← Κύπρος

Αναφορικά με τον D. P., Αρ. Αίτησης: 280/21, 2/6/2022

Αναφορικά με τον D. P., Αρ. Αίτησης: 280/21, 2/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A236 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 280/21 Αναφορικά με τον D. P. τέως εξ Αγγλίας με αριθμό αγγλικού διαβατηρίου [ ] Ημερομηνία: 02α Ιουνίου 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: Ο κ. Θεοδούλου ------------------------------------ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου χαρακτηρίζεται ως πρωτογενής (originating summons) και παρ' ότι δεν αναφέρεται στη νομική βάση της αίτησης, ο συνήγορος υποστήριξε ότι εδράζεται στις διατάξεις του άρθρου 53 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189. Από τα συμφραζόμενα της αίτησης προκύπτει ότι αιτητής είναι ο προτιθέμενος διαχειριστής (είναι κατ' αυτό τον τρόπο που χαρακτηρίζεται στην αίτηση) και αυτό που αξιώνεται με αυτήν είναι: «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται και/ή να δίδονται οδηγίες όπως η διανομή και/ή εκτέλεση όπως η τελευταία και αληθή διαθήκη του αποβιώσαντα D. P. τέως εξ Αγγλίας, εκτελεστεί και/ή διανεμηθεί σύμφωνα με το περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμο Κεφ. 195 ως αυτό ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο κατάρτισης και κατάθεσης της εν λόγω διαθήκης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας ήτοι στις 17/02/2009 και 18/02/2009 αντίστοιχα ήτοι των τροποποιητικών νόμων Ν.75/1970 και Ν.100/1989 και προ του τροποποιητικού νόμου Ν.96

(1)/2015.». Η αίτηση, η οποία προωθήθηκε μονομερώς (ex-parte), υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη είναι της Ζαχαρούλλας Ττοφαλλή, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του προτιθέμενου διαχειριστή (στη συνέχεια η δικηγόρος) και της J. A. P., συζύγου του αποβιώσαντα (στη συνέχεια η σύζυγος). Σύμφωνα με τη δικηγόρο ο αναφερόμενος στον τίτλο D. W. P. απεβίωσε την 17/10/2018 στην Αγγλία και προς τούτο σχετικό είναι το τεκμήριο 2 στην δήλωση, ήτοι αντίγραφο πιστοποιητικού θανάτου. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης, στη συνέχεια το αναφερόμενο πρόσωπο θα καλείται ως ο αποβιώσας. Πριν το θάνατο του αποβιώσαντος και συγκεκριμένα την 17/02/2009, ο εν λόγω κατάρτισε την τελευταία αληθή και έγκυρη διαθήκη τούτου, η οποία κατατέθηκε την επόμενη ημέρα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος και έλαβε τον αριθμό
  1. Αντίγραφο τούτης της διαθήκης είναι το τεκμήριο 1 στη δήλωση της δικηγόρου. Όπως αποκαλύπτεται από το περιεχόμενο της διαθήκης και όπως περαιτέρω εξηγείται από τη δικηγόρο στη δήλωσή της, ό,τι εκεί διαλαμβάνετο ήτο πως σε περίπτωση που ο αποβιώσας απεβίωνε πριν από τη σύζυγό του (J. A. P. δηλαδή την ομνύουσα τη δεύτερη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση), τότε όλη η περιουσία του στην Κύπρο, κινητή και ακίνητη, θα κληροδοτείτο αποκλειστικά από τη σύζυγό του. Υποστηρίζεται εν προκειμένω ότι η μοναδική περιουσία του αποβιώσαντος είναι το ½ μερίδιο ενός ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ./Σχ. 41/25, Τμήμα 0, Τεμάχιο [ ], περιγραφή διώροφη κατοικία αρ. 3, με ακάλυπτο χώρο στάθμευσης αρ. 18, επί της οδού [ ] 8 στη Βορόκλινη (στη συνέχεια το ακίνητο). Ο τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου είναι το τεκμήριο 3 στη δήλωση. Το άλλο ½ μερίδιο του ακινήτου ανήκει στη σύζυγο του αποβιώσαντος. Περαιτέρω, η δικηγόρος αναφέρει πως ο αποβιώσας είναι Άγγλος υπήκοος, γεννηθείς στην Αγγλία την 18/01/
  2. Σχετικό εν προκειμένω είναι το τεκμήριο 4 στη δήλωση της δικηγόρου. Τέλος, η δικηγόρος αναφέρει πως οι λεπτομέρειες της διαθήκης βρίσκονται στο φάκελο της αίτησης διαχείρισης με αριθμό 275/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Όπως προκύπτει από το αιτητικό της αίτησης, ζητούμενο εν προκειμένω είναι η απαίτηση του προτιθέμενου διαχειριστή όπως το Δικαστήριο διατάξει συγκεκριμένο τρόπο διάθεσης και/ή εκτέλεσης του αντικειμένου της διαθήκης, ήτοι βάσει των προνοιών των άρθρων 41 και 42 του Κεφ. 195 (το τελευταίο άρθρο καταργήθηκε με το Ν.96(Ι)/2015), ως ίσχυαν κατά το χρόνο καταρτισμού της διαθήκης του αποβιώσαντος. Εν ολίγοις, ζητείται όπως η περιουσία του αποβιώσαντος, δηλαδή το ½ μερίδιο επί του ακινήτου, διατεθεί στη σύζυγο τούτου αντί άλλων προσώπων. Προστίθεται στη δήλωση της συνηγόρου πως ο αποβιώσας έχει δυο ενήλικα τέκνα που απέκτησε από τον πρώτο του γάμο. Σημειώνεται εντούτοις πως τα τέκνα αυτά δεν είχαν σχέση με τον αποβιώσαντα και τη σύζυγό του και κατ' επέκταση ούτε και οιανδήποτε επικοινωνία και ως εκ τούτου δεν υπάρχουν στοιχεία επικοινωνίας τούτων. Αναφέρεται περαιτέρω πως ανάλογη διαθήκη με αυτή του αποβιώσαντος καταρτίστηκε και από τη σύζυγο του αποβιώσαντος και είναι τούτη το τεκμήριο 5 στη δήλωση της συνηγόρου. Υποστηρίζεται περαιτέρω ότι κοινή θέση και των δύο, αποβιώσαντος και συζύγου, ήταν όπως με τον θάνατο ενός εκ των δύο, το μερίδιο του ακινήτου του αποθανόντος να διατεθεί κατά πώς περιγράφεται στη διαθήκη του, δηλαδή να μεταβιβαστεί επ' ονόματι του επιβιώσαντος. Ως εκ τούτου ζητείται από το Δικαστήριο να εφαρμόσει το άρθρο 42, ώστε να εκτελεστεί η πραγματική, ως χαρακτηρίζεται, πρόθεση του αποβιώσαντος. Ανάλογο είναι και το περιεχόμενο της δήλωσης της συζύγου. Επαναλαμβάνει εν προκειμένω τα γεγονότα που αναφέρονται στη δήλωση της δικηγόρου και περιπλέον προσκομίζει αυτά τούτα τα τεκμήρια που αναφέρθηκαν, αποδίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στη δική της διαθήκη. Διατείνεται ότι είναι η μοναδική νόμιμη κληρονόμος και δικαιούχος της εν λόγω περιουσίας του αποβιώσαντος και ότι οι πρόνοιες της διαθήκης του συζύγου της θα πρέπει να ακολουθηθούν, επειδή αυτή ήτο η πρόθεση τόσο του συζύγου της όσο και της ιδίας. Δηλώνει περαιτέρω ότι τόσο ο σύζυγος της όσο και η ίδια επιθυμούσαν να τους κληρονομήσουν τα αδέλφια τους μόνο κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες στην προκείμενη περίπτωση δεν ισχύουν. Προσθέτει δε ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της διαθήκης είχαν λάβει νομική συμβουλή και ως εκ τούτου συνέταξαν τις δύο διαθήκες στη βάση του εφαρμοστέου δικαίου και ήταν ικανοποιημένοι, εφόσον αντικατόπτριζαν τις προθέσεις και τις επιθυμίες τους. Δεν είναι δίκαιο σήμερα που ο νόμος έχει τροποποιηθεί και αντίκειται των επιθυμιών τους να ακολουθηθεί άλλη πορεία. Τέλος, υποστηρίζει ότι προς απόδειξη του ότι ενεργεί με καλή πίστη και οι προθέσεις της είναι ειλικρινείς, προσκομίζει αντίγραφο της δικής της διαθήκης ημερομηνίας 03/10/2012 και επεξηγεί πως σε περίπτωση που απεβίωνε η ίδια πριν από τον σύζυγό της, η πρόθεση και επιθυμία της ήτο να την κληρονομήσει αποκλειστικά ο ίδιος. Με αυτά κατά νου στρέφομαι στο αίτημα. Το πρώτο που απασχόλησε το Δικαστήριο ήτο η προώθηση πρωτογενούς αιτήσεως (originating summons) τη στιγμή που με βάση τα αναφερόμενα στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν το αίτημα, δηλώνεται ότι έχει ήδη ανοιχθεί φάκελος διαχείρισης, εν προκειμένω ο 275/
  3. Σχετική κρίνω πως είναι η αναφορά στους Halsbury's Laws of England 3η έκδοση, τόμος 16 στην παράγραφο 850 κάτω από τον τίτλο "Determination of questions without administration" όπου αναφέρεται πως: "Provision is made by rules of court for the determination on originating summons, without administration of the estate, by the Court, of any of the following matters:
(1)Any question affecting the rights or interests of a person claiming to be creditor, devisee, legatee, next of kin, or cestui que trust;
(2)the ascertainment of any class of creditors, legatees, devisees, next of kin, or others;
(3)the furnishing of any particular accounts by the executors or administrators, and the vouching (where necessary) of such accounts;
(4)the payment into court of any money in the hands of the executors or administrators;
(5)directing the executors or administrators to do, or abstain from doing, any particular act in their character as such executors or administrators;
(6)the approval of any sale, purchase, compromise, or other transaction; and
(7)the determination of any question arising in the administration of the estate or trust." Περαιτέρω, στο ίδιο σύγγραμμα, αυτή τη φορά στην παράγραφο 845, κάτω από τον τίτλο "Commencement of administration proceedings", αναφέρεται ότι: «Where a grant of representation has already been obtained, proceedings for administration by the Court may be commenced either by writ of summons or by originating summons, but where no grant has been obtained proceedings must be by writ.". Τα ανωτέρω υποδηλώνουν αυτό ακριβώς που προκύπτει από το λιτό αλλά διαυγές και αυτονόητο λεκτικό του άρθρου 53 του Κεφ. 189. Τα ζητήματα που μνημονεύονται στο εν λόγω άρθρο, δύνανται να επιλυθούν με πρωτογενή αίτηση. Όπως άλλωστε υποδείχθηκε στην υπόθεση Wortham κ.ά. ν. Τσίμον κ.ά.
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1442, 1452: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε. Η ουσιαστική φύση των θεραπειών του άρθρου 53 καθορίζεται από αυτό και η παραπομπή στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς αποβλέπει στην κάλυψη του θέματος από την καθαρά δικονομική σκοπιά. Θα αυτοαναιρείτο το άρθρο αν είχε την έννοια που του αποδίδουν οι εφεσίβλητοι. Εκείνο που σαφώς προκύπτει είναι πως οι θεραπείες που αναφέρει μπορούν να δοθούν στο πλαίσιο εναρκτήριας κλήσης, για την οποία θα ισχύουν οι ιδιαίτερες δικονομικές διατάξεις. Και σημειώνουμε πως η Δ.55 θ. 2 και 3 περιλαμβάνει πρόνοιες αναφορικά με την επίδοση της εναρκτήριας κλήσης και τη στήριξή της με μαρτυρία, όπως θα ζητούσε το Δικαστήριο. Καταλήγουμε με τη διαπίστωση ότι η πρωτογενής αίτηση δεν θα έπρεπε να είχε απορριφθεί χωρίς επίλυση και του ζητήματος που εγειρόταν κατ' επίκληση του άρθρου 53 του Κεφ.
  1. Δεν είναι θέμα της παρούσας διαδικασίας η εξέταση αυτού του ζητήματος πρωτογενώς και πρέπει να διευκρινιστεί πως, αναλόγως, θα χρειαστεί και επίλυση των περαιτέρω ενστάσεων των εφεσιβλήτων, που παραμένουν ανοικτές. Εννοούμε τις εισηγήσεις τους σε σχέση με τις επιπτώσεις από την ύπαρξη της διαχείρισης 265/92 και την καθόλου νομιμοποίηση των εφεσειόντων. Όπως σημειώσαμε, το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε κρίνει αναγκαία την εξέτασή τους ενόψει της κατάληξης στην οποία είχε αχθεί.» Ως εκ των ανωτέρω καταλήγω ότι η αίτηση που υπεβλήθη καλύπτεται από τις πρόνοιες του άρθρου 53 του Κεφ.
  2. Σημειώνεται όμως ότι τέτοια αίτηση δεν μπορεί να προωθείται μονομερώς. Στο σύγγραμμα Halsbury's και πάλιν, αυτή τη φορά στην παράγραφο 846, κάτω από τον τίτλο "Service of originating summons", αναφέρεται ότι: "Where an originating summons is taken out by any person other than the executors or administrators it must be served upon them: where it is taken out by an executor or administrator it must, generally speaking, be served upon the persons whose interests are affected by the questions raised.". Στην προκείμενη περίπτωση αυτό δεν έγινε και η αίτηση συζητήθηκε μακριά από τον εκτελεστή της διαθήκης που μνημονεύεται στο περιεχόμενο τούτης. Αυτό βεβαίως δεν συνάδει με τους σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και δεν μπορεί παρά να οδηγήσει την όλη διαδικασία σε απόρριψη. Παρ' όλα ταύτα, κρίνω ορθό να μην αφήσω αδιαπραγμάτευτη και την ουσία του πράγματος. Εδώ τα γεγονότα είναι αυτά που αναφέρονται στις δύο ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση. Αποτελεί λοιπόν γεγονός ότι ο αποβιώσας ήτο άγγλος υπήκοος, γεννηθείς την 18/01/1939, η επίδικη διαθήκη καταρτίστηκε την 17/02/2009 και τέλος, ο αποβιώσας άφησε την τελευταία του πνοή την 17/10/2018 στην Αγγλία. Με δεδομένο ότι η πλευρά του αιτητή καλεί το Δικαστήριο να εφαρμόσει τα άρθρα 41 και 42 του περί Διαθηκών και Διανομής Νόμου, Κεφ. 195, ως ίσχυαν κατά τον χρόνο καταρτισμού της διαθήκης, κρίνεται ορθό να παρατεθούν αυτούσια. Αναφέρεται εκεί ότι: «41.
(1)Εκτός όπως προνοείται στο άρθρο 42, όταν πρόσωπο αποβιώσει αφήνοντας— (α) σύζυγο και τέκνο ή σύζυγο και κατιόντα τέκνου ή όχι σύζυγο αλλά τέκνο ή κατιόντα τέκνου, το διαθέσιµο µέρος της κληρονοµιάς δεν θα υπερβαίνει το ένα τέταρτο της καθαρής αξίας της κληρονοµιάς· (β) σύζυγο ή πατέρα ή µητέρα, αλλά όχι τέκνο ή κατιόντα τέκνου, το διαθέσιµο µέρος της κληρονοµιάς δεν θα υπερβαίνει το ήµισυ της καθαρής αξίας της κληρονοµιάς· (γ) ούτε σύζυγο, ούτε τέκνο ούτε κατιόντα τέκνου, ούτε πατέρα ούτε µητέρα, το διαθέσιµο µέρος της κληρονοµιάς είναι το σύνολο της κληρονοµιάς.
(2)Όταν πρόσωπο, το οποίο έχει διαθέσει µε διαθήκη µέρος της κληρονοµιάς του το οποίο είναι µεγαλύτερο από το διαθέσιµο µέρος της, η διάθεση αυτή µειώνεται και περικόπτεται ανάλογα, ώστε να περιοριστεί στο διαθέσιµο µέρος της κληρονοµιάς: 2 του 75/70 Νοείται ότι καµιά τέτοια µείωση και περικοπή δεν γίνεται, όταν κάποιο πρόσωπο αποβιώσει αφήνοντας σύζυγο, αλλά ούτε τέκνο ή κατιόντα τέκνου, ούτε πατέρα ούτε µητέρα και το µέρος της περιουσίας του που διατέθηκε µε διαθήκη είναι µεγαλύτερο από τη διαθέσιµη µοίρα, το οποίο δυνατό να ανέρχεται µέχρι το σύνολο της νόµιµης µοίρας, κληροδοτήθηκε στον επιζώντα σύζυγο. 42. Οι διατάξεις για διαθέσιµη µοίρα του άρθρου 41 δεν εφαρµόζονται στις ακόλουθες περιπτώσεις— (α) Σε διαθήκη κάθε κινητής και ακίνητης ιδιοκτησίας προσώπου που γεννήθηκε στο Ηνωµένο Βασίλειο ή του οποίου ο πατέρας γεννήθηκε στο Ηνωµένο Βασίλειο ή σε οποιοδήποτε κράτος µέλος της Κοινοπολιτείας, ανεξάρτητα από το αν το πρόσωπο αυτό έχει την κατοικία του (domicile) στην Κύπρο ή όχι· (β) σε διαθήκη κινητής ιδιοκτησίας αλλοδαπού που ανεξάρτητα από το αν αυτός έχει την κατοικία του (domicile) στην Κύπρο ή όχι. Για τους σκοπούς της παραγράφου αυτής "αλλοδαπός" σηµαίνει µη πολίτη της ∆ηµοκρατίας αλλά δεν περιλαµβάνει αλλοδαπό ο οποίος γεννήθηκε στην Κύπρο κατά το χρόνο κατά τον οποίο οι γονείς του είχαν τη συνήθη διαµονή τους στην Κύπρο ή του οποίου ο πατέρας γεννήθηκε στην Κύπρο κατά το χρόνο κατά τον οποίο οι γονείς του είχαν τη συνήθη διαµονή τους στην Κύπρο ούτε την αλλοδαπή σύζυγο οποιουδήποτε πολίτη της ∆ηµοκρατίας που δεν είναι χωρισµένη από το σύζυγο της, δυνάµει απόφασης αρµόδιου ∆ικαστηρίου.». Αναφέρθηκε ήδη πως η πλευρά του αιτητή καλεί το Δικαστήριο να εφαρμόσει το άρθρο 42 του Κεφ. 195, ασχέτως της διαγραφής του, εφόσον ίσχυε, λέγει, κατά τον χρόνο καταρτισμού της διαθήκης και είναι σε αυτό που βασίστηκαν ο αποβιώσας και η σύζυγός του και γι' αυτό κατάρτισαν τις δυο αυτές διαθήκες με το περιεχόμενο που εκεί φαίνεται. Κατ' αρχάς οφείλω να σημειώσω πως υπό τις περιστάσεις, εν προκειμένω το περιεχόμενο της διαθήκης που καταρτίστηκε τόσο από τον αποβιώσαντα όσο και την σύζυγό του και βεβαίως με δεδομένο ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο το άρθρο 42 του Κεφ. 195 βρίσκετο σε ισχύ, πράγμα που γνώριζαν τα δύο αυτά πρόσωπα εφόσον έλαβαν σχετική νομική συμβουλή, ουδεμία αμφιβολία διατηρώ ότι πρόθεση τούτων ήταν πως στην περίπτωση θανάτου του ενός, το μέρος της περιουσίας που οι δύο τους κατείχαν εξ ημισείας θα κατέληγε στα χέρια του αλλουνού που παρέμεινε εν ζωή. Περί τούτου δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία. Αυτό όμως μικρή, αν κάποια, έχει σημασία. Ζητούμενο δεν είναι μόνο η πρόθεση του διαθέτη, αλλά κατά πόσο τούτη συμπλέει με και ως εκ τούτου υποστηρίζεται από το δίκαιο που διέπει το ζήτημα. Με δεδομένο λοιπόν ότι το Δικαστήριο καλείται να εφαρμόσει το καταργηθέν άρθρο 42 του Κεφ. 195, καθοριστικά κρίνονται τα λεχθέντα στην υπόθεση Κυριακίδης κ.ά. ν. Δικηγορόπουλου κ.ά.
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1164, 1181. Υποδεικνύεται εκεί η παγιωμένη αρχή πως ο νόμος ερμηνεύεται στο σύνολό του. κατά τρόπο που δεν οδηγεί σε άδικα, παράδοξα, παράλογα ή άτοπα αποτελέσματα. και με κριτήριο τον σκοπό για τον οποίο έχει θεσπιστεί, ο οποίος συνιστά βασικό παράγοντα στην ερμηνεία που θα αποδοθεί. Η υπόθεση Κυριακίδης, ανωτέρω, δεν είναι καθοδηγητική απλώς και μόνο για την ερμηνεία νομοθετήματος. Ιδιαίτερη σημασία προσλαμβάνει η εκεί αναφορά πως: "Το ισχύον κυπριακό κληρονομικό δίκαιο διαπνέεται από ροπή προσδιορισμού των καθοριστικών ουσιωδών χρόνων, με αναφορά στην ημερομηνία θανάτου του κληρονομούμενου*. Το κληρονομικό μερίδιο ενός εκάστου κληρονόμου γεννάται με το θάνατο του κληρονομούμενου και αποκρυσταλλώνεται με αναφορά στην αξία της περιουσίας αντικείμενο της κληρονομιάς, της εν λόγω αξίας αποτιμούμενης σε χρήμα κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου. * Ο περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμος, Κεφ. 195 (άρθρο 2, σύμφωνα με το οποίο, ««κληρονομιά» σημαίνει την κινητή ιδιοκτησία και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία κατέχεται από πρόσωπο κατά το θάνατο του» και «κληρονόμος» σημαίνει πρόσωπο το οποίο βάσει του νόμου διαδέχεται σε κληρονομιά», άρθρο 3, σύμφωνα με το οποίο «Διαδοχή. Κατά το θάνατο προσώπου, η κληρονομιά του μεταβιβάζεται ως σύνολο σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα». Σχετικά είναι επίσης τα άρθρα 5, 12, 36, 41, 46 και 47) του ιδίου Νόμου, ο περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμος, Κεφ. 189 (άρθρο 2, στο οποίο δίνεται πανομοιότυπη ουσιαστικά ερμηνεία στους όρους «κληρονομιά» και «κληρονόμος», 12, 26, 29
(3)(α), 48 και 49), ο Επικυρώσεως Διαθηκών (Επανασφράγιση) Νόμος, Κεφ. 192 και ο περί Φόρου Κληρονομίας Νόμος, Κεφ. 319).". Πράγματι αυτή είναι η ουσία του Κεφ. 195, αλλά και του κληρονομικού δικαίου γενικότερα. Ο χρόνος κατάρτισης της διαθήκης δεν είναι ο μόνος καθοριστικός παράγοντας. Αυτό γιατί ανά πάσα στιγμή η διαθήκη δύναται να αποσυρθεί ή διαφοροποιηθεί, αναλόγως πάντα της επιθυμίας του διαθέτη, αφορμώμενη από τις ευαισθησίες του, τις διαπροσωπικές του σχέσεις και ενίοτε τις πικρίες του. Όλα αυτά είναι μεταβλητά και ακαθόριστα. Εκείνο όμως που αποκρυσταλλώνει την κατάσταση είναι το τραγικό συμβάν του θανάτου. Εύστοχη εν προκειμένω η φράση "Mors ultima ratio - ο θάνατος έχει τον τελευταίο λόγο". Τον χρόνο του θανάτου είναι που αποκρυσταλλώνεται το όποιο δικαίωμα, νοείται του κληρονόμου ή του κληροδόχου και δεν βλέπω τη λογική στην εισήγηση του αιτητή να εφαρμοστεί διάταξη του παρελθόντος η οποία δεν βρισκόταν σε ισχύ κατά τον χρόνο του θανάτου. Δεν χρειάζεται να προστεθεί οτιδήποτε πέραν των όσων αναφέρθηκαν στην υπόθεση Κυριακίδης, ώστε να αιτιολογηθεί η θέση πως εφόσον το άρθρο 42 του Κεφ. 195 έχει καταργηθεί πριν τον θάνατο του αποβιώσαντος, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση. Έστω όμως εκ του περισσού προστίθεται και η σχετική ανάλυση στο σύγγραμμα Κυπριακό Κληρονομικό Δίκαιο, 3η έκδοση, στις σελίδες 157 και 158, την οποία υιοθετώ πλήρως. Αναφέρεται εκεί ότι: «Ο ν. 96(Ι)/2015 έχει πλέον διαγράψει το άρθρο 42 του Κεφ.
  1. Συνεπεία αυτού δεν υπάρχει πλέον εξαίρεση από την υποχρέωση να καθοριστεί η διαθέσιμη μοίρα στις περιπτώσεις αλλοδαπών διαθετών και εφαρμόζονται και για τα πρόσωπα αυτά οι διατάξεις για τη διαθέσιμη μοίρα. Εντούτοις, η διαγραφή του άρθρου 42 του Κεφ. 195 εξακολουθεί να εφαρμόζεται για περιπτώσεις προσώπων που απεβίωσαν πριν την έναρξη ισχύος του ν. 96(Ι)/2015, δηλαδή πριν τις 3/7/
  2. Αντίθετα δεν εμπίπτουν εντός του πεδίου εφαρμογής της εξαίρεσης του άρθρου 42 πρόσωπα που συνέταξαν μεν διαθήκη πριν την έναρξη ισχύος του ν. 96(Ι)/2015, αλλά απεβίωσαν μετά τις 3/7/
  3. Με δεδομένο ότι κάθε διαθήκη ερμηνεύεται ότι ισχύει από το θάνατο του διαθέτη και υπόκειται στο νομικό καθεστώς, ως αυτό ισχύει κατά το θάνατο του διαθέτη, συνεπάγεται ότι κρίσιμος ως προς την εφαρμογή του νέου νομοθετικού καθεστώτος που επέφερε ο ν. 96(Ι)/2015 είναι ο χρόνος θανάτου του διαθέτη και όχι ο χρόνος κατά τον οποίο σύνταξε τη διαθήκη.». Ενόψει όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι το καταργηθέν προ του θανάτου του αποβιώσαντος άρθρο 42 του Κεφ. 195, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση. Κατ' επέκταση το αίτημα δεν δικαιολογείται και απαντάται αρνητικά. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. (Υπ.) ......... Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.