ΧΡΥΣΟΥΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. GORDIAN HOLDINGS LTD, Αρ. Αγωγής: 3665/21, 26/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A232 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3665/21 Μεταξύ: ΧΡΥΣΟΥΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ενάγοντος και GORDIAN HOLDINGS LTD Εναγoμένων Ημερομηνία: 26η Μαΐου 2022 Αίτηση ημερομηνίας 29/12/2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα/αιτητή: Ο κ. Κ. Χ"Ιωάννου Για εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Ρ. Βερζανλής -------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 29/12/2021 ο ενάγων καταχώρισε αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η αίτηση κρίθηκε δικαιολογημένη και ως εκ τούτου το αιτούμενο διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς. Ως είθισται δόθηκαν οδηγίες επίδοσης του διατάγματος, ενέργεια η οποία οδήγησε στην καταχώριση εμφάνισης από πλευράς των εναγομένων και εντέλει την καταχώριση ένστασης. Ως εκ των ανωτέρω, αντικείμενο της παρούσης είναι η οριστικοποίηση ή μη του διατάγματος που εκδόθηκε την 30/12/
- Για σκοπούς καλύτερης παρακολούθησης των όσων ακολουθούν, δέον είναι να παρατεθεί αυτούσιο τούτο το διάταγμα. Ό,τι εκεί αναφέρεται είναι: «Α. Διάταγμα Δικαστηρίου αναστέλλων την πώληση δια δημοσίου πλειστηριασμού του ενυπόθηκου κτήματος δυνάμει υποθήκης Υ5699/91 ήτοι του υπ' αριθμό εγγραφής [ ] του ΦΣ. [ ] υπό Τεμ. 11 στη Λακατάμια το 1/2 εξ' αδιαιρέτου μερίδιο (στο εξής το κτήμα) μέχρι εκδικάσεως και τελικής αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και Β. Διάταγμα Δικαστηρίου εμποδίζων τους εναγόμενους από του να πωλήσουν δια δημοσίου πλειστηριασμού ή άλλως πως το κτήμα μέχρι εκδικάσεως και τελικής αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.». Η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε στα αναφερόμενα στις δύο ένορκες δηλώσεις, μία για κάθε πλευρά, οι οποίες συνοδεύουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Σημειώνεται συναφώς πως η δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ομνύεται από τον ενάγοντα, ενώ στον αντίποδα η δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ομνύεται από τον Παύλο Δημητρίου, ο οποίος δηλώνει λειτουργός των εναγομένων. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, αίτησης και ένστασης αντίστοιχα, αποκαλύπτει πως μεγάλο μέρος των εκεί αναφερομένων δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Κρίνεται συνεπώς σκόπιμο να παρατεθεί τούτο εκ προοιμίου, ώστε να καταστεί ευχερέστερη η αντίληψη των όσων ακολουθούν. Το λοιπόν. συνιστά γεγονός ότι το 1991 ο ενάγων υποθήκευσε το μερίδιο του στο ακίνητο με αριθμό εγγραφή [ ], Φ/Σχ.[ ] (αυτό αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα, προφανώς όμως πρόκειται για τυπογραφικό λάθος εφόσον τα έγγραφα που ακολουθούν αποκαλύπτουν ότι ο αριθμός φύλλου είναι 30), Τεμ. 11 στη Λακατάμια (στο εξής το ακίνητο) προς όφελος της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Η εν λόγω υποθήκη έλαβε τον διακριτικό αριθμό Υ5699/91 και ήτο προς εξασφάλιση χρεών της εταιρείας Blue Seal Shoes Ltd (στο εξής η εταιρεία). Τα έγγραφα της υποθήκης αποκαλύπτονται στην ένσταση και είναι το εκεί αναφερόμενο τεκμήριο
- Περιπλέον, γεγονός συνιστά ότι η εταιρεία απέτυχε να καταβάλει τις δόσεις της εγκαίρως και ένεκα τούτου η τράπεζα τερμάτισε το δάνειο και καταχώρισε την αγωγή 13422/96, η οποία στρέφετο εναντίον της εταιρείας, των εγγυητών και των ενυπόθηκων οφειλετών της. Μάλιστα στην εν λόγω αγωγή εκδόθηκε απόφαση εναντίον όλων των εναγομένων. Οι δύο αποφάσεις που εκδόθηκαν είναι τα τεκμήρια 1 και 2 στην αίτηση. Από το τεκμήριο 1 στην αίτηση προκύπτει πώς η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον των εναγομένων, εκ των οποίων και ο ενάγων στην παρούσα διαδικασία και υπέρ των εναγόντων, δηλαδή της τράπεζας που όπως εξηγείται πιο κάτω προϊόντος του χρόνου υποκαταστάθηκε από τους εδώ εναγόμενους, συμπεριελάμβανε, μεταξύ άλλων και διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, εν προκειμένω του ακινήτου που αφορά η επίδικη διαδικασία. Η άλλη απόφαση, τεκμήριο 2, αφορά άλλον ενυπόθηκο οφειλέτη, εν προκειμένω την εναγομένη 4 στην αγωγή, ονόματι Ευανθία Χειμαρίδου (στη συνέχεια ΕΧ). Και σε αυτή την περίπτωση η απόφαση περιλαμβάνει πρόνοια για την εκποίηση άλλου ακινήτου που βαρύνεται με δύο υποθήκες. Τούτο το ακίνητο είναι ιδιοκτησία της ΕΧ. Παρεμβάλλεται πως οι διάδικοι ομονοούν ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ δυνάμει της ΚΔΠ104/13 και στη συνέχεια η τελευταία τράπεζα μεταβίβασε την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση στους εναγόμενους που φαίνονται στον τίτλο της παρούσας αγωγής, εξού και όπως θα διαφανεί οι τελευταίοι προώθησαν περαιτέρω διαδικασίες. Είναι κατ' αυτόν τον τρόπο που οι εναγόμενοι οι οποίοι φαίνονται στον τίτλο της αγωγής, κατέστησαν εμπλεκόμενοι στην όλη διαδικασία. Εκ της αναμφισβήτητης μαρτυρίας που προσκόμισαν οι εναγόμενοι, προκύπτει πως η διαδικασία πλειστηριασμού που ανεστάλη με το επίδικο διάταγμα, δεν αποτελεί το ενακτήριο λάκτισμα της διαδικασίας εκποιήσεως. Όπως διαπιστώνεται από το αναμφισβήτητο περιεχόμενο της δήλωσης του ομνύοντα που υποστηρίζει την ένσταση, την 02/12/2019 οι εδώ εναγόμενοι απέστειλαν στον ενάγοντα δια συστημένου ταχυδρομείου ειδοποίηση τύπος Ι, ημερομηνίας 10/10/2019, δηλαδή το τεκμήριο 3 στην ένσταση. Δεν υπήρξε ανταπόκριση από πλευράς του τελευταίου ή των λοιπών προσώπων που έλαβαν τη σχετική ειδοποίηση και ως εκ τούτου, οι ενυπόθηκοι δανειστές εξέδωσαν νέες ειδοποιήσεις, εν προκειμένω τύπου ΙΑ και ΙΒ, τις οποίες απέστειλαν και πάλιν δια συστημένου ταχυδρομείου και είναι τούτες το τεκμήριο 4 στην ένσταση. Δυνάμει αυτών των τελευταίων ειδοποιήσεων (τεκμήριο 4 στην ένσταση) οι ενυπόθηκοι δανειστές πληροφόρησαν τον εναγόμενο (δηλαδή τον εδώ ενάγοντα) για την απόφασή τους να προβούν σε πλειστηριασμό του επίδικου ακινήτου, ο οποίος είχε προγραμματιστεί για τις 03/11/
- Προκύπτει περαιτέρω ότι διενεργήθηκε ο εν λόγω πλειστηριασμός, εντούτοις χωρίς επιτυχία και είναι κατόπιν αυτού του γεγονότος που οι εδώ εναγόμενοι εξέδωσαν νέα ειδοποίηση, αυτή τη φορά τύπου ΙΓ, την οποία απέστειλαν στον εναγόμενο (εδώ ενάγοντα) και είναι αυτή που συνιστά το αντικείμενο της επίδικης αίτησης. Η περί ης ο λόγος ειδοποίηση ΙΓ είναι το τεκμήριο 6 στην ένσταση και το τεκμήριο 13 στην αίτηση. Αυτή η ειδοποίηση ΙΓ και η πληροφόρηση του εδώ ενάγοντα περί νέου πλειστηριασμού, είναι εκείνη που κινητοποίησε τον τελευταίο να αναζητήσει θεραπεία και παράλληλα την έκδοση προσωρινού διατάγματος, δηλαδή του επίδικου. Όλα τα ανωτέρω συνιστούν κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ή προκύπτουν από αναμφισβήτητη μαρτυρία και ως εκ τούτου υιοθετούνται από το Δικαστήριο και καθίστανται ευρήματα που δεσμεύουν την υπό κρίση διαδικασία. Πέραν των ανωτέρω ο ενάγων υποστήριξε πως οι πιστωτικές διευκολύνσεις της εταιρείας εξασφαλίστηκαν και από άλλες δύο υποθήκες, οι οποίες παραχωρήθηκαν από την προμνησθείσα ΕΧ, δηλαδή την εναγομένη 4 στην αγωγή 13422/
- Πέραν τούτου, τόσο ο ίδιος όσο και η εταιρεία επίσης εξασφάλισαν απόφαση σε βάρος της ΕΧ. Η απόφαση που ο ίδιος εξασφάλισε είναι το τεκμήριο 3 στην αίτηση, ενώ η απόφαση που η εταιρεία εξασφάλισε είναι το τεκμήριο 4 στην αίτηση. Την έκδοση των εν λόγω αποφάσεων ακολούθησε η καταχώριση memo επί της ακίνητης περιουσίας της ΕΧ. Τούτο το memo φαίνεται στο τεκμήριο 5 στην αίτηση, ενώ η ανανέωσή του και το γεγονός ότι βρίσκεται σε ισχύ, είναι το αντικείμενο των τεκμηρίων 6 και
- Ο ενάγων αναφέρει περαιτέρω ότι η εταιρεία τέθηκε σε εκκαθάριση (βλ. τεκμήρια 8 και 8Α). Την 23/04/2013 ο ίδιος εξασφάλισε διάταγμα Δικαστηρίου για πώληση του ακινήτου της ΕΧ (βλ. τεκμήριο 9). Εντούτοις ο πλειστηριασμός δεν καρποφόρησε και αναμένετο να επαναληφθεί. Σε ανάλογη διαδικασία πλειστηριασμού προέβησαν και οι εναγόμενοι την 03/11/2020 (βλ. τεκμήριο 10) και πάλιν όμως χωρίς επιτυχία. Εντέλει την 15/01/2021 οι εναγόμενοι πώλησαν το ακίνητο της ΕΧ δια ιδιωτικής συμφωνίας, για το ποσό των €648.
- Απέστειλαν στον ίδιο σχετική επιστολή αναφορικά με τον τρόπο διάθεσης του προϊόντος πώλησης του ακινήτου (προφανώς ως μεμοραντούχος που είναι). Τούτη η επιστολή είναι το τεκμήριο 11 στην αίτηση. Τόσο ο ίδιος όσο και ο εκκαθαριστής της εταιρείας εφεσίβαλαν τον τρόπο διάθεσης του προϊόντος της πώλησης του ακινήτου της ΕΧ (τεκμήριο 11) και ένεκα τούτου αποτάθηκαν στο Δικαστήριο και εξασφάλισαν διάταγμα αναστολής της επικύρωσης της προτεινόμενης διάθεσης (βλ. τεκμήριο 12). Σύμφωνα με τον ενάγοντα είναι κατόπιν της διαδικασίας που προώθησε σε σχέση με το τεκμήριο 11 στην αίτηση, που εκδόθηκε η επίδικη ειδοποίηση τύπου ΙΓ. Αρχικώς θεώρησε πως επρόκειτο περί λάθους, εξου και αποτάθηκε στους δικηγόρους, του οι οποίοι την 08/12/2021 απέστειλαν επιστολή στους εναγόμενους (βλ. τεκμήριο 14), για να λάβουν όμως την απάντηση των εναγομένων ημερομηνίας 15/12/2021, η οποία επιδόθηκε την 23/12/2021, ότι εμμένουν στην πώληση του ακινήτου δια δημοσίου πλειστηριασμού (βλ. τεκμήριο 15). Είναι η θέση του πως η στάση των εναγομένων εξυπηρετεί αλλότριο σκοπό, δηλαδή τον εξαναγκασμό του ιδίου και του εκκαθαριστή στο να αποσύρουν την αίτηση έφεσης υπ' αριθμό 57/2021, εισπράττοντας έτσι (οι εναγόμενοι) ποσά πέραν εκείνων που δικαιούνται, ήτοι πέραν του διπλασίου της απόφασης στην αγωγή 13422/
- Καταλήγει δε ότι το ποσό που εισέπραξαν οι εναγόμενοι από την πώληση του ακινήτου της ΕΧ υπερκαλύπτει την όποια απαίτησή τους και δεν δικαιολογείται η περαιτέρω εκποίηση ακινήτων προς το σκοπό εξόφλησης της εξ αποφάσεως οφειλής. Από την άλλη αν αφεθεί να πωληθεί το ακίνητο, υποστηρίζει ο ενάγων και ο πλειστηριασμός είναι επιτυχής, θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία καθότι θα απωλέσει το ακίνητό του και μάλιστα σε εξευτελιστική τιμή και περαιτέρω, η αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Η δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση δεν προσθέτει οιαδήποτε περαιτέρω γεγονότα. Αυτό γιατί πλείστα εκ των γεγονότων που αναφέρει αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων, ενώ το έτερο βασικό σκέλος τούτης της δήλωσης είναι αυτό που αφορά την προηγηθείσα διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου και εφόσον παρέμεινε αναμφισβήτητο και περαιτέρω, δικαιολογείται από τα τεκμήρια που προσκομίστηκαν από την πλευρά των εναγομένων, υιοθετήθηκε από το Δικαστήριο και έχει ήδη καταστεί μέρος των διαπιστώσεων τούτου. Κατά τα λοιπά ο ομνύων τη δήλωση υιοθετεί τους λόγους ένστασης και αναπτύσσει τούτους, δίκην αγόρευσης και με δεδομένη την αρχή ότι είναι ανεπίτρεπτο η δήλωση να περιέχει αγόρευση, κρίνω πως δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της απόφασης σύνοψη των όσων εκεί αναφέρονται, εφόσον σχολιάζονται στη συνέχεια κατά τη διερεύνηση των αρχών που διέπουν το αίτημα. Έχοντας συνοψίσει το πραγματικό πλαίσιο και τους ισχυρισμούς των διαδίκων είναι εδώ κατάλληλο στάδιο να μνημονευθούν οι νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα. Οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος αναφέρονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 και έτυχαν διερεύνησης σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788, Μιχαηλίδης ν. Παπακυριάκου
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 και Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Οι εν λόγω προϋποθέσεις είναι: (α) σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα. Στο τέλος εξετάζεται και το κατά πόσον η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι δίκαιη και εύλογη (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ" Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, 154). Αποτελεί βασική αρχή δικαίου πως σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα επί της ουσίας της διαφοράς, εφόσον το καθήκον του περιορίζεται σε διερεύνηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος. Ως εκ τούτου δεν προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά σε περιορισμένη και αναγκαία αξιολόγηση που σχετίζεται με αυτή καθ' εαυτή τη διερεύνηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος, δηλαδή το άρθρο 32 του Ν.14/60 (βλ. Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528, 1533, C.T. Tobacco Limited v. Αρκτίνος Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 853, 869 και Μιχαηλίδης ν. Πουργουρίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 1263, 1271). Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά. Αν και το δικόγραφο του ενάγοντα είναι γενικώς οπισθογραφημένο, αυτό δεν εμποδίζει τη διερεύνηση στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, αρχή που εδραιώθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598,
- Επί του προκειμένου η πλευρά των εναγομένων υποστηρίζει πως ούτε το δικόγραφο αλλά ούτε και η ένορκη δήλωση του ενάγοντα, αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπόθεση. Είναι η θέση τους πως το αντικείμενο της επίδικης αγωγής επιδιώκει επαναδιαπραγμάτευση των όσων έχουν ήδη αποφασιστεί σε σχέση με την επίδικη υποθήκη, στο πλαίσιο της αγωγής 13422/
- Υποστηρίζουν συναφώς πως το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταστεί εφετείο άλλου ομόβαθμου Δικαστηρίου και παραπέμπουν στα νομολογηθέντα στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Κ.Χ. Περατικός Λίμιτεδ κ.ά., Πολ. Αίτηση 32/19, ημερ. 17/04/2019, ECLI:CY:AD:2019:D149 και περαιτέρω, διατείνονται ότι τα ζητήματα που εδώ εγείρονται καλύπτονται από δεδικασμένο. Είμαι της γνώμης πως οι εναγόμενοι παρερμηνεύουν τα αναφερόμενα στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής, καθώς και τους ισχυρισμούς του ομνύοντα τη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Και εξηγώ. βασικό ζητούμενο με την αγωγή είναι η εξάλειψη και/ή διαγραφή της υποθήκης που βαραίνει το επίδικο ακίνητο (βλ. αιτητικό Β) και αυτό βάσει του πρόσθετου ισχυρισμού ότι το εξ αποφάσεως χρέος της αγωγής 13422/96 έχει εξοφληθεί, εξου και αξιώνεται σχετική δηλωτική απόφαση (βλ. αιτητικό Α). Περιττεύει βεβαίως παραπομπή στα άρθρα 35 και 36 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/65, τα οποία διαλαμβάνουν για εξάλειψη και ακύρωση, αντιστοίχως, υποθήκης. Αυτό εν προκειμένω είναι το νομικό πλαίσιο που διέπει την αγωγή και αυτή άλλωστε είναι η ουσία της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Σχετικός λοιπόν κρίνεται ο λόγος της υπόθεσης Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. 212/2011, ημερ. 20/07/2016, ECLI:CY:AD:2016:A372, όπου αναφέρθηκε πως: «Παρά τα πιο πάνω όμως σφάλματα, τα οποία θα δικαιολογούσαν διάταγμα για επανεκδίκαση της υπόθεσης, εντούτοις κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό εφόσον η επίδικη υποθήκη έχει εξαλειφθεί και κατά συνέπεια η διαδικασία απώλεσε το αντικείμενο της. Σχετικές είναι οι Μαυρονικόλας ν. Φοινιώτη κ.α.
(1997)1 Α.A.Δ. 1659, Marketrends (Capital) Market Ltd v. Θεοδωρίδης
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1248 και Χ.Μ.S. Canteen Ltd κ.α. ν. Cyprus Airports (F & R) Ltd, Πολ. Εφ. Ε192/2014 ημερ. 2.10.15, με τις οποίες καθιερώθηκε ο κανόνας ότι ο εξανεμισμός του αντικειμένου της θεραπείας - στην προκείμενη περίπτωση η ακύρωση υποθήκης - καθιστά αχρείαστη τη συνέχιση της δίκης καθότι τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω, έστω και εάν η απώλεια του αντικειμένου επεσυνέβη μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης και την επακολουθήσασα έφεση. Το κατά πόσο δε η εφεσείουσα αναγκάστηκε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό πέραν της απόφασης ημερ. 21.12.00 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου για εξάλειψη της υποθήκης, όπως ισχυρίζεται, ισοδυναμεί με απαίτηση που έχει κάθε δικαίωμα να προωθήσει με σχετική αγωγή.» (ο τονισμός είναι δικός μου) Επίσης στην υπόθεση Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.ά., Πολ. Έφ. 429/2011, ημερ. 06/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:A444, το Εφετείο δέχθηκε ως βάση αγωγής την αξίωση της ενυπόθηκης οφειλέτιδας για ανάκτηση του ποσού που καταβλήθηκε πέραν του οφειλόμενου κατά την εκποίηση υποθήκης. Τέλος, στην πρωτόδικη υπόθεση Χατζηνικολάου, Διαχειριστής της περιουσίας της Αγκους Κάμερον ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Αρ. Αγωγής 7978/2010, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 23/03/2020, η Παρασκευαΐδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ., τέθηκε αντιμέτωπη με αίτημα έκδοσης διατάγματος αναγνώρισης που ήθελε τους εναγόμενους να μην «μπορούν να αξιώνουν . οποιοδήποτε ποσό υπερβαίνει το διπλάσιο του επιδικασθέντος υπέρ αυτών στις 14/11/1990 ποσού των Λ.Κ.98.352,12 με τόκο 9% το χρόνο από 01/04/1989 στην αγωγή αρ. 8839/1989». Ήταν δε η απόφαση της ευπαίδευτης Προέδρου ότι: «Το πρώτο θέμα που με απασχόλησε είναι αυτό της διαδικασίας, κατά πόσο ο Ενάγοντας ορθά καταχώρισε την παρούσα αγωγή ή θα έπρεπε να είχε προωθήσει κάποιο άλλο δικονομικό μέτρο. Ο Ενάγοντας αξιώνει στην ουσία αναγνωριστική απόφαση ότι η Εναγόμενη δεν δικαιούται να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό που υπερβαίνει το διπλάσιο του αρχικού χρέους ή του ποσού που έχει επιδικασθεί από το δικαστήριο στην αγωγή 8839/1989, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.» (και πιο κάτω) «Προβληματίστηκα κατά πόσο το θέμα που καλείται να αποφασίσει σήμερα το Δικαστήριο θα μπορούσε να εγερθεί και να αποφασισθεί στα πλαίσια κάποιας άλλης διαδικασίας, ήτοι κατά την εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή 8839/
- Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Οι διαδικασίες για εκτέλεση κάποιας απόφασης δεν προσφέρονται για εξέταση τέτοιων θεμάτων ενώ σε κάποιες εξ αυτών δεν δίδεται καν η ευκαιρία στον Εναγόμενο να ακουσθεί. Κρίνω, με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο μου ότι στην Εκθεση Απαίτησης προσδιορίζεται αγώγιμο δικαίωμα και κατ' επέκταση ο εξ αποφάσεως οφειλέτης νομιμοποιείτο να καταχωρίσει την υπό κρίση αγωγή και να ζητήσει την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης.» Ενόψει όλων των ανωτέρω δεν χωρεί αμφιβολία ότι αξίωση για εξάλειψη υποθήκης, εδραζόμενη στο ότι εξοφλήθηκε το ποσό που επιδικάστηκε σε προγενέστερη αγωγή, δεν αποκλείεται ένεκα δεδικασμένου, αντιθέτως δύναται να αποτελέσει καλή βάση αγωγής. Αυτή δε η κατάληξη επαρκεί ώστε η υπό κρίση υπόθεση, η οποία εδράζεται ακριβώς σε τούτο το δικανικό πλαίσιο και η προσκομισθείσα μαρτυρία είναι ευθυγραμμισμένη πλήρως με αυτή τούτη την αξίωση, ικανοποιεί την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 περί σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Η πιθανότητα επιτυχίας έχει χαρακτηρισθεί και ως το πρωταρχικό κριτήριο (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/18, 21/03/2019). Θεμελιωμένο είναι πως σε αυτό το πλαίσιο δεν απαιτείται απόδειξη του ουσιαστικού ζητήματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. Φακοντή ν. Κακούτη, Πολ. Έφ. 70/11, 23/06/2015, ECLI:CY:AD:2015:A444). Από το σύνολο των αποφάσεων που καταπιάνονται με τη δεύτερη προϋπόθεση, ιδιαιτέρως κατατοπιστική και χρήσιμη, τόσο ένεκα των δεδομένων της όσο και της δικανικής αιτιολόγησης τούτης, κρίνω πως είναι η υπόθεση Hazlewood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.α., Πολ Έφ. Ε14/2017 και Ε209/2017, 16/07/
- Αν και επικρίθηκαν τα σχόλια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, υποδείχθηκε ότι: «Θα μπορούσε βεβαίως το πρωτόδικο Δικαστήριο να επανεξετάσει τα προβληθέντα υπό το κράτος της θέσεως της ενιστάμενης πλευράς, όχι για να σχολιάσει την αλήθεια ενεργειών ή παραλείψεων, αλλά μόνο για να εξετάσει εάν τα προτεινόμενα από την ενιστάμενη πλευρά ανέτρεπαν εξ αντικειμένου τα δεδομένα που η πλευρά του αιτητή παρουσίαζε.». Αυτός τωόντι είναι ο σκοπός τούτης της παρεμπίπτουσας διαδικασίας, που ως εκ της φύσεώς της δεν άπτεται της ουσίας της διαφοράς, παρά μόνο της ισχύς του αιτήματος που εδράζεται στα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 32 του Ν. 14/
- Και σε αυτή την περίπτωση η πλευρά των εναγομένων υποστηρίζει πως ο ενάγων απέτυχε να προσκομίσει ικανοποιητική μαρτυρία που να αποδεικνύει πιθανότητα επιτυχίας, έστω στον βαθμό του άρθρου 32 του Ν.14/60 και περαιτέρω, διατείνεται πως η μαρτυρία του ενάγοντα σκοπεί απλώς και μόνο σε πρόκληση εντυπώσεων, ενώ στην ουσία είναι παραπλανητική. Επί της ουσίας του πράγματος παραπέμπει στο τεκμήριο 3 στην ένσταση και συγκεκριμένα στην ειδοποίηση τύπος Ι που στάλθηκε στον ενάγοντα και τον ενημέρωσε για τη διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου (η επιστολή είναι ημερομηνίας 10/10/2019) και συγκεκριμένα στην κατάσταση λογαριασμού που εκεί επισυνάπτεται και καταλήγει πως η εκποίηση της υποθήκης Υ5699/91 (δηλαδή της υποθήκης που αφορά το επίδικο ακίνητο) είναι για αρχικό ποσό €51.258,04 πλέον τόκους €51.258,
- Βάσει αυτού είναι η θέση των εναγομένων πως ουδεμία παραβίαση της νομοθετικής πρόνοιας του άρθρου 6 του περί Τόκων Νόμου, Ν.2/77, υφίσταται, ως αυτή εξηγήθηκε στην υπόθεση Πιπονίδη, ανωτέρω, αρχή την οποία αναγνωρίζει και δέχεται ότι υπό τις περιστάσεις τυγχάνει εφαρμογής. Με όλο το σεβασμό στις σχετικές αιτιάσεις των εναγομένων, είμαι όμως της γνώμης πως δεν πραγματεύονται την ουσία του πράγματος. Ο ενάγων δεν υποστηρίζει πως η παραβίαση των διαλαμβανομένων στο άρθρο 6 του Ν.2/77 αφορά το επίδικο ακίνητο. Δεν είναι αυτή η θέση του ενάγοντα στην προκείμενη περίπτωση. Θέση του είναι πως τέτοια παραβίαση υφίσταται σε ό,τι αφορά το ακίνητο της ΕΧ και την πώληση τούτου δια ιδιωτικής συμφωνίας, η οποία διενεργήθηκε την 15/01/2021 και κατ' επέκταση, ότι ένεκα τούτου πλήττεται και ο εκεί προτεινόμενος τρόπος διάθεσης του προϊόντος πώλησης (βλ. τεκμήριο 11 στην αίτηση). Είναι ένεκα αυτών των αιτιάσεων που αποτάθηκε στο Δικαστήριο με Αίτηση/Έφεσης και έλαβε σχετικό απαγορευτικό διάταγμα στην αίτηση 57/2021 (βλ. τεκμήριο 12 στην αίτηση). Σε ό,τι τώρα αφορά την επίδικη αίτηση και την τυχόν πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης του σε τούτο το πλαίσιο, η ουσία των αιτιάσεων του ενάγοντα αναφύεται από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 11 στην αίτηση. Παρεμβάλλεται εν προκειμένω πως αν και οι εναγόμενοι αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, εντούτοις δεν αμφισβητούν ότι το τεκμήριο 11 στην αίτηση απεστάλη από τους ιδίους κατά πως ο ενάγων υποστήριξε. Σε κάθε όμως περίπτωση, το περιεχόμενο του εγγράφου ομιλεί αφ' εαυτού και για σκοπούς τούτης της διαδικασίας δεν αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης. Ως εκ τούτου, δέχομαι ότι το τεκμήριο 11 στην αίτηση απεστάλη από τους εναγόμενους στον ενάγοντα κατά τον τρόπο που ο τελευταίος εξήγησε, δηλαδή αφορά τη διάθεση του προϊόντος πώλησης του ακινήτου της ΕΧ, το οποίο ακίνητο βάραιναν δύο υποθήκες για τις οποίες επίσης εκδόθηκε διάταγμα εκποίησης στην αγωγή 13422/96 (βλ. τεκμήριο 2 τόσο στην αίτηση όσο και στην ένσταση). Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του ενάγοντα ο λόγος που ο ίδιος πληροφορήθηκε τούτο τον τρόπο διάθεσης του προϊόντος πώλησης (τεκμήριο 11 στην αίτηση), οφείλεται στο ότι είχε και ο ίδιος καταχωρίσει memo επί του εν λόγω ακινήτου. Τώρα, το τεκμήριο 11 στην αίτηση φαίνεται να υποστηρίζει πως η πώληση του ακινήτου εξόφλησε πλήρως το εξ αποφάσεως χρέος, εξου και ακολούθησε καταβολή ποσού σε άλλο δικαιούχο, εν προκειμένω τον ενάγοντα που είχε καταχωρίσει το memo. Συνάγεται τούτο εφόσον οι διατάξεις της σχετική νομοθεσίας Ν.9/65, διαλαμβάνουν ό,τι σχετικό του τρόπου καταβολής τέτοιου προϊόντος πώλησης, καθώς και τη σειρά προτεραιότητας. Με δεδομένο λοιπόν ότι οι εναγόμενοι πρόσφεραν στον ενάγοντα διαθέσιμο ποσό, ήτοι €80.600,76, συνάγεται πως το εξ αποφάσεως χρέος ικανοποιήθηκε πλήρως από το ποσό που έλαβαν οι ίδιοι, δηλαδή €459.146,83, εξου και το εναπομείναν ποσό του προϊόντος πώλησης διατέθηκε στους λοιπούς δικαιούχους (βλ. τεκμήριο 11 στην αίτηση). Αυτή είναι και η βασική θέση του ενάγοντα, δηλαδή ότι το εξ αποφάσεως χρέος της αγωγής 13422/1996 έχει εξοφληθεί και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η εκποίηση το επίδικου ακινήτου. Οι εναγόμενοι διατείνονται πως το εξ αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί και αυτό ένεκα του διατάγματος που ο ενάγων και η εταιρεία εξασφάλισαν στο πλαίσιο της αίτησης/έφεσης 57/
- Κρίνω πως το εν λόγω επιχείρημα δεν απαντά τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τη μαρτυρία του ενάγοντα. Εν πρώτοις υποδεικνύεται πως η αμφισβήτηση του ενάγοντα σε σχέση με την εκποίηση του ακινήτου της ΕΧ στο πλαίσιο της αίτησης/έφεσης 57/2021, δεν άπτεται της πώλησης αυτής αφ' εαυτής, αλλά μόνο της διάθεσης του προϊόντος τούτης (βλ. τεκμήριο 12 στην αίτηση). Συνεπώς η πώληση του εν λόγω ακινήτου θεωρείται συντελεσθείσα. Πέραν τούτου όμως, μέσω του τεκμηρίου 11 στην αίτηση ο ενάγων κατέδειξε, νοείται γι' αυτό πάντα το πλαίσιο της διαδικασίας που δεν απαιτείται υψηλός βαθμός απόδειξης αλλά πιθανότητα επιτυχίας, πως εκ του προϊόντος της πώλησης οι εδώ εναγόμενοι προτίθενται να λάβουν το ποσό των €459.146,
- Είναι βεβαίως γεγονός ότι δεν έχει ολοκληρωθεί η λογιστική πράξη, δηλαδή το εν λόγω ποσό δεν έχει πιστωθεί στο λογαριασμό των εναγομένων στο εξ αποφάσεως χρέος τους στην αγωγή 13422/96, μεταξύ των οποίων είναι και ο εδώ ενάγων, λόγω ακριβώς του διατάγματος στην αίτηση/έφεση 57/
- Εντούτοις αυτό δεν αλλοιώνει το γεγονός ότι τη δεδομένη στιγμή οι εναγόμενοι έχουν στα χέρια τους το συνολικό ποσό των €648.002, το οποίο προέκυψε από την πώληση του ακινήτου της ΕΧ και απλώς αναμένονται οι οδηγίες του Δικαστηρίου στην αίτηση/έφεση 57/2021 ως προς τη διάθεση τούτου μεταξύ των δικαιούχων, ενδεχομένως και κατά τον τρόπο που υπεδείχθη από τους εναγόμενους. Αυτό δε το γεγονός αντιπαραβάλλεται με τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 3 στην ένσταση και συγκεκριμένα την κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 10/10/2019 που στάλθηκε στον εδώ ενάγοντα ως μέρος της ειδοποίησης τύπου Ι. Όπως προαναφέρθηκε, εκεί σημειώθηκε ότι το συνολικό ύψος του χρέους δυνάμει της δικαστικής απόφασης 13422/1996 ανέρχεται σε €441.887,71, δηλαδή ποσό που ικανοποιείται από την προτιθέμενη από τους εναγόμενους διάθεση του προϊόντος, ως φαίνεται στο τεκμήριο 11 στην αίτηση. Είναι αυτή η θεώρηση των γεγονότων που σε τούτο το στάδιο της διαδικασίας και χωρίς να προκαθορίζεται οτιδήποτε, εφόσον τα όποια ευρήματα συναρτώνται αποκλειστικά και μόνο με τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν. 14/60, που δικαιολογούν εύρημα πιθανότητας επιτυχίας του ενάγοντα, εφόσον η προσκομισθείσα μαρτυρία θέλει το εξ αποφάσεως χρέος να έχει εξοφληθεί και η μαρτυρία των εναγομένων δεν κατόρθωσε να απαντήσει τον εν λόγω ισχυρισμό. Αν τούτο χρειάζεται περαιτέρω νομολογιακή υποστήριξη, αρκεί να παραπέμψω στην υπόθεση Ματθαίου κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ κ.ά.
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1655, όπου το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι παρείχετο δικαίωμα ανάκτησης της ζημίας που προκλήθηκε από την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου, εφόσον τούτη μπορούσε να αποφευχθεί ένεκα ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους από την πώληση άλλου ακινήτου. Αυτή εν προκειμένω είναι η εικόνα που δημιουργείται και από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Ενόψει όλων των ανωτέρω καταλήγω πως και η δεύτερη προϋπόθεση που θέτει ο νόμος πληρείται. Σε ό,τι αφορά την τρίτη προϋπόθεση, θεμελιωμένο είναι πλέον ότι η απονομή της δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με υποκατάσταση υλικής ζημίας, εφόσον η αποζημίωση δεν συνιστά τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος (βλ. Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. Ε203/13, 11/09/2019 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/18, 21/03/2019). Αποτελεί γεγονός ότι η ένορκη δήλωση του ενάγοντα δεν ομιλεί περί της δυνατότητας ή μη των εναγομένων να αποκαταστήσουν την τυχόν ζημία που ήθελε προκύψει. Από την άλλη η ένορκη δήλωση των εναγομένων παραθέτει πειστικούς λόγους για την πιστοληπτική ικανότητα των τελευταίων και την ευχέρεια τους να αποκαταστήσουν την τυχόν ζημία που ήθελε προκύψει. Σχετικές εν προκειμένω είναι οι αναφορές του ομνύοντα τη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στις παραγράφους 38 μέχρι και 42 και ιδιαίτερα τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 7 στην ένσταση, τα οποία δεικνύουν πως το μετοχικό κεφάλαιο των εναγομένων ανέρχεται σε €1.000.000, ενώ η αξία τούτων των μετοχών υπέρ το άρτιο, ανέρχεται σε €44.000.000. Δέχομαι συνεπώς ότι οι εναγόμενοι είναι ικανοί να καταβάλουν τις τυχόν αποζημιώσεις που ήθελε επιδικαστούν σε βάρος τους. Εντούτοις στην προκείμενη περίπτωση μείζονα σημασία ανακτούν τα λεχθέντα στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, 324, όπου αναφέρθηκε ότι: «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Η υλική αποκατάσταση δεν είναι πάντα το ζητούμενο και βεβαίως ούτε το ιδεατό. Έχει γίνει ήδη αναφορά στον λόγο της υπόθεσης Ματθαίου, ανωτέρω και δεν παραγνωρίζεται ότι εκεί κρίθηκε πως το δεύτερο ακίνητο δεν θα έπρεπε να είχε πωληθεί, εφόσον το εξ αποφάσεως χρέος είχε ήδη ικανοποιηθεί από την πώληση δια πλειστηριασμού άλλου ακινήτου. Ένεκα του ότι σε εκείνη την περίπτωση η αγωγή ακολούθησε την πώληση και ως εξηγείται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο τίτλος που λαμβάνει ο καλόπιστος τρίτος αγοραστής δεν διαταράττεται, μοναδική διέξοδος ήταν η υλική αποκατάσταση του τέως ιδιοκτήτη, εν προκειμένω η διαφορά μεταξύ της τιμής πωλήσεως κατά τον πλειστηριασμό από την τιμή που το ακίνητο είχε εκτιμηθεί. Το γεγονός όμως ότι εκεί η αγωγή ηγέρθη μετά την πώληση, δεν σημαίνει ότι η αποζημίωση είναι και η μοναδική επιλογή του Δικαστηρίου. Στην υπό κρίση περίπτωση ο ενάγων κατέφυγε στο Δικαστήριο πριν τούτη την πώληση και ως έχει υποδειχθεί, κατέδειξε πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσής του. Με δεδομένη λοιπόν την αναγνωρισμένη δικαιϊκή αρχή πως η αποκατάσταση δεν συναρτάται αποκλειστικά και μόνο με την υλική ζημία, θεωρώ πως το επιχείρημα ότι έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια, δεν αρκεί για τη μη έκδοση του διατάγματος. Ως εκ τούτου καταλήγω πως υπό τις περιστάσεις η μη έκδοση του διατάγματος θα καταστήσει αδύνατη την απονομή πλήρους δικαιοσύνης, εφόσον το ακίνητο δυνατό να πωληθεί και κατ' επέκταση να μην επιτρέπει τη διεκδίκηση του από τον καλόπιστο τρίτο αγοραστή. Ως εκ των ανωτέρω καταλήγω πως και αυτή η προϋπόθεση πληρείται. Απομένει πλέον να εξεταστεί το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος, πιο πάνω, υποδείχθηκε εν προκειμένω ότι? « Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» Η προηγηθείσα ανάλυση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, υπό το φως πάντα των σχετικών νομικών αρχών, οδηγεί, υπό τις περιστάσεις, σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα και αυτό είναι πως η πλάστιγγα γέρνει υπέρ του ενάγοντα. Αν στο τέλος της ημέρας η υπόθεση ήθελε οδηγηθεί σε απόφαση που δικαιώνει τους εναγόμενους και όχι τον ενάγοντα, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα προκαλέσει οιαδήποτε αδικία που να μην δύναται να καλυφθεί από τη δέσμευση του ενάγοντα (cross-undertaking). Για να το θέσω σε πραγματικούς όρους, σε τέτοια περίπτωση η έκδοση του διατάγματος θα καθυστερήσει μόνο τη διαδικασία πλειστηριασμού του ακινήτου, ως έχει δρομολογηθεί από τους εναγομένους. Στην αντίθετη περίπτωση, αν τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδοθούν και τελικώς ο ενάγων δικαιωθεί, δηλαδή κριθεί ότι το εξ αποφάσεως χρέος της αγωγής 13422/1996 έχει εξοφληθεί και συνεπώς η υποθήκη επί του επιδίκου ακινήτου πρέπει να εξαλειφθεί, η εν λόγω απόφαση δεν θα ικανοποιηθεί πλήρως, εφόσον ως ανωτέρω υποδείχθηκε η ενδεχόμενη πώληση του ακινήτου δεν θα δύναται να ανατραπεί κατά τρόπο που να επανέλθει η ιδιοκτησία στον ενάγοντα. Είναι γι' αυτούς τους λόγους που καταλήγω πως, υπό τις περιστάσεις πάντα, το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει προς την πλευρά του ενάγοντα. Προτού ολοκληρώσω κρίνω πως δυο λόγια χρειάζεται να ειπωθούν σε σχέση και με το κατεπείγον του πράγματος, εφόσον η πλευρά των εναγομένων ανέδειξε τούτο σε επίδικο. Στην υπόθεση D.B. Technologies B.V. v. Loizos Iordanou Constructions Ltd, Πολ. Εφ. 166/19, ημερ. 15/10/2019, υπεδείχθη σχετικά ότι: «Σαφώς λοιπόν δικαιοδοτικός όρος για την μονομερή έκδοση ενός διατάγματος δεν είναι μόνο το επείγον αλλά και η ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων (Βλ.Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1Β ΑΑΔ 598, Αspis Liberty Life Ins. Public Co Ltd v. Σιακαρίδου, Πολ.εφ.52/10 ημερ. 19.3.2014). ΄Oμως, όπως υποδείχθηκε στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λτδ Π.Ε. 312/10, ημερ. 17.7.2014, το θέμα του επείγοντος που εγείρεται μετά που ακούεται ο εναγόμενος, «δεν πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του». To ίδιο - και με περισσότερη έμφαση - τονίστηκε στη Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. ν. Adeona Holdings Limited, Πολ.εφ.αρ.Ε6/2014, 7.2.2015, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς». Είναι γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην εκκαλούμενη απόφαση, δεν εξέτασε σε ξέχωρο κεφάλαιο ή με ρητές αναφορές την ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων. Όμως, όλο το κείμενο της απόφασης διαπνέεται ακριβώς από την ανάλυση των ιδιαίτερων εκείνων περιστάσεων που οδήγησαν ευθύς εξ αρχής το Δικαστήριο στη μονομερή έκδοση και εν τέλει στην οριστικοποίηση του διατάγματος.». Είμαι της γνώμης πως στην υπό κρίση περίπτωση δεν μπορεί να γίνεται λόγος για καθυστέρηση. Η ειδοποίηση τύπος ΙΓ επιδόθηκε στον ενάγοντα την 12/11/
- Αποτάθηκε στους δικηγόρους του, οι οποίοι την 08/12/2021 απέστειλαν σχετική επιστολή στους εναγόμενους (βλ. τεκμήριο 14 στην αίτηση). Οι τελευταίοι απάντησαν την 23/12/2021 (βλ. τεκμήριο 15 στην αίτηση). Η αγωγή και η αίτηση καταχωρίστηκαν την 29/12/
- Κρίνω πως ο χρόνος που παρήλθε δεν δικαιολογεί συμπέρασμα καθυστέρησης. Ο χρόνος που μεσολάβησε από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης ΙΓ, μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της επίδικης αίτησης, είναι λογικά αναγκαίος για εύλογη τροχιοδρόμηση ενός ένδικου διαβήματος τέτοιας σοβαρότητας και πολύ περισσότερο, αφότου προηγηθεί, όπως εδώ έγινε, προσπάθεια για εξώδικη επίλυση του προβλήματος. Τα ανωτέρω συναρτώνται και με το τελευταίο ζήτημα που απασχολεί, εν προκειμένω την ισχυριζόμενη απόκρυψη γεγονότων, κάτι που δεν ισχύει στη δεδομένη περίπτωση. Και εξηγώ. είναι η θέση των εναγομένων πως το γεγονός ότι ο ενάγων δεν αποκάλυψε πως είχε προηγηθεί ήδη πλειστηριασμός του ακινήτου, χωρίς όμως επιτυχία, συνιστά ουσιώδες γεγονός το οποίο απεκρύβη και γι' αυτό και μόνο τον λόγο το Δικαστήριο θα πρέπει να ακυρώσει το διάταγμα που εξεδόθη μονομερώς. Η ανωτέρω θέση δεν αποδίδει ορθά την πραγματική διάσταση του πράγματος και την εκτιμά εσφαλμένα. Ουδέποτε απεκρύβη από το Δικαστήριο πως εκείνο που συνιστά τον πυρήνα της επίδικης αίτησης είναι ο επικείμενος πλειστηριασμός του ακινήτου. Αναφέρθηκε δε ευθαρσώς πως η ειδοποίηση που εδώ πλήττεται είναι τύπου ΙΓ. Αυτό από μόνο του καθιστά σαφές πως δεν είναι ο πρώτος πλειστηριασμός (βλ. σχετικά άρθρο 44Η του Ν.9/65 και τον εκεί πλαγιότιτλο "πώληση ενυπόθηκου ακινήτου μετά την αποτυχία πώλησης κατά τον πρώτο πλειστηριασμό"). Εν πάση όμως περιπτώσει, εδώ ουσιώδες δεν είναι το γεγονός πως την 10/10/2019 εξεδόθη η ειδοποίηση τύπου Ι (τεκμήριο 3 στην ένσταση) ή η ειδοποίηση τύπου ΙΑ και ΙΒ (τεκμήριο 4 στην ένσταση) και πως ο πλειστηριασμός που είχε προγραμματιστεί για την 03/11/2020 απέτυχε. Εδώ η ουσία είναι πως ο επίδικος πλειστηριασμός εμποδίζεται εφόσον την 15/01/2021 ακολούθησε η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου της ΕΧ και από το εισπραχθέν ποσό εξοφλήθηκε το εξ αποφάσεως χρέος της αγωγής 13422/
- Είναι ο συνδυασμός των δύο αυτών γεγονότων εκείνος ο οποίος δικαιολογεί πλέον την αίτηση και όχι οτιδήποτε άλλο. Εν ολίγοις, πριν τούτα τα γεγονότα ο ενάγων δεν είχε βάση αγωγής. Αυτά τα γεγονότα είναι που αποτέλεσαν την αιτία καταχώρισης της αγωγής. Συνεπώς υπό το φως όλων των ανωτέρω και με γνώμονα καθετί το οποίο λέχθηκε στην υπόθεση D.B. Technologies, ανωτέρω, ως προς το ποίο γεγονός θεωρείται ουσιώδες, καταλήγω πως στην προκείμενη περίπτωση ουδέν τέτοιο γεγονός απεκρύβη. Ως εκ τούτου και αυτή η πτυχή των αιτιάσεων των εναγομένων απορρίπτεται. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι το εκδοθέν διάταγμα είναι πλήρως δικαιολογημένο και ως εκ τούτου οριστικοποιείται. Έξοδα διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος των εναγομένων, καταβλητέα βεβαίως στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................................... Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο