← Κύπρος

ΧΑΡΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ κ.α. ν. THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 12/2022, 7/4/2022

ΧΑΡΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ κ.α. ν. THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 12/2022, 7/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A221 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 12/2022 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 και επί τοις Αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας (Διακατοχή Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ:

  1. ΧΑΡΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ
  2. ΡΙΤΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ
  3. NICOS ECONOMIDES & SONS LTD Αιτητών-Εφεσειόντων και THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED Καθ' ης η Αίτηση-Εφεσίβλητης Ημερομηνία: 7η Απριλίου 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητές 1-3: Ο κ. Κ. Κουλουμπρής για κ. Κ. Μιχαηλίδη Για Καθ' ης η αίτηση: Η κα Α. Μαυρή -------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «
  4. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η επισυναπτόμενη στην Ένορκο Δήλωση του Χάρη Οικονομίδη Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ», ημερομηνίας 17/12/2021 (εν της εφεξής η Ειδοποίηση «ΙΑ»)
  5. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται ο σκοπούμενος με την Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» ηλεκτρονικός πλειστηριασμός, ορισμένος στις 08/04/2022 και ώρα 10:00 π.μ, δια της ηλεκτρονικής ιστοσελίδα www.eauction.coni και που αφορά το ακίνητο με αριθμό εγγραφής [ ], Φυλ./Σχ, [ ], Τμήμα [ ] Τεμ.[ ] στον Δήμο Έγκωμης, Επαρχίας Λευκωσίας.
  6. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο ακυρώνεται η διαδικασία που προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (εν της εφεξής ο Νόμος), ένεκα του ότι η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» αποτυγχάνει να ακολουθήσει τις επιτακτικές πρόνοιες του νόμου και/ή δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις και/ή δεν έχει δεόντως επιδοθεί, και/ή έχει αποσταλεί πριν την λήξη της προθεσμίας για καταβολή πληρωμής.
  7. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η επισυνημμένη στην Ένορκο Δήλωση του Χάρη Οικονομίδη Ειδοποίηση Τύπου «I», ημερομηνίας 01/09/2020 (εν της εφεξής η Ειδοποίηση Τύπου «I») καθώς κατέστη ανενεργή δια του δόγματος της εγκατάλειψης (waiver) και/ή της αναστολής του αναφερόμενου πλειστηριασμού και/ή καθώς αποτυγχάνει να ακολουθήσει τις επιτακτικές διαδικασίες και/ή τον απαιτούμενο τύπο και περιεχόμενο ως ο Νόμος επιτακτικά ορίζει.
  8. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται ο σκοπούμενος ηλεκτρονικός πλειστηριασμός ένεκα του ότι δεν έχει επιδοθεί και/ή δεν έχει επιδοθεί νομότυπα ειδοποίηση Τύπου «I» που να απευθύνεται και/ή καλεί σε πληρωμή όλους τους Αιτητές.
  9. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η επισυναπτόμενη στην Ένορκο Δήλωση του Χάρη Οικονομίδη Ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ», ημερομηνίας 17/12/2021 (εν της Εφεξής η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ»)
  10. Οποιοδήποτε άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη υπό τας περιστάσεις.». Στο πρόσωπο της αίτησης αναγράφονται οι λόγοι έφεσης. Τα εκεί αναφερόμενα έχουν ως εξής: «
  11. Η Εφεσίβλητη δεν νομιμοποιείτε να προωθεί την προσβαλλόμενη διαδικασία καθώς δεν είναι ο ενυπόθηκος δανειστής εν την έννοια του νόμου και/ή αποτυγχάνει πρώτα να ακολουθήσει τις επιτακτικές πρόνοιες του νόμου προτού νομιμοποιηθεί να εκκινήσει την προσβαλλόμενη διαδικασία.
  12. Η Ειδοποίηση Τύπος «I» δεν έχει επιδοθεί και/ή δεν έχει νόμιμα και/ή νομότυπα και/ή δεόντως επιδοθεί σωστά σε όλους τους Αιτητές και/ή δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο από τον Ν. 9/1965 τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις και συμπαρασείρει σε ακυρότητα την Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ».
  13. Η Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» δεν έχει δεόντως επιδοθεί και/ή έχει επιδοθεί πρόωρα στους Αιτητές και/ή δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις και πρέπει να παραμεριστεί καθώς δεν απεστάλη και/ή δεν απεστάλην νομότυπα η προγενέστερη ειδοποίηση Τύπου «I» σε όλα τα ενδιαφερόμενο πρόσωπα ως προνοείτε από την νομοθεσία.
  14. Η Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» έχει αποσταλεί πριν την λήξη τις προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής και/ή δεν συμμορφώνεται με τις επιτακτικές πρόνοιες του Νόμου καθώς κατά παράβαση του Άρθρου 44(ΓΧ'1) δεν απεστάλη προγενέστερη Ειδοποίηση Τύπου «I» που να απευθύνεται και/ή να καλεί τους Αιτητές 2 και 3 σε πληρωμή.
  15. Άνευ βλάβης η όλη διαδικασία πλειστηριασμού είναι παράνομη και/ή αντικανονική και πρέπει να ακυρωθεί για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα έχουν ήδη αποφασιστεί στην υπόθεση 348/
  16. Η εφεσίβλητη κακόπιστα προχωρεί στην εκποίηση άσχετου ακινήτου, οι εξασφαλίσεις του οποίου καλύπτονται πέραν της λογικής ικανοποίησης από παράλληλη υποθήκη καν/ή επιχειρεί να εκποιήσει άσχετο ακίνητο το οποίο καθιστά τόσο την πρώτη κατοικία του Αιτητή όσο και την επαγγελματική του στέγη.
  17. Η Ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» δεν έχει επιδοθεί και/ή δεν έχει νόμιμα και/ή νομότυπα και/ή δεόντως επιδοθεί διότι η Καθών η Αίτηση είχε υποχρέωση να αποστείλει την Ειδοποίηση «ΙΑ» μέσω συστημένης επιστολής και όπου και αν αυτό δεν ήταν εφικτό τότε να προχωρήσει σε ιδιωτική επίδοση.
  18. Η Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» επεδόθη πρόωρα και/ή παράνομα καθότι υπάρχει δεδικασμένο μέσω προγενέστερης Αίτησης/Έφεσης, η αριθμόν 348/2020 με την οποία σειρά από τα παρόντα ζητήματα έχουν αποφασιστεί. Η Εφεσίβλητη είχε και έχει υποχρέωση να συμμορφωθεί με την Δικαστική απόφαση και να αποστείλει εκ νέου ειδοποίηση «I».
  19. Οι προσβαλλόμενες Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» και/ή «ΙΒ» δεν συμμορφώνονται και/ή παραβιάζουν τις διατάξεις των άρθρων 44Α-44ΙΑΑ, καθότι η Εφεσίβλητη εξέδωσε ταυτόχρονα τις ειδοποιήσεις «ΙΑ» και «ΙΒ», παραλείποντας να παραχωρήσει χρονικό διάστημα με το πέρας του οποίου να εκπνέει η προθεσμία καταχώρησης Έφεσης.
  20. Η Ειδοποίηση Τύπου «I» δεν έχει δεόντως επιδοθεί αφού δεν απεστάληκε μέσω συστημένης επιστολής.
  21. Οι Αιτητές ουδέποτε έλαβαν την εκ του νόμου προβλεπόμενη και κατά τύπο ορθή κατάσταση λογαριασμού από την Καθ' ης η Αίτηση και ουδέποτε ενημερώθηκαν επαρκώς για την ισχυριζόμενη οφειλή. Τούτο κατά παράβαση των άρθρων 44Γ

(1)και44Γ
(1), 44Γ
(3)αλλά και της εκδοθείσας απόφασης Αρ. Αίτησης/Εφεσης 348/
  1. Το παρουσιαζόμενο ως ληξιπρόθεσμο και/η απαιτητό οφειλόμενο υπόλοιπο του ενυπόθηκου χρέους είναι λανθασμένο και/ή αυθαίρετο και ή αντίθετο προς ότι έχει συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων.
  2. Η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» ως εμφαίνετε και από την υπόθεση 348/20 δεν συμμορφώνεται με τις επιτακτικές πρόνοιες του Νόμου καθότι δεν έχει προηγηθεί και/ή δεν επισυνάπτεται μέσω του Τύπου «I», ορθή και/ή ολοκληρωμένη εν την έννοια του Νόμου κατάσταση λογαριασμού που να ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 44Γ
(1)του Νόμου. Γίνεται σε αυτή μνεία σε ανύπαρκτη υποθήκη, με αριθμόν Υ1508/2019 δεν αναφέρει τις εξασφαλίσεις που καλύπτονται, και η κατάσταση λογαριασμού παρουσιάζει απλά ένα ποσό οφειλής χωρίς καμία περαιτέρω ανάλυση. Συνεπώς ρητώς αμφισβητείται η νομιμότητα και η ορθότητα του ποσού που απαιτείται εξ αυτής.
  1. Η Ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» συμπαρασύρεται σε ακυρότητα καθότι η εγκυρότητα και η επακριβής αναφορά της οφειλής στον Τύπο «I» συνιστά προαπαιτούμενο. Κάτι που δεν έγινε. Η επισυνημμένη στην ειδοποίηση Τύπου «I» κατάσταση λογαριασμού αναφέρει ως οφειλή μέχρι την 31/12/2019 το ποσό των €198,267.
  2. Το ποσό αυτό συγκρούεται με το ποσό το οποίο αναφέρεται στον τύπο «I» που φέρει ημερομηνία αποστολής την 61/09/2020 και οφειλόμενο ποσό €198,267.94 πλέον τόκο και έξοδα.
  3. Η Ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» συμπαρασύρεται σε ακυρότητα καθότι ο φερόμενος με ημερομηνία 1/09/2020 Τύπος «I» παραθέτει ότι από 01/01/2020 ο λογαριασμός θα επιβαρύνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο 3,500%. Η Τράπεζα δεν είχε δικαίωμα να μεταβάλει το επιτόκιο σε μεταγενέστερη από την ισχυριζόμενη ημερομηνία τερματισμού, ήτοι την 14/05/
  4. Το επακριβές ποσό που οφείλεται δεν μπορεί να υπολογιστεί.
  5. Η Ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» συμπαρασύρεται σε ακυρότητα καθότι ο προγενέστερος τύπος «I» αναφέρει ότι ο λογαριασμός θα επιβαρύνεται συνολικά με κυμαινόμενο επιτόκιο 3,500%. Στην επεξηγηματική παρένθεση αναλύεται ότι ο λογαριασμός θα βαρύνεται με βασικό επιτόκιο τράπεζας προσαυξημένο όμως κατά 3,500%. Κατ' ακολουθίαν το ποσό που οφείλεται δεν μπορεί να υπολογιστεί.
  6. Η Ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» συμπαρασύρεται σε ακυρότητα καθότι η εγκυρότητα και η επακριβής αναφορά της οφειλής στον Τύπο «I» συνιστά προαπαιτούμενο. Κάτι που δεν έγινε. Στον Τύπο «I» περιλαμβάνεται μονοσέλιδα και ελλιπές η κατάσταση στην οποία κάποιος λογαριασμός ευρίσκετο το 2019, αγνοώντας την οποιαδήποτε κεφαλαιοποίηση μέχρι την ημερομηνία αποστολής της ειδοποίησης «I» που η ίδια μάλιστα κάνει αναφορά. Κατ' ακολουθίαν το ποσό που οφείλεται δεν μπορεί να υπολογιστεί.
  7. Μέχρι σήμερα ουδέν Δελτίο Πλειστηριασμού έχει κοινοποιηθεί στους Αιτητές είτε συνοδευόμενο με την Προσβαλλόμενη ειδοποίηση «ΙΑ» είτε άλλως πως.
  8. Η επίδοση της ειδοποίησης «Τύπου ΙΑ» κατέστη άκυρη και/ή άνευ νόμιμου αποτελέσματος και/ή έχει αποσταλεί πριν από την λήξη της προθεσμίας πληρωμής καθότι η οποιαδήποτε διαδικασία πλειστηριασμού αναστάλθηκε με σχετικές ανακοινώσεις του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου, της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων αλλά και δια των σχετικών τροποποιήσεων του νόμου 9/
  9. Η Εφεσίβλητη είχε υποχρέωση βάσει του Άρθρου 44Α
(1)
(2)και
(3)να αποστείλει εκ νέου τύπο «I».
  1. Άνευ βλάβης, η προωθούμενη διαδικασία διενεργείται κακόπιστα και/ή πρόωρα και/ή έχει εναρκτήρια περίοδο που αντίκεται του νόμου καθότι έχει και/ή είχε εγκριθεί από την Βουλή των Αντιπροσώπων νομοσχέδιο με το οποίο προνοείται αναστολή εκποιήσεων ακινήτων που αφορούν πρώτες κατοικίες και/ή επαγγελματική στέγη. Τούτο επιδεινώνεται με το γεγονός ότι η Εφεσίβλητη αυθαίρετα προωθεί σε πλειστηριασμό ολόκληρο το ενυπόθηκο ακίνητο το οποίο ξεπερνά κατά πολύ την ισχυριζόμενη ενυπόθηκη οφειλή.
  2. Η ειδοποίηση Τύπου «Θ δεν πληροί τον εκ του Νόμου προβλεπόμενο τύπο, το περιεχόμενο καθώς και τις προϋποθέσεις του.». Όπως είθισται η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που στην προκείμενη περίπτωση ομνύει ο αιτητής 1 (στη συνέχεια ο αιτητής). Όπως αναφέρει τούτος η αιτήτρια 2 είναι η σύζυγός του και η αιτήτρια 3 είναι εταιρεία (στη συνέχεια η εταιρεία) της οποίας διευθυντής είναι ο ίδιος. Είναι δε εξουσιοδοτημένος και από τους άλλους δύο αιτητές να προβεί στην επίδικη ένορκη δήλωση. Είναι εν προκειμένω η θέση του ότι η εταιρεία σε διάφορες χρονικές περιόδους συμβλήθηκε με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων. Προς τούτο συνομολογήθηκε σχετική συμφωνία υποθήκης προς όφελος της τράπεζας. Όπως έχει ενημερωθεί η εν λόγω υποθήκη μεταβιβάστηκε στην καθ' ης η αίτηση. Παραθέτει τα στοιχεία του ενυπόθηκου ακινήτου και δηλώνει πως μοναδικός ιδιοκτήτης είναι ο ίδιος. Το πιστοποιητικό εγγραφής του εν λόγω ακινήτου είναι το τεκμήριο 1 στην αίτηση. Δηλώνει περαιτέρω πως το επίδικο ακίνητο χρησιμοποιείται ως οικογενειακή εστία, επαγγελματική στέγη και εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Ένεκα τούτου σε πολλές περιπτώσεις εξέφρασε την πρόθεσή του να συναντηθεί με την τράπεζα και να καταλήξουν σε αμοιβαία επίλυση της οφειλής του. Εντούτοις προφασιζόμενοι τον όγκο των εγγράφων, δεν πραγματοποιήθηκε τέτοια συνάντηση και εντέλει του απεστάλη η ειδοποίηση τύπου Ι την 01/09/
  3. Η εν λόγω ειδοποίηση είναι το τεκμήριο 2 στην αίτηση. Είναι η θέση του πως τέτοια ειδοποίηση δεν απεστάλη στους αιτητές 2 και 3, γεγονός που επηρεάζει τη νομιμότητα τούτης. Περαιτέρω και ο ίδιος αμφισβητεί την ύπαρξη της υποθήκης που αναφέρεται στην εν λόγω ειδοποίηση καθώς και το ενυπόθηκο χρέος, ιδιαίτερα εφόσον δεν γίνεται αναφορά στους λογαριασμούς που καλύπτει και ο ίδιος αδυνατεί να ταυτοποιήσει τα εκεί αναφερόμενα με οιανδήποτε από τις οφειλές του. Περιπλέον, θέλει το περιεχόμενο της εν λόγω ειδοποιήσεως να είναι εσφαλμένο καθότι αν και η ειδοποίηση είναι χρονολογίας 2020, η κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται είναι χρονολογίας
  4. Κατά τον ομνύοντα παράτυπος είναι και ο τρόπος αποστολής της ειδοποίησης τύπου Ι και αυτό γιατί η τράπεζα απέστειλε την επιστολή με επιδότη και μάλιστα η επίδοση διενεργήθηκε προσωπικά στον ίδιο και όχι στους αιτητές 2 και 3, ασχέτως πως η εταιρεία είναι πρωτοφειλέτης. Ακολούθως η διαδικασία ανεστάλη ένεκα των διατάξεων του νόμου 212(I)/20, εφόσον το επίδικο ακίνητο πέραν κατοικίας είναι και επαγγελματική στέγη. Προς υποστήριξη τούτης της ιδιότητας του ακινήτου παραπέμπει στο τεκμήριο 3, εν προκειμένω λογαριασμούς ωφελείας των τελευταίων 6 μηνών. Ένεκα της αναστολής της διαδικασίας για τους λόγους που ανωτέρω αναφέρθηκε, ο ομνύων υποστηρίζει ότι ήταν υποχρέωση της καθ' ης η αίτηση να επαναρχίσει τη διαδικασία αποστέλλοντας νέα ειδοποίηση Ι. Αντ' αυτού, συνέχισε τούτην και την 27/12/2021 απέστειλε στον αιτητή δύο νέες ειδοποιήσεις, εν προκειμένω τους τύπους ΙΑ και ΙΒ. Οι νέες ειδοποιήσεις είναι τα τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα. Υποστηρίζει ότι μέχρι σήμερα δεν παρέλαβε το δελτίο Α που να παραθέτει την επιφυλασσόμενη τιμή του ακινήτου, ενώ αντιθέτως με την ταυτόχρονη αποστολή του τύπου ΙΒ η καθ' ης η αίτηση τον εξωθεί σε διορισμό εκτιμητή και πρόκληση περαιτέρω εξόδων εντός 10 ημερών, δηλαδή προτού εκπνεύσει το περιθώριο των 45 ημερών του χρόνου καταχώρισης έφεσης. Παράτυπη θεωρεί και σε αυτή την περίπτωση την αποστολή των εν λόγω επιστολών (τύπος ΙΑ και ΙΒ), εφόσον και πάλιν διενεργήθηκε δια επιδόσεως με ιδιώτη επιδότη. Μάλιστα ο εν λόγω γνώριζε ότι η αιτήτρια 2 διαμένει στην ίδια διεύθυνση με τον ομνύοντα και μπορούσε να την εντοπίσει. Εντούτοις η επίδοση έγινε στον ίδιο προσωπικά. Ένεκα όλων των ανωτέρω είναι η θέση του αιτητή πως οι ειδοποιήσεις τύπου Ι και ΙΑ πάσχουν, κάνουν αναφορά σε λανθασμένα ποσά και ότι καμία υποθήκη με αριθμό Υ1508/2019 συμφώνησε και/ή υπέγραψε με την τράπεζα. Εξάλλου τα ίδια ζητήματα αποφασίστηκαν από άλλο Δικαστήριο στα πλαίσια της αίτησης 348/
  5. Η δικαστική απόφαση επισυνάπτεται στην αίτηση και είναι το τεκμήριο
  6. Η καθ' ης η αίτηση αμφισβητεί το εύλογο του επίδικου αιτήματος και συνεπεία τούτου καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Δεν κρίνεται χρήσιμο να επαναληφθούν οι λόγοι ένστασης. Στη συνέχεια, εκεί και όπου χρειάζεται, γίνεται ειδική αναφορά σε τούτους τους λόγους. Όπως η αίτηση έτσι και η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Ομνύων σε τούτη την περίπτωση είναι ο Κωνσταντίνος Αδαμίδης, ο οποίος δηλώνει ότι σήμερα εργοδοτείται στην καθ' ης η αίτηση, αλλά πριν τούτη την εργοδότηση ήτο λειτουργός στο τμήμα ανάκτησης χρεών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Στη συνέχεια ο εν λόγω θα καλείται ως ο λειτουργός. Εκ της θέσεως που κατείχε στην τράπεζα, εν προκειμένω υπεύθυνος για την εποπτεία και έλεγχο της κίνησης λογαριασμών των πελατών, κατέστη κοινωνός και των λεπτομερειών που αφορούν την επίδικη υπόθεση. Είναι η θέση του λειτουργού πως η αιτήτρια 3 είναι πρωτοφειλέτιδα στην υπό κρίση περίπτωση, εφόσον σε διάφορες περιόδους συμβλήθηκε με την τράπεζα για παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων όπως τρεχούμενο λογαριασμό και δάνειο. Οι εν λόγω τραπεζικές διευκολύνσεις εξασφαλίζονταν από τον αιτητή, ο οποίος χορήγησε την υποθήκη Υ1508/
  7. Σύμφωνα με τον λειτουργό, ο ενυπόθηκος οφειλέτης ήταν πλήρως ενήμερος και σύμφωνος με τους όρους των τραπεζικών διευκολύνσεων που εξασφαλίζοντο από την υποθήκη. Αντίγραφο των εγγράφων της υποθήκης επισυνάπτονται ως τεκμήριο 3, ενώ πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, επισυνάπτεται ως τεκμήριο
  8. Δηλώνει ο λειτουργός πως από την εν λόγω έρευνα προκύπτει ότι το ακίνητο δεν επιβαρύνεται με οποιαδήποτε άλλα εμπράγματα βάρη. Είναι περαιτέρω η θέση του λειτουργού πως την 14/05/2019 η καθ' ης η αίτηση τερμάτισε όλους τους επίδικους λογαριασμούς αποστέλλοντας σχετική επιστολή στους αιτητές. Η εν λόγω επιστολή είναι το τεκμήριο 6 στην ένσταση. Ακολούθως την 06/11/2019 καταχώρησε την αγωγή 3553/2019 εναντίον των αιτητών, η οποία είναι ορισμένη για ακρόαση την 05/05/
  9. Περαιτέρω απέστειλε στους αιτητές και επιστολή τύπου Θ, η οποία είναι το τεκμήριο 5 στην ένσταση. Το οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος ανέρχεται σήμερα σε €198.267,94 πλέον τόκους €13.946,91, ως περιγράφεται στην ειδοποίηση τύπος ΙΑ. Προσθέτει ο λειτουργός ότι η καθ' ης η αίτηση απέστειλε την επιστολή ημερομηνίας 05/03/2020 στους αιτητές, οι οποίες (επιστολές) κατατέθηκαν στο ταχυδρομείο Λευκωσίας την 01/09/2020 και εντέλει παρελήφθησαν από τους αιτητές. Προς τούτο προσκομίζει τα τεκμήρια 7, 8 και 9 ως αποδειχτικά των όσων αιτιάται σε σχέση με αυτές τις ενέργειες. Σημειώνει δε ότι οι εν λόγω επιστολές παρελήφθησαν την 04/09/2020 από την αιτήτρια
  10. Μετά τις ως ανωτέρω ενέργειες, την 17/12/2021 η καθ' ης η αίτηση εξέδωσε ειδοποίηση τύπου ΙΑ και ΙΒ τις οποίες προώθησε και πάλιν στο ταχυδρομείο για αποστολή στους αιτητές. Αντίγραφο των επιστολών επισυνάπτεται ως τεκμήριο
  11. Η δε κατάθεση των επιστολών στο ταχυδρομείο, ημερομηνίας 22/12/2021, επισυνάπτεται ως τεκμήριο
  12. Σχετικό έγγραφο παρακολούθησης της πορείας των εν λόγω επιστολών, επισυνάπτεται ως τεκμήριο
  13. Ένεκα του ότι οι αιτητές δεν μετέβησαν στο ταχυδρομείο να παραλάβουν τις συστημένες τούτες επιστολές, την 10/01/2022 επέδωσε τις εν λόγω ειδοποιήσεις με ιδιώτη επιδότη. Η επίδοση διενεργήθηκε στον αιτητή τόσο για τον ίδιο προσωπικά όσο και για τη σύζυγό του, αιτήτρια 2, ενώ για την αιτήτρια 3 εταιρεία, η επίδοση διενεργήθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο την οποία και πάλι παρέλαβε ο αιτητής ως διευθυντής. Αντίγραφο της ενόρκου δηλώσεως του επιδότη που προέβη σε όλα τα ανωτέρω επισυνάπτεται ως τεκμήριο
  14. Πέραν των ανωτέρω στην ένσταση επισυνάπτεται και ειδοποίηση πλειστηριασμού μαζί με δελτίο Α ημερομηνίας 02/02/
  15. Σχετικό αντίγραφο επισυνάπτεται ως τεκμήριο 14, ενώ το τεκμήριο 15 είναι απόδειξη κατάθεσης τούτων στο ταχυδρομείο ως επίσης το έντυπο παρακολούθησης της πορείας που έλαβαν. Λόγω του ότι δεν παραλήφθηκαν, την 02/02/2022 η καθ' ης η αίτηση προέβη σε επίδοση του δελτίου Α μέσω ιδιώτη επιδότη. Σχετικό είναι το τεκμήριο 16 στην ένσταση. Εν κατακλείδι ο λειτουργός σχολιάζει δίκην νομικής αγόρευσης τις διάφορες αιτιάσεις του ομνύοντα την αίτηση. Είμαι της γνώμης πως επανάληψη των εν λόγων σχολίων δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της απόφασης. Το πρώτο που οφείλει να απασχολήσει την εν λόγω απόφαση είναι οι λόγοι 4 και 5 στην ένσταση. Ένεκα της σπουδαιότητάς τους για την έκβαση της υπόθεσης, κρίνω ορθό να τους παραθέσω αυτολεξεί. Αναφέρεται εκεί ότι: «
  16. Δεν παρέχεται επαρκής αιτιολογία και/ή επεξήγηση για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή οι λόγοι έφεσης είναι αόριστοι και/ή ατεκμηρίωτοι και/ή άσχετοι με το επίδικο αντικείμενο της παρούσας Αίτησης/Έφεσης.
  17. Η Αίτηση/Έφεση είναι αβάσιμη, αντικανονική και έχουν ερμηνευτεί εσφαλμένα οι διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου.». Ανάλογο ζήτημα με έχει απασχολήσει στην υπόθεση Δημητριάδης κ.ά. ν. Themis Portfolio Management Holdings Limited, Αίτ. Έφεσης 464/21, ημερομηνίας 14/03/2022, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Αναφέρθηκε εκεί ότι: «Η υπό κρίση διαδικασία χαρακτηρίζεται ως έφεση. Λαμβάνει δε τούτο τον χαρακτηρισμό απ' ευθείας από το άρθρο 44Γ
(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/65 (στη συνέχεια ο νόμος), απ' όπου έλκει και τη θέσπισή της. Αντιληπτό είναι πως ο σχετικός νόμος και οι συναφείς τούτου κανονισμοί δεν μεριμνούν ειδικά περί του τύπου τούτης της έφεσης. Εντούτοις ουδόλως ασήμαντος είναι ο τύπος έφεσης που διαλαμβάνουν οι περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμοί του 1956, εφόσον η εκεί πραγματευόμενη διαδικασία ομοιάζει με την υπό κρίση και πολύ περισσότερο το άρθρο 51 του επίδικου νόμου, ρητά παραπέμπει στον εν λόγω κανονισμό. Η σημασία των κανονισμών του 1956 έγκειται σε αυτό που αναγράφεται στον τύπο 2 που διαλαμβάνεται στον κ.7 των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών. Στο σχετικό έντυπο αναγράφεται "The grounds of appeal/application and the reasons therefor are (c) .". Σε ό,τι δε αφορά την υποσημείωση (c), στην οποία παραπέμπει ο σχετικός τύπος, αναφέρεται πως "each ground and the reasons therefor should be stated separately and fully". Ρητά συνεπώς διατυπώνεται η υποχρέωση αιτιολόγησης των λόγων έφεσης βάσει του σχετικού κανονισμού. Προκύπτει ως εκ τούτου πως ο προβλεπόμενος τύπος έφεσης καθιστά την αιτιολόγηση των λόγων τούτης επιβεβλημένη. Αν τα ανωτέρω δεν αρκούν και χρειάζεται κάποια ειδική νομολογιακή κάλυψη, είμαι της γνώμης πως αρκούντως καθοδηγητικά είναι τα λεχθέντα στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, 969, όπου σε σχέση με διαδικασία του ιδίου τούτου νόμου υποδείχθηκε ότι: «Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 51
(1)του Ν.9/65 "έφεση" εναντίον απόφασης του Διευθυντή (του Κτηματολογίου) ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 80 και 81 και βάσει των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών του 1956. (Βλ. Παράρτημα 3 της επίσημης εφημερίδας της Κυβερνήσεως, 5.7.1956). Οι Κανονισμοί καθιερώνουν ως ένδικο μέσο για την άσκηση της έφεσης τον τύπο ο οποίος προσδιορίζεται στο Παράρτημα και είναι προσαρμοσμένος στον τύπο αίτησης με κλήση (application by summons). O τύπος αυτός προβλέπει και τον καθορισμό των νομικών λόγων στους οποίους βασίζεται η έφεση, υποχρέωση που περιλαμβάνει αναφορά στα άρθρα του νόμου και κανονισμών που την θεμελιώνουν.». Με δεδομένη πλέον την υποχρέωση αιτιολόγησης των λόγων έφεσης, σχετικά καθίστανται και τα λεχθέντα στην υπόθεση Alkis H. Hadjikyriacou (Frou Frou Biscuits) Public Ltd v. Ευσταθιάδης, Πολ. Εφ. 322/13, ημερ. 16/07/2019, όπου υπεδείχθη ότι: «Περαιτέρω, οι λόγοι έφεσης αποτελούν το περιοριστικό πλαίσιο της έφεσης. Δεν επιτρέπεται παρέκκλιση από αυτό. Οτιδήποτε προβάλλεται ως λόγος έφεσης δεν εξετάζεται, και είναι απαραίτητο όπως με την αιτιολογία προσδιορίζονται τα συστατικά στοιχεία του λόγου έφεσης που καθιστούν μια απόφαση τρωτή. (Βλ. Προκοπίου v. Ryan κ.ά.
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 1982).». Τα ανωτέρω δεν επιδέχονται πολλαπλών ερμηνειών. Τόσο ο τύπος έφεσης, προβλεπόμενος στον κ.7 ανωτέρω, όσο και η νομολογία που διέπει το ζήτημα, προστάζουν οι λόγοι έφεσης να τίθενται ξεχωριστά και να αιτιολογούνται, ιδιαίτερα εφόσον αυτοί οι λόγοι είναι που συνιστούν το πλαίσιο διακύμανσης της διερεύνησης του Δικαστηρίου. Δεν παραγνωρίζεται βεβαίως ότι ενίοτε το ζήτημα είναι συνυφασμένο με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την απλότητα και ολιγομέρεια του ζητήματος που εφεσιβάλλεται, όπως ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Τσουλόφτας ν. Μιχαήλ
(1992)1Α Α.Α.Δ. 225, όπου η έφεση έθιγε ένα και μόνο ζήτημα, ήτοι την απόρριψη αιτήματος για αναβολή. Στην υπό κρίση όμως υπόθεση τα πράγματα είναι αλλιώς. Εδώ η έφεση αριθμεί 24 λόγους οι οποίοι άπτονται όλων των εκφάνσεων του σχετικού δικανικού πλέγματος, εντούτοις άνευ αιτιολογήσεως. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος μια είναι μόνο η ενδεδειγμένη διαπίστωση και αυτή δεν είναι άλλη από το ότι η έφεση είναι παράτυπη. Και λέγω παράτυπη εφόσον σε πανομοιότυπη περίπτωση αυτή ήταν η κατάληξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη κ.ά.
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1503). Με δεδομένη πλέον την παρατυπία της έφεσης, τη δική τους σημασία ανακτούν τα λεχθέντα στην υπόθεση Θάλεια Ιωάννου Κλεοβούλου ν. Ανδρέα Γιαννακού Χρ. Πελίδη
(2001)1Α Α.Α.Δ. 46, 50 όπου αναφέρθηκε πως: «Στην υπόθεση Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη και Άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ.(Β) 1503, αποφασίστηκε πως παρέκκλιση από τους Κανονισμούς δεν καθιστά την έφεση άκυρη αλλά απλώς αντικανονική και η αντικανονικότητα της μπορεί να θεραπευθεί. Στην παρούσα περίπτωση κανένα διάβημα δεν έγινε για να θεραπευθεί η αντικανονικότητα και το Επαρχιακό Δικαστήριο κακώς προχώρησε να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς να έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία που επιτακτικά προνοούνταν από τους Κανονισμούς.». Πέραν των ανωτέρω, τα οποία άπτονται αυτής ακριβώς της διαδικασίας, τη δική τους ιδιαίτερη σημασία ανακτούν και τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Koza Michael David κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. 208/12, ημερομηνίας 24/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:A415, σε σχέση πλέον με τη διαπιστωθείσα παρατυπία. Υπεδείχθησαν εκεί τα εξής: «Η διαπίστωση αυτή μας φέρνει αμέσως στη προβληθείσα από τους εφεσείοντες θέση, στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε λανθασμένα τη Δ.64 των Θεσμών. Αυτό με βάση τα λεχθέντα στην Πεγιώτη ν Κωμοδρόμου
(2003)1 ΑΑΔ 1601 ότι διάδικος αποποιείται του δικαιώματος να εγείρει θέμα παρέκκλισης από τους Θεσμούς στη διαμόρφωση αιτήματος, εφόσον λαμβάνει μέτρα στη διαδικασία. Όπως έπραξαν οι εφεσίβλητοι στην προκειμένη περίπτωση, οι οποίοι δεν ενεργοποίησαν τη δικαιοδοτική λειτουργία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της παρατυπίας, ούτε στήριξαν την ένσταση τους στη Δ.16, θ.9. Βέβαια, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκρινε την ουσία του θέματος, περιοριζόμενο στη θεώρηση ότι δεν ετίθετο ζήτημα «αυτεπάγγελτης θεραπείας», αφού απαιτείτο, ως προϋπόθεση για την παροχή της, η υποβολή σχετικού αιτήματος από το διάδικο που ευθυνόταν για την παρατυπία. Η νομολογία μας, όμως, δεν υποστηρίζει τέτοια απαρέγκλιτη προσέγγιση. Το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια, στην κατάλληλη περίπτωση, να προβεί το ίδιο, αυτεπαγγέλτως, στη θεραπεία της παρατυπίας. Καθοδηγητική, επί του προκειμένου, είναι η υπόθεση Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366 όπου το Εφετείο, υιοθετώντας τα νομολογηθέντα στην αγγλική απόφαση Metroinvest Ansalt et al v Commercial Union [1985] 1 WLR 513 υπέδειξε τα εξής: «Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt a.ο. v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
  1. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
  2. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  3. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  4. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  5. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  6. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον"». Υπαγωγή των δεδομένων της υπό κρίση υπόθεσης στις ανωτέρω αρχές αποκαλύπτει ότι στην υπό κρίση περίπτωση οι καθ' ων η αίτηση ανέδειξαν την παρατυπία από την πρώτη στιγμή, γεγονός το οποίο δεν αφήνει περιθώριο συμπεράσματος ότι παραιτήθηκαν των δικαιωμάτων τους. Ακριβώς το αντίθετο, επέμειναν μέχρι τέλους, εξου και στην αγόρευσή τους αυτό το ζήτημα συνιστά την αφετηρία των επιχειρημάτων τους. Περαιτέρω, αδιαμφησβήτητο είναι πως η παρατυπία αφορά ουσιώδες ζήτημα, εφόσον η μη αιτιολόγηση των λόγων έφεσης περιπλέκει τη διαδικασία αντί να αποσαφηνίζει τα πράγματα. Δικαιολογημένα οι εφεσίβλητοι υποστηρίζουν πως σε μεγάλο βαθμό η διαπραγμάτευση της έφεσης έγκειται σε ψυχανέμισμα και όχι απτή γνώση. Για να αντιληφθεί κανείς την έκταση του προβλήματος αρκεί να υποδειχθεί ότι. η ένορκη δήλωση του αιτητή, η οποία υποστηρίζει την έφεση και το περιεχόμενο της είναι εναρμονισμένο με τους εκεί αναφερόμενους λόγους, πλήττει την ειδοποίηση Ι που στάλθηκε στην προηγηθείσα διαδικασία. Εντέλει όμως οι αιτητές βρέθηκαν να αγορεύουν όχι γι' αυτή την ειδοποίηση Ι, αλλά για εκείνη που επικαλέστηκε ο Αδαμίδης και υιοθετήθηκε από το Δικαστήριο, δηλαδή το τεκμήριο Ζ στην ένσταση. Εντούτοις οι λόγοι έφεσης δεν αναφέρουν οιαδήποτε ημερομηνία έκδοσης ή αποστολής τέτοιας ειδοποίησης, όπως ούτε άλλο πραγματικό πλαίσιο. Και είναι αυτή η απουσία πραγματικού πλαισίου εκείνο που καθιστά την έφεση γενική, αόριστη και ασαφή. Εξίσου σημαντική όμως είναι και η απάθεια που υπεδείχθη από τους αιτητές. Καίτοι οι εφεσίβλητοι από την πρώτη στιγμή έθιξαν το ζήτημα, οι αιτητές ουδέν έπραξαν αδιαφορώντας για τις όποιες επιπτώσεις. Θεμελιώδες είναι βεβαίως πως η παρατυπία παραμένει inter partes, μέχρις ότου αρθεί. Αν όμως ο διάδικος δεν δυνηθεί να αιτηθεί άρση τούτης, ώστε να επαναφέρει τη διαδικασία σε τάξη, εναπόκειται στο Δικαστήριο να ασκήσει την εξουσία του, δηλαδή «είτε να παραμερίσει το μη θεραπεύσιμο εναρκτήριο μέσο, είτε να εκδώσει τέτοιο διάταγμα όπως κρίνει δίκαιο και πρέπει αναφορικά με τη διαδικασία» (βλ. Φαλέκκος ν. Χριστομίδη
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 2534, 2544). Με δεδομένη την απραξία των αιτητών να άρουν την παρατυπία και αυτό παρά τα όσα ενωρίτερα υπεδείχθησαν σε σχέση με τη σοβαρότητά της, είμαι της γνώμης πως η υπό κρίση περίπτωση είναι αρμόζουσα ώστε το Δικαστήριο να παραμερίσει το μη θεραπεύσιμο μέσο. Αυτή η κατάληξη είναι αντιληπτό ότι προδιαγράφει και την τύχη της αίτησης, η οποία μοιραία οδηγείται σε απόρριψη.». Ανάλογη είναι η εικόνα και στη δεδομένη περίπτωση. Οι αιτητές δεν παρέθεσαν καμία αιτιολογία στους λόγους έφεσης που εμφαίνονται στο πρόσωπο της επίδικης αίτησης. Καίτοι αυτό υπεδείχθη κατά την ακροαματική διαδικασία και ρητά το Δικαστήριο κάλεσε τους αιτητές να τοποθετηθούν, εντούτοις η ανταπόκριση ήτο πως μέχρι σήμερα καταχωρίστηκε μεγάλος αριθμός εφέσεων κατά τον ίδιο τρόπο ως η υπό κρίση και πως τα Δικαστήρια αποδέχτηκαν τούτες. Είναι ηλίου φαεινότερον πως η εν λόγω αναφορά δεν επιλύει την παρατυπία που εδώ εντοπίζεται. Ζητούμενο δεν είναι ο τρόπος αντιμετώπισης προγενέστερων αιτήσεων από άλλα Δικαστήρια, εφόσον άγνωστο παραμένει κατά πόσο σε εκείνες τις περιπτώσεις ηγέρθηκε ζήτημα παρατυπίας από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση ή κατά πόσο συγκατάνευσε στο παράτυπο μέτρο, τρόπον τινά απεμπολώντας το δικαίωμα έγερσης τέτοιου ζητήματος. Όλα όσα ανωτέρω αναφέρονται καθιστούν σαφές ότι υποχρέωση είναι του εφεσείοντα να αιτιολογήσει τους λόγους έφεσης που εγείρει. Απουσία τέτοιας αιτιολόγησης καθιστά την έφεση παράτυπη και με δεδομένο ότι η παρατυπία δεν θεραπεύθηκε η αίτηση απολήγει να είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Ένεκα των όσων ανωτέρω αναφέρονται, η αίτηση απορρίπτεται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και σε βάρος των αιτητών, κεχωρισμένως και/ή αλληλεγγύως. Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.