενοικιαστής προέβηκε σε παράνομες μετατροπές και για να δικαιούται την επιχορήγηση υποχρεούτο να επαναφέρει το κτήριο στην αρχική του μορφή σύμφωνα με τα σχέδια του κτηματολογίου. Εντέλει η προσφορά που της έδωσε, την οποία και αποδέχθηκε, ήτο για ποσό €356.000 πλέον ΦΠΑ. Η προσφορά είναι το τεκμήριο 6 στην αίτηση. Η ενάγουσα καταλήγει ότι πείστηκε πως αυτά που της ανέφερε ο εναγόμενος 2 ήταν αλήθεια και βασιζόμενη στο γεγονός ότι θα μπορούσε να λάβει πίσω τα χρήματά της μέσω της επιχορήγησης και θεωρώντας ότι ο εναγόμενος 2 δεν ήταν τυχαίος αλλά πρόσωπο εμπιστοσύνης, εφόσον της τον σύστησε η λογίστριά της και μορφωμένος με εξειδικευμένες γνώσεις πολιτικού μηχανικού, αποδέχθηκε τη συμφωνία. Είναι η θέση της ενάγουσας πως ο εναγόμενος 2 την πίεζε να εξοφλήσει το ποσό πριν την 22/09/2021 γιατί μέχρι τότε θα υπέγραφαν ώστε να πάρουν την έγκριση για εκταμίευση της επιχορήγησης και επιπλέον, της ζήτησε να την μεταφέρει από το σπίτι της στο αρμόδιο κυβερνητικό τμήμα ώστε να υπογράψουν τα έγγραφα της χορηγίας. Υποψιάστηκε όμως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά εφόσον δεν της έλεγε που θα πάνε και ούτε της έδωσε τα έγγραφα επιχορήγησης να τα μελετήσει με τον δικηγόρο της, παρότι του το είχε ζητήσει. Εντέλει η ημερομηνία υπογραφής πέρασε χωρίς να υπογράψουν το παραμικρό και όλα αυτά παρά τις υποσχέσεις και τις διαβεβαιώσεις του εναγομένου
  11. Ακολούθως ο εναγόμενος 2 μετέθεσε τόσο την ημερομηνία συμπλήρωσης των εργασιών όσο και εκείνη της εκταμίευσης της επιχορήγησης (βλ. τεκμήρια 5Στ και Ζ). Προβληματισμένη από την ως ανωτέρω στάση του εναγομένου 2 την 22/09/2021 επισκέφθηκε τους συνηγόρους της και την 25/09/2021 μετέβη στο ΤΑΕ Λευκωσίας και προέβη σε σχετική καταγγελία. Σχετικό είναι το τεκμήριο
  12. Εντούτοις ο εναγόμενος 2 συνέχισε να επισκέπτεται το ακίνητο με πρόφαση τη δήθεν εργασία του στην οικοδομή και επειδή έπαυσε να τον εμπιστεύεται, την 02/02/2022 του επέδωσε επιστολή ημερομηνίας 16/12/2021 με την οποία τερμάτισε ρητά την οποιαδήποτε συνεργασία μεταξύ τους (βλ. τεκμήριο 8). Όταν πλέον αντιλήφθηκε ότι ο εναγόμενος 2 την εξαπάτησε ήταν αργά, εφόσον μαζί με τους εναγόμενους 1 και 3-6 της είχαν αποσπάσει το ποσό των €435.971,
  13. Προέβηκε σε έρευνα στο ΕΤΕΚ μέσω του δικηγόρου της και διαπίστωσε πως ο εναγόμενος 2 δεν είναι πολιτικός μηχανικός. Σχετική είναι η απαντητική επιστολή που έλαβε, τεκμήριο
  14. Επίσης, έρευνα που διενήργησε στο μητρώο εγγεγραμμένων εργοληπτών καταδεικνύει πως οι εναγόμενοι 1 και 2 ούτε εκεί είναι εγγεγραμμένοι (βλ. τεκμήριο 10). Κατόπιν τούτου αποτάθηκε σε επιμετρητή ποσοτήτων ο οποίος προέβηκε σε εκτίμηση των εργασιών που διενεργήθηκαν στο ακίνητό της από τους εναγόμενους 1 και
  15. Η έκθεση του εκτιμητή είναι το τεκμήριο 11 και η κατάληξη τούτου είναι πως η αξία των εργασιών που εκτελέστηκαν ανέρχεται μόλις στο ποσό των €38.671,
  16. Ακόμη επικοινώνησε με το Δήμο Λευκωσίας ώστε να πληροφορηθεί κατά πόσο υποβλήθηκε αίτηση για εξασφάλιση νέας άδειας οικοδομής. Όπως πληροφορήθηκε ούτε αυτό έγινε (βλ. τεκμήριο 12). Η ενάγουσα δέχεται ότι κάποιες εργασίες εκτέλεσαν οι εναγόμενοι 1 και 2 στην οικία της, ισχυρίζεται όμως ότι αυτές ήταν μικρής κλίμακας και έγιναν κατόπιν δικής τους πρωτοβουλίας και με την υπόσχεση ότι δεν θα χρεώνονταν. Όταν όμως αποκαλύφθηκε η απάτη εναντίον της, ο εναγόμενος 2 απαίτησε να πληρωθεί και την απείλησε ότι αν δεν τον πληρώσει θα μεταβεί στην οικία της και θα καταστρέψει τις εργασίες που εκτελέστηκαν. Επεξηγεί περαιτέρω τον τρόπο πληρωμών προς τον εναγόμενο 2, δηλαδή πότε με έμβασμα, πότε με επιταγή και πότε δια μετρητών. Αναφέρει δε ότι η ίδια δεν γνωρίζει και ουδεμία σχέση έχει με τους εναγόμενους 3 έως 6, εντούτοις έρευνα που διενήργησε κατέδειξε ότι μεγάλος αριθμός επιταγών τις οποίες εξέδωσε εξαργυρώθηκαν από τους εναγόμενους 3 έως
  17. Εν κατακλείδι σημειώνει πως η εναγομένη 4 είναι σύζυγος του εναγομένου 2 και εξαργύρωσε επιταγές συνολικού ποσού €46.857, ο εναγόμενος 5 είναι ο πατέρας της εναγομένης 4 και εξαργύρωσε επιταγές συνολικού ποσού €12.370 και οι εναγόμενες 3 και 6, οι οποίες της είναι άγνωστες, εξαργύρωσαν επιταγές συνολικού ποσού €20.543 και €188.118 αντίστοιχα. Είναι γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο που ισχυρίζεται πως τα άγνωστα στην ίδια τούτα πρόσωπα συνεργάστηκαν με τον εναγόμενο 2 και την εταιρεία του (εναγομένη 1), όλοι μαζί ως joint tortfeasors, με απώτερο σκοπό την αρπαγή του αναφερόμενου ποσού από την ίδια. Ακόμη η ενάγουσα επεξηγεί και τους λόγους που θεωρεί πως η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αναγκαία, εντούτοις κρίνω πως σύνοψη αυτού του σκέλους της μαρτυρίας της δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της απόφασης, δοθέντος ότι δεν είναι τίποτε άλλο από επανάληψη των προσμησθέντων πραγματικών ισχυρισμών, με υπαγωγή όμως σε νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα, δίκην αγορεύσεων. Στην αντίπερα όχθη ο εναγόμενος 2 επεξηγεί τη σχέση του με τους λοιπούς εναγομένους ως εξής. είναι διευθυντής της εναγομένης 1, τέκνο της εναγομένης 3, σύζυγος της εναγομένης 4, γαμπρός του εναγόμενου 5 εκ θυγατρός και αδελφός της εναγομένης
  18. Δηλώνει ότι δεν είναι πολιτικός μηχανικός, όπως ούτε ειδήμων σε θέματα επιχορηγήσεων και δηλώνει περαιτέρω πως ουδέποτε παρέστησε τον εαυτό του με αυτές τις ιδιότητες. Προσθέτει δε ότι είναι άξιο απορίας το γεγονός ότι η ενάγουσα έχει όλη την αλληλογραφία και μηνύματα που αντάλλαξαν και εντούτοις δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου έστω ένα μήνυμα που να παρουσιάζεται ως πολιτικός μηχανικός. Βασική θέση του εναγομένου 2 είναι πως οι οικοδομικές εργασίες που πρόσφεραν στην ενάγουσα αφορούν πέντε στο σύνολο ακίνητα και όχι ένα ως ισχυρίζεται, γεγονός το οποίο φαίνεται να απέκρυψε και από τον πραγματογνώμονα που διόρισε. Τα εν λόγω ακίνητα αναφέρονται από τον εναγόμενο 2 και είναι τα εξής: α. Καταστήματα στη Λεωφ. Κέννεντυ. β. Οικία της Ενάγουσας/Αιτήτριας στην οδό [ ]
  19. γ. Διαμέρισμα στην ίδια οδό απέναντι από την οικία της Ενάγουσας/Αιτήτριας. δ. Κατάστημα Καφέ στη Γρίβα Διγενή απέναντι από Ζορμπά. ε. Οικόπεδο (καθαρισμό και χωματουργικές εργασίες). Προς υποστήριξη των ανωτέρω προσκομίζει τα τεκμήρια 1Α μέχρι 1Γ, ήτοι μηνύματα που αντάλλαξαν οι διάδικοι μέσω τηλεφώνου, των οποίων το περιεχόμενο ομιλεί για εργασίες πότε στην οικία της ενάγουσας, πότε στο καφέ και πότε στο οικόπεδο. Σύμφωνα με τον εναγόμενο 2 τα ανωτέρω δεικνύουν περαιτέρω πως δεν καθυστέρησαν την εργασία τους, αλλά η ενάγουσα είναι εκείνη που συνεχώς τους ανέθετε νέες και επιπρόσθετες εργασίες. Βάσει τούτων υποστηρίζει ότι ψεύδεται η ενάγουσα όταν λέγει πως οι εργασίες στην οικία της ήταν μικρής έκτασης. Μικρής έκτασης εργασίες ήταν μόνο αυτές που έγιναν στο καφέ, υποστηρίζει ο εναγόμενος
  20. Προς απόδειξη της έκτασης των εργασιών που έγιναν κατόπιν παράκλησης της ενάγουσας στα ακίνητά της, προσκομίζει σχετικό φωτογραφικό υλικό, δηλαδή το τεκμήριο 2 στην ένσταση. Περιπλέον, απαριθμεί το σύνολο των εργασιών που έγιναν στην οικία της ενάγουσας και προσθέτει πως οι εν λόγω εργασίες δεν εκτιμήθηκαν από τον επιμετρητή ποσοτήτων που διόρισε η ενάγουσα. Ούτε όμως και ο εν λόγω επιμετρητής επικοινώνησε μαζί τους ώστε να ζητήσει τις απόψεις τους για τις εργασίες που έγιναν ή το ύψος των εξόδων τούτων. Είναι περαιτέρω η θέση του πως ο επιμετρητής όφειλε να λάβει υπόψη του το γεγονός ότι δαπανήθηκε το ποσό των €120.505 σε διάφορους υπεργολάβους (σχετικός κατάλογος με ονόματα υπεργολάβων παρατίθεται ως τεκμήριο 3), καθώς ότι η αξία των υλικών που αγοράστηκαν από διάφορους προμηθευτές ανέρχεται σε €41.227,03 (σχετικός κατάλογος επίσης προσκομίζεται, αυτή τη φορά ως τεκμήριο 3Α). Δηλώνει περαιτέρω ότι και η πλευρά των εναγομένων αναζήτησε επιστημονική μαρτυρία και προσκομίζει ως τεκμήριο 3Β την έκθεση του εμπειρογνώμονα που διορίστηκε από μέρους τους. Προσθέτει εντούτοις ότι αν και ζητήθηκε από την ενάγουσα να επιτραπεί στον πραγματογνώμονά τους να επιθεωρήσει τις εκτελεσθείσες εργασίες σε όλα τα ανωτέρω ακίνητα (βλ. επιστολή συνηγόρου εναγομένων, τεκμήριο 4), εντούτοις το αίτημα απερρίφθη (βλ. απαντητική επιστολή συνηγόρου ενάγουσας, τεκμήριο 5). Αρνείται ότι παρουσιάστηκε ως ειδήμων σε σχέση με επιχορηγήσεις και περαιτέρω υποστηρίζει ότι είναι ζήτημα κοινής λογικής πως ουδεμία επιχορήγηση καλύπτει το 100% των εξόδων. Δέχεται εντούτοις ότι ανέφερε στην ενάγουσα πως δικαιούται κάποιες επιχορηγήσεις μετά το πέρας των εργασιών, αναφορικά με θερμομονωτικές εργασίες που συμβάλλουν στη μείωση του ενεργειακού κόστους, καθώς και για εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων. Ουδέποτε όμως της ανέφερε ότι η επιχορήγηση θα κάλυπτε το σύνολο της δαπάνης. Της εξήγησε περαιτέρω ότι οι αιτήσεις θα έπρεπε να υπογραφούν από την ίδια και γι' αυτό διευθέτησε την 22/09/2021 να συναντηθούν με άτομο που γνωρίζει τα περί επιχορηγήσεων και αναλαμβάνει την ετοιμασία των διαφόρων αιτήσεων. Συμφωνεί με το γεγονός ότι η ενάγουσα αρνήθηκε να μεταβεί στη συνάντηση, με αποτέλεσμα όπως δηλώνει, να μην υποβληθούν οι αιτήσεις. Απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι δεν της αναφέρθηκε που θα πήγαιναν και υποδεικνύει το τεκμήριο 5Ε στην αίτηση όπου αναγράφεται το όνομα του προσώπου που θα συναντούσαν, ήτοι Charles Martin, συνάντηση την οποία διευθέτησε ο ίδιος. Τέλος, υποστηρίζει πως της εξήγησε ότι οι τυχόν επιχορηγήσεις δίδονται μετά το πέρας και την εξόφληση των εργασιών και επικαλείται και πάλιν τα τεκμήρια 5Α έως 5Στ στην αίτηση. Τα εκεί αναφερόμενα ήταν απλώς για να της υποδειχθεί ότι σε άλλα έργα που εργάστηκαν, δόθηκε επιχορήγηση. Υποστηρίζει δε ότι σκοπίμως η ενάγουσα απέκρυψε από το Δικαστήριο το γεγονός ότι η καταγγελία που έκανε στο ΤΑΕ Λευκωσίας δεν προχώρησε περαιτέρω. Κλήθηκε από το ΤΑΕ και έδωσε κατάθεση, ότε και παρουσίασε την προσφορά που υπέβαλε και η οποία υπεγράφηκε από την ενάγουσα και το ΤΑΕ τον πληροφόρησε ότι δεν προκύπτει κάτι και θα πρέπει να αποταθούν σε δικηγόρους. Επισημαίνει όμως ότι η ενάγουσα παρέλειψε να εξηγήσει στο Δικαστήριο γιατί αν και την 25/09/2021 (ημερομηνία καταγγελίας) πίστευε ότι απέσπασε χρήματα από αυτήν με ψευδείς παραστάσεις, τερμάτισε τη μεταξύ τους συμφωνία με επιστολή ημερομηνίας 16/12/2021 και όχι προηγουμένως. Είναι η θέση του ότι προφανώς η ενάγουσα ανέμενε να αποπερατώσουν τις εργασίες στα υπόλοιπα ακίνητά της, γεγονός το οποίο δεν απεκάλυψε. Επίσης, από το τεκμήριο 1 προκύπτει πως ενώ προέβη σε όλα αυτά τα διαβήματα, την 24/02/2022 του απέστειλε μήνυμα ζητώντας του να κάνει περαιτέρω εργασίες στα καταστήματά της. Είναι δε η θέση του ότι συνέχισε να του τηλεφωνά σχεδόν καθημερινά με αποκορύφωμα το μήνυμα που έλαβε στις 24/02/2021 (βλ. τεκμήριο 1 στην ένσταση). Υποστηρίζει πως οι εναγόμενοι 3 και 6 δεν έχουν οποιαδήποτε εμπλοκή στην υπόθεση. Δέχεται ότι αριθμός επιταγών εκδόθηκε επ' ονόματι των εν λόγω προσώπων, ισχυρίζεται όμως ότι ο λόγος που έγινε αυτό είναι επειδή ο ίδιος ζητούσε το όνομα του δικαιούχου στην επιταγή να μένει κενό, ώστε να το συμπληρώνει ο ίδιος. Παρέδιδε την επιταγή στα εν λόγω πρόσωπα, οι οποίοι την εξαργύρωναν και του παρέδιδαν τα μετρητά. Το γεγονός ότι οι επιταγές εξαργυρώθηκαν σε μετρητά και δεν κατατέθηκαν σε λογαριασμό, αποκαλύπτεται ισχυρίζεται ο εναγόμενος 2, από τον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας, η οποία όμως δεν παρουσίασε λεπτομέρειες. Επίσης στο πίσω μέρος των επιταγών αναγράφονται τα χαρτονομίσματα τα οποία δόθηκαν κατά την εξαργύρωση της κάθε επιταγής. Τέλος, σε σχέση με τους εναγόμενους 3 έως 6 αναφέρει την οικονομική τους κατάσταση και λεπτομέρειες της εργασίας ενός έκαστου, καθώς και των μηνιαίων εξόδων που έχουν, ώστε να καταδείξει πως η συνέχιση του διατάγματος θα είναι καταστροφική γι' αυτούς. Έχοντας συνοψίσει το πραγματικό πλαίσιο και τους ισχυρισμούς των διαδίκων είναι εδώ κατάλληλο στάδιο να μνημονευθούν οι νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα. Οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος αναφέρονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 και έτυχαν διερεύνησης σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd

(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788, Μιχαηλίδης ν. Παπακυριάκου
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 και Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Οι εν λόγω προϋποθέσεις είναι: (α) σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα. Στο τέλος εξετάζεται και το κατά πόσον η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι δίκαιη και εύλογη (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ" Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, 154). Αποτελεί βασική αρχή δικαίου πως σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα επί της ουσίας της διαφοράς, εφόσον το καθήκον του περιορίζεται σε διερεύνηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος. Ως εκ τούτου δεν προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά σε περιορισμένη και αναγκαία αξιολόγηση που σχετίζεται με αυτή καθ' εαυτή τη διερεύνηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος, δηλαδή το άρθρο 32 του Ν.14/60 (βλ. Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528, 1533, C.T. Tobacco Limited v. Αρκτίνος Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 853, 869 και Μιχαηλίδης ν. Πουργουρίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 1263, 1271). Αυτό δεν ακυρώνει βεβαίως τη θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή ότι για τους ισχυρισμούς που είτε δεν υπήρξε αντίλογος είτε δεν έτυχαν αντεξέτασης, η νομολογία θέλει τούτους να εκλαμβάνονται ως δεδομένοι (βλ. Παττούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2118, 2124). Σχετική εν προκειμένω είναι και η υπόθεση Thinking Steel International BV v. Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1B A.A.Δ. 1460, 1466. Σε ό,τι αφορά την πρώτη προϋπόθεση έχει νομολογηθεί ότι δεν απαιτείται οτιδήποτε πέραν από το ότι αντικειμενική εξέταση του δικογράφου του ενάγοντα αποκαλύπτει τέτοιο ζήτημα (βλ. Eurocypria ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1783, 1793). Ως εκ τούτου η προσοχή στρέφεται στο δικόγραφο του ενάγοντα. Το γεγονός και μόνο ότι εδώ το δικόγραφο είναι γενικώς οπισθογραφημένο, εις αντιδιαστολή ειδικώς οπισθογραφημένου, δεν επηρεάζει το αίτημα, εφόσον βάθρο για χορήγηση τέτοιας προσωρινής θεραπείας μπορούν να αποτελέσουν και οι ένορκες δηλώσεις (βλ. Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, 603). Στην προκείμενη περίπτωση η επίκληση του αστικού αδικήματος της απάτης, άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και της παράβασης σύμβασης, ήτοι βάσεις αγωγής που εντοπίζονται στο κλητήριο ένταλμα της ενάγουσας, είναι στοιχεία αρκετά ώστε να διαπιστωθεί πως αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Παρ' όλα ταύτα, μείζονος σημασίας είναι η δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι η πιθανότητα επιτυχίας, η οποία έχει χαρακτηρισθεί και ως το πρωταρχικό κριτήριο (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/18, 21/03/2019). Θεμελιωμένο είναι πως σε αυτό το πλαίσιο δεν απαιτείται απόδειξη του ουσιαστικού αδικήματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. Φακοντή ν. Κακούτη, Πολ. Έφ. 70/11, 23/06/2015, ECLI:CY:AD:2015:A444). Καίτοι δεν επιτρέπεται επιλογή εκδοχής κατόπιν εις βάθος εξέταση λεπτομερειών υποκειμενικής συμπεριφοράς, επιτρέπεται επανεξέταση των ισχυρισμών του αιτητή «υπό το κράτος της θέσεως της ενιστάμενης πλευράς», με στόχο τη διερεύνηση του κατά πόσο οι ισχυρισμοί του δεύτερου (καθ' ου η αίτηση) εξ αντικειμένου ανατρέπουν όσα ο πρώτος ισχυρίστηκε (βλ. Hazlewood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.α., Πολ Έφ. Ε14/2017 και Ε209/2017, 16/07/2019). Υπό τις περιστάσεις είμαι της γνώμης πως δεν επιβάλλεται να λεχθούν πολλά, άλλωστε όπως έχει υποδειχθεί η εν λόγω διαδικασία δεν προσφέρεται για εξονυχιστική διερεύνηση. Στην προκείμενη περίπτωση δεδομένη εκλαμβάνεται η συνεργασία της ενάγουσας με τους εναγόμενους 1 και
  1. Το τεκμήριο 6 στην αίτηση, δηλαδή η προσφορά για το ποσό των €356.000 πλέον ΦΠΑ, φαίνεται να είναι αποδεχτό και από τις δυο πλευρές. Περιπλέον, δεδομένο είναι ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 διενήργησαν εργασίες στο εν λόγω κατάστημα της ενάγουσας. Άλλωστε ο πραγματογνώμονας τούτης εκτιμά αυτές τις εργασίες στο ποσό των €38.671,
  2. Επιπλέον, η ενάγουσα δέχεται πως οι εναγόμενοι 1 και 2 κάποιες εργασίες διενήργησαν και στην οικία της. Εκείνο που η διαδικασία αναδεικνύει σε ζητούμενο, είναι κατά πόσο ο εναγόμενος 2 της παρουσιάστηκε ως πολιτικός μηχανικός αφενός και ειδήμων για επιχορηγήσεις αφετέρου, δηλώνοντας μάλιστα ότι η εργασία που επρόκειτο να διεξαχθεί από την εταιρεία του (εναγομένη 2) θα καλύπτετο πλήρως από την επιχορήγηση. Προσέτι, σε ζητούμενο αναδεικνύεται και η έκταση των εργασιών που εκτελέστηκαν από τους εναγόμενους 1 και 2 και βεβαίως ο χώρος όπου τούτες εκτελέστηκαν, δηλαδή στο περί ου ο λόγος κατάστημα στην Κέννεντυ ή αλλαχού. Είμαι της γνώμης πως σε όλα τα ανωτέρω απαντά η μαρτυρία του εναγομένου 2, εν πολλοίς αναμφισβήτητη και εν πάση περιπτώσει τεκμηριωμένη και αιτιολογημένη γι' αυτό το στάδιο της διαδικασίας που απλώς θέλει τους ισχυρισμούς του αιτητή να ελέγχονται υπό το φως των ισχυρισμών του εναγομένου και δεν αντιπαραβάλλονται καθώς η γνωστή αξιολόγηση επιτάσσει και στην προκείμενη περίπτωση αλλοιώνει την αρχική εικόνα που άφησε η μαρτυρία της ενάγουσας. Είναι γεγονός πως πέραν του ισχυρισμού της ενάγουσας, τα τεκμήρια που προσκομίστηκαν δεν αποκαλύπτουν οτιδήποτε που να συνηγορεί στη θέση ότι ο εναγόμενος 2 της παρουσιάστηκε είτε ως πολιτικός μηχανικός είτε ως ειδήμων για επιχορηγήσεις. Εντούτοις ο εναγόμενος 2 απάντησε τις σχετικές αιτιάσεις και συγκεκριμένα τις αρνήθηκε. Δεν παραβλέπω τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 5Β στην αίτηση, όπου ο εναγόμενος 2 φέρεται να αναφέρει και αυτό το αποδέχεται και ο ίδιος, πως εκείνο το έργο που έκανε έτυχε επιχορήγησης 100%. Εντούτοις δεν δόθηκαν περαιτέρω εξηγήσεις για το τι είναι που αφορούσε εκείνο το έργο ή κατά πόσο παραλληλίζεται συγκριτικά με το υπό κρίση. Και αυτό όμως το τεκμήριο απαντήθηκε από τον εναγόμενο 2, δηλαδή ότι σκοπούσε στο να λάβει γνώση η ενάγουσα. Εν πάση περιπτώσει, πλην του τεκμηρίου 5Β που εμμέσως σχετίζεται με τούτο το ζήτημα, κανένα άλλο τεκμήριο ή στοιχείο αφήνει έστω υπόνοια, ότι ο εναγόμενος 2 παρουσιάστηκε ως ειδικός για τις επιχορηγήσεις. Άλλωστε αν κατείχε τέτοια ειδικότητα προς τί να επισκέπτοντο τον αναφερόμενο στο τεκμήριο 5Ε Charles Martin. Και επ' αυτού όμως ευλογοφανείς είναι οι εξηγήσεις του εναγομένου 2, δηλαδή ότι αυτός είναι ο ειδικός που θα συμπλήρωνε τις διάφορες αιτήσεις. Και τέλος, κανένα στοιχείο από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας φέρει τον εναγόμενο 2 να παρουσιάζεται στην ενάγουσα ως πολιτικός μηχανικός. Πέραν όμως των ανωτέρω, έτι περισσότερο σημαντικό είναι το εξής. η μαρτυρία του εναγομένου 2 απαντά με λεπτομέρεια το ποσό που καταβλήθηκε και δη το ύψος τούτου. Η ουσία της μαρτυρίας του εδράζεται σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος είναι πως οι εργασίες που εκτελέστηκαν δεν αφορούσαν μόνο το κατάστημα στην Κέννεντυ αλλά και τα άλλα ακίνητα της ενάγουσας τα οποία δηλώνονται στην ένσταση. Ο δε άλλος πυλώνας αφορά τους υπεργολάβους και τους προμηθευτές που πλήρωσε και δεν λήφθηκαν υπόψη από τον πραγματογνώμονα της ενάγουσας. Είναι και επ' αυτού αποκαλυπτική και πλούσια η μαρτυρία του εναγομένου
  3. Το πλέον σημαντικό είναι η απαρίθμηση στην οποία προβαίνει των εργασιών στην οικία της ενάγουσας και η συνάρτηση τούτων με τη μαρτυρία του δικού του πραγματογνώμονα (βλ. τεκμήριο 11 στην ένσταση), ο οποίος εκτίμησε την αξία τούτων των εργασιών σε μερικές δεκάδες χιλιάδες ευρώ. Ούτε αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του εναγομένου 2 έτυχε αμφισβήτησης από την πλευρά της ενάγουσας. Ανάλογα ισχύουν και για τις εργασίες σε όλα τα άλλα ακίνητα που απεκάλυψε η υπεράσπιση, καθώς και για τα ποσά που δαπανήθηκαν είτε σε υπεργολάβους είτε σε προμηθευτές υλικών. Πολύ δε περισσότερο, οι εναγόμενοι 3-6 δεν συνδέθηκαν, πλην της εξαργύρωσης των επιταγών που και αυτή η ενέργεια απαντήθηκε από τον εναγόμενο 2, με την όλη υπόθεση και την επικαλούμενη ως βάση αγωγής. Χωρίς να αποφαίνομαι βεβαίως τελεσίδικα και αντικρίζοντας την προσκομισθείσα μαρτυρία απλώς και μόνο για σκοπούς του επίδικου αιτήματος και πάντα υπό το φως των αρχών που διέπουν το ζήτημα, ομολογώ ότι δεν εντοπίζω που έγκειται είτε η απάτη είτε η παράβαση σύμβασης, τόσο για τους εναγόμενους 1 και 2 όσο και για τους υπόλοιπους σε συνδυασμό με τους πρώτους δυο. Η προμνησθείσα μαρτυρία δεν αποκαλύπτει παράσταση γεγονότος που ήταν σε γνώση του υπαίτιου ότι είναι ψευδής (βλ. Αστικά Αδικήματα Δίκαιο και Αποφάσεις, Αρτέμης & Ερωτοκρίτου, Τόμος 1, σελ. 120). Και βεβαίως αντιληπτό είναι από το δικόγραφο της ενάγουσας σε συνδυασμό με την προσκομισθείσα μαρτυρία, πως η ισχυριζόμενη παράβαση σύμβασης δεν στέκει αυτοτελώς, αλλά είναι συνυφασμένη με την ισχυριζόμενη απάτη. Υπό το φως λοιπόν όλων των ανωτέρω και περιοριζόμενος αυστηρά σε τούτο το πλαίσιο, ομολογώ ότι δεν συμμερίζομαι τη θέση περί πιθανότητας επιτυχίας. Συνακόλουθα διαπίστωσή μου είναι πως δεύτερη και σημαντικότερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 δεν πληρείται. Σε ό,τι αφορά την τρίτη προϋπόθεση θεμελιωμένο είναι πλέον ότι η απονομή της δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με υποκατάσταση υλικής ζημίας, εφόσον η αποζημίωση δεν συνιστά τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος (βλ. Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. Ε203/13, 11/09/2019 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/18, 21/03/2019). Εντούτοις στην προκείμενη περίπτωση η ικανοποίηση της απόφασης, αν ήθελε εκδοθεί τέτοια, διέρχεται μέσα από την διατήρηση των σχετικών τραπεζικών λογαριασμών, ώστε τα εκεί κατατεθειμένα ποσά να χρησιμοποιηθούν δια την ικανοποίηση της απόφασης. Εν ολίγοις η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 πληρείται. Τώρα, προτού προχωρήσω σε οτιδήποτε άλλο, σκόπιμο κρίνεται να αποφανθώ επί ενός άλλου ζητήματος που τέθηκε από την υπεράσπιση και είναι εξίσου ουσιώδες. Αυτό έχει να κάνει με τον ισχυρισμό για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Περιττό να υποδειχθεί ότι κριτής του τι εστί ουσιώδες γεγονός είναι το Δικαστήριο (βλ. Commerzbank Aktiengesellschaft v. Adeona Holdings Limited
(2015)1A Α.Α.Δ. 386, 406). Δεν είναι η μη αποκάλυψη κάθε πληροφορίας, ενδεχομένως και αχρείαστης ή ασήμαντης, ικανή να οδηγήσει σε ακύρωση του διατάγματος. Όπως χαρακτηριστικά υπεδείχθη στην υπόθεση DB Technologies B.V. v. Loizos Iordanou Constructions Ltd, Πολ. Έφ. 166/19, ημερομηνίας 15/10/2019: «Έχουμε διαπιστώσει τα τελευταία χρόνια πως η έννοια της ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης έχει τρόπω τινά παρεξηγηθεί από αρκετούς στο νομικό κόσμο. Δεν είναι νοητό ούτε ποτέ οποιαδήποτε αυθεντία έθεσε τέτοιο επαχθές βάρος στους αιτητές να ξεδιπλώνουν με κάθε λεπτομέρεια σε βαθμό σχολαστικισμού κάθε πτυχή των θέσεων των αντιδίκων τους και να την ερμηνεύουν. Δεν είναι αυτή η ορθή εφαρμογή της πιο πάνω αρχής. Αναμένεται βεβαίως πάντα οι αιτητές, επιδιώκοντας μονομερή θεραπεία, να θέσουν με ειλικρίνεια όλα τα ουσιώδη θέματα, τόσο τα υπέρ, όσο και τα εναντίον τους, όμως δεν είναι εντός του καθήκοντος τους να μετατρέπονται σε οιονεί δικηγόρους της άλλης πλευράς για να θέσουν την εκδοχή των αντιδίκων τους, ως να ήταν η δική τους, με πλήρη ερμηνεία θέσεων και εξαντλητική ανάλυση.». Τι είναι όμως που ισχύει στην προκείμενη περίπτωση. Είμαι της γνώμης πως η υπό κρίση υπόθεση είναι κλασικό δείγμα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Σε συντομία και μόνο παραθέτω αυτό που ήδη αναφέρθηκε, δηλαδή ότι στο τέλος της ημέρας διεφάνη πως οι εργασίες που ανέλαβε η εναγομένη 1 δια του εναγομένου 2 και μέρος των οποίων εκτέλεσε, δεν περιορίζονται απλώς στο κατάστημα στην Κέννεντυ, αλλά επεκτείνονται και σε άλλα ακίνητα για τα οποία ουδεμία εκτίμηση προσφέρθηκε από πλευράς της ενάγουσας, ενώ ο ισχυρισμός της ενάγουσας αναφορικά με περιορισμένης έκτασης εργασίες στην οικία της, δεν συμφωνεί με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Αντιθέτως προκύπτει ότι οι εν λόγω εργασίες είναι πολύ εκτεταμένες. Πέραν των ανωτέρω εξίσου σημαντικά είναι τα εξής. αν και η ενάγουσα κατήγγειλε τον εναγόμενο 2 στο ΤΑΕ Λευκωσίας την 25/09/2021, εντούτοις μόλις την 16/12/2021 συνέταξε επιστολή που να του απαγορεύει την είσοδο στα διάφορα ακίνητα που της ανήκουν και μόλις την 02/02/2022 επέδωσε τούτη. Έτι όμως χειρότερη είναι η εικόνα του τεκμηρίου 1 που απεκάλυψε ο εναγόμενος 2. Καίτοι η ενάγουσα διατείνεται πως η διαπίστωση της απάτης προέκυψε από μέρους της τον Σεπτέμβριο του 2021, εντούτοις τον Φεβρουάριο του 2022, πέντε και πλέον μήνες μετά, καλεί τον εναγόμενο 2 να επισκεφτεί ένα εκ των ακινήτων της, ώστε να προβεί σε κάποια επιδιόρθωση. Αναμφισβήτητος μάλιστα παρέμεινε ο ισχυρισμός του εναγόμενου 2 ότι μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2022 η ενάγουσα του τηλεφωνούσε σε τακτική βάση. Και ερωτώ. είναι αυτή λελογισμένη συμπεριφορά προσώπου που βρίσκεται σε φιλονικία με τρίτον και μάλιστα προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία για ισχυριζόμενη απάτη; Η ερώτηση δεν τίθεται βεβαίως για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας, αλλά για διερεύνηση του ισχυρισμού περί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, εφόσον αν η ερώτηση απαντάται αρνητικά, συναρτάται με το ουσιώδες του πράγματος και φανερώνει πως η αποσιώπηση του εν λόγω γεγονότος σκοπούσε σε εξυπηρέτηση αλλότριου σκοπού. Και είμαι της γνώμης πως αυτό είναι που ισχύει στη δεδομένη περίπτωση. Καθ' ένα εκ των ανωτέρω στοιχείων ξεχωριστά και όλα μαζί, είτε ως σύνολο είτε ως συνδυασμός, κρίνονται ουσιώδη γεγονότα. Η δε αποσιώπηση και μή αποκάλυψη τούτων εμπίπτει στον κανόνα που ανωτέρω αναφέρθηκε. Συνακόλουθα και γι' αυτό τον λόγο ακυρώνεται το εκδοθέν διάταγμα, στην έκταση πάντα που εδώ ενδιαφέρει. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος, πιο πάνω, υποδείχθηκε εν προκειμένω ότι? « Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» Η προηγηθείσα ανάλυση δεν αφήνει πολλά περιθώρια. Κρίνω πως η πλάστιγγα γέρνει υπέρ των εναγομένων. Αυτό γιατί η υπόθεση της ενάγουσας κρίνεται αδύνατη και ιδιαίτερα σε σχέση με την συμμετοχή των εναγομένων 3 έως 6, ισχνή αν όχι πολύ περιορισμένη. Ως εκ των ανωτέρω καταλήγω πως το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει εναντίον της διατήρησης του διατάγματος. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω τα αιτητικά Α έως ΣΤ του διατάγματος που εκδόθηκε την 21/03/2022 ακυρώνονται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1 έως 6 και σε βάρος της ενάγουσας. Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.