Ιωάννου κ.α. ν. Οικονομίδης κ.α., Aρ. Αγωγής: 1347/2020, 30/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A235 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 1347/2020 ΜΕΤΑΞΥ:
- [ ] Ιωάννου
- [ ] Ιωάννου Εναγόντων και
- [ ] Οικονομίδης
- [ ] Οικονομίδου Εναγομένων Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 22/6/2020 για έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων Ημερομηνία: 30 Μαΐου 2022 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Σ. Βασιλακκάς για Ε. Φλουρέντζου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Θ. Κοντάκος για Α. & Α. Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 15/06/2020 με Κλητήριο Ένταλμα Γενικώς Οπισθογραφημένο. Στις 9/3/22 καταχωρίστηκε τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα και Έκθεση Απαίτησης. Αξιώνεται η επιδίκαση γενικών και ειδικών αποζημιώσεων εναντίον των Εναγομένων για παραβίαση του άρθρου 15 και 16 του Συντάγματος και/ή του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η επιδίκαση αποζημιώσεων για παρενόχληση και/ή επίθεση και/ή παράνομη επέμβαση σε πρόσωπο και/ή δυσφήμηση, αποζημιώσεις για ψυχική ταλαιπωρία που έχουν υποστεί και/ή υφίστανται οι Ενάγοντες από την παράνομη, άδικη και εκ προθέσεως επίθεση και/ή παρενόχληση και/ή δυσφήμηση και/ή εξύβριση και/ή επιζήμια ψευδολογία που δέχτηκαν και/ή δέχονται από τους Εναγόμενους. Αξιώνονται επίσης τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις για τις ζημιές που έχουν υποστεί οι Ενάγοντες συνεπεία των πιο πάνω καθώς επίσης και διάταγμα που να εμποδίζει τους Εναγόμενους να παρενοχλούν και/ή εξυβρίζουν και/ή προσεγγίζουν τους Ενάγοντες. Στις 22/06/2020 καταχωρίστηκε από τους Ενάγοντες η υπό κρίση μονομερής αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων εναντίον των Εναγομένων, η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 (στο εξής ο Ιωάννου και η Ένορκη Δήλωση Ιωάννου), στο περιεχόμενο της οποίας θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Ζητείται η έκδοση διαταγμάτων ως ακολούθως: «Α. Παρεμπίπτον και/ή προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει και/ή να περιορίζει τους Εναγόμενους να πλησιάζουν τους Ενάγοντες σε ακτίνα 10 μέτρων μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής αυτής και/ή μέχρι άλλης ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Παρεμπίπτον και/ή προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση από το να επιτίθενται και/ή παρενοχλούν και/ή να απειλούν και/ή να επεμβαίνουν προς το πρόσωπο των Εναγόντων/Αιτητών μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής αυτής και/ή μέχρι άλλης ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Παρεμπίπτον και/ή προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει και/ή να περιορίζει τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση να εισέρχονται εντός της οικίας των Εναγόντων/Αιτητών μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής αυτής και/ή μέχρι άλλης ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Παρεμπίπτον και/ή προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει και/ή να περιορίζει τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση να εξυβρίζουν και/ή να δυσφημούν τους Ενάγοντες/Αιτητές μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής αυτής και/ή μέχρι άλλης ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Η νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης παρατίθεται αυτολεξεί: Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στα άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 154, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48, θ.1, 2, 3, 8 και 9 και Δ.64 επί των αρ. 17, 22, 25, 26 των Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, στο Δίκαιο της επιείκειας, στο άρθρο 15 και 16 του Συντάγματος, στους ισχύοντες νόμους και/ή ισχύουσα Νομολογία και/ή και επί των εξουσιών του Δικαστηρίου να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα και στη διακριτική και/ή εγγενή εξουσία και/ή πρακτική του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν δικαιολογείτο η χορήγηση οποιασδήποτε θεραπείας στην απουσία της άλλης πλευράς και διέταξε την επίδοση της υπό κρίση Αίτησης. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση στις 27/07/2020 (στο εξής η Ένσταση) η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της Εναγόμενης 2 (στο εξής η Οικονομίδου και η Ένορκη Δήλωση Οικονομίδου), στο περιεχόμενο της οποίας επίσης θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Η νομική βάση της Ένστασης παρατίθεται αυτολεξεί: Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς, Δ.1 θ. 2, Δ.2, θ. 1, Δ.39, Δ.48 θ. 1-13, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, άρθρα 20, 30, 31, 32 και 57, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4-9, στα άρθρα 17,22,25 και 26 των Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρο 30, στη νομολογία, στο κοινοδίκαιο (common law), τις αρχές της επιείκειας (equity), στην πρακτική και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβάλλονται 14 λόγοι Ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως: - Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. - Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη. - Η αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη και εκδικητική. - Οι Ενάγοντες απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα. - Το ισοζύγιο της ευχέρεια κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Μετά την καταχώριση της Ένστασης, ακολούθησε στις 21/9/20 η καταχώριση αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους των Εναγόντων η οποία, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, εγκρίθηκε από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα την καταχώριση την 1/12/20 συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από την πλευρά των Εναγόντων (στο εξής η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Ιωάννου). Ακολούθησε στις 21/12/20 νέα αίτηση για λήψη άδειας καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των Εναγομένων στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των Εναγομένων, η οποία καταχωρίστηκε στις 13/4/21 (η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Οικονομίδου). Για σκοπούς πληρότητας, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι ακολούθησε στις 19/11/21 η καταχώριση εκ μέρους των Εναγόντων αίτησης για αντεξέταση η οποία, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με τη θέση των Εναγόντων ως αυτή προβάλλεται μέσω της Ένορκης Δήλωσης Ιωάννου και της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Ιωάννου, οι Εναγόμενοι είναι γείτονες με τους Ενάγοντες και διαμένουν σε όμορες οικίες. Η γειτονική τους σχέση άρχισε από το έτος 2012 ημερομηνία κατά την οποία μετακόμισαν δίπλα τους οι Εναγόμενοι και έκτοτε, σύμφωνα πάντα με τους Ενάγοντες, η σχέση τους είναι προβληματική, ενοχλητική και καταπιεστική. Σύμφωνα με την εκδοχή των Εναγόντων, η επιθετικότητα της Εναγόμενης 2 προς αυτούς χρονολογείται από τον Νοέμβριο του 2012 όταν αυτή άρχισε να τους επιτίθεται και ιδιαίτερα στον γιο τους, θεωρώντας τους υπαίτιους για τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. Ο Ιωάννου αναφέρει ότι παραπονέθηκαν επανειλημμένως για αυτήν την συμπεριφορά στην Αστυνομία αλλά οι προσπάθειες της Αστυνομίας να πείσουν την Οικονομίδου να δεχθεί ιατρική βοήθεια δεν καρποφόρησαν. Τόσο στην Ένορκη Δήλωση Ιωάννου όσο και στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Ιωάννου παρατίθεται η εκδοχή των Εναγόντων σε σχέση με διάφορα περιστατικά που διαμείφθηκαν μεταξύ των διαδίκων. Ειδικότερα, γίνεται αναφορά σε ένα περιστατικό που έλαβε χώρα στις 15/03/2014 και για το οποίο καταλογίζεται στην Εναγόμενη 2 επίθεση προς την Ενάγουσα 2 (σύζυγο του Ενάγοντα 1) και τον γιο των Εναγόντων. Αναφέρει ότι η Εναγόμενη 2 προσπάθησε να στραγγαλίσει την Ενάγουσα
- Αναφέρει επίσης ότι ο γιος των Εναγόντων στην προσπάθεια του να βοηθήσει τη μητέρα του δέχτηκε δάγκωμα στο δάχτυλο του από την Εναγόμενη
- Ο Ιωάννου αναφέρει επίσης ότι για το υπό αναφορά περιστατικό, η Εναγόμενη 2 ισχυρίστηκε ότι ο γιος των Εναγόντων την γρονθοκόπησε. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες η Αστυνομία ουδέποτε προχώρησε σε οποιαδήποτε έρευνα ή ποινική δίωξη εναντίον του γιου τους. Περαιτέρω, ο Ιωάννου κάνει αναφορά σε ακόμα ένα περιστατικό το 2018 όπου ενώ πήγαινε προς το αυτοκίνητό του για να μεταβεί στην εργασία του, η Εναγόμενη 2 πέταξε κάλαθο αχρήστων προς το μέρος του, χωρίς όμως να τον κτυπήσει. Προέβη σε καταγγελία την ίδια ημέρα στην αστυνομία η οποία δεν επικοινώνησαν ποτέ μαζί του παρά το ότι του ανέφεραν ότι θα επικοινωνούσαν μαζί του. Καταλογίζει στον Εναγόμενο 1 ότι έχει διασυνδέσεις στην αστυνομία και γίνεται η κατάσταση ακόμη δυσκολότερη εξαιτίας των διασυνδέσεων του. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Ιωάννου, η επιθετική και παρενοχλητική συμπεριφορά της Εναγόμενης 2 με βρισιές και κατάρες είναι συνεχιζόμενη, αφού σχεδόν καθημερινώς εξυβρίζει τους Ενάγοντες και καταριέται τόσο αυτούς όσο και τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Περαιτέρω, στην Ένορκη Δήλωση Ιωάννου γίνεται αναφορά σε περιστατικό που έλαβε χώρα στις 22/05/2020 περί τις 03:00 τα ξημερώματα όταν άκουσαν έντονα κτυπήματα στην πόρτα τους τα οποία συνοδεύονταν από βρισιές. Αναγνώρισαν τη φωνή της Εναγόμενης 2, όμως δεν άνοιξαν την πόρτα, παρά μόνο παρακολουθούσαν από τη τζαμαρία μέχρι να φύγει. Γίνεται επίσης αναφορά σε περιστατικό στις 25/05/2020 και ώρα 18:30 το απόγευμα, όταν ο γιος τους ήρθε στην οικία τους και μόλις η Εναγόμενη 2 τον είδε από το περιτοίχισμα της οικίας της, άρχισε να τον βρίζει και να επαναλαμβάνει τις κατάρες της. Αναφέρεται επίσης σε περιστατικό στις 26/05/2020 και ώρα 22:30 το βράδυ όταν η Εναγόμενη 2 άρχισε πάλι να χτυπά την πόρτα της οικίας τους. Αυτή τη φορά ο Ενάγων 1 άνοιξε την πόρτα και η Εναγόμενη 2, κατά τη θέση του, άρχισε να βρίζει. Αναφέρει επίσης ότι ήρθε εντός της αυλής της οικίας τους και ο Εναγόμενος 2 ο οποίος τον έσπρωχνε με βία και άρχισε να του φωνάζει ότι έχει πολλή δύναμη και ότι θα τον αφανίσει και θα τον εξαφανίσει. Ο Ιωάννου αναφέρει ότι κάλεσε αμέσως την αστυνομία και στη σκηνή ήρθε κάποιος αστυνομικός ο οποίος του ζήτησε να πάει συγκεκριμένη μέρα στον σταθμό για κατάθεση. Αναφέρει Ιωάννου ότι πράγματι πήγε και εκεί ενημερώθηκε ότι οι Εναγόμενοι είχαν προβεί σε καταγγελία ότι ήταν ο Ιωάννου που χτύπησε την Εναγόμενη 2, κατηγορία την οποία απορρίπτει. Σύμφωνα με τον Ιωάννου, σε μία προσπάθεια αρμονικής συνύπαρξης με τους Εναγόμενους εισηγήθηκε στον αστυνομικό να συναντηθούν και οι δύο πλευρές στον αστυνομικό σταθμό για να συμφωνήσουν ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν θα επαναληφθούν στο μέλλον. Ενώ ειδοποιήθηκε για την εν λόγω συνάντηση από τον αστυνομικό, εντούτοις οι Εναγόμενοι δεν εμφανίστηκαν ποτέ, στάση που κατά τον Ιωάννου, δείχνει ότι δεν έχουν πρόθεση να επιλυθεί το ζήτημα. Σύμφωνα με τον Ιωάννου, οι Ενάγοντες ζουν σε καθεστώς φόβου καθημερινά και δεν μπορούν να απολαύσουν την ηρεμία της κατοικίας τους αλλά ούτε να κοιμηθούν ήσυχα επειδή ζουν με τον φόβο ότι θα έρθει η Εναγόμενη 2 να τους κτυπά την πόρτα. Στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Ιωάννου γίνεται αναφορά σε νέο περιστατικό στις 2/9/20 όπου καταλογίζεται επιθετική συμπεριφορά από την Εναγόμενη 2 στην Ενάγουσα 2 ως αποτέλεσμα της οποίας η Ενάγουσα 2 φοβήθηκε και στην προσπάθεια της να ξεφύγει από την Εναγόμενη 2 σκόνταψε και έπεσε στο έδαφος. Από αυτό το τελευταίο περιστατικό, σύμφωνα πάντα με τη θέση των Εναγόντων, επιβεβαιώνεται ότι η κατάσταση με τους γείτονες τους δεν πρόκειται να σταματήσει και ότι θα ζουν υπό καθεστώς φόβου, απειλών και επιθέσεων. Τη δική της εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή εκ μέρους των Εναγομένων δίδει η Εναγόμενη 2 τόσο στην Ένορκη Δήλωση Οικονομίδου όσο και στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Οικονομίδου. Αναφέρει ότι είχε ανεξήγητους πονοκεφάλους το έτος 2007-
- Το 2011 είχε περιέλθει στην αντίληψη της ότι ο υιός του Ενάγοντα 1, ένεκα του επαγγέλματος του ως τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών είχε εγκαταστήσει παράνομα, κατά τη θέση της, καλώδια τα οποία περνούσαν από την οικία των Εναγόντων στις οικίες των γειτονικών σπιτιών από την ταράτσα, συμπεριλαμβανομένου και του δικού της σπιτιού, το οποίο βρίσκεται ακριβώς δίπλα από το σπίτι των Εναγόντων. Τα μηχανήματα και καλώδια τα οποία έχει εγκαταστήσει εκπέμπουν σε μεγάλες ποσότητες, σύμφωνα πάντα με την ίδια, ηλεκτρομαγνητική δραστηριότητα η οποία, όπως αναφέρει, είναι επιβλαβής για την υγεία. Αναφέρει ότι το 2014, διαγνώσθηκε με Ηλεκτροευαισθησία λόγω ύπαρξης μεγάλης ποσότητας ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων και έλαβε σύσταση να μετακινηθεί σε άλλο χώρο διαμονής. Η Οικονομίδου αναφέρει ότι από την περίοδο 2014 μέχρι 2018, ο υιός των Εναγόντων δεν διέμενε πλέον μαζί με τους Ενάγοντες και μετέφερε τα μηχανήματα, τα οποία χρησιμοποιούσε και μεταξύ της εν λόγω περιόδου η Οικονομίδου δεν αντιμετώπιζε οποιαδήποτε προβλήματα υγείας. Περαιτέρω, αναφέρει ότι το 2018 αντιλήφθηκε ότι οι Ενάγοντες εγκατέστησαν ξανά τα μηχανήματα τους και άρχισε πάλι να ταλαιπωρείται από αβάστακτους πονοκεφάλους, οι οποίοι δεν την άφηναν να κοιμηθεί τα βράδια, αναγκαζόταν να μετακινεί το στρώμα του κρεβατιού της μέσα στο σπίτι και προσπαθούσε να κοιμηθεί στο πάτωμα της κουζίνας ή στο σαλόνι που δεν ένιωθε σε τόσο μεγάλο βαθμό την ένταση των μηχανημάτων. Τον Φεβρουάριο του 2019, αναγκάστηκε να ενοικιάσει σπίτι στο χωριό Σια και η οικογένεια της έχει διασπαστεί. Σύμφωνα με την Οικονομίδου, αυτό που είπε στους Ενάγοντες είναι ότι αυτά τα πράγματα που κάνουν προκαλούν καρκίνο και πρώτα από όλα κινδυνεύουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους ζητώντας τους να τα απενεργοποιήσουν. Σε σχέση με το περιστατικό στις 15/03/2014, αναφέρει ότι ενώ βρισκόταν έξω από την οικία της συνάντησε την Ενάγουσα 2 και αφού την πλησίασε την παρακάλεσε να σταματήσουν αυτό που κάνουν και τότε η Ενάγουσα 2 αντιδρώντας, την άρπαξε και άρχισε να την τραβάει από τα μαλλιά και για να αμυνθεί ασυναίσθητα την άρπαξε και αυτή. Σε σχέση με το δάγκωμα στο χέρι, αναφέρει ότι δάγκωσε το δάχτυλο του υιού των Εναγόντων σε μια προσπάθεια να διαφύγει. Περαιτέρω, σε σχέση με το περιστατικό με τον κάλαθο αχρήστων, αναφέρει ότι ουδέποτε πέταξε κάλαθο αχρηστών προς το μέρος του Ενάγοντα 1 και σε σχέση με το περιστατικό στις 22/5/2020, η Εναγόμενη 2 αναφέρει ότι ξύπνησε στις 3:00 το βράδυ με έντονο πονοκέφαλο, ζαλάδες και ένιωθε να καίει όλο της το πρόσωπο. Αναφέρει ότι τότε επισκέφθηκε την οικία των Εναγόντων όπου τους χτύπησε δύο φορές το κουδούνι για να αντιληφθούν ότι πρέπει να κλείσουν τα μηχανήματα και έφυγε. Σε ότι αφορά το περιστατικό στις 26/5/2020, η Εναγόμενη 2 αναφέρει ότι όταν επέστρεψε στο σπίτι της άρχισε να νιώθει την ηλεκτρομαγνητική δραστηριότητα να διαπερνά το κεφάλι της και αποφάσισε να μεταβεί στο σπίτι των Εναγόντων όπου κτύπησε το κουδούνι και όταν ο Ενάγων 1 άνοιξε την πόρτα, της πέταξε μια σιδερένια καρέκλα και άρχισε να την βρίζει χυδαία, ρίχνοντας της νερό και βρέχοντας το νυχτικό της φόρεμα. Αναφέρει επίσης ότι κατήγγειλε το πιο πάνω περιστατικό στην Αστυνομία και την 27/5/2020 μετέβηκε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Στις 29/5/2020 ενημερώθηκαν από συγκεκριμένο αστυνομικό, να παραστούν σε συγκεκριμένη μέρα και ώρα σε συγκεκριμένο σταθμό όπου θα ήταν παρόντες και οι Ενάγοντες σε μια προσπάθεια επίλυσης του ζητήματος. Αν και είχε συμφωνήσει η ίδια να μεταβεί στον σταθμό, μετά άλλαξε γνώμη επειδή φοβήθηκε ότι οι Ενάγοντες ενδεχομένως να επιδίωκαν να πραγματοποιηθεί αυτή η συνάντηση έχοντας αλλότριους σκοπούς. Σύμφωνα με την Οικονομίδου, στις 28/6/2020 βρισκόταν εντός της οικίας της και άρχισε να νιώθει πάλι μια φοβερή ενόχληση η οποία προκαλείται από μαγνητική ακτινοβολία. Τότε, μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό προκειμένου να καταγγείλει το περιστατικό και ζήτησε όπως προχωρήσουν σε μετρήσεις της ακτινοβολίας που εκπέμπουν τα μηχανήματα των Εναγόντων μέσα στο χώρο του σπιτιού της, ώστε να αναγνωριστεί το πρόβλημα και από που προκύπτει. Αναφέρει ότι από τις 28/6/2020 διαμένει στο σπίτι που ενοικιάζει στο χωριό Σια. Σε ότι αφορά το τελευταίο περιστατικό στις 2/9/20 για το οποίο έκανε αναφορά ο Ιωάννου στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Ιωάννου, η Οικονομίδου απορρίπτει τα όσα επί του προκειμένου ανέφερε ο Ιωάννου ως ψευδή και παραπλανητικά. Σύμφωνα με τη δική της εκδοχή, όταν είδε την Ενάγουσα 2 στο δρόμο τη συγκεκριμένη μέρα και ενώ η ίδια συζητούσε με κάποιο γείτονα υπέδειξε με το δάχτυλο της την Ενάγουσα 2 στον γείτονα της ως την υπαίτια των προβλημάτων της και ακολούθως η Ενάγουσα 2 άρχισε από μόνη της να τρέχει υψώνοντας τα χέρια της και φωνάζοντας για βοήθεια με αποτέλεσμα να σκοντάψει. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 το οποίο παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο αυτό είναι περιορισμένο και το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, ήτοι κατά πόσο (α) υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) πιθανότητα επιτυχίας και (γ) κατά πόσο είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα. Η κλασική ανάλυση των προϋποθέσεων αυτών έγινε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557. «Σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv»[1] σημαίνει να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Αυτό έχει την έννοια ότι το δικόγραφο αποκαλύπτει αναγνωρισμένο, είτε από τον Νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right), αγώγιμο δικαίωμα.[2] Όπως αναφέρθηκε στην Resola v. Χρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 με αναφορά στην Odysseos (ανωτέρω), ο όρος «pleadings» χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος, εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις. Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Σε ότι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, την πιθανότητα επιτυχίας, το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή της στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγων συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή.[3] Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του μαρτυρικού υλικού χωρίς όμως να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής.[4] Είναι επίσης νομολογημένο ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.[5] Σε αυτά τα πλαίσια και για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, όπως ελέχθη στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980 και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λόρδος ν. Σιακόλας Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015: «. κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω και στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το πεδίο.» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. [6] Η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης δεν αρκούν, αλλά απαιτείται αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία.[7] Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32, υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, ήτοι, το κατά πόσο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον»[8] να εκδώσει το Δικαστήριο το αιτούμενο διάταγμα. Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Όπως έχει νομολογηθεί, το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση.[9] Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία και δυναμική στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Υποδηλώνει ουσιαστικά, το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του, που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο, ήταν εσφαλμένη.[10] Έχει νομολογηθεί ότι παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.[11] Αντλώντας καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό κρίση Αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[12] Προχωρώ τώρα να εξετάσω την 1η προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση. Προκύπτει από το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος καθώς και της Έκθεσης Απαίτησης που καταχωρίστηκε, ότι η αγωγή των Εναγόντων βασίζεται σε κατ' ισχυρισμό παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των Αιτητών ως αυτά κατοχυρώνονται στο άρθρο 15 και 16 του Συντάγματος καθώς επίσης και στα αστικά αδικήματα της επίθεσης, της επιζήμια ψευδολογίας και της δυσφήμησης τα οποία νομοθετικά θεμελιώνονται στα άρθρα 17, 25 και 26 αντίστοιχα του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148. Στη θεμελιακή απόφαση στην υπόθεση Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 558 έχει αναγνωριστεί πως η παραβίαση ατομικού δικαιώματος, κατοχυρωμένου διά του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος, θεμελιώνει αφ' εαυτής αγώγιμο δικαίωμα.[13] Από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Αιτητών προκύπτει ότι, για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ως εκ τούτου, πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ήτοι, το κατά πόσο έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας θα πρέπει να προκύπτουν από την ένορκη δήλωση των Αιτητών συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία να παρέχουν ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος. Η έρευνα, όμως, του Δικαστηρίου αναφορικά με τη διακρίβωση της συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης, θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σε ότι αφορά τις βάσεις αγωγής που συναρτώνται με την κατ' ισχυρισμό παραβίαση των συγκεκριμένων συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των Εναγόντων καθώς και την κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αστικού αδικήματος της επίθεσης παρατηρώ τα ακόλουθα: Φαίνεται να είναι κοινά αποδεκτό ότι η γειτονική σχέση των διαδίκων δεν είναι αρμονική με τα προβλήματα και τις εντάσεις στις σχέσεις των διαδίκων να χρονολογούνται. Είναι επίσης κοινά αποδεκτό ότι για κάποια χρονική περίοδο φαίνεται να υπήρξε μία αποκλιμάκωση της έντασης που υπήρχε μεταξύ τους η οποία όμως φαίνεται να κλιμακώθηκε εκ νέου λίγο πριν την καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης και Αγωγής. Τα προβλήματα στη σχέση των διαδίκων που είναι γείτονες (σε όμορες κατοικίες) φαίνεται να περιστρέφονται γύρω από την κατ' ισχυρισμό ύπαρξη, σύμφωνα με τη θέση της Εναγόμενης 1, εντός της οικίας των Εναγόντων μηχανημάτων και καλωδίων του γιου των Εναγόντων ένεκα του επαγγέλματος του ως τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών, τα οποία, σύμφωνα με την Εναγόμενη 1, εκπέμπουν σε μεγάλες ποσότητες ηλεκτρομαγνητική δραστηριότητα, την οποία η Εναγόμενη 2 νιώθει να διαπερνά το κεφάλι της. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η ίδια η Εναγόμενη 2 παραδέχεται στην Ένορκη Δήλωση Οικονομίδου ότι κατά τις εν λόγω ημέρες και ώρες που περιγράφει η πλευρά των Εναγόντων έχει όντως μεταβεί στην οικία των Εναγόντων κτυπώντας τους την πόρτα τους (στις 3:00 τα ξημερώματα στη μία περίπτωση και στις 22:30 στην άλλη περίπτωση) αλλά φαίνεται ότι η ίδια θεωρεί την ενέργεια της δικαιολογημένη επειδή, κατά την ίδια πρέπει, να αντιληφθούν οι Ενάγοντες ότι πρέπει να κλείσουν τα μηχανήματα τους. Περαιτέρω, περιγράφονται από τους Ενάγοντες διάφορα περιστατικά τα οποία σύμφωνα με τους ίδιους συνιστούν επίθεση εναντίον τους η οποία συνίσταται τόσο σε κατ' ισχυρισμό χρήση βίας όσο και σε κατ' ισχυρισμό λεκτικές απειλές και εξυβρίσεις και παραθέτουν επίσης λεπτομέρειες των συγκεκριμένων περιστατικών που αφορούν τις προβληθείσες θέσεις τους. Έχοντας κατά νου τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τα οποία έχω ήδη εκθέσει με συνοπτικό τρόπο κατά το στάδιο της παράθεσης της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο και τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω, καθίσταται κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι οι Ενάγοντες παραθέτουν το αναγκαίο, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, υπόβαθρο γεγονότων σε σχέση με τις βάσεις αγωγής που συναρτώνται με το αστικό αδίκημα της επίθεσης καθώς και της κατ' ισχυρισμό παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων. Διίστανται βεβαίως οι εκδοχές σε αρκετά ζητήματα, όμως στο παρόν στάδιο, οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση παράθεσης επαρκούς μαρτυρίας που να καταδεικνύει προοπτική επιτυχίας. Η αξιολόγηση του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα σταματά όπου διαπιστώνεται ύπαρξη ή ανυπαρξία κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Τα όσα αντιτείνουν οι Εναγόμενοι είναι ζητήματα που θα εξεταστούν στο πλαίσιο εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, εξετάζοντας τις θέσεις αμφοτέρων των διαδίκων και χωρίς το Δικαστήριο να αξιολογεί επί αντικρουόμενων εκδοχών και να προβαίνει σε ευρήματα επί της ουσίας της διαφοράς, κρίνω ότι στο παρόν στάδιο υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης των ουσιαστικών δικαιωμάτων των Αιτητών έναντι των Καθ' ων η Αίτηση. Σε ότι αφορά τις βάσεις αγωγής που συναρτώνται με την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αστικών αδικημάτων της δυσφήμησης και της επιζήμιας ψευδολογίας, για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32. Σε ότι αφορά το αστικό αδίκημα της δυσφήμησης, η θέση των Εναγόντων είναι ότι οι Εναγόμενοι και ιδίως η Εναγόμενη 2 καταφέρονται λεκτικά εναντίον τους χρησιμοποιώντας διάφορες φράσεις και λέξεις, όπως για παράδειγμα «μαλάκας», «πούστης», «παλιάνθρωπος», «παλιογυναίκα», «τραούλλα», «να πιάσετε καρκίνο να σας έβρουν βουνάρι», οι οποίες είναι κατά τη θέση των Εναγόντων δυσφημιστικές αφού εκθέτουν αυτούς, σε περιφρόνηση και χλεύη αποδίδοντας τους ανηθικότητα και απρεπή συμπεριφορά. Λέγουν ότι τις βρισιές τις ακούνε και οι γείτονες τους. Κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ επιγραμματικά στο άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Η συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια κωδικοποιεί το αστικό αδίκημα της δυσφήμησης. H παράγραφος 3 του άρθρου 17 του Κεφ. 148 προνοεί ότι: «Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς δεν είναι δυνατή η έγερση αγωγής για δυσφήμηση η οποία ενεργήθηκε με χειρονομίες, με λόγια ή άλλους ήχους, με εξαίρεση την εκπομπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταν οι χειρονομίες, τα λόγια ή άλλοι ήχοι - (α) Αποδίδουν έγκλημα που δύναται να επισύρει στον ενάγοντα σωματική ποινή η φυλάκιση σε περίπτωση καταδίκη· (β) σκοπεύουν στο να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη του ενάγοντα στο επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση του· (γ) αποδίδουν στον ενάγοντα μεταδοτική ή μολυσματική νόσο· (δ) αποδίδουν σε γυναίκα ή κορασίδα μοιχεία ή ασέλγεια.» Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο, δεν προκύπτει ότι τα γεγονότα στην παρούσα περίπτωση εμπίπτουν σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του άρθρου 17
(3)του Κεφ. 148, ούτε άλλωστε υπήρξε τέτοια εισήγηση ή θέση. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι όχι μόνο δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία περί πρόκλησης ειδικής ζημιάς στους Ενάγοντες, ούτε έχει προβληθεί καν ισχυρισμός, έστω σε γενική μορφή, τόσο στην Ένορκη Δήλωση Ιωάννου όσο και στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Ιωάννου περί ύπαρξης ειδικής ζημιάς. Άλλωστε, ούτε έχουν δικογραφηθεί οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ειδικής ζημιάς. Το αστικό αδίκημα τις επιζήμιας ψευδολογίας κωδικοποιείται στο άρθρο 25 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 που προνοεί ότι: 25.-
(1)Επιζήμια ψευδoλoγία συvίσταται στηv κακόβoυλη δημoσίευση ψευδoύς δήλωσης, πρoφoρικά ή άλλως πως πoυ αφoρά- (α) Τo επάγγελμα, τo επιτήδευμα, τηv εργασία, εvασχόληση ή τη θέση άλλoυ͘ ή (β) τα αγαθά άλλoυ͘ ή (γ) τov τίτλo κυριότητας άλλoυ: Νoείται ότι, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ εδαφίoυ
(2), καvέvας δεv τυγχάvει απoζημίωσης για επιζήμια ψευδoλoγία, εκτός αv εξαιτίας αυτής υπέστη ειδική ζημιά.
(2)Σε αγωγή βάσει τoυ εδαφίoυ
(1), δεv επιβάλλεται o ισχυρισμός ή η απόδειξη ειδικής ζημιάς- (α) αv oι λέξεις επί τωv oπoίωv στηρίζεται η αγωγή σκoπεύoυv vα πρoκαλέσoυv στov εvάγovτα απώλεια απoτιμητή σε χρήμα και δημoσιεύovται εγγράφως ή με oπoιoδήπoτε άλλo πάγιo τρόπo͘ ή (β) αv oι πιo πάvω λέξεις σκoπεύoυv vα πρoκαλέσoυv στov εvάγovτα απώλεια απoτιμητή σε χρήμα σε σχέση με oπoιαδήπoτε θέση τηv oπoία αυτός κατέχει ή επάγγελμα, εvασχόληση, επιτήδευμα ή εργασία η oπoία ασκείται από αυτόv κατά τo χρόvo της δημoσίευσης.» Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο, δεν προκύπτει ότι τα γεγονότα στην παρούσα περίπτωση εμπίπτουν σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις του άρθρου 25
(1)(α) (β)(γ) του Κεφ. 148, ούτε άλλωστε προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός. Ούτε τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία περί πρόκλησης ειδικής ζημιάς στους Ενάγοντες, ούτε προκύπτει ότι τα γεγονότα στην παρούσα περίπτωση εμπίπτουν σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του άρθρου 25
(2)του Κεφ. 148 και ούτε υπήρξε άλλωστε τέτοια θέση ή εισήγηση. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως αυτά έχουν εκτεθεί και αναλυθεί ανωτέρω σε σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα που στηρίζεται στα αστικά αδικήματα της δυσφήμησης και της επιζήμιας ψευδολογίας, δεν είναι αρκετά για να ικανοποιήσουν τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
- Έχοντας κατά νου την πάγια και καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι σε αιτήσεις όπως η υπό κρίση Αίτηση δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του»[14] είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι, στην υπό εξέταση περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό και για τους λόγους που έχω αναλύσει ανωτέρω, οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει τέτοιες σοβαρές ενδείξεις. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση ήτοι, το κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, σε σχέση με τις βάσεις αγωγής για τις οποίες το Δικαστήριο κατέληξε ότι πληρούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις. Στη θεμελιακή απόφαση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Π.Ε. 7/2018, ημερομηνίας 21.3.2019, υποδείχθηκε ότι: «μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις.» Στην προκείμενη περίπτωση οι αναφορές των Εναγόντων είναι πολύ συγκεκριμένες όσον αφορά τα ζητήματα των επιθετικών συμπεριφορών των οποίων έγιναν αποδέκτες καθώς και το ζήτημα της απρόσμενης εισόδου στην οικία τους που συνοδεύεται με κτυπήματα στην πόρτα της οικίας τους σε διάφορες ώρες. Επαναλαμβάνω, ότι αυτές οι ενέργειες, ήτοι της εισόδου στην οικία των Εναγομένων οι οποίες συνοδεύονται από κτυπήματα στην πόρτα, είναι παραδεκτές από την πλευρά των Εναγομένων. Η ζημιά που επικαλούνται με αυτά τα δεδομένα οι Ενάγοντες, είναι ψυχολογικής φύσεως παρά χρηματικής και αφορά τα ευρύτερα δικαιώματα ιδιωτικής ζωής και άνεσης των Εναγόντων και η οποία είναι συνεχιζόμενη. Η ιδιαιτερότητα και η φύση της παρούσας υπόθεσης και ο κίνδυνος συνέχισης της βλάβης ή ζημιάς, δεν επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς των Αιτητών σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου του άρθρου 32 του Ν.14/
- Εν προκειμένω, το ισοζύγιο της ευχέρειας ή ορθότερα των αναγκών της δικαιοσύνης ή ως πιο αρμόζουσα φράση «balance of justice»[15] δεδομένου ότι το Δικαστήριο ασχολείται με τη δικαιοσύνη και όχι με την ευχέρεια των διαδίκων[16], κλίνει υπέρ των Εναγόντων. Σταθμίζοντας τη ζημιά που θα υποστούν οι Αιτητές από τη μη χορήγηση προσωρινής θεραπείας και έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρθηκαν κατά την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης ανωτέρω, κρίνω ότι η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί στο τέλος της δίκης, ότι η παρούσα απόφαση είναι εσφαλμένη. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι δεν έχει καν προβληθεί εκ μέρους των Εναγομένων ότι ως εκ της χορήγησης προσωρινής θεραπείας στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, οι Εναγόμενοι θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη ούτε τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να συνηγορεί υπέρ μίας τέτοιας κατάληξης. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δικαιολογείται με κάποιες διαφοροποιήσεις τις οποίες θα αναφέρω στη συνέχεια. Η εξουσία έκδοσης διατάγματος ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης πηγάζει από το ίδιο το άρθρο 32
(2)του Ν.14/60 αλλά και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου δυνάμει των αρχών της επιείκειας. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να εκδώσει διατάγματα ανάλογα με τα δεδομένα της υπόθεσης οφείλοντας να διασφαλίσει αφενός, ότι δεν δημιουργείται κίνδυνος άδικου περιορισμού των δικαιωμάτων των Εναγομένων και αφετέρου, ότι τα εκδοθέντα διατάγματα είναι κατανοητά και μπορούν εύλογα και νόμιμα να εφαρμοστούν.[17] Σε ότι αφορά το αιτητικό δια του οποίου ζητείται να περιοριστούν οι Εναγόμενοι να πλησιάζουν τους Ενάγοντες σε ακτίνα 10 μέτρων, διαπιστώνω ότι πέραν του ότι έχει τέτοια ευρύτητα με αποτέλεσμα να καλύπτει και τις περιπτώσεις όπου τυχαία οι Εναγόμενοι θα περπατούν στον ίδιο δρόμο με τους Ενάγοντες, εν προκειμένω, οι διάδικοι είναι γείτονες οι οποίοι διαμένουν σε όμορες οικίες χωρίς να έχει τεθεί μαρτυρία ότι οι γειτονικές αυτές οικίες έχουν μεταξύ τους απόσταση τουλάχιστον 10 μέτρα. Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι τυχόν έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος εναντίον των Εναγομένων θα τους έθετε σε μια επικίνδυνα αδιέξοδη κατάσταση πραγμάτων με τους Εναγόμενους να βρίσκονται υπό τη δαμόκλειο σπάθη της παρακοής διατάγματος ακόμα και με το να βρίσκονται απλώς εντός της οικίας τους, ή στον χώρο στάθμευσης ή στην αυλή ή βεράντα της οικίας τους κάτι που θα δημιουργούσε άδικες και αχρείαστες περιπλοκές με αποτέλεσμα η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος να αποτελεί δυσανάλογο μέτρο. Επιπλέον, τυχόν έκδοσή του, θα έθετε τους Εναγόμενους, οι οποίοι επαναλαμβάνω ότι είναι γείτονες σε όμορες οικίες, σε κίνδυνο να βρίσκονται σε παρακοή διατάγματος κατά τη διενέργειά απλών καθημερινών δραστηριοτήτων όπως επίσκεψη στο περίπτερο ή υπεραγορά της γειτονιάς ή σε κάποιο πολυσύχναστο σημείο ή πλατεία. Συνακόλουθα, εκδίδονται τα ακόλουθα ενδιάμεσα διατάγματα: (Α) Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και 2 να εισέρχονται στην οικία των Εναγόντων, (Β) Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και 2 να επιτίθενται στους Ενάγοντες, μέχρι την εκδίκαση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Άρθρο 32
(1)εδάφιο β΄ του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
- [2] Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου Πολιτική Εφεση Αρ. E7/2018, ημερ. 21.3.2019, Κυριάκου κ.α. ν. Κυριάκου Πολ. Έφ. Αρ. Ε301/2016, ημερ. 26.9.2017 και βλ. επίσης το Σύγγραμμα Διατάγματα (Injuctions), Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 1η έκδ., σελ.
- [3] Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. [4] Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14 [5] T.A. Micrologic Com. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1802). [6] Κυρίσαββα κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. [7] Loucas Panayiotou Estates ltd κ.α v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, Ανδρέου - ν - Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, Penderhill Holdings Ltd κ.α. - ν - Ambramchyk κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 κ.α. ημερ. 13/1/2014), ECLI:CY:AD:2014:A21 [8] Άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. [9] Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 1237, Ζηντίλης v. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1603, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152 [10] Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788,
- [11] Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Πολιτική Εφεση Αρ. E7/
- [12] Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [13] Βλ. επίσης Κυπριακή Δημοκρατία (μέσω του Γενικού Εισαγγελέα) ν. Αργύρη Γεωργίου
(2003)1 ΑΑΔ 704 [14] T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 A.A.Δ. 225, [15] Francome v. Mirror Group Newspapers Ltd
(1984)1 WLR
- [16] Εκδόσεις Αρκτίνος ανωτέρω και Metaquotes Software Ltd κ.ά. ν. Dababou, ΠΕ Ε324/2016, ημερ. 14.11.
- [17] Βλ. Σύγγραμμα Διατάγματα Injunctions, Π. Αρτέμη και Γ. Ερωτοκρίτου,
- σελ. 63-70 και Χριστοφής Κουνούνα ν. C. & A. Simos Ltd
(2002)1Β Α.Α.Δ 1361 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο