G. ALEXANDROU CONSTRUCTION LTD ν. Ιωσήφ Γιαλλούρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 5638/2015, 15/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A222 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5638/2015 Μεταξύ: G. ALEXANDROU CONSTRUCTION LTD Εναγόντων και
- Ιωσήφ Γιαλλούρη
- Μαρίας Γιαλλούρη
- Pharmakkis & Son Development Ltd
- Κύπρος Γ. Παρμάκκης
- Σάββας Παρμάκκης Εναγομένων και διά Ανταπαιτήσεως:
- Ιωσήφ Γιαλλούρη
- Μαρίας Γιαλλούρη
- Pharmakkis & Son Development Ltd
- Κύπρος Γ. Παρμάκκης
- Σάββας Παρμάκκης Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες και
- G. ALEXANDROU CONSTRUCTION LTD
- Ισμήνη Σάββα Χατζηδημητρίου
- Ορέστης Σάββα Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι Ημερομηνία: 15 Απριλίου 2022 Αίτηση δια κλήσεως από εναγόμενους-εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες ημερ. 14/06/2019 Εμφανίσεις: Για τους εναγόμενους/αιτητές: Η κα Χαραλάμπους Για τους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Αργυρού Για τους εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 2 και 3/καθ' ων η αίτηση: Η κα Κουππαρή (συμμετέχουν στη διαδικασία κατόπιν άδειας) -------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την επίδικη αίτηση επιζητείται: «Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να διαγράφεται και/ή να απορρίπτεται η αγωγή των Εναγόντων ως μη στοιχειοθετήσα εκ προοιμίου αγώγιμο δικαίωμα και/ή καθ' ότι καμιά καλή και/ή λογική αιτία και/ή βάση αγωγής αποκαλύπτεται και/ή δεικνύεται και/ή ότι εδράζεται σε παράνομη σύμβαση και/ή ως κακόπιστη και/ή ως καταχρηστική, με έξοδα πλέον Φ.Π.Α. εναντίον των Εναγόντων.». Πριν ακόμη και αυτή την ουσία του πράγματος, αναγκαίο κρίνεται λίγα λόγια να ειπωθούν για το πως εξελίχθηκε η όλη διαδικασία. Το λοιπόν, μετά την καταχώριση της αγωγής ακολούθησε η καταχώριση υπεράσπισης και ανταπαίτησης από πλευράς των εναγομένων. Ας σημειωθεί ότι το σύνολο των εναγομένων (στη συνέχεια οι εναγόμενοι) εκπροσωπείται από τον ίδιο συνήγορο και είναι όλοι τους αιτητές στην υπό κρίση αίτηση. Η ανταπαίτηση των εναγομένων δεν στρέφεται μόνο κατά της ενάγουσας. Όπως αποκαλύπτεται τόσο από τον τίτλο της αγωγής όσο και από το περιεχόμενο του σχετικού δικογράφου - υπεράσπιση και ανταπαίτηση, οι εναγόμενοι κατέστησαν εναγόμενους στην ανταπαίτηση τόσο τους ενάγοντες που είναι εταιρεία όσο και άλλα δύο φυσικά πρόσωπα. Προϊόντος του χρόνου διεφάνη ότι τα δύο αυτά φυσικά πρόσωπα - εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2 και 3 - εκπροσωπούνται από κοινό συνήγορο. Όταν δε οι εναγόμενοι καταχώρισαν την επίδικη αίτηση, επέδωσαν τούτη μόνο στην ενάγουσα. Στη δε κατακλείδα του σώματος της αίτησης, δηλαδή στο σημείο όπου είθισται να αναγράφεται προς ποίον απευθύνεται, αναγράφηκε μόνο το όνομα του συνηγόρου των εναγόντων. Αυτό φαίνεται να προκάλεσε την αντίδραση των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 και 3, οι οποίοι υπέβαλαν αίτημα για άδεια παρέμβασης στην επίδικη διαδικασία. Παρά την ένσταση των εναγομένων, την 08/04/2020 το Δικαστήριο, με άλλη όμως σύνθεση, επέτρεψε την παρέμβαση των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 και
- Ως εκ τούτου στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης συμμετέχουν όχι μόνο οι ενάγοντες, που είναι καθ' ων η αίτηση και οι εναγόμενοι, που είναι αιτητές, αλλά και οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2 και 3 που επίσης κατέστησαν καθ' ων η αίτηση. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης σημειώνεται πως στη συνέχεια οι εναγόμενοι θα καλούνται ως αιτητές, οι ενάγοντες ως καθ' ων η αίτηση και οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2 και 3 με αυτόν ακριβώς τον τίτλο. Αναγκαίο να σημειωθεί κρίνεται και το εξής. η αίτηση των αιτητών συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Μετά την επίδοση τούτης ακολούθησε η καταχώριση ένστασης από τους καθ' ων η αίτηση, προσέτι υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση. Κατόπιν τούτου οι αιτητές αιτήθηκαν και έλαβαν άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως και το ίδιο έπραξαν στη συνέχεια και οι καθ' ων η αίτηση. Τέλος, και η ένσταση των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 και 3 συνοδεύεται από δύο ένορκες δηλώσεις, δηλαδή μια από τον κάθε εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο. Οι δηλώσεις των ομνυόντων φέρουν τις ακόλουθες ημερομηνίες. για τους αιτητές είναι ημερομηνίας 14/06/2019 και 30/09/
- για τους καθ' ων η αίτηση είναι ημερομηνίας 24/7/2019 και 15/10/
- και για τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 2 και 3, είναι ημερομηνίας 10/06/
- Τώρα, η αίτηση εδράζεται στο σύνολο των κανονισμών της Δ.
- Αν και μια πρώτη ματιά τούτου δεν λέει κάτι, εντούτοις η διερεύνηση αποκαλύπτει το ζήτημα που ανακύπτει. Και εξηγώ. οι κανονισμοί 1 και 2 της Δ.27 έχουν διαφορετική στόχευση από εκείνη που έχει ο κ.3 της Δ.
- Οι δύο πρώτοι σκοπούν σε προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου που θα καθορίσει ουσιωδώς (substantially) την έκβαση της αγωγής ή μέρος τούτης, ενώ ο κ.3 εξυπηρετεί τη διαγραφή του δικογράφου δια το λόγο ότι δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής ή ότι είναι μηδαμινή και ενοχλητική. Κοινό σημείο των εν λόγω κανονισμών είναι πως και οι δυο (Δ.27 κκ 2 και 3) δύνανται να οδηγήσουν την αγωγή σε απόρριψη. Εντούτοις άλλη είναι η οδός που ακολουθεί ο κ.2 και άλλη εκείνη που ακολουθεί ο κ.3 της Δ.
- Οι δε διαφορές τους είναι τόσο ουσιαστικές όσο και δικονομικές. Για παράδειγμα. ο κ.3 της Δ.27 δεν εδράζεται σε γεγονότα, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, εξου και η αίτηση που υποβάλλεται δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και η διερεύνηση τέτοιου αιτήματος δεν εξικνείται πέραν της εξέτασης του σχετικού δικογράφου. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύεται πως ο κ.3 της Δ.27 εντοπίζεται στην παράγραφο (ο) του κ.9 της Δ.48, όπου παρατίθενται οι αιτήσεις που εκδίδονται δια κλήσεως αλλά δεν συνοδεύονται από ένορκη δήλωση. Εντούτοις δεν ισχύει το ίδιο για τον κ.2 της Δ.27, γεγονός το οποίο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αίτημα τέτοιας φύσης δεν μπορεί να υποβληθεί άνευ ενόρκου δηλώσεως. Τι είναι όμως αυτό που ισχύει στην προκείμενη περίπτωση. Εδώ η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Εντούτοις το διάταγμα που αξιώνεται δεν επιζητεί την προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου, αλλά τη διαγραφή της αγωγής ως μη αποκαλύπτουσας αγώγιμο δικαίωμα. Παρ' όλα ταύτα στο ίδιο πλαίσιο του αιτούμενου διατάγματος υποστηρίζεται πως η σύμβαση που αφορά η αγωγή είναι παράνομη. Αυτό σε συνδυασμό με το ότι στη νομική βάση της αίτησης αναγράφεται το σύνολο των κανονισμών της Δ.27, είναι εκείνο που προκαλεί τη σύγχυση. Δεν είναι διαυγές το τί πραγματικά επιθυμείται από μέρους των αιτητών. Μήπως η διαγραφή της αγωγής ως μη αποκαλύπτουσας εύλογη αιτία αγωγής, ή η εκδίκαση προδικαστικού σημείου, ήτοι της ισχυριζόμενης παρανομίας, ώστε αν ήθελε κριθεί ότι η εν λόγω θέση ευσταθεί, τότε η αγωγή να απορριφθεί ως μη αποκαλύπτουσα εύλογη αιτία. Στην ανωτέρω σύγχυση συνεισφέρει και το γεγονός ότι το σύνολο της νομολογίας που οι αιτητές επικαλούνται στην αγόρευσή τους, δεν έχει να κάνει με την εκδίκαση νομικού σημείου αλλά με τη διαγραφή κλητηρίου εντάλματος λόγω του ότι δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα και αυτό παρ' ότι η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, πράγμα που δεν είθισται σε αίτημα βάσει του κ.3 της Δ.
- Για του λόγου του ασφαλές υποδεικνύεται αυτό που αναφέρεται στις σελίδες 3 και 4 της αγόρευσης των αιτητών (έγγραφο Α), δηλαδή ότι: «2.
- Η Διαταγή 27 Θεσμός 3 προνοεί για τη διαγραφή δικογράφου για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα και προνοεί ως ακολούθως «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.». 2.
- Σύμφωνα με τη νομολογία η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αναμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος.1 Η εξουσία διαγραφής δικογράφου ή απόρριψης της αγωγής για τους πιο πάνω λόγους ασκείται με φειδώ και διατάσσεται μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις.2 2.
- Ξεκάθαρες περιπτώσεις διαγραφής αγωγής, μπορούν να αποτελόσουν απαιτήσεις όπου το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να διατάξει την απαιτούμενη θεραπεία ή όπου αποτελούν δεδικασμένο. Στο Annual Practice
(1958), σελ. 575 αναφέρονται τα ακόλουθα: "So if in an action of contract it appears clearly that there is no contract between the plaintiffs and the defendant....; or no contract valid in law....; or if the matter be already res judicata....; or if the action be brought solely to obtain relief which the court has no power to grant....; of if the relief be asked on a ground which is no ground for such relief...., the Statement of Claim will be struck out, and the action dismissed."» Μάλιστα τα ανωτέρω συνδυάστηκαν με παραπομπή στις υποθέσεις Cyber Group Ltd ν. Κυριάκου Χαραλαμπίδη και άλλων
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1852, Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1316 και Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, οι οποίες αφορούν τον κ.3 της Δ.27. Όχι χωρίς προβληματισμό καταλήγω ότι παρά το εκ πρώτης όψεως δισυπόστατο του επίδικου αιτήματος, ενδελεχής εξέταση τούτου αφήνει να νοηθεί ότι περιορίζεται σε αίτημα για τη διαγραφή του δικογράφου, εν προκειμένω της έκθεσης απαιτήσεως, λόγω μη αποκάλυψης καλής βάσης αγωγής και δεν επιζητείται η προδικαστική εκδίκαση νομικού ζητήματος. Εν πάση περιπτώσει τέτοιο αίτημα δεν έχει εγκριθεί, δηλαδή δεν έχει προηγηθεί απόφαση του Δικαστηρίου ότι το αίτημα είναι αμιγώς νομικό και εδραζόμενο σε κοινό πραγματικό πλαίσιο, ώστε να δύναται να διαταχθεί η εκδίκαση συγκεκριμένου και εξαρχής προσδιορισμένου νομικού ζητήματος, κατά πως ορίζεται από τη νομολογία που διέπει το ζήτημα (βλ. Χ''Παύλου και Υιοι Λτδ ν. Δήμος Λεμεσού
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 2046,2050 και Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & Άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, 229). Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση θα αντιμετωπιστεί ως επιζητούσα τη διαγραφή της έκθεσης απαιτήσεως βάσει του κ.3 της Δ.27 και όχι άλλως πως. Με δεδομένη την εξέλιξη της διαδικασίας ως ανωτέρω έχει σκιαγραφηθεί, στρέφομαι να συνοψίσω τα ισχυριζόμενα στις πολυάριθμες ένορκες δηλώσεις. Ομνύων την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι ο εναγόμενος 1 (στη συνέχεια ο αιτητής). Όπως αναφέρεται εκεί, την 30/11/2010 αιτητές και καθ' ων η αίτηση συνομολόγησαν συμφωνία για εκτέλεση οικοδομικού έργου. Τούτη η συμφωνία είναι το τεκμήριο 4 στην αίτηση. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι κατά τον εν λόγω χρόνο ήταν σε γνώση των καθ' ων η αίτηση πως κατείχαν άδεια τέταρτης τάξης, δηλαδή κατώτερης του έργου που επρόκειτο να ανεγερθεί. Σύμφωνα με τον ομνύοντα η κατάταξη του έργου προκύπτει από την άδεια οικοδομής που εκδόθηκε, ημερομηνίας 23/02/2010, όπου αναγράφεται πως το εμβαδό του έργου είναι 1043 τμ. Η άδεια οικοδομής είναι το τεκμήριο 1 στην αίτηση. Επικαλείται τις πρόνοιες του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών, Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων νόμου, Ν.29(Ι)/2001, εκ των οποίων προκύπτει πως έργο του οποίου το εμβαδό υπερβαίνει τα 1000 τμ αλλά όχι τις 4000 τμ, εμπίπτει στην τρίτη τάξη. Αλληλογραφία που αντάλλαξε ο συνήγορός του με το Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων (βλ. τεκμήριο 2 στην αίτηση), καθιστά σαφές πως κατά τον επίδικο χρόνο οι καθ' ων η αίτηση κατείχαν άδεια τέταρτης τάξης, δηλαδή κατώτερης της αναγκαίας. Αποδίδει στους καθ' ων η αίτηση και στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 (η τελευταία είναι η αρχιτέκτονας του έργου) συνέργεια εξαπάτησής τους, εφόσον τους απέκρυψαν το γεγονός κατώτερης τάξης της άδειας των καθ' ων η αίτηση. Υποστηρίζει δε πως στην αίτηση για παραχώρηση εντύπου συμβολαίου για οικοδομικό ή τεχνικό έργο (βλ. τεκμήριο 3 στην αίτηση) η οποία συμπληρώθηκε από την εξ ανταπαιτήσεως εναγομένη 2, αναγράφηκε ότι το συνολικό εμβαδό του έργου είναι μόνο 450 τμ και αυτό παρά τα αναφερόμενα στη σχετική άδεια οικοδομής. Στον αντίποδα ο ομνύων την ένσταση των καθ' ων η αίτηση (διευθυντής τούτων) καίτοι παραδέχεται πως κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την αγωγή οι καθ' ων η αίτηση κατείχαν άδεια τέταρτης τάξης, αρνείται ότι η συμφωνία του επίδικου έργου συναρτήθηκε με τα τετραγωνικά που αναφέρονται στην άδεια οικοδομής και αντιθέτως υποστηρίζει πως η συμφωνία των διαδίκων προνοούσε για συνολικό εμβαδό 790 τμ. Προσθέτει δε ότι ήταν σε γνώση των αιτητών η άδεια που κατείχαν. Επιπλέον από την προσφορά που υπέβαλαν (βλ. τεκμήριο 1 στην ένσταση), η οποία συνιστά αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας των διαδίκων, προκύπτει πως οι εργασίες για το διαμέρισμα στον όροφο δεν θα εκτελούντο, εξου και παρέμειναν χωρίς τιμή. Εις απόδειξη τούτου παρουσιάζει και δύο φωτογραφίες (βλ. τεκμήριο 2 στην ένσταση) που