← Κύπρος

Αίτηση υπό του Alexander Markovich Frayman ν. Αναφορικά με τον KONSTANTIN SELIVANOV, Αρ. Αίτησης Διαχείρισης: 239/2020, 2/5/2022

Αίτηση υπό του Alexander Markovich Frayman ν. Αναφορικά με τον KONSTANTIN SELIVANOV, Αρ. Αίτησης Διαχείρισης: 239/2020, 2/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A226 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Διαχείρισης: 239/2020 Αναφορικά με τον KONSTANTIN SELIVANOV, τέως από τη Ρωσία Αποβιώσαντα Αίτηση υπό του Alexander Markovich Frayman Αιτητής Ημερομηνία: 02 Μαΐου 2022 Αίτηση ημερομηνίας 20/07/2021 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: Η κα Παρασκευά Για τους Καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Παυλίδης -------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αίτηση που εδώ απασχολεί είναι ενδιάμεση και παρεμβάλλει στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο διαχείρισης. Επιβάλλεται να σημειωθεί πως στο πλαίσιο της διαχείρισης καταχωρίστηκε η αίτηση ημερομηνίας 28/04/2021 με την οποία ο αιτητής, ο οποίος είναι ο ίδιος με τον αιτητή στην υπό κρίση περίπτωση, αξιώνει την έκδοση δύο διαταγμάτων. αφενός παύσης και/ή ανάκλησης του διορισμού των υφιστάμενων διαχειριστών και αφετέρου το διορισμό του ιδίου ως διαχειριστή. Η αίτηση ημερομηνίας 28/04/2021 (στη συνέχεια η πρώτη αίτηση) συνοδεύεται από ένορκη δήλωση την οποία ομνύει πρόσωπο ονόματι Alexander Markovich Frayman. Η δήλωση τούτου είναι πολυσέλιδη, αριθμεί 29 σελίδες και συνοδεύεται από πληθώρα τεκμηρίων, ήτοι 40 τον αριθμό. Τώρα, η σημασία των ανωτέρω έγκειται στο ότι η υπό κρίση αίτηση (στη συνέχεια η δεύτερη αίτηση) επιζητεί την καταχώριση συμπληρωματικής και/ή απαντητικής ενόρκου δηλώσεως. Δηλαδή με τη δεύτερη αίτηση ζητείται να συμπληρωθεί η ένορκη δήλωση του ομνύοντα που συνοδεύει την πρώτη αίτηση. Σημειώνεται δε πως η υπό κρίση διαδικασία διεξάγεται εντός των παραμέτρων των δυο ενόρκων δηλώσεων που την καθορίζουν. Εν προκειμένω τόσο η πλευρά του αιτητή όσο και η πλευρά των καθ' ων η αίτηση που ενίστανται στη δεύτερη αίτηση, προέβησαν σε καταχώριση ενόρκων δηλώσεων. Εντούτοις όπως θα φανεί οσονούπω δεν εξυπηρετείται η διαδικασία από παράθεση των όσων αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις στη δεύτερη αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Καίτοι αίτημα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση είθισται να είναι απλό στη φύση του, διερχόμενο μέσα από τη Δ.48 κ.4

(2)και βεβαίως την αναζήτηση καλού λόγου, στην προκείμενη περίπτωση οι περιβάλλουσες περιστάσεις φανερώνουν πως η όλη διαδικασία δεν είναι απαλλαγμένη προβλήματος. Και εξηγώ. η ένορκη δήλωση του ομνύοντα στην πρώτη αίτηση είναι διατυπωμένη στην αγγλική γλώσσα. Αυτό δεν αποτελεί βεβαίως κώλυμα, άλλωστε προβλέπεται από τον περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμο Ν.67/88, άρθρο 5
(1), πως αποδεικτικό μέσο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα, γίνεται αποδεκτό σε δικαστική διαδικασία. Παρόλα ταύτα, στη δεδομένη περίπτωση εκείνο το οποίο απασχολεί την ένορκη δήλωση στην πρώτη αίτηση, είναι πως και το jurat τούτης είναι προσέτι συνταγμένο στην αγγλική γλώσσα. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύεται πως στην κατακλείδα της ενόρκου δηλώσεως (29η σελίδα) αναγράφεται η φράση "Sworn and signed before me on The 28/4/2021 District Court of Nicosia". Περιπλέον επιβεβλημένο είναι να υποδειχθεί πως στην ένσταση που καταχώρισαν οι καθ' ων η αίτηση σε σχέση με την πρώτη αίτηση, εν προκειμένω την αίτηση με την οποία αξιώνεται η παύση των διαχειριστών και ο διορισμός του αιτητή, ως λόγοι ένστασης προτάσσονται, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «12) Η ένορκη δήλωση του Αιτητή η οποία συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και κατ' επέκταση δεν δύναται να ληφθεί υπόψη. 13) Η Αίτηση του Αιτητή δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε μαρτυρία.». Εκ των ανωτέρω προκύπτει πως οι καθ' ων η αίτηση ενίστανται σε σχέση με την επάρκεια της ενόρκου δηλώσεως στην πρώτη αίτηση και συνεπώς επιβάλλεται πριν οτιδήποτε άλλο να εξεταστεί αυτό το ζήτημα, εφόσον αν ήθελε κριθεί πως η ένσταση των καθ' ων η αίτηση ευσταθεί και η ένορκη δήλωση στην πρώτη αίτηση κριθεί παράτυπη, τότε δεν νοείται χορήγηση άδειας για συμπλήρωση της μαρτυρίας μιας παράτυπης ενόρκου δηλώσεως. Η διερεύνηση του Δικαστηρίου επικεντρώνεται εν προκειμένω στο αδιαμφισβήτητο πως το jurat της πρώτης ενόρκου δηλώσεως είναι συνταγμένο στην αγγλική γλώσσα. Είναι γεγονός ότι η Δ.39 η οποία ρυθμίζει δικονομικά τον τρόπο σύνταξης μιας ένορκης δήλωσης, δεν αναφέρει ρητά ποια είναι η γλώσσα που γράφεται το jurat. Η δε ιστορία της χώρας μας, εν προκειμένω ότι ήτο αποικία του Ηνωμένου Βασιλείου και ως εκ τούτου οι νόμοι ήταν διατυπωμένοι στην αγγλική γλώσσα, καθώς ότι μετά την ανεξαρτησία τούτοι οι νόμοι συνέχισαν να εφαρμόζονται, ιδιαίτερα εφόσον το σύστημα δικαίου της χώρας έχει ως βάση το αγγλοσαξονικό και γι' αυτό ενίοτε ανατρέχουμε σε αγγλικές αποφάσεις και συγγράμματα, γεγονότα που έχουν αναγνωριστεί νομολογιακά (βλ. E.Philippou Ltd v. Littner Hampton Ltd
(1984)1 C.L.R.716), έφεραν τα δικαστήρια να χρησιμοποιούν την αγγλική γλώσσα μέχρι και το 1988. Περαιτέρω, γεγονός είναι ότι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί συντάχθηκαν στην αγγλική γλώσσα εφόσον προϋπήρχαν της ανεξαρτησίας, ενώ τροποποιήσεις που έτυχαν είναι στην ελληνική γλώσσα και δημιούργησαν τα λεγόμενα μωσαϊκά (βλ. Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.249,266). Είναι γι'αυτούς ακριβώς τους λόγους που στην υπόθεση Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.69,78 λέχθηκε ότι· «Όπως και σε άλλη περίπτωση που η μετάφραση στα ελληνικά δεν ανταποκρίνεται με ακρίβεια στο περιεχόμενο της βασικής νομοθεσίας, το δικαστήριο θα πρέπει για επιβεβαίωση της έννοιας του συγκεκριμένου νομοθετήματος να καταφεύγει στο αρχικό αυθεντικό αγγλικό κείμενο.» Σχετικές είναι και οι υποθέσεις· Επί τοις αφορώσι την Roula Baiboui Mohamed
(1998)1Γ Α.Α.Δ.1304,1306 και Jones v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ.355,360 που επίσης φανερώνουν ότι αυθεντικό κείμενο νομοθεσίας είναι το αγγλικό, νοείται εκεί όπου υπάρχουν δύο, δηλαδή αγγλικό και ελληνικό. Εν ολίγοις το αρχικό κείμενο, εν προκειμένω το αγγλικό, διατηρεί την αυθεντικότητά του, όπως άλλωστε προβλέπεται στο άρθρο 4
(5)του περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου, πιο πάνω. Αν αναφέρω όλα τα πιο πάνω είναι για να καταδείξω πως για λόγους που έλκουν την ύπαρξη τους σε αυτή την ιστορία της χώρας, αλλά και τη γένεση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η αγγλική γλώσσα ανέκαθεν χρησιμοποιείτο από την πολιτεία και εξυπηρέτησε τη συνύπαρξη των κοινοτήτων στη νήσο. Κατά τα λοιπά δεν χωρεί αμφιβολία ότι είναι ύψιστη συνταγματική επιταγή πως οι διαδικασίες ενώπιον των δικαστηρίων διεξάγονται σε μια από τις δύο επίσημες γλώσσες της πολιτείας, δηλαδή ελληνικά ή τουρκικά. Δεν χρειάζεται βεβαίως να αιτιολογηθεί η συνταγματική επιταγή, εν τούτοις υποδεικνύεται πως δεν νοείται δημόσια ακροαματική διαδικασία, ως στοιχείο που διασφαλίζει την ανεξαρτησία και αμεροληψία των δικαστηρίων και κατ'επέκταση το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας, όταν αυτή διεξάγεται σε γλώσσα άγνωστη και δυσνόητη στο ευρύ κοινό. Εν πάση περιπτώσει η υπόθεση Hassanein v. Hellenic Island
(1994)1 Α.Α.Δ.303 κατέστησε σαφές ότι η γλώσσα της διαδικασίας δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 3 του Συντάγματος. Το ερώτημα που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει, είναι κατά πόσο το jurat αποτελεί μέρος του εγγράφου. Σε τούτο ρητά και χωρίς περιστροφές απαντώ αρνητικά. Το jurat, όπως και το πλαίσιο της δήλωσης, δηλαδή ότι η καταχώριση διενεργήθηκε σε δικαστήριο συγκεκριμένης επαρχίας και δικαιοδοσίας, δεν αποτελούν μέρος του εγγράφου, εφόσον αυτό το κομμάτι δεν προσκομίζεται διά την απόδειξη κάποιου γεγονότος, όπως δηλαδή προνοείται στο άρθρο 5
(1)του Ν. 67/
  1. Το πλαίσιο αυτό δεν συνιστά αποδεικτικό υλικό και έτσι δεν διέπεται από τα αναφερόμενα στο άρθρο 5, πιο πάνω. Επιχειρώντας πλήρη διαλεύκανση του θέματος η διερεύνηση με οδήγησε στην Atkin's Encyclopedia of Court Forms in Civil Proceedings του 1969, 3ος τόμος, σελίδες 322 μέχρι και
  2. Η σημασία της παραπομπής αυτής εντοπίζεται στη σελίδα 326, στην παράγραφο Use of English Language όπου αναφέρεται ότι· «If the affidavit is in a foreign language it must be sworn through an interpreter, the jurat being in English.» Περιπλέον σχολιάζεται η περίπτωση που η δήλωση του ομνύοντα είναι στην ουαλική γλώσσα και οι συγγραφείς παραπέμπουν στη σελίδα 354 όπου εκεί παρατίθεται το jurat που χρησιμοποιείται σε τέτοιες περιπτώσεις. Κάτω από τον τίτλο Foreigner Swearing in Foreign Language Through Interpreter, αποκαλύπτεται πως η πιστοποίηση που επιγράφει το πρόσωπο που λαμβάνει τον όρκο είναι στην αγγλική γλώσσα και όχι άλλη, και αυτό παρ'ότι η δήλωση είναι στα ουαλικά. Δηλαδή το jurat παραμένει αναλλοίωτο και δεν εξαρτάται από τη γλώσσα που ομιλεί ο ομνύων τη δήλωση που πιστοποιείται τοιουτοτρόπως, αλλά από τη γλώσσα της διαδικασίας. Είναι λοιπόν αυτονόητο ότι δεν νοείται η πιστοποίηση, η οποία επιγράφεται προς το σκοπό απαλλαγής της πάρα πέρα διαδικασίας κατά τρόπο οριστικό και αμετάκλητο από οποιεσδήποτε αμφισβητήσεις, να δίδεται σε γλώσσα ξένη της διαδικασίας που σκοπεί να διαφυλάξει (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Saab Abbas Nazar
(2003)1B Α.Α.Δ. 772, 777). Τούτο δεν χρειάζεται περαιτέρω υποστήριξη. Λόγω του ότι το jurat εξυπηρετεί τη διαδικασία του δικαστηρίου, όπου και θα χρησιμοποιηθεί, αρμόζει και πρέπει να είναι στη γλώσσα που χρησιμοποιείται σε αυτή, εν προκειμένω ελληνικά ή τουρκικά. Διαφορετικά η νομολογία που επεξηγεί τη σημασία του jurat, όπως και το γεγονός ότι οι διάδικοι δεν μπορούν να παραιτηθούν οιασδήποτε παρατυπίας του jurat, δεν θα είχε λογική και σημασία. Ενόψει όλων των ανωτέρω και δη της διαπίστωσης ότι η γλώσσα στην οποία έχει συρθεί το jurat στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την πρώτη αίτηση, αντίκειται των όσων προβλέπονται από τη νομοθεσία, σχετικός πλέον καθίσταται ο λόγος της υπόθεσης Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Yιοί Λτδ και Άλλοι ν. Arizona Trading Co. Ltd
(1997)1 Α.Α.Δ. 1354 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε είδους ελάττωμα, παρανομία ή αντικανονικότητα. Αυτό είναι και το πνεύμα των αντίστοιχων αγγλικών διατάξεων, όπως συνάγεται από την παρακάτω σύντομη περικοπή από τη Supreme Court Practice 1988, 1ος τόμος, παράγ. 2/1/1, σελ. 9: "...................though it may still be that there are other failures to comply with statutory requirements or other improprieties so serious as to render the proceedings in which they occur, and any order made therein, a nullity. "Proceedings" for the purposes of this rule, includes any application to the Court, however informal." Όπως προκύπτει από τη νομολογία η Δ.39 θ.15 καλύπτει κυρίως τις επουσιώδεις παρατυπίες στη βεβαίωση ως, λ.χ., τις λέξεις "before me" ή την καταχώρηση της βεβαίωσης σε χωριστή σελίδα (βλέπε Atkin's Court Forms in Civil Proceedings, 2nd ed., vol. 3, σελ. 330). Στην περίπτωσή μας παραλείπεται ολόκληρη η βεβαίωση. Και το πιο σημαντικό η λέξη "ορκίστηκε", που είναι το ουσιαστικό στοιχείο της. Το ότι υπάρχει η υπογραφή δεν μεταβάλλει την κατάσταση.» Πιο κάτω στη σελίδα 1360 αναφέρεται ότι: «Δε θα σχολιάσουμε τη μαρτυρία της πρωτοκολλητού ή την έλλειψη μαρτυρίας αναγνώρισης του ομώσαντος Χρ. Κ. Μανώλη, ή άλλες ατέλειες. Τα κενά ή οι ελλείψεις δεν μπορούν να αφεθούν να συμπληρώνονται με μαρτυρία. Ακριβώς αυτός είναι ο σκοπός της jurat να αποφεύγονται με τρόπο αναντίλεκτο οι οποιεσδήποτε αμφισβητήσεις. Είναι γι' αυτό που όπως παρατηρεί ο Atkin στη σελ. 325 του ίδιου τόμου: «Τhe parties cannot waive an irregularity in the jurat» Και τέλος στη σελίδα 1361 αναφέρει ότι: «H υπόθεση In re El‑Bustani, ανωτέρω, αφορά την ένορκη δήλωση που κατατέθηκε για να υποστηρίξει αίτηση για habeas corpus, η οποία έγινε σε γλώσσα άλλη απ' εκείνη του αιτητή. Δεν τηρήθηκαν τα εχέγγυα που προβλέπει η Δ.39 θ. 13 για τη βεβαίωση ένορκης δήλωσης (jurat) αναλφάβητων ή τυφλών προσώπων. Παρά την παρατυπία το δικαστήριο προχώρησε και εξέτασε την ουσία της αίτησης. Δεν προκύπτει από την απόφαση ότι υπήρξε συζήτηση του θέματος, η δε σχετική παρατήρηση του δικαστηρίου φαίνεται να έχει χαρακτήρα obiter. Εν πάση περιπτώσει πρόκειται για ανόμοιες καταστάσεις, που δεν ευνοούν τις συγκρίσεις ή συσχετισμούς.» Επανερχόμενοι στην υπόθεση παρατηρούμε ότι το έγγραφο που κατατέθηκε για να στηρίξει το αίτημα δεν είχε καμιά αποδεικτική αξία. Επομένως πάσχει ριζικά ολόκληρη η διαδικασία. Γι' αυτό και παραμερίζουμε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου με έξοδα και στις δύο διαδικασίες σε βάρος της εφεσίβλητης.» Τα ανωτέρω δεν χωρούν πολλαπλών ερμηνειών. Όπου διαπιστώνεται παράλειψη συμμόρφωσης σε σχέση με τις διατάξεις διατύπωσης του jurat, προκύπτει παρατυπία και δεν χωρεί περιθώριο άρσης τούτης. Εκ των πραγμάτων προκύπτει πως η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την πρώτη αίτηση είναι παράτυπη και όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Θεμιστοκλέους ανωτέρω, δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Εν προκειμένω η περί ης ο λόγος δήλωση θεωρείται ανύπαρκτη και κατά συνέπεια δεν τίθεται ζήτημα συμπλήρωσης των εκεί αναφερομένων που ουδεμία αποδεικτική αξία προσλαμβάνουν. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω καταλήγω πως η υπό κρίση αίτηση είναι υποκείμενη σε απόρριψη και ως τέτοια απορρίπτεται, εφόσον ανίκανη είναι να οδηγήσει στην έκδοση διατάγματος που να συμπληρώνει τη μαρτυρία μιας παράτυπης ενόρκου δηλώσεως. Η αίτηση απορρίπτεται και έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και σε βάρος του αιτητή. (Υπ.) ................................... Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.