← Κύπρος

PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY NATIONAL BANK "TRUST" κ.α. ν. CENTIMILA SERVICES LTD κ.α., Αρ. Γεν. Αίτησης: 656/2019, 27/6/2022

PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY NATIONAL BANK "TRUST" κ.α. ν. CENTIMILA SERVICES LTD κ.α., Αρ. Γεν. Αίτησης: 656/2019, 27/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A242 Αρ. Γεν. Αίτησης: 656/2019 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 -και- Αναφορικά με την εταιρεία CENTIMILA SERVICES LTD, ΗΕ 316742, εξ Αρχ. Μακαρίου ΙΙΙ, 88, 1077, Λευκωσία, Κύπρος. Μεταξύ:

  1. PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY NATIONAL BANK "TRUST", εκ Ρωσίας
  2. PJSC BANK OTKRITIE FINANCIAL CORPORATION, εκ Ρωσίας Αιτητές -και-
  3. CENTIMILA SERVICES LTD, ΗΕ 316742, εξ Αρχ. Μακαρίου ΙΙΙ, 88, 1077 Λευκωσία.
  4. Ν. Ν., εκ [ ] 20, [ ], [ ] Λευκωσία.
  5. CORPORATE RECOVERY AND INSOLVENCY GROUP LTD η οποία διεξάγει επιχείρηση υπό την ονομασία CRI GROUP, εκ Λεωφόρου Νίκης 20, Γραφείο 400, 1086 Λευκωσία. Καθ' ων η Αίτηση Ενδιάμεση Αίτηση από τους αιτητές ημερ. 14.9.2021για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ημερομηνία: 27 Ιουνίου 2022 Για αιτητή: κα Άννα Λάμπρου για Σωτήρης Πίττας & Σία Δ.Ε.Π.Ε Για καθ' ης η αίτηση: κος Σάββας Βασιλείου για Σ. Βασιλείου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα γενική αίτηση τους, οι αιτητές αιτούνται μεταξύ άλλων, διατάγματα για συνέχιση της εκκαθάρισης της καθ' ης η αίτηση 1 υπό την εποπτεία του Δικαστηρίου, για διορισμό συγκεκριμένου ατόμου ως εκκαθαριστή ή επιπρόσθετου εκκαθαριστή της καθ' ης η αίτηση 1 και για παύση του καθ' ου η αίτηση 2 Ν. Ν. ως εκκαθαριστή της καθ' ης η αίτηση
  6. . Ταυτόχρονα οι αιτητές ζήτησαν στις 13.8.19 με μονομερή αίτησης τους, την έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων εναντίον των καθ' ων η αίτηση, αιτούμενοι μεταξύ άλλων την αναστολή της εκούσιας εκκαθάρισης της καθ' ης η αίτηση
  7. Το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της αίτησης στους καθ' ων η αίτηση προκειμένου να ακουστούν οι απόψεις τους, οι οποίοι καταχώρησαν ένσταση στην έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων. Ακολούθως, το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση με την οποία επέτρεψε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των αιτητών. Η ΣΕΔ διατάχθηκε μεταξύ άλλων για σκοπούς διευκρίνιση ορισμένων ζητημάτων αλλά και για την παρουσίαση νέων γεγονότων, τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώρηση της μονομερούς αίτησης των αιτητών. Στην συνέχεια, οι αιτητές επιχείρησαν με νέα αίτηση ημ. 9.1.2020 να λάβουν άδεια για καταχώρηση 2ης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προκειμένου να καταθέσουν κατ' ισχυρισμό νέα γεγονότα όπως προέκυψαν από επιστολές που ανταλλάχθηκαν μεταξύ των αιτητών και των καθ' ων η αίτηση. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με ενδιάμεση απόφαση του ημ. 5.6.
  8. Κρίθηκε μεταξύ άλλων ότι πλείστοι ισχυρισμοί συνιστούσαν επιχειρηματολογία. Λέχθηκε επίσης ότι κατά πρώτον η παραπομπή σε επιστολές και επανάληψη των ισχυρισμών που καταγράφονται σε αυτές δεν συνιστούν επιπρόσθετη μαρτυρία ή νέο γεγονός το οποίο προέκυψε στο διάστημα που μεσολάβησε μετά την καταχώρηση της αίτησης ημερομηνίας 13.8.2019 και, κατά δεύτερον, η αντιγραφή του περιεχομένου 2 επιστολών που στάλθηκαν με πρωτοβουλία των αιτητών, δεν έχει επεξηγηθεί πώς μπορεί να αποτελέσει «καλό λόγο» για τους σκοπούς της υπό κρίση αίτησης. Η παρούσα αίτηση Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία οι αιτητές ζητούν εκ νέου την καταχώρηση ΣΕΔ στην βάση νέων στοιχείων που κατά τους ισχυρισμούς τους, προέκυψαν μετά την καταχώρηση της 1ης ΣΕΔ. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της συνηγόρου από το γραφείο των δικηγόρων των αιτητών, στην οποία επισυνάπτεται προσχέδιο της προτεινόμενης Σ.Ε.Δ. Προκύπτει από την πιο πάνω ένορκη δήλωση αλλά και την αγόρευση του συνηγόρου των αιτητών ότι με την παρούσα αίτηση τους, οι αιτητές επιδιώκουν να παρουσιάσουν την Μερική Τελική Διαιτητική απόφαση (Partial Award), που εκδόθηκε στις 23.6.2021 στην συνενωμένη διαιτησία που καταχωρήθηκε στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου από τις εταιρείες Nori, Centimila και Coniston, εναντίον των αιτητών στην παρούσα αίτηση. Υπενθυμίζεται ότι οι Nori και Centimila καταχώρησαν διαιτητικές υποθέσεις στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου ("LCIA") με τις οποίες ζητούσαν μεταξύ άλλων δηλώσεις ότι η Συμφωνία Αντικατάστασης (Replacement Transaction) ήταν έγκυρη και δεσμευτική για την Otkritie Bank και ότι τα οποιανδήποτε δικαιώματα της Otkritie Bank επί των μετοχών της O1 Properties είχαν ενεχυριαστεί από την Nori και Centimila για την εξασφάλιση των δανείων ποσού Δολ. Αμερ. $ 500.000.000 που όφειλε ο Όμιλος Εταιρειών O1 Group στην Otkritie Bank είχαν τερματισθεί ένεκα της δήθεν εξόφλησης των εν λόγω δανείων. Παρόμοια Απαίτηση Διαιτησίας είχε καταχωρίσει εναντίον της Otkritie Bank και η Coniston. Όλες οι Διαιτητικές υποθέσεις των Nori, Centimila και Coniston, που καταχωρήθηκαν εναντίον της Otkritie Bank, συνενώθηκαν. Στα πλαίσια της ανωτέρω Συνενωμένης Διαιτησίας, η Otkritie Bank καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, ζητώντας μεταξύ άλλων δήλωση ότι η Συμφωνία Αντικατάστασης (Replacement Transaction) ήταν άκυρη και μη δεσμευτική για την Otkritie Bank γιατί ήταν προϊόν απάτης και συνομωσίας, στην οποία είχε αναμειχθεί διευθυντικό προσωπικό της Otkritie Bank και μέλη της Οικογένειας Mints, τα οποία έλεγχαν την O1 Group. Μετά από ακροαματική διαδικασία που έλαβε χώρα ενώπιον του πιο πάνω Διαιτητικού Δικαστηρίου, εκδόθηκε απόφαση στις 23.6.
  9. Πρόκειται για την Μερική Τελική Διαιτητική Απόφαση (partial final award) στην Συνενωμένη Διαιτησία με την οποία δικαιώθηκε η Otkritie Bank. Αποφασίσθηκε μεταξύ άλλων ότι η Συμφωνία Αντικατάστασης ήταν μια σοβαρή απάτη σε βάρος της Otkritie Bank και ότι η οικογένεια Mints είχε συμμετάσχει στην συνομωσία για την διάπραξη της ανωτέρω απάτης εις βάρος της Otkritie Bank. Αντίγραφο της Μερικής Τελικής Διαιτητικής Απόφασης επισυνάπτεται στην προτεινόμενη με την παρούσα ΣΕΔ. Είναι η θέση των αιτητών ότι τα ευρήματα της εν λόγω διαιτητικής απόφασης, έχουν άμεση σχέση και επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς τους περί απάτης και ύπαρξης σχεδίου καταδολίευσης τους, στο οποίο δόλια συμμετείχαν μεταξύ άλλων η Οικογένεια Mints και οι Nori και Centimila. Υποστηρίχθηκε από τους αιτητές ότι το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για αναστολή της εκούσιας εκκαθάρισης θα πρέπει να έχει ενώπιον του τα ευρήματα του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου ώστε να αντιληφθεί και να κρίνει το μέγεθος της απάτης στο πλαίσια της οποίας η καθ' ης η αίτηση 1 Centimila, τέθηκε υπό εκούσια εκκαθάριση, ως και την ανάγκη αναστολής της διαδικασίας της εκούσιας εκκαθάρισης της. Η έκδοση την 23.6.2021 της Διαιτητικής Απόφασης (τεκμ. 1 της προτεινόμενης ΣΕΔ), συνιστά κατά τους αιτητές, μείζον γεγονός το οποίο θα πρέπει να έρθει εις γνώση του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης αναστολής της διαδικασίας εκούσιας εκκαθάρισης της καθ' ης η αίτηση 1 Centimila. Με την παρούσα αίτηση επιζητείται επίσης με το αιτητικό Γ, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται και/ή να μην επιτρέπεται και/ή να μην εκδίδεται άδεια για έρευνα στο φάκελο της παρούσας υπόθεσης και/ή λήψη αντιγράφου οποιουδήποτε εγγράφου που ευρίσκεται και/ή είναι καταχωρημένο στον φάκελο της παρούσας υπόθεσης και/ή λήψη αντιγράφου της παρούσας αίτησης και/ή της συμπληρωματικής Ενόρκου Δηλώσεως που ήθελε καταχωρηθεί συνεπεία της παρούσας αίτησης, σε κανένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή δικηγορικό γραφείο ή δικηγορική εταιρία ή δικηγόρο πλην των διαδίκων μερών και/ή των δικηγορικών γραφείων που εκπροσωπούν τα διάδικα μέρη στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Κυρίως Αίτησης. Παρόλο που οι αιτητές υποστηρίζουν ότι το ζήτημα της εγκυρότητας της Συμφωνίας Αντικατάστασης (Replacement Transaction) είναι ένα από τα ουσιώδη επίδικα ζητήματα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, εντούτοις με σκοπό να εξαλείψουν κάθε αμφιβολία περί παραβίασης της εμπιστευτικότητας την οποία επικαλούνται οι καθ' ων η αίτηση, συμπεριέλαβαν στην παρούσα αίτηση το αιτητικό Γ, με σκοπό να μην δοθεί πρόσβαση στο φάκελο του Δικαστηρίου, σε κανένα άλλο μέρος που δεν είναι μέρος στην υπό κρίση διαδικασία. Επιπλέον το ζήτημα της εμπιστευτικότητας και οι ενστάσεις που εγείρονται από τους καθ' ων η αίτηση σε σχέση με αυτό είναι άνευ σημασίας αφού η απόφαση έχει ήδη δημοσιοποιηθεί σε άλλες διαδικασίες στις ΗΠΑ και συνεπώς η εμπιστευτική φύση της έπαψε να υφίσταται. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει τα επιχειρήματα και τους λόγους ένστασης που άπτονται της εμπιστευτικότητας ως άνευ περιεχομένου και σημασίας χωρίς να τους εξετάσει. Ανεξαρτήτως τούτου ακόμη και σύμφωνα με την γνωμάτευση που επικαλούνται οι καθ' ων η αίτηση στην ένσταση τους, προκύπτει ξεκάθαρα ότι η εμπιστευτικότητα δεν είναι απόλυτη και χωρίς εξαιρέσεις. Μάλιστα εξαίρεση συνιστά η περίπτωση όπου η χρήση της απόφασης είναι απαραίτητη για την απόδειξη της απαίτησης ενός μέρους ή προστασία ή προώθηση δικαιώματος ή σε περιπτώσεις όπου θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να αποφευχθεί η παραπλάνηση του Δικαστηρίου ή όταν το προτάσσει το καλώς νοούμενο συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά τους αιτητές, η παρουσίαση της εν λόγω απόφασης ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι απλώς υποβοηθητική, αλλά είναι απαραίτητη στην προώθηση και εκδίκαση της μονομερούς και της Εναρκτήριας Αίτησης των Αιτητών αφού παρουσιάζει ευρήματα που άπτονται των ζητημάτων, γεγονότων και ισχυρισμών που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου για να αποφασίσει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των Ενδιαμέσων διαταγμάτων που αιτούνται οι Αιτητές. Η ειδοποίηση ένστασης Οι καθ' ων η αίτηση, καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης στο αίτημα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στους λόγους ένστασης αναφέρονται τα πιο κάτω: Η ένσταση βασίζεται επί των πιο κάτω λόγων:

(1)Η υπό κρίση Αίτηση είναι αβάσιμη, αντινομική, παράτυπη και χωρίς πιθανότητα επιτυχίας και/ή
(2)Με την υπό κρίση Αίτηση οι Αιτητές επιθυμούν να προβούν σε επανάληψη θέσεων που περιλαμβάνονται στις Ένορκες Δηλώσεις που συνοδεύουν την κυρίως και ενδιάμεση Αίτηση των Αιτητών, ημερομηνίας 13/08/2019 και/ή στην κάλυψη κενών και/ή
(3)Η υπό κρίση Αίτηση είναι καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας και έχει ως κύριο σκοπό της την παρακώλυση της κυρίως διαδικασίας και/ή
(4)Η υπό κρίση Αίτηση είναι απαράδεκτη, καθότι αυτή προωθείται αφότου προωθήθηκαν δύο προηγούμενες Αιτήσεις για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ενόρκου Δηλώσεως, παρακωλύοντας σημαντικά τη διαδικασία και την ουσιαστική διεκπεραίωση της υπόθεσης και/ή
(5)Η διαδικασία εκδίκασης της ενδιάμεσης Αίτησης των Αιτητών, ημερομηνίας 13/08/2019, έχει ήδη παρακωλυθεί και/ή εμποδιστεί και/ή καθυστερήσει σε τέτοιο βαθμό, που το αντικείμενο της και/ή το πραγματικό της υπόβαθρο έχει πλέον μεταβληθεί σημαντικά και/ή η πλευρά των Αιτητών προσπαθεί να διευρύνει τον αρχικό σκοπό της ενδιάμεσης Αίτησης, ημερομηνίας 13/08/2019, προς ίδιο όφελος και/ή
(6)Δια της υπό κρίση Αίτησης και της Ενόρκου Δηλώσεως που επιχειρείται να καταχωρηθεί συμπληρωματικά από τους Αιτητές, επιχειρείται όπως τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα υψηλής εμπιστευτικότητας χωρίς να δικαιούνται να το πράξουν οι Αιτητές, και/ή η εγκυρότητα του περιεχομένου των οποίων είναι αδύνατο να αποσαφηνιστεί και/ή επιχειρείται όπως εισαχθούν παραπλανητικά αντίγραφα αποφάσεων μη τελικής φύσεως και/ή
(7)Η υπό κρίση Αίτηση και/ή η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει δεν τεκμηριώνουν «καλό λόγο» που να επιτρέπει την καταχώρηση Συμπληρωματικής και/ή απαντητικής Ένορκης Δήλωσης καθότι το περιεχόμενό τους δεν συνδέεται και/ή είναι άσχετο με τις θεραπείες που επιζητούνται στην ενδιάμεση Αίτηση, ημερ. 13/08/2019 και/ή δεν εξηγείται με πιο τρόπο η έκδοση της Διαιτητικής απόφασης επηρεάζει τα επίδικα θέματα της προαναφερόμενης ενδιάμεσης Αίτησης και/ή σχετίζεται με αυτά και/ή
(8)Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση αλλά και στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση που οι Αιτητές επιθυμούν να καταχωρήσουν η ενόρκως δηλούσα κυρία Πίττα δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε ουσιαστικό γεγονός για την υπόθεση και την έκβαση αυτής και/ή απουσιάζει «καλός λόγος» για την επιτυχία της Αίτησης και/ή
(9)Τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου οι Αιτητές με την υπό κρίση Αίτηση, πρόκειται για ανεπίτρεπτη δια Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης μαρτυρία και/ή για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των Αιτητών όπως εμφαίνονται στις αρχικές ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ενδιάμεση Αίτηση των Αιτητών, ημερομηνίας 13/08/2019 και/ή
(10)Η προτεινόμενη μαρτυρία, που οι Αιτητές επιθυμούν να παραθέσουν διά της υπό κρίση Αίτησης δεν αποτελεί επιπρόσθετη μαρτυρία και/ή δεν προσθέτει οτιδήποτε στην μαρτυρία που εμφαίνεται στις αρχικές ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ενδιάμεση Αίτηση των Αιτητών, ημερομηνίας 13/08/2019 και/ή η προτεινόμενη μαρτυρία καμία σημασία δεν έχει για την εξέταση της ενδιάμεσης Αίτησης των Αιτητών ημερομηνίας 13/08/2019 και/ή
(11)Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του το απαιτούμενο υπόβαθρο για να μπορέσει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ των Αιτητών, και να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και/ή
(12)Η ένορκη δήλωση της κυρίας Πίττα η οποία φαίνεται να στηρίζει και να συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση (αλλά και η ίδια συμπληρωματική ένορκη δήλωση που οι Αιτητές επιθυμούν να καταχωρήσουν), δεν μπορεί να αποτελεί πραγματικό υπόβαθρο για τη θεραπεία που ζητείται με την πιο πάνω υπό κρίση Αίτηση και/ή η κυρία Πίττα στην Ένορκη της Δήλωση, που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση και/ή στην ένορκη δήλωση που οι Αιτητές επιθυμούν να καταχωρήσουν συμπληρωματικά, δεν προβαίνει σε Ένορκη κατάθεση γεγονότων και/ή
(13)Διαζευκτικά και άνευ επηρεασμού του αμέσως προηγούμενου λόγου Ένστασης, η ένορκη δήλωση της κυρίας Πίττα (τόσο αυτή που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση όσο και η ένορκη δήλωση που οι Αιτητές επιθυμούν να καταχωρήσουν συμπληρωματικά) δεν αποκαλύπτει ουσιώδη γεγονότα και/ή έγγραφα και/ή αναφέρεται σε εντελώς άσχετα ζητήματα με τα θέματα που αφορά η παρούσα υπόθεση και/ή
(14)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και της Νομολογίας για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και/ή τα γεγονότα που επιθυμούν οι Αιτητές να εισάγουν με την υπό κρίση Αίτηση ήταν στην γνώση τους πριν την καταχώρηση της Αίτησης τους ημερομηνίας 13/08/2019 και/ή η Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή
(15)Οι Αιτητές βαφτίζουν ως «νέα γεγονότα» επιστολές που στάλθηκαν εκ μέρους τους και/ή απαντήσεις σε αυτές και/ή δεν μπορεί να αποτελέσει νέο γεγονός η αποστολή επιστολής με πρωτοβουλία του Αιτητή και/ή στην ουσία οι Αιτητές αναφέρονται σε δύο επιστολές που στάλθηκαν, η μία στον Καθ' ου η Αίτηση αρ. 2 και η άλλη σε τρίτο πρόσωπο - μη διάδικο, από τους ίδιους, ως «νέο γεγονός», το περιεχόμενο των οποίων όμως είναι περίληψη των βασικών θέσεων των Αιτητών, οι οποίες ήδη καταγράφονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ενδιάμεση Αίτηση τους ημερομηνίας 13/08/2019 και/ή
(16)Τυχόν επιτυχία της υπό κρίση Αίτησης θα δημιουργήσει περισσότερη καθυστέρηση στην εκδίκαση της ενδιάμεσης Αίτησης ημερομηνίας 13/08/2019 και/ή
(17)Οι Αιτητές κωλύονται να αξιώνουν την παρουσίαση, μέσω συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, μιας εμπιστευτικής διαιτητικής απόφασης καθ' ότι έχουν δεσμευθεί να μην παραβιάσουν την εμπιστευτικότητα. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση υπαλλήλου της καθ' ης η αίτηση
  1. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αλλά και στην γραπτή αγόρευση των συνηγόρων για τους καθ' ων η αίτηση, επαναλαμβάνονται και αναλύονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι όσον αφορά τις επιστολές που επισυνάπτονται ως τεκμήρια 2 μέχρι 5 επί της προτεινόμενης ΣΕΔ, δεν παρουσιάζεται οποιαδήποτε νέα μαρτυρία ή γεγονότα τα οποία χρήζουν καταχώρησης καθότι πρόκειται περί επιστολών και ανταλλαγής σκέψεων μεταξύ των παραληπτών τους. Επί του σημείου αυτού αποφάσισε ήδη το Δικαστήριο σε προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του επί της 2ης αίτησης για καταχώρηση ΣΕΔ. Όσον αφορά την προσπάθεια εισαγωγής της διαιτητικής απόφασης, αυτή είναι εμπιστευτικής φύσης συνέπεια ρητών προνοιών για εμπιστευτικότητα που περιέχονται σε συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων, αλλά και της φύσης των διεθνών διαιτησιών ως εμπιστευτικών. Σύμφωνα με τους καθ' ων η αίτηση, την εμπιστευτική φύση της διαιτητικής απόφασης επισημαίνουν και οι αιτητές στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, στη σελίδα
  2. Ακόμη και η απλή κοινοποίηση του περιεχομένου της διαιτητικής απόφασης στην παρούσα διαδικασία, συνιστά παράβαση της Αγγλικής Νομοθεσίας περί εμπιστευτικότητας που την προστατεύει, όπως και παράβαση των προνοιών περί εμπιστευτικότητας της ίδιας της απόφασης που συμφωνήθηκαν συλλογικά από τα μέρη. Η εν λόγω διαιτητική απόφαση μπορεί μεν να αναφέρει ότι συγκεκριμένη συναλλαγή είναι ακυρώσιμη δεν εμπίπτει όμως στις εξαιρέσεις του αγγλικού δικαίου όπου θα μπορούσε να παρακαμφθεί ο κανόνας εμπιστευτικότητας. Τονίζεται περαιτέρω από τους καθ' ων η αίτηση ότι η διαιτητική απόφαση, τιτλοφορείται ως «Partial Final Award», δηλαδή Μερική Τελική Διαιτητική Απόφαση, πράγμα που σημαίνει ότι εφόσον δεν πρόκειται για το τελικό κείμενο της διαιτητικής απόφασης, δεν είναι ασφαλές όπως εξάγονται συμπεράσματα από αυτή, και πόσον μάλλον να παρουσιάζεται στο Δικαστήριο ως νέο μαρτυρικό υλικό. Περαιτέρω, η διαιτητική απόφαση πραγματεύεται γεγονότα που διαδραματίστηκαν πριν τον διορισμό του καθ' ου η αίτηση 2 και δεν σχετίζονται με την ουσία της παρούσας διαδικασίας στην οποία οι αιτητές ζητούν μεταξύ άλλων, την απομάκρυνση του καθ' ου η αίτηση 2 από τη θέση του εκκαθαριστή. Επίσης, καμία σχέση δεν έχει η διαιτητική απόφαση με τα επίδικα θέματα της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 13.8.2021 με την οποία οι αιτητές ζητούν την αναστολή την διαδικασίας εκκαθάρισης. Οι καθ' ων η αίτηση, τονίζουν επιπλέον ότι από την καταχώρηση της ενδιάμεσης αίτησης στις 13.8.2019, η πλευρά των αιτητών έχει καταχωρήσει τρείς αιτήσεις για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικών Ενόρκων Δηλώσεων. Αυτή η στάση, προκαλεί σύμφωνα με τους αιτητές τεράστιες καθυστερήσεις στην εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης που καταχωρήθηκε από τους ιδίους τους αιτητές. Ταυτόχρονα υποδεικνύει ότι όταν καταχωρήθηκε από τους αιτητές η πιο πάνω ενδιάμεση αίτηση για προσωρινό διάταγμα, αυτή ήταν πρόωρη και δεν υποστηριζόταν από την κατάλληλη μαρτυρία. Το γεγονός αυτό από μόνο του, αποτελεί κατά τους καθ' ων η αίτηση, αιτία απόρριψης της παρούσας για λόγους που αφορούν τον σεβασμό προς τις δικαστικές διαδικασίες. Νομική πτυχή Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στην Δ.48 Θ.4
(2), η οποία παρέχει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να διατάξει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε ενδιάμεσες αιτήσεις και η οποία έχει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39». Τόσον από την ανάγνωση της πιο πάνω διάταξης όσον και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι είναι στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσον θα δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε ενδιάμεσες αιτήσεις (βλ. Ματθαίου κα
(2008)1 Α.Α.Δ 510 & Α. Messios and Sons Ltd κα ν. Λεωνίδα
(2010)1Α Α.Α.Δ. 195). Στα πλαίσια τέτοιου αιτήματος, ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο θετικά για την ύπαρξη καλού λόγου ώστε να δοθεί η σχετική άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος» που αναφέρεται στην Δ.48 Θ.4
(2), αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά την κρίση µου µε δεδομένη την σχετικότητα µε τα επίδικα θέματα, των ισχυρισμών που επιχειρούνται να εισαχθούν. Αυτό, σε συνδυασμό πάντα µε το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλο το κατά την άποψη του αναγκαίο υλικό για την εκδίκαση της αίτησης. Σχετική είναι η υπόθεση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση αρ. 29/2014, ημ. 03/11/2016 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημαντικό επίσης στοιχείο στην απόδειξη καλού λόγου, είναι να καταδειχθεί ότι τα γεγονότα που ζητείται να συμπεριληφθούν στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν ήταν σε γνώση του αιτητή όταν καταχωρούσε την αρχική ένορκη δήλωση του. Όπως επιθυμητό θα ήταν, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την οποία ζητείται άδεια για καταχώρηση, να επισυνάπτεται στην αίτηση ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει για την σχετικότητα των συγκεκριμένων ισχυρισμών και έχοντας ενώπιον του όλα τα δεδομένα, να κρίνει κατά πόσον υπάρχει καλός λόγος για έγκριση του αιτήματος. Τέλος, τονίζεται ότι σύμφωνα µε την απόφαση Ματθαίου (ανωτέρω), τέτοιου είδους αιτήσεις αν δεν υπάρχει καλός λόγος και ειδικά όταν μια υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση θα πρέπει να αποφεύγονται καθότι διακόπτουν και ανατρέπουν την κανονική πορεία της υπόθεσης. Προκύπτει ως εκ τούτου ότι αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να καταχωρείται µόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει καλός και ουσιαστικός λόγος µε την έννοια ότι είναι απολύτως αναγκαία για τους σκοπούς εκδίκασης της αίτησης. Υπό τας περιστάσεις δεν αποτελεί καλό λόγο η άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προκειμένου να απαντηθούν απλά κάποιοι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς που δεν θα προσθέσουν τίποτε στην υπόθεση ή να προβληθούν νέοι ισχυρισμοί άσχετοι µε τα επίδικα θέματα, ειδικότερα όταν αυτοί ήταν γνωστοί κατά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης του αιτητή. Είναι σαφές ότι καμία πρόνοια δεν γίνεται από την Δ.48 Θ.4
(2), για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης. Προνοείται µόνο καταχώρηση συμπληρωματικής και όχι απαντητικής ένορκης δήλωσης υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Έτσι όπου αμφισβητούνται γεγονότα, αυτό δεν τεκμηριώνει από µόνο του «καλό λόγο» που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε µέσω αυτής να απαντώνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία κάτι που δεν είναι επιθυμητό σε διαδικασίες ενδιάμεσων διαταγμάτων. Σχετική είναι η υπόθεση Κουππά ν. Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α, Π.Ε. 312/2010, ημ. 17.7.2014 στην οποία λέχθηκε ότι: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει καλό λόγο» Από την άλλη, έχει νομολογηθεί ότι καταδεικνύεται καλός λόγος προκειμένου να δοθούν διευκρινήσεις που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στον αιτητή να προβάλει, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων (βλ. Α. Messios and Sons Ltd κα ν. Λεωνίδα (ανωτέρω). Στα πλαίσια αυτά, μπορεί το Δικαστήριο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για διευκρίνιση, αναφορικά με ισχυρισμούς της ένστασης, τους οποίους ο αιτητής δεν μπορούσε να προβλέψει. Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλού λόγου, είναι πάντοτε στους ώμους του αιτητή, ο οποίος οφείλει να δείξει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, την σχετικότητα των ισχυρισμών που επιδιώκει να προσθέσει και ικανοποιητικούς λόγους γιατί οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συμπεριλήφθηκαν στην αρχική του ένορκη δήλωση. Συμπεράσματα Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή όλο το υλικό πού τέθηκε ενώπιον μου όπως προκύπτει από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις της αίτησης και της ένστασης. Με τη ίδια προσοχή έχω μελετήσει τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Κρίνω για τους λόγος που θα εξηγήσω πιο κάτω ότι δεν έχει αποδειχθεί καλός λόγος ώστε να επιτρέψω τη καταχώρηση της προτεινόμενης Σ.Ε.Δ. Αναφορικά με τις επιστολές (τεκμ. 2 έως 5) της προτεινόμενης ΣΕΔ, αυτές δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε νέα γεγονότα σχετικά με τα επίδικα θέματα της αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Πρόκειται στην ουσία για αλληλογραφία των αιτητών με τον καθ' ου η αίτηση 2, η οποία τίποτε δεν προσφέρει στην υπόθεση ούτε μπορεί να βοηθήσει με οιονδήποτε τρόπο το Δικαστήριο στην εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Σημειώνεται δε ότι για τον ίδιο λόγο, απορρίφθηκε προηγούμενη αίτηση των αιτητών για ΣΕΔ αφού σύμφωνα την απόφαση του Δικαστηρίου, οι θέσεις που εκφράζονται σε αλληλογραφία δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πραγματικά και νέα γεγονότα και επομένως δεν δύναται να επιτραπεί η καταχώρησή τους με ΣΕΔ. Όσον αφορά την Μερική Τελική Διαιτητική Απόφαση (partial final award), είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι καλύπτεται από εμπιστευτικότητα. Η εμπιστευτικότητα προκύπτει δυνάμει ρητών προνοιών για εμπιστευτικότητα που περιέχονται σε συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων, προνοιών του Αγγλικού δικαίου που προστατεύει την εμπιστευτικότητα των διαιτητικών διαδικασιών καθώς και της γενικότερης φύσης των διεθνών διαιτησιών ως εμπιστευτικών. Η αιτητές επικαλούνται βέβαια τις εξαιρέσεις του Αγγλικού δικαίου στον κανόνα της εμπιστευτικότητας, επικαλούμενοι το καλώς νοούμενο συμφέρον της δικαιοσύνης. Με όλο το σεβασμό δεν συμφωνώ με αυτή την άποψη. Η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στις πιο πάνω εξαιρέσεις αφού δεν αφορά απόδειξη απαίτησης των αιτητών ούτε και προσπάθεια αποφυγής παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Το διάταγμα για απαγόρευση έρευνας του φακέλου που προτείνουν οι αιτητές δεν προστατεύει αποτελεσματικά κατά την κρίση μου το προνόμιο εμπιστευτικότητας ούτε και έχει καταδειχθεί ότι συνιστά λόγο που να επιτρέπει εξαίρεση από τον κανόνα προστασίας της εμπιστευτικότητας των διαιτητικών διαδικασιών. Επιπλέον όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από τον συνήγορο των καθ' ων η αίτηση, το γεγονός ότι η εν λόγω απόφαση δεν είναι το τελικό κείμενο της διαιτητικής απόφασης, καταδεικνύει ότι δεν είναι ασφαλές να εξαχθούν συμπεράσματα από αυτή. Τελική κατάληξη Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί καλός λόγος ώστε το Δικαστήριο να επιτρέψει την καταχώρηση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των αιτητών και υπέρ των καθ' ων η αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από το πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.