απεικονίζουν το κτήριο στη σημερινή του μορφή. Αρνείται οποιαδήποτε συνέργεια μαζί με την αρχιτέκτονα (εξ ανταπαιτήσεως εναγομένη 2) και υποστηρίζει πως πρώτη φορά συνεργαζόταν μαζί της και ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι εκείνοι που του σύστησαν την αρχιτέκτονα και του την παρουσίασαν ως οικογενειακή τους φίλη. Όσο δε για το τεκμήριο 3 στην αίτηση αναφέρει πως αυτό δεν είναι παρά μόνο η αίτηση που δίδεται στον εργολάβο από τον αρχιτέκτονα, ώστε να δύναται να παραλάβει το συμφωνητικό έγγραφο. Αποδέχεται την αλλαγή του ονόματος των καθ' ων η αίτηση και επισυνάπτει στην ένσταση σχετικό πιστοποιητικό (τεκμήριο 3). Η συνεργασία που είχαν με τους εναγόμενους 1 και 2 αρχικά κυλούσε ομαλά, αλλά σε πολύ σύντομο διάστημα και ένεκα οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζαν, η ομαλή πορεία ανετράπη. Η επίδικη αίτηση αποτελεί μέρος της επιδιωκόμενης καθυστέρησης και περιπλέον, καταχωρίστηκε καταχρηστικά και με καθυστέρηση και με μοναδικό σκοπό τον αποπροσανατολισμό της κυρίως διαδικασίας. Οι δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, μια για κάθε πλευρά, δεν προσθέτουν κάποιο ιδιαίτερο γεγονός. Σε μεγάλο βαθμό δεν είναι τίποτε άλλο παρά επισημάνσεις επί των κατατεθέντων τεκμηρίων, εν είδει αγορεύσεων. Εν προκειμένω οι αιτητές παραπέμπουν στη συμφωνία των διαδίκων (τεκμήριο 4 στην αίτηση) όπου στην πρώτη σελίδα αναφέρεται πως μεταξύ εκείνων που επρόκειτο να ανεγερθούν συγκαταλέγεται και το οροφοδιαμέρισμα, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι αντίθετες αιτιάσεις των καθ' ων η αίτηση δεν ευσταθούν. Κατά τον ίδιο τρόπο παραπέμπει στα αναφερόμενα στην άδεια οικοδομής (τεκμήριο 2 στην αίτηση), ενώ προσκομίζει άλλο ένα τεκμήριο (τεκμήριο 5 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση), εν προκειμένω το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που κατήρτισαν οι καθ' ων η αίτηση, όπου και πάλιν αναγράφεται «διαμερίσματα στον πρώτο όροφο». Επιπλέον σχολιάζει την προσφορά των καθ' ων η αίτηση (τεκμήριο 1 στην ένσταση) και υποστηρίζει, αφενός ότι οι προσφορές ήταν δυο και η πρώτη (τεκμήριο 6 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση) αφορούσε την πλήρη ολοκλήρωση του οροφοδιαμερίσματος και αφετέρου, ότι η δεύτερη (τεκμήριο 1 στην ένσταση) μεριμνούσε για την κατασκευή του σκελετού αυτού. Παραπέμπει συναφώς σε άλλα μέρη του ιδίου εγγράφου ώστε να καταδείξει πως η συμφωνία των διαδίκων προέβλεπε την ανέγερση μέρους του διαμερίσματος και συνεπώς ο ομνύων τη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ψεύδεται. Αρνείται πως οι εναγόμενοι 1 και 2 αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες και εις απόδειξη τούτου αποκαλύπτει το τεκμήριο 7 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δηλαδή καταστάσεις λογαριασμών. Εντέλει αρνείται πως εκείνοι είναι που σύστησαν τους καθ' ων η αίτηση στην αρχιτέκτονα (εξ ανταπαιτήσεως εναγομένη 2), αντιθέτως η αρχιτέκτονας είναι εκείνη που συνέστησε τους καθ' ων η αίτηση στους αιτητές, λέγοντάς τους μάλιστα ότι τους γνώριζε από προηγούμενη συνεργασία που είχαν. Αυτό το τελευταίο το αποδέχεται ο ομνύων τη δήλωση των καθ' ων η αίτηση στη δική του συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προσθέτοντας ότι ένεκα του χρόνου που παρήλθε του διέφυγε αυτή η λεπτομέρεια και την ενθυμήθηκε εκ των υστέρων μετά την αποκάλυψή της από τους αιτητές. Επαναλαμβάνει περαιτέρω ότι σε καμία περίπτωση συμφωνήθηκε η ολοκλήρωση του έργου δια το σύνολο των τετραγωνικών και επικαλείται τα αναφερόμενα στην άδεια οικοδομής (τεκμήριο 1 στην αίτηση) όπου αναγράφεται πως η αξία της προτιθέμενης κατασκευής ανέρχεται σε €650.000. Σχολιάζει πως το ασφαλιστήριο έγγραφο δεν αποδεικνύει κάτι και απλώς αντιστοιχεί στον τίτλο της άδειας οικοδομής. Δέχεται ότι η πρώτη προσφορά (τεκμήριο 6 στη συμπληρωματική του αιτητή) περιλάμβανε οικοδόμηση του ορόφου, εφόσον οι εναγόμενοι 1 και 2 ήθελαν να γνωρίζουν το κόστος. Τους ενημέρωσαν όμως ότι δεν διέθεταν το ποσό των €471,915 της πρώτης προσφοράς και επιθυμούσαν την τροποποίησή της, ως το τεκμήριο 1 στην αρχική δήλωσή του. Στην τελευταία προσφορά δεν συμπεριλαμβάνετο η κατασκευή του σκελετού του οροφοδιαμερίσματος, αλλά μόνο η κατασκευή του στηθαίου, δηλαδή αυτού που στις φωτογραφίες (τεκμήριο 2 στην πρώτη ένορκη δήλωση στην ένσταση) απεικονίζεται ως βεράντα πάνω από το κατασκευασμένο κτήριο. Προς απόδειξη των ανωτέρω προσκομίζει την προσφορά που παρέδωσε στον νέο αρχιτέκτονα, χρωματίζοντας όμως τις εργασίες που έγιναν και πληρώθηκαν (τεκμήριο 4 στη συμπληρωματική). Τέλος, προς απόδειξη του ισχυρισμού περί οικονομικών δυσκολιών των εναγομένων 1 και 2, προσκομίζει το τεκμήριο 5 στη συμπληρωματική, δηλαδή επιστολή της εξ ανταπαιτήσεως εναγομένης 2 όπου αναφέρεται πως οι οικοδομικές εργασίες τερματίζονται «ένεκα μη επαρκούς χρηματοδότησης του έργου από τους ιδιοκτήτες». Οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2 και 3 είναι η αρχιτέκτονας και ο πολιτικός μηχανικός του έργου αντίστοιχα. Η ένσταση που καταχώρισαν κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις, δηλαδή μία από τον κάθε ένα. Το περιεχόμενο τούτων δεν διαφέρει και ως εκ τούτου σχολιάζεται ενιαία. Είναι η θέση της αρχιτέκτονος ότι τόσο η ίδια όσο και οι ενάγοντες ενημέρωσαν τους ιδιοκτήτες πως οι εργολάβοι κατατάσσονται σε κατηγορίες βάσει των τετραγωνικών μέτρων του έργου. Περιπλέον, οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2 και 3 προσκόμισαν τα αρχιτεκτονικά σχέδια σε εργολάβους και ζήτησαν προσφορές. Ενημέρωσαν τούτους, ως οι οδηγίες των εναγομένων 1 και 2 ιδιοκτητών, πως η υλοποίηση του έργου θα γινόταν τμηματικά ένεκα οικονομικού περιορισμού. Η αρχιτέκτονας δέχεται πως η ίδια είναι που συμπλήρωσε το τεκμήριο 3 στην αίτηση και ανέγραψε συνολικό εμβαδό 450 τμ πλέον το υπόγειο το οποίο εννοείται. Συνεπώς, υποστηρίζει η αρχιτέκτονας, ουδεμία παρανομία διεπράχθη εφόσον το συμφωνηθέν εμβαδό καλύπτετο από την εγκεκριμένη άδεια του εργολήπτη. Πέραν τούτου οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2 και 3 υποστηρίζουν ότι λήφθηκε προσφορά από επιμετρητή ποσοτήτων η οποία κατέστη αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας των διαδίκων. Η εν λόγω προσφορά θέλει το σύνολο του έργου να μην υπερβαίνει τα 964 τμ. Περαιτέρω σε περίπτωση διαφοράς τετραγωνικών μέτρων και τιμών ποσοτήτων μεταξύ του συμβολαίου και της προσφοράς, θα ακολουθείτο η προσφορά. Συνεπώς, υποστηρίζουν οι ομνύοντες, το έργο δεν υπερέβαινε τα 1000 τμ. Βάσει των ανωτέρω η αρχιτέκτονας προσθέτει ότι υπήρξε ένσταση από μέρους της στα πρόσθετα 43 τμ που αναγράφονται στην άδεια οικοδομής και η εμβαδομέτρηση που διεξήχθη από τους επιμετρητές δικαιολογεί τούτη τη θέση. Πέραν των ανωτέρω οι δύο ομνύοντες υποδεικνύουν πως η εκτέλεση του έργου διεκόπη κατ' απαίτηση των ιδιοκτητών λόγω οικονομικών προβλημάτων. Ακολούθως οι ιδιοκτήτες διόρισαν επιμετρητή, δικηγόρο και νέο αρχιτέκτονα και πολιτικό μηχανικό. Εντέλει η συνέχιση του έργου ανατέθηκε εκ νέου στους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση. Παρόλα ταύτα ουδείς εξ αυτών που διορίστηκαν στη συνέχεια έκρινε πως το συνολικό εμβαδό του έργου υπερέβαινε την άδεια του εργολήπτη. Είναι η θέση των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 και 3 ότι η επίδικη αίτηση εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς των εναγομένων 1 και 2 και προσθέτουν πως από μέρους τους ουδεμία παρανομία υπήρξε και οι σχετικοί ισχυρισμοί των εναγομένων 1 και 2 είναι ψευδείς και ανυπόστατοι. Όπως έχει νομολογηθεί η διαγραφή δικογράφου επιτρέπεται όπου το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή απάντηση, ή είναι επιπόλαιο ή ενοχλητικό (frivolous or vexatious) (βλ. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1338, 1344 και Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1119, 1121). Εν τούτοις η σχετική εξουσία ασκείται με φειδώ και μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού υποβάθρου. Στην υπόθεση Nagle v. Feilden
(1966)1 All E.R. 697, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Αργύρη Γεωργίου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 704, 711, λέχθηκε ότι «It is well settled that a statement of claim should not be struck out and the plaintiff driven from the judgment seat unless the case is unarguable». Σε διαφορετική περίπτωση, υποδεικνύεται στην υπόθεση In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246, 255, η διαγραφή θα συνεπαγόταν παραβίαση του δικαιώματος που έχει ο διάδικος να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος. Περιπλέον, στο Annual Practice του 1958, υποδεικνύεται ότι το Δικαστήριο θα διαγράψει ένα δικόγραφο μόνο όταν είναι της γνώμης ότι καμία τροποποίηση δεν είναι ικανή να το διασώσει (βλ. σελίδα 575 «Secus, if the Court is satisfied that no amendment, however ingenious, will cure the defect»). Τέτοιο αίτημα δεν είναι ξένο προς τα ειωθότα της διαδικασίας αλλά υποταγμένο σε αυτή, εξου και δεν συνιστά κατάλυση τούτης. Αντιθέτως, σκοπεί ακριβώς στην προστασία της διαδικασίας από τη βάσανο αντινομικής και σαθρής δικογράφησης. Είναι μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις σαθρής δικογράφησης που τυγχάνει εφαρμογής (βλ. Λοΐζος Λουκά και Υιοι Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316). Σήμερα είναι καλά θεμελιωμένο ότι η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου έλκεται από δύο πηγές. Η πρώτη είναι αυτή της εγγενούς εξουσίας του Δικαστηρίου (inherent jurisdiction), όπως ρητά υποδεικνύεται στο Annual Practice του 1958 και δεν είναι αναγκαίο να αναγράφεται τούτο στην αίτηση (.it was not necessary to put into the notice the words 'under the inherent jurisdiction of the Court' as if it was a properly drawn application it would invoke the inherent jurisdiction of the Court as well as that given by O.25 r.4, βλ. σελίδα 574) και η άλλη είναι αυτή που προκύπτει από τον σχετικό διαδικαστικό κανονισμό, δηλαδή τη Δ.27 κ.3. Η διερεύνηση του κατά πόσο ένα δικόγραφο αντίκειται των διατάξεων του κ.3 της Δ.27, επικεντρώνεται και παραπέμπει κατ' ευθείαν στο περιεχόμενο τούτου, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία που το υποστηρίζει (βλ. In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, 253 και Έρμος Χατζηκυριάκος ν. Διομήδη Κυθρεώτη
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1119). Στην υπόθεση Pelmako ανωτέρω, υποδείχθηκε ότι η νομική υπόσταση δικογράφου κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του (βλ. σελ.255). Περιπλέον, στο Annual Practice πιο πάνω, αναφέρεται ότι «In applications under the rule no evidence is admitted» (βλ. σελ. 575). Με αυτά κατά νου στρέφω την προσοχή μου στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρίστηκε από τους καθ' ων η αίτηση. Εξηγείται εκεί η σχέση των διαδίκων και συγκεκριμένα η συμφωνία που συνομολόγησαν την 30/11/2010, που όπως αναφέρεται αφορούσε την οικοδόμηση της οικίας των εναγομένων 1 και 2 από τους ενάγοντες, δηλαδή τους καθ' ων η αίτηση. Καταγράφονται ισχυριζόμενα συμβάντα στη σχέση των διαδίκων, όπως το ότι την 07/11/2011 οι εναγόμενοι 1 και 2, μέσω της αρχιτέκτονος (εξ ανταπαιτήσεως εναγομένης 2) τερμάτισαν τις εργασίες του έργου λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν. Εν τω μεταξύ είχε προηγηθεί η έκδοση διατακτικού από την αρχιτέκτονα, του οποίου η εξόφληση εκκρεμούσε και ανεστάλη προσωρινά με επιστολή της αρχιτέκτονος, ημερομηνίας 21/11/
- Εντέλει μετά πάροδο κάποιων μηνών τα μέρη συμφώνησαν στο διορισμό επιμετρητών για υπολογισμό της εκτελεσθείσας εργασίας, όπερ και εγένετο. Κατόπιν τούτου την 27/06/2012 η πλευρά των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση αποδέχθηκε επανέναρξη των εργασιών και έλαβε μειωμένο ποσό έναντι του εκδοθέντος διατακτικού, με την υπόσχεση ότι μόλις προχωρήσουν οι εργασίες θα εξοφληθεί και το υπόλοιπο. Εντέλει την 04/07/2012 οι εναγόμενοι 1 και 2 τερμάτισαν εκ νέου τις υπηρεσίες των καθ' ων η αίτηση και αυτή τη φορά ο τερματισμός υπηρεσιών επεκτάθηκε και στους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 2 και
- Ως εκ τούτου διορίστηκε νέος αρχιτέκτονας. Ακολούθως την 13/09/2012 ο συνήγορος των εναγομένων 1 και 2 γνωστοποίησε στους καθ' ων η αίτηση την πρόθεσή τους για επανέναρξη των εργασιών, αυτή τη φορά υπό τις οδηγίες του νέου αρχιτέκτονα. Η πλευρά των εναγόντων συγκατάνευσε. Εντούτοις το εκδοθέν διατακτικό ανεστάλη μονομερώς και εκδόθηκε νέο με το περιεχόμενο του οποίου διαφωνούν και περαιτέρω, δεν εκδόθηκε διατακτικό για εκτελεσθείσα εργασία που είχε πιστοποιηθεί. Αντ' αυτού εκδόθηκε διατακτικό με αρνητικό πρόσημο. Παρά τις προσπάθειες των καθ' ων η αίτηση για επίλυση της διαφοράς, την 05/04/2013 οι εναγόμενοι 1 και 2 τερμάτισαν για τρίτη και οριστική φορά τις υπηρεσίες των εναγόντων και τους κάλεσαν να απομακρύνουν από το εργοτάξιο τον εξοπλισμό τους. Σε σχέση με αυτή τη πτυχή των ισχυρισμών οι ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις πέραν των €100.000, ως ποσό που προκύπτει από εργασίες που εκτέλεσαν και αναιτιολόγητα δεν εγκρίθηκαν από τον αρχιτέκτονα. Είναι η θέση των εναγόντων πως μετά τον οριστικό τερματισμό της σχέσης των διαδίκων, οι εναγόμενοι 1 και 2 και/ή οι εναγόμενοι 3, παρανόμως αφαίρεσαν σκαλωσιές και λοιπά οικοδομικά εργαλεία από το ακίνητο και τα τοποθέτησαν σε περιφραγμένο χώρο που ανήκει στους εναγόμενους
- Την 05/11/2013 ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση αποτάθηκε στους εναγόμενους 1 και 2 με επιστολή ώστε να επιστρέψουν και παραδώσουν πάραυτα τον εν λόγω εξοπλισμό. Σε σχέση με τούτο οι ενάγοντες αξιώνουν. αφενός διάταγμα επιστροφής του εν λόγω εξοπλισμού και αφετέρου αποζημίωση για την παράνομη αποστέρηση και απώλεια χρήσης, τόσο για τον χρόνο που ήδη παρήλθε όσο και επί μηνιαίας βάσης από συγκεκριμένη ημερομηνία και μέχρις ότου παραδοθεί. Τέλος, είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση πως στο πλαίσιο της συμφωνίας τους με τους εναγομένους 1 και 2 τους παραχώρησαν εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 20/12/2010 και για ποσό €31.228,
- Στο διάστημα του πρώτου τερματισμού των εργασιών οι εναγόμενοι 1 και 2 απευθύνθηκαν στην τράπεζα που εξέδωσε την εγγυητική και επέτυχαν, ως συνάγεται, την εξαργύρωση μέρους τούτης. Σύμφωνα με τους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση, η εξαργύρωση του ποσού των €9.243,20 είναι παράνομη και αντισυμβατική και ως εκ τούτου αξιώνεται η επιστροφή του εν λόγω ποσού. Κρίνω πως δεν είναι πολλά όσα χρειάζεται να ειπωθούν στην προκείμενη περίπτωση. Οφείλεται όμως αναφορά στα λεχθέντα της υπόθεσης ΧΧΧ κ.ά. ν. ΑΕΛ Ποδόσφαιρο Λτδ, Πολ. Εφ. Ε200/13, ημερομηνίας 20/03/2019 όπου αναφέρθηκε ότι: « H διαταγή αυτή αντιστοιχεί με το αγγλικό Ο.25 r.4 των παλαιών αγγλικών θεσμών, όπως συναντάται στο Annual Practice του 1955 σελ.
