← Κύπρος

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. Ελευθέριου Χιλιαδάκη, Αρ. Αγωγής: 3037/2018, 19/5/2022

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. Ελευθέριου Χιλιαδάκη, Αρ. Αγωγής: 3037/2018, 19/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A230 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3037/2018 Μεταξύ: Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Ενάγοντες και Ελευθέριου Χιλιαδάκη Εναγομένου Ημερομηνία: 19η Μαΐου 2022 Αίτηση ημερ. 12/05/2020 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες/αιτητές: Η κα Μ. Τριανταφυλλίδου Για εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση: Ο κ. Καΐλης -------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας είναι η αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 12/05/2020, με την οποία αξιώνεται η έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγομένου. Ας λεχθεί από τώρα ότι η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε εντός των παραμέτρων των δύο ενόρκων δηλώσεων, μια για κάθε πλευρά, εφόσον ουδείς ζήτησε αντεξέταση. Από την πλευρά των αιτητών την ένορκη δήλωση ορκίζεται η Έλενα Μιχαηλίδου, η οποία αναφέρει ότι είναι λειτουργός Α στην υπηρεσία των εναγόντων και έχει προσωπική και θετική γνώση όλων των γεγονότων. Έχει στην κατοχή της όλα τα πρακτικά συνεδριάσεων, εσωτερικά σημειώματα, έγγραφα, επιστολές και αλληλογραφία και γενικά όσα αφορούν την παρούσα αγωγή. Ως εκ της θέσεως της συμβουλεύει καθημερινά την επιτροπή και είναι σε θέση να επιβεβαιώσει την ύπαρξη της απόφασης. Έχει τη γενική εποπτεία των μέτρων που λαμβάνονται για την είσπραξη των οφειλομένων ποσών και γνωρίζει σε ποιο στάδιο βρίσκεται η υπόθεση και κατά πόσο έχει εισπραχθεί το ποσό. Ο εναγόμενος κατείχε θέση εκτελεστικού συμβούλου στο διοικητικό συμβούλιο της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Σύμφωνα με τη νομοθεσία οι ενάγοντες έχουν τη γενική εποπτεία της κεφαλαιαγοράς και των συναλλαγών που καταρτίζονται στη Δημοκρατία και στο εξωτερικό. Σε συνεδρία τους ημερομηνίας 08/05/2017 αποφάσισαν ότι ο εναγόμενος παρέβη συγκεκριμένες παραβάσεις, οι οποίες ρητά αναφέρονται στη δήλωση της ομνύουσας. Το πρακτικό της συνεδρίας είναι το τεκμήριο 1, ενώ αποτέλεσμα τούτης της συνεδρίας ήταν η επιβολή προστίμου στον εναγόμενο για δύο διαφορετικές παραβάσεις, ύψους €70.000 ανά περίπτωση. Με επιστολή τους ημερομηνίας 21/06/2017 (βλ. τεκμήριο 2) ενημέρωσαν τον εναγόμενο σχετικά. Το τιμολόγιο που εξέδωσαν είναι το τεκμήριο 3 στην αίτηση. Την 07/08/2017 οι ενάγοντες απαίτησαν εκ νέου το οφειλόμενο ποσό (βλ. τεκμήριο 4 στην αίτηση). Ο εναγόμενος καταχώρισε την προσφυγή 1267/17 στο Διοικητικό Δικαστήριο, εντούτοις δεν έχει εκδοθεί διάταγμα για αναστολή είσπραξης των διοικητικών προστίμων. Η ομνύουσα αναφέρει περαιτέρω τη διαδικασία που οι ενάγοντες ακολούθησαν για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και καταλήγει πώς μέχρι σήμερα ο εναγόμενος δεν έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό και εξ όσων γνωρίζει, καθώς και από συμβουλή που λαμβάνει από τους δικηγόρους των εναγόντων, ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση και ή καλή υπεράσπιση και σκοπεί μόνο στην καθυστέρηση της διαδικασίας. Στον αντίποδα την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ορκίζεται η Νάταλη Πελαβά και όπως αναφέρει, είναι δικηγόρος στο γραφείο που εκπροσωπεί τον εναγόμενο και ο λόγος που ορκίζεται η ίδια, είναι επειδή ο εναγόμενος είναι μόνιμος κάτοικος Ελλάδος και ήτο αδύνατο να παραστεί προσωπικά στην Κύπρο για να προβεί στην εν λόγω ένορκο δήλωση. Επιπλέον, αναφέρει πως την 08/05/2017 οι ενάγοντες επέβαλαν στον εναγόμενο πρόστιμα συνολικού ύψους €140.000 για ισχυριζόμενες παραβιάσεις του Ν. 190(Ι)/2007. Την 21/06/2017 τον ενημέρωσαν για την επιβολή των πιο πάνω διοικητικών κυρώσεων και του απέστειλαν το τιμολόγιο με αριθμό SI173559, για το συνολικό ποσό των €140.000. Ο εναγόμενος καταχώρισε την προσφυγή 1267/2017 και αμφισβήτησε τις διοικητικές κυρώσεις και/ή πρόστιμα. Εν κατακλείδι η ομνύουσα επαναλαμβάνει το σύνολο των 20 λόγων ένστασης που αναφέρονται στο πρόσωπο της ειδοποίησης. Οι αρχές που διέπουν το αίτημα είναι χιλιοειπωμένες και καλά εδραιωμένες στο δικαιϊκό σύστημα της χώρας μας. Δεν νοείται παρέκκλιση από τα ειωθότα της δικαστικής διαδικασίας, παρά μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις, ως προβλέπεται στη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Εν προκειμένω το Δικαστήριο ανακτά δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης όταν: η οπισθογράφηση της αγωγής ανταποκρίνεται στα αναφερόμενα στον κ.6 της Δ.2· ο εναγόμενος καταχώρισε εμφάνιση· και η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και δηλώνει ότι καθώς πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(1997)1Β Α.Α.Δ.782, Νεάρχου κ.ά. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β Α.Α.Δ.818 και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας v. C.A.A. Travel Media Ltd
(2008)1B A.A.Δ.837). Εκεί και όπου τα ανωτέρω πληρούνται, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγομένου, ο οποίος καλείται να ικανοποιήσει: είτε ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, είτε να αποκαλύψει γεγονότα που του δίνουν δικαίωμα υπεράσπισης (βλ. Νεάρχου (πιο πάνω), Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ.221, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ.239, Λαζάρου v. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ.817, N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ.1912 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Χατζηνέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ.204). Στη δεδομένη περίπτωση το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του Δικαστηρίου αποκαλύπτει ότι η αγωγή καταχωρίστηκε την 05/11/2018 σε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ακολούθως την 25/04/2019 ο εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφανίσεως υπό διαμαρτυρία. Για σκοπούς ολοκλήρωσης της εικόνας και μόνο, σημειώνεται πως στη συνέχεια ακολούθησε αίτηση του εναγομένου για παραμερισμό της επιδόσεως του κλητηρίου εντάλματος, η οποία απορρίφθηκε την 30/04/2020. Τα ανωτέρω αποκαλύπτουν πως οι δύο πρώτες προϋποθέσεις πληρούνται. Είναι η θέση του εναγομένου πως η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, εφόσον η ομνύουσα δεν έχει θετική γνώση των γεγονότων και δεν αναφέρει ποιος την εξουσιοδότησε. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζει ο εναγόμενος, το άρθρο 10 του περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμου, Ν.73(Ι)/2009, διαλαμβάνει ότι η επιτροπή εκπροσωπείται ενώπιον δικαστηρίων και αρχών δια του προέδρου της. Ομολογουμένως είναι ορθό ότι εκεί και όπου η δήλωση ομνύεται από πρόσωπο άλλο από τον ενάγοντα, ορθό είναι τούτο το πρόσωπο να διατυμπανίζει τη σχετική εξουσιοδότηση. Εν προκειμένω στο Annual Practice του 1958 στη σελίδα 247 αναφέρεται συναφώς ότι. "In such cases the affidavit must also show that the deponent is authorized to make it". Αυτό εντούτοις εξηγήθηκε από την ημεδαπή νομολογία, εν προκειμένω την υπόθεση Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 136, ότι τέτοια εξουσιοδότηση δυνατό να διαπιστωθεί από τα συμφραζόμενα στην ένορκο δήλωση και δεν επιβάλλεται μνημόνευση της φράσης «είμαι έξουσιοδοτημένος». Συγκεκριμένα αναφέρθηκε: "We are of the view that this person is authorized to make this affidavit which can be deducted from the context of the affidavits filed in support and the relationship between the affiant, his employer and the plaintiffs. It is the only irresistible inference that he had authority to swear the affidavit because instructions were given by the plaintiffs to his employer to institute the present proceedings and further the affiant said that they had written instructions to bring the action and the application for summary judgment". On the material before the trial court it was open to it to arrive at this conclusion. In can be said that the affidavits filed in support of the application showed that the deponent was authorized to make it ; though the very word 'authorized' is not used, this omission does not change in our view the position. This disposes of the first leg of the preliminary objection.". Τώρα, σε σχέση με αυτή τούτη τη θετικότητα ή μη της γνώσης της εδώ ομνύουσας, καθ' όλα σχετική είναι η υπόθεση Marketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ. 223, 228, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές, κατέληξε στην απόφασή του ως ακολούθως: «Η ομνύουσα δεν είναι τυχαίος υπάλληλος του οργανισμού που δεν έχει σχέση μ' αυτή την υπόθεση αλλά υπεύθυνη του νομικού τμήματος η οποία συμβουλεύει την Επιτροπή και καθοδηγεί τα υπόλοιπα τμήματα δια την εκτέλεση και διεκπεραίωση των εργασιών της Επιτροπής. Όλα τα έγγραφα σε σχέση με την υπόθεση είναι στην κατοχή της και είναι σε θέση να επιβεβαιώσει την αλήθεια των γεγονότων λόγω των εντολών της από την Επιτροπή να εκτελέσει την απόφαση, την συχνή της επικοινωνία με τον Πρόεδρο της Επιτροπής σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έχει η ίδια εξετάσει τα έγγραφα για την ορθότητα των προτού προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Ενεργούσε για λογαριασμό της Επιτροπής και βασίσθηκε στην απόφαση της Επιτροπής δια να λάβει μέτρα για την είσπραξη του προστίμου. Επομένως, αφού ενεργεί με βάση αυτή την απόφαση τεκμαίρεται ότι την έχει ελέγξει και έχει βεβαιωθεί προσωπικά ότι έχει ληφθεί τέτοια απόφαση από την Επιτροπή. Αυτό ισχύει και για τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την είσπραξη του εν λόγω ποσού, συμπεριλαμβανομένου και του γεγονότος της έκδοσης του τιμολογίου. Αυτή έχει την γενική εποπτεία για τα μέτρα που λαμβάνονται για την είσπραξη του εν λόγω ποσού. Επομένως ελέγχει την ορθότητα όλων των εγγράφων και γνωρίζει σε ποιο στάδιο βρίσκεται η υπόθεση ως και επίσης γνωρίζει κατά πόσο έχει εισπραχθεί το εν λόγω ποσό. Με βάση τα πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι είναι σε θέση να επαληθεύσει και να επιβεβαιώσει θετικά το περιεχόμενο του Κλητηρίου Εντάλματος, πράγμα το οποίο έχει κάνει στην παράγραφο 1 της ένορκης της δήλωσης.» Οι πιο πάνω παρατηρήσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τόσο αναφορικά με γεγονότα όσο και με την τελική του κατάληξη, μας βρίσκουν απόλυτα σύμφωνους και επικυρώνουμε το συμπέρασμα, πως, κάτω από τις συνθήκες της υπόθεσης, η ομνύουσα είχε την απαιτούμενη «θετική γνώση» και ως εκ τούτου ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις της Δ.18.». Στην υπό κρίση περίπτωση ανάλογα δηλώνονται και από την ομνύουσα. Όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 1, η ομνύουσα ήταν παρούσα στη συνεδρία που οδήγησε στην επιβολή προστίμου και μάλιστα ήτο επιφορτισμένη με την τήρηση των πρακτικών. Αυτό δεν είναι απλή παρουσία, όπως την αποκαλεί ο εναγόμενος στη γραπτή αγόρευσή του, αλλά απόδειξη της εξουσιοδότησης που της χορηγήθηκε, η οποία σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στις παραγράφους 1 και 2 της δήλωσης, δηλαδή ότι έχει στην κατοχή της - πέραν των πρακτικών - όλα τα εσωτερικά σημειώματα, έγγραφα και επιστολές που αφορούν την αγωγή και καθήκον της είναι να συμβουλεύει την επιτροπή και να καθοδηγεί τα υπόλοιπα τμήματά της για την εκτέλεση και διεκπεραίωση των εργασιών της και επιπλέον, έχει τη γενική εποπτεία των μέτρων που λαμβάνονται για την είσπραξη των οφειλόμενων ποσών και γνωρίζει ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν έχει εισπραχθεί τέτοιο, αναδεικνύει και τη θετικότητα της γνώσης της. Καταλήγω ότι τα ανωτέρω, διαλαλούν τη θετική γνώση της ομνύουσας και είναι αυταπόδειχτα της εξουσιοδότησης που έλαβε από την επιτροπή, ώστε να την εκπροσωπήσει ενώπιον δικαστηρίου. Άλλωστε ο νόμος (άρθρο 19, Ν.73(Ι)/2009) θέλει τη σφραγίδα να φυλάττεται από τον πρόεδρο και εδώ η εναπόθεση τούτης επί του διοριστηρίου εγγράφου δικηγόρου (retainer) που βρίσκεται στο περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου επιβεβαιώνει, έστω εμμέσως, την εξουσιοδότηση του προέδρου για έναρξη της διαδικασίας. Πέραν των ανωτέρω και σε σχέση με τις αιτιάσεις του εναγομένου πώς η επιτροπή εκπροσωπείται από τον πρόεδρό της, κρίνω πως καθόλα σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν από τον Γιαπανά, Π.Ε.Δ. στην υπόθεση Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. Μπουλούτα, Αγωγή 6843/2014 ημερομηνίας 22/02/2017, Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, τα οποία και υιοθετώ πλήρως. Λέχθηκε εκεί πώς: «Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου (Ν.73
(1)/09), η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, η οποία διοικείται από το Συμβούλιο στο οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 9
(2)ανατίθεται η άσκηση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής. Το Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 10
(2)(α), δια του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου του εκπροσωπεί την Επιτροπή ενώπιον των δικαστηρίων. Το Νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με τον νόμο, είναι η Επιτροπή και όχι το Συμβούλιο. Οι υποθέσεις Κυριακίδης ν. Διαχειριστικής Επιτροπής Ταμείου Προνοίας Προσωπικού Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου Λτδ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1271 και Αντωνίου κ.ά ν. Ταμείου Προνοίας Υπαλλήλων Ξενοδοχειακής Βιομηχανίας
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 204 είναι σχετικές. Προκύπτει εκ των αποφάσεων αυτών, ότι το Νομικό πρόσωπο νομιμοποιείται να εμφανίζεται με το δικό του όνομα σε δικαστική διαδικασία και ενεργεί μέσω του Συμβουλίου που το αντιπροσωπεύει. Κατά συνέπεια το γεγονός ότι η ομνύουσα είναι εξουσιοδοτημένη, ως αναφέρει, από τους ενάγοντες - αιτητές για να προβεί στην ένορκη δήλωση, δεν είναι σε σύγκρουση με το άρθρο 10
(2)του Νόμου, αφού ο Νόμος δεν καθιστά αποκλειστικά αρμόδιο τον Πρόεδρο ή τον Αντιπρόεδρο να ορκιστεί, ή και να δώσει ζώσα μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου. Ούτε και αποκλείει ή απαγορεύει στα πρόσωπα αυτά να εξουσιοδοτήσουν κάποιον τρίτο να προβεί σε ένορκη δήλωση, ή ακόμα να δώσει μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου. Τέτοια στενή ερμηνευτική προσέγγιση των σχετικών άρθρων του Νόμου, θα οδηγούσε, αναπόφευκτα, σε άτοπα και εν πολλοίς παράλογα αποτελέσματα. Άλλωστε, να υποδειχθεί, η ομνύουσα δεν εκπροσωπεί τους ενάγοντες, με την έννοια που εισηγείται ο δικηγόρος του εναγομένου, αλλά είναι εξουσιοδοτημένη να δώσει μαρτυρία δι' ενόρκου δηλώσεως, ως μάρτυρας, σύμφωνα με την επιταγή της Δ.18, Θ.1.». Ως εκ των ανωτέρω, στην έκταση που η ένσταση του εναγόμενου θέλει την ομνύουσα την αίτηση να μην είναι εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και να μην έχει θετική γνώση, κρίνω ότι οι σχετικές αιτιάσεις δεν ευσταθούν και απορρίπτονται (βλ. λόγους ένστασης 7 και 9). Είναι περαιτέρω η θέση του εναγομένου πως η ένορκος δήλωση των εναγόντων δεν επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής «ως αυτή έχει διαφοροποιηθεί και/ή συγκεκριμενοποιηθεί . σε προηγούμενη ενδιάμεση διαδικασία» (8ος λόγος ένστασης). Επ' αυτού είναι η θέση του πως στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού οι ενάγοντες αναφέρθηκαν σε αδικοπραξίες και/ή οιονεί αδικοπραξίες ως η βάση αγωγή τους. Περαιτέρω, θέλει τη θέση που σήμερα τίθεται από την ομνύουσα να είναι αντιφατική και να μην επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής. Ούτε αυτή η θέση του εναγομένου με βρίσκει σύμφωνο. Εν πρώτοις, ορθή είναι η παραπομπή των εναγόντων στο άρθρο 39 του Ν.73(Ι)/2009, όπου διαλαμβάνεται μεταξύ άλλων, πως το διοικητικό πρόστιμο διεκδικείται ως αστικό χρέος. Το γεγονός ότι στο κλητήριο ένταλμα αναφέρεται διοικητικό πρόστιμο και όχι αστικό χρέος, δεν διαφοροποιεί τη βάση αγωγής. Το διοικητικό πρόστιμο είναι η βάση αγωγής, το οποίο όμως ο νόμος, εν προκειμένω το άρθρο 39
(1)του Ν.73(Ι)/2009, αναγνωρίζει ως αστικό χρέος, εξου και η έκδοση του τιμολογίου από μέρους των εναγόντων και οι ενέργειες τους βάσει αυτού, δηλαδή η αποστολή του στον εναγόμενο και η απαίτηση για εξόφληση. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος δεν βλέπω τη διαφορά μεταξύ εκείνου που δηλώθηκε στα πλαίσια της προηγούμενης διαδικασίας και των όσων σήμερα δηλώνονται από την ομνύουσα, βάσει πάντα των ισχυρισμών στο κλητήριο ένταλμα. Πλέον όμως σημαντικό είναι και το εξής. η παρούσα δεν προσφέρεται για αναθεώρηση των όσων έχουν λεχθεί και τελικώς αποφασιστεί στην προηγηθείσα διαδικασία για παραμερισμό της επίδοσης. Τα διαλαμβανόμενα στον κ.1 της Δ.18 για επιβεβαίωση της βάσης αγωγής, ευθέως παραπέμπουν στο δικόγραφο και όχι σε οτιδήποτε άλλο. Στη δεδομένη περίπτωση οι εξηγήσεις της ομνύουσας την αίτηση πως η αξίωση προέκυψε από την επιβολή διοικητικού προστίμου (τεκμήριο 1), το οποίο γνωστοποιήθηκε στον εναγόμενο (τεκμήρια 2 και 4) μαζί με το σχετικό τιμολόγιο (τεκμήριο 3) και μέχρι σήμερα δεν έχει καταβληθεί το πρόστιμο, ικανοποιούν τη δικονομική απαίτηση για επιβεβαίωση της αιτίας αγωγής, κατά πώς προβλέπεται στο Annual Practice, ανωτέρω, αυτή τη φορά στη σελίδα 247, κάτω από τον τίτλο "Verifying the cause of action". Παράλληλα, στην ένορκο δήλωση της ομνύουσας επιβεβαιώνεται το ποσό που οι ενάγοντες αξιώνουν (βλ. παράγραφο 9 ενόρκου δηλώσεως στην αίτηση) και δηλώνεται πως ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση (βλ. παράγραφο 17 της ενόρκου δηλώσεως στην αίτηση). Υπό το φως όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, πληροί το σύνολο των προϋποθέσεων που τάσσει η Δ.18 των Θεσμών. Η προηγηθείσα διαπίστωση περί πληρώσεως των προϋποθέσεων που βαραίνουν τον αιτητή, οδηγεί στο αναπόδραστο της μετάθεσης του βάρους στους ώμους πλέον του εναγομένου, δηλαδή το δεύτερο σκέλος των διαλαμβανομένων στη σχετική διαταγή, με το οποίο καλείται ο εναγόμενος να πείσει ότι έχει καλή υπεράσπιση, αλλιώς να αποκαλύψει γεγονότα που δικαιολογούν δικαίωμα υπεράσπισης. Η βασική υπερασπιστική γραμμή του εναγομένου συναρτάται με τον χαρακτήρα του επιβληθέντος προστίμου, δηλαδή ότι συνιστά διοικητική πράξη και περιπλέον, με την καταχώριση της προσφυγής 1267/2017. Παρεμβάλλεται εδώ πως στο στάδιο των αγορεύσεων και οι δύο πλευρές δήλωσαν πως η προσφυγή απορρίφθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο και ακολούθησε η καταχώριση αναθεωρητικής εφέσεως, η οποία σήμερα εκκρεμεί. Ως εκ τούτου επιβάλλεται να αναφερθεί ότι δεν έχει σημασία η απόρριψη της προσφυγής, εφόσον όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Sigma Radio TV Public Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 Α.Α.Δ. 140, «το ζητούμενο συναρτάται προς το χρόνο καταχώρισης της αγωγής». Συνεπώς, δεν επιδρά στην εξέλιξη της διαδικασίας το γεγονός πως στο μεταξύ έχει εκδοθεί απορριπτική απόφαση από το Διοικητικό Δικαστήριο. Ο εναγόμενος θέλει την όλη διαδικασία να είναι πρόωρη και κατ' επέκταση καταχρηστική, εφόσον δεν έχει αποφασιστεί τελεσίδικα η νομιμότητα του προστίμου, αλλά και κάθε τι άλλο σχετικό. Περιπλέον είναι η θέση του πως η επίδικη απόφαση, νοείται η απόφαση της επιτροπής, είναι άκυρη και δεν δύναται να παράγει οιονδήποτε έννομο αποτέλεσμα. Θέλει δε τούτη την απόφαση να αντίκειται στο Σύνταγμα και τέλος, τους νόμους στους οποίους εδράστηκε να πάσχουν ένεκα αντισυνταγματικότητας. Κρίνω πως οι αιτιάσεις του εναγομένου δεν αποδίδουν ορθά τις σχετικές δικαιϊκές αρχές, αλλά αντίκεινται θεμελιωδών τέτοιων. Εν προκειμένω καθόλα σχετική είναι η υπόθεση AOMM ΓΑΛΑΞΙΑΣ ΠΑΡΑΓΩΓΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ v. Δήμος Στροβόλου
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1584, 1591, όπου υποδείχθηκε ότι: «Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Εφόσον δεν προσβληθεί ή ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό Δικαστήριο η διοικητική πράξη, η απόφαση διατηρεί καθόλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή (Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424, Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων & Πολιτικών Μηχανικών v. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453). Η αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων η παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας, τα οποία ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία, επαφίεται, λοιπόν, μόνο στο Ανώτατο Δικαστήριο. Σταθερή είναι η γραμμή της νομολογίας ότι δεν μπορούν να υπάρχουν παράλληλες θεραπείες στο πλαίσιο του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ενόψει των προνοιών του, είναι νομολογημένη αρχή του Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου ότι η εγκυρότητα διοικητικών πράξεων δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ενώπιον άλλου Δικαστηρίου, πολιτικής ή ποινικής. Με βάση τις ρητές πρόνοιες του Άρθρου 146, παροχή παράλληλης δικαιοδοσίας σε άλλα Δικαστήρια είναι ανεπίτρεπτη και ο θεσμικός αυτός διαχωρισμός των δικαιοδοσιών είναι κάθετος και απόλυτος. Θέματα όπως η ιδιοκτησία ή κατοχή, το είδος του υποστατικού και το ύψος των τελών, είναι ζητήματα που αφορούν την εγκυρότητα της διοικητικής πράξης επιβολής του τέλους και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν στα πλαίσια άλλης παράλληλης διαδικασίας, πέραν της αναθεωρητικής που καθορίζεται στο Άρθρο 146 του Συντάγματος (James Peter v. Δήμου Αγίου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 612, 615). Εφόσον η απόφαση για επιβολή τέλους δεν ακυρώθηκε ή δεν προσβλήθηκε, αυτό καθίσταται απαιτητό με αγωγή, στην οποία η νομιμότητα της απόφασης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και η οφειλή πρέπει να θεωρείται δεδομένη (D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd κ.ά. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος
(2000)1 Α.Α.Δ. 1946, Amazing Trading Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2002)1 Α.Α.Δ. 1136, 1138-9).». Επίσης στην Marketrends, ανωτέρω, αναφέρθηκε σχετικά ότι: «Το κατά πόσο η Επιτροπή είχε δικαίωμα επιβολής προστίμου, είναι θέμα που αφορά την εγκυρότητα και νομιμότητα διοικητικής πράξης, που το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να κρίνει, αφού αυτό το θέμα εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Έτσι, η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του προκειμένου ήταν απόλυτα ορθή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του διοικητική απόφαση σε ισχύ και είχε καθήκον να την εφαρμόσει. (Δέστε και Ζήνων Ζήνωνα Χρίστου ν. ΕΤΕΚ
(1998)1 Α.Α.Δ. 1847).».(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου) Τέλος στην υπόθεση Αντέννα Λίμιτεδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1079, 1087, αναφέρθηκε ότι: «Ούτε ο ισχυρισμός ότι η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την Ενάγουσα αντίκειται στα Άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος με βρίσκει σύμφωνη αφού τα εν λόγω άρθρα προνοούν ότι χρέη οφειλόμενα προς τη Δημοκρατία κατατίθενται στο πάγιο ταμείο του κράτους. Στη συγκεκριμένη υπόθεση η Ενάγουσα με βάση το άρθρο 41(β)
(3)του σχετικού νόμου λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττεται το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο από τη Δημοκρατία, δηλαδή με τον ίδιο τρόπο που η Δημοκρατία εισπράττει αστικό χρέος που δεν είναι άλλος από την καταχώρηση αγωγής. Δεν θεωρώ ότι ο τρόπος ερμηνείας του εν λόγω άρθρου από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγομένης, ότι δηλαδή θα έπρεπε να γίνει αγωγή στο όνομα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για την είσπραξη του ποσού αυτού είναι ορθός και συμφωνώ με τη θέση της Αιτήτριας ότι είναι η απλή ερμηνεία του εν λόγω άρθρου που θα πρέπει να αποδοθεί σε αυτό και όχι οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία η οποία θα καταστρατηγούσε και το σκοπό ίδρυσης και λειτουργίας της αρχής.» Παρόμοια είναι και η προσέγγιση του αντίστοιχου πρωτόδικου δικαστηρίου στην έφεση Αρ. 60/08. Σχετικές είναι οι σελίδες 8-12 της πρωτόδικης απόφασης. Οι Εφεσείοντες διατείνονται ότι και τα δύο πρωτόδικα δικαστήρια όχι μόνο είχαν εξουσία, αλλά και καθήκον να εξετάσουν τη νομιμότητα της απόφασης και τη συνταγματικότητα του Νόμου, βάσει του οποίου επιβλήθηκε το διοικητικό πρόστιμο ως προκαταρκτικό νομικό σημείο στη βάση των αποφασισθέντων στην The Attorney-General of the Republic v. Mustafa Ibrahim & Others
(1964)C.L.R. 195. Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί.». Το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι δεσμευμένο από τη διοικητική πράξη, η οποία περιβάλλεται από τεκμήριο νομιμότητας. Δεν είναι στην ευχέρεια ή δικαιοδοσία τούτου του Δικαστηρίου η εξέταση, ευθέως ή εμμέσως, οιουδήποτε ζητήματος που έχει να κάνει με τη διοικητική πράξη αυτή αφ' εαυτή. Εφόσον δεν έχει ακυρωθεί ή ανασταλεί, υποχρέωση του Δικαστηρίου είναι να την εφαρμόσει, όπως άλλωστε υπεδείχθη στην Marketrends, ανωτέρω. Κατά συνέπεια οι σχετικές αιτιάσεις του εναγομένου εκφεύγουν της δικαιοδοσίας τούτου του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν μπορούν να καταστούν αντικείμενο εξέτασης. Τέλος, είναι η θέση του εναγομένου ότι τόσο η αγωγή όσο και η είσπραξη του διοικητικού προστίμου, αντίκεινται στα άρθρα 165 έως 167 του Συντάγματος και ένεκα τούτου οι ενάγοντες κωλύονται να προωθούν την παρούσα αγωγή. Είμαι της γνώμης πως και αυτό το ζήτημα απαντάται από την υπόθεση Αντέννα, ανωτέρω. Υπεδείχθη εκεί πως: «Τα ίδια ισχύουν και για τους εναπομείναντες λόγους έφεσης 2, 3, 4 και 6 ανωτέρω. Θέμα συνταγματικότητας του Νόμου 7(Ι)/98 και συμβατότητας της εξουσίας της Αρχής, δυνάμει του άρθρου 41(β)
(3)του Νόμου να λαμβάνει δικαστικά μέτρα και να εισπράττει οφειλόμενα προς αυτήν ποσά ως αστικό χρέος, με τα άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος και του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, θα μπορούσε να τεθεί μόνο στα πλαίσια αμφισβήτησης της εκτέλεσης διοικητικής πράξης της αρχής να εισπράξει το διοικητικό πρόστιμο ως αστικό χρέος, σύμφωνα με το Νόμο (βλ. απόφαση πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας στην Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 134 και απόφαση πλειοψηφίας στην Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2008)3 Α.Α.Δ. 445). Πρόκειται για πράξη δημοσίου δικαίου, η οποία προσβάλλεται μόνο ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εφόσον, όπως υποδείξαμε, είναι το μόνο που έχει αποκλειστική δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος. Οι διαπιστώσεις και των δύο πρωτόδικων δικαστών επί του σημείου αυτού, είναι ορθές.». Κατά συνέπεια ούτε αυτή η θέση του εναγομένου ισχύει. Για όλους τους λόγους που ανωτέρω επιχείρησα να εξηγήσω, είμαι της γνώμης πως οι ενάγοντες απέδειξαν ότι όφειλαν να αποδείξουν βάσει των διατάξεων της Δ.18 των Θεσμών, ενώ ο εναγόμενος απέτυχε να αποσείσει το βάρος που εντέλει μετατέθηκε στους δικούς του ώμους. Εν προκειμένω δεν κατέδειξε ότι έχει καλή υπεράσπιση, αλλά ούτε και παρουσίασε γεγονότα που δίνουν το δικαίωμα υπεράσπισης. Ως εκ των ανωτέρω η αίτηση επιτυγχάνει και υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του εναγομένου εκδίδεται απόφαση για το ποσό των €140.000 πλέον νόμιμο τόκο. Τέλος, υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του εναγομένου επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................... Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.