- Χρήσιμο είναι να παρατεθεί μέρος της ανάλυσης που γίνεται ειδικά ως προς τη φράση "No reasonable cause of action» εφόσον στην κρινόμενη περίπτωση, αυτό είναι που ενδιαφέρει. "There is some difficulty in affixing a precise meaning to "this term". "In point of law, . every cause of action is a reasonable one (per Chitty, J., Rep. of Peru v. Peruvian Guano Co., 35 Ch.D.p.495). But the practice is clear. So long as the Statement of Claim or the particulars (Davey v. Bentinck, {1893} 1 Q.B. 185) disclose some cause of action, or raise some question fit to be decided by a Judge or a jury, the mere fact that the case is weak, and not likely to succeed, is no ground for striking it out (Moore v. Lawson, 31 T.L.R.418, C.A.); nor is the fact that the Statute of Frauds (which is merely a provision as to evidence) might be a bar to the claim (Fraser v. Pape
(1904), 91 L.T.340, C.A.); or the Statute of Limitations (Murray v. Secretary for India, {1931} W.N.91). In such a case application may be made under r.2. And where the Statement of Claim in its present form discloses no cause of action because some material averment has been omitted, the Court, while striking out the pleading, will not dismiss the action but give the plaintiff leave to amend (see (n.)"» Περιττό βεβαίως να λεχθεί ότι σε αίτημα ως το υπό κρίση ο ισχυρισμοί στο δικόγραφο που βάλλεται εκλαμβάνονται ως ορθοί και αληθείς (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 30, σελ. 37), εξου και όπως προαναφέρθηκε, η διερεύνηση περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση τούτων. Τώρα, επί της ουσίας είναι ηλίου φαεινότερον πως το αίτημα των εναγομένων είναι ανυπόστατο και συνεπώς υποκείμενο σε απόρριψη. Κατ' αρχάς η εξάρτηση του αιτήματος αποκλειστικά και μόνο από τη συνομολογηθείσα συμφωνία ημερομηνίας 30/11/2012 και περιπλέον, η εισήγηση πως η εν λόγω συμφωνία είναι παράνομη και ως εκ τούτου όχι καλή βάση αγωγής, παραγνωρίζει επιδειχτικά το νομικά αδιαμφισβήτητο ότι εδώ το κλητήριο ένταλμα δεν είναι μονοδιάστατο, εξου και οι αξιούμενες θεραπείες ποικίλλουν. Ζητούμενο δεν είναι απλώς το υπόλοιπο βάσει συμφωνίας ή εκτελεσθεισών εργασιών, το οποίο αφορά η παράγραφος 46 της έκθεσης απαιτήσεως, αλλά και η κατακράτηση του εξοπλισμού των εναγόντων, η οποία συνιστά αστικό αδίκημα (βλ. Brainvibes Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Εφ. 193/13, ημερομηνίας 31/10/2019, ECLI:CY:AD:2019:A451), εξου και αξιώνεται έκδοση διατάγματος επιστροφής των αντικειμένων αλλά και αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης (βλ. παράγραφο 46 της έκθεσης απαιτήσεως), καθώς και η αντισυμβατική και παράνομη εξαργύρωση μέρους της εγγυητικής. Διαπιστώνεται συνεπώς ο πολυσχιδής χαρακτήρας της έκθεσης απαιτήσεως, καθώς και των αξιώσεων επί του κλητηρίου εντάλματος, διαπίστωση η οποία αντιπαραβάλλεται στο μονοδιάστατο χαρακτήρα της επίδικης αίτησης που βάλλει μόνο κατά της συμφωνίας των διαδίκων. Αυτό και μόνο είναι αρκετό για να διαπιστωθεί πως ακόμη και επί τη υποθέσει ότι οι αιτιάσεις των εναγομένων ευσταθούν σε σχέση με τη συνολογηθείσα συμφωνία, ζήτημα για το οποίο δεν αποφαίνομαι και πάλιν το δικόγραφο των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση δεν στερείται βάσης αγωγής, εφόσον ανεπηρέαστοι παραμένουν οι λοιποί ισχυρισμοί που εκεί προβάλλουν και αιτιολογούν άλλες βάσεις αγωγής. Εν ολίγοις, στο ερώτημα που τέθηκε στην υπόθεση Drummond-Jackson v. British Medical Association
(1970)1 All E.R. 1094, ήτοι. "Does this statement of claim disclose an alleged cause of action which has some chance of success?", η απάντηση είναι αναμφισβήτητα θετική. Όσα ανωτέρω υποδείχθηκαν αποκαλύπτουν βάσεις αγωγής που ουδόλως απασχόλησαν την αίτηση, έτι δε περισσότερο δεν πλήγηκαν από αυτή και συνεπώς παρέμειναν απαρασάλευτες και για σκοπούς του αιτήματος ισχυρές. Πέραν των ανωτέρω, ακόμη και αυτή τούτη η πτυχή του αιτήματος σε σχέση με τη συνομολογηθείσα συμφωνία αναδεικνύει το εξής ερώτημα. είναι τούτη η περίπτωση που σε αυτό το πρόωρο στάδιο δικαιολογείται διαπίστωση παρανομίας της σύμβασης και συνακόλουθα διαγραφή του κλητηρίου εντάλματος; Η πάρα πάνω σύνοψη του μαρτυρικού υλικού απαντά το ερώτημα αρνητικά. Η μεν πλευρά των εναγομένων 1 και 2 διατείνεται ότι η συνομολογηθείσα συμφωνία συναρτάτο με τα τετραγωνικά μέτρα που αναφέρονται στην άδεια οικοδομής (1043 τμ), γεγονός που καθιστά τη σύμβαση παράνομη, εφόσον η άδεια των καθ' ων η αίτηση ήταν μέχρι 1000 τμ. Από την άλλη οι ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι τα τετραγωνικά μέτρα της συμφωνίας ήταν πολύ λιγότερα, εφόσον δεν συμπεριλάμβαναν το διαμέρισμα στον όροφο, παρ' ότι όμως εκδόθηκε σχετική άδεια οικοδομής. Επ' αυτού είναι που σχολιάζονται οι δύο προσφορές που έδωσαν, με τους ενάγοντες να επικεντρώνονται στο ότι το ποσό της δεύτερης προσφοράς ήτο μειωμένο επειδή αφαιρέθηκε το διαμέρισμα. Κατ' ανάλογο τρόπο η αρχιτέκτονας (εξ ανταπαιτήσεως εναγομένη 2), υποστηρίζει ότι το έργο θα εκτελείτο τμηματικά και αυτό αναφέρθηκε στους προσφοροδότες ως απαίτηση των ιδιοκτητών, δηλαδή των εναγομένων 1 και 2. Είναι γι' αυτό το λόγο που στο τεκμήριο 3 στην αίτηση έγραψε πως τα τετραγωνικά μέτρα του έργου ανέρχοντο σε 450. Εν πάση περιπτώσει, θέση της αρχιτέκτονος είναι πως η εμβαδομέτρηση του έργου φανερώνει ότι δεν ξεπερνά τα 964 τμ και είναι βάσει τούτου που καταρτίστηκε η προσφορά η οποία υπερισχύει τυχόν διαφοράς μεταξύ τούτης και του συμβολαίου. Βεβαίως το Δικαστήριο δεν θα επιλέξει σε τούτο το στάδιο κάποια μαρτυρία, ενέργεια πρωθύστερη της νενομισμένης διαδικασίας, ήτοι της ακρόασης των διαδίκων και των μαρτύρων τους και απόφανσης που προκύπτει από αντιπαραβολή και διερεύνηση των θέσεων τούτων. Τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν αναδεικνύουν την ομοιότητα της παρούσης με αυτά που ειπώθηκαν στην υπόθεση Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά. ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ. 990, την οποία επικαλείται η πλευρά των εναγόντων. Στη σελίδα 996 αναφέρθηκε εκεί ότι: «Περιπτώσεις, προσθέτω, στις οποίες το τί είναι επιλήψιμο, προβληματικό και αντιρρήσιμο, θα πρέπει να φαίνεται στο ίδιο το δικόγραφο, ή να προκύπτει από αυτό. Δεν μπορεί κατά την άποψη μου να έχουν εφαρμογή οι πρόνοιες της Δ.27 θ.3 σε περιπτώσεις όπου διάγνωση του εγειρόμενου σαν προβλήματος απαιτεί πολλή εξέταση, επιχειρηματολογία και περίσκεψη. Πολύ δε λιγότερο, δεν μπορούν να εφαρμοστούν οι πρόνοιες αυτής της Διαταγής σε περιπτώσεις κατά τις οποίες, όπως και εδώ, η απόφανση επί του εγειρόμενου ζητήματος απαιτεί την λήψη μαρτυρίας είτε έγγραφης είτε προφορικής. Η νομιμοποίηση μιας νομικής οντότητας ως προς το δικαίωμα να είναι ενάγουσα, ή έστω το ερώτημα κατά πόσο η ενάγουσα θεωρείται ότι είναι υπαρκτή νόμιμα ή νομικά είναι νομικά ζητήματα. Νομικά ζητήματα επί των οποίων η απόφανση θα εξαρτηθεί από τα γεγονότα που τα περιβάλλουν. Όπως δε επανειλημμένα έχει νομολογηθεί, η προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων, ακόμα και κάτω από τις πρόνοιες της Δ.27 θ.θ. 1, 2 δεν προσφέρεται εκεί όπου το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων είτε δεν υπάρχει είτε δεν αποτελείται από κοινά παραδεκτά γεγονότα (βλ. π.χ. Malachtou v. Armefti
(1984)1 C.L.R. 548, Greenock Navigation v. Tradex
(1988)1 C.L.R. 709). Στην υπό εξέταση όμως περίπτωση, όχι μόνο η βάση των αντιρρήσεων των εναγομένων δεν είναι προφανής από το ίδιο το δικόγραφο ή από το όνομα έστω της ενάγουσας, αλλά τα γεγονότα στα οποία βασίζεται δεν μπορούν να ξεκαθαρίσουν παρά με λήψη μαρτυρίας και με αξιολόγηση της.» Ανάλογη είναι η περίπτωση και στην υπό αναφορά αγωγή. Το πραγματικό πλαίσιο που περιβάλλει το αίτημα δεν είναι αποκρυσταλλωμένο και αδύνατο είναι, είτε από το ενώπιον του Δικαστηρίου δικόγραφο των εναγόντων, είτε από την προσκομισθείσα μαρτυρία, να διαπιστωθεί αυτό που πραγματικά ισχύει. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος διαπιστώνεται πως το αίτημα των εναγομένων 1 και 2 στέκει μετέωρο και άνευ πραγματικού υποβάθρου, διαπίστωση η οποία επίσης επιφέρει την απόρριψη τούτου. Για όλους τους λόγους που ανωτέρω επιχείρησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ των καθ' ων η αίτηση (εναγόντων και εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 και 3) και σε βάρος των εναγομένων, κεχωρισμένως και/ή αλληλεγγύως, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................................... Